Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Για να φτάσουμε στην αγάπη του Θεού (Αγ. Σιλουανού)




Για να φτάσουμε στην αγάπη του Θεού, πρέπει να τηρούμε όλα όσα παρήγγειλε ο Κύριος στο Ευαγγέλιο. Πρέπει να συμπάσχει η καρδιά μας και όχι μόνο τον άνθρωπο να αγαπούμε, αλλά να συμπονούμε και κάθε πλάσμα, κάθε κτίσμα του Θεού.

Να, ένα πράσινο φύλλο στο δέντρο, κι εσύ το έκοψες χωρίς λόγο. Αν και δεν είναι αμαρτία, όμως, πώς να το πω, προκαλεί τον οίκτο· η καρδιά που έμαθε να αγαπά λυπάται και το φύλλο, και όλη την κτίση. Και ο άνθρωπος είναι μεγάλο δημιούργημα. Αν βλέπεις ότι παραπλανήθηκε και θα καταστραφεί, προσευχήσου γι’ αυτόν και κλάψε, αν μπορείς, αλλιώς, στέναξε τουλάχιστον γι’ αυτόν ενώπιον του Θεού. Και την ψυχή που ζει έτσι την αγαπά ο Κύριος, γιατί έγινε όμοια με Αυτόν.

Έτσι προσευχόταν ο όσιος Παΐσιος ο Μέγας για να συγχωρήσει ο Κύριος το μαθητή του, που αρνήθηκε τον Χριστό και παντρεύτηκε μια Εβραία. Αυτή του η προσευχή ευχαρίστησε τόσο πολύ τον Κύριο, ώστε ο Ίδιος θέλησε να παρηγορήσει το δούλο Του και εμφανίστηκε σε αυτόν και Του είπε: «Παΐσιε, γιατί προσεύχεσαι γι’ αυτόν που με απαρνήθηκε;» Αλλά ο Παΐσιος απάντησε: «Κύριε Εσύ ως ελεήμων, συγχώρεσέ τον». Τότε λέει ο Κύριος: «Παΐσιε, έγινες όμοιος μ’ Εμένα στην αγάπη». Τόσο ευπρόσδεκτη είναι στον Κύριο η προσευχή για τους εχθρούς.

Εγώ ο ίδιος είμαι μεγάλος αμαρτωλός, αλλά γράφω για την ευσπλαχνία του Θεού, που την γνώρισε η ψυχή μου με το Άγιο Πνεύμα.

* * *

Η ψυχή δεν μπορεί να έχει ειρήνη, αν δεν προσεύχεται για τους εχθρούς. Η ψυχή που διδάχθηκε από τη χάρη Του Θεού να προσεύχεται, αγαπά και λυπάται όλη τη δημιουργία, και προπαντός τον άνθρωπο, για τον οποίο (ο Κύριος) έπαθε επάνω στο σταυρό και πονούσε βαθιά για όλους μας.

Ο Ελεήμων Κύριος με δίδαξε με τη χάρη Του να αγαπώ τους εχθρούς. Χωρίς τη χάρη Του Θεού δεν μπορούμε να αγαπούμε τους εχθρούς. Το Άγιο Πνεύμα, όμως, εμπνέει αγάπη, και τότε η ψυχή λυπάται ακόμη και τους δαίμονες, γιατί εξέπεσαν από το αγαθό και έχασαν την ταπείνωση και την αγάπη για τον Θεό.

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938)


 

Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938)



Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938) λυπόταν μέχρι δακρύων για μια μύγα που πάτησε, για τις νυχτερίδες που ζεμάτισε, για ένα φίδι που σφάδαζε κομματιασμένο στον δρόμο. [Βλ. Α ρ χ ι μ α ν δ ρ ί τ ο υ Σ ω φ ρ ο ν ί ο υ (Σ α χ ά ρ ω φ), Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1999 (8η έκδοση), σ. 582. Πρβλ. στο ίδιο βιβλίο, το Κεφάλαιο «Σκέψεις του Γέροντος περί των φυτών και των ζώων», σ. 116-119.] Για τα φυτά επίσης θεωρούσε αδιανόητη κάθε τραχύτητα, η οποία θα τούς προξενούσε την οποιαδήποτε βλάβη, ούτως ώστε ακόμη και τα χόρτα στα μονοπάτια ή τα φύλλα των δέντρων απέφευγε «άνευ ανάγκης» να κόβει, διότι, όπως έλεγε, «η καρδία, ήτις έμαθε να αγαπά, λυπείται και το φύλλον και πάσαν την κτίσιν», χωρίς όμως ποτέ να φθάνει σε «προσκόληση» για τα πράγματα ετούτα της Κτίσης.



Οι τελευταίες μέρες του Γέροντος Σωφρονίου του Αγιορείτου, της Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, (+11 Ιουλίου 1993)





Τέσσερις μέρες πριν πεθάνει έκλεισε τα μάτια του και δεν ήθελε να μας μιλήσει περαιτέρω. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό κι όχι θλιμμένο, αλλά γεμάτο ένταση. Είχε την ίδια έκφραση, όπως όταν θα τελούσε τη λειτουργία. Δεν άνοιγε τα μάτια του, ούτε πρόφερε λέξεις αλλά σήκωνε το χέρι του ευλογώντας μας. Μας ευλογούσε χωρίς λόγια κι εγώ κατάλαβαινα ότι θα έφευγε. Έτσι δεν ήθελα να τον απασχολώ. Προηγουμένως συνήθιζα να προσεύχομαι ώστε ο Θεός να επεκτείνει το γήρας του, όπως λέμε στη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου «το γήρας περικράτησον». Αλλά κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών είδα ότι έφευγε κι έτσι άρχισα να λέγω: «Κύριε δώρισε στο δούλο σου πλουσίαν είσοδον στη βασιλεία σου». Προσευχόμουν χρησιμοποιώντας τα λόγια του αποστόλου Πέτρου, όπως διαβάζουμε στη Β’ Επιστολή του (Β’ Πέτρου α’ 11).

