Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2020

«Πίστη και Προσδοκία της Ανάστασης» κατά τον όσιο Σωφρόνιο τον Αγιορείτη (Έσσεξ)Χριστίνα Κατζουράκη, Ιατρός, Θεολόγος, Mr Θεολογίας


«Η ευλογία του Θεού να είναι με όλους σας, και ας ετοιμασθούν οι ψυχές σας για την ένδοξη μετάβαση στον άλλο κόσμο με την πλήρη ελπίδα, με την αδίστακτη πίστη στην ανάστασή μας…Η πίστη του ανθρώπου αποτελεί μεγάλη δύναμη που καταρτίζει τον ίδιο…Να δώσει σε όλους σας ο Κύριος την πίστη αυτή»[1].
Τον λόγο αυτό απευθύνει με επιστολή του, ο Άγιος Σωφρόνιος, σε οικείο του πρόσωπο, μα και σε όλους εμάς, στους ανθρώπους κάθε εποχής, προτρέποντάς μας ασταμάτητα: σε έναν κόσμο όπου όλα μεταβάλλονται, είναι απόλυτα αναγκαίο εμείς να αναζητάμε το αμετάθετο Είναι.Σε συνθήκες ενός κόσμουόπου όλα αδιάκοπα σαλεύονται, εναποθέτοντας με την πραγματικότητά του αυτή, επάνω μας όλο το δυσβάστακτο βάρος του, εμείς πρέπει να αναζητούμε το ασάλευτο[2]. Να αναζητούμε την ανάστασή μας για την αιωνιότητα, που γεννά μέσα μας τη σκέψη για το μη σαλευόμενο[3].Την «ασάλευτον Βασιλεία» (Εβρ. 12,28), την οποία, ο άγιος Σωφρόνιος αντιμετωπίζει σαν τρόπο εκδήλωσης της Θεότητας, δηλαδή σαν Θείο ιδίωμα.
Η Ανάσταση του Χριστού. Γεγονός μοναδικό, που όμως μέσα στην μοναδικότητά του κρύβει την ανάσταση του ανθρώπου. «Πρόκειται για μας τους ίδιους, για τη δική μας ανάσταση»[4].

«Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν». Πίστη και προσδοκία, εν Αγίω Πνεύματι. Η  ζωοποιός δύναμη, η ικανή να δεχθεί τη ζωή. Και πού βρίσκεται η δημιουργική αυτή δύναμη; Στην προσευχή «παρ΄ελπίδα επ’ ελπίδι» (Ρωμ.4,18). «Αν ζούμε με την προσευχή, τότε πρέπει να αυξάνει διαρκώς μέσα μας η ενέργεια του Θείου Πνεύματος της ασάλευτης Ζωής». Πίστη και προσδοκία. «Πιστεύω», η λέξη με την οποία αρχίζει το Σύμβολο της Πίστεως. «Προσδοκώ» μια λέξη άλλης τάξεως με την οποία τελειώνει. «Όχι μόνο πιστεύω, αλλά και αναμένω». «Αυτή η ίδια η αναμονή- προσδοκώ ανάστασιν- είναι ήδη ενέργεια, που οπωσδήποτε και απαρέγκλιτα θα μας αναστήσει». «Όταν πραγματικά αναμένουμε την ανάσταση των νεκρών, τότε εκεί κρύβεται ενέργεια, δύναμη που θα μας αναστήσει…»[5].
«Έτσι πρέπει να ζούμε: με το “προσδοκώ”. Διότι η ενέργεια της Αναστάσεως βρίσκεται στην πίστη». «Αν εμβαθύνετε στην προσδοκία της αναστάσεως των νεκρών, ελπίζω ότι ο καθένας θα διαισθανθεί ότι περιμένουμε την ανάσταση των νεκρών, διότι για μας πραγματικότητα είναι η αυθεντική πραγματικότητα του Αιωνίου Είναι. Αν, λοιπόν, έχουμε την προσδοκία αυτή, η ενέργειά της οπωσδήποτε θα μας αναστήσει, με άγνωστο τρόπο»[6].
Προσδοκούμε την Ανάσταση εκ των νεκρών. Προσδοκούμε μετοχή στην αιώνιο ζωή, αυτήν την «άλλη» μορφή του είναι. Την μοναδική αδιάστατη πράξη του πληρώματος του είναι, που περιπτύσσεται όλη την έκταση του χρόνου, δίχως η ίδια να έχει έκταση, ούτε να εμφανίζεται ως συνέχεια του χρόνου στο ατελεύτητο. Στην τελική έκβαση της ζωής μας δεν θα υπάρχει πλέον χρόνος, που αποτελεί μορφή της ευμετάβλητης υπάρξεως, όπου εμπεριέχεται το στοιχείο του πάθους[7].Το περιεχόμενό της θα αλλάξει και θα γεμίσει με την ατελεύτητη δύναμη της ζωής του Ίδιου του Θεού. Θα αποκτήσουμε με σύνεση, μέσα μας την Άκτιστη Ενέργεια, η οποία κατά τη φύση της ανήκει μόνο στον αιώνιο Θεό και αποτελεί το αιώνιο Είναι, υπερβαίνοντας την κατάσταση της δημιουργίας η οποία αποτελεί διαδικασία που εμείς ονομάζουμε χρόνο. Εδώ δεν εφαρμόζονται οι έννοιες της εμπειρικής πραγματικότητας, της έκτασης και της διαδοχικότητας, της αρχής και του τέλους, του πριν και του μετά[8]. «Η αιωνιότης δεν έχει διάρκειαν, καίτοι περιβάλλει πάσας τας εκτάσεις των αιώνων και του κοσμικού χώρου. Δυνάμεθα να ομιλώμεν περί αυτής ως “περί αιωνίου στιγμής”, ήτις δεν υπόκειται εις ορισμόν ή καταμέτρησινχρονικήν, διαστημικήν ή λογικήν. Εν αυτή τη ανεξιχνιάστω αιωνία στιγμή, και ημείς, κατά την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, θα περιλάβωμεν εν αγάπη την πληρότητα της απ’ αιώνος κτίσεως διά μιας στιγμιαίας, αθανάτου πράξεως όλης ημών της υπάρξεως. Και τότε ο Θεός θα είναι τα πάντα εν πάσι»[9]. Η ψυχή «βλέπει» με το άγιο Πνεύμα όλο τον  κόσμο, απ’ αρχής μέχρις εσχάτων, τον Αδάμ παγγενή και τον αγκαλιάζει με αγάπη, ξεφεύγοντας από τα όρια του πρόσκαιρου και του υλικού, και πραγματώνοντας την «εικόνα και ομοίωση» Θεού, στην οποίαν ανήκει η αιωνιότητα. Μετέχοντας στην αιώνια Ζωή το κτίσμα, νικώντας τον θάνατο, εν τω Αναστάντι Χριστώ, γίνεται αιώνιο επίσης, όχι μόνο με την έννοια της απεριόριστης παράτασης της ζωής του, αλλά και με την έννοια ότι γίνεται άναρχο, όχι κατ’ ουσίαν, αλλά κατά χάριν, ως κοινωνία με την αϊδιο Ενέργεια- Αγάπη του Θεού. Γιατί η σφαίρα της Θείας υπάρξεως στην οποία μπαίνει, δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλοςΗ Αγάπη αυτή «ως άναρχος και αμετάθετος ζωή του Τριαδικού Θεού διά της ενοικήσεως αυτής εν ημίν, δεν καθιστά ημάς μόνον αθανάτους, υπό την έννοιαν ότι η ύπαρξις ημών θα παρατείνηται εις τους αιώνας, αλλά και “ανάρχους”, διότι και η ενδοτριαδική Αγάπη είναι καθ’ εαυτήν άναρχος. Το ΄άκτιστον Φως, συγκαταβαίνον εις τον άνθρωπον, δίδει εις αυτόν την ζώσανπείραν της Αγάπης ταύτης. Η ενέργεια αυτής υπερνικά τον πλήξαντα ημάς θάνατον και βιούται ως εκ νεκρών ανάστασις εις νέαν, άναρχον πλέον ζωήν»[10].

