Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2019

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ : Αναγγελία αγιοκατάταξης από τον Οικ. Πατριάρχη Βαρθολομαίο


Μια έκπληξη πριν την αποχώρηση του από το Άγιον Όρος επιφύλαξε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, την αναγγελία της αγιοκατάταξης του Γέροντα Σωφρόνιου του Έσσεξ



Ο Γέροντας Σωφρόνιος (κατά κόσμον Σεργκέι Σεμιόνοβιτς Σάχαρωφ, ρωσικά: Сергей Семёнович Сахаров‎; 22 Σεπτεμβρίου 1896 – 11 Ιουλίου 1993) ήταν Ρώσος Ορθόδοξος Ιερομόναχος που ξεκίνησε τη μοναχική του ζωή στο Άγιο Όρος, στη Ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος και θεωρείται από την ορθόδοξη παράδοση ως ένας από τους χαρισματικότερους μοναχούς του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε στη Μόσχα και ήταν μέλος 9μελούς οικογένειας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Σέργιος, ενώ έδειχνε από μικρός ιδιαίτερη θεολογική κλίση. Στην αρχή ασχολήθηκε με την ζωγραφική, ενώ ασχολήθηκε και με τον Βουδισμό και τον Ινδουισμό. Όταν απογοητεύτηκε από τη φιλοσοφία των Ανατολικών θρησκειών, στράφηκε προς το Χριστιανισμό και πιο συγκεκριμένα την Ορθοδοξία.

Σε ηλικία 25 ετών μετακινήθηκε στη Γαλλία, προσπαθώντας να βρει εργασία ως ζωγράφος. Στη Γαλλία κατάφερε να γίνει δεκτός στους καλλιτεχνικούς κύκλους, όμως τελικά στράφηκε προς το χριστιανισμό με περισσότερο ζήλο αφού ούτε αυτό τον γέμιζε όπως ο ίδιος αργότερα ομολόγησε και έτσι στράφηκε σε ηλικία 29 ετών στη θεολογία, εισαγόμενος στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο στο Παρίσι.

Με το πέρας των σπουδών έλαβε την απόφαση να μονάσει. Έτσι εγκαταστάθηκε στη Ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιο Όρος, το 1925. 4 έτη αργότερα γνώρισε τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, ο οποίος έγινε ο πνευματικός καθοδηγητής του. Στη συνέχεια αναχώρησε για τα Καρούλια του Αγίου Όρους το 1938, που ασκήτεψε αυστηρά. Το 1948 έφυγε από το Άγιο Όρος ώστε να χειρουργηθεί στη Γαλλία ενώ εξέδωσε σε βιβλίο το βίο του Αγίου Σιλουανού, που εν τω μεταξύ εκοιμήθη.

Στη συνέχεια εξέδωσε και άλλα βιβλία το «Περί προσευχής», το «Άσκηση και Θεωρία» και «Η ζωή Του ζωή μου». Την ίδια εποχή επισκέφτηκε και τη Μόσχα μετά από πολλά χρόνια και έκτοτε είχε πιο στενούς δεσμούς με την πόλη. Το 1963 εγκατέλειψε το Άγιο Όρος και ίδρυσε μια χριστιανική αδελφότητα, χτίζοντας παράλληλα και ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στο Έσσεξ. Εκεί έμεινε μέχρι που πέθανε το 1993 σε ηλικία 97 ετών.

Έλεγε χαρακτηριστικά:

«Ήμουν στο Παρίσι, τα είχα όλα, ζούσα με τον καλλιτεχνικό κόσμο του Παρισιού και συμμετείχα σε όλες τις εκδηλώσεις. Όμως τίποτα δεν μου έδινε χαρά και ανακούφιση. Μετά από κάθε εκδήλωση του καλλιτεχνικού κόσμου, είχα μέσα μου κενό και αγωνία. Ο λογισμός μου, μου έλεγε πως κάτι πρέπει να κάμω, για να φύγω από το αδιέξοδο, που με συνείχε. Όμως δεν έβρισκα λύση. Ένα βράδυ, μετά από μία διασκέδαση, ανέβαινα στο σπίτι μου με σκυμμένο το κεφάλι και αργό βήμα. Έλεγα πως αυτή η ζωή είναι βάναυση, είναι ανιαρή. Τότε σκέφτηκα να γίνω μοναχός, όμως πού και πώς δεν είχα ιδέα. Ήμουν Ρώσος εμιγκρέ-πρόσφυγας στη Γαλλία. Εκεί υπήρχαν πολλοί Ρώσοι, οι οποίοι ίδρυσαν το Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου … Στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, όλοι μιλούσαν για Θεό, αλλά Θεό δεν είδα, ενώ όταν πήγα στο Άγιο Όρος, κανείς δεν μιλούσε για Θεό και όλα έδειχναν τον Θεό».

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Η φύλαξη τών απρόσιτων εντολών τού Θεού και η "κένωση" σε πορεία πίσω από τον Χριστό Τού γέροντα Σοφρωνίου Σαχάρωφ




Πηγή: "Περί Προσευχής" Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ). Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ Αγγλίας 1993.



Είναι φυσικόν εις τον πιστόν να φυλάττη μετά ζήλου την αλήθειαν της δοθείσης εις τον Εκκλησίαν Αποκαλύψεως, ει δυνατόν, εν τη πληρότητι και τη αυθεντικότητι αυτής. Η μακραίων πείρα της Εκκλησίας απέδειξε μετά πειστικότητος ότι πάσα απόκλισις από της οδού των ευαγγελικών εντολών απομακρύνει από της οδού της γνώσεως, εν τη οποία περικλείεται η αιώνιος ζωή (βλ. Ιωάν. 12,50 και 17,3).

Δεν είμεθα εις θέσιν να φθάσωμεν την τελειότητα των εντολών, αλλ’ εξ ημών εξαρτάται να επιδείξωμεν την μεγαλυτέραν δυνατήν φιλοπονίαν, και τότε Εκείνος ο Ίδιος θα επιτελέση το υπόλοιπον. Εν τω αγώνι ημών προς απόκτησιν της αγάπης του Χριστού δίδεται  εις ημάς να θεωρήσωμεν το απρόσιτον της αγιότητος του Θεού, εν ταυτώ δε και το άμετρον της ταπεινώσεως Αυτού. Η δύναμις των ευαγγελικών εντολών έγκειται εις το ότι αύται εισάγουν κατά φυσικόν τρόπον εις την απειρότητα του Θείου Είναι. Η ψυχή εκπλήττεται μακαρίαν έκπληξιν ενώπιον του Θεού· εξίσταται προ του προαιωνίου Αυτού μεγαλείου, εκθαμβείται δια της προς ημάς συγκαταβάσεως Αυτού εν τη ενσαρκώσει.