Έτσι έλεγα επιμόνως :«Θεέ μου, δώρισε πλουσίαν είσοδον στο δούλο σου και τοποθέτησε την ψυχή του μαζί με τους Πατέρες του» και ονόμαζα όλους τους συντρόφους του ασκητές πού ήξερα ότι είχε στο Αγιον Όρος, αρχίζοντας από τον Άγιο Σιλουανό και μετά όλους τους άλλους.

Την τελευταία μέρα πήγα να τον δω στις έξι το πρωΐ. Ηταν Κυριακή και τελούσα την πρωϊνή λειτουργία, ενώ ο πάτερ Κύριλλος μαζί με τους άλλους ιερείς θα τελούσαν τη δεύτερη. Αντιλήφθηκα ότι επρόκειτο να μας αφήσει τη μέρα εκείνη. Πήγα και άρχισα την Πρόθεση. Οι Ώρες άρχισαν στις εφτά και μετά ακολούθησε η λειτουργία. Είπα μόνο τις ευχές της Αναφοράς, διότι στο μοναστήρι μας έχουμε τη συνήθεια να τις διαβάζουμε εκφώνως. Για τις υπόλοιπες η προσευχή μου ήταν συνεχώς: «Κόριε, δώρισε πλουσίαν είσοδο στη βασιλεία σου στο δούλο σου». Η λειτουργία εκείνη ήταν διαφορετική απ΄όλες τις άλλες. Τη στιγμή που είπα «Τα άγια τοις αγίοις» ο πάτερ Κύριλλος εισήλθε το ιερό. Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο, άρχισε να κλαίει κι εννόησα ότι ο πάτερ Σωφρόνιος είχε φύγει. Ρωτώντας ποιά ώρα είχε αναχωρήσει ήξερα ότι ήταν η ώρα πού διάβαζα το ευαγγέλιο. Πήγα παράμερα, διότι ο πάτερ Κύριλλος ήθελε να μιλήσει μαζί μου και μου είπε: «Μετάδωσε την Κοινωνία στους πιστούς και μετά ανακοίνωσε την αναχώρηση του πατρός Σωφρονίου και κάνε το πρώτο Τρισάγιο θα κάνω το ίδιο στη δεύτερη λειτουργία». Έτσι διαμοίρασα τον Αμνό και μετάλαβα· μετέδωσα στους πιστούς τη Θεία Κοινωνία και τελείωσα τη Θεία Λειτουργία. Δεν γνωρίζω πώς τα κατάφερα. Μετά βγήκα έξω και είπα στον κόσμο: «Αγαπητοί μου αδελφοί, ο Χριστός ο Θεός μας είναι το σημείο του Θεού για όλες τις γενεές αυτής της εποχής, διότι στα λόγια του βρίσκουμε τη σωτηρία και τη λύση κάθε ανθρώπινου προβλήματος.

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Ἀναφορὰ στὴν Θεολογία τοῦ Γέροντος Σοφρωνίου



«Είναι ανάγκη δια πάντας ημάς, όπως διέλθωμεν δια του μυστηρίου του θανάτου χάριν τελειοτέρας εξομοιώσεως προς τον Χριστόν.» (σ. 63)

«Η ψυχή βλέπει εαυτήν ερριμμένην εις το σκότος του θανάτου. Ο φόβος εκ του σκότους τούτου είναι μαρτυρικός, διότι τούτο δεν υπάρχει μόνον πέριξ εμού, αλλ’ εδρεύει εν εμοί. Όταν όμως το άκτιστον Φώς αποδεσμεύη εμέ εκ του εσωτερικού μου άδου, τότε απέρχεται απ’ εμού πάν πάθος» (σ. 78)

«Ενσυνειδήτως κατερχόμεθα εις τον άδην, διότι, αφ’ ής στιγμής αποκαλύπτεται εις ημάς η εικών του προαιωνίου Ανθρώπου, ζώμεν οξύτερον το βάθος του σκοτασμού ημών. Μεγάλη θλίψις πλήττει όλον το είναι ημών. Τα εξωχρονικά παθήματα του πνεύματος υπερβαίνουν πάντα φυσικόν πόνον. ... «Ελθέ και ίασαί με εκ του συνέχοντός με θανάτου ...» (σ. 102)

Τινές εκ των πιστευόντων εις τον Κύριον, ακολουθούντες Αυτόν, οδηγούνται μέχρι του χείλους της αβύσσου, ήτις απροσδοκήτως διανοίγεται έμπροσθεν αυτών, άνευ της δυνατότητος οπισθοχωρήσεως. ... Δια την πτήσιν επάνω της αβύσσου ταύτης έχομεν χρείαν της δυνάμεως της ευλογημένης απογνώσεως ... Το Φώς διαφαίνεται μακρόθεν. Ελκυόμενοι προς αυτό υπό μυστηριώδους δυνάμεως, αποφασίζομεν να ριφθώμεν εις το άγνωστον, επικαλούμενοι το Άγιον Όνομα του Ιησού Χριστού, του Θεού Σωτήρος. Και τί συμβαίνει τότε; Αντί να συντριβή η κεφαλή ημών επί των κεκρυμμένων εις τον γνόφον υφάλων, αόρατός τις χείρ εμφανίζεται, στοργικώς κρατούσα ημάς επάνω της αβύσσου. Άνευ αυτής της φιλικής χειρός του Ζώντος Θεού ουδείς άνθρωπος δύναται να αντεπεξέλθη εις τας συνθήκας των αντιξόων περιστάσεων.» (σ. 107)

