Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2018

Περί των λόγων που περιέχει η θεία ευχή, δηλαδή το "Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιε του Θεού, ελέησόν με" Αγίου Μάρκου τού Ευγενικού



Αναδημοσίευση από: http://paterikakeimena.blogspot.com/2011/02/blog-post_693.html



Συνοπτικά σχόλια

Χάρη στις θεολογικές εργασίες στον άγιο Μάρκον Εφέσου του σέρβου ιερομονάχου Ειρηναίου Μπούλοβιτς, εξακριβώθηκε ότι ο «Θαυμάσιος λόγος», για το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, που παρεδόθη ως έργον ανωνύμου, ανήκει στον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, τον μέγαν αγωνιστή της Ορθοδοξίας.

Πράγματι, το πρωτότυπο κείμενο, που έχουμε υπ' όψιν και απ' όπου έγινε νέα μετάφραση, δεν αφήνει αμφιβολία για την πατρότητά του και είναι αξιοθαύμαστο και εκφραστικό της αγιότητος του αγίου Μάρκου, που απασχολούσε τον νουν του στην αδιάλειπτη εργασία της ευχής. Είναι δε κοινός τόπος, ότι όλοι οι ασχοληθέντες με το θέμα της νοεράς προσευχής, θεωρούν την ευχήν αυτήν ως καταγομένην από τους αγίους Αποστόλους Πέτρον, Ιωάννην, Παύλον.

Έτσι ο αγιότατος Εφέσου, αναφερόμενος σε αποστολικούς λόγους, ανακαλύπτει το βαθύτερο νόημά τους, που συμπυκνώνεται στην μονολόγιστη αυτή προσευχή και που την παρέδωκαν στην Εκκλησία ως πνευματικό θησαυρό. Είναι δε χαρακτηριστικό της ευαισθησίας του αγίου Πατέρα, για τις αιρετικές πλάνες, το γεγονός ότι δια της ομολογίας ολοκλήρου της ευχής ανατρέπονται τέσσερες γνωστές καταδικασμένες αιρέσεις, όπως δείχνει το σχήμα. Ο άγιος Μάρκος με το βραχύ αυτό έργο του, αποδεικνύεται ότι συνεχίζει την πνευματική παράδοση, που απηχεί τους συνοδικούς αγώνες του 4ου αιώνος, αλλά και ότι συνδυάζει τη λεόντεια αντιαιρετική του δύναμη, μαζί με την ηπιότητα της οσιακής καρδιάς, φλεγομένης ακατάπαυστα από το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου Ιησού.



Κείμενο

Πόση δύναμη έχει η ευχή και ποιες είναι οι δωρεές της σε όσους τη χρησιμοποιούν και σε ποια πνευματική κατάσταση τους φέρνει, δεν είμαστε εμείς σε θέση να πούμε.

Τους λόγους όμως από τους οποίους αυτή αποτελείται, τους βρήκαν αρχικά οι άγιοι Πατέρες μας, που δεν τους επινόησαν οι ίδιοι, αλλά πήραν τις αφορμές από παλιά από την ίδια την αγία Γραφή και από τους κορυφαίους Μαθητές του Χριστού· ή, να πούμε καλύτερα, τους δέχθηκαν αυτοί σαν κάποια πατρική κληρονομιά και τους μεταβίβασαν σ' εμάς. Ώστε και από αυτό γίνεται φανερό, σε όσους δεν έμαθαν από την πείρα τους, ότι αυτή η ιερή ευχή είναι κάτι το ένθεο και ένας ιερός χρησμός.

Γιατί πιστεύομε ότι είναι θείοι χρησμοί και πνευματικές αποκαλύψεις και λόγοι Θεού όλα όσα έδωσε στους ιερούς Αποστόλους να πουν ή να συγγράψουν ο Χριστός, ο οποίος λάλησε μέσω αυτών. Έτσι, ο θειότατος Παύλος, φωνάζοντας σ' εμάς σαν από το ύψος του τρίτου ουρανού, λέει: «Κανείς δεν μπορεί να πει Κύριε Ιησού, παρά μόνο με Πνεύμα Άγιο». Με την αρνητική λέξη «κανείς» φανερώνει πολύ θαυμάσια ότι η επίκληση του Κυρίου Ιησού είναι κάτι το πολύ υψηλό και ανώτερο όλων. Επίσης, ο μέγας Ιωάννης που διακήρυξε σαν βροντή τα πνευματικά, αρχίζει με τη λέξη που τελειώνει ο Παύλος και μας δίνει τη συνέχεια της ευχής ως εξής: «Κάθε πνεύμα που ομολογεί τον Ιησού Χριστό, ότι ήρθε ως αληθινός άνθρωπος, είναι από το Θεό». Αυτός χρησιμοποίησε βέβαια εδώ κατάφαση, αλλά απέδωσε, όπως και ο Παύλος, στη χάρη του Αγίου Πνεύματος την επίκληση και ομολογία του Ιησού Χριστού.

Ας έρθει τώρα τρίτος ο Πέτρος, η ακρότατη κορυφή των θεολόγων, για να μας δώσει το υπόλοιπο αυτής της ευχής. Όταν δηλαδή ο Κύριος ρώτησε τους Μαθητές: «Ποιος λέτε ότι είμαι;», προλαβαίνοντας ο φλογερός μαθητής τους άλλους, όπως το συνήθιζε, είπε: «Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού», έχοντας λάβει την αποκάλυψη αυτή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου του Σωτήρα, από τον ουράνιο Πατέρα, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, από το Άγιο Πνεύμα.

Πρόσεξε λοιπόν αυτούς τους τρεις ιερούς Αποστόλους πως ακολουθούν ο ένας τον άλλο σαν σε κύκλο, παίρνοντας ο ένας από τον άλλο αυτά τα θεία λόγια έτσι που το τέλος του λόγου του προηγουμένου να γίνεται αρχή για τον επόμενο. Ο ένας δηλαδή λέει «Κύριον Ιησού», ο άλλος «Ιησού Χριστό», ο τρίτος «Χριστό, Υιό του Θεού», και το τέλος συνάπτεται στην αρχή σαν σε κύκλο, όπως είπαμε, επειδή δεν έχει καμία διαφορά να πει κανείς Κύριο και Υιό του Θεού —γιατί και τα δύο αυτά φανερώνουν τη θεότητα του μονογενούς Υιού και παριστούν ότι είναι ομοούσιος και ομότιμος με τον Πατέρα.

Έτσι αυτοί οι μακάριοι Απόστολοι μας παρέδωσαν να επικαλούμαστε και να ομολογούμε εν Πνεύματι τον Κύριο Ιησού Χριστό, Υιό του Θεού· αυτοί είναι και τρεις και πιο αξιόπιστοι απ' όλους —εφόσον κάθε λόγος, σύμφωνα με τη θεία Γραφή, βεβαιώνεται με τρεις μάρτυρες. Αλλά και η σειρά των Αποστόλων που τα είπαν, δεν είναι χωρίς σημασία: από τον Παύλο δηλαδή, τον πιο τελευταίο χρονικά από τους Μαθητές, αρχίζει η μυστική παράδοση της ευχής και δια του μεσαίου, του Ιωάννη, προχωρεί στον πρώτο, τον Πέτρο, που με την αγάπη πλησίαζε τον Ιησού περισσότερο από τους άλλους. Τούτο συμβολίζει, νομίζω, την προκοπή μας με ορθή σειρά και την άνοδό μας και την ένωσή μας με το Θεό μέσα στην αγάπη, δια της πράξεως και της θεωρίας. Γιατί βέβαια ο Παύλος είναι εικόνα της πράξεως, καθώς είπε ο ίδιος: «Κοπίασα περισσότερο απ' όλους», ο Ιωάννης της θεωρίας, και της αγάπης ο Πέτρος, για τον οποίο μαρτυρεί ο Κύριος πως αγαπούσε περισσότερο από τους άλλους.

Πέρα από αυτά, θα μπορούσε να δει κανείς πως τα θεία λόγια της ευχής υποδηλώνουν το ορθό δόγμα της πίστεώς μας και απορρίπτουν κάθε αίρεση των κακοδόξων. Με το «Κύριε», που φανερώνει τη θεία φύση, αποκηρύττονται εκείνοι που φρονούν πως ο Ιησούς είναι μόνο άνθρωπος· με το «Ιησού», που φανερώνει την ανθρώπινη φύση, αποδιώχνονται εκείνοι που Τον θεωρούν μόνο Θεό που υποδύθηκε κατά φαντασία τον άνθρωπο· το «Χριστέ», που περιέχει και τις δύο φύσεις, αναχαιτίζει εκείνους που Τον πιστεύουν Θεό και άνθρωπο, με χωρισμένες όμως τις υποστάσεις τη μία από την άλλη· τέλος, το «Υιε του Θεού» αποστομώνει εκείνους που τολμούν να διδάσκουν τη σύγχυση των δύο φύσεων, επειδή φανερώνει πως η θεία φύση του Χριστού δεν συγχέεται με την ανθρώπινη φύση Του, ακόμη και μετά την ένωση τους. Έτσι οι τέσσερις αυτές λέξεις, ως λόγοι Θεού και μάχαιρες πνευματικές, αναιρούν δύο συζυγίες αιρέσεων, οι οποίες, ενώ είναι κακά εκ διαμέτρου αντίθετα, είναι ομότιμες στην ασέβεια.

Κύριε

ανατρέπει τους οπαδούς του Παύλου Σαμοσατέα

Ιησού

τους οπαδούς του Πέτρου Κναφέα

Χριστέ

τους νεστοριανούς

Υιε του Θεού

τους μονοφυσίτες οπαδούς του Ευτυχή και του Διόσκορου

Έτσι λοιπόν μας παραδόθηκαν αυτά τα θεία λόγια, τα οποία δικαίως θα τα ονόμαζε κανείς μνημείο προσευχής και ορθοδοξίας. Αυτά και μόνα τους είναι αρκετά για όσους προχώρησαν στην κατά Χριστόν ηλικία και έφτασαν στην πνευματική τελείωση· αυτοί ενστερνίζονται και καθένα από τα θεία τούτα λόγια χωριστά, όπως δόθηκαν από τους ιερούς Αποστόλους, δηλαδή το «Κύριε Ιησού — Ιησού Χριστέ — Χριστέ, Υιε του Θεού» (κάποτε μάλιστα και μόνο το γλυκύτατο όνομα «Ιησού»), και το ασπάζονται ως ολοκληρωμένη εργασία προσευχής. Και με αυτή γεμίζουν απερίγραπτη πνευματική χαρά, γίνονται ανώτεροι της σάρκας και του κόσμου και αξιώνονται να λάβουν θείες δωρεές. Αυτά τα γνωρίζουν, λένε, οι μυημένοι. Για τους νηπίους όμως εν Χριστώ και ατελείς στην αρετή, παραδόθηκε ως κατάλληλη προσθήκη το «ελέησόν με», η οποία τους δείχνει ότι έχουν επίγνωση των πνευματικών τους μέτρων και ότι χρειάζονται πολύ έλεος από το Θεό. Μιμούνται έτσι τον τυφλό εκείνο που, ποθώντας να βρει το φως του, φώναζε στον Κύριο καθώς περνούσε: «Ιησού, ελέησόν με».

Μερικοί πάλι δείχνουν περισσότερη αγάπη και διατυπώνουν την ευχή στον πληθυντικό, προφέροντάς την ως εξής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς»· κι αυτό, επειδή ξέρουν πως η αγάπη είναι το πλήρωμα του Νόμου και των Προφητών, καθώς περιέχει και ανακεφαλαιώνει μέσα της κάθε εντολή και κάθε πνευματική πράξη. Συνάμα παίρνουν μαζί τους από αγάπη και τους αδελφούς σε κοινωνία της προσευχής και παρακινούν περισσότερο το Θεό σε έλεος με το να Τον αναγνωρίζουν κοινό Θεό όλων και να Του ζητούν κοινό το έλεος για όλους. Και βέβαια, το έλεος του Θεού έρχεται σ' εμάς με την ορθή πίστη στα δόγματα και με την εκπλήρωση των εντολών, που, όπως δείξαμε, ο σύντομος αυτός στίχος της προσευχής περιέχει και τα δύο.

Τα θεία τώρα ονόματα (Κύριος, Ιησούς, Χριστός), με τα οποία μας δόθηκε η ακρίβεια των δογμάτων, θα μπορούσε να βρει κανείς ότι χρονικά αναφάνηκαν με αυτή τη σειρά και τάξη, και ότι κι εμείς τα λέμε όπως αυτά φανερώθηκαν από την αρχή. Γιατί παντού η Παλαιά Διαθήκη κηρύττει Κύριο το Θεό Λόγο, και πριν και μετά την παράδοση του Νόμου, όπως όταν λέει: «Ο Κύριος έβρεξε φωτιά από τον Κύριο», και: «Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου». Και η Καινή Διαθήκη, κατά τη σάρκωσή Του, παρουσιάζει τον Άγγελο να Του δίνει το όνομα λέγοντας στην Παρθένο: «Θα τον ονομάσεις Ιησού», όπως και έγινε, καθώς λέει ο ιερός Λουκάς. Γιατί όντας, ως Θεός, Κύριος των πάντων, θέλησε με την ενανθρώπησή Του να γίνει και σωτήρας μας —έτσι μεταφράζεται το όνομα «Ιησούς».

Το όνομα πάλι «Χριστός», το οποίο φανερώνει τη θέωση της ανθρώπινης φύσεως που προσέλαβε, ο ίδιος εμπόδιζε τους Μαθητές πριν από το Πάθος να το λένε σε οποιονδήποτε, ύστερα όμως από το Πάθος και την Ανάσταση ο Πέτρος έλεγε με παρρησία: «Να το γνωρίζει όλος ο Ισραήλ, ότι ο Θεός Τον ανέδειξε και Κύριο και Χριστό». Και τούτο ήταν εύλογο· γιατί η ανθρώπινη φύση μας που προσέλαβε ο Θεός Λόγος, χρίσθηκε παρευθύς από τη θεότητά Του, έγινε όμως ό,τι και αυτό που την έχρισε, δηλαδή ομόθεος, αφού ο Ιησούς μου δοξάστηκε με το Πάθος και αναστήθηκε εκ νεκρών. Τότε λοιπόν ήταν καιρός να αναδειχθεί η ονομασία «Χριστός»· τότε δηλαδή που Αυτός, δεν μας ευεργέτησε απλώς, όπως όταν μας έπλασε στην αρχή ή όταν μετά τη συντριβή μας, μας ανέπλασε και μας έσωσε, αλλά που ανέβασε και την ανθρώπινη φύση μας στους ουρανούς και τη συνδόξασε με τον εαυτό Του και την αξίωσε να καθίσει στα δεξιά του Πατέρα.

Τότε ακριβώς άρχισε να κηρύττεται Υιός του Θεού και Θεός από τους Αποστόλους, στους οποίους πρωτύτερα, στις αρχές του κηρύγματος, προκαλούσε δέος αυτή η ονομασία και σπάνια τη χρησιμοποιούσαν, έπειτα όμως την κήρυτταν φανερά πάνω από τους εξώστες, όπως τους προείπε ο ίδιος ο Σωτήρας. Επομένως τα θεια λόγια της ευχής τοποθετήθηκαν σε σειρά αντίστοιχη με τη χρονική ανάδειξη της πίστεως. Έτσι από παντού φανερώνεται σαφέστατα η θεία σοφία εκείνων που τα συνέταξαν και μας τα παρέδωσαν: κι από το ότι αυτά ακολουθούν επακριβώς τις αποστολικές ομολογίες και παραδόσεις, κι από το ότι αναδεικνύουν το ορθόδοξο δόγμα της πίστεώς μας, κι από το ότι μας υπενθυμίζουν τους χρόνους κατά τους οποίους εκδηλώθηκε με διάφορους τρόπους η Οικονομία του Θεού για μας, οδηγώντας μας στη θεοσέβεια με κατάλληλα κάθε φορά ονόματα.