Αυτή η δύναμη της «προσδοκίας» προσεγγίζεται από τον άγιο Σωφρόνιο και από την αρνητική, την αντίθετή της όψη. Την απόγνωση. Ως απουσία της συνειδήσεως της προσδοκίας. Για τον άγιο η απόγνωση «είναι η απώλεια της συνειδήσεως εκείνης, την οποία θέλει ο Θεός ως προϋπόθεση για να μας δωρίσει την άναρχη ζωή Του»[11]. Έτσι ο άνθρωπος ζει την απόγνωση ως μεγάλη αμαρτία και πάθος, αρνούμενος εκείνο που ο Θεός ετοίμασε για μας[12] και καταδικάζοντας μόνος του τον εαυτό του σε θάνατο[13]. «Ακριβώς εν αυτή τη αυτοκαταδίκη εις πλήρη μετά θάνατον εκμηδένισιν έγκειται η πνευματική ουσία της απογνώσεως»[14].
Αιώνια ζωή είναι η πνευματική ζωή. Η ειρήνη της καθαρής σκέψης και του ήθους στην αδιαίρετη ενότητά τους, με έννοια όχι ψυχολογική, δηλαδή ως υποκειμενική εμπειρία, αλλά έννοια οντολογική, δηλαδή ως τον Νου και την Αγάπη του Χριστού. «Αγάπη στη Σοφία και Σοφία στην Αγάπη. Κι’ αν αυτό ανταποκρίνεται στην αλήθεια, τότε αυθεντικά αιώνιος είναι ο Μόνος Θεός, ενώ εμείς μόνο κατά το μέτρο που μένουμε στον Θεό και ο Θεός σε μας»[15].
Το απ’ αιώνος απόκρυφον Μυστήριον της Θείας Αγάπης γνωρίζουμε στη Θεία Λειτουργία. «Εν αυτή ζώμεν όντως τον τύπον της αναστάσεως» και «αύτη σβεννύει την δίψαν του πνεύματος ημών δι’ άλλου ύδατος, «αλλομένου εις ζωήν αιώνιον(Ιωαν. 4,14)»[16].
Ωστόσο, κατά τον άγιο Σωφρόνιο, η μετοχή  στη χαρά της Αναστάσεως προϋποθέτει την μετοχή στην ζωή του Κυρίου και την ομοίωσή μας με Αυτόν,«διά της κοινωνίας εις τα παθήματα του Χριστού υπέρ ημών. Συμμετέχοντες εις την επίγειονζωήν του Κυρίου αποκτώμεν την Θείαν αιωνιότητα, την πεπληρωμένην αγάπης»[17]. Έτσι μόνον αν, κατά την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, αποκτήσουμε πείρα στη δική μας ζωή των καταστάσεων του Ιησού Χριστού στο Μυστικό Δείπνο, στη Γεθσημανή, στα κριτήρια του Άννα, του Καϊάφα και του Πιλάτου, αν μετέχουμε στην άρση του Σταυρού Του, στους βασανισμούς , τους εξευτελισμούς και το μαρτύριο της ανθρωποεγκαταλείψεως μα κυρίως της Θεοεγκαταλείψεως και στην Κάθοδο στον Άδη, βιώνοντας έτσι την πλήρη εν μετανοία κένωσή μας, μπορούμε να δεχθούμε την μετάδοση της πείρας της Αναστάσεως[18]. Μόνο αν, διά της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος προσεγγίσουμε πνευματικά την αίσθηση του θανάτου του Χριστού, θα προσεγγίσουμε συνάμα και την δύναμη της Αναστάσεώς Του, φθάνοντας «τα τέλη των αιώνων» και ψηλαφώντας την Θεία Αιωνιότητα[19]. Διά του ζωοποιού πόνου και των παθημάτων οδηγούμαστε στην μετάνοια και στην αναγεννητική προσευχή της μετανοίας, η οποία μας οδηγεί «βραδέως εις ενεργόναίσθησιν της αναστάσεως της εαυτού ψυχής»[20], αυξάνοντας διαρκώς μέσα μας η ενέργεια του Θείου Πνεύματος, της ασάλευτης Ζωής[21] και τότε: «Ει ουνσυνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός έστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος(Κοριν. 3,1)»[22].

Συχνή είναι η αναφορά του αγίου Σωφρονίου στην διαπίστωση πως τη χαρά της Αναστάσεως τη γευόμαστε, για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα[23], ίσως για λίγες μόνο ώρες. Το γεγονός αυτό είναι, κατά κάποιο τρόπο, γεγονός μη αναμενόμενο, που αντλεί όμως την πραγματικότητά τουαπό τον προσανατολισμό του ίδιου του Ευαγγελικού μηνύματος.Η Ευαγγελική υπόσχεση και προσδοκία οδηγεί στο απόλυτα ασάλευτο της Βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Οδηγεί στην αιωνιότητα,που γεννά μέσα μας τη σκέψη για το μη σαλευόμενο, το αμετάθετο.Όμως,«η εμπειρία της ζωής αυτής έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με την ιδέα μας για το ασάλευτο Είναι. Ωστόσο αυτό υπάρχει»[24]. Όλα ρέουν στην ζωή μας μέσα σε συνεχείς αλλαγές, εξασθενώντας την εμπειρία της σταθερότητας του αμετάθετου.Και μόνο βαδίζοντας, την Οδό του Κυρίου, σιγά, ταπεινά, υπομονετικά, κενωτικά, οδηγούμαστε «εκεί, όπου ο Κύριος είναι» και όπου καλεί τον Εκείνου διάκονο. Εξ’ άλλου, κατά τρόπο παράδοξο,το Πάσχα για μερικούς, διαπιστώνει ο άγιος Σωφρόνιος, είναι καιρός δοκιμασίας, που γίνεται αισθητή ως κάποιο κενό στο είναι, ως εξουσιαζόμενο από τον θάνατο. «Να, ήρθετο Πάσχα, κι όμως μένω στον θάνατο των παθών». Ναι, ίσως αυτό συμβαίνει. Όμως, κατά τρόπο απόλυτο η πάλη μας κατά των παθών θα πρέπει να διαπνέεται από την βεβαιότητα πως τίποτα τελικό δεν υπάρχει εκτός από τον Χριστό. Να διαπνέεται από την πίστη και την προσδοκία-αναμονή της αναστάσεως[25].
Το Πάσχα, που γιορτάζουμε προς το παρόν δεν είναι το άνω, είναι Πάσχα μερικό. Τύπος μόνο εκείνου του Αιωνίου, και δεν μπορούμε ακόμη να φθάσουμε στην τέλεια απόλαυση της χαράς[26]. Η ενέργεια της Αναστάσεως υπάρχει μέσα μας όχι όμως ακόμη με συντριπτικό τρόπο, όχι ακόμη ως κάτι το απόλυτα στέρεο[27]. Και μόνον όταν «ο Θεός έσται τα πάντα εν πάσι»(ΆΚορ. 15,28), τότε κι εμείς θα καταστούμε μέτοχοι της αιωνιότητος, όχι πλέον «εκ μέρους» και για σύντομο χρόνο, αλλά στην πληρότητα. Τότε μόνο θα καταστεί δυνατή η χαρά που δεν σκιάζεται από τίποτε[28].
«“Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος Αυτού ουκέτι κυριεύει” (Ρωμ. 6,9). Η νίκη Αυτού εν τη αιωνιότητι είναι βεβαία. Και το πνεύμα προσεύχεται εν ημίν:
Ο Κύριος μου και ο Θεός μου…
Νυν, Κύριε Ιησού Χριστέ, κατά την δωράν της ανεξιχνιάστου δυνάμεως καιευδοκίας Σου προς ημάς και εγώ μεταβαίνω εκ του θανάτου εις την ζωήν»[29].

Παραπομπές:

[1] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Γράμματα στή Ρωσία, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2009, σελ. 132.
[2] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Γράμματα, σελ. 75.
[3] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας, τομ. Β’, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2013, σελ. 261.
[4] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 261.
[5] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Γράμματα, σελ. 75-78.
[6] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 40, 262, 275.
[7] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Εσσεξ Αγγλίας 2004, σελ. 256-257.
[8] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Γ’, σελ. 76.
[9] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθατόν Θεόν καθώς ἐστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Εσσεξ Αγγλίας 1992, σελ. 173.
[10 ]Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 315, ο Γέροντας Σιλουανός, σελ. 161.
[11] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 41.
[12] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Γ’, σελ. 78.
[13] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 41.
[14] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 416.
[15] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 256-257.
[16] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 363.
[17] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 354.
[18] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 354.
[19] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 388.
[20] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 389.
[21] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Γ’, σελ. 75.
[22] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 354.
[23] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 223, 262.
[24] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 262.
[25] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας,τομ. Β’, σελ. 278.
[26] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 257.
[27] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 268.
[28] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Ἀγώνας Θεογνωσίας, σελ. 257.
[29] Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα, σελ. 389.

Η ευγνωμοσύνη σύμφωνα με τη διδασκαλία του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου Κωνσταντίνος Κίνας, Θεολόγος – Νομικός


Ένα από τα χαρακτηριστικά πολλών σύγχρονων ανθρώπων είναι το ανικανοποίητο, δηλαδή η δυσκολία να αισθάνεται  κανείς ικανοποιημένος από την ζωή του γενικά.   Παρατηρείται το φαινόμενο πρόσωπα που  εξωτερικά τα έχουν όλα (υγεία, επαγγελματική καταξίωση, οικογενειακή συνοχή, οικονομική ανεξαρτησία) να υποφέρουν από αίσθημα ανεπάρκειας και να επιζητούν ακόμη περισσότερα. Θεολογικά ερμηνεύεται γιατί σύμφωνα με την χριστιανική ανθρωπολογία ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’εικόνα και καθ’ομοιωση του Θεού. Ο πεπερασμένος και σχετικός άνθρωπος έχει μέσα του την ροπή προς τον άπειρο και απόλυτο Θεό και δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με τίποτα άλλο εκτός από την ένωση με τον Τριαδικό Θεό, που αποτελεί τον σκοπό της ζωής του.
 Βέβαια αυτό από μόνο του είναι εντυπωσιακό, καθώς  ο σημερινός άνθρωπος έχει ασύγκριτα καλύτερες συνθήκες ζωής σε σχέση με προγενέστερες εποχές.  Εξάλλου, το χαρακτηριστικό αυτό που συχνά εκτείνεται μέχρι το βαθμό ψυχοπαθολογικής κατάστασης με τη μορφή ψυχικών ασθενειών (κατάθλιψη, αυτοκτονίες) εντοπίζεται κυρίως στις κοινωνίες του  προοδευμένου κόσμου που διαθέτει οικονομική, τεχνολογική και πολιτική  ευημερία. Παρατηρείται δηλαδή το παράδοξο φαινόμενο μια μικρή πλειοψηφία ανθρώπων που λογικά θα έπρεπε να αισθάνεται προνομιούχα  συγκριτικά με τους ανθρώπους των υπόλοιπων περιοχών του πλανήτη και των προηγούμενων εποχών να ταλανίζεται από το αίσθημα του ανικανοποίητου και είτε να εκφράζει παράπονα είτε να κατατρύχεται εσωτερικά για την τύχη της σε ατομικό κυρίως επίπεδο.
Το Άγιο Πνεύμα ζωοποιεί αδιάκοπα όχι μόνο την Εκκλησία και τα τέκνα της, αλλά και όλο τον κόσμο, καθώς και ολόκληρη την κτίση. Μας θεραπεύει από τις συνέπειες της πτώσης, μας αναγεννά και μας αγιάζει. Τα κάνει όμως όλα αόρατα σαν κάποιος μυστικός θαυμαστός φίλος, που δεν θέλει να μας επιβαρύνει με την ευγνωμοσύνη προς Αυτόν, γιατί γνωρίζει ότι στην παρούσα κατάσταση μας το ευγενικό αίσθημα της ευγνωμοσύνης γίνεται φορτίο[1]. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί και η συναφής διδασκαλία του άλλου αθωνίτη αγίου της εποχής μας, του αγίου Παϊσίου. Με τον χαρακτηριστικό του τρόπο τονίζει σχετικά: «Ο Χριστός έχει αρχοντιά. Ο Θεός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, γιατί δεν έκανε δούλους, αλλά υιούς. Φαίνεται τι κάνει κανείς με την καρδιά του. Φαίνεται καθαρά το πολύ φιλότιμο[2]».

Παρουσιάζει ενδιαφέρον αναφορικά με το ζήτημα η διδασκαλία του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, ενός  σχετικά νέου αγίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας (1866-1938). Ως πηγή χρησιμοποιούνται οι Γραφές του αγίου, δηλαδή οι χειρόγραφες σημειώσεις, που περιλαμβάνονται στο συγκλονιστικό βιβλίο «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», που συνέγραψε ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ο κορυφαίος   Θεολόγος και Εκκλησιαστικός Πατέρας της εποχής μας.  Αξίζει να αναφερθεί το γεγονός ότι το ζήτημα του να είναι κανείς ευχαριστημένος με τη ζωή του συνήθως δεν τονίζεται όσο πρέπει, παρόλο που κατέχει κεντρική θέση στο ήθος της Εκκλησίας και στη χριστιανική ζωή. Σπάνια αναφέρεται ρητά ακόμη και στη διδασκαλία των πατερικών κειμένων.
Αν θέλαμε να κάνουμε μια σύντομη βιβλική θεμελίωση της αρετής αυτής θα αναφέραμε την ευαγγελική διήγηση του θαύματος της θεραπείας των δέκα λεπρών από τον Ιησού. Αμέσως μετά την πιστοποίηση της ίασης επέστρεψε μόνο ό ένας, για να εκφράσει την ευχαριστία του στον ευεργέτη του. Τότε ο Χριστός εκφράζει παράπονο για την εκδήλωση αγνωμοσύνης των υπολοίπων και αναρωτιέται  πού είναι οι άλλοι εννέα;
Ο απόστολος  Παύλος προτρέπει: «πάντοτε χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε[3]». Ο ίδιος σε άλλο σημείο αποκαλύπτει ότι «ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις,  πρᾳότης, ἐγκράτεια[4]».  Επιπρόσθετα, ο απόστολος  Ιούδας υποστηρίζει ότι είναι ασεβείς και αρνητές του Χριστού   όσοι είναι «μεμψίμοιροι και γογγυσταί[5]».
Ο άγιος Σιλουανός θεωρεί ως προϋπόθεση της καθαρής προσευχής το να είναι κανείς ευχαριστημένος με όλα. Τότε ο νους του μπορεί να καθαριστεί από τους μάταιους λογισμούς[6]. Με ποιον τρόπο όμως θα επιτευχθεί το αίσθημα ικανοποίησης; Με την κατά Χριστό ταπείνωση η ζωή γίνεται εύκολη και ευχάριστη και όλα αποβαίνουν προσφιλή στην καρδιά[7].
Για την σωτηρία είναι αναγκαίο να ταπεινωθεί ο άνθρωπος, διότι τον υπερήφανο ακόμη κι αν τον τοποθετήσουν με την βία στον παράδεισο, και εκεί δεν θα βρει ανάπαυση   και δεν θα είναι ευχαριστημένος, αλλά θα λέει «Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση»;       Η ταπεινή όμως ψυχή είναι πλήρης αγάπης και δεν επιζητεί πρωτεία, αλλά επιθυμεί για όλους το αγαθό και είναι ευχαριστημένη με όλα[8].
Ο άγιος επίσης συνδέει την ευγνωμοσύνη με την ψυχική ειρήνη. Σε περίπτωση κάποιας αποτυχίας ο πιστός οφείλει να παραδίδεται στο θέλημα του Θεού με ταπείνωση και προσευχή. Έτσι ο  Κύριος  ανακουφίζει τον πόνο και η ψυχή αισθάνεται την εγγύτητα του Θεού και μένει ενώπιον του Θεού  πλήρης χαράς και ευγνωμοσύνης[9]. Αν όμως αρχίζει κανείς να παραπονιέται, τότε στην ψυχή του δεν θα υπάρχει ειρήνη, ακόμη κι αν νηστεύει και προσεύχεται πολύ[10].
Εάν κάποιος κατακρίνει, είναι μεμψίμοιρος, αγαπά να κάνει το θέλημά του, τότε ακόμη κι αν προσεύχεται πολύ, η ψυχή του θα παραμένει πτωχή και θα αισθάνεται ότι ο Κύριος τον εγκατέλειψε. Όμως δεν είναι ο Κύριος που τον εγκατέλειψε, αλλά ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από την οδό της ταπείνωσης και γι’αυτό η χάρη του Θεού δεν μένει στην ψυχή του[11].
Επιπλέον, ο άγιος Σιλουανός αναφερόμενος στο ζήτημα του θελήματος του Θεού και της ελευθερίας επισημαίνει ότι όποιος κάνει το θέλημα του Θεού είναι ευχαριστημένος με όλα, ακόμη κι αν είναι φτωχός ή ασθενής, διότι τον ευφραίνει η χάρη του Θεού. Όποιος όμως δεν είναι ικανοποιημένος για την μοίρα του και γογγύζει για την αρρώστια του ή εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε, αυτός ας γνωρίζει ότι κατέχεται από υπερήφανο πνεύμα και έχασε την ευγνωμοσύνη προς τον Θεό[12].

Η ψυχή που έχει παραδοθεί στο θέλημα του Θεού μένει αδιαλείπτως μέσα στην αγκαλιά του Θεού και απολαμβάνει μεγάλη ησυχία. Από την χαρά αυτή προσεύχεται, για να γνωρίσει κάθε ψυχή τον Κύριο και πόσο πολύ Αυτός μας αγαπά και πόσο άφθονα χορηγεί σε μας το Άγιο Πνεύμα το οποίο ευφραίνει την ψυχή. Τότε απολύτως όλα είναι αγαπημένα στην καρδιά, διότι τα πάντα είναι του Θεού.  Ο Κύριος νουθετεί με έλεος τον άνθρωπο να δέχεται με ευγνωμοσύνη τις θλίψεις. Σε ολόκληρη τη ζωή του ο άγιος Σιλουανός δεν γόγγυσε ποτέ ούτε μια φορά αλλά τα δεχόταν όλα σαν φάρμακο από τα χέρια του Θεού και για τον λόγο αυτό ο Κύριος έδωσε στον άγιο την ευλογία να σηκώνει με ευκολία τον χρηστό ζυγό Του.[13]
Ο Κύριος έδωσε πάνω στη γη το Πνεύμα το Άγιο και όσοι το έλαβαν αισθάνονται τον παράδεισό μέσα τους. Ίσως θα  πει κανείς «Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ τέτοια χάρη»; Διότι αυτός δεν παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού, αλλά ζει κατά το δικό του θέλημα. Αν  παρατηρήσει  κανείς εκείνον που αγαπά το δικό του θέλημα, θα διαπιστώσει ότι  δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή του και δεν είναι ευχαριστημένος με τίποτα. Κατά τη γνώμη του όλα γίνονται όχι όπως θα έπρεπε. Όποιος όμως παραδόθηκε τελείως στο θέλημα του Θεού έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπά τον Κύριο και όλα φαίνονται σ’αυτόν ευχάριστα και καλά[14].
Εάν οι άνθρωποι γνώριζαν την αγάπη του Κυρίου προς εμάς, θα παραδίδονταν τελείως στο άγιο θέλημά Του και θα ζούσαν αναπαυμένοι μέσα στην αγκαλιά του Θεού σαν παιδιά βασιλιά. Όποιος παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού ζει με ειρήνη, ευχαριστημένος για την τύχη του έστω κι αν είναι άρρωστος ή πτωχός ή καταδιωγμένος. Ακόμη είναι ήρεμος, διότι η γλυκιά χάρη του Αγίου Πνεύματος τον παρηγορεί[15].
Ο άγιος θαυμάζει πόσο  όλα είναι ευχάριστα, αγαπημένα κι ευφρόσυνα, όταν η ψυχή καταλαμβάνεται από την αγάπη του Θεού[16]. Ορισμένοι άνθρωποι δυσφορούν για ποικίλες περιστάσεις της ζωής τους. Αλλά δεν κατανοούν ότι δεν αποτελούν την  αιτία της δυσφορίας τους οι συγκεκριμένες περιστάσεις, αλλά στην πραγματικότητα η ψυχή τους είναι άρρωστη. Στην υπερήφανη ψυχή δεν αρέσει τίποτα, όμως στον ταπεινό άνθρωπο, όλα είναι ανεκτά[17].
Για να μένει κανείς με τον Θεό, πρέπει να είναι ευχαριστημένος για ό,τι έχει. Μάλιστα να είναι ευχαριστημένος ακόμη κι αν δεν έχει τίποτα. Είναι ανάγκη να είναι ευχαριστημένος, γιατί αξιώθηκε να είναι υπηρέτης του Θεού και Αυτός θα τον κατατάξει με τους Αγίους[18].
Βέβαια υπάρχει και ανώτερη κατάσταση να μην είναι κανείς ευχαριστημένος με τον κόσμο, αλλά να αναζητά απόλυτα τον Θεό. Ψυχή που γνώρισε τον Θεό δεν μπορεί να σαγηνευτεί από τίποτα πάνω στη γη, αλλά ολοκληρωτικά ορμά προς τον Κύριο και κράζει σαν το νήπιο που έχασε τη μητέρα του: «Διψά η ψυχή μου για Σένα και με δάκρυα Σε ζητώ»[19].    Ο άγιος έχει συνθέσει με καταπληκτική έμπνευση ένα  ολόκληρο κεφάλαιο τον αδαμιαίο θρήνο[20], όπου ο Αδάμ νοσταλγεί την χαμένη μακαριότητα του παραδείσου. Στην πραγματικότητα ο άγιος με ποιητική άδεια  εκφράζει το προσωπικό του βίωμα της απώλειας της χάρης του Θεού.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στη βαρυσήμαντη αποκάλυψη που έγινε στον άγιο «Κράτει τόν νοῦν σου εἰς τον ᾅδην καί μή ἀπελπίζου». Με τον λόγο αυτό εμπνεόμαστε να πολεμήσουμε κατά του πάθους της  υπερηφανίας αποδιώκοντας ταυτόχρονα την απόγνωση. Συγκεκριμένα, ο ασκητής διδάσκεται να κατακαίει μέσα του κάθε  πάθος με τη δύναμη των φλογών του άδη, αλλά την ίδια στιγμή να μην γίνεται θύμα της απελπισίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η οδός του αγίου Σιλουανού συνιστά ένα αγώνισμα πνευματικής ακροβασίας. Εξάλλου, ο λόγος του Χριστού «και μη απελπίζου» δόθηκε στην εποχή μας, που χαρακτηρίζεται από γενική απόγνωση, εξαιρετικά έντονη[21].
Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε σχηματικά ότι σύμφωνα με την κλασική πατερική διδασκαλία  η αρνητική κατάσταση με το αίσθημα ανικανοποίητου που βιώνει σήμερα ο άνθρωπος αποτελεί την παρά φύση κατάσταση. Με την τήρηση των εντολών ο άνθρωπος μπορεί να επανέλθει στην κατά φύση κατάσταση της ευγνωμοσύνης προς τον Θεό, να εκτιμά αυτά που έχει  και να χαίρεται με την όμορφη ζωή του. Τέλος, με τη δωρεά του Θεού μπορεί να εξυψωθεί ο άνθρωπος στην υπέρ φύση κατάσταση κατά την οποία ορμά τελείως προς «τῶν ἐφετῶν τήν ἀκρότητα», τον Τριαδικό Θεό ανερχόμενος σε ανώτερη πνευματική κατάσταση.

Παραπομπές:

[1] Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σελ. 299

[2] Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι τ. Α΄ Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999, σελ. 36

[3]  Α΄ Θεσ.  ε΄16

[4] Γαλ. ε΄ 22-23

[5] Ιουδ. 16

[6] Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 1995,σελ 378

[7]  Σελ. 385

[8] Σελ. 390

[9] Σελ. 399

[10] Σελ. 400

[11] Σελ. 419

[12] Σελ. 428

[13] Σελ. 429

[14] Σελ. 430

[15] Σελ. 483

[16] Σελ. 490

[17] Σελ. 516

[18] Σελ. 615

[19] Σελ. 622

[20] Σελ. 559-567

[21] Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Οψόμεθα, σελ. 416

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2020

«Nα μετριάσεις την εμπιστοσύνη στη διαίσθησή σου»

Γέροντα Σωφρόνιου του Έσσεξ († 1993)
Αν όμως εμπιστευόμαστε τη διαίσθηση μας για πράγματα υπέρτατης σημασίας, τότε το κάθε λάθος μπορεί να απειλήσει τον άνθρωπο ακόμη και με απώλεια. Με την έννοια λοιπόν αυτή να υπακούς στην πείρα των αρχαίων ασκητών, που δεν επιτρέπει να εμπιστευόμαστε σε τέτοιο βαθμό τη διαίσθηση μας.
Δυστυχώς στον κόσμο γίνεται διαρκώς αυτό το λάθος. Πρέπει αναπόφευκτα να χειραγωγούμαστε με το «όργανο» εκείνο που έχουμε. Είτε βέβαιοι είτε όχι, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το καρδιακό μας ραντάρ. Οπωσδήποτε όμως οφείλουμε να υπερνικήσουμε την αυτοπεποίθησή μας με δύσκολο αγώνα, ψυχικό και διανοητικό. Η διαίσθηση μας θα ήταν απολύτως ορθή, αλάθητη, αν ήμασταν ολότελα άγιοι. Αν όμως δεν έχουμε φθάσει σε αυτή την αγιότητα, τότε και η διαίσθηση μας, όπως και η λογική μας, δεν λειτουργούν εντελώς σωστά. Κάπου έγραφα ότι τα συμπεράσματα της λογικής μας παρουσιάζονται σε μας με «ψυχολογικό και αυθόρμητο» τρόπο ως τα πιο οφθαλμοφανή και αναμφίβολα. Αν όμως συλλογισθούμε πράγματι βαθύτερα μήπως είναι έτσι αυτό, τότε θα πεισθούμε ότι δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό με μάς. Γιατί; Διότι βεβαίως για τον άνθρωπο το ζητούμενο αληθινά και αποκλειστικά είναι μόνο η απολύτως δίκαιη κρίση. Γι’ αυτήν όμως είναι απαραίτητο να κατέχουμε τη Θεία Παγγνωσία, που εμείς δεν έχουμε.
Στη λογική μας σκέψη υπάρχει μία ανυπέρβλητη ατέλεια: Εκείνα τα επιχειρήματα που κατέχουμε ή εκείνες οι αρχές, με βάση τις οποίες βγαίνουν τα συμπεράσματα, ποτέ δεν αποδεικνύονται στην πράξη επαρκή. Στην ασήμαντη καθημερινότητα της υπάρξεώς μας ακόμη και τέτοια λογική με τα ανεπαρκή αυτά συμπεράσματα είναι κάπως ωφέλιμη. Αλλά στην αναζήτηση της αιώνιας Αλήθειας βγαίνουμε από τα όρια όλων εκείνων που βλέπουμε ή ακόμη και νοούμε. Και αυτό δεν μας επιτρέπεται να το ξεχνούμε. Συνεπώς, χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις, επίτρεψέ μου να σου συστήσω να μετριάσεις την εμπιστοσύνη στη διαίσθηση σου…
Αρχιμ. Σωφρονίου, «Γράμματα στη Ρωσία», Έκδοσις Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ

Από το θάνατο στην προσδοκία της ανάστασής μας

Αγίου Σωφρονίου του Essex
Πολλοί ασκητές αγαπούσαν τις ασθένειες, γιατί η ασθένεια ελαφρύνει τον πόλεμο με τα σαρκικά πάθη. Και εφόσον δεν νικήσαμε ακόμη τα πάθη, δεν μπορούμε να ζήσουμε τη χαρά τής αναστάσεως στο πλήρωμά της.
Παρ᾿ όλα αυτά, μερικώς ωστόσο την ζούμε.
Πολλές φορές, λοιπόν, συνέβη να συναντήσω το φαινόμενο το Πάσχα να είναι για μερικούς καιρός δοκιμασίας, και αυτό έγινε αισθητό ως κάποιο κενό στο είναι.
«Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος», και εγώ αισθάνομαι τον εαυτό μου υπό την εξουσία του θανάτου.
Όχι μόνο όταν αισθάνεσθε την κυριαρχία σας επάνω στα πάθη ως γεγονός, αλλά και κατά την ίδια την πάλη να θυμάστε ότι τίποτε το τελικό δεν υπάρχει εκτός από τον Χριστό και να στηρίζεσθε σε Αυτόν.
Μπορεί να δημιουργηθεί η αίσθηση: «Ναι, ήρθε το Πάσχα, και όμως μένω στον θάνατο των παθών». Δεν πρέπει όμως να ενδώσουμε σε αυτό τον πειρασμό, αλλά να πιστεύουμε ότι πραγματικά θα αναστηθούμε· και όχι απλώς να το πιστεύουμε, αλλά και να το προσδοκούμε, όπως θαυμάσια ομολογούν οι άγιοι Πατέρες στο Σύμβολο τής Πίστεως.
Όχι μόνο πιστεύω ότι θα αναστηθούν οι νεκροί, αλλά περιμένω την ανάσταση αυτή.
Να λέτε τα λόγια αυτά με περισσότερη συναίσθηση, να ελέγχετε τον εαυτό σας και να γνωρίζετε τον χαρακτήρα των φαινομένων αυτών.
Αν λέμε στο Σύμβολο τής Πίστεως «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» και στις προσευχές για τους κεκοιμημένους «επ᾿ ελπίδι ζωής αιωνίου τον κεκοιμημένον δούλόν Σου ανάπαυσον», τονίζουμε ότι πεθαίνοντας θα αναμένουμε την ανάστασή μας, προς το παρόν όμως «εις χείράς Σου παρατίθεμαι το πνεύμά μου».
Εύχομαι πράγματι σε όλους σας να ζήσετε το Πάσχα με την αναμονή αυτής της κοινής μας αναστάσεως.
 Απόσπασμα από την Κατήχησή του, στις 8 Απριλίου 1991

Σάββατο, 18 Απριλίου 2020

«Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι...»


«Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι...»
Για το «κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι» (το κεντρικό σημείο της διδασκαλίας του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου στον οποίον μαθήτευσε) έλεγε, ότι, είναι δύσκολο να μιλήσουμε γι’ αυτό στους συγχρόνους μας. Δεν το αντέχουν. Γιατί, σχεδόν ποτέ, ο Χριστιανισμός στην αυθεντική του διάσταση δεν διδάσκεται. 
Ζούμε όλοι σε ένα ηθικό επίπεδο. Στο οντολογικό επίπεδο του Χριστιανισμού, δεν ανεβαίνουν παρά ελάχιστοι, κατά γενεάν... 
Ο Γέροντας έλεγε ότι«χριστιανική εποχή δεν υπήρξε ποτέ»... 
Το «κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι», είναι η τελειότητα της οδού προς τον Χριστό. Όπως ο Χριστός κατέβηκε στα καταχθόνια, για να σώσει εκουσίως τον άνθρωπο, έτσι και ο άνθρωπος, από την πολλή αγάπη προς τον Θεό και από το «αυτομίσος» που γεννά η Χάρις του Θεού μέσα στη ψυχή του, «καταδικάζει» τον εαυτό του στην κόλαση. Δέχεται ακόμα και την κόλαση... 
Είναι μια χαρισματική κατάσταση, αυτό... 
Βέβαια, ό,τι είναι εκούσιο, νικά το ακούσιο. Εάν εκούσια ο άνθρωπος δέχεται να κατεβαίνει με τον Χριστό στην κόλαση, τότε νίκησε αυτήν την κόλαση. Νίκησε τα πάντα. Και η Νίκη του Χριστού, έγινε και δική του νίκη. 
Ας το πούμε και σε ένα άλλο επίπεδο, που είναι πιο κατανοητό. 
Το «κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι», εκφράζει το φαινόμενο της αυτομεμψίας στα τελευταία του όρια. Ο άνθρωπος με την αυτομεμψία, παίρνει επάνω του το πταίσμα. Δηλαδή, όλη την ευθύνη την ρίχνει επάνω του, δίνει δικαιοσύνη και δόξα στον Θεό και την «αισχύνη του προσώπου» την δέχεται μόνο ο άνθρωπος. 
Κάνει όπως ο καλός ληστής επάνω στο σταυρό και αμέσως μεταπηδάει από την κόλαση του σκότους στο φως της Βασιλείας του Θεού. Και όποιος μέμφεται εκούσια τον εαυτό του ενώπιον του Θεού, τρέχει προς τα Πάθη του Χριστού. Αφομοιώνεται στα Πάθη του Χριστού και επομένως παίρνει και την Χάρη της Αναστάσεως του Χριστού.
Το «βάθος» της Καθόδου του Χριστού· Το Μυστήριο της Θείας Αγάπης
Πάντως, όταν κάποιος αναζητάει τον Χριστό με όλη του την ψυχή, με όλη του την καρδιά, θα παραχωρήσει ο Θεός να γνωρίσει την κόλαση, τα βάσανα της κολάσεως, όχι για να καταστραφεί, αλλά για να μυηθεί σε ένα μεγάλο Μυστήριο· εκείνο της Καθόδου του Χριστού στον Άδη. Θα γνωρίσει τον Χριστό σε όλο Του το βάθος για να μπορέσει, μετά, να Τον γνωρίσει και σε όλο Του το ύψος.
Όταν γνωρίσει τον Χριστό σε όλο Του το βάθος, μετά, θα δώσει το δικαίωμα στον Θεό να του δώσει όλο το ύψος, όπως το έδωσε και στον Υιό Του τον Μονογενή. Θα του δώσει τέτοια αγάπη, θα πλατυνθεί η καρδιά του και θα αγκαλιάσει όλο τον κόσμο. Θα γνωρίσει και το ύψος και το βάθος και το πλάτος, όλο το Μυστήριο της Κενώσεως, όλο το Μυστήριο του Σταυρού του Χριστού.
Αρχ. Ζαχαρίας Ζαχάρου, 
Κλείτου Ιωαννίδη: "Γεροντικό του 20ου αιώνος",
σελ. 237-244
Επίμετρο
«Ο Χριστός αποτελεί θαύμα που υπερβαίνει κάθε αντίληψη. Αυτός είναι η κατά πάντα τέλεια Αποκάλυψη του Θεού. Αυτός όμως είναι επίσης και η τέλεια εκδήλωση του ανθρώπου.
Ο καθένας μας θα φτάσει κάποια στιγμή στα όρια του χρόνου και της αιωνιότητας. Φθάνοντας σ’ αυτό το πνευματικό ορόσημο, θα καθορίσουμε το μέλλον μας στον κόσμο και, ή θα αποφασίσουμε να είμαστε με τον Χριστό ή θα αποχωριστούμε απ’ Αυτόν. Αφού γίνει η εκλογή –μαζί ή χωρίς τον Χριστό– με την ελεύθερη βούλησή μας για όλη την αιωνιότητα, ο χρόνος, πια, δεν λειτουργεί.
Μέχρι τη στιγμή της αποφάσεως όμως, ενώ θα βρισκόμαστε ακόμα στη ζωή, συχνά θα αμφιταλαντευόμαστε για τον αυτοπροορισμό μας, αν πρέπει να τηρήσουμε τις εντολές ή να υποκύψουμε στα πάθη μας. Σιγά–σιγά, καθώς αγωνιζόμαστε, το Μυστήριο του Χριστού θα μας αποκαλυφθεί, αν βέβαια αφιερωθούμε εξ ολοκλήρου στην υπακοή των εντολών Του.
Θα ’ρθεί στιγμή που καρδιά και νους θα διαποτιστούν από τη θέα της ατελείωτης Αγιότητας και Ταπεινότητας του Θεού–Χριστού, ώστε ολόκληρη η ύπαρξή μας να γεμίσει αγάπη για τον Θεό. 
Αφού κυριαρχηθούμε από την αποστροφή για το κακό που έχουμε μέσα μας, θα πεινάμε και θα διψάμε το καθ’ ομοίωσιν του Θεού με αγία ταπεινότητα· σ’ αυτή την αναμονή βρίσκεται ο σπόρος της αγιότητας. Η συνεχώς αυξανόμενη αγάπη για τον Χριστό οδηγεί φυσικά στην εμπειρία της ομοιώσεως προς Αυτόν και ένα ακατάληπτο πανόραμα θα απλωθεί μπροστά στα μάτια μας.
Οι θλίψεις του κόσμου θα μας πικραίνουν σοβαρά... Θα λησμονήσουμε το σώμα μας και το πνεύμα μας και, κατά το δυνατό, θα ζούμε την Προσευχή του Χριστού στη Γεθσημανή. Αυτή είναι η αρχή της γνώσεως του Χριστού, μπροστά στην εξοχότητα της οποίας, ο Απόστολος Παύλος θεωρούσε όλα τα υπόλοιπα “σκύβαλα” (Φιλιπ. γ΄ 8).
Για να κερδίσει κανείς τον Χριστό και να κατορθώσει να περάσει στην ανάσταση των νεκρών, πρέπει να είναι έτοιμος να περιφρονήσει όλα τα υπόλοιπα. Πρέπει να διώξουμε κάθε φόβο και ολιγοπιστία και πνευματικά να ακολουθήσουμε τον Χριστό για να μπορέσουμε να κληρονομήσουμε την αιώνια ζωή, με αληθινή γνώση του Ουρανίου Πατέρα και του Χριστού, τον Οποίον, Αυτός απέστειλε στον κόσμο (Ιωάν. ιζ΄3).
Μπορεί να υποστηριχθεί με κάποια βεβαιότητα ότι σχεδόν πουθενά δεν κηρύσσεται γνήσιος Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός, τόσο πολύ υπερέχει από τη συνηθισμένη αντίληψη, ώστε η προσευχόμενη καρδιά δεν αποτολμά να κηρύξει ευαγγελικό λόγο. 
Ο κόσμος, αναζητά την αλήθεια. Αγαπά τον Χριστό. Αλλά –κυρίως στις μέρες μας– οι άνθρωποι προσπαθούν να Τον μειώσουν στις δικές τους διαστάσεις, πράγμα που μειώνει το Ευαγγέλιο, σε σημείο που αυτό να παρουσιάζεται σαν ηθικό δόγμα. Ο Χριστός, διακήρυξε: “Ο ουρανός και η γη θα πάψουν να υπάρχουν, τα λόγια Μου όμως ποτέ” (Μάρκ. ιγ΄ 31· Λουκ. κα΄ 33).
Η επίτευξη της γνώσης της Αλήθειας απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια απ’ ό,τι απαιτεί οποιαδήποτε άλλη επιστημονική μόρφωση. Ούτε η μελέτη μεγάλου πλήθους βιβλίων, ούτε η εξοικείωση με την ιστορία του Χριστιανισμού, ούτε η μελέτη διάφορων θεολογικών συστημάτων μπορεί να μας φέρει στον σκοπό, εκτός αν εμείς συνεχώς και με όλες τις δυνάμεις μας υπακούσουμε στις εντολές του Χριστού.
Όταν, όπως προείπαμε, μας χαρισθεί μια σκιά έστω ομοιότητας με την Προσευχή στη Γεθσημανή, τότε ο άνθρωπος ξεπερνά τα όρια της ατομικότητάς του και μπαίνει σ’ ένα νέο τύπο υπάρξεως –υπάρξεως προσωπικής καθ’ ομοίωσιν Χριστού. Παίρνοντας μέρος στις θλίψεις της Θείας αγάπης Του, μπορούμε κι εμείς ν’ αποκτήσουμε πνευματικά λίγη πείρα του θανάτου Του και της αναστάσεώς Του (πρβλ. Ρωμ. στ΄ 5). Όταν μας δοθεί από ψηλά να περάσουμε στη σφαίρα του Θείου Όντος, θα φθάσουμε “στο τέλος των αιώνων” (Α΄ Κορ. ι΄ 11) και θα μπούμε στο φως της Θείας αιωνιότητας.
Κάθε άνθρωπος στον οποίο ο Θεός κληροδότησε το σπάνιο και φοβερό προνόμιο να γνωρίσει για λίγα λεπτά την αγωνία του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανής, θα σκοντάψει, αργά και οδυνηρά, σε μια πειστική γνώση της αναστάσεως της ψυχής του και σε μια αντίληψη της βέβαιης και αληθινής νίκης του Χριστού. Θα γνωρίσει ότι “ο Αναστημένος Χριστός δεν είναι πια υπόδουλος στον θάνατο, γιατί ο θάνατος δεν Τον εξουσιάζει πια” (Ρωμ. στ΄9).
Και το πνεύμα του, εντός του, θα ψιθυρίζει:
“Ο Κύριός μου και ο Θεός μου! Ω, Χριστέ! Τώρα, με τη δωρεά της αγάπης Σου, που είναι ανώτερη από κάθε γνώση, έχω κι εγώ περάσει από τον θάνατο στην ζωή…

Τώρα – Υπάρχω!”»...

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ: «Η ζωή Του, ζωή μου», 
μέρος 1ο, κεφ.13ο, σελ. 126–129, εκδ. Π. Πουρναρά, 
Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 19862.

Πηγή: Το Ειλητάριον
Στην φωτογραφία ο όσιος γέροντας Σωφρόνιος -όρθιος- (1896–1993) 
μαζί με τον γέροντά του Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη (1866 - 1938), 
την μνήμη του οποίου τιμάει σήμερα η Εκκλησία μας.
Ἀπολυτίκιον:
Χριστὸν διδάσκαλον ἐν ὀδῷ ταπεινώσεως προσευξάμενος ἔλαβες, 
μαρτυροῦντος τοῦ Πνεύματος, ἐν σῇ καρδία τὴν λύτρωσιν, 
διὰ τοῦτο ἀσκήσεως ἀνεδείχθης σὺ ὁδηγός, ὡς φωτὸς θείου ἔμπλεως. 
Ὅσιε πάτερ Σιλουανέ, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

Ναυπάκτου Ιερόθεος: Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι τοίχος και οροφή αλλά βίος και ζωή!!!!!


Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος Μήνυμα στὴν ἀπόλυση. Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία Δ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν - Ἅγιος Δημήτριος Ναυπάκτου

Σήμερα εορτάζουμε τη μνήμη του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτου του συγγραφέα της Κλίμακος και τελέσαμε τη θεία λειτουργία.
Αυτό είναι το Εκκλησιαστικό ήθος, αυτό είναι το Εκκλησιαστικό φρόνημα.
Έχουμε τη θεία λειτουργία και την Κλίμακα του Ιωάννου…και γενικότερα την ασκητική παράδοση.
Δεν είναι μόνο η Θεία Ευχαριστία χωρίς ασκητική παράδοση, ούτε ασκητική ζωή χωρίς τη θεία λειτουργία.
Πάντοτε γίνεται αυτός ο συνδυασμός, αυτό είναι το Εκκλησιαστικό ήθος.
Είναι μερικοί που τονίζουν μόνο τη Θεία Ευχαριστία, ότι μόνο η Θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της Εκκλησίας.
Φυσικά, είναι.
Αλλά είναι και η προσευχή, όπως λένε οι πράξεις των Αποστόλων, είναι και η κοινωνία των αγίων, είναι και η ασκητική ζωή, δηλαδή η τήρηση των εντολών του Χριστού.
Ούτε μόνο η τήρηση των εντολών του Χριστού, η άσκηση δίχως τη Θεία Ευχαριστία.
Αυτός είναι ο συνδυασμός, αυτό είναι το Εκκλησιαστικό ήθος, αυτό μας δείχνει η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Οποιαδήποτε άλλη θεολογία που τονίζει μόνο τη Θεία Ευχαριστία ή μόνο τον ησυχασμό και την άσκηση δεν είναι Ορθόδοξη.
Ορθόδοξη θεολογία είναι αυτή που έχει το συνδυασμό και των δυο αυτών παραγόντων.
Σήμερα τελέσαμε τη θεία λειτουργία και κατά ένα παράδοξο τρόπο ενώ όλα τα καθίσματα είναι άδεια, όμως εγώ αισθανόμουν ότι ήταν πολύς λαός μέσα στην Εκκλησία, γιατί αυτό είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία.
(Η Ορθόδοξη Εκκλησία) δεν είναι τοίχος και οροφή αλλά βίος και ζωή!!!!!

Ναυπάκτου Ιερόθεος: Δεν νοείται θεία Ευχαριστία χωρίς άσκηση ούτε άσκηση χωρίς θεία Ευχαριστία



Δ' Κυριακή των Νηστειών Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος στό κήρυγμά του ἀναφέρθηκε στόν ἅγιο Ἰωάννη καί στό βιβλίο πού συνέγραψε καί ὀνομάζεται Κλῖμαξ, τό ὁποῖο ὁ Σεβασμιώτατος χαρακτήρισε ὡς μιά πνευματική ἰατρική ἐγκυκλοπαίδεια. 'Υπογράμμισε δύο σημεῖα.
Στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου τελέσθηκε Ἀρχιερατική θεία Λειτουργία τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, κατά τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τόν μεγάλο ἡσυχαστή καί νηπτικό Πατέρα ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη τόν συγγραφέα τῆς Κλίμακος.
Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος στό κήρυγμά του ἀναφέρθηκε στόν ἅγιο Ἰωάννη καί στό βιβλίο πού συνέγραψε καί ὀνομάζεται Κλῖμαξ, τό ὁποῖο ὁ Σεβασμιώτατος χαρακτήρισε ὡς μιά πνευματική ἰατρική ἐγκυκλοπαίδεια. ‘Υπογράμμισε δύο σημεῖα.
Τό πρῶτον ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία εἶναι πνευματικό θεραπευτήριο, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἡ πνευματική θεολογική ἐπιστήμη, πού δείχνει ὄχι μόνον τί εἶναι ἡ πνευματική ἀσθένεια, ἀλλά καί πῶς θεραπευόμαστε. Πῶς ἀπό τήν φιλαυτία ἀποκτοῦμε τήν φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία.
Τό δεύτερον σημεῖον ἦταν ὅτι παρουσίασε τά τρία βαρικά μέρη τῆς Κλίμακος, ἤτοι τό εἰσαγωγικό μέρος ὅπου γίνεται λόγος γιά τήν ἀποταγή, τήν ἀπροσπάθεια, τήν ὑπακοή, τήν ξενιτεία, τήν μνήμη τοῦ θανάτου καί τήν μετάνοια, τό δεύτερο μέρος ὅπου γίνεται λόγος γιά τά πάθη καί τίς ἀρετές, καί τό τρίτο μέρος ὅπου ἀναλύονται οἱ τρεῖς θεολογικές ἀρετές, ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καί ἡ ἀγάπη.
Καί κατέληξε ὅτι παράλληλα μέ τήν σωματική μας ὑγεία πρέπει νά φροντίσουμε γιά τήν πνευματική μας ὑγεία, διαβάζοντας ἔστω καί μιά φορά στήν ζωή μας τό βιβλίο Κλῖμαξ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου.
Κατά τήν ἀπόλυση τῆς θείας Λειτουργίας, ὁ Σεβασμιώτατος δίνοντας τίς εὐχές του στούς πιστούς πού παρακολουθοῦσαν ἀπό τήν τηλεόραση καί τό διαδίκτυο, εἶπε ὅτι ὁ καθορισμός ἀπό τήν Ἐκκλησία μας τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος κατά τήν σημαντική αὐτή ἡμέρα δείχνει τήν σύνδεση τῆς θείας Εὐχαριστίας μέ τήν ἡσυχαστική ἀσκητική ζωή, τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί τό ἀντίστροφο, ὥστε δέν νοεῖται θεία Εὐχαριστία χωρίς ἄσκηση οὔτε ἄσκηση χωρίς θεία Εὐχαριστία.