Εάν αι ρίζαι δεν εισέδυον εις τα σκοτεινά έγκατα της γης -ίσως τοσούτον βαθέως, όσον υψούται και η κορυφή-, εάν ο όγκος των ριζών και η ισχύς αυτών δεν ανταπεκρίνοντο εις τον όγκον και το βάρος του ορατού τμήματος του δένδρου, τότε δεν θα ηδύναντο αύται ούτε να τρέφουν, ούτε να στηρίζουν το δένδρο· και ασθενής τις άνεμος θα ανέτρεπεν αυτό. ... Η κίνησις προς τα κάτω, προς το σκότος τα εξώτερον, είναι απαραίτητος εις πάντας ημάς, ίνα παραμείνωμεν σταθεροί εν τω πνεύματι της αυθεντικής χριστιανικής ζωής. Τούτο εκφράζεται εν τη συνεχεί μνήμη της εξ αρχής μηδαμινότητος ημών δια της πλέον αυστηράς αυτομεμψίας εις πάντα. Και όσον βαθύτερον ταπεινούται ο άνθρωπος δια της αυτοκαταδίκης, τοσούτον μάλλον υψούται υπό του Θεού.» (σ. 121)

«Ο Γέροντας ορίζει την προσευχή ως ατελεύτητη δημιουργία, γιατί με αυτήν δίνεται στον άνθρωπο το προνόμιο να γίνει συνεργός Θεού για την ολοκλήρωσή του ως προσώπου. Δέχεται το χάρισμα να αναδειχθεί ο ίδιος αυτουργός της τελειώσεως της υποστατικής του αρχής. ... Το έργο του αγώνα αυτού είναι γεμάτο σοφία και έμπνευση, κάλλος και μεγαλείο· είναι υψηλό και δημιουργικό. ... Όλος ο αγώνας της προσευχής στοχεύει στην ανεύρεση και κατάκτηση της καρδιάς. Την οδό προς αυτήν φράζει μόνο η κενοδοξία.»[1]

Απορρίπτομεν εκείνα τα οποία εθεωρούμεν κατά το παρελθόν ως πλούτον ημών. Απογυμνούμεθα από πασών των γηΐνων προσκολλήσεων και γνώσεων, έτι δε και από του ιδίου θελήματος. Πτωχεύομεν και «κενούμεθα». ... Η πνευματική πτωχεία, ομού μετά της οδύνης της Θεοεγκαταλείψεως, βυθίζει ημάς εις απόγνωσιν. ... Συνειδητοποιούντες εναργώς το άπελπι της καταστάσεως ημών, αρχόμεθα να μισώμεν εαυτούς ως είμεθα. ... Δεν κατανοούμεν την εν ημίν ενέργειαν Αυτού, αλλ’ εν τούτοις δια της δυνάμεως Αυτού σμικρυνόμεθα μέχρι του μηδενός· και τούτο είναι δι’ ημάς φρικτόν ... Δι’ αυτού του τρόπου επιτελείται η κάθαρσις ημών εκ της «κατηραμένης» κληρονομίας (σ. 195) ... Επιστρέφοντες εις το μηδέν γινόμεθα «ύλη», εξ ής ίδιον εις τον Θεόν ημών είναι να δημιουργή. ... Αναζητώ λόγους, ίνα εκφράσω μυστήριον απολεσθέν υπό των ανθρώπων. (σ. 196)

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Παρακλητικός Κανών - Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης




Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:


Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ χορός: Ἀμήν.


Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.



Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί. Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν καί καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι. Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου. Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι. Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.


Ψαλμός ρμβ’ (142).

Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ) ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ








Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου

Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας
1993



«Συ εί Θεός … αεί ών, ωσταύτως ών» (Λειτουργία Ιερού Χρυσοστόμου)











[//11]

ΕΥΧΗ

Μέγας εί, Κύριε, και ουκ έστιν όμοιος Σοι. Έλεος και αλήθεια προπορεύονται προ προσώπου Σου, δικαιοσύνη και κρίμα εκπορεύονται εκ του θρόνου Σου.
Μακάριοι οι φυλάσσοντες την διαθήκην Σου, εν τω Φωτί της δόξης του προσώπου Σου διαμένουσι και εν τω Ονόματί Σου αγαλλιάσονται. Συ γαρ εί δύναμις αυτών και εν τη ευδοκία Σου υψωθήσονται, τη δε αληθεία Σου δοξασθήσονται και τη δικαιοσύνη Σου κραταιωθήσονται.
Κύριε, την βοήθειάν Σου επίθες εφ’ ημάς, και τω ελέει Σου περιτείχισον ημάς. Η χειρ Σου αντιλάβοιτο ημών και ο βραχίων Σου ενισχύσαι ημάς. Εχθρός ουδέν τεύξεται καθ’ ημών και εν τω Ονόματί Σου σωθησόμεθα.
Εν τω επικαλείσθαι Σε ημάς, Κύριε, κλίνον το ους Σου. Συ γαρ εί Πατήρ ημών, μη αποστρέφου αφ’ ημών εν θλίψει.
Κύριε, ο Θεός ημών, ο τω μικρώ ποιμνίω Σου ευδοκήσας επαγγείλασθαι βασίλειον αδιάσειστον και θησαυρόν εν ουρανοίς αναφαίρετον, κλίνον το  ούς Σου εις την δέησιν ημών και ελθέ εις το σώσαι ημάς. Συ μόνος οίδας τα κρύφια των καρδιών πάντων, μη αποκρύψης αφ’ ημών το θέλημα Σου και τας οδούς της σωτηρίας Σου.
Άβυσσος ανεξιχνίαστος τα κρίματα Σου, βουλή δε Σου απρόσιτος. Ο πάντας θέλων σωθήναι και εις επίγνωσιν της Σης αληθείας ελθείν, μη παρίδης την δέησιν ημών και πάσαν από των καρδιών ημών δίωξον απορίαν.
Ότι μόνος Συ εί Θεός ημών, εκτός Σου άλλον ουκ οίδαμεν, το Όνομά Σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ονομάζομεν, και την δόξαν Σου άδομεν μετά πάντων των Αγίων εις αιώνας αιώνων. Αμήν.