Αυτά λοιπόν προσφέραμε εμείς, κατά τη δύναμή μας, σχετικά με τα λόγια της ευχής, σαν να κόψαμε άνθη από κάποιο δένδρο όμορφο και μεγάλο· τον καρπό όμως που αυτά περιέχουν, ας τον μαζέψουν άλλοι, όσοι δηλαδή με τη μακρά μελέτη και άσκηση το αξιώθηκαν αυτό με το να γίνουν δεκτικοί και να πλησιάσουν το Θεό.

Το θέλημα του Θεού και η ελευθερία του ανθρώπου Ό,τι επιτρέψει ο Θεός είναι για καλό Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου





Αναδημοσίευση από: http://isagiastriados.com



Είναι μεγάλο αγαθό να παραδινόμαστε στο θέλημα του Θεού. Τότε στην ψυχή είναι Μόνος ο Κύριος και δεν έρχεται καμιά ξένη σκέψη, η ψυχή προσεύχεται με καθαρό νου και αισθάνεται την αγάπη του Θεού, έστω και αν υποφέρει σωματικά.

Όταν η ψυχή παραδοθεί ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, τότε ο Ίδιος ο Κύριος αρχίζει να την καθοδηγεί, και η ψυχή διδάσκεται απευθείας από τον Θεό, ενώ προηγουμένως την οδηγούσαν οι άνθρωποι και η Γραφή. Αλλά το να είναι Δάσκαλος της ψυχής ο Ίδιος ο Κύριος με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος είναι σπάνιο και λίγοι γνωρίζουν αυτό το μυστήριο, εκείνοι μόνο που ζουν κατά το θέλημα του Θεού.

Ο υπερήφανος δεν αναζητεί το θέλημα του Θεού αλλά προτιμά να κατευθύνει ο ίδιος τη ζωή του. Και δεν καταλαβαίνει πως, χωρίς τον Θεό, δεν επαρκεί το λογικό του ανθρώπου για να τον καθοδηγεί. Κι εγώ, όταν εζούσα στον κόσμο προτού να γνωρίσω τον Κύριο και το Άγιο Πνεύμα, εστηριζόμουν στο λογικό μου. Όταν όμως εγνώρισα με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, τότε παραδόθηκε η ψυχή μου στον Θεό και δέχομαι οτιδήποτε θλιβερό μου συμβεί και λέω: «Ο Κύριος με βλέπει … Τι να φοβηθώ;» Προηγουμένως όμως δεν μπορούσα να ζω κατ’ αυτό τον τρόπο.

Για όποιον παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού, η ζωή γίνεται πολύ ευκολότερη, γιατί στις αρρώστιες, στη φτώχεια και στο διωγμό σκέφτεται :«Έτσι ευδόκησε ο Θεός και πρέπει να υπομείνω για τις αμαρτίες μου».

Να, εδώ και πολλά χρόνια πάσχω από πονοκέφαλο και δύσκολα τον υποφέρω αλλά με ωφελεί, γιατί με την ασθένεια ταπεινώνεται η ψυχή. Η ψυχή μου επιθυμεί διακαώς να προσεύχεται και να αγρυπνεί αλλά η ασθένεια με εμποδίζει, διότι το άρρωστο σώμα απαιτεί ανάπαυση. Και παρακάλεσα πολύ τον Κύριο να με θεραπεύσει, αλλά δεν με άκουσε. Κι αυτό σημαίνει πώς αυτό δεν θα ήταν προς όφελός μου.

Να όμως και μια άλλη περίπτωση, που ο Κύριος με άκουσε και με έσωσε. Σε μια γιορτή πρόσφεραν στην τράπεζα ψάρι. Ενώ λοιπόν έτρωγα, ένα κόκαλο μπήκε πολύ βαθιά στο λαιμό μου. Επικαλέστηκα τον Άγιο Παντελεήμονα, παρακαλώντας να με θεραπεύσει, γιατί ο γιατρός του Μοναστηριού δεν θα μπορούσε να μου βγάλει το κόκαλο από το φάρυγγα. Και μόλις είπα: «γιάτρεψέ με», η ψυχή μου πήρε απάντηση: «Βγες, έξω από την τράπεζα, κάνε μια βαθιά εισπνοή και μια απότομη εκπνοή και το κόκαλο θα βγει με αίμα». Έτσι κι έκαμα και βγήκε ένα μεγάλο κόκαλο με αίμα. Και κατάλαβα πώς, αν ο Κύριος δεν με θεραπεύει από τον κεφαλόπονο, αυτό σημαίνει ότι είναι ωφέλιμο για την ψυχή μου να υποφέρω τον πόνο.

Όταν η χάρη είναι μαζί μας, είμαστε δυνατοί στο πνεύμα. Όταν όμως την χάσομε, βλέπομε την αδυναμία μας, βλέπομε πως χωρίς τον Θεό δεν μπορούμε ούτε να σκεφτούμε το καλό. Πώς μπορείς να ξέρεις αν ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού; Να η ένδειξη: Αν στενοχωριέσαι για κάτι, αυτό σημαίνει πως δεν παραδόθηκες τελείως στο θέλημα του Θεού, έστω κι αν σου φαίνεται πως ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
Όποιος ζει κατά το θέλημα του Θεού, αυτός δεν μεριμνά για τίποτε. Κι αν κάτι του χρειάζεται, παραδίνει τον εαυτό του και την ανάγκη του στον Θεό. Κι αν πάρει ό,τι θέλει, μένει ήρεμος, σαν να το είχε. Ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού δεν φοβάται τίποτε: ούτε θύελλες ούτε ληστές ούτε τίποτα άλλο. Ό,τι κι αν έλθει, λέγει: «Έτσι ευδοκεί ο Θεός», κι έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώμα. Το καλύτερο έργο είναι να παραδοθούμε στο θέλημα του Θεού και να βαστάζομε τις θλίψεις με ελπίδα. Ο Κύριος, βλέποντας τις θλίψεις μας, δεν θα επιτρέψει ποτέ κάτι που να ξεπερνά τις δυνάμεις μας. Αν οι θλίψεις μας φαίνονται υπερβολικές, αυτό σημαίνει πως δεν έχομε παραδοθεί στο θέλημα του Θεού…

Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης Τού Αρχιμανδρίτη: Σοφρωνίου Σαχάρωφ Με χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο: "Αδαμιαίος θρήνος" τού αγίου Σιλουανού τού Αθωνίτη




Μετάφρασις εκ του ρωσικού υπό του ιδίου του συγγραφέως και του Ιερομ. Ζαχαρίου.

Έκδοσις όγδοη. Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 1999. ISBN 1 874679 08 8.
   

Όταν μιλάμε για αγίους τα λόγια περιττεύουν! Και απομένει μόνο να παρουσιάσουμε ένα μικρό δείγμα τής αγιοπνευματικής ευωδίας τού θαυμαστού αυτού αγίου πατρός τής Εκκλησίας μας, μέσα από τα δικά του κείμενα. Επιλέξαμε τον "Θρήνο τού Αδάμ", χαρακτηρστικό δείγμα γραφής και ποίησης τού αγίου Σιλουανού, σίγουροι ότι ο αναγνώστης, διαβάζοντάς το, θα θελήσει να δρέψει την ευλογία και τη Χάρη, να μελετήσει και ολόκληρο το υπόλοιπο βιβλίο, που κάνει τη μία επανέκδοση μετά την άλλη! Ένα βιβλίο άνω τών 600 σελίδων, που δεν θα έπρεπε να λείπει από κανένα σπίτι! Διεισδύστε λοιπόν κι εσείς, μέσα από την περιγραφή τού αγίου, στα κατάβαθα τής ψυχής τού Αδάμ, από το θρήνο τής απωλείας τού Αγίου Πνεύματος κατά την πτώση Του, ως την ανάκτηση τού αρχαίου κάλλους, κατά την άνοδό του στους ουρανούς, μαζί με τους απ' αιώνος κεκοιμημένους τού Άδη. (Σε μπλε αγκύλες είναι οι αριθμοί τών σελίδων τού βιβλίου).
ΙΗ’ ΑΔΑΜΙΑΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ

Ο Αδάμ, ο πατήρ της οικουμένης, εν τω Παραδείσω εγνώριζε την ηδύτητα της θείας αγάπης. Ούτω, μετά την έξωσιν εκ του Παραδείσου δια το αμάρτημα αυτού, εγκαταλελειμμένος υπό της αγάπης του Θεού, ώδινε πικρώς και μετά βαθέων στεναγμών ωδύρετο. Πάσα η έρημος αντήχει εκ των λυγμών αυτού. Η ψυχή αυτού εβασανίζετο υπό της σκέψεως: «Τον ηγαπημένον μου Θεόν ελύπησα». Δεν μετεμελείτο τοσούτον περί της Εδέμ ή του κάλλους αυτής, όσον περί της απωλείας της θείας αγάπης, ήτις ακορέστως έλκει την ψυχήν προς τον Θεόν.

Ούτω πάσα ψυχή, ήτις εγνώρισε τον Θεόν εν Πνεύματι Αγίω, ύστερον δε απώλεσε την χάριν, δοκιμάζει αδαμιαίον πένθος. Οδυνάται η ψυχή και μεταμελείται σφοδρώς, όταν προσβάλη τον ηγαπημένον Κύριον.

Έπληττεν ο Αδάμ επί της γης οδυρόμενος πικρώς, και η γη δεν εχαροποίει αυτόν· ενοστάλγει τον Θεόν και έκραζε:

«Διψά η ψυχή μου τον Κύριον και μετά δακρύων αναζητώ Αυτόν.

»Πώς να μη ζητώ Αυτόν; Ότε ήμην μετ’ Αυτού, η ψυχή μου εν ειρήνη ηγάλλετο, και απρόσιτος ήμην εις τους εχθρούς.

[//560] »Νυν δε το πονηρόν πνεύμα έλαβεν εξουσίαν επ’ εμού και κλονίζει και τυραννεί την ψυχήν μου. Διο και εκλείπει η ψυχή μου δια τον Κύριον έως θανάτου και ορμά το πνεύμα μου προς τον Θεόν, και ουδέν γήϊνον με παρηγορεί και η ψυχή μου υπ’ ουδενός δέχεται παραμυθίαν, αλλ’ επιποθεί διψαλέως πάλιν να βλέπη Αυτόν και απολαύη Αυτού έως κόρου.

»Δεν δύναμαι να επιλησθώ Αυτού ουδέ επί στιγμήν, και εκ πλήθους πόνου στενάζω οδυνηρώς: “Ελέησον με, ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα”».



Ούτως ωδύρετο ο Αδάμ και πλήθος δακρύων έρρεεν από του προσώπου αυτού και έπιπτεν επί το στήθος αυτού και επί την γην. Πάσα η έρημος ήκουε μετά δέους τους στεναγμούς αυτού. Θηρία και πετεινά εσίγων εν θλίψει. Ο δε Αδάμ ωδύρετο, διότι δια το αμάρτημα αυτού οι πάντες εστερήθησαν ειρήνης και αγάπης.

Μεγάλη υπήρξεν η οδύνη του Αδάμ μετά την εξορίαν εκ του Παραδείσου, αλλά, ότε είδεν τον υιόν αυτού Άβελ φονευθέντα υπό του Κάϊν, η θλίψις του Αδάμ έτι μάλλον ηυξήθη, και δεινώς οδυνώμενος έκλαιε προβλέπων: «Εξ εμού λαοί εξελεύσονται και πληθυνθήσονται επί της γης, και πάντες θα πάσχουν, ζώντες εν έχθρα και αλλήλους φονεύοντες». Και ήτο η θλίψις αυτού ως ωκεανός μεγάλη, και εννοούν αυτήν μόνον αι ψυχαί αι γνωρίσασαι τον Κύριον και το άμετρον της αγάπης Αυτού.

Και εγώ απώλεσα την χάριν και μετά του Αδάμ βοώ: «Ίλεως γενού μοι, Κύριε. Δος μοι πνεύμα ταπεινώσεως και αγάπης».

Ώ, η αγάπη του Κυρίου! Όστις σε εγνώρισεν, εκείνος ακαμάτως σε ζητεί και κράζει ημέρας και νυκτός:

«Ποθώ Σε, Κύριε, και Σε αναζητώ μετά δακρύων. Πώς να μη Σε ζητώ; Συ έδωκας εις εμέ να Σε γνωρίσω εν Πνεύματι Αγίω, και η θεία αύτη γνώσις έλκει την ψυχήν προς Σε αδιαλείπτως».

[//561] Θρηνεί ο Αδάμ.

«Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου.

»Δεν με ελκύουν των ορέων τα ύψη.

»Δεν αναπαύει με των δασών και λειμώνων το κάλλος.

»Δεν καταπραΰνει τον πόνον μου των πτηνών το κελάδημα.

»Ουδέν, ουδέν χαροποιεί με νυν.

»Η ψυχή μου ερράγη εκ της πολλής θλίψεως:

»Τον ηγαπημένον Θεόν μου προσέβαλον.

»Και εάν πάλιν προσελάμβανε με ο Κύριος εις τον παράδεισον, και εκεί πάλιν αλγεινώς θα εθρήνουν:

“Ίνα τί τον ηγαπημένον μου Θεόν παρεπίκρανα”»;



Ο Αδάμ, απελαθείς του Παραδείσου, εξέβλυζεν εκ της τετρωμένης αυτού καρδίας πηγάς δακρύων. Ούτω πάσα ψυχή, γνωρίσασα τον Κύριον, θρηνεί δι’ Αυτόν και λέγει:

«Πού εί Συ Κύριε;

»Πού έδυ το κάλλος του Προσώπου Σου;

»Η ψυχή μου επί τοσούτον χρόνον δεν θεωρεί το Φως Σου και οδυνωμένη Σε ζητεί μετά δακρύων».

«Πού εκρύβη ο Κύριος μου;

»Ίνα τί δεν βλέπω Αυτόν εν τη ψυχή μου;

»Τί κωλύει Αυτόν να κατοική εντός μου;

»Δεν υπάρχει άρα εν εμοί η του Χριστού ταπείνωσις και η προς τους εχθρούς αγάπη».

Ο Θεός γαρ αγάπη εστίν, άπειρος και ανερμήνευτος.



Επορεύετο ο Αδάμ επί της γης και εδάκρυεν εκ της συνοχής της καρδίας, δια δε του νοός αυτού απαύστως ελογίζετο τον Θεόν. Ότε δε το καταπεπονημένον σώμα αυτού εστερείτο δακρύων, τότε εφλέγετο προς τον Θεόν το πνεύμα αυτού, μη δυνάμενον να επιλησθή του παραδείσου το κάλλος. Αλλ’ έτι μάλλον τον Θεόν ηγάπα η ψυχή του Αδάμ, και δυνάμει της αγάπης ταύτης διηνεκώς [//562] ωρμάτο προς Αυτόν.

Ώ Αδάμ, γράφω περί σου, αλλά συ βλέπεις ότι ο ασθενής νους μου δεν δύναται να συλλάβη πόσον συ έπασχες δια τον Θεόν και πώς έφερες τον κόπον της μετάνοιας.

Ώ Αδάμ, συ βλέπεις εμέ το τέκνον σου, πάσχω επί της γης. Ολίγον το πυρ της αγάπης εν εμοί, και μόλις δεν σβέννυται η αγάπη μου.

Ώ Αδάμ, ψάλλε ημίν του Κυρίου το άσμα, ίνα ευφρανθή η ψυχή μου επί τω Κυρίω και εγερθή προς ύμνον και δοξολογίαν Αυτού, καθώς δοξάζουν Αυτόν εν ουρανοίς τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ και πάσαι αι επουράνιοι δυνάμεις.

Ώ Αδάμ, ο πατήρ ημών, άσον ημίν την ωδήν του Κυρίου, όπως ακούση αυτήν πάσα η γη, και πάντα τα τέκνα σου υψώσουν τον νουν αυτών προς τον Θεόν και ηδυνθούν υπό των ήχων του ουρανίου ύμνου, επιλανθανόμενοι των οδυνών της γης.



Το Πνεύμα το Άγιον είναι αγάπη και ηδύτης της ψυχής, του νου και του σώματος. Και όστις εγνώρισε τον Θεόν Πνεύματι Αγίω, ούτος ακορέστως εκλείπει δια τον ζώντα Θεόν ημέρας και νυκτός, διότι η αγάπη του Θεού είναι γλυκεία σφόδρα. Όταν όμως η ψυχή απολέση την χάριν, τότε και πάλιν μετά δακρύων ζητεί το Πνεύμα το Άγιον.

