Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Τά τρία στάδια τής μοναχικής κλήσεως


Γ’ ΤΑ ΤΡΙΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΚΛΗΣΕΩΣ

Ανωτέρω ανεφέρθη ήδη ότι η αρχική κουρά τελείται άνευ υποσχέσεων υπό των εισερχομένων εις το μοναχικόν στάδιον. Η κουρά αύτη εις τον Άθωνα θεωρείται μάλλον ως ευλογία, ήτις παρέχει το δικαίωμα να «φέρη τις ράσον», εξ ού και το όνομα «ρασοφόρος». Προ της τελέσεως της κουράς ταύτης, προηγείται καθοδήγησις περί της σημασίας του μοναχισμού και της αναγκαιότητος της αποταγής του κόσμου και των συγγενών. Εν τούτοις ο αρχάριος δεν δίδει υποσχέσεις, και ως εκ τούτου ο βαθμός ούτος είναι κατά βάθος εισέτι στάδιον δοκιμασίας και προπαρασκευαστικής εκπαιδεύσεως προς άσκησιν.

Ο δεύτερος βαθμός είναι «το μικρόν σχήμα» ή άλλως ο «Μανδύας». Κατά την τέλεσιν του μικρού σχήματος ο μοναχός προφέρει πλέον τας υποσχέσεις. Τότε αι υποσχέσεις αύται δίδονται ουχί σταδιακώς αλλ’ εν τω συνόλω αυτών.

Αι αυταί υποσχέσεις επαναλαμβάνονται, υπό τινα διάφορον μορφήν, κατά την κουράν του «μεγάλου σχήματος» ή απλώς «σχήματος».

Το γεγονός ότι αι τρεις υποσχέσεις δίδονται αμέσως (εν τω συνόλω αυτών) και ουχί σταδιακώς κατά την ανάβασιν εις τους προαναφερθέντας βαθμούς του μοναχισμού, φαίνεται εξωτερικώς ως να αντιφάσκη  προς την τάξιν ή προς την δομήν, την οποίαν έχομεν περιγράψει εις τον λόγον περί της σειράς των αποταγών. Τούτο όμως αποτελεί εξωτερικήν μόνον αντίφασιν. Και εν τη μια και εν τη άλλη περιπτώσει πρόκειται μάλλον περί βαθμιαίας αυξήσεως εις την πνευματικήν γνώσιν. Και αι τρεις υποσχέσεις συνδέονται δι’ ενός μοναδικού σκοπού, ως και αι τρεις αποταγαί. Η επανάληψις των ιδίων υποσχέσεων κατά την «κουράν» του μικρού και του μεγάλου σχήματος εκφράζει ουχί τον προσωρινόν χαρακτήρα των μεν έναντι των δε, αλλά την

αύξησιν εις την γνώσιν της δυνάμεως και σημασίας αυτών. Μολονότι η εξωτερική αυτών μορφή ολίγον διαφέρει, η εσωτερική συνείδησις του ανθρώπου δύναται να αλλάξη βαθέως. Δια να μη απολέσωμεν εξ όψεως αυτήν ταύτην την ουσίαν της εν πνεύματι χριστιανικής ζωής, πρέπει να τονίσωμεν ενταύθα εκ νέου ότι πάσαι αι τάξεις αύται αφιερώσεως, κουράς και υποσχέσεων δεν είναι απολύτως αναγκαίαι δια την απόκτησιν της Θείας αγάπης και τελειότητος. Η τελευταία καθίσταται δυνατή και εκτός του μοναχισμού, αλλ’ όμως δια παρομοίου πάντοτε τρόπου ζωής. Όπως ακριβώς εγράφη περί του Χριστού, «το παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι», πας άνθρωπος δύναται να αυξάνη και να κραταιούται πνευματικώς, χωρίς να είναι μοναχός. Η δε πείρα της Εκκλησίας κατέδειξε το όφελος των μεθόδων αυτών.

Και ο Απόστολος Πέτρος λέγει: «Διό μάλλον, αδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν υμών την κλήσιν και εκλογήν ποιείσθαι· ταύτα γαρ ποιούντες ου μη πταίσητε ποτε. Ούτω γαρ πλουσίως επιχορηγηθήσεται υμίν η είσοδος εις την αιώνιον βασιλείαν του Κυρίου ημών και Σωτήρος Ιησού Χριστού» (Β’ Πέτρ. α’ 10-11).