Εν πάσι τούτοις Διδάσκαλός αυτής είναι ο Χριστός (βλ. Ματθ. 23,8). Χωρίς Αυτού η ανθρωπότης αναποφεύκτως θα απολεσθή εις τον βαθύτατον ζόφον της κακίας αυτής. Ο Χριστός είναι το Φως του κόσμου· δι’ Αυτού εγένετο η αλήθεια και «εκ του πληρώματος Αυτού πάντες ημείς λαμβάνομεν, και χάριν αντί χάριτος» (πρβλ. Ιωάν. 8,12 και 1,16-17).

Ο ταπεινός Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσε χάριν» (Α’ Πέτρ. 5,5· Ματθ. 23,12). Η χάρις είναι η ζωή του Θεού, και Ούτος δίδει την ζωήν Αυτού εις τους ποθούντας την προς Αυτόν ομοίωσιν. «Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14,11). Δυνάμει της ασκητικής ταύτης αρχής παρατηρείται κίνησις προς αυτοσμίκρυνσιν, προς το «ατελευτήτως» μικρόν, και ουδόλως τάσις υπερήφανος προς αυτοεκθειασμόν.

Η οδός ημών είναι οδός αποφατικής ασκήσεως δια «κενώσεως» εν πορεία οπίσω του Χριστού, του κενώσαντος Εαυτόν μέχρι και του σταυρικού εισέτι θανάτου (βλ. Φιλ. 2,5-9). Όσον βαθύτερον πορευόμεθα «προς τα κάτω», τοσούτον ριζικώτερον καθαιρόμεθα εκ των συνεπειών της υπερηφάνου πτώσεως του προπάτορος ημών Αδάμ. Όταν δε καθαρθή η καρδία ημών (βλ. Ματθ. 5,8), τότε ενοικούν εν ημίν και ο Πατήρ και ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον, και ημείς εισαγόμεθα εις την ασάλευτον πραγματικότητα της Θείας Βασιλείας, ένθα το ανεκδιήγητον μεγαλείον συνενούται μετά της αφάτου ταπεινώσεως και του αρρήτου κάλλους.

Αυτή αύτη η ενανθρώπησις του Θεού Λόγου είναι ωσαύτως κένωσις, προσιδιάζουσα οντολογικώς εις την Θείαν Αγάπην. Ο Πατήρ κενοί εαυτόν όλον εν τη γεννήσει του Υιού, ενώ ο Υιός ουδέν αποδίδει εις Εαυτόν, αλλά τα πάντα παραδίδει εις τον Πατέρα. Η δε κένωσις ημών εκφράζεται δια της αρνήσεως πάντων όσα είναι εις ημάς πολύτιμα επί της γής εν τη τηρήσει των εντολών: «… Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού … ός γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ός δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν Εμού, ευρήσει αυτήν» (Ματθ. 16,24-25). Και πάλιν: «Ούτως ούν πας εξ υμών, ός ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσιν, ου δύναται είναι Μου μαθητής» (Λουκ. 14,33).

Και αύτη είναι η οδός του Ζώντος Θεού.

Η κένωση και η θεοεγκατάλειψη στη διδασκαλία του Γέρ. Σωφρονίου

[Προηγούμενη δημοσίευση:http://bitly.com/1fpDCMS]
ΙV
Ας έλθουμε λοιπόν τώρα κατόπιν τούτων στην περίπτωση του έργου του π. Σωφρονίου και μάλιστα σ’ ένα ζήτημα το οποίο πολύ απασχολεί τους μελετητές του, το ζήτημα δηλαδή της κένωσης. Είναι νομίζω εφικτό να δείξουμε ότι ο π. Σωφρόνιος είναι ένας ησυχαστής και μάλιστα υπό την έννοια του παλαμικού Ησυχασμού όπως τον είδαμε παραπάνω.
Θεωρώ πως δυο είναι οι μορφές της κένωσης, αλληλοσυμπληρούμενες μάλιστα, στο έργο του π. Σωφρονίου. Πρώτη είναι η μορφή της θεοεγκατάλειψης. Αν η θεοεγκατάλειψη θεωρηθεί ως μια σοφή παιδαγωγία της αγάπης του Θεού προς τον ασκητή, τότε αυτή η παιδαγωγία τι άλλο είναι παρά μια προσπάθεια να μας θεραπεύσει ο Θεός από κάθε ίχνος μιας «ηδυπαθούς» ατομιστικής απόλαυσης της χάρης, μια τάση η οποία ενδημεί ασυνειδήτως μέσα στον πεπτωκότα άνθρωπο, ωθώντας τον ανεπίγνωστα σ’ έναν πιθανό πειρασμό ναρκισσικής αδολεσχίας, ακόμα και μέσα στο φως της χάρης του Θεού; Τι άλλο είναι δηλαδή αυτή η σοφή παιδαγωγία της θεοεγκατάλειψης παρά μια φιλάνθρωπη ώθηση του Θεού για ένα κοινωνικό άνοιγμα της ψυχής του ασκητή προς τον κενωτικό εναγκαλισμό του πάσχοντος συνανθρώπου και της πάσχουσας κτίσης, προκειμένου ν’ ανεβεί μαζί τους, και μόνο μαζί τους, στο Θεό; Έτσι εξηγείται ίσως και το γεγονός ότι την μεγαλύτερη θεοεγκατάλειψη δεν την υφίστανται συνήθως οι απλοί πιστοί αλλά κυρίως οι διανοούμενοι ασκητές και πιστοί (και τέτοιοι βεβαίως είναι συνήθως οι περισσότεροι των Πατέρων) αφού αυτοί κυρίως έχουν μεγαλύτερο πειρασμό από τους άλλους να αδολεσχήσουν σε μιαν ατομική-νοητική θεωρία του Θεού με τον πιθανό ναρκισσισμό της, αφήνοντας την υπόλοιπη δημιουργία κάπως στο περιθώριο.
essexvat2
Όπως φάνηκε ήδη, το δεύτερο είδος κένωσης, στο οποίο οδηγεί παιδαγωγικά και φιλάνθρωπα, ως θεοεγκατάλειψη, είναι η χάρη της περιχωρήσεως, είναι μ’ άλλα λόγια ακριβώς αυτό το οποίο ο π. Σωφρόνιος ονομάζει γένεση της υποστάσεως μέσα στη Γεθσημάνειο προσευχή – ασκητική και λειτουργική – για όλον τον κόσμο. Υπ’ αυτήν την έννοια, χάρις στην πρώτη κένωση δίδεται η χάρη για τη δεύτερη. Ως σοφή θεραπεία της ρίζας της φιλαυτίας, η θεοεγκατάλειψη, έτσι, όχι μόνο δε γεννά απελπισία αλλά ευγνωμοσύνη και δοξολογία για την εν αληθεία αγάπη του Θεού η οποία οδηγεί στην οντολογική ολοκλήρωσή του τον άνθρωπο:
«Φερόμενοι πνεύματι Θεού προς την υπέρ όλου του κόσμου προσευχήν, προς συμμετοχήν εις την εν Γεθσημανή προσευχήν του Κυρίου, βλέπομεν αίφνης εν εαυτοίς Θείον θαύμα: Ανατέλλει εντός ημών ο πνευματικός ήλιος, το όνομα του οποίου είναι υπόστασις (πρόσωπον). Τούτο είναι εν ημίν η αρχή καινής μορφής υπάρξεως, ήδη αθανάτου. Τότε δεχόμεθα την Αποκάλυψιν της Υποστατικής Αρχής εν τη Αγία Τριάδι, ουχί επιφανειακώς, ουχί διανοητικώς, αλλ’ εν τοις εγκάτοις του είναι ημών. Ενορώμεν εν τω Φωτί το μέγιστον μυστήριον του Ανάρχου Είναι: τον Υποστατικόν Θεόν, τον Ζώντα· τον Ένα εν Τριάδι Υποστάσεων· τον Θεόν της αγάπης, τον Μόνον αληθινόν».
Με την προσευχή υπέρ όλου του κόσμου δίνουμε πλέον υπόσταση στην κοινήν ανθρώπινη ουσία. Με την προσευχή της αγάπης προς την ομοούσιά μας ανθρωπότητα γινόμαστε δυναμικά υποστάσεις της όλης ανθρώπινης ουσίας καθώς και όλης της κτίσης, ενώ προηγουμένως υπαρξιακά ήμασταν απλώς λογικά τμήματα της ανθρώπινης και της κτιστής εν γένει ουσίας. Έχουμε εδώ ξανά δηλαδή την ουσία του παλαμικού Ησυχασμού: έκσταση δια καθόδου, ο άνθρωπος να δίδει ταπεινά υπόσταση σ’ όλη τη δημιουργία, ανεβάζοντάς την στο Θεό, μιμούμενος δηλαδή κατά χάρη το έργο ακριβώς και την κίνηση του ενανθρωπήσαντος Λόγου. Ή, με τα λόγια του π. Σωφρονίου:
«δι’ Αυτού (του Χριστού) απεκαλύφθη εις ημάς ο χαρακτήρ του Θεού της αγάπης. Η τελειότης αυτή έγκειται εις το ότι η αγάπη αυτή είναι ταπεινή, τουτέστι προσφέρεται άνευ επιφυλάξεως. Ο Πατήρ εν τη γεννήσει του Υιού κενούται ολοτελώς. Αλλά και ο Υιός επιστρέφει το παν εις τον Πατέρα. Αυτήν ακριβώς την πράξιν της τελείας κενώσεως ετέλεσεν ο Κύριος εν τη σαρκώσει Αυτού, εν τη Γεθσημανή και επί του Γολγοθά».
Αυτό το οποίο συνεπώς διδάσκει τελικά ο Θεός τον άνθρωπο δεν είναι τίποτε λιγότερο από τον ίδιο τον δικό Του τρόπο υπάρξεως. Δεν πρόκειται όμως για αφηρημένη αποκάλυψη αρχών αλλά για συγκλονιστική κοινωνία Θεού εν τη υπάρξει: το πρόσωπο-υπόσταση είναι ενεργούμενο γεγονός εν-χριστώσεως δια της χάριτος και όχι αναπαυτική έκσταση προς μια φανταστική ελευθερία η οποία στο βάθος περιφρονεί και ταυτίζει με την πτώση και την τυφλή αναγκαιότητα, κατά Πλατωνικό ή Καντιανό τρόπο, την φύση των όντων, όπως θέλουν κάποιοι περιώνυμοι σύγχρονοι ορθόδοξοι προσωπολόγοι. Με τον μαρτυρικό-ασκητικό αυτό τρόπο καθίσταται ο άνθρωπος
«φορεύς του πληρώματος του θεανθρωπίνου είναι δια της ενώσεως μετά του Χριστού εν τη προσευχή, ήτις εξομοιοί αυτόν προς Εκείνον. Σπάνιον προνόμιον συνδυάζοντας ακραίας καταστάσεις των παθημάτων της αγάπης και τον θρίαμβον αυτής. Ο άνθρωπος, αναγεννηθείς εκ τοιαύτης προσευχής, δια μέσου του ζωοποιού πόνου εισέρχεται βραδέως εις ενεργόν αίσθησιν της αναστάσεως της εαυτού ψυχής».
Βρισκόμαστε στον βαθύ πυρήνα του Ησυχασμού. Βλέπουμε εδώ την ταύτιση της προσωπικής ανάστασης, της εκστατικής δηλαδή ανόδου προς τον Θεό, με την ζώσα περιχώρηση των πάντων, με το κουβάλημα δηλαδή όλης της πάσχουσας δημιουργίας στα πόδια του Θεού. Η ανθρώπινη εσωτερικότητα συμβαδίζει εδώ με την πιο βαθιά κοινωνικότητα, εις τρόπον μάλιστα ώστε η μια να επαληθεύει την άλλη. Η αυθεντική εσωστρέφεια εκφράζεται έτσι ως ταπεινή κενωτική – σταυρική κοινωνικότητα, η οποία με τη σειρά της, μόνο με την ταπεινή κένωση του έσω ανθρώπου είναι δυνατόν να επιτευχθεί.
Στη σκέψη των νεότερων ορθόδοξων προσωπολόγων συναντά κανείς μιαν αγιάτρευτη αλλεργία προς οποιαδήποτε μορφή εσωτερικότητας, εσωστρέφειας ή ακόμα και συνειδητής ασκητικής ζωής, πράγματα τα οποία εκλαμβάνονται συλλήβδην ως δήθεν ψυχολογισμός. Οι θεολόγοι αυτοί ελάχιστα δυστυχώς κατανοούν την πατερική ασκητική παράδοση και, εν προκειμένω, τη θεολογία του π. Σωφρονίου. Εδώ η εσωτερικότητα ή η εσωστρέφεια δεν είναι ψυχολογισμός αλλά καθαρή οντολογία. Ο «έσω άνθρωπος» (έκφραση καθαρά ως γνωστόν Βιβλική) δεν είναι εδώ παρά ο χώρος του γνωμικού θελήματος, της ελευθερίας δηλαδή του ανθρώπου, ο χώρος δηλαδή όπου τελεσιουργείται (συνειδητά βεβαίως και εν συναισθήσει και όχι ασυνειδήτως ή ασυναισθήτως!) το μυστήριο της καθολικοποίησης του ανθρώπου, μέσω της ταπεινής και κενωτικής «συνεργίας» του θελήματος του ανθρώπου με το θέλημα του Θεού εν Χριστώ.

Η Χάρις του Θεού Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, 1866-1938


Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, 1866-1938
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ
...Ο Κύριος είπε: «Μάθετε απ' εμού την πραότητα και την ταπείνωσιν και ευρήσετε ανάπαυσιν εις τας ψυχάς υμών». Τούτο λέγει ο Κύριος περί του Αγίου Πνεύματος. Μόνον εν Αγίω Πνεύματι ευρίσκει η ψυχή την τελείαν ανάπαυσιν.
Μακάριοι ημείς, οι ορθόδοξοι χριστιανοί, διότι πολύ αγαπά ημάς ο Κύριος και δίδει εις ημάς την χάριν του Αγίου Πνεύματος, και εν Πνεύματι Αγίω βλέπομεν την δόξαν Αυτού. Διά να φυλάττωμεν όμως την χάριν, οφείλομεν να αγαπώμεν τους εχθρούς και εις όλας τας θλίψεις να ευχαριστώμεν τον Θεόν.
Ο Κύριος εκάλεσε μίαν αμαρτωλήν ψυχήν εις μετάνοιαν, και επέστρεψεν η ψυχή προς τον Κύριον, και Αυτός, ως Ελεήμων, προσεδέξατο αυτήν και εφανέρωσεν Εαυτόν εις αυτήν. Ο Κύριος είναι εύσπλαγχνος, ταπεινός και πράος. Κατά το πλήθος της αγαθότητός Του δεν εμνήσθη των αμαρτιών της ψυχής, και αυτή ηγάπησεν Αυτόν έως τέλους, και ποθεί Αυτόν, ως το πτηνόν εις το στενόν κλωβίον, το πράσινον δάσος.
Ο άνθρωπος πριν δεχθή την χάριν ζη και νομίζει ότι όλα εις την ψυχήν του είναι καλά. Όταν όμως επισκεφθή αυτόν η χάρις και μείνη εις αυτόν, τότε βλέπει εαυτόν εντελώς διάφορον, και όταν μετά στερηθή πάλιν της χάριτος, τότε μόνον γνωρίζει εις ποίαν αθλίαν κατάστασιν ευρίσκεται.
Όστις δεν γνωρίζει την χάριν, δεν επιζητεί αυτήν. Ο κόσμος εκολλήθη εις την γην και πολλοί δεν γνωρίζουν, ότι ουδέν γήινον δύναται να συγκριθή προς την γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος.
Η μήτηρ, αποθνήσκουσα αφήνει ορφανά τα τέκνα της, ενώ ο Κύριος δεν άφησεν ημάς ορφανούς, αλλ' έδωκεν εις ημάς Παράκλητον το Πνεύμα το Άγιον (Ιωάν. ιδ' 16-18) και Αυτό εμπνέει εις ημάς να αγαπώμεν τον Θεόν και να ποθούμεν Αυτόν απαύστως.
Όταν ελαττούται η χάρις εις την ψυχήν, τότε πάλιν αρχίζει αυτή να εκζητή το έλεος του Κυρίου. Ταράττεται η ψυχή από την τυραννίαν των κακών λογισμών και επικαλείται την προστασίαν του Θεού, του Πλαστού της, και ικετεύει να δώση εις αυτήν πνεύμα ταπεινώσεως διά να μη εγκαταλείψη αυτήν η χάρις της αδιαλείπτου α­γάπης του Ουρανίου Πατρός.
Ο άνθρωπος αφ' εαυτού είναι ανίκανος να φυλάττη τας εντολάς του Θεού, και διά τούτο ελέχθη: «Αιτείτε, και δοθήσεται». Και εάν δεν παρακαλούμεν, τότε οι ίδιοι βασανίζομεν εαυτούς και στερούμεθα της χάριτος του Αγ. Πνεύματος. Η δε ψυχή χωρίς την χάριν θορυβείται διά πολλά, επειδή δεν εννοεί το θέλημα του Θεού.
Διά να έχη την χάριν ο άνθρωπος, οφείλει να είναι εγκρατής εν παντί: εις τας κινήσεις, εις την ομιλίαν, εις την δράσιν, εις τους λογισμούς, εις την τροφήν. Προς πάσαν εγκράτειαν βοηθεί η μελέτη του λόγου του Θεού, ως εγράφη: «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού».
Ο Κύριος αγαπά ημάς περισσότερον παρά η μήτηρ τα τέκνα της και δίδει δωρεάν εις ημάς την χάριν του Αγίου Πνεύματος, αλλά ημείς οφείλομεν να την φυλάττωμεν επιμελώς, διότι δεν υπάρχει μεγαλυτέρα συμφορά από την απώλειάν της. Όταν η χάρις εγκαταλείπη την ψυχήν, τότε, εις εκείνας τας θλιβεράς στιγμάς, η ψυχή αισθάνεται ως να έπεσεν από τον ουρανόν εις την γην και βλέπει όλα τα δεινά της γης. Δεν υπάρχουν πλέον στιγμαί διά να χαρή η ψυχή, μέχρις ότου ο Κύριος δώση πάλιν εις αυτήν την χάριν Του. Η ψυχή επιποθεί τον Δεσπότην και κλαίει ως ο Αδάμ μετά την έξωσιν αυτού από του παραδείσου. Ουδείς τότε δύναται να παρηγορή­ση αυτήν πλην του Θεού. Τα δάκρυα του Αδάμ ήσαν άφθονα, έρρεον ποταμηδόν, και έβρεχον το πρόσωπον, το στήθος και την γην. Οι στεναγμοί αυτού ήσαν βαθείς και δυνατοί ως φυσερόν σιδηρουργού, και εβόα: «Κύριε, Κύριε, παράλαβέ με πάλιν εις τον παράδεισον».
Η μήτηρ κλαίει πικρώς διά τον αγαπημένον υιόν της, όταν επί πολύ δεν βλέπη αυτόν. Η αγάπη όμως του Θεού είναι ασυγκρίτως μεγαλυτέρα και θαυμαστή, και όταν επισκεφθή την ψυχήν, τότε από την άμετρον χαράν προσεύχεται με δάκρυα αγάπης δι' όλον τον κόσμον, όπως όλοι οι άνθρωποι γνωρίσουν τον Ουράνιον Πατέρα, και ανάπαυσιν δεν έχει, ούτε καν θέλει αυτήν, έως ότου οι πάντες γευθούν της χάριτος της αγάπης Αυτού...
Προσέχετε την χάριν του Θεού. Μετ' αυτής η ζωή είναι εύκολος. Το παν γίνεται καλώς και κατά Θεόν, το παν είναι αγαπητόν και ευχάριστον, η ψυχή αναπαύεται εις τον Θεόν, ωσάν να περιπατή εις ένα ωραίον κήπον, εις τον οποίον ζη ο Κύριος και η Παναγία Θεοτόκος.
Μακάριοι είναι εκείνοι, όσοι ημέρας και νυκτός μεριμνούν πώς να ευαρεστήσουν εις τον Κύριον. Αυτοί εκ πείρας και αισθητώς γνωρίζουν την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Η χάρις δεν έρχεται κατά τρόπον ώστε η ψυχή να αγνοή την έλευσίν της, και οπότε εγκαταλείπη αυτήν η χάρις, τότε η ψυχή, ήτις αγαπά τον Θεόν, αναζητεί τον Κύριον μετά μεγαλυτέρας θλίψεως και εντάσεως, ούτως, ώστε αδυνατεί καν να ενθυμηθή τα συγγενή και προσφιλή πρόσωπα.
Δόξα εις τον Κύριον, ότι διδάσκει ημάς να αισθανώμεθα την έλευσιν της χάριτος και να γνωρίζωμεν την άρσιν αυτής, τουτέστιν πώς αποκτάται και πώς αφαιρείται.
Όστις φυλάττει όλας τας εντολάς, η καρδία αυτού θα αισθάνηται πάντοτε την χάριν έστω και ολίγον. Αφαιρείται όμως η χάρις ένεκα της κενοδοξίας, ένεκα και ενός ακόμη υπερηφάνου λογισμού. Δύναταί τις να νηστεύη πολύ, να προσεύχηται πολύ, να κάμνη πολλά καλά, εάν όμως υπερηφανεύηται δι' αυτά, τότε θα ομοιωθή προς κύμβαλον, το οποίον αλαλάζει, έσωθεν δε είναι κενόν. Η κενοδοξία ερημοί την ψυχήν από της χάριτος, και χρειάζεται πολλή πείρα και μακρός αγών διά να νικήσης το πάθος αυτό.
Ο πόλεμος ημών είναι πολύπονος, είναι μεγάλη και αδιάλειπτος επιστήμη. Απαιτείται και σοφία, αλλά και απλότης. Εάν η ψυχή αγαπήση την ταπείνωσιν, τότε όλα τα δίκτυα των εχθρών διαλύονται και όλα τα οχυρά των κρημνίζονται. Ο πόλεμος είναι μεν πεισματώδης, αλλά μόνον διά τους υπερηφάνους. Διά δε τους ταπεινούς είναι εύκολος, διότι αυτοί έχουν αγαπήσει τον Κύριον, και Αυτός δίδει εις αυτούς το ισχυρόν όπλον Του, την χάριν του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν φοβούνται οι εχθροί, διότι τους κατακαίει.
Ιδού η πλέον σύντομος και εύκολος οδός προς την σωτηρίαν: Έσο υπήκοος, εγκρατής, μη κατακρίνης και φύλαττε τον νουν και την καρδίαν σου από τους κακούς λογισμούς. Σκέπτου, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί και ότι τους αγαπά ο Κύριος. Ένεκα αυτών των ταπεινών σκέψεων η χάρις του Αγίου Πνεύματος θα ενοικήση εν τη καρδία σου, και συ θα λέγης «Ελεήμων ο Κύριος!». Εάν όμως κατακρίνης, είσαι μεμψίμοιρος, αγαπάς να κάμνης το θέλημά σου, τότε έστω και αν προσεύχησαι πολύ, η ψυχή σου θα πτωχεύη και θα λέγης: «Με εγκατέλειψεν ο Κύριος». Όμως δεν είναι ο Κύριος, ό­στις σε εγκατάλειψειν, αλλά συ εξέκλινας εκ της οδού της ταπεινώσεως, και δι' αυτό η χάρις του Θεού δεν μέ­νει εις την ψυχήν σου. Η Παναγία υπήρξεν ταπεινή περισσότερον «παρά πάντας τους ανθρώπους τους όντας επί της γης» και διά τούτο δοξάζεται εις τον ουρανόν και επί της γης. Και κάθε άνθρωπος όστις ταπεινούται, θα δοξασθή υπό του Θεού και θα βλέπη την δόξαν του Κυρίου.
Ψυχή, ήτις εγνώρισε τον Κύριον διά Πνεύματος Αγίου, εκτείνεται ορμητικώς προς Αυτόν. Η μνήμη Του με δύναμιν αρπάζει τον νουν, ώστε λησμονεί τον κόσμον. Και όταν πάλιν μνησθή του κόσμου, τότε διαπύρως ποθεί διά πάντας την ιδίαν χάριν, και προσεύχεται δι' όλον τον κόσμον, ίνα οι πάντες μετανοήσωσι και γνωρίσωσιν, οπόσον ελεήμων είναι ο Θεός.
Μακάριος εκείνος ο οποίος δεν απώλεσε την χάριν του Θεού, αλλά αναβαίνει εκ δυνάμεως εις δύναμιν. Άνευ της χάριτος του Θεού όμοιοι είμεθα προς κτήνη, αλλά κατά την χάριν ο άνθρωπος μέγας είναι παρά Θεώ.
Οι άνθρωποι εκτιμούν καθ' υπερβολήν γηίνας επιστήμας ή γνωριμίας μετ' επιγείου βασιλέως και χαίρουν όταν συνδιάγουν μετ' αυτού, αλλ' αληθώς μέγα είναι μόνον να γνωρίζωμεν τον Κύριον εν Αγίω Πνεύματι και το θέλημα Αυτού. Χωρίς δε Πνεύματος Αγίου η ψυχή παραμένει ως νενεκρωμένη, έστω και αν έμαθεν όλον τον κόσμον.
Εάν οι άνθρωποι εγνώριζον τί είναι η πνευματική επιστήμη, θα εγκατέλειπον τας γηίνας επιστήμας και τέχνας και θα εζήτουν μόνον τον Κύριον. Το θείον κάλλος Του αιχμαλωτίζει την ψυχήν και αυτή επιποθεί αιωνίως να μένη μετ' Αυτού και ουδέν άλλον επιζητεί, και όλα τα βασίλεια της γης θεωρεί ως τα νέφη τα πλανώμενα εις τον ουρανόν.
* * *
Τα επίγεια μανθάνονται διά της επιγείου διανοίας, ενώ ο Θεός και όλα τα επουράνια γνωρίζονται μόνον διά του Αγίου Πνεύματος, και παραμένουν απρόσιτα εις τον μη αναγεννημένον νουν.
* * *
Εις πολλούς ο Κύριος δεν δίδει να γνωρίσουν Αυτόν ένεκα της υπερηφάνειας του νοός των, και όμως αυτοί σκέπτονται, ότι δήθεν γνωρίζουν πολλά. Και τί αξίζει η γνώσις αυτών, εάν δεν γνωρίζουν τον Κύριον, δεν γνωρίζουν την χάριν του Αγίου Πνεύματος, δεν γνωρίζουν πώς έρχεται και διατί αίρεται;
Αλλ' ας ταπεινώσωμεν εαυτούς, αδελφοί, και ο Κύριος θα δείξη εις ημάς τα πάντα, όπως ο στοργικός πατήρ δεικνύει τα πάντα εις τα τέκνα του.
Παρατήρει με τον νουν σου, τί γίνεται εις την ψυ­χήν. Εάν υπάρχη ολίγη χάρις, τότε η ψυχή ειρηνεύει και αισθάνεται αγάπην προς όλους. Εάν η χάρις είναι περισσοτέρα, τότε εις την ψυχήν έρχεται χαρά και φως μέγα, και εάν είναι ακόμη μεγαλυτέρα, τότε και το σώμα αισθάνεται την χάριν του Αγίου Πνεύματος.
Δεν υπάρχει μεγαλυτέρα δυστυχία από την απώλειαν της χάριτος.,.
Σπάνιαι είναι αι ψυχαί, αι οποίαι γνωρίζουν Σε, και ολίγοι είναι εκείνοι, μετά των οποίων δύναταί τις να ομιλή περί Σου. οι περισσότεροι σώζονται διά της πίστεως. Αλλ' ως Συ ο Ίδιος είπας εις τον Απόστολον Θωμάν: «Συ είδας Με και εψηλάφησάς Με, αλλά μακάριοι και εκείνοι, οίτινες δεν είδαν και πιστεύουν». Ούτω δεν αισθάνονται όλοι το Πνεύμα το Άγιον, αλλ' όσοι φοβούνται τον Θεόν και φυλάττουν τας εντολάς Αυτού, όλοι εκείνοι θα σωθούν, διότι απείρως αγαπά ημάς ο Κύριος, και εγώ δεν θα ηδυνάμην να γνωρίζω την αγάπην αυτήν, εάν δεν εδίδασκέ με το Άγιον Πνεύμα, το Οποίον διδάσκει παν αγαθόν...
Τινές ερρίζουν περί της πίστεως και τέλος δεν υπάρχει εις αυτάς τας φιλονεικίας, ενώ, αντί να φιλονικώμεν, πρέπει να προσευχώμεθα μόνον εις τον Θεόν και εις την Παναγίαν, και ο Κύριος χωρίς έριδας θα δώση τον φωτισμόν και μάλιστα ταχέως θα δώση αυτόν.
Πολλοί εμελέτησαν όλας τας θρησκείας, αλλά την αληθινήν πίστιν καθώς πρέπει δεν εγνώρισαν. Όστις όμως προσεύχεται εν ταπεινώσει εις τον Θεόν, διά να φω­τίση αυτόν, εις εκείνον ο Κύριος θα δώση να γνωρίση, οπόσον αγαπά τον άνθρωπον...
Όστις εγνώρισε την αγάπην του Θεού, ούτος αγαπά όλον τον κόσμον και ουδέποτε μεμψιμοιρεί, διότι η πρόσκαιρος θλίψις διά τον Θεόν εργάζεται αιωνίαν χαράν.
Ψυχή ανυπότακτος, η οποία δεν παρεδόθη εις το θέλημα του Θεού, αποβαίνει ανεπίδεκτος θείας γνώσεως. από της μιας σκέψεως μεταφέρεται ολοέν εις την άλλην, και ούτω ποτέ δεν προσεύχεται μετά καθαρού νου και δεν δοξάζει πρεπόντως τα μεγαλεία του Θεού...
Συ ελυπήθης την πτωχείαν μου και έδειξας εις εμέ το Πρόσωπόν Σου, και νυν η ψυχή μου έλκεται προς Σε, Κύριε, και εις ουδέν ευρίσκει ανάπαυσιν, αλλ' ημέρας και νυκτός κλαίω, ως το παιδίον, το οποίον απώλεσε την μητέρα του.
Αλλά και το παιδίον θα λησμονήση την μητέρα του, και η μήτηρ το παιδίον της, όταν Σε ίδουν. Η ψυχή, βλέπουσά Σε, λησμονεί όλον τον κόσμον. Ούτως έλκεται η ψυχή μου προς Σε, και εκλείπει εις Σε, και δεν ορέγεται να βλέπη το κάλλος του κόσμου τούτου.
Όταν η ψυχή εν Πνεύματι Αγίω γνωρίση την Πανα­γίαν Μητέρα του Θεού, όταν εν Πνεύματι Αγίω γίνη συγγενής προς τους αποστόλους, τους προφήτας, τους ιεράρχας, τους οσίους και προς όλους τους αγίους και δικαίους, τότε έλκεται ακρατήτως εις εκείνον τον κό­σμον, και δεν δύναται να σταθή, αλλά νοσταλγεί, καταπονείται και κλαίει μη δυναμένη να αποσπασθή από της προσευχής. και αν και το εξησθενημένον το σώμα έχη ανάγκην να ανακλιθή, αλλά και επί της κλίνης η ψυχή ορμητικώς ανατείνεται προς τον Κύριον και την Βασιλείαν των Αγίων...
Όστις επί της γης διαμένει εν τη αγάπη του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος, ούτος και μετά θάνατον θα είναι μετά του Κυρίου, διότι ακατάλυτος είναι η αγάπη...
* * *
«...Κύριε, δος μοι Σε μόνον να αγαπώ»
Συ με έκτισας. Συ με εφώτισας διά του αγίου βαπτίσματος. Συ συγχωρείς τα αμαρτήματά μου και χαρίζεις εις εμέ να κοινωνώ το τίμιον Σώμα Σου και Αίμα. Δος μοι την δύναμιν να μένω πάντοτε εν Σοι.
Κύριε, δος μοι αδαμιαίαν μετάνοιαν και την αγίαν Σου ταπείνωσιν. Η ψυχή μου πλήττει επί της γης και ποθεί τα ουράνια.
Ο Κύριος ήλθεν εις την γην, διά να προσλάβη ημάς εκεί, όπου μένει Αυτός, η Πανάχραντος Αυτού Μήτηρ, η Οποία υπηρέτησεν Αυτόν επί της γης χάριν της σωτηρίας ημών, και οι μαθηταί και ακόλουθοι του Κυρίου.
Εκεί καλεί ημάς ο Κύριος, παρ' όλας τας αμαρτίας ημών. Εκεί θα ίδωμεν τους αγίους Αποστόλους, οι οποίοι δοξάζονται ως κήρυκες του Ευαγγελίου. Εκεί θα ί­δωμεν τους αγίους προφήτας και ιεράρχας, τους διδασκάλους της Εκκλησίας. Εκεί θα ίδωμεν τους οσίους, οι οποίοι ηγωνίσθησαν να ταπεινώσουν διά της νηστείας την ψυχήν των. Εκεί δοξάζονται οι διά Χριστόν σαλοί, διά το ό,τι ενίκησαν τον κόσμον.
Εκεί θα δοξάζωνται όλοι, όσοι ενίκησαν εαυτούς, όσοι προσηύχοντο δι' όλον τον κόσμον και έφερον επ' αυτών την θλίψιν όλου του κόσμου, διότι είχον την αγά­πην του Χριστού, η δε αγάπη δεν υποφέρει να απολεσθή έστω και μία ψυχή.
Εκεί θέλει να σκηνώση η ψυχή μου. μηδέν όμως το ακάθαρτον θα εισέλθη εκεί, όπου εισέρχονται διά μεγάλων θλίψεων, διά πολλών δακρύων, με συντετριμμένον πνεύμα. Μόνον τα παιδία, τα οποία εφύλαξαν την χάριν του αγίου βαπτίσματος, διαβαίνουν εκεί άνευ θλίψεων, και εν Πνεύματι Αγίω γνωρίζουν τον Κύριον.
Νοσταλγεί η ψυχή μου τον Θεόν και προσεύχεται ημέρας και νυκτός, διότι το όνομα του Κυρίου είναι γλυκύ και περιπόθητον διά την προσευχομένην ψυχήν και έλκει αυτήν εις την αγάπην του Θεού.
Έζησα πολύν καιρόν επί της γης και πολλά ήκουσα και είδα. Ήκουσα πολλήν μουσικήν, ήτις εγλύκαινε την ψυχήν μου, και εφρόνουν ότι, αν αυτή η μουσική είναι τόσον γλυκεία, τότε πόσω μάλλον τέρπει την ψυχήν η ουράνιος μελωδία, εκεί όπου εν Πνεύματι Αγίω δοξά­ζουν τον Κύριον διά τα πάθη Του.
Η ψυχή ζη πολύ επί της γης και αγαπά τα γήινα κάλλη. Αγαπά τον ουρανόν και τον ήλιον, αγαπά τους ωραίους κήπους, την θάλασσαν και τους ποταμούς, τα δάση και τους λειμώνας. αγαπά η ψυχή και την μουσικήν, και όλα αυτά τα επίγεια γλυκαίνουν αυτήν. Αλλ' όταν αύτη γνωρίση τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τότε δεν θέλει πλέον να βλέπη τα επίγεια.
Είδα επιγείους βασιλείς εν δόξη και πολύ εξετίμων αυτό. Αλλ' όταν η ψυχή γνωρίση τον Κύριον, τότε δι' ο­λίγον θα λογίζηται όλην την δόξαν των βασιλέων. Η ψυχή τότε διψά συνεχώς τον Κύριον και απλήστως ημέραν και νύκτα επιποθεί τον Αόρατον να ίδη, τον Αψηλάφητον να ψηλαφίση.
Το Άγιον Πνεύμα, εάν η ψυχή σου γνωρίζη Αυτό, θα δώση εις σε να καταλάβης εκ πείρας πως Αυτό αποκαλύπτει εις την ψυχήν τον Κύριον, και πόσον γλυκεία είναι η πείρα αύτη.
Ω Ελεήμων Κύριε, φώτισον τους λαούς Σου ίνα Σε γνωρίσουν, ίνα γνωρίσουν το μεγαλείον της αγάπης Σου.
Θαυμαστά τα έργα του Κυρίου. Έπλασεν από της γης τον άνθρωπον και εις τον πήλινον έδωκεν να γνωρί­ση Αυτόν εν Πνεύματι Αγίω, ώστε να λέγη ο άνθρωπος «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» και να λέγη τούτο εκ πληρώματος πίστεως και αγάπης.
Τί μεγαλύτερον δύναται να ζητή η ψυχή επί της γης;
Μέγα θαύμα! Η ψυχή αίφνης αναγνωρίζει τον Δημιουργόν της και την αγάπην Αυτού.
Όταν η ψυχή ίδη τον Κύριον, πόσον είναι πράος και ταπεινός, τότε και εκείνη ταπεινούται έως τέλους, και ύστερον ουδέν ποθεί τόσον, όσον την ταπείνωσιν του Χριστού. Και όσον και αν έζη η ψυχή επί της γης, πάντοτε θα επόθη και θα εζήτη αυτήν την ακατάληπτον ταπείνωσιν του Χριστού, την οποίαν είναι αδύνατον να λησμονήση.
Κύριε, πόσον πολύ αγαπάς τον άνθρωπον!...
(Από το βιβλίον «Ο ΓΕΡΩΝ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ» Θεσ/νίκη 1974).
«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»
Τεύχος 10. ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2004. Θεσ/νίκη
Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ 

Πνευματικές Δοκιμασίες - Θεοεγκατάλειψη


Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ
ΘΕΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ
(σελ 259, αποσπάσματα)
Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής.

Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά της χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά».

Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις πού μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό.

Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ' όλες τις δεήσεις.


Για το θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν αυτό πού ανέχονται σ' άλλους, σ' αυτόν δεν το συγχωρούν, η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του.

Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποίηση. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι η ανυπόφορη θλίψη από τη θεία εγκατάλειψη.

Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σ' όλα τα επίπεδα της υπάρξεως του.

Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;... Είναι δυνατό αυτό;...

         Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά.

Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει πάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού.

Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πώς η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σ' όλες τις πτυχές της ζωής του.

Χιλιόχρονη πείρα, πού παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πώς, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι' Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους και ύψη πού είναι απρόσιτα σ' άλλους.

Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο Θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας, πού μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.

Τότε γίνεται ολοφάνερο πώς έφτασε στα όρια, πού δεν μπορεί να ξεπεράσει ο άνθρωπος.

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2019

Όταν μας έρχεται οποιαδήποτε σκέψη που δεν αντιστοιχεί στον ευαγγελικό νόμο, λέμε:Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Σαχάρωφ – Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 334


Ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (Έσσεξ), μας υποδεικνύει έναν απλό, αλλά ζωτικής σημασίας για την ψυχή μας τρόπο, ώστε να απεγκλωβιζόμαστε από τους πονηρούς λογισμούς που συνήθως οδηγούν και σε συγκατάθεση εκ μέρους μας με αποτέλεσμα η αμαρτία να διασαλεύει την ψυχική μας ηρεμία και ειρήνη.

Τώρα θα υποδείξω μόνο έναν μικρό πρακτικό τρόπο, πως μεταβαίνουμε με τον νου σε θεάρεστη σκέψη.
Όταν μας έρχεται οποιαδήποτε σκέψη που δεν αντιστοιχεί στον ευαγγελικό νόμο, λέμε:
«Κύριε, ίασαί μου τον νουν».
Όταν εμφανίζονται στην καρδιά μας είτε εκνευρισμός είτε οτιδήποτε παρόμοιο, λέμε:
«Κύριε, ίασαί μου την καρδίαν».
Αυτό προσλαμβάνει γενικό χαρακτήρα πάλης, και εμείς άφωνα αλλά εσωτερικά κράζουμε:
«Κύριε, ίασαί με όλον…
Έλα σε εμένα, που είμαι πεσμένος στη γη, και βγάλε με από τους χαμερπείς λογισμούς και τα πάθη, από τις ευτελείς κινήσεις της καρδιάς μου»!
Έτσι διεξάγεται η πάλη μας.
Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Σαχάρωφ – Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 334

Πάτερ Σιλουανέ, βοηθήστε με. Ο Ρωμανός μου είπε ότι έχασε την πίστη του



Σε όλους, ακόμη και στους εκλεκτούς, υπάρχουν στιγμές που ο λογισμός της αμφιβολίας φωλιάζει στην καρδιά. Ας δούμε ένα τέτοιο περιστατικό και την σοφία με την οποία ο Άγιος Σιλουανός ο Άθωνίτης το αντιμετώπισε.

Μερικοί από σας γνωρίζετε το επεισόδιο από τη ζωή του Γέροντος Σιλουανού με τον Ρωμανό και τον Δοσίθεο.
Το αναφέρω στο βιβλίο μου για τον Γέροντα:
Ο π. Δοσίθεος, προσκάλεσε τον π. Στρατόνικο στο κελί του, στο «Ρωσικό». Ο π. Δοσίθεος, μετά τον θάνατο της συζύγου του, ήρθε στον Άθω με τον γιό του Ρωμανό. Αυτός ο νέος, ο Ρωμανός, προσβλήθηκε από λογισμούς αμφιβολίας και σχεδόν αρρώστησε. Ήταν τελείως εξαντλημένος και δεν μπορούσε να καταλάβει τι του συνέβαινε. Του φαινόταν ότι έχασε την πίστη του.
Μίλησε στον πατέρα του, ο οποίος έκανε ότι μπορούσε για να τον βοηθήσει να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να του εμπνεύσει τη ζωντανή πίστη που είχε προηγουμένως. Αλλά δεν το κατόρθωνε. Μία ημέρα συνάντησε τον Γέροντα Σιλουανό και του είπε:
— Πάτερ Σιλουανέ, βοηθήστε με. Ο Ρωμανός μου είπε ότι έχασε την πίστη. Είναι στ’ αλήθεια πολύ δυστυχισμένος. Παρακαλώ, ελάτε να τον δείτε.
— Τι ώρα;
— Στις τρεις. Ο Ρωμανός θα έλθει στο κελί μου.
— Καλά, θα έρθω και εγώ.
Δεν γνωρίζω που έλαβε χώρα αυτή η συνάντηση. Πάντως δεν έγινε στο κελί του Σιλουανού. Όταν χώρισαν, ο Σιλουανός πήγε στο δωμάτιό του και άρχισε να προσεύχεται, ζητώντας από τον Κύριο να τον εμπνεύσει με τον καλύτερο τρόπο, ώστε να δει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Ρωμανός και να μπορέσει να τον βοηθήσει. Έλαβε τότε στην καρδιά του την απάντηση:
«Πες του ότι έχεις και εσύ παρόμοιους λογισμούς». Όταν κάτι προέρχεται από τον Θεό, αισθάνεται κανείς ένα άγγιγμα ζωής και μια εσωτερική χαρά. Μετά από αυτό ο Σιλουανός ήταν ήσυχος. Γνώριζε τι θα έλεγε στον Ρωμανό! Στις τρεις η ώρα έφθασε στο κελί του π. Δοσιθέου. Ο π. Δοσίθεος ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα, με τους αγκώνες στο τραπέζι και τα χέρια του να κρατούν το κεφάλι του. Ο Ρωμανός καθόταν και εκείνος με την ίδια στάση στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Τότε ο Σιλουανός λέει:
— Τι σας συμβαίνει; Είστε και οι δύο λυπημένοι.
Ο π. Δοσίθεος απαντά:
— Να, ο Ρωμανός έχασε την πίστη του. Λέει πως δεν πιστεύει πια.
Ο Γέροντας κοίταξε τον Ρωμανό και εκείνος τον Γέροντα.
— Ρωμανέ, λογισμοί είναι˙ δεν πρέπει να τους ακούς. Δεν πρέπει να τους δίνεις χώρο μέσα σου. Λογισμοί τέτοιου είδους έρχονται σε όλους, και σε μένα επίσης!
— Έρχονται και σε σας;
— Ναι, έρχονται σε όλο τον κόσμο. Δεν πρέπει να τους δέχεσαι.
Και έτσι, χάρη σε αυτό τον απλό λόγο, ότι παρόμοιοι λογισμοί έρχονται και στον Σιλουανό, ο Ρωμανός «επανήλθε» στη ζωή. Σώθηκε και έγινε ξανά ευτυχισμένος και, μάλιστα, γεμάτος έμπνευση.
Βλέπετε πώς η απάντηση του Θεού ήταν ακριβής; Στην απάντηση δεν υπήρχε τίποτε το “θεολογικό”, αλλά αν κατανοήσουμε τι συνέβη στ’ αλήθεια, αυτό είναι για μας πραγματικά η ασκητική θεολογία.
Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ – Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας… τόμος Α, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, σελ. 79-81