Όστις δεν εγνώρισε τον Θεόν Πνεύματι Αγίω, ούτος δεν δύναται μετά δακρύων να αναζητή Αυτόν, και η ψυχή αυτού μένει πάντοτε προσβαλλομένη υπό των παθών· ο νους αυτού λογίζεται τα γήϊνα και δεν δύναται να αναβή εις την θεωρίαν και γνωρίση τον Ιησούν Χριστόν. Ούτος γνωρίζεται Πνεύματι Αγίω.

Ο Αδάμ εγνώριζε τον Θεόν και τον Παράδεισον και μετά την πτώσιν μετά δακρύων εζήτει Αυτόν.



– «Ώ Αδάμ, ο πατήρ ημών, λέγε ημίν, τοις τέκνοις [//563] σου, περί του Κυρίου. Η ψυχή σου εγνώριζε τον Κύριον, εγνώριζε και την Εδέμ, την γλυκύτητα αυτής και την αγαλλίασιν· νυν δε κατοικείς εν ουρανοίς και εποπτεύεις την δόξαν του Κυρίου.

»Ειπέ ημίν πώς δοξάζεται ο Κύριος ημών δια τα Πάθη Αυτού, και πώς ψάλλονται αι ωδαί εν τοις ουρανοίς και πόσον γλυκείαι είναι αι ωδαί αύται, αίτινες άδονται εν Πνεύματι Αγίω.

»Ειπέ ημίν περί της δόξης του Κυρίου, και πόσον ελεήμων είναι Ούτος.

»Ειπέ ημίν πώς αγάλλονται εκεί οι Άγιοι και πώς καταυγάζονται ούτοι υπό της χάριτος· πώς αγαπούν ούτοι τον Κύριον και εν ποία αγία ταπεινώσει παρίστανται ενώπιον του Θρόνου Αυτού.

»Ώ Αδάμ, παρηγόρησον και χαροποίησον τας τεθλιμμμένας ημών ψυχάς.

»Διηγήθητι ημίν: Τί θεωρείς συ εν ουρανοίς; …

»Δεν αποκρίνεσαι; … Ίνα τί η σιγή αύτη;

»Ιδού οδυνάται πάσα η γη …

»Ή εκ της Θείας αγάπη ουδέ να μνησθής ημών δύνασαι;

»Ή θεωρείς την Θεομήτορα εν δόξη, και δεν δύνασαι να χωρισθής της ουρανίου οπτασίας ταύτης, διό και εγκαταλείπεις τα τεθλιμμένα τέκνα σου άνευ λόγου στοργής, ίνα επιλαθώμεθα των δεινών του επιγείου ημών βίου;

»Ώ Αδάμ, ο πατήρ ημών, δεν αποκρίνεσαι;

»Συ βλέπεις την οδύνην των επί γης υιών σου.

»Ίνα τί άρα γε η σιγή αύτη;».



Λέγει ο Αδάμ:

– «Άφετε με εν ειρήνη, τεκνία μου αγαπητά. Δεν δύναμαι να χωρισθώ της θεωρίας του Θεού. Η ψυχή μου ετρώθη υπό της αγάπης του Κυρίου και σκιρτά επί τη [//564] αγαθότητι Αυτού. Οι ζώντες εν τω Φωτί του Προσώπου του Δεσπότου δεν δύνανται να μνησθούν των επί γης».



– «Ώ Αδάμ, ο πατήρ ημών, εγκατέλιπες ημάς, τα ορφανά σου τέκνα, βυθιζόμενα εν τη αβύσσω των δεινών της γης;

»Αλλ’ επί τέλους, ειπέ ημίν πώς δυνάμεθα να ευαρεστήσωμεν εις τον Θεόν;

»Άκουε τα τέκνα σου, τα διεσπαρμένα ανά την γην. Ο νους αυτών, διακεχυμένος, δεν δύναται να συλλάβη το Θείον, και πολλοί απέστησαν από του Θεού, και εν σκότει ζώντες πορεύονται εις τας αβύσσους του άδου».



– «Μη διακόπτετε την έκστασίν μου. Θεωρώ την Θεομήτορα εν δόξη και δεν δύναμαι να αποσπάσω τον νουν μου από της θείας ταύτης θεωρίας και να ομιλήσω προς υμάς. Βλέπω και τους Αγίους Προφήτας και Αποστόλους και εκπλήττομαι πώς ούτοι πάντες ομοιάζουν προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού.

»Περιπατώ εν τη Εδέμ, και ιδού, απανταχού η δόξα του Κυρίου, επειδή Αυτός ζη εν εμοί και εποίησεν εμέ όμοιον προς Αυτόν. Ούτω δοξάζει ο Κύριος τον άνθρωπον».



– «Ώ Αδάμ, ομίλει προς ημάς – είμεθα τέκνα σου και πάσχομεν επί της γης. Ειπέ ημίν πώς δυνάμεθα να κληρονομήσωμεν τον παράδεισον, ίνα και ημείς ομοίως προς σε θεωρώμεν την δόξαν του Κυρίου. Αι ψυχαί ημών φλέγονται δια τον Κύριον, συ δε εν ουρανοίς χαίρεις και αγάλλεσαι επί τη θεία δόξη.

»Ικετεύομεν σε· παραμύθησον ημάς».



– «Τί βοάτε προς με, τεκνία μου; Ο Κύριος αγαπά υμάς και έδωκεν υμίν προστάγματα σωτηρίας. Ταύτα τηρήσατε και αγαπάτε αλλήλους, και ούτω θα εύρητε την ανάπαυσιν εν τω Θεώ. Μετανοείτε καθ’ εκάστην ώραν δια τα παραπτώματα υμών, ίνα καταξιωθήτε να υπαντήσητε τον Χριστόν. Ο Κύριος είπε: “Τους αγαπώντας Με αγαπώ και τους δοξάζοντας Με δοξάσω”».



– «Ώ Αδάμ, πρέσβευε υπέρ ημών, των τέκνων σου. Εκ πλήθους οδυνών περίλυπος είναι η ψυχή ημών».

– «Ώ Αδάμ, ο πατήρ ημών, συ μένεις εν τοις ουρανοίς και θεωρείς τον Κύριον καθήμενον εν δόξη εκ δεξιών του Πατρός. Συ βλέπεις τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ και πάντας τους Αγίους. Συ ακούεις τα ουράνια άσματα, υπό της γλυκύτητος των οποίων απερροφήθη η ψυχή σου. Ημείς δε κατηφείς και εστερημένοι της χάριτος απαύστως επιποθούμεν τον Θεόν. Άσον ημίν εκ των ωδών, τας οποίας ακούεις εν τοις ουρανοίς, όπως ακούση αυτάς πάσα η γη και οι πάντες ανανήψουν εκ της θανατηφόρου ακηδίας».



Απαντά ο Αδάμ:

– «Μη μοι κόπους παρέχετε, τεκνία μου. Ο καιρός των εμών θλίψεων παρήλθεν. Από της ηδύτητος του Αγίου Πνεύματος και της τρυφής του Παραδείσου δεν δύναμαι να προσβλέψω προς την γην. Αλλά και πάλιν θα είπω υμίν:

»Αγαπά υμάς ο Κύριος, και υμείς εν αγάπη ζήσατε· πείθεσθε τοις προεστώσιν υμών, ταπεινούτε τας καρδίας υμών, και τότε Πνεύμα Θεού θα σκηνώση εν υμίν. Τούτο έρχεται ηρέμα και δίδει ειρήνην εις την ψυχήν, και μαρτυρεί την σωτηρίαν αυτής άνευ λόγων.

»Ψάλατε τω Θεώ εν αγάπη και ταπεινώσει πνεύματος, ότι ο Κύριος χαίρει επ’ αυτώ».



– «Ώ Αδάμ, ψάλλομεν ημείς, αλλά δεν έχομεν εν ημίν ούτε αγάπην ούτε ταπείνωσιν».



– «Μετανοείτε και προσεύχεσθε. Και εγώ επί πολύ μετενόουν και εθλιβόμην, ότι τον Θεόν προσέβαλον, ότι δια το αμάρτημα μου αφηρέθη η ειρήνη και η αγάπη από του προσώπου της γης. Τα δάκρυα μου έρρεον κατά πρόσωπον και ήρδευον το στήθος και έπιπτον επί την γην· και πάσα η έρημος ήκουε των στεναγμών μου.

»Υμείς δεν δύνασθε να εννοήσητε το βάθος της θλίψεως [//566] μου, ούτε πώς ωδυρόμην δια τον Θεόν και τον Παράδεισον. Εν τω Παραδείσω ήμην αγαλλόμενος. Πνεύμα Θεού ηύφραινε με και ελεύθερος ήμην παθημάτων. Ότε όμως εξεβλήθην εκ του Παραδείσου, τότε θηρία και πετεινά, άτινα το πρότερον με ηγάπων, ήρξαντο να φοβώνται εμέ και να φεύγουν απ’ εμού· αι κακαί σκέψεις εσπάρασσον την καρδίαν μου· ψύχος και λιμός με εβασάνιζον· ο ήλιος με έκαιε και άνεμοι εμάστιζον με· οι υετοί με κατέβρεχον, και αι ασθένειαι κατεπόνουν με· ως και τα λοιπά δεινά της γης. Εγώ δε τα πάντα έφερον μετ’ ακλονήτου ελπίδος εις τον Θεόν.

»Και υμείς, τεκνία μου, φέρετε τους πόνους της μετανοίας· αγαπάτε τας θλίψεις, αποξηραίνετε τα σώματα υμών δι’ ασκήσεως εγκρατείας, ταπεινούτε εαυτούς και αγαπάτε τους εχθρούς, όπως ενοικήση εν υμίν το Άγιον Πνεύμα.

»Τότε θα γνωρίσητε και θα εύρητε την Βασιλείαν των Ουρανών.

»Μη ταράττετε δε την ειρήνην μου: Νυν εκ της Θείας αγάπης αδυνατώ να στραφώ προς την γην. Επελαθόμην πάντων των επιγείων. Επελαθόμην και αυτού τούτου του απολεσθέντος υπ’ εμού Παραδείσου, διότι βλέπω την αιώνιον δόξαν του Κυρίου και την δόξαν των Αγίων, οίτινες εκ του Φωτός του Προσώπου του Θεού και οι ίδιοι λάμπουν ομοίως προς Αυτόν».



– «Ώ Αδάμ, ψάλλε, ψάλλε ημίν τον ουράνιον ύμνον, ίνα ακούη πάσα η γη και ηδυνθή δια της θείας αγάπης. Επιποθούμεν να ακούωμεν τους γλυκείς αυτούς ύμνους, διότι ψάλλονται εν Πνεύματι Αγίω».



Ο Αδάμ απώλεσε τον επίγειον παράδεισον και θρηνών εζήτει αυτόν: «Παράδεισε μου, παράδεισε, θαυμαστέ μου παράδεισε». Ο δε Κύριος δια της αγάπης Αυτού επί του σταυρού εχαρίσατο εις αυτόν άλλον Παράδεισον, [//567] κρείττονα του απολεσθέντος, εν τοις ουρανοίς, όπου το άκτιστον Φως της Αγίας Τριάδος.

«Τί ανταποδώσωμεν τω Κυρίω δια την αγάπην Αυτού προς ημάς»;

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ








ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ. ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2005



Πρόλογος

Στο διάβα είκοσι αιώνων, από τα χρόνια του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου ως την εποχή μας, πολλοί κήρυκες και μάρτυρες της θείας αγάπης πέρασαν από τούτη τη γη. Ένας απ' αυτούς, σύγχρονος μας μάλιστα, είναι και ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (+1938), μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του Αγιορείτικου και γενικότερα του ορθοδόξου μοναχισμού.

Γεννήθηκε το 1866 στο χωριό Σόβσκ της επαρχίας Λεμπεντιάσκ της μεγάλης Ρωσίας από γονείς ευσεβείς. Μετά από διάφορες μεταπτώσεις των πρώτων νεανικών του χρόνων, ένα αποκαλυπτικό δράμα της Υπεραγίας Θεοτόκου τον έκανε να μετανοήσει βαθιά και να ποθήσει την ισάγγελη μοναχική πολιτεία.

Το 1892 ήρθε στο Άγιον Όρος, στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος, οπού εγκαταβίωναν τότε δύο χιλιάδες μοναχοί. Μικρόσχημος μοναχός έγινε το 1896 και μεγαλόσχημος το 1911.

Η ζωή του στον Άθωνα, διαποτισμένη από τη διαρκή μνήμη του Θεού, ξεχώριζε για τη συνέπεια και την ακρίβεια της: προσευχή στο κελλί, καθημερινές ακολουθίες στο ναό, αγρυπνίες, νηστείες, τακτική εξομολόγηση και θεία κοινωνία, μελέτη, νήψη, σωματικός κόπος στις μοναστηριακές διακονίες.

Υπομονετικός και μακρόθυμος, πράος και άκακος, ταπεινός και υπάκουος ο όσιος Σιλουανός, κέρδισε την αγάπη και την εκτίμηση των συμμοναστών του, αλλά και δέχτηκε πολλές επιθέσεις από τους φθονερούς και μισόκαλους δαίμονες.

Έχοντας παραδώσει τον εαυτό του ολοκληρωτικά στον Θεό, πολύ σύντομα αξιώθηκε να λάβει το δώρο της ακατάπαυστης ευχής από την Κυρία Θεοτόκο, αλλά και να δει τον ζώντα Χριστό μέσα στο ναό του Προφήτη Ηλία, στο μυλωνά της μονής.

Η θεοφάνεια εκείνη ήταν ο σημαντικότερος σταθμός της ζωής του. Από τότε η οξεία πνευματική αίσθηση του έγινε ακόμα οξύτερη. Αισθανόταν αφόρητο πόνο για την αμαρτία. Λυπόταν και έκλαιγε για τις ψυχές που βρίσκονται μακριά από την αλήθεια. Προσευχόταν αδιάλειπτα για όλο τον κόσμο. Αγαπούσε τους ανθρώπους και τον Θεό χωρίς όρια. Μολονότι ολιγογράμματος, απέκτησε σπάνια σοφία και πείρα με τους αγώνες και τις μελέτες του. Η επικοινωνία μαζί του ήταν πηγή χαράς. Η παρουσία του χάριζε ειρήνη και ανάπαυση.

Η διδασκαλία του, που έχει αποτυπωθεί στις γραφές του, είναι βαθιά βιωματική και αναφέρεται σε καίρια ζητήματα της πνευματικής ζωής - προσευχή, χάρη, δοκιμασίες, ταπείνωση, ειρήνη, ελευθερία, μετάνοια, αγάπη, υπακοή, θεογνωσία.

Μέσα στην προσευχή και τη δοξολογία του Θεού τελείωσε την επίγεια πορεία του. Κοιμήθηκε στις 11/24 Σεπτεμβρίου 1938 στη μονή της μετανοίας του.

Η συναρπαστική βιογραφία του, γραμμένη από το μαθητή του γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ (+1993), καθώς και οι θεόσοφες διδαχές του σαγήνευσαν πολλούς ανθρώπους, και μάλιστα αλλόδοξους, και τους έκαναν να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό και να επιστρέψουν στη μάνδρα της Μιας, Αγίας και Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. σ’ αυτήν ακριβώς τη γνωριμία με τον Θεό - γνωριμία που πραγματώνεται όχι με τον ορθό λόγο και το στοχασμό, αλλά με την εν Χριστώ άσκηση και την εν Αγίω Πνεύματι εμπειρία - αναφέρονται τα αποσπάσματα που ανθολογήθηκαν σ' αυτό το τεύχος. Προσφέρονται σ’ όσες ψυχές ποθούν να έρθουν εις επίγνωσιν του μυστηρίου του Θεού… , εν ω εισι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως απόκρυφοι (Κολ. 2:2-3).

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ



Η γνωριμία με τον Θεό

Πως θα γνωρίσουμε τον Θεό

Πολύ μας αγαπάει ο Κύριος• αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε Εκείνος κατά το μέγα Του έλεος. Γέρασα και ετοιμάζομαι για το θάνατο και γράφω την αλήθεια από αγάπη για τους ανθρώπους. Το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε ο Κύριος, θέλει να σωθούν όλοι, να γνωρίσουν όλοι τον Θεό.