Ιδού αι υποσχέσεις αι διδόμεναι κατά την κουράν του μικρού σχήματος:

1. Παραμένεις τω Μοναστηρίω και τη ασκήσει έως εσχάτης σου αναπνοής;

2. Φυλάττεις σεαυτόν εν παρθενία και σωφροσύνη και ευλαβεία;

3. Σώζεις μέχρι θανάτου την υπακοήν τω προεστώτι και πάση τη εν Χριστώ Αδελφότητι;

4. Υπομένεις πάσαν θλίψιν και στενοχωρίαν του μονήρους βίου δια την βασιλείαν των ουρανών;

Και εις το μέγα σχήμα:

1. Αποτάσση τω κόσμω και τοις εν τω κόσμω κατά την εντολήν του Κυρίου;

2. Παραμένεις τω Μοναστηρίω και τη ασκήσει έως εσχάτης σου αναπνοής;

3. Σώζεις μέχρι θανάτου την υπακοήν τω προεστώτι και πάση τη εν Χριστώ Αδελφότητι;

4. Υπομένεις πάσαν θλίψιν και στενοχωρίαν του μονήρους βίου δια την βασιλείαν των ουρανών;

5. Φυλάττεις σεαυτόν εν παρθενία και σωφροσύνη και ευλαβεία;

Εις τας ανωτέρω ερωτήσεις δίδεται η απάντησις: «Ναι, του Θεού συνεργούντος».

Δυνατόν να εγερθή η εξής απορία: Εάν κατά την κουράν του μικρού σχήματος δίδωνται τέσσαρες υποσχέσεις και εις εκείνην του μεγάλου πέντε, διατί τότε γίνεται λόγος περί τριών αποταγών;

Η παράδοσις της Εκκλησίας ανάγει την ουσίαν της μοναχικής κουράς εις τρεις υποσχέσεις, ήτοι: την υπακοήν, την σωφροσύνην και την ακτημοσύνην. Θα ακολουθήσωμεν την σειράν ταύτην, χωρίς να εισέλθωμεν προς στιγμήν εις τας λεπτομερείας του θέματος τούτου, το οποίον καθίσταται έτι περιπλοκώτερον, εάν εξετάσωμεν το περιεχόμενον των ακολουθιών των (δύο) κουρών.

Ούτως, εις τας προτροπάς του Ηγουμένου προς τον προσερχόμενον εις την κουράν διαπιστούμεν υποδείξεις και προς άλλας «υποθήκας», επί παραδείγματι: Τον καθαρισμόν από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, την απόκτησιν ταπεινοφροσύνης, την απώθησιν του θράσους της βιοτικής συνηθείας, την καρτερίαν εν τη προσευχή, τον ζήλον εν τη νηστεία, την προθυμίαν εν ταις αγρυπνίαις, την επιτήρησιν των πονηρών λογισμών. Και εν τούτοις, πάντα ταύτα συνοψίζονται εις τρεις υποσχέσεις: την υπακοήν, την σωφροσύνην και την ακτημοσύνην.

Εις τον λαμβάνοντα το μικρόν σχήμα ο Ηγούμενος απευθύνει και την εξής παραίνεσιν: «Χρη ουν σε, αρξάμενον της οδού της απαγούσης επί την Βασιλείαν των ουρανών, μη στραφήναι εις τα οπίσω· ου γαρ εύθετος έση εις την Βασιλείαν των ουρανών. Μη ούν προτιμήσης τι του Θεού· μη αγαπήσης μήτε πατέρα, μήτε μητέρα, μήτε αδελφούς, μήτε τινα των ιδίων, μήτε σεαυτόν αγαπήσης υπέρ τον Θεόν· μη τας βασιλείας του κόσμου, ή ανάπαυσιν οιανδήποτε και τιμήν …».