[//12] [//13]

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

[//14] [//15]

Α’ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΩΣ ΑΤΕΛΕΥΤΗΤΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ


Η προσευχή είναι ατελεύτητος δημιουργία ανωτέρα πάσης τέχνης ή επιστήμης. Δια της προσευχής εισερχόμεθα εις κοινωνίαν μετά του Ανάρχου Όντος. Ή άλλως: Η ζωή του όντως Όντος Θεού εισχωρεί εν ημίν δια του αγωγού της προσευχής. Αύτη είναι πράξις υψίστης σοφίας, υπερέχουσα παντός κάλλους και πάσης αξίας. Εν τη προσευχή εγκρύπτεται η αγία αγαλλίασις του πνεύματος ημών. Αι οδοί όμως της δημιουργίας ταύτης είναι περίπλοκοι. Μυριάκις θα βιώσωμεν και την φλογεράν ανάτασιν προς τον Θεόν και τας επαναλαμβανομένας εκπτώσεις από του Φωτός Αυτού. Συχνάκις και πολυτρόπως θα αισθανθώμεν την ανικανότητα του νοός ημών να υψωθή προς Αυτόν· ενίοτε θα ιστάμεθα επί των ορίων, τρόπον τινά, της αφροσύνης και εν οδύνη καρδίας θα ομολογώμεν εις Αυτόν την οικτράν ημών κατάστασιν:
«Συ έδωκας την εντολήν Σου να αγαπώ, και αποδέχομαι αυτήν μεθ’ όλης της υπάρξεώς μου· αλλ’ ιδού, εν εμοί τω ιδίω δεν ευρίσκω την δύναμιν της αγάπης ταύτης … Συ εί η Αγάπη· ελθέ τοίνυν Συ Αυτός και σκήνωσον εν εμοί και ποίησον εν εμοί παν ό,τι Συ ενετείλω ημίν, ότι η εντολή Σου αμετρήτως υπερβαίνει εμέ
… Αποκάμνει ο νους μου, δεν δύναται να Σε εννοήση. Αδυνατεί  το πνεύμα μου να διεισδύση εις [//16] τα μυστήρια της ζωής Σου … Θέλω εν πάσι να ποιώ το θέλημα Σου, αλλ’ αι ημέραι μου παρέρχονται εν αδιεξόδοις αντιφάσεων … Τρέμω μη απολέσω Σε ένεκα των πονηρών εκείνων λογισμών, οίτινες εμφωλεύουν εν τη καρδία μου· και ο φόβος ούτος καθηλοί εμέ επί σταυρού … Ελθέ ούν και σώσον με τον καταποντιζόμενον, ως έσωσας τον Πέτρον, τον τολμήσαντα να πορευθή προς συνάντησιν Σου επί των υδάτων της θαλάσσης» (βλ. Ματθ. 14, 28‐31).
Κατά καιρούς φαίνεται εις ημά ότι η ενέργεια της προσευχής είναι καθ’ υπερβολήν βραδεία, δυσανάλογος προς την βραχύτητα της ζωής ημών· και κραυγή εξέρχεται εκ του στήθους: «Τάχυνον»! Ούτος ουχί πάντοτε αποκρίνεται πάραυτα εις την πρόσκλησιν ημών. Εγκαταλείπει την ψυχήν ημών ως τινα καρπόν επί του δένδρου, να καίηται υπό του ηλίου να δέχηται τα κτυπήματα των ψυχρών και ισχυρών ανέμων, να καταπονήται υπό της δίψης ή να υποφέρη τα ρεύματα των υετών. Εάν όμως ημείς κρατώμεν ισχυρώς δια των χειρών ημών το κράσπεδον του ιματίου Αυτού θα ίδωμεν το αγαθόν αποτέλεσμα.
Είναι απαραίτητον να παραμείνωμεν εν προσευχή κατά το δυνατόν επί εκτενέστερον χρόνον, ίνα η αήττητος Αυτού δύναμις διεισδύση εντός ημών και καταστήση ημάς ικανούς να αντισταθώμεν προς πάσας τας καταλυτικάς επιδράσεις. Και όταν αυξηθή η δύναμις αύτη εν ημίν, τότε η χαρά της ελπίδος δια την τελικήν νίκην ανατέλλει εν ημίν.
Η προσευχή αποκαθιστά οπωσδήποτε εν ημίν την θείαν εκείνην  πνοήν, την οποίαν ο Θεός «ενεφύσησεν εις το πρόσωπον του Αδάμ», και δυνάμει της


οποίας ούτος [//17] «εγένετο εις ψυχήν ζώσαν» (Γέν. 2,7). Το αναγεννημένον δια  της προσευχής πνεύμα ημών αρχίζει να εκπλήττηται προ του μεγάλου  μυστηρίου του Είναι. Ιδιαίτερος δε ενθουσιασμός ισχυρού ρεύματος κατακλύζει τον νουν ημών: το Είναι! Οποίον θαυμαστόν μυστήριον … Πώς είναι τούτο δυνατόν! … «Θαυμαστός ο Θεός και θαυμαστή η δημιουργία Αυτού». Λαμβάνομεν πείραν του νοήματος των λόγων του Χριστού: «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» (Ιωάν. 10,10). Περισσόν! Και αληθώς, ούτως έχει.
Αλλά και πάλιν επαναλαμβάνομεν το αυτό: Η ζωή αύτη είναι παρόδοξος, καθώς παράδοξος είναι πάσα διδαχή Κυρίου: «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τί θέλω ει ήδη ανήφθη» (Λουκ. 12,49). Είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς τους υιούς του Αδάμ να διέλθωμεν δια του ουρανίου τούτου πυρός του καταφλέγοντος τας ρίζας των θανατηφόρων παθών. Αλλέως δεν θα ίδωμεν το Πυρ τούτο μεταβαλλόμενον εις Φως νέας ζωής, διότι εν τη πτώσει ημών η καύσις προηγείται του φωτισμού και ουχί αντιθέτως. Συνεπώς ας ευλογήσωμεν τον Κύριον και δια την κατακαίουσαν ταύτην ενέργειαν της αγάπης Αυτού.
Ημείς ολίγα εισέτι γνωρίζομεν, και ταύτα μόνον εκ μέρους (βλ. Α’ Κορ. 13,9). Νυν όμως είναι και εις ημάς γνωστόν ότι δεν υπάρχει άλλη οδός, ίνα γίνωμεν «υιοί αναστάσεως» (Λουκ. 20,36), υιοί Θεού, ίνα συμβασιλεύσωμεν μετά του Μονογενούς. Όσον οδυνηρά και αν είναι η διαδικασία της αναπλάσεως  ημών, οποιαδήποτε και αν είναι τα μαρτύρια και η κατά καιρούς αγωνία, δια μέσου των οποίων καθοδηγεί ημάς ο Θεός, το παν εν τέλει αποβαίνει ευλογημένον. Εάν η επίτευξις επιστημονικής πολυμαθείας απαιτή μακροχρόνιον και έντονον αγώνα, η απόκτησις της προσευχής απαιτεί ασυγκρίτως εντονώτερον.
[//18] Όταν το Ευαγγέλιον και αι Επιστολαί των Αποστόλων αποβούν δι’ ημάς η καθ’ ημέραν πραγματικότης, τότε αρχόμεθα να βλέπωμεν εναργώς, οπόσον αφελείς υπήρξαν αι προηγούμεναι ημών αντιλήψεις περί του Θεού και της εν Αυτώ ζωής. Μυστηριώδης είναι η Σοφία της δοθείσης εις ημάς Αποκαλύψεως:  Υπερβαίνει  αύτη  καθ’  υπερβολήν  την  ανθρωπίνην φαντασίαν:
«… οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν» (Α’ Κορ. 2,9). Η ελαχιστοτέρα εισέτι μεθ’ ημών επαφή του Θείου Πνεύματος αποτελεί δοξαν ασύγκριτον εν σχέσει προς το περιεχόμενον της άνευ Θεού ζωής ημών.
Η αυθεντική προσευχή ενούσα ημάς μετά του Υψίστου δεν είναι άλλο τι ει μη φως και δύναμις εκ των ουρανών προς ημάς καταβαίνουσα. Κατά την ουσίαν αυτής η προσευχή υπερβαίνει την κατάστασιν ημών. Δεν υπάρχει  πηγή ενεργείας δι’ αυτήν εν τω κόσμω τούτω. Εάν καλώς τρέφωμαι, ίνα διατηρήσω ακμαίον το σώμα μου, τότε η σαρξ μου επανίσταται και αι απαιτήσεις αυτής αυξάνουν: Δεν διατίθεται αύτη εις προσευχήν. Εάν ταπεινώ την σάρκα δι’ υπερμέτρου νηστείας, τότε επί τινα χρόνον εν τη οδυνηρά εγκρατεία δημιουργείται ευνοϊκόν έδαφος δια την προσευχήν, κατόπιν όμως το σώμα αποκάμνει και αρνείται να ακολουθήση το πνεύμα. Εάν συναναστρέφωμαι μετά καλών ανθρώπων, συμβαίνει να αισθάνωμαι ηθικήν ικανοποίησιν, ενίοτε δε να λαμβάνω   νέαν   ψυχολογικήν      διανοητικήν   πείραν,   όμως   λίαν   σπανίως


παρόρμησιν προς βαθείαν προσευχήν. Εάν είμαι διανοητικώς πεπροικισμένος   δια σοβαράν επιστημονικήν εργασίαν ή καλλιτεχνικήν δημιουργίαν, η επιτυχία μου εις αυτάς θα αποτελέση αφορμήν προς κενοδοξίαν, και θα [//19] καταστή αδύνατον να εύρω την βαθείαν καρδίαν: τόπον της πνευματικής προσευχής. Εάν είμαι πλούσιος εις υλικά αγαθά και μεριμνώ να εκμεταλλεύωμαι την μετά του πλούτου συνδεομένην εξουσίαν ή την δυνατότητα υλοποιήσεως τινών εκ των ιδεών μου ή ικανοποιήσεως των αισθητικών ή συναισθηματικών επιθυμιών, η ψυχή μου δεν δύναται να αναχθή προς τον Θεόν, ως εγνωρίσαμεν Αυτόν δια του Χριστού. Εάν απέλθω εις την έρημον απαρνησάμενος τα υπάρχοντα μου, και εκεί η αντίστασις πασών των κοσμικών ενεργειών παραλύει την προσευχήν μου. Και ούτω καθ’ εξής άνευ τέλους.
Η αληθής προσευχή προς τον αληθινόν Θεόν είναι κοινωνία μετά του Πνεύματος του Θεού, το Οποίον προσεύχεται εν ημίν. Τούτο δίδει εις ημάς να γνωρίσωμεν τον Θεόν· οδηγεί το πνεύμα ημών εις κατάστασιν θεωρίας της αιωνιότητος. Η πράξις της προσευχής ως Άνωθεν καταβαίνουσα χάρις υπερέχει της γηΐνης φύσεως ημών, και εξ αιτίας τούτου το φθαρτόν σώμα, ανίκανον δια την ανάβασιν εις την σφαίραν του Πνεύματος, ανθίσταται εις αυτήν· η διάνοια ανίσχυρος να περιλάβη την απειρότητα, εναντιούται, σαλεύεται υπό των αμφιβολιών, απωθούσα παν ό,τι υπερβαίνει την αντίληψιν αυτής. Εις την προσευχήν αντιπαρατίθεται το κοινωνικόν περιβάλλον, εν τω οποίω διάγομεν και το οποίον ρυθμίζει την ζωήν αυτού συμφώνως προς άλλους σκοπούς εκ διαμέτρου αντιθέτους προς την προσευχήν. Την προσευχήν δεν υπομένουν τα ενάντια πνεύματα. Μόνον όμως η προσευχή ανακαλεί τον κτιστόν κόσμον εκ της πτώσεως αυτού, υπερνικώσα την εν αυτώ μονοτονίαν και αδράνειαν δια της μεγάλης εντάσεως του πνεύματος ημών εν τη τηρήσει των εντολών του Χριστού.
[//20] Κοπιώδης είναι ο αγών δια την προσευχήν. Εναλλάσσονται αι καταστάσεις του πνεύματος ημών: Ενίοτε η προσευχή ρέει εν ημίν ως ισχυρόν ποταμός, άλλοτε δε η καρδία αποβαίνει απεξηραμμένη. Ας είναι όμως πάσα ύφεσις της ευχητικής δυνάμεως κατά το δυνατόν βραχεία. Προσευχή σημαίνει πολλάκις να ομολογώμεν εις τον Θεόν την αθλίαν ημών κατάστασιν: αδυναμίαν, ακηδίαν, αμφιβολίας, φόβους, λύπην, απόγνωσιν, εν ενί λόγω, παν ό,τι συνδέεται μετά των συνθηκών της υπάρξεως ημών. Να ομολογώμεν μη επιζητούντες καλλιεπείς εκφράσεις, ουδέ εισέτι λογικόν ειρμόν … Συχνάκις ο τρόπος ούτος στροφής προς τον Θεόν αποβαίνει η αρχή της προσευχής‐διαλόγου.
Ενίοτε θα είμεθα επί των κυμάτων της Θείας Αγάπης, την οποίαν κατ’ αφελή τρόπον θα εκλάβωμεν μονομερώς ως ημετέραν προς Αυτόν αγάπην.  Ούτω συνέβαινεν εις εμέ: Δεν ετόλμων να διανοηθώ ότι ήτο δυνατόν ο απείρως μέγας Δημιουργός του παντός να επιβλέψη επ’ εμέ τον μηδαμινόν και αχρείον. Και έλεγον:
«Ω, εάν ήτο δυνατόν Συ να αγαπάς εμέ τοσούτον, όσον εγώ Σε αγαπώ … Βλέπεις άρα γε, πόσον η καρδία μου Σε διψά ημέρας  και νυκτός; Κλίνον προς με· επίφανον το πρόσωπον Σου επ’ εμέ· ποίησον με τοιούτον, ως Συ θέλεις να βλέπης τους κτισθέντας


υπό Σου· τοιούτον, ως Συ, Πανάγιε, δύνασαι να δέχησαι και να αγαπάς …»
Δεν εγνώριζον τί έλεγον (βλ. Λουκ. 9,33)· δεν ετόλμων να σκεφθώ  ότι Αυτός ο Ίδιος προσεύχεται εν εμοί.
Η θεωρία της αγιότητος και ταπεινώσεως του Θεού πλήττει την ψυχήν, και αύτη μετά μεγάλης ευλαβείας [//21] εσωτερικώς προσκυνεί Αυτόν εν αγάπη. Την τοιαύτην προσευχήν διαδέχεται ενίοτε η όρασις του ακτίστου Φωτός.
Ίνα αναγνωρίσωμεν τας εκ του Θεού προερχόμενας δωρεάς, Ούτος, μετά την επίσκεψιν, εγκαταλείπει ημάς προς καιρόν. Παράδοξον εντύπωσιν προξενεί η Θεοεγκατάληψις. Εν τη νεότητί μου υπήρξα ζωγράφος (φοβούμαι ότι και μέχρι του νυν ούτος δεν απέθανεν εντελώς εν εμοί). Το φυσικόν χάρισμα τούτο έμεινεν εντός μου. Ήτο δυνατόν να εξαντλούμαι να μη έχω δυνάμεις προς εργασίαν,  ούτε έμπνευσιν· εγνώριζον όμως ότι το δώρον τούτο είναι φύσις μου. Όταν όμως ο Θεός εγκαταλείπει ημάς, τότε λαμβάνομεν αίσθησιν κενού τινος εν αυτώ  τούτω τω είναι· και δεν γνωρίζει η ψυχή εάν ποτε θα επιστρέψη ο  Απελθών. Ούτος απεκρύβη, εγώ δ’ εγκατελείφθην κενός· και ζω το φοβερόν τούτο κενόν ως θάνατον. ΄Δια της ελεύσεως Αυτού εις εμέ εφανερώθη τι το θαυμαστόν, ηδύ εις την καρδίαν, υπερέχον και την πλέον τολμηράν φαντασίαν. Και ιδού ευρίσκομαι εκ νέου εις εκείνην την κατάστασιν, ήτις πρότερον εφαίνετο εις εμέ φυσική, ικανοποιητική, νυν δε προξενεί φρίκην: Εμφανίζεται καθ’ υπερβολήν ζωώδης‐ κτηνώδης … Εισήχθην εις τον οίκον του μεγάλου Βασιλέως· εγνώρισα ότι είμαι συγγενής Αυτού, αλλ’ ιδού πάλιν δεν είμαι πλέον ει μη ανέστιος επαίτης.
Δια της εναλλαγής των καταστάσεων θα γνωρίσωμεν την διαφοράν μεταξύ των φυσικών χαρισμάτων και εκείνων τα οποία κατέρχονται ως Άνωθεν ευλογία. Δια της προσευχής της μετανοίας ηξιώθην της πρώτης επισκέψεως, αλλά και δια προσευχής, πλέον όμως ενθέρμου, ελπίζω [//22] να επανέλθη Ούτος. Και όντως, Ούτος έρχεται. Συχνάκις, και μάλιστα συνήθως, μεταβάλλει Ούτος τον τρόπον της ελεύσεως Αυτού. Ούτως ακαταπαύστως εμπλουτίζομαι υπό των επισκέψεων τούτων επί του επιπέδου του Πνεύματος: Άλλοτε εν παθήμασιν, άλλοτε εν χαρά, εγώ όμως αυξάνω. Αυξάνει η ικανότης μου να παραμένω επί μακρότερον χρονικόν διάστημα εν τη πρότερον αγνώστω σφαίρα.
Κράττει στερρώς τον νουν εν τω Θεώ και θα έλθη στιγμή κατά την οποίαν ο αθάνατον Πνεύμα θα εγγίση την καρδίαν. Ώ, η επαφή αύτη του Αγίου των Αγίων! Είναι αδύνατον να συγκριθή μεθ’ οιουδήποτε άλλου: Αρπάζει το πνεύμα ημών εις τον χώρον του ακτίστου Είναι· τιτρώσκει την καρδίαν δι’ αγάπης, διαφόρου εκείνης, ήτις συνήθως εννοείται υπό την λέξιν ταύτην. Το Φως της αγάπης ταύτης εκχέεται προς πάσαν την κτίσιν, προς όλον τον κόσμον των ανθρώπων, εν τη μακροχρονίω αυτού εμφανίσει. Η αγάπη αύτη γίνεται αισθητή υπό της φυσικής καρδίας, αλλά κατά το είδος αυτής είναι πνευματική, άκτιστος, ως παρά του Θεού εκπηγάζουσα.
Το ζωοποιόν Πνεύμα του Θεού επισκέπτεται ημάς, όταν ημείς διαμένωμεν εν καταστάσει ταπεινού ανοίγματος προς Αυτόν. Δεν παραβιάζει την ελευθερίαν ημών· περιβάλλει ημάς τοσούτον ιλαρώς, ώστε δυνάμεθα και να μη παρατηρήσωμεν Αυτό παραχρήμα. Δεν πρέπει να αναμένωμεν ότι ο Θεός θα


εισβάλη εντός ημών δια της βίας, άνευ της ημετέρας συγκαταθέσεως. Ώ, ουχί: Σέβεται τον άνθρωπον, ταπεινούται ενώπιον αυτού: Η αγάπη Αυτού είναι ταπεινή· αγαπά ουχί αφ’ υψηλού, αλλ’ ως στοργική μήτηρ το εαυτής πάσχον βρέφος. Όταν ανοίγωμεν εις [//23] Αυτό την καρδίαν ημών, τότε επικρατεί το δυνατόν αίσθημα ότι Τούτο είναι «οικείον» και η ψυχή προσπίπτει μετά θαυμασμού ενώπιον Αυτού εν ταπεινή αγάπη.

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Ο ΑΡΧΑΡΙΟΣ Η θεολογική «επίθεση‐αυτοάμυνα» του π. Σωφρονίου. Η βαθμιαία επιστροφή. Η αδιάπτωτη πρόνοια του Θεού.





Αθήνα, 16 Οκτωβρίου 1945.

Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ, πάτερ Σωφρόνιε, Ευλογείτε!
Μόλις επέστρεψα από το Λονδίνο, όπου είχα πάει στις 7 Σεπτεμβρίου, βρήκα το εκτενές γράμμα σου1 … Ευτυχώς που δεν ήρθες εδώ, για να μου μιλήσεις. Όχι μόνο θα απουσίαζα, αν ερχόσουν τον Σεπτέμβριο, αλλά θα  έβλεπες πόσο απασχολημένος είμαι, όλη την ημέρα και κάποτε τη μισή νύχτα. Θα καταλάβαινες ότι σχεδόν ποτέ δεν μου είναι δυνατό να μιλήσω για πολύ με κανένα. Εκτός αυτού, πού θα παρέμενες, πώς θα τρεφόσουν και πώς θα επέστρεφες; Αν και τίποτα δεν τολμώ να υποσχεθώ με βεβαιότητα, θα προσπαθήσω να έρθω κοντά σου τον Νοέμβριο. Μην ανησυχείς.  Μην  αφήνεις τον Άθω, όπου αναπνέεις καθαρό πνευματικό αέρα.
Τα γράμματά σου ήταν ωφέλιμα, αν και δεν μπορώ να σου κρύψω ότι μου άφησαν την εντύπωση ότι ο ίδιος δεν είσαι εντελώς σίγουρος για τις πεποιθήσεις σου, αλλά γράφεις εν μέρει, για να πείσεις τον εαυτό σου. Η επίθεση βέβαια είναι η καλύτερη αυτοάμυνα. Είναι φανερό ότι σκανδαλίστηκες [//394] με εμένα. Δεν θα προσπαθήσω όμως καθόλου να σε πείσω. Απλώς έγραψα με μορφή εξηγήσεως και πνευματικής εξομολογήσεως. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για μένα.
Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω. Πολλά συμβαίνουν στην ψυχή μου, αν και δεν νομίζω ότι οι κοσμοθεωρίες μας θα συμπέσουν ποτέ απόλυτα, όσο ζούμε επάνω στη γη (γιατί βαδίζουμε προς τον ίδιο σκοπό, αλλά από διαφορετικούς δρόμους), ωστόσο όμως, όταν παρέλαβα το τελευταίο σου γράμμα, βρισκόμουν ήδη πλησιέστερα σε σένα, και ό,τι μου έγραψες ήταν εν μέρει περιττό. Ουδέποτε θα πάψω να σε βλέπω ως πολύτιμο κομμάτι της ίδιας της ψυχής μου. Συνήθιζα να καταφεύγω σε σένα ως σε πολύτιμο διδάσκαλο και σύμβουλο. Ο Κύριος με οδήγησε κοντά σου, όταν έπρεπε. Και εσύ μου έδωσες αφειδώς τόσα πολλά, τα οποία και παρέλαβες από Αυτόν. Παρόλη όμως την ειλικρινή αγάπη και ευγνωμοσύνη δεν μπορώ να σε ακολουθήσω σε όλα. Ήμουν για σένα σχεδόν αφόρητο φορτίο, κι εσύ τώρα ελευθερώθηκες από αυτό. Μη βασανίζεσαι μαζί μου. Πέταξε από επάνω σου αυτό το φορτίο και μην προσπαθείς να το κουβαλάς. Μαρτυρώ ενώπιον του Θεού ότι εφέτος μου δόθηκε από την πρόνοια του Θεού νέα, σωτήρια χειραγώγηση, ακόμη πιο απροσδόκητη και καθαρή, από εκείνη που είχα όταν συνάντησα τον πατέρα Σιλουανό στον αρσανά και μου προείπε ότι θα βρω και άλλον, που αποδείχθηκε ότι ήσουν εσύ. Πώς έγινε αυτό δεν μπορώ προς το παρόν να σου το γράψω, γιατί δεν έχω δικαίωμα. Μη χάνεις λοιπόν την πίστη στην πρόνοια του Θεού, ακόμη και σε σχέση με εμένα τον αμαρτωλό. Να είσαι

ΑΦΥΠΝΙΣΗ Η ζωή του. Η βαθμιαία επιστροφή στην πίστη.





Η απιστία στα δόγματα. Η στενότητα των ομολογιακών ορίων. Η ορμή για την αιωνιότητα.



Αγαπητέ εν Χριστώ πάτερ Σωφρόνιε, Ευλογείτε!

Βρετανική Πρεσβεία, Αθήνα, 21 Ιουλίου 1945.

Αισθάνομαι ένοχος απέναντί σου, γιατί δεν έγραψα για τόσον καιρό. Συγχώρεσέ με, αλλά μην νομίζεις ότι η σιγή μου σημαίνει έλλειψη αγάπης για σένα. Από το 1941 που έγινα γραφειοκράτης, αρχικά «στρατιωτικός» και έπειτα διπλωματικός υπάλληλος, από ανθρώπινη αδυναμία διέκοψα σχεδόν εντελώς την αλληλογραφία με όλους. Εκείνο που μου συμβαίνει είναι να κάθομαι τουλάχιστον επτά ώρες την ημέρα στο γραφείο (κάποτε μέχρι εννέα ή ακόμη και δώδεκα ώρες), και όταν επιστρέφω στο σπίτι μου, δεν έχω διάθεση να γράψω. Προτιμώ να διαβάζω, να διαλογίζομαι, να ασχολούμαι με τη μουσική, να συζητώ, να προσεύχομαι – να ασχολούμαι με οτιδήποτε άλλο εκτός από το να κάθομαι πάλι στο γραφείο.
Όταν σας έγραψα την τελευταία φορά, ήλπιζα να έρθω στον Άθω. Ο πρέσβυς μας, κοντά στον οποίο υπηρετώ ως διερμηνέας‐βοηθός, σκεπτόταν να επισκεφθεί το Άγιον Όρος το Πάσχα. Δεν τα κατάφερε όμως να απομακρυνθεί από την πρωτεύουσα. Διατηρώ ακόμη την ελπίδα, αλλά δεν γνωρίζω, αν η επίσκεψη θα πραγματοποιηθεί αυτόν τον χρόνο. Μάζεψα για σένα μερικά πράγματα, από [//390] εκείνα που μου υπέδειξες, αλλά δεν βρήκα ταξιδιώτη, στον οποίο να μπορώ να τα εμπιστευθώ, και δεν γνωρίζω αν τα ταχυδρομικά δέματα φθάνουν εκεί. Γράψε μου, αν μπορώ να τα εμπιστευθώ στο ταχυδρομείο.
Αυτές τις ημέρες με επισκέφθηκε ο Στέφανος, Έλληνας μοναχός από το Ρωσικό. Εγκατέλειψε τον Άθω, τον πνευματικό και τον Ηγούμενό του εκεί, γιατί επιθυμεί να σπουδάσει. Μου άφησε πολύ καλή, θα τολμούσα να πω και κατανυκτική εντύπωση, χάρη στην πραότητα και την ταπείνωσή του. Ήθελε να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα, πράγμα που τώρα είναι δύσκολο. Μετά από κάποιο δισταγμό ο Μητροπολίτης των στρατιωτικών δυνάμεων Παντελεήμων, πρώην Καρυστίας, που τον είχε κοντά του πριν τη μετάβασή του στο Άγιον Όρος, τον πήρε πάλι υπό την προστασία του. Είναι δύσκολο σε τέτοιες περιπτώσεις, τί συμβουλή να δώσεις στον άνθρωπο. Να φύγει άραγε από το καθαρώς μοναχικό περιβάλλον; Πιστεύω ότι οδηγείται από τις πιο καθαρές διαθέσεις, αλλά φοβάμαι ότι θα απογοητευθεί. Γράψε μου, αν τον γνωρίζεις και αν έχεις κάποια γνώμη σχετικά.