Ήμουν χειρότερος κι από ένα βρωμερό σκύλο, εξαιτίας των αμαρτιών μου• σαν άρχισα όμως να ζητώ συγχώρηση από τον Θεό, Αυτός μου έδωσε όχι μόνο τη συγχώρηση αλλά και το Άγιο Πνεύμα. Έτσι, εν Πνεύματι Αγίω, γνώρισα τον Θεό.

Βλέπεις αγάπη που έχει ο Θεός για μας; Ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να περιγράψει την ευσπλαχνία Του;

Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ, πιστεύετε στον Θεό, πιστεύετε πως υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, που μαρτυρεί για τον Θεό σ’ όλες τις Εκκλησίες μας, αλλά και στην ψυχή μου.

Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. και η αγάπη αυτή πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων. και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν τον Θεό. Εν Πνεύματι Αγίω οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούνε τις προσευχές μας και τις προσκομίζουν στον Θεό.

Ζούμε στη γη και δεν βλέπουμε τον Θεό, δεν μπορούμε να Τον δούμε. Αλλά σαν έρθει το Άγιο Πνεύμα στην ψυχή, τότε θα δούμε τον Θεό, όπως Τον είδε ο άγιος Στέφανος (Πράξ. 7:55-56). Η ψυχή και ο νους αναγνωρίζουν αμέσως με το Άγιο Πνεύμα ότι Αυτός είναι ο Κύριος. Έτσι ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, με το Άγιο Πνεύμα, αναγνώρισε στο μικρό βρέφος τον Κύριο (Λουκ. 2:25-32). Έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το Άγιο Πνεύμα επίσης, αναγνώρισε τον Κύριο και Τον υπέδειξε στους ανθρώπους. και στον ουρανό και στη γη, ο Θεός γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, όχι με την επιστήμη. και τα παιδιά που δεν σπούδασαν καθόλου, γνωρίζουν τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό και πόσο πολύ μας αγαπάει. Ακόμα κι αν διαβάζουμε πως μας αγάπησε και έπαθε από αγάπη για μας, σκεφτόμαστε γι' αυτά μόνο με το νου, αλλά δεν καταλαβαίνουμε όπως πρέπει, με την ψυχή, την αγάπη του Χριστού. Όταν όμως μας διδάξει, τότε γνωρίζουμε με ενάργεια και αισθητά την αγάπη• τότε γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο.

*

Καθένας μας μπορεί να κρίνει για τον Θεό κατά το μέτρο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που γνώρισε. Γιατί πως είναι δυνατό να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε για πράγματα που δεν είδαμε η δεν ακούσαμε και δεν ξέρουμε; Οι άγιοι λένε πως είδαν τον Θεό. Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που λένε ότι δεν υπάρχει Θεός. Είναι φανερό πως μιλούν έτσι γιατί δεν Τον γνώρισαν αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως ο Θεός δεν υπάρχει.

Οι άγιοι μιλούν για πράγματα που πραγματικά είδαν και γνωρίζουν. Δεν λένε, για παράδειγμα, πως είδαν ένα άλογο μήκους ενός χιλιομέτρου ή ένα πλοίο δέκα χιλιομέτρων, που δεν υπάρχουν. Κι εγώ νομίζω, πως, αν δεν υπήρχε Θεός, δεν θα μιλούσαν καν γι' Αυτόν στη γη. Οι άνθρωποι όμως θέλουν να ζουν σύμφωνα με το δικό τους θέλημα και γι' αυτό λένε πως δεν υπάρχει Θεός, βεβαιώνοντας έτσι μάλλον πως υπάρχει.

Όλων των λαών η ψυχή αισθανόταν πως υπάρχει ο Θεός, αν και δεν ήξεραν να λατρεύουν τον αληθινό Θεό. Το Άγιο Πνεύμα όμως δίδαξε πρώτα τους Προφήτες, έπειτα τους Αποστόλους, κατόπιν τους αγίους πατέρες και Επισκόπους μας, κι έτσι έφτασε ως εμάς η αληθινή πίστη. Εμείς γνωρίσαμε τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Και όταν Τον γνωρίσαμε, τότε στερεώθηκε σ’ Αυτόν η ψυχή μας.

Γνωρίστε, λαοί, ότι πλαστήκαμε για να δοξάζουμε τον ουράνιο Θεό, και μην προσκολλάστε στη γη, γιατί ο Θεός είναι Πατέρας μας και μας αγαπάει σαν πολυπόθητα παιδιά Του.

Οποίος δεν γνωρίζει τη χάρη, δεν την επιζητεί. Οι άνθρωποι προσκολλήθηκαν στη γη, γι' αυτό οι πιο πολλοί δεν ξέρουν πως τίποτα το γήινο δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος.

*

Πολλοί φιλονικούν για την πίστη - και δεν υπάρχει τέλος σ’ αυτές τις φιλονικίες -, ενώ, αντί να φιλονικούμε, πρέπει να προσευχόμαστε μόνο στον Θεό και την Παναγία, και ο Κύριος θα μας δώσει το φωτισμό χωρίς φιλονικίες, και μάλιστα γρήγορα.

Πολλοί μελέτησαν όλες τις θρησκείες, αλλά δεν γνώρισαν την αληθινή πίστη όπως πρέπει. Όποιος όμως προσεύχεται στον Θεό με ταπείνωση να τον φωτίσει, σ’ αυτόν ο Κύριος θα δώσει να μάθει πόσο αγαπάει τον άνθρωπο. Οι υπερόπτες ελπίζουν να μάθουν τα πάντα με το νου τους, αλλά ο Θεός τους έθεσε όρια.

*

Ο Κύριος είπε: Όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται… ίνα θεωρή την δόξαν την εμήν (Παράβαλλε Ιωάνν. 12:26• 17:24). Οι άνθρωποι όμως δεν κατανοούν τις Γραφές, τις βρίσκουν σχεδόν ακατανόητες. Μόνο όταν τους διδάξει το Άγιο Πνεύμα, τότε όλα γίνονται κατανοητά και η ψυχή αισθάνεται σαν να είναι στους ουρανούς. Γιατί το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι και στους ουρανούς και στη γη και στην Αγία Γραφή και στις ψυχές όσων αγαπούν τον Θεό. Χωρίς Πνεύμα Άγιο οι άνθρωποι πλανώνται και αδυνατούν να γνωρίσουν αληθινά τον Θεό και την ανάπαυση κοντά Του, έστω κι αν μελετούν συνεχώς.

Ω αδελφοί, σας παρακαλώ και σας ικετεύω στο όνομα της ευσπλαχνίας του Θεού: Πιστεύετε στο Ευαγγέλιο και στη μαρτυρία της Αγίας Εκκλησίας, και τότε θα γευθείτε, ήδη απ’ αυτή τη γη, τη μακαριότητα του παραδείσου. Αληθινά, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας: Η αγάπη του Θεού χαρίζει στην ψυχή τον παράδεισο. Πολλοί πρίγκιπες και άρχοντες εγκατέλειψαν τους θρόνους τους, όταν γνώρισαν την αγάπη του Θεού. Κι αυτό είναι ευνόητο, γιατί η αγάπη του Θεού είναι φλογερή. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος η χαρά της ψυχής φτάνει ως τα δάκρυα, και τίποτα επίγειο δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της.

Πόσο ευτυχισμένοι είμαστε εμείς οι ορθόδοξοι Χριστιανοί! Τι Θεό έχουμε! Είναι αξιολύπητοι όσοι δεν γνώρισαν τον Θεό. Αυτοί δεν βλέπουν το αιώνιο φως, και μετά το θάνατο πορεύονται στο αιώνιο σκοτάδι. Αυτό το ξέρουμε, γιατί το Άγιο Πνεύμα πληροφορεί μέσα στην Εκκλησία τους αγίους για το τι υπάρχει στον ουρανό και τι στον Άδη.

Ω, πόσο αξιολύπητοι είναι οι πλανεμένοι άνθρωποι! Αυτοί δεν μπορούν να ξέρουν τι είναι η αληθινή χαρά. Μερικές φορές διασκεδάζουν και γελούν, αλλά το γέλιο και η απόλαυση που δοκιμάζουν θα μεταβληθούν σε θρήνο και θλίψη. Δική μας χαρά είναι ο Χριστός. Με τα πάθη Του μας έγραψε στο βιβλίο της ζωής, και στη βασιλεία των ουρανών θα είμαστε αιώνια με τον Θεό και θα βλέπουμε τη δόξα Του και θα ευφραινόμαστε μαζί Του. Η χαρά μας είναι το Άγιο Πνεύμα. Είναι τόσο γλυκό και ευχάριστο! Αυτό μαρτυρεί στην ψυχή για τη σωτηρία.

*

Τα επίγεια μαθαίνονται με την επίγεια διάνοια, ενώ ο Θεός και όλα τα επουράνια γνωρίζονται μόνο με το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό παραμένουν απρόσιτα στο νου που δεν αναγεννήθηκε.



Τι μας εμποδίζει να γνωρίσουμε τον Θεό

Η απιστία προέρχεται από την υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος ισχυρίζεται πως θα γνωρίσει τα πάντα με το νου του και την επιστήμη, αλλά η γνώση του Θεού παραμένει ανέφικτη γι' αυτόν, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνο με αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος.

*

Ο Κύριος αποκαλύπτειται στις ταπεινές ψυχές. Σ' αυτές δείχνει τα έργα Του, που είναι ακατάληπτα για το νου μας. Με τον φυσικό μας νου μπορούμε να γνωρίσουμε μόνο τα γήινα πράγματα, κι αυτά μερικώς, ενώ ο Θεός και όλα τα ουράνια γνωρίζονται με το Άγιο Πνεύμα.

Μερικοί μοχθούν σ’ όλη τους τη ζωή για να μάθουν τι υπάρχει στον ήλιο η στη σελήνη η κάτι παρόμοιο, αλλ’ αυτά δεν ωφελούν την ψυχή. Αν όμως προσπαθούσαμε να γνωρίσουμε τι υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, τότε θα βλέπαμε στην ψυχή του αγίου τη βασιλεία των ουρανών, ενώ στην ψυχή του αμαρτωλού σκοτάδι και κόλαση. Και είναι ωφέλιμο να το ξέρουμε, γιατί θα είμαστε αιώνια είτε στη βασιλεία είτε στην κόλαση.

*

Ο νωθρός στην προσευχή εξετάζει με περιέργεια τα πάντα, όσα βλέπει στη γη και στον ουρανό, αλλά δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Κύριος ούτε προσπαθεί να το μάθει. Κι όταν ακούει διδασκαλία για τον Θεό, λέει:

Μα πως είναι δυνατό να γνωρίσουμε τον Θεό; Κι εσύ από πού Τον γνωρίζεις;

Θα σου πω: Μαρτυρεί το Άγιο Πνεύμα, Αυτό γνωρίζει και μας διδάσκει.

Αλλά μήπως το Πνεύμα είναι ορατό;

Οι Απόστολοι Το είδαν να κατεβαίνει σε πύρινες γλώσσες, κι εμείς Το αισθανόμαστε μέσα μας. Είναι γλυκύτερο από κάθε τι γήινο. Αυτό γεύονταν οι Προφήτες και μιλούσαν στο λαό και ο λαός τους πρόσεχε. Οι άγιοι Απόστολοι έλαβαν Άγιο Πνεύμα και κήρυξαν σωτηρία στον κόσμο χωρίς να φοβούνται τίποτα, γιατί τους ενίσχυε αυτό το Πνεύμα. Το ίδιο και οι μάρτυρες και οι ασκητές πήγαιναν χαρούμενοι στο μαρτύριο και την κακοπάθεια. Γιατί το Άγιο Πνεύμα, το αγαθό και γλυκύ, έλκει την ψυχή στην αγάπη του Κυρίου. Κι έτσι η ψυχή, χάρη στη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος, δεν φοβάται τα βασανιστήρια.

*

Πολλοί άνθρωποι λένε σήμερα πως δεν υπάρχει Θεός. Μιλούν έτσι γιατί στην καρδιά τους ζει υπερήφανο Πνεύμα, που τους υποβάλλει ψέμματα κατά της Αλήθειας και της Εκκλησίας του Θεού. Νομίζουν πως είναι σοφοί, ενώ στην πραγματικότητα δεν αντιλαμβάνονται καν ότι τέτοιοι λογισμοί δεν είναι δικοί τους, αλλά προέρχονται από τον εχθρό. Αν όμως κανείς τους δεχτεί στην καρδιά του και τους αγαπήσει, τότε γίνεται συγγενής με το πονηρό πνεύμα. και είθε να μη δώσει ο Θεός σε κανένα να πεθάνει σε τέτοια κατάσταση.

Αντίθετα, στην καρδιά των αγίων ζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που τους κάνει συγγενείς του Θεού. Οι άγιοι νιώθουν ολοκάθαρα πως είναι πνευματικά παιδιά του ουράνιου Πατέρα, και γι' αυτό λένε: Πάτερ ημών…

*

Η υπερηφάνεια εμποδίζει την ψυχή να μπει στο δρόμο της πίστεως. Στον άπιστο δίνω μια συμβουλή. Ας πει: Κύριε, αν υπάρχεις, φώτισε με, και θα σε υπηρετήσω μ' όλη μου την καρδιά και μ' όλη μου την ψυχή. Και ο Κύριος θα φωτίσει οπωσδήποτε μια τέτοια ταπεινή σκέψη και προθυμία για την υπηρεσία του Θεού. Δεν πρέπει όμως να λέει: Αν υπάρχεις, παίδεψέ με. Γιατί αν έρθει η τιμωρία, είναι δυνατό να μη βρει τη δύναμη να ευχαριστήσει τον Θεό και να μετανοήσει.

Όταν ο Κύριος σε φωτίσει, τότε η ψυχή σου θα Τον αισθανθεί, θα αισθανθεί πως την συγχώρησε και την αγαπάει. Θα το μάθεις με την πείρα σου, και η χάρη του Αγίου Πνεύματος θα μαρτυρεί στην ψυχή τη σωτηρία, και θα θέλεις τότε να διακηρύσσεις σ’ όλο τον κόσμο: Πόσο πολύ μας αγαπάει ο Κύριος!

Ο Απόστολος Παύλος, όσο δεν γνώριζε τον Κύριο, Τον καταδίωκε. Όταν όμως Τον γνώρισε, τότε γύρισε σ’ όλη την οικουμένη κηρύσσοντας το Χριστό.

Για να σωθείς, είναι ανάγκη να ταπεινωθείς. Γιατί τον υπερήφανο, και με τη βία να τον βάλεις στον παράδεισο, κι εκεί δεν θα βρει ανάπαυση. Κι εκεί δεν θα είναι ικανοποιημένος και θα λέει: Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση; Αντίθετα, η ταπεινή ψυχή είναι γεμάτη αγάπη και δεν επιδιώκει πρωτεία, αλλά επιθυμεί για όλους το καλό και ευχαριστιέται με όλα.

*

Δείξαμε μεγάλη αμέλεια και δεν καταλαβαίνουμε πια αν υπάρχει η κατά Χριστόν ταπείνωση και αγάπη. Βέβαια, η ταπείνωση αυτή και η αγάπη γίνονται γνωστές μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εμείς όμως δεν ξέρουμε ότι, για να προσελκύσουμε τη χάρη κοντά μας, πρέπει να την ποθήσουμε μ' όλη μας την ψυχή. Αλλά πώς θα ποθήσουμε κάτι που δεν το γνωρίζουμε καθόλου; και όμως, όλοι μας τη γνωρίζουμε τη χάρη, έστω και λίγο, γιατί το Άγιο Πνεύμα κινεί κάθε ψυχή στην αναζήτηση του Θεού.

Ω, πώς πρέπει να παρακαλούμε τον Κύριο να δώσει στην ψυχή το ταπεινό Άγιο Πνεύμα! Η ταπεινή ψυχή έχει μεγάλη ανάπαυση, ενώ η υπερήφανη βασανίζει η ίδια τον εαυτό της. Ο υπερήφανος δεν γνωρίζει την αγάπη του Θεού και βρίσκεται μακριά Του. Υπερηφανεύεται πως είναι πλούσιος η επιστήμων η ένδοξος, μα δεν ξέρει την τραγικότητα της φτώχειας και της απώλειας του, αφού δεν γνώρισε τον Θεό. Απεναντίας, εκείνον που αγωνίζεται εναντίον της υπερηφάνειας, τον βοηθάει ο Κύριος να νικήσει αυτό το πάθος.

*

Είναι αδύνατο ν' αγαπήσουμε και να γνωρίσουμε τον Κύριο, αν δεν ζήσουμε σύμφωνα με τις εντολές Του. Ο άνθρωπος όμως από μόνος του είναι ανίκανος να τηρήσει τις εντολές του Θεού. Γι’ αυτό ο Ιησούς είπε: Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν (Ματθαίος 7:7). Αν δεν ζητάμε, βασανίζουμε μόνοι μας τον εαυτό μας και χάνουμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

*

Στον αγώνα μας πρέπει να είμαστε ανδρείοι. Ο Κύριος αγαπάει την ανδρεία και συνετή ψυχή. Αν δεν έχουμε ανδρεία και σύνεση, τότε πρέπει να τα ζητάμε από τον Θεό και να υπακούμε στους πνευματικούς, γιατί σ’ αυτούς ζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο άνθρωπος μάλιστα, που ο νους του έπαθε βλάβη από δαιμονική ενέργεια, ιδίως αυτός πρέπει να υπακούει στον πνευματικό και να μην εμπιστεύεται καθόλου τον εαυτό του.

Οι ψυχικές συμφορές μας έρχονται από την υπερηφάνεια, ενώ τις σωματικές τις παραχωρεί πολλές φορές ο Θεός από αγάπη για μας, όπως έγινε με τον πολύαθλο Ιώβ.

Είναι πολύ δύσκολο να διαγνώσεις μέσα σου την υπερηφάνεια. Να όμως μερικά συμπτώματα: Αν σε προσβάλλουν δαίμονες η σε βασανίζουν κακοί λογισμοί, αυτό σημαίνει πως δεν έχεις ταπείνωση. Γι’ αυτό, έστω κι αν δεν αντιλήφθηκες την υπερηφάνεια σου, ταπεινώσου. Αν είσαι οξύθυμος η, όπως λένε, νευρικός, αυτό είναι αληθινή συμφορά. Κι αν πάσχεις από παροξυσμούς και φοβίες, θα γιατρευτείς με τη μετάνοια, με το ταπεινό φρόνημα και με την αγάπη για τον αδελφό σου, ακόμα και για τους εχθρούς. Οποίος δεν αγαπάει τους εχθρούς, σ’ αυτόν δεν έχει κατοικήσει ακόμα η χάρη του Θεού.

*

Στην πλάνη πέφτει κανείς είτε από απειρία είτε από υπερηφάνεια. Κι αν είναι από απειρία, ο Κύριος θεραπεύει γρήγορα αυτόν που πλανήθηκε. Αν όμως είναι από υπερηφάνεια, τότε θα υποφέρει για πολύν καιρό η ψυχή, ώσπου να μάθει την ταπείνωση, και τότε θα θεραπευθεί από τον Κύριο.

Στην πλάνη πέφτουμε όταν νομίζουμε πως είμαστε πιο συνετοί και έμπειροι από τους άλλους, ακόμα κι από τον πνευματικό μας πατέρα. Έτσι σκέφτηκα κι εγώ με την απειρία μου, και γι' αυτό υπέφερα. Ευχαριστώ βαθιά τον Θεό, γιατί έτσι με ταπείνωσε, με νουθέτησε και δεν πήρε το έλεος Του από μένα. Και τώρα σκέφτομαι πως χωρίς εξομολόγηση στον πνευματικό δεν είναι δυνατό ν’ απαλλαγούμε από την πλάνη, γιατί στον πνευματικό έδωσε ο Θεός τη χάρη του δεσμείν και λύειν.



Η κοινωνία με τον Θεό

Οποίος αγαπάει τον Κύριο, σκέφτεται πάντα Εκείνον. Η θύμηση του Θεού γεννάει την προσευχή. Αν δεν θυμάσαι τον Κύριο, τότε και δεν θα προσεύχεσαι• και χωρίς την προσευχή, δεν θα παραμείνει η ψυχή στην αγάπη του Θεού, γιατί η χάρη του Αγίου Πνεύματος έρχεται με την προσευχή.

Η προσευχή προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, γιατί ο νους, όταν προσεύχεσαι, είναι απασχολημένος με τον Θεό και στέκεται με ταπεινό Πνεύμα ενώπιον του Κυρίου, τον Οποίο γνωρίζει η ψυχή του προσευχομένου.

Ο αρχάριος όμως χρειάζεται χειραγωγό, επειδή η ψυχή, πριν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχει μεγάλο πόλεμο εναντίον των εχθρών και δεν μπορεί να διακρίνει η ίδια αν η γλυκύτητα που δοκιμάζει προέρχεται από τον εχθρό. Αυτό μπορεί να το διακρίνει μόνο εκείνος που γεύθηκε ο ίδιος το Άγιο Πνεύμα. Αυτός αναγνωρίζει τη χάρη κατά τη γεύση.

Οποίος θέλει να ασκεί την προσευχή χωρίς χειραγωγό και, μέσα στην υπερηφάνεια του, φαντάζεται πως μπορεί να τη διδαχθεί από τα βιβλία, αυτός βρίσκεται κιόλας στην πλάνη. Τον ταπεινό όμως τον προστατεύει ο Κύριος• έτσι, αν πράγματι δεν υπάρχει έμπειρος οδηγός, αυτός καταφεύγει στον υπάρχοντα πνευματικό, και ο Κύριος θα τον σκεπάσει χάρη στην ταπείνωση του. Σκέψου ότι στον πνευματικό ζει το Άγιο Πνεύμα, και αυτός θα σου πει το ωφέλιμο. Αν όμως σκεφτείς πως ο πνευματικός ζει με αμέλεια και διερωτηθείς, πως είναι δυνατό να έχει το Άγιο Πνεύμα; θα υποστείς εξαιτίας αυτής της σκέψης σου μεγάλο πειρασμό, και ο Κύριος θα σε ταπεινώσει και θα επιτρέψει να πέσεις σε κάποια πλάνη.

Η προσευχή δίνεται στον προσευχόμενο. Η προσευχή που γίνεται μόνο από συνήθεια, χωρίς καρδιά συντριμμένη για τις αμαρτίες της, δεν είναι αρεστή στον Θεό.

*

Ω άνθρωπε, μάθε την κατά Χριστόν ταπείνωση, και ο Κύριος θα σου χαρίσει να γευθείς τη γλυκύτητα της προσευχής. Κι αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, γίνε ταπεινός, γίνε εγκρατής, εξομολογήσου ειλικρινά και θα σε αγαπήσει η προσευχή. Γίνε υπάκουος, υποτάξου ευσυνείδητα στις αρχές, μείνε ευχαριστημένος με όλα, και τότε ο νους σου θα καθαριστεί από μάταιους λογισμούς. Να θυμάσαι πως σε βλέπει ο Κύριος, γι' αυτό πρόσεχε μήπως λυπήσεις με κάτι τον αδελφό• μην τον κατακρίνεις και μην τον στενοχωρήσεις ούτε μ' ένα βλέμμα, και το Πνεύμα το Άγιο θα σε αγαπήσει και θα σε βοηθήσει σε όλα.

Το Άγιο Πνεύμα μοιάζει πολύ με αγαπημένη, γνήσια μητέρα. Η μητέρα αγαπάει το παιδί της και πονάει γι' αυτό. Έτσι και το Άγιο Πνεύμα σπλαχνίζεται, συγχωρεί, θεραπεύει, νουθετεί και χαροποιεί. και αναγνωρίζεται το Άγιο Πνεύμα στην ταπεινή προσευχή.

Οποίος αγαπάει τους εχθρούς, αυτός γρήγορα θα γνωρίσει τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Οποίος όμως δεν τους αγαπάει - γι' αυτόν δεν θέλω ούτε καν να γράψω. Όμως τον λυπάμαι, γιατί βασανίζει τον εαυτό του και τους άλλους και δεν θα γνωρίσει τον Κύριο.

*

Στις Εκκλησίες τελούνται οι ιερές ακολουθίες και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σ’ αυτές. Η ψυχή, ωστόσο, είναι ο καλύτερος ναός του Θεού, και οποίος προσεύχεται εσωτερικά, γι' αυτόν όλος ο κόσμος έγινε ναός του Θεού. Αυτό όμως δεν είναι για όλους.

Πολλοί προσεύχονται προφορικά η προτιμούν να προσεύχονται με βιβλία. Και αυτό καλό είναι και ο Κύριος δέχεται την προσευχή τους. Αν όμως κανείς προσεύχεται και σκέφτεται άλλα πράγματα, ο Κύριος δεν εισακούει αυτή την προσευχή.

*

Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξαιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας. Όποιος αγαπάει τον Θεό, αυτός μπορεί να Τον σκέφτεται μέρα και νύχτα, γιατί το ν’ αγαπάς τον Θεό καμιά εργασία δεν το παρεμποδίζει.


Η αληθινή ελευθερία

Όλοι μας ταλαιπωρούμαστε στη γη και ζητάμε ελευθερία, μα λίγοι ξέρουν τι είναι η ελευθερία και που βρίσκεται.

Κι εγώ θέλω επίσης ελευθερία και την αναζητώ μέρα και νύχτα. Έμαθα πως βρίσκεται κοντά στον Θεό, και δίνεται απ’ Αυτόν σ’ όσους έχουν ταπεινή καρδιά, σ’ όσους μετανόησαν και έκοψαν το θέλημα τους ενώπιον του Κυρίου. Σ' οποίον μετανοεί, ο Θεός δίνει την ειρήνη Του και την ελευθερία να Τον αγαπάει. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο στον κόσμο από την αγάπη του Θεού και του πλησίον. Σ' αυτά βρίσκει η ψυχή ανάπαυση και χαρά.

*

Η καρδιά μου πονάει για όλον τον κόσμο και προσεύχομαι με δάκρυα γι' αυτόν, να μετανοήσουν όλοι και να γνωρίσουν τον Θεό, να ζήσουν με αγάπη και να γευθούν τη γλυκύτητα της ελευθερίας του Θεού.

Ω, όλοι οι άνθρωποι, προσευχηθείτε και κλάψτε για τις αμαρτίες σας, για να σας συγχωρήσει ο Κύριος. Όπου υπάρχει άφεση αμαρτιών, εκεί βρίσκεται η ελευθερία της συνειδήσεως και η αγάπη, έστω και λίγη.

*

Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Αυτή είναι η αληθινή ελευθερία: η αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον. Εδώ βρίσκεται και η ελευθερία και η ισότητα. Στην κοσμική τάξη είναι αδύνατο να υπάρξει ισότητα -αυτό όμως δεν έχει σημασία για την ψυχή. Δεν μπορεί να είναι ο καθένας βασιλιάς η άρχοντας, πατριάρχης η ηγούμενος η διοικητής. Μπορεί όμως ο καθένας, σε οποία τάξη κι αν ανήκει, ν' αγαπάει τον Θεό και να είναι ευάρεστος σ’ Εκείνον - κι αυτό είναι το σπουδαίο. Και όσοι αγαπούν περισσότερο τον Θεό στη γη, θα έχουν περισσότερη δόξα στη βασιλεία των ουρανών και θα είναι πιο κοντά στον Κύριο. Ο καθένας θα δοξαστεί κατά το μέτρο της αγάπης του.

Η θεία χάρη δεν αφαιρεί την ελευθερία, αλλά συνεργεί μόνο στην εκπλήρωση των εντολών του Θεού. Ο Αδάμ βρισκόταν στην κατάσταση της χάριτος, αλλά δεν του αφαιρέθηκε το αυτεξούσιο. Οι άγγελοι παραμένουν επίσης στο Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν τους έχει αφαιρεθεί η ελεύθερη βούληση.

*

Ο Κύριος έδωσε στη γη το Άγιο Πνεύμα• και όσοι το έλαβαν, αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους.

Ίσως πεις: Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη; Επειδή εσύ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού, αλλά ζεις σύμφωνα με το δικό σου θέλημα.

*

Παρατηρήστε εκείνον που αγαπάει το θέλημα του: δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή του και δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Γι’ αυτόν όλα γίνονται όπως δεν θα έπρεπε. Οποίος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπάει τον Κύριο.

*

Έτσι δόθηκε στον Θεό η Υπεραγία Παρθένος: Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου (Λουκ. 1:38).

Αν λέγαμε κι εμείς, Ιδού ο δούλος Κυρίου• γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου, τότε τα ευαγγελικά λόγια του Κυρίου θα ζούσαν στις ψυχές μας, η αγάπη του Θεού θα βασίλευε σ’ όλον τον κόσμο και η ζωή στη γη θα ήταν απερίγραπτα ωραία.

Αλλά μολονότι τα λόγια του Κυρίου ακούγονται τόσους αιώνες σ’ όλη την οικουμένη, οι άνθρωποι δεν τα καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να τα παραδεχθούν. Όποιος όμως ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αυτός θα δοξαστεί και στον ουρανό και στη γη.


ΔΑΠΑΝΗ Ν. Κ.
ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ

Η Θεολογία του Αγίου Σιλουανού του ΑθωνίτουΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ


Εισήγηση στο συνέδριο που οργανώθηκε το 1998 για τα εξήντα χρόνια από τον θάνατο τού Αθωνίτη αγίου Σιλουανού (1866-1938), στο Ρωμαιοκαθολικό κοινόβιο τού Bose (Βόζε) τής Βόρειας Ιταλίας. Δημοσιευμένο στο βιβλίο «Ο άγιος Σιλουανός τής Οικουμένης» εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ Ιανουάριος 2001.

Εξοχώτατοι, Πατέρες, Αδελφοί και Αδελφές, με βαθιά συγκίνηση ανέλαβα να εισηγηθώ το θέμα της θεολογίας του αγίου Σιλουανού. Η επιλογή του θέματος οφείλεται στο γεγονός ότι, με τη βοήθεια του πνευματικού του μαθητή και προσωπικού μου πνευματικού πατέρα, του αειμνήστου π. Σωφρονίου της μονής του Έσσεξ, έχω εκτιμήσει τον αγ. Σιλουανό, όχι μόνο ως χριστιανός και μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και ως ένας μαθητής και διδάσκαλος της θεολογίας, τελευταία δε και ως επίσκοπος. Ο αγ. Σιλουανός εξακολουθεί να είναι ο προσωπικός οδηγός μου στην πνευματική ζωή, επειδή η σκέψη του, με όλες τις πτυχές που διαθέτει, έχει κρίσιμη σημασία όχι μόνο γι' αυτούς που ζουν τη μοναχική ζωή, αλλά και για εκείνους που αφιερώνονται στον θεολογικό στοχασμό και μετέχουν στην ηγεσία της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Συνεπώς, θα σάς μιλήσω για τον αγ. Σιλουανό με ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης και εκτίμησης. Τι μου δίδασκε λοιπόν σχετικά με την θεολογία αυτός ο στάρετς;

Στην εποχή μας η θεολογία έχει ταυτισθεί με μια δραστηριότητα της διάνοιας και θεωρείται συνήθως ως ένας κλάδος της επιστήμης. Στην πρώτη Εκκλησία, ο τίτλος «θεολόγος» εφυλάσσετο για λίγους ανθρώπους (καθ' όσον γνωρίζουμε, έχει δοθεί μόνο στους αγίους Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και άγιο Συμεών τον Νέο θεολόγο), ενώ σήμερα χρησιμοποιείται για όλους όσοι κατέχουν το πτυχίο κάποιας Θεολογικής Σχολής, που το παίρνουν μετά από κάποιο χρόνο σπουδών. Στην περίπτωση του αγίου Σιλουανού φαίνεται να απουσιάζει εντελώς αυτό που ονομάζουμε «ακαδημαϊκή θεολογία». Ποτέ δεν σπούδασε σε Θεολογική Σχολή και ποτέ δεν έγραψε κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην θεολογική σπουδή και έρευνα. Δεν μπορεί λοιπόν να αποκληθεί «θεολόγος», μ' αυτή τη σύγχρονη έννοια της λέξης. Δεν υπάρχει λοιπόν κάτι που θα μπορούσε να ονομασθεί «θεολογία του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη»;

Η αναβίωση του μοναχισμού και η ανακάλυψη των Πατέρων της ερήμου και των επονομαζομένων «μυστικών» συγγραφέων της Εκκλησίας, έχει κάνει πολλούς ανθρώπους της εποχής μας να αντιδράσουν έντονα κατά της ακαδημαϊκής θεολογίας, που την θεωρούν τουλάχιστον περιττή, αν όχι και κακή και εχθρική για την πνευματική ζωή. Πολλοί γέροντες σήμερα συμβουλεύουν τα πνευματικά τους παιδιά να μην παίρνουν στα σοβαρά την ακαδημαϊκή θεολογία και να συγκεντρώνονται στην προσευχή και σε άλλες «πνευματικές» ασκήσεις. Ζούμε σε μια εποχή αυξανόμενης διχοτόμησης ανάμεσα στον νου και στην καρδιά, στην διανοητική εργασία και στην ασκητική ζωή. Όταν εγώ ήμουν φοιτητής, ήταν αδύνατο να βρεις έστω και μια αναφορά στους Πατέρες της ερήμου σε κάποιο από τα εγχειρίδια δογματικής (τα παραδείγματα του Ανδρούτσου και το Τρεμπέλα είναι αρκετά χαρακτηριστικά στην Ελλάδα, υποθέτω όμως πως μπορούν να βρεθούν παρόμοια και στην ρωσική δογματική θεολογία). Από την εμπειρία μου άλλωστε ως καθηγητής της Δογματικής σε ορθόδοξη Θεολογική Σχολή, έχω πολύ συχνά αντιμετωπίσει φοιτητές, οι πνευματικοί πατέρες των οποίων τους συμβουλεύουν να μην παίρνουν στα σοβαρά τις απόψεις των καθηγητών τους, αλλά να τις υποβάλλουν στην κρίση του γέροντά τους, που συνήθως δεν διαθέτει καμιά ακαδημαϊκή θεολογική παιδεία.

Αυτή η διχοτόμηση είναι λανθασμένη και επικίνδυνη. Αν και αληθεύει ότι η ακαδημαϊκή θεολογία και η ασκητική εμπειρία είναι δυο διαφορετικά πράγματα, δεν πρέπει ωστόσο να θεωρείται πως αποκλείει και αναιρεί το ένα το άλλο. Μπορεί δε να γίνει αυτό στο μέτρο που αρνούνται να απομακρυνθεί το ένα από το άλλο και να απολυτοποιήσουν την φύση και την λειτουργία τους στην Εκκλησία. Η Εκκλησία περιλαμβάνει μια ποικιλία χαρισμάτων, που κανένα δεν μπορεί να πει στο άλλο «δεν σε χρειάζομαι». Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από ιστορίες ασκητών, που οι εμπειρίες τους έχουν εμπνεύσει μεγάλους θεολόγους (ο άγιος Αντώνιος, παραδείγματος χάριν, παρουσιάζεται «θεολογικά» από τον άγιο Αθανάσιο, με τον ίδιο, λίγο πολύ, τρόπο που η ζωή του αγίου Σιλουανού παρουσιάζεται από τον πατέρα Σωφρόνιο), ενώ υπάρχουν περιπτώσεις όπου το ίδιο πρόσωπο συνδυάζει την ασκητική ζωή με μια ρωμαλέα ακαδημαϊκή σκέψη, όπως το διαπιστώνουμε π.χ. στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.

Συνεπώς, ένας ακαδημαϊκός θεολόγος μπορεί να αντλήσει πάρα πολλά από έναν ασκητή, όπως είναι ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Αν μάλιστα διαθέτει και δημιουργική σκέψη, μπορεί να παρουσιάσει τις ασκητικές εμπειρίες του υπό μορφή δογματικής θεολογίας. Αυτό μπορεί να γίνει στην περίπτωση του αγίου Σιλουανού, και αυτό ακριβώς θα προσπαθήσω να καταδείξω, υπογραμμίζοντας ορισμένα δογματικά θέματα, για τα οποία η σκέψη του αγίου Σιλουανού έχει ιδιαίτερη σημασία.



1. Το δόγμα της αγίας Τριάδος ή εν γένει του Θεού

Μία από τις ρήσεις του αγίου Σιλουανού, που διαφύλαξε ο π. Σωφρόνιος, είναι η ακόλουθη: «Είναι άλλο πράγμα να πιστεύεις στον Θεό και άλλο πράγμα να γνωρίζεις τον Θεό». Πώς λοιπόν γνωρίζουμε τον Θεό;

Έχουμε δύο ειδών γνώση: η μια είναι η γνώση για κάτι ή για κάποιον, η άλλη είναι η γνώση κάποιου προσώπου ή κάποιου πράγματος. Αν και μπορούμε εύκολα να μπερδέψουμε αυτά τα δύο είδη στο μυαλό μας, όμως διαφέρουν θεμελιωδώς. Η γνώση για τον Θεό μπορεί να αποκτηθεί μέσα από βιβλία ή ακόμη και αποκαλύψεις, ή απλώς από τη μελέτη της φύσεως, όπως ο Πλάτων έχει ήδη σημειώσει. Αλλά η γνώση του Θεού δεν μπορεί να επιτευχθεί δίχως προσωπική σχέση μαζί Του. Αυτό συγκεφαλαιούται σε δύο βασικές αλήθειες:

α) Ο Θεός γνωρίζεται μέσα από τις προσωπικές σχέσεις που συνθέτουν την ύπαρξή Του: δηλαδή, μόνο ως αγία Τριάδα. Δεν μπορείς να γνωρίσεις τον Θεό έξω από τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος γνωρίζει τον Εαυτό Του (αυτός είναι και ο λόγος που κανείς δεν μπορεί ποτέ να γνωρίσει την φύση του Θεού)· στην αντίθετη περίπτωση διακινδυνεύουμε να γνωρίσουμε κάτι άλλο ή κάποιον άλλον από τον Θεό, τον αληθινό Θεό. Τώρα, ο Θεός γνωρίζει τον Εαυτό Του ως Πατέρα, Υιό και Πνεύμα. Όπως παρατηρεί ο άγιος Αθανάσιος στην πολεμική του ενάντια στους Αρειανούς, αν ο Υιος δεν υπήρχε ανέκαθεν μαζί με τον Πατέρα, ο Πατήρ δεν θα γνώριζε τον Εαυτό Του, επειδή ο Υιος είναι η αλήθεια του Πατρός, στον οποίο, σαν σε καθρέφτη, ο Πατήρ βλέπει τον Εαυτό Του και έτσι Τον γνωρίζει. Ο Πατήρ γνωρίζει τον Εαυτό Του κοιτάζοντας στον καθρέφτη Του, που είναι ο Υιος. Όπως παρατηρεί ο απόστολος Παύλος, μόνο το Πνεύμα του Θεού γνωρίζει τον Θεό και τα βάθη της ύπαρξής Του. Συνεπώς, μόνο όταν εισέλθουμε σε μια δια-τριαδική προσωπική σχέση, δηλαδή, μ' άλλα λόγια, όταν γίνουμε δεκτοί ως υιοί του Πατρός, μέσω του Πνεύματος της υιοθεσίας που μας επιτρέπει να αποκαλούμε τον Θεό Πατέρα και να Τον γνωρίζουμε μ' αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε όχι τα  «σχετικά» με τον Θεό, αλλά τον Θεό.

Σύμφωνα με τον πατέρα Σωφρόνιο: «Τι νόημα μπορεί να έχει μια θεωρητική θεολογία για την αγία Τριάδα, αν δεν αισθάνεσαι την άγια δύναμη του Πατρός, την πλήρη ταπείνωσης αγάπη του Υιού, το άκτιστο φως του αγίου Πνεύματος;».

Ο άγιος Σιλουανός επιμένει ξανά και ξανά στην σημασία που έχει το άγιο Πνεύμα για την γνώση του Θεού. «Άγιο Πνεύμα ... Μου αποκάλυψες ένα ακατάληπτο μυστήριο». «Το άγιο Πνεύμα - λέγει - δίνει αοράτως την γνώση (του Θεού) στην ψυχή». Αυτή η γνώση ταυτίζεται με την ίδια την αγάπη του Θεού προς εμάς: «(Το άγιο Πνεύμα) μου έδωσε (την δυνατότητα) να γνωρίζω το πόσο ο Κύριος μας αγαπά», όπως λέγει αλλού. Αυτό μας οδηγεί στην δεύτερη αλήθεια όσον αφορά την γνώση του Θεού.

β) Η αγάπη προηγείται της γνώσεως, ή ακόμα καλύτερα: η αγάπη είναι γνώση και η γνώση είναι αγάπη. Ο πατήρ Σωφρόνιος αναφέρεται στο αξίωμα του Καρτέσιου «Cogito, ergo sum» (σκέφτομαι, άρα υπάρχω) και προτείνει, στην περίπτωση του αγίου Σιλουανού, να μεταβληθεί αυτό σε «αγαπώ, άρα υπάρχω». Αυτό ανατρέπει τον συλλογισμό του αγίου Αυγουστίνου, πάνω στον οποίο ο ίδιος και αργότερα ο Θωμάς Ακινάτης βασίζουν το επιχείρημά τους υπέρ του Filioque, δηλαδή, ότι δεν μπορείς να αγαπάς κάποιον ή κάτι αν κατ' αρχάς δεν τον (ή το) γνωρίζεις (ο συλλογισμός του αγίου Αυγουστίνου και του Θωμά είναι πως, αν ο Υιος είναι η γνώση του Θεού, τότε ο Υιος πρέπει να προηγείται του Πνεύματος). Ισχύει όμως το αντίστροφο: αν δεν αγαπάς, δεν γνωρίζεις. Όπως δε ο Θεός μας γνωρίζει, με το να μας αγαπά και με το να μας αποκαλύπτεται ως αγάπη, έτσι κι εμείς Τον γνωρίζουμε μόνο με το να Τον αγαπούμε και με το να αγαπούμε αυτούς που Αυτός έχει αγαπήσει.

Το θέμα αυτό της αγάπης, ως ο δρόμος προς την αληθινή γνώση, συνδέεται στην σκέψη του αγίου Σιλουανού με το αγαπημένο του μοτίβο για την αγάπη προς τους εχθρούς. Θα ήταν λάθος να κατανοήσουμε αυτή την ιδέα, στην οποία τόσο πολύ επιμένει ο άγιος Σιλουανός, ως ηθική αρχή. Για τον άγιο Πατέρα είναι βαθιά και αποκλειστικά θεολογική: πρέπει να αγαπούμε τους εχθρούς μας μόνο επειδή ο Θεός αγάπησε τους εχθρούς Του στο πρόσωπο του σαρκωθέντος Υιού Του. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γνωρίσουμε τον Θεό, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος που μας αποκαλύπτεται, δηλαδή ως αγάπη προς τους εχθρούς. Αυτή είναι μια θεολογική και όχι μια ηθική αρχή. Είναι ο δρόμος της γνώσεως του Θεού.

Με παρόμοιο τρόπο πρέπει να κατανοήσουμε και να εκτιμήσουμε την αγάπη που έδειχνε ο άγιος Σιλουανός στα φυτά και στα ζώα και στην οποία ο πατήρ Σωφρόνιος αφιερώνει μια μεγάλη παράγραφο. «Η καρδιά που έμαθε να αγαπά νιώθει έλεος για όλη την κτίση». Και αυτό επίσης πρέπει να κατανοηθεί θεολογικά: αγαπούμε τα κτίσματα επειδή τα έφτιαξε ο Θεός και υποφέρουν λόγω της δικής μας πτώσης.

Όσον αφορά την διδασκαλία περί Θεού, ο άγιος Σιλουανός έχει προηγηθεί από εμάς, τους σύγχρονους θεολόγους, στο θέμα της προσωπικής γνώσης. Θεωρούσε πως η αγία Τριάδα γνωρίζεται μόνο με τη βίωση της αγάπης και πως μας αποκαλύπτεται μέσω του αγίου Πνεύματος, που είναι Φως, επειδή ακριβώς είναι αγάπη. Η γνώση του Θεού είναι μια «πρόσωπο προς πρόσωπο» συνάντηση και, σύμφωνα με τον πατέρα Σωφρόνιο, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άγιος Σιλουανός ερχόταν σε επαφή με τον Θεό στην προσευχή του. Ο πατήρ Σωφρόνιος, έχοντας εμπειρία των ανατολικών θρησκειών, βρήκε στον άγιο Σιλουανό την αληθινή αποκάλυψη αυτού που αποκαλεί «υποστατική αρχή». Όταν το ανθρώπινο ον γίνεται υπόσταση, δηλαδή μια οντότητα ικανή να αγκαλιάζει, ιδιαίτερα με την προσευχή και την αγάπη του, τον Θεό και ολόκληρη την δημιουργία και να μιλά πρόσωπο προς πρόσωπο με τον Θεό και με τους άλλους, τότε εκπληρώνει το «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του Θεού» και εισέρχεται στην αιώνια ζωή. Η τριαδική θεολογία και η προσωπική ύπαρξη συμπίπτουν ως προς την εμπειρία της «υποστατικής αρχής», στην οποία ο πατήρ Σωφρόνιος είχε αφιερώσει, μέχρι το τέλος της ζωής του, πολλή δουλειά.



2. Χριστολογία

Στο κέντρο της σκέψης του αγίου Σιλουανού βρίσκεται η Χριστολογία, την οποία ο άγιος Πατέρας προσεγγίζει υπαρξιακά, και όχι τόσο σχολαστικά, όπως την γνωρίζουμε από τα δογματικά εγχειρίδια. Πιστός σε μια τυπικά ρωσική παράδοση, που μας θυμίζει τον Ντοστογιέφσκυ και άλλους Ρώσους στοχαστές, ο άγιος Σιλουανός προσεγγίζει τη Χριστολογία από την πλευρά της κενώσεως και τονίζει τον δρόμο του Σταυρού ως τον εμπειρικό τρόπο της σωτηρίας. Δεν μπορείς να πλησιάσεις την ζωή αν δεν πεθάνεις, όπως ο Χριστός πέθανε πριν αναστηθεί. Ο άγιος Σιλουανός ωθεί αυτό το θέμα στα όρια, κατά έναν πραγματικά ντοστογιεφσκικό τρόπο, με την περίφημη φράση του: «Κράτα τον νου σου στην κόλαση και μην απελπίζεσαι». [Σημείωση ΟΟΔΕ: Αν και στη Δύση, για τον Άδη και την Κόλαση χρησιμοποιείται η ίδια λέξη, για την ακρίβεια, η λέξη που χρησιμοποιήθηκε από τον Άγιο, είναι: "Άδη" και όχι "Κόλαση", μια σημαντική διαφορά που αν δεν την έχουμε υπ' όψιν μας, δεν κατανοούμε τι ακριβώς λέει εδώ ούτε ο άγιος Σιλουανός, ούτε ο σεβ. Ιωάννης. Γι' αυτό ας εκλάβουμε τις αναφορές εδώ στην "Κόλαση", με τη σωστή λέξη: "Άδης"]. Αυτή η φράση γίνεται απαίσια μηδενιστική έξω από την Χριστολογία. Αν ληφθεί έξω από το Χριστολογικό της πλαίσιο, μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκτονία. Η κόλαση είναι πέρασμα κι όχι προορισμός. Δεν έχουμε κληθεί να κατοικήσουμε εκεί. Δεν υπάρχει όμως παράδρομος που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε για να αποφύγουμε αυτό το πέρασμα, αν επιθυμούμε να φθάσουμε στον τελικό μας προορισμό, που είναι ο ουρανός και η βασιλεία του Θεού. Έτσι είναι τα πράγματα, επειδή ο ίδιος ο Χριστός πέρασε από αυτήν την εμπειρία. Η σκέψη είναι χριστολογική, και γι' αυτόν τον λόγο δεν οδηγεί στην απελπισία. Η νίκη του Χριστού πάνω στην κόλαση αποτελεί την προϋπόθεση της διάβασης μέσα απ' αυτή. Γίνεται έτσι μια αναστροφή της ακολουθίας θάνατος - ανάσταση: Τώρα προηγείται η Ανάσταση του Χριστού από την είσοδό μας στην κόλαση, και γι' αυτόν τον λόγο δεν μπορούμε να οδηγούμαστε στην απελπισία.

Αυτό το θέμα, όταν κατανοείται χριστολογικά, κάνει τις πνευματικές αρετές, όπως την ταπείνωση και την αγάπη, βαθιά θεολογικές. Κρατώντας τον νου σου στην κόλαση ταπεινώνεσαι, όχι ψυχολογικά, αλλά οντολογικά. Συμμετέχεις στην άβυσσο του μηδενός, όπου βρισκόσουν πριν ο Θεός σε φέρει στην ύπαρξη. Βιώνεις την απουσία του Θεού ως υπαρξιακό κενό και εκεί, σ' αυτό το κενό, συναντάς τον προγεννήτορά σου Αδάμ να κλαίει και να θρηνεί για την απώλεια του Παραδείσου (ένα θέμα τόσο αγαπητό στον άγιο Σιλουανό). Ταυτίζεσαι έτσι με όλη την ανθρωπότητα, ιδιαίτερα στην πεπτωκυία κατάστασή της, και ταυτιζόμενος μ' αυτήν στην πτώση της αποκτάς την αληθινή αυτογνωσία και παύεις να είσαι περήφανος για τον εαυτό σου - αυτή είναι αληθινή ταπείνωση -, ενώ την ίδια στιγμή νιώθεις συμπάθεια προς όλους εκείνους που σαν εσένα είναι αμαρτωλοί, συμπεριλαμβανομένων των εχθρών σου, και έτσι τους αγαπάς όλους, όχι συναισθηματικά αλλά υπαρξιακά, όχι υποχρεωμένος να το κάνεις αυτό λόγω κάποιας ηθικής επιταγής, αλλά συμμετέχοντας στη δική τους ύπαρξη, στον χωρισμό τους από τον Θεό, στον θάνατό τους. Ο Χριστός τα έπραξε όλα αυτά και δίχως αυτό το γεγονός η Χριστολογία θα παρέμενε κενό δόγμα.

Αυτή η κενωτική Χριστολογία, στην περίπτωση του αγίου Σιλουανού, χρωματίζει και το θέμα της μεταμόρφωσης, που βρίσκεται στο κέντρο της αθωνικής παράδοσης από την εποχή ακόμη των ησυχαστών. Αυτό είναι ενδιαφέρον τόσο από ιστορική όσο και από θεολογική άποψη. Το θέμα της κένωσης δεν φαίνεται να κυριαρχεί στους ησυχαστές του 14ου αιώνα. Βρίσκεται παρόν μυστικά, αλλά ο άγιος Σιλουανός το φέρνει στην επιφάνεια και το βάζει στο κέντρο. Αυτό τον κάνει να βρίσκεται πιο κοντά μας απ' ό, τι οι ησυχαστές του 14ου αιώνα. Η εποχή μας έχει μεγαλύτερη συνείδηση της τραγωδίας, του κενού και του μηδενός απ' ό, τι το Βυζάντιο. Την ίδια στιγμή αυτό το θέμα μπορεί να προστατεύσει το ησυχαστικό ενδιαφέρον για την Χριστολογία της Μεταμόρφωσης από τον κίνδυνο να κατανοηθεί μ' ένα θετικιστικό πνεύμα, ανάλογο μ' αυτό που υπάρχει στις ανατολικές θρησκείες. Αν η εμπειρία της Μεταμόρφωσης πρέπει να συνδυασθεί με την εμπειρία του Σταυρού - αυτό ακριβώς απαιτεί η ίδια η βιβλική διήγηση -, η συνέπεια αυτού του συνδυασμού θα είναι το ότι ο ασκητισμός δεν αποτελεί μια ατομική εμπειρία, αλλά μια μετοχή στην οδύνη ολόκληρου του κόσμου και πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να δούμε το άκτιστο φως από το να υποφέρουμε για τους άλλους και μαζί με τους άλλους. Αυτό θα έκανε την συμμετοχή στην εμπειρία της Μεταμόρφωσης του Χριστού ένα ζήτημα συμμετοχής στο πάθος του Χριστού, στην κάθοδό Του στον Άδη, στον τόπο του θανάτου, και όχι ένα ζήτημα εφαρμογής μιας συγκεκριμένης τεχνικής.

Η φράση του αγίου Σιλουανού «κράτα τον νου σου στην κόλαση και μην απελπίζεσαι» δεν είναι απλώς μια μέθοδος, αλλά ο χριστολογικός λόγος ύπαρξης (raison d’ être) του ασκητισμού. Ο ασκητισμός εμπνέεται και δικαιώνεται από τη Χριστολογία και όχι από την ηθική. Δίχως την Χριστολογία όλος ο χριστιανικός ασκητισμός θα γινόταν μια μαζοχιστική εμπειρία δαιμονικού χαρακτήρα.



3. Η διδασκαλία της Εκκλησίας

Υπάρχει κάποια εκκλησιολογία στην διδασκαλία του αγίου Σιλουανού; η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα εξαρτάται από το τι περιμένουμε να βρούμε κάτω από τον όρο «εκκλησιολογία». Φυσικά δεν υπάρχει κάποια συστηματική διατριβή για την Εκκλησία και, ακόμη περισσότερο, δεν περιμένουμε να βρούμε κάτι τέτοιο σ' έναν ασκητικό πατέρα, όπως ο άγιος Σιλουανός. Παρ' όλα αυτά υπάρχουν στοιχεία στην σκέψη και στην διδασκαλία του που αναφέρονται άμεσα η έμμεσα στο θέμα της Εκκλησίας και σ' αυτά θα στρέψουμε τώρα την προσοχή μας.

Υπάρχει κατ' αρχάς μια ισχυρή έμφαση στην οικουμενικότητα της Εκκλησίας ή καλύτερα στην καθολικότητά της. Η Εκκλησία, στην σκέψη του αγίου Σιλουανού, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια επέκταση της αγάπης του Κυρίου μας προς όλους, «για να σωθούν όλοι». Ο Αθωνίτης άγιος δεν είναι ικανοποιημένος από την προσωπική εμπειρία του για την αγάπη του Θεού προς αυτόν. Επιθυμεί, και το εκφράζει αυτό πολύ έντονα, να την δουν και να την γνωρίσουν και οι άλλοι. «Κύριε, δώσε το άγιό Σου Πνεύμα έτσι, ώστε οι πάντες να Σε γνωρίσουν εν αγίω Πνεύματι». «Κύριε, δώσε αυτήν την αγάπη Σου σ' ολόκληρο τον κόσμο». Ο άγιος Σιλουανός ζητά διαρκώς από τον Κύριο να αποκαλυφθεί σε όλους τους ανθρώπους. Γράφει για τον ασκητή του Κιέβου άγιο Παρθένιο, που επιθυμούσε να εισέλθει στο μυστήριο της μοναχικής ζωής, ότι η Θεοτόκος του είπε: «Αληθινός μοναχός είναι αυτός που μεσιτεύει για ολόκληρο τον κόσμο». Αυτό φέρνει την θεολογία του πολύ κοντά στη θεία Ευχαριστία, που είναι η πράξη της προσφοράς του Χριστού σε ολόκληρο τον κόσμο από την Εκκλησία.

Με αυτό σχετίζεται και το γεγονός ότι ο άγιος Σιλουανός τόνιζε πολύ την προσευχή για τους νεκρούς. Αυτό το θέμα είναι τόσο κεντρικό στην διδασκαλία του αγίου Σιλουανού, ώστε να είναι έτοιμος και να αντιτεθεί ακόμη στις απόψεις σημαντικών πνευματικών πατέρων, που εμφανώς υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς αλλά μόνο για τον εαυτό μας. «Όταν σταμάτησα να κλαίω για τους νεκρούς - μας λέει - έχασα αυτόματα και τα δάκρυα για τον εαυτό μου». Σχολιάζει τις απόψεις του ασκητή που του λέει: «θα ήθελα, αν μπορούσα να βγάλω από τον Άδη όλους όσοι βρίσκονται εκεί και τότε μόνο θα εύρισκε η ψυχή μου ανάπαυση και αγαλλίαση» (σελ. 506).

Αυτό πάλι είναι ένα θέμα εκκλησιολογίας. Ο άγιος Σιλουανός αναφέρει πως ο ασκητής που είπε τα παραπάνω λόγια έκανε την ίδια στιγμή μια χειρονομία για να συλλέξει στάχυα για θερισμό. Είναι μια εικόνα που μας οδηγεί στην ευχαριστιακή εμπειρία. Το θέμα είναι ευχαριστιακό, με κάθε έννοια. Κατά την Ευχαριστία, η Εκκλησία όχι μόνο προσεύχεται ζωηρά για τους νεκρούς, και μάλιστα στο κεντρικότερο σημείο της Αναφοράς, αλλά και την αντιλαμβάνεται ως κοινωνία ζώντων και τεθνεώτων.

Πολλά έχουν γραφτεί για την επιμονή που δείχνει ο άγιος Σιλουανός στην αγάπη προς τους εχθρούς. Σημειώσαμε παραπάνω ότι αυτό αποτελεί για τον άγιο ένα βαθιά θεολογικό θέμα. Πρέπει τώρα να προσθέσουμε ότι ταυτόχρονα είναι ευχαριστιακό και εκκλησιολογικό. Για τον άγιο Σιλουανό, «αν θέλεις να φυλάξεις τη νοερά προσευχή, πρέπει να αγαπάς αυτούς που σε έχουν προσβάλλει και να προσεύχεσαι γι' αυτούς, μέχρις ότου η ψυχή σου βρει την ειρήνη· και τότε ο Θεός θα σου χαρίσει την ακατάπαυστη προσευχή, επειδή η χάρη της προσευχής δίδεται σ' αυτούς που προσεύχονται για τους εχθρούς τους» (σελ. 532). Η συγχώρηση των εχθρών μας είναι τόσο ουσιαστική για την συμμετοχή μας στην Ευχαριστία, ώστε ο Κύριός μας να την καθιστά συνθήκη αυτής της συμμετοχής· το ίδιο δε κάνουν και οι Πατέρες, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στο υπόμνημά του για την Κυριακή Προσευχή, ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναίτης κλπ. Όλες οι αμαρτίες μπορούν να συγχωρεθούν με την εξομολόγηση πριν από την θεία Μετάληψη, αλλά αν κάποιος δεν συμφιλιωθεί με τους εχθρούς του και φυλάει στην μνήμη του το κακό που του έκαναν, δεν επιτρέπεται η συμμετοχή του στην Ευχαριστία. Η αγάπη των εχθρών είναι τόσο κρίσιμη για την Ευχαριστία, ώστε ο άγιος Σιλουανός να επιμένει τόσο πάνω σ' αυτό.

Ένα άλλο ενδιαφέρον θέμα, που σχετίζεται με την εκκλησιολογία, είναι η άποψη που έχει ο άγιος Σιλουανός για την μοίρα των αιρετικών. Σε ιστορίες από την ζωή του, όπως τις έχει εκδώσει ο πατήρ Σωφρόνιος, αναφέρεται στην γνώμη κάποιου πατρός Κασσιανού, ο οποίος συνήθιζε να λέει ότι όλοι οι αιρετικοί θα χαθούν. Ο άγιος Σιλουανός παρουσιάζεται να έχει απαντήσει πάνω σ' αυτό: «Δεν το ξέρω αυτό, αλλά πιστεύω μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Σ' αυτήν βρίσκεται η χαρά της σωτηρίας με την χριστοειδή ταπείνωση». Αυτή η θέση είναι πάρα πολύ σημαντική. Διαφέρει ριζικά από το ζηλωτικό πνεύμα που χαρακτηρίζει πολλούς μοναχούς, ακόμη και στο ίδιο το Άγιον Όρος, και εκφράζει μια ορισμένη θεολογική θέση όσον αφορά το λεπτό θέμα των ορίων της Εκκλησίας, παρόμοια με αυτήν που παίρνουν οι σύγχρονοι ορθόδοξοι θεολόγοι, σύμφωνα με την οποία το μόνο πράγμα που μπορούμε, ως ορθόδοξοι, με σιγουριά να πούμε, σχετικά με αυτούς που βρίσκονται έξω από την Εκκλησία, είναι ότι είμαστε σίγουροι για τη σωτηρία που προσφέρεται μέσα στην Εκκλησία, αποφεύγοντας έτσι να καταδικάσουμε οποιονδήποτε άλλον και αφήνοντας τον Θεό να κρίνει τελικά τους πάντες, και μαζί μ' αυτούς κι εμάς.

Τελικά, αξίζει να δούμε τι σκέφτεται ο άγιος Σιλουανός για την ιεροσύνη και ειδικά για τους επισκόπους της Εκκλησίας. Τους βλέπει ως φορείς της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και ικανούς «του δεσμείν και λύειν» αμαρτίες. Τους αποκαλεί ποιμένες, που έργο έχουν να συνάζουν τα διεσκορπισμένα πρόβατα για να τα θρέψουν πνευματικά. Είναι επίσης μεσίτες του λαού τους προς τον Θεό. Ο Κύριος τους αγαπά επειδή κι αυτοί αγαπούν τον λαό Του. Προτρέπει τους πάντες: «Ας κρατήσουμε, αδελφοί, την υπακοή στους ποιμένες μας και τότε θα έρθει η ειρήνη και το άγιο Πνεύμα θα μείνει μαζί μας». «Όποιος προσβάλλει ιερέα, καθυβρίζει το άγιο Πνεύμα που ζει μέσα του». «Τι να πούμε και για τους επισκόπους;» ερωτά. «Στους επισκόπους δόθηκε η μεγάλη χάρη του αγίου Πνεύματος· βρίσκονται πάνω απ' όλους και σαν αετοί ανεβαίνουν στα ύψη και από κει παρατηρούν το ατέλειωτο διάστημα και με θεολογική γνώση κυβερνούν τα ποίμνιά τους». Φαίνεται ότι ο άγιος Σιλουανός παρέμεινε ανεπηρέαστος από τις σύγχρονες ηθικιστικές στάσεις απέναντι στους ιερείς και τους επισκόπους. Γράφει λοιπόν: «Ίσως να αναρωτιέστε πως μπορεί ο τάδε επίσκοπος η ο δείνα πνευματικός πατέρας να έχει το άγιο Πνεύμα, αφού του αρέσει να τρώει και να έχει μάλιστα κι άλλες αδυναμίες; Θα σάς πω: Αυτό είναι δυνατό, αν δεν αποδέχεται τους κακούς λογισμούς. Λοιπόν, κι αν ακόμη έχει μια κάποια αδυναμία, αυτό δεν εμποδίζει την χάρη από του να ζει στην ψυχή του, όπως το ζωντανό δένδρο, κι αν ακόμη έχει κάποια ξερά κλαδιά, δεν το εμποδίζουν από του να φέρει καρπούς» (σελ. 439).

Σ' αυτό το ζήτημα ο άγιος Σιλουανός εκπροσωπεί μια τυπικά παραδοσιακή εκκλησιολογία, που χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα όλους τους μοναχούς της ορθόδοξης Εκκλησίας, και που απορρέει από μια ευχαριστιακή εκκλησιολογία, που βρίσκεται πίσω από την σκέψη και την μοναχική ζωή του.



Αυτές είναι λίγες παρατηρήσεις πάνω στην θεολογία του αγίου Σιλουανού. Κατά κανέναν τρόπο δεν εξαντλούν την θεολογική σημασία της σκέψης του. Για να συμπληρωθεί η εικόνα πρέπει να προστεθούν κι άλλες πτυχές, όπως αυτές που σχετίζονται ειδικότερα με την ανθρωπολογία. Ωστόσο, ό, τι ειπώθηκε, μας επιτρέπει να εξαγάγουμε κάποια βασικά συμπεράσματα, ιδιαίτερα όσον αφορά την σχέση ανάμεσα στην θεολογία και την ασκητική ζωή.

Η θεολογία είναι ο «λόγος» περί Θεού. Αυτός ο «λόγος» μπορεί να εκφραστεί με λέξεις, το περιεχόμενο όμως των οποίων και η πηγή τους δεν βρίσκεται στην διάνοια. Επηρεάζουν όλη μας την ύπαρξη. Η ασκητική παράδοση του αγίου Σιλουανού δεν ανήκει στον τύπο ασκητικής του Ευαγρίου, που τονίζει την κάθαρση του νοός. Ανήκει μάλλον στην ασκητική παράδοση που παρέλαβε και ανέπτυξε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και σε άλλες που μας φέρνουν, μέσω του ησυχαστικού κινήματος και του αθωνικού μοναχισμού, στην εποχή μας. Αυτό που τονίζεται σ' αυτήν την παράδοση είναι η κάθαρση της καρδιάς, που λειτουργεί ως κέντρο υπακοής και αγάπης. Η αγάπη γίνεται, σ' αυτήν την παράδοση, μια γνωσιολογική κατηγορία: μέσω της αγάπης γνωρίζουμε και οι ίδιοι γνωριζόμαστε μέσω της αγάπης του Θεού. Αυτός ο ασκητισμός της αγάπης οδηγεί σε μια θεολογία που μπορεί να αποδοθεί με λογικές έννοιες, όπως σχέσεις, κοινωνία, πρόσωπο κλπ. Συνεπώς, αυτή η θεολογία δεν είναι ανορθολογική, αλλά είναι μια θεολογία η οποία παράγει έννοιες που σκοπεύουν στην απελευθέρωση της ανθρώπινης διάνοιας από τον (στεγνό) ορθολογισμό, δίνοντάς μας έτσι τη δυνατότητα να περιλάβουμε στον λόγο μας για τον Θεό όλη μας την ύπαρξη, όπως αυτή σχετίζεται με άλλες υπάρξεις και ειδικά με τον ίδιο τον Θεό, Αυτόν που κατ' εξοχήν υπάρχει, τον Όντα.

Αυτού του είδους η θεολογία της κάθαρσης της καρδιάς από την πηγή όλων των παθών, δηλαδή από την φιλαυτία, περνά από τον Σταυρό του Χριστού, ο οποίος, κενούμενος από κάθε φιλαυτία και ταυτιζόμενος με τους άλλους μέχρι θανάτου, μας οδηγεί στην αποκάλυψη της ύπαρξης του Θεού ως αγίας Τριάδος αγαπημένων προσώπων, και έτσι μας θεώνει χαρίζοντάς μας το Άγιο Πνεύμα ως χάρη του Θεού, καθώς γνωριζόμαστε απ' Αυτόν εν Χριστώ, δηλ. αγαπώντας Τον όπως Αυτός πρώτος μας αγάπησε. Όλα αυτά βιώνονται στην κοινωνία που το Πνεύμα δημιουργεί ως Σώμα Χριστού, ως Εκκλησία. Έτσι, ο ασκητισμός δεν είναι κάτι παράλληλο προς την Εκκλησία, αλλά σε τελευταία ανάλυση είναι ο τόπος όπου καλλιεργείται και εξασκείται η ουσία της Εκκλησίας ως κοινωνία και αγάπη, μέσα από την πάλη ενάντια στα πάθη που εμποδίζουν την κοινωνία και την αγάπη από του να απαρτίσουν την Εκκλησία.

Η ασκητική θεολογία του αγίου Σιλουανού κινείται από την Τριαδική θεολογία στη Χριστολογία, στην Πνευματολογία και στην Εκκλησιολογία. Είναι μια θεολογία που εύκολα μπορεί να μεταφραστεί σε Δογματική. Είναι δε ο κατάλληλος καιρός, οι θεολόγοι να χρησιμοποιήσουν δημιουργικά αυτές τις πηγές, όπως τις χρησιμοποιεί αυτός ο τύπος των ασκητικών θεολόγων, έτσι ώστε το δόγμα να ξαναβρεί την υπαρξιακή του σημασία και να πάψει να είναι μια νεκρή διατύπωση που επαναλαμβάνεται από τους ειδικούς.
Είθε οι ευχές του αγίου Σιλουανού να μας οδηγούν στον δρόμο της αληθινής θεολογίας, που δεν είναι τίποτε άλλο από θέα και γνώση του Θεού, της ευλογημένης Τριάδος, μέσα από την αγάπη που συνδέει τα τρία θεία Πρόσωπα σε μια αδιάσπαστη ενότητα κοινωνίας, η οποία μας φανερώνεται και μας αποκαλύπτεται στον σαρκωθέντα Υιό, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, και μέσα από την κοινωνία της αγάπης που δημιουργήθηκε στην καρδιά μας από το Άγιο Πνεύμα, έτσι ώστε να Τον γνωρίζουμε όπως ακριβώς είναι, αγαπώντας όλα όσα είναι δικά Του, τους συνανθρώπους μας και όλη την κτίση μέσω της κοινωνίας του Σώματος του Χριστού, δηλαδή μέσω της Εκκλησίας.

Διακονία του πλησίον Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ





Πηγή: "Οικοδομώντας το ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας". Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας



Ο Χριστός είπε: "Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί έστε, εάν αγάπη έχετε εν αλλήλοις". Πρέπει να υπογραμμίσω ότι είναι απολύτως αναγκαίο να προσευχόμαστε για το καθετί για το οποίο έχουμε εντολή από τον Σωτήρα μας. Ο πατέρας Σιλουανός γράφει για το θέμα αυτό με έναν αξιοθαύμαστο τρόπο:

"Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Σε αυτό έγκειται η ελευθερία: στην αγάπη για τον Θεό και για τον πλησίον. Εδώ βρίσκεται και η ελευθερία και η ισότητα. Στην κοσμική τάξη είναι αδύνατον να υπάρξει ισότητα - αυτό όμως δεν έχει σημασία για την ψυχή. Δεν μπορεί να είναι ο καθένας βασιλιάς ή άρχοντας, πατριάρχης ή ηγούμενος ή διοικητής. Μπορείς όμως, όπου κι αν ανήκεις, να αγαπάς τον Θεό και να είσαι ευάρεστος σε Αυτόν, και αυτό είναι το σπουδαίο. Και όσοι αγαπούν περισσότερο τον Θεό στη γη, θα έχουν μεγαλύτερη δόξα στη Βασιλεία και θα είναι πιο κοντά στον Κύριο. Ο καθένας θα δοξαστεί κατά το μέτρο της αγάπης του.

Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται με την κατάκριση, την αργολογία και την ακράτεια. Όποιος αγαπά τον Θεό, αυτός μπορεί να τον σκέπτεται ημέρα και νύχτα, γιατί καμιά εργασία δεν παρεμποδίζει την αγάπη προς τον Θεό. Οι Απόστολοι αγαπούσαν τον Κύριο και ο κόσμος δεν αποτελούσε εμπόδιο γι' αυτήν την αγάπη τους, αν και τον σκέφτονταν τον κόσμο και προσεύχονταν γι' αυτόν και κήρυτταν. Στον Μέγα Αρσένιο ειπώθηκε: "Φεύγε τους ανθρώπους". Και όμως, το Πνεύμα του Θεού διδάσκει να προσευχόμαστε και στην έρημο για τους ανθρώπους και για όλον τον κόσμο.

Στον κόσμο αυτό ο καθένας έχει το λειτούργημά του: ο ένας είναι βασιλιάς, ο άλλος πατριάρχης ή μάγειρας ή σιδηρουργός ή δάσκαλος. Ο Κύριος όμως τους αγάπη όλους και θα δώσει το μεγαλύτερο βραβείο σε εκείνον που αγαπά περισσότερο τον Κύριο. Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή να αγαπούμε τον Θεό με όλη την καρδιά, με όλο το νου και με όλη την ψυχή. Αλλά χωρίς προσευχή, πώς είναι δυνατόν να αγαπάς; Γι' αυτό ο νους και η καρδιά του ανθρώπου πρέπει να είναι πάντα ελεύθερα για την προσευχή".

Αν μετά την πτώση η φύση μας έχει τάσεις αντίθετες προς την αγάπη του Θεού Πατρός και του Χριστού, πρέπει να αρνηθούμε το φυσικό μας θέλημα στην πτωτική του κατάσταση.

Αν δεν αφομοιώσουμε αυτή τη διάθεση να διακονούμε τους άλλους, όλα θα είναι άχρηστα. Για να αναγεννήσουμε τη φύση μας, την ομοίωσή μας με τον Θεό, πρέπει να κυριαρχεί στη ζωή μας η αρχή της διακονίας. Η διακονία των άλλων έχει μια σωτηριώδη δύναμη, πιο μεγάλη από τη θεωρητική θεολογία. Είναι δυνατόν κάποιος να είναι μεγάλος σοφός, να έχει ακαδημαϊκά διπλώματα, και να αγνοεί, παρ' όλα αυτά, τελείως την οδό της σωτηρίας.

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης Ο άγιος που είχε τον νου στον Άδη Εορτή: 24 Σεπτεμβρίου





Αναδημοσίευση από: https://el.orthodoxwiki.org
   



Ο Σιλουανός ο Αθωνίτης είναι μία από τις μεγαλύτερες σύγχρονες φυσιογνωμίες του αγιορείτικου και γενικότερα του ορθοδόξου μοναχισμού.

Ο Σιλουανός ο Αθωνίτης, κατά κόσμον Συμεών Ιβάνοβιτς Αντονώφ, χωρικός από την επαρχία Λεμπεντιάσκ της Ρωσίας, γεννήθηκε το 1866 και ήρθε στο Άγιο Όρος το 1892. Έλαβε τον μανδύα το 1896 και έγινε μεγαλόσχημος το 1911.

Γεγονότα που στάθηκαν σταθμοί στη ζωή του κατά κόσμον Συμεών ήταν η επιρροή που είχε από το άγιο παράδειγμα του πατέρα του. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Όσιος «Ποτέ δεν θύμωνε, ήταν πάντοτε μετρημένος και ήσυχος με μεγάλη υπομονή, διάκριση και πραότητα. Να, ένα τέτοιο γέροντα ήθελα να έχω!».

Ο Συμεών νέος και δυνατός όντας, εργαζόταν σ’ ένα κτήμα ενός πρίγκηπα, όταν ο Θεός οικονόμησε να πάει για προσκύνημα στον τάφο του Αγίου Ιωάννου Σεζένωφ του έγκλειστου. Τότε εκεί η ψυχή του δέχτηκε τη χάρη του Θεού και γεύτηκε την θεία αγάπη. Από τότε προσευχόταν θερμά και με πολλά δάκρυα και του γεννήθηκε για πρώτη φορά ο πόθος για μοναχικό βίο.

Όμως για τρεις μήνες, - τόσο διήρκεσε η χάρις στον νεαρό τότε Συμεών - επανήλθε στις διασκεδάσεις με τους φίλους του και έχασε τελείως την Θεία Χάρη και την προσευχή του. Σιγά-σιγά έπεσε στα δίκτυα του κόσμου τούτου και έφτασε να πίνει και βότκα σε σημείο μέθης μαζί με την παρέα του, ώσπου μια μέρα κτύπησε έναν νεαρό μέθυσο, σχεδόν μέχρι θανάτου.

Όμως η Θεομήτωρ επενέβηκε με θαυμαστό τρόπο σώζοντάς τον από το βούρκο που ζούσε και φέρνοντας τον σε πραγματική μετάνοια και αλλαγή τρόπου ζωής. Στον ύπνο του είδε να καταπίνει ένα μεγάλο φίδι και ταράχτηκε τόσο από την αηδία που ένιωσε, που πετάχτηκε πάνω τρομαγμένος. Τότε άκουσε τη φωνή της Θεοτόκου να του λέει: «Όπως δεν σου άρεσε που κατάπιες το φίδι, έτσι δεν μου αρέσουν κι εμένα τα έργα σου». Η γλυκιά και γεμάτη πόνο φωνή της Παναγίας μας τον συγκλόνισε και ήταν η αφορμή ν’ αλλάξει αμέσως τρόπο ζωής και να ξαναγεννηθεί στην ψυχή του ο πόθος για τον μοναχισμό που κράτησε και σε όλη τη στρατιωτική του θητεία.

Κατά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας επισκέφτηκε τον Άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης και εκεί αφήνοντας ένα ολιγόλογο γράμμα στον άγιο, ο Συμεών έλεγε: «Άγιε πάτερ θέλω να γίνω μοναχός. Προσευχηθείτε να μην με κρατήσει ο κόσμος». Έφυγε αλλά από εκείνη τη στιγμή άρχισαν να βουΐζουν γύρω του οι φλόγες του Άδη και αυτό το αισθανόταν από τότε σ’ όλη τη μετέπειτα μοναχική του ζωή. Μετά από λίγο μετάβηκε στο Άγιο Όρος και συγκεκριμένα στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα, όπου εκεί άρχισε ο μεγάλος αγώνας του. Αλλεπάλληλες μεταπτώσεις από τη Χάρη στην πλήρη εγκατάλειψη του Θεού, μαρτύριο ανείπωτο για όσους το βίωσαν. Χαρακτηριστικά έλεγε ο Άγιος ότι «αυτός που δέχτηκε την αγάπη του Θεού στην ψυχή του δεν αντέχει την εγκατάλειψη της Χάριτος και πονεί άχρι θανάτου».

Έτσι λοιπόν ο Άγιος Σιλουανός μέχρι να γίνει δοχείο της Χάριτος του Χριστού και να πληρωθεί Πνεύματος Αγίου πέρασε δια πυρός και σιδήρου: θλίψεις, απόγνωση, βίωσε το σκοτάδι της κολάσεως, βρέθηκε στα έγκατα του Άδη! Όταν έφτασε στα όρια της θλίψεως και το εξέφρασε με το να πει στον Θεό ότι είναι αδυσώπητος, τότε γεύτηκε και τη χάρη ως «πυρ καταναλίσκον» στην καρδιά του από τη στιγμή που είδε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και του είπε τον κορυφαίο λόγο «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι». Από τότε έκαιγε μέσα του ο άσβεστος πόθος, ο θείος έρωτας γι’ Αυτόν.

Η ευχή του Ιησού έκαιγε αδιαλείπτως στην ψυχή του, αφού του δόθηκε για τον ανδρείο αγώνα του από την ίδια τη Θεοτόκο! Πλέον τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα για όλο τον κόσμο και η καρδιά του πονούσε για όλη την κτίση, που ζούσε μακριά από τον Ποιητή και δημιουργό της. Η προσευχή του με πόνο βαθύ έβγαινε προς τον Θεό και έλεγε: «Δέομαι ουν σου Κύριε, ίνα γνωρίσωσίν Σε εν πνεύματι Αγίω πάντες οι λαοί της γης». Γι’ αυτό άλλωστε αγαπήθηκε πολύ ο Άγιος Σιλουανός από όλα σχεδόν τα έθνη και έγινε Παγκόσμιος Άγιος στις ψυχές όλων. Λίγες γραμμές δεν μπορούν να περιγράψουν τις αρετές ενός γίγαντα Αγίου, όπως την ανεξικακία του, την αγάπη του και ιδιαίτερα την αγάπη του προς τους εχθρούς, την αδιάλειπτη νοερά προσευχή του για όλα τα έθνη, τη χριστομίμητο ταπείνωσή του και την πλήρη υπακοή του σε κάθε αδερφό, όχι μόνο στον πνευματικό. Αρετές που ο Άγιος ήξερε να τις κρύβει πολύ καλά. Το 1915 βγήκε για λίγο από το Άγιο Όρος και επισκέφθηκε τα μοναστήρια της πατρίδας του.

Εκοιμήθει στις 24 Σεπτεμβρίου του 1938 και στις 26 Νοεμβρίου 1987 έγινε η επίσημη κατάταξή του στο αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.



Απολυτίκιον

Ήχος δ’

Χριστόν διδάσκαλον εν οδώ ταπεινώσεως προσευξάμενος έλαβες, μαρτυρούντος τού Πνεύματος, εν ση καρδία την λύτρωσιν, δια τούτο ασκήσεως ανεδείχθης συ οδηγός, ως φωτός θείου έμπλεως. Όσιε πάτερ Σιλουανέ, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.