Κατά την κουράν του μεγάλου σχήματος η αποταγή του κόσμου εκφράζεται μετά μεγαλυτέρας εισέτι εμφάσεως. Εκεί ο Ηγούμενος λέγει: «Υφηγούμαι ουν σοι την τελειοτάτην ζωήν, εν ή κατά μίμησιν η του Κυρίου πολιτεία διαδείκνυται … Η αποταγή ουδέν άλλο εστί, κατά τον ειπόντα, ει μη σταυρού και θανάτου επαγγελία. Γίνωσκε ουν από της παρούσης ημέρας σταυρούσθαι και νεκρούσθαι τω κόσμω δια της τελειοτάτης αποταγής· αποτάσση γαρ γονεύσιν, αδελφοίς, γυναικί, τέκνοις, πατράσι, συγγενείαις, εταιρίαις, φίλοις, συνήθεσι, τοις εν κόσμω θορύβοις, φροντίσι, κτήσεσιν, υπάρξεσι, τη κενή και ματαία ηδονή τε και δόξη· και απαρνείσαι ου μόνον τα προειρημένα, αλλ’ έτι και την σεαυτού ψυχήν, κατά την φωνήν του Κυρίου (βλ. Λουκ. ιδ’ 26) … Ει ουν αληθώς ακολουθείν Αυτώ ηρετίσω, και ει αψευδώς κληθήναι Αυτού μαθητής επιποθείς, ετοιμάσθητι από του παρόντος … προς αγώνας πνευματικούς, προς εγκράτειαν σαρκός, προς κάθαρσιν ψυχής, προς πτωχείαν ευτελή, προς πένθος αγαθόν, προς πάντα τα λυπηρά και επίπονα της χαροποιού κατά Θεόν ζωής». Και εν συνεχεία λέγει: «Και γαρ πεινάσαι έχεις, και διψήσαι, και γυμνητεύσαι, υβρισθήναι τε και χλευασθήναι, ονειδισθήναι τε και διωχθήναι … Και όταν ταύτα πάντα πάθης, χαίρε, φησίν, ότι πολύς ο μισθός σου εν τοις ουρανοίς υπάρχει. Χαρά ουν χαίρε και αγαλλιάσει αγαλλιώ, ότι σήμερον εξελέξατο σε και διεχώρισε Κύριος ο Θεός από της εν κόσμω ζωής, και έθετο ως εν προσώπω Αυτού … εν τη στρατειά της αγγελοειδούς ζωής … Αυτώ ολοκλήρως δουλεύειν, τα άνω φρονείν, τα άνω ζητείν· ημών γαρ το πολίτευμα, κατά τον Απόστολον, εν ουρανοίς υπάρχει».

Και εν συνεχεία: «Ώ της καινής κλήσεως! Ώ της δωρεάς του μυστηρίου! Δεύτερον βάπτισμα λαμβάνεις σήμερον, Αδελφέ, τη παρουσία των του φιλανθρώπου Θεού δωρεών, και των αμαρτιών σου καθαίρη, και υιός φωτός γίνη, και αυτός Χριστός ο Θεός ημών συγχαίρει μετά των αγίων αυτού Αγγέλων επί τη ση μετανοία, θύων σοι τον μόσχον τον σιτευτόν». Έπειτα ο κειρόμενος καλείται «περιπατήσαι αξίως της κλήσεως» αυτού και ο Ηγούμενος δίδει εις αυτόν λεπτομερείς οδηγίας περί της μορφής αυτής της ασκητικής ζωής, η οποία εκφράζεται δια του «περιπατήσαι αξίως της κλήσεως».

Όταν συναντώμεν δια πρώτην φοράν τοιαύτας εκφράσεις, δεν αποκαλύπτεται εις ημάς πλήρως το αληθές νόημα αυτών. Μόνον εκ μέρους συλλαμβάνομεν ή συμπεραίνομεν εκείνο, προς το οποίον καλείται ο άνθρωπος. Η πραγματική δε φανέρωσις του περιεχομένου και της δυνάμεως των λόγων τούτων δεν επιτυγχάνεται άλλως, ει μη δια πείρας ανεπιτηδεύτου και γνησίας. Είναι αναγκαίον να είπωμεν ότι η κλήσις του μοναχού να απαρνηθή την αγάπην των γονέων και εν γένει τον κόσμον, όπως ζήση καθ’ ομοίωσιν του Χριστού εν τη πράξει της ζωής, οδηγεί την ψυχήν εις βαθύτατον εσωτερικόν διχασμόν ή ως θα ελέγομεν δια της συγχρόνου ορολογίας εις «σύμπλεγμα». Εν τη ψυχή του ανθρώπου γεννώνται μεγάλαι θύελλαι, και όστις στερείται της καταλλήλου καθοδηγήσεως, της απορρεούσης εκ της δισχιλιετούς πείρας της Εκκλησίας, δύναται πολλάκις ουχί μόνον να ταλαιπωρηθή αλλά και να απολεσθή. Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης εις το έργον αυτού «Κλίμαξ» έν εκ των μεγαλοπνόων ασκητικών συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων, αναφέρει τα εξής: «Ανάγκη την θάλασσαν θολωθήναι και ταραχθήναι και αγριωθήναι, ίνα τότε την ύλην ήνπερ οι ποταμοί των παθών και πάσαν σαπρίαν και χόρτον εν αυτή κατήγαγον, δι’ αυτών πάλιν εν τη γη απορρίψηται. Επισκεψώμεθα και ευρήσομεν μετά την εν τη θαλάσση ζάλην βαθείαν γινομένην γαλήνην».

Είναι δύσκολον να εύρωμεν λόγους οι οποίοι θα απεδείκνυον την αναγκαιότητα της ωθήσεως του εσωτερικού «συμπλέγματος» μέχρι του εσχάτου δυνατού βαθμού, ούτως ώστε να φανερωθούν τα βάθη της ψυχής. Πώς να εκφράση τις δια λόγων την ανάγκην συνδυασμού ταυτοχρόνου διαμονής του νοός ημών και εν τω άδη και εν τω Θεώ; Πώς να εξηγήση τις ότι μόνον υπ’ αυτόν τον όρον κατορθούται το πλήρωμα της ανθρωπίνης ζωής και εν ταυτώ εκείνη η σταθερότης του γνησίως υγιούς πνεύματος, η οποία απομακρύνει τας εσωτερικάς ταλαντεύσεις; Ποίος εξ ημών δεν γνωρίζει την ασθένειαν της εναλλαγής των πνευματικών «αναβάσεων» και «πτώσεων»; Και ιδού, όταν ο άνθρωπος κατέρχηται εις τον άδην της εσωτερικής πάλης φέρων εν εαυτώ τον Θεόν, τότε εκφεύγει ούτος τας παθολογικάς αμφιταλαντεύσεις. Δεν υπάρχουν τότε «αναβάσεις» και «πτώσεις», διότι η πληρότης έχει επιτευχθή. Έχομεν εντολήν εκ του Χριστού να ομοιωθώμεν προς τον Θεόν, και η ζωή αύτη καλείται υπό των Πατέρων «επιστήμη επιστημών» και «τέχνη τεχνών». Γνωρίζεται δε αύτη ουχί άλλως, ει μη δια πείρας.

 Είναι δυνατόν να ερωτήση τις: Κατά την ακολουθίαν της κουράς ακούομεν πολλούς «σκληρούς» λόγους. Πώς είναι δυνατόν να συνδυασθή τούτο μετά της «καθ’ ομοίωσιν Χριστού» ζωής; Πού είναι εκείνη η πραότης και εκείνη η αγάπη προς την οποίαν καλεί ημάς ο Κύριος; … Υπάρχει όμως τεραστία ποιοτική διαφορά μεταξύ πνευματικής κατανοήσεως και «ψυχολογικής» αντιλήψεως των φαινομένων.

Εάν προσπαθήσωμεν να συγκρίνωμεν τας συνήθεις αντιλήψεις των ανθρώπων γενικώς περί αγιότητος, αγάπης και πραότητος, θα ίδωμεν ότι δεν συμβιβάζονται αύται μετά των αντιστοίχων του Ευαγγελίου. Ούτω την πραότητα πολλοί εκλαμβάνουν ως φυσικόν «ειρηνικόν ήθος». Όλως διαφόρως εν τούτοις ορίζει ταύτην ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Λέγει ούτος: «Πραΰτης εστίν, αμετάθετος νοός κατάστασις, εν τιμαίς τε και ατιμίαις … Πραΰτης εστίν, υπερκειμένη της του θυμού θαλάσσης πέτρα, … υπομονής στήριγμα· αγάπης θύρα· μάλλον δε μήτηρ· παρρησία εν προσευχή· Πνεύματος Αγίου χωρίον· … μαινομένων χαλινός· χαράς χορηγός· Χριστού μίμημα» … Παρατηρούμεν, επομένως, ότι πρόκειται περί καταστάσεως ασυγκρίτως ανωτέρας της «ψυχικής». Διότι εις την Κλίμακα πραότης σημαίνει πνευματικήν ρωμαλεότητα δυναμένην να φέρη επ’ αυτής τα βάρη και τας ασθενείας των άλλων. Πρόκειται περί διηνεκούς ετοιμότητος να υπομένη τις τας ύβρεις ή να μένη εσωτερικώς ατάραχος εις τους επαίνους· είναι ειρηνική εγκαρτέρησις εις πάσαν θλίψιν, εισέτι και εις τον θάνατον· εντός αυτής περικλείεται μεγίστη δύναμις και η νίκη επί του κόσμου. Ο Χριστός  λέγει: «Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην», ήτοι θα νικήσουν και θα δεσπόσουν του κόσμου υπό την υψίστην έννοιαν του λόγου τούτου. Η γη, ήτοι ο κόσμος, θα υποταχθή ουχί εις την τραχείαν υλικήν δύναμιν, αλλά εις την πραότητα.

Μετά την σχετικώς μακράν παρέκβασιν, όπως εκθέσωμεν εις υμάς εναργέστερον την γενικήν εικόνα του νοήματος και του πνεύματος του μοναχισμού, θα προβώμεν περαιτέρω εις την εξέτασιν του πνευματικού περιεχομένου εκάστης των τριών βασικών υποσχέσεων, όπερ αποτελεί, ούτως ειπείν, το κέντρον της παρούσης διαλέξεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου