Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Πείρα Αιωνιότητος Αγιος Σιλουανός o Αθωνίτης





Ανακόλουθον και αντιφατικόν χαρακτήρα λαμβάνει η περιγραφή της νοεράς ησυχίας, ήτις είναι ζωή καταπληκτικής ως εκ του πλούτου και του μεγαλείου,  αλλά  και  λόγω  της  ιδιομορφίας αυτής  Δεν  αμφιβάλλομεν ότι  εις πολλούς, συνηθισμένους να κινώνται εντός των ορίων της τυπικής λογικής, δυνατόν να θεωρηθή ως κατάδηλος παραλογισμός ο λόγος, ότι ο άνθρωπος εις απροσδιόριστον  τι χρονικόν διάστημα εισάγεται εις την αιωνίαν ζωήν μεθ’ υπαρξιακής οφθαλμοφανείας Εν τούτοις θα αποπειραθώμεν να διασαφήσωμέν πως την έκφρασιν ταύτην .Ο  χρόνος  και  η  αιωνιότης  εις  την  αντίληψιν  του  ασκητού  είναι  δύο διάφοροι τρόποι υπάρξεως Ο μεν πρώτος, ήτοι ο χρόνος, είναι ο τρόπος της κτιστής,  της  διηνεκώς  γιγνομένης  και  εξελισσομένης  εν  τη  κινήσει  αυτής υπάρξεως, ακαταλήπτως εκ του μηδενός δημιουργουμένης υπό του Θεού Ο δε δεύτερος, ήτοι η αιωνιότης, είναι ο τρόπος της Θείας υπάρξεως, εις την οποίαν αι έννοιαι της εκτάσεως και της ακολουθίας δεν εφαρμόζονται Η αιωνιότης είναι μοναδική,  ανέκτατος,  ακαταλήπτου  πληρώματος  ενέργεια  (actus)  του  Θείου Είναι, όπερ, όν υπερκόσμιον, ανεπεκτάτως περιβάλλει πάσας τας εκτάσεις του κτιστού κόσμου Αιώνιος, κατά την ουσίαν, είναι μόνον ο Θεός Η αιωνιότης δεν είναι τι το αφηρημένον ή καθ’ εαυτό υπάρχον, αλλ’ ο Ίδιος ο Θεός εν τη υπάρξει Αυτού Όταν ο άνθρωπος κατά την ευδοκίαν του Θεού λαμβάνη την δωρεάν της χάριτος, τότε, ως κοινωνός Θείας ζωής, γίνεται ουχί μόνον αθάνατος εν τη εννοία της ατελευτήτου παρατάσεως της ζωής αυτού, αλλά και άναρχος, διότι εκείνη η σφαίρα της Θείας υπάρξεως, εις την οποίαν εισήχθη, δεν έχει ούτε αρχήν ούτε τέλος Λέγοντες ενταύθα περί του ανθρώπου ότι γίνεται «άναρχος», δεν εννοούμεν προΰπαρξιν της ψυχής, ουδέ αλλαγήν της κτιστής ημών φύσεως εις άναρχον Θείαν φύσιν, αλλά κοινωνίαν της ανάρχου Θείας ζωής, δυνάμει της κατά χάριν θεώσεως του κτίσματος



Όταν ο νους και η καρδία, εστραμμένα προς τον Χριστόν, ουχί δια των ιδίων προσπαθειών αλλά τη ενεργεία του Θεού, ενούνται εις μυστικήν τινα ένωσιν, τότε ο άνθρωπος πραγματικώς ευρίσκει εαυτόν εν τω πλέον ενδομύχω βάθει αυτού Τότε, ως νους θεοείκελος, ως πνεύμα θεοειδές, ως αθάνατος υπόστασις (πρόσωπον), αοράτως  ορά τον Θεόν Εν όσω όμως ο άνθρωπος είναι συνδεδεμένος μετά της σαρκός, η γνώσις αυτού δεν επιτυγχάνει την τελειότητα  και  δεν  δύναται  ούτος  να  εννοήση  οποία  θα  είναι  η  αιώνιος  ζωή αυτού εις την σφαίραν του Ανάρχου Φωτός, εάν ο Θεός ευδοκήση να δεχθή αυτόν μετά την διάβασιν και του εσχάτου φλοιού της επιγείου ζωής Αλλά το ερώτημα, οποία θα είναι η αιώνιος ζωή, εγείρεται ουχί κατά τον χρόνον της οράσεως – οπότε η ψυχή ούσα ολοσχερώς εν τω Θεώ δεν γνωρίζει εάν είναι «εν σώματι ή εκτός του σώματος»– αλλά τότε μόνον, όταν εκ νέου ίδη τον κόσμον τούτον, όταν πάλιν αισθανθή εαυτήν εις τα δεσμά της σαρκός, υπό το κάλυμμα αυτής
Ο άνθρωπος, εν εαυτώ, εν τοις ορίοις του κτιστού αυτού είναι, κεχωρισμένος  από  του  Θεού, δεν  έχει  την  αιώνιον  ζωήν Μετέχων  ούτος  της Θείας ζωής κατά την δωρεάν της χάριτος γίνεται αιώνιος Την αιωνιότητα δε ταύτην δύναται να βιώση εισέτι εντεύθεν μετ’ εντάσεως μείζονος ή ελάσσονος βαθμού
Αι τοιαύται εκφράσεις είναι παράδοξοι, αλλ’ ίσως πλέον αντιληπτή θα είναι η εξής: Είμεθα αιώνιοι κατά το μέτρον της διαμονής ημών εν τω Θεώ Δια του «κατά το μέτρον» εννοούμεν ουχί την ποσότητα, αλλά την δωρεάν του Θεού
Εν   τη   καταστάσει   της   οράσεως   η   ψυχή   «ουκ   ερωτά   ουδέν»   Το
ανέκφραστον της εισαγωγής αυτής εις τον Θείον κόσμον τελείται ουχί κατά το θέλημα αυτής, διότι αύτη ουδόλως δύναται να επιθυμή εκείνο, όπερ ουδόλως πρότερον  εγνώριζεν  Αλλά  και  πάλιν  δεν  γίνεται  τούτο  άνευ  της  συνεργίας αυτής, υπό την έννοιαν ότι, εν ωρισμένη προκαταρκτική περιόδω, μετ’ αγαθής θελήσεως εστράφη φλογερώς προς τον Θεόν εν τη τηρήσει των εντολών Αυτού Της οράσεως προηγούνται μεγάλα παθήματα, βαθύ πένθος και ζέοντα δάκρυα

μετανοίας, κατακαίοντα την σωματικήν, ψυχικήν και πνευματικήν υπερηφανίαν
εν τοις ενδομύχοις του ανθρώπου
Ο την σάρκα φορών και τον κόσμον οικών άνθρωπος δεν δύναται να επιτύχη τελείαν γνώσιν· εκείνο όμως, όπερ χαρίζεται εις αυτόν ο Θεός, είναι αναμφίβολον  υπαρξιακόν   βίωμα   της   αιωνίου   Βασιλείας   Έστω   καίτοι   «εκ μέρους», ως έλεγεν ο Γέρων, εν τούτοις αυθεντικώς γνωρίζει ο άνθρωπος Αυτήν
Ο κτισθείς «κατ’ εικόνα Θεού», εκτίσθη δια την «καθ’ ομοίωσιν» ζωήν Ο τυχών «σωτηρίας» εν τω Θεώ, λαμβάνει ζωήν ομοίαν προς την ζωήν του Ιδίου του Θεού Ο Θεός είναι ο πανταχού παρών και παντογνώστης, και οι Άγιοι εν Πνεύματι  Αγίω  λαμβάνουν  ομοίωσιν  της  απανταχού  παρουσίας  και παγγνωσίας Ο Θεός είναι Φως, και οι Άγιοι εν Πνεύματι Αγίω γίνονται φως Ο Θεός είναι Αγάπη περιβάλλουσα παν όν, και οι Άγιοι εν Πνεύματι Αγίω περιβάλλουν δια της αγάπης αυτών τον κόσμον όλον Ο Θεός είναι ο Μόνος Άγιος, και οι Άγιοι εν Πνεύματι Αγίω είναι Άγιοι Η αγιότης δεν είναι έννοια ηθική, αλλ’ οντολογική Άγιος δεν είναι εκείνος όστις είναι άμεμπτος κατά την ανθρωπίνην ηθικήν ή, κατά το φαινόμενον της πολιτείας αυτού, υπό την έννοιαν της  ασκήσεως  ή  εισέτι  και  της  προσευχής  (και  οι  Φαρισαίοι  ενήστευον  και ετέλουν   «μακράς»   προσευχάς),   αλλ’   εκείνος   όστις   κατέστη   φορεύς   του Πνεύματος του Αγίου Μόνος ο Θεός είναι Αλήθεια και Ζωή, και οι κοινωνοί του Αγίου Πνεύματος γίνονται ζωντες και αληθινοί, ενώ οι μακρυνόμενοι από του Θεού αποθνήσκουν πνευματικώς και πορεύονται εις το «σκότος το εξώτερον» (Ματθ κβ’ )
Ειπόντες ανωτέρω, ότι ο άνθρωπος, κληθείς εκ του μη όντος εις την ύπαρξιν δια δημιουργικής πράξεως του Θεού, δεν έχει εν εαυτώ ζωήν αιώνιον, δεν εννοούμεν ότι αποθνήσκων επιστρέφει εκ νέου εις το «μηδέν», εις την πλήρη ανυπαρξίαν Ουχί Αλλ’ εννοούμεν ότι ο εκπίπτων του Θεού και αποστρεφόμενος Αυτόν, αυτεξούσιος  ών, απέρχεται εκ της Ζωής και του Φωτός εις την σφαίραν του εξωτέρου σκότους Τούτο δε το σκότος δεν είναι εκείνο το «μηδέν», εκείνο το μη όν, εξ ού εκλήθη ο άνθρωπος εις την ύπαρξιν Πρόκειται περί καταστάσεως του λογικού κτίσματος, όντος ανεκμηδενίστου κατά την ουσίαν αυτού Αλλ’ η αγάπη του Θεού και εις τον άδην περιβάλλει τους πάντας, ούσα όμως χαρά και αγαλλίασις δια τους αγαπώντας τον Θεόν, γίνεται βάσανος δια τους μισούντας Αυτόν
Εις τον λόγον ημών περί της πείρας της αιωνιότητος και της αναστάσεως της ψυχής έχομεν υπ’ όψιν εκείνην την μεγάλην ευδοκίαν του Θεού, ήτις, εκχεομένη επί τον άνθρωπον, «αρπάζει» αυτόν εις την βασιλείαν του Αιωνίου Φωτός, δίδουσα εις αυτόν να βιώση μετά βεβαιότητος την ελευθερίαν αυτού εκ του θανάτου, την αιωνιότητα αυτού
Η «επιστροφή» εκ της καταστάσεως της οράσεως επαναφέρει τον άνθρωπον εις το επίγειον αυτού σκήνωμα Εν τούτοις και η προσωπική αυτού συνείδησις και η περί του κόσμου αντίληψις αυτού τροποποιούνται ουσιωδώς· και δεν δύνανται να μη τροποποιηθούν δια πολλούς λόγους Η πείρα της πτώσεως και των παθημάτων αποκαλύπτει την ιδίαν τραγωδίαν και εις πάντα άνθρωπον Η πείρα της προσωπικής αθανασίας καθιστά αυτόν ικανόν να βλέπη  και εις
πάντα άλλον άνθρωπον τον αθάνατον αδελφόν Η ζώσα πείρα της αιωνιότητος
και της εσωτερικής θεωρίας του Θεού έξω της κτίσεως πληροί κατ’ ανεκλάλητον τρόπον την ψυχήν μετ’ αγάπης προς τον άνθρωπον και προς παν κτίσμα Καθίσταται φανερόν ότι μόνον οι γνωρίσαντες το μεγαλείον του ανθρώπου εν τη πνευματική αυτών εμπειρία δύνανται πραγματικώς να τιμήσουν και να αγαπήσουν τον συνάνθρωπον
Και ιδού πάλιν φαινόμενον ανεξήγητον Κατά τον χρόνον της θείας εποπτείας ο κόσμος, κατά την έκφρασιν  του Γέροντος, «εντελώς λησμονείται» Η ώρα της θεωρίας ουδόλως είναι ώρα στοχασμού Η συνήθης διαλεκτική σκέψις παύει Η ενέργεια του νου συνεχίζεται, ως ενέργεια όμως όλως ιδιαιτέρου είδους Και είναι εκπληκτικόν ότι εκείνη η αορασία κατά την μείωσιν της   εντάσεως   αυτής   λαμβάνει   μορφήν   σκέψεων   και   αισθημάτων   …   Η κατάστασις της θέας είναι το φως της αγάπης του Θεού, και τη επενεργεία της αγάπης αυτής γεννώνται εν τη ψυχή νέα αισθήματα και νέαι σκέψεις περί Θεού και κόσμου
Η πρώτη «αρπαγή» εν τη θεωρία χαρίζεται εις τον άνθρωπον άνωθεν,
άνευ της εκείνου αναζητήσεως, διότι αγνοών αυτήν δεν θα ηδύνατο να ζητή αυτήν  Γνωρίσας  δε  αυτήν  δεν  δύναται πλέον  να επιλησθή  ταύτης,  και  μετά πολλής θλίψεως καρδίας πάλιν εκζητεί αυτήν, ουχί δε μόνον δι’ εαυτόν αλλά και δια πάντα άνθρωπον


ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ Ο ΑΓΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ

Εις την ασκητικήν ανθρωπολογίαν, την αφορώσαν εις την νοεράν προσευχήν, θα προσθέσωμεν ολίγα τινά προς επεξήγησιν του έργου τούτου και των αποτελεσμάτων αυτού
Ως είπομεν ανωτέρω, δια της ευκτικής προσοχής εν τη καρδία ο ασκητής προσπαθεί να διαφυλάξη τον νουν καθαρόν παντός λογισμού Οι λογισμοί δύνανται να είναι φυσικοί υπό τας συνθήκας του επιγείου βίου, αλλά δύνανται να είναι και αποτελέσματα δαιμονικών επιδράσεων Υποπίπτων εις δαιμονικήν επίδρασιν ο άνθρωπος υφίσταται ήτταν της καθ’ ομοίωσιν Θεού ελευθερίας αυτού, και ως εκ τούτου στερείται της θείας ζωής Η τοιαύτη κατάστασις ονομάζεται «πάθος» Δια του όρου τούτου  εκφράζεται αφ’ ενός μεν η ιδέα της παθητικότητος υπό την έννοιαν της νωθρότητος και της δουλείας, αφ’ ετέρου δε η ιδέα του πάσχειν υπό την έννοιαν του ολέθρου και του θανάτου «Πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος εστι της αμαρτίας Ο δε δούλος ου μένει εν τη οικία εις τον αιώνα· ο υιός μένει εις τον αιώνα» (Ιωάν η’ ‐) Ο «δούλος της αμαρτίας» δεν δύναται να έχη ζώσαν συνείδησιν του μεγαλείου της θεομόρφου ελευθερίας του ανθρώπου ως υιού του Θεού
Τα  πάθη  κέκτηνται  ελκτικήν  τινα  δύναμιν  Η  ερρίζωσις  όμως  ή  η στερέωσις έστω και μιας εμπαθούς εικόνος ή λογισμού εις την ψυχήν δεν επέρχεται άνευ της επί τούτου συγκαταθέσεως του ανθρώπου Διότι εν όλω τω είναι ουδέν υπάρχει τοσούτον δυνατόν, ώστε να στερήση τον ελεύθερον άνθρωπον  της  δυνατότητος  να  αντισταθή  και  να  απορρίψη  ο,τιδήποτε  Όταν

εμπαθής  τις  λογισμός  ή  εικών  ριζωθή  εν  τη  ψυχή,  τότε  ο  άνθρωπος  γίνεται
«κατεχόμενος» εις διάφορον εκάστοτε βαθμόν εντάσεως
Η ελκτική δύναμις του πάθους έγκειται εις την δελεαστικήν πρότασιν τέρψεως ή ευχαριστήσεως Ο δε όλεθρος είναι επακόλουθον των εμπαθών ηδονών Εάν εν τη εμπαθεί κινήσει δεν υπήρχεν η ενήδονος στιγμή, αλλ’ ήρχιζε πάραυτα δια του πόνου, δεν θα ηδύνατο να ελκύση προς εαυτήν την θέλησιν του ανθρώπου Το πάθος, ως βάσανος και θάνατος, γίνεται παρευθύς αντιληπτόν μόνον εις τον πνευματικόν άνθρωπον, τον γνωρίσαντα την ζωοποιούσαν ενέργειαν της θείας χάριτος, ήτις γεννά εν τη ψυχή αποστροφήν, «μίσος» προς τας αμαρτωλάς εν αυτή κινήσεις
Αρχή της πνευματικής ζωής είναι ο αγών κατά των παθών Εάν ο αγών ούτος συνεδέετο μόνον μετά της παραιτήσεως εκ της ηδονής, θα ήτο εύκολος Το δυσκολώτερον όμως εν αυτώ είναι το δεύτερον στάδιον, ήτοι, όταν   το μη ικανοποιηθέν πάθος άρχηται να τυραννή τον άνθρωπον δια των πλέον ποικίλων ασθενειών Εν τη περιπτώσει ταύτη απαραίτητος δια τον ασκητήν είναι υπομονή μεγάλη και επιμονή, διότι το ευεργετικόν αποτέλεσμα της αντιστάσεως εις τα πάθη έρχεται ουχί συντόμως
Είναι φυσικόν εις τον άνθρωπον, εν τη παρούση καταστάσει αυτού, να διέρχηται αγωνιζόμενος καθ’ όλον αυτού τον βίον Υπάρχουν όμως δύο ακραίοι καταστάσεις, χαρακτηριστικόν των οποίων είναι η απουσία αγώνος Ο απαθής δεν έχει αγώνα υπό την έννοιαν ότι η προτεινομένη εμπαθής ηδονή ουδόλως προσελκύει αυτόν και τα πάντα λήγουν εις τον «ψιλόν» λογισμόν Απαθής όμως δύναται   να   ονομασθή  και   εκείνος   όστις   καίτοι   υπόκειται   εις   προσβολάς λογισμών, μένει απρόσιτος εις τας ελκτικάς αυτών δυνάμεις Σημείον πάλιν πλήρους υποδουλώσεως είναι η απουσία αγώνος, διότι εις πάσας τας φάσεις της εξελίξεως του παθοκινήτου λογισμού ο άνθρωπος ουχί μόνον δεν επιδεικνύει αντίστασιν, αλλ’ ο ίδιος σπεύδει προς συνάντησιν αυτού και ζη δι’ αυτού
Υπό τας συνθήκας του εν σαρκί επιγείου βίου ο άνθρωπος έχει και αδιάβλητα πάθη, ήτοι τοιαύτα πάθη ή χρείας, ως είναι πχ η διατροφή, ο ύπνος κτλ, άνευ της ικανοποιήσεως των οποίων η παράτασις του βίου αυτού καθίσταται αδύνατος Κατά τινα χρονικά διαστήματα ο ασκητής καταφρονεί τας ανάγκας αυτάς, εάν δε η κραυγή αυτών αρχίζη να απειλή δια των ασθενειών, τότε εις ωρισμένας στιγμάς ο ασκητής ανθίσταται μέχρι θανάτου εν τη αποφάσει αυτού  όπως  μη  υποχωρήση  Παρετηρήθη  εν  τούτοις  ότι  συνήθως  εν  ταις τοιαύταις περιπτώσεσιν ο πραγματικός θάνατος δεν επέρχεται, μάλλον δε, αντιθέτως, ο άνθρωπος διαφυλάττεται υπό του Θεού εις έτι μείζονα βαθμόν
Τοιαύτη ανδρεία, αποφασιστικότης μέχρι θανάτου, είναι ομοία προς πυρίνην φλόγα Συνήθως όμως ο ασκητής φέρει την φλόγα ταύτην κεκρυμμένην εν τη ψυχή  άνευ επιδείξεως ολοκλήρου της δυνάμεως αυτής Η αυτού του είδους μεμετρημένη ανεκδήλωτος ενέργεια αυτής είναι απαραίτητος εις την ροήν της καθημερινής ζωής, ίνα καταστή δυνατόν να απολαύη ούτος ελευθερίας από των λογισμών, έστω και από καιρού εις καιρόν
Καταβαίνων εις την βαθείαν καρδίαν ο νους, εν αυτή τη πράξει της ευκτικής  ταύτης  καταβάσεως,  απεκδύεται  πάσαν  εικόνα,  ουχί  μόνον  ορατήν,
αλλά και νοητήν, και εν τη καταστάσει της καθαρότητος ταύτης αξιούται της
παραστάσεως ενώπιον του Θεού Και εκείνο όπερ προέρχεται εκ του ανειδέου τούτου βάθους, καίτοι λαμβάνει κατόπιν μορφήν σκέψεως ή ενδύεται την μίαν ή την άλλην εικόνα, δεν είναι πλέον πάθος, αλλ’ αληθής εν Θεώ ζωή
Εν  τη  καταστάσει  ταύτη  αποκαλύπτεται  ότι  η  ψυχή  φυσικώ  τω  τρόπω τείνει προς τον Θεόν, ότι είναι ομοία προς Αυτόν και ότι είναι απαθής κατά την φύσιν αυτής
Εκ  της  εναλλαγής  των  καταστάσεων,  κοινωνίας  χάριτος  και  άρσεως αυτής, ο άνθρωπος πείθεται μετά βεβαιότητος ότι «ουκ έχει ζωήν εν εαυτώ»· ότι η ζωή αυτού είναι εν τω Θεώ, εκτός δε Αυτού θάνατος Όταν η ψυχή αξιωθή της ελεύσεως του Θείου Φωτός, τότε αύτη αληθώς ζη την αιώνιον ζωήν, τουτέστιν Αυτόν τον Θεόν· και όπου Θεός, εκεί και ελευθερία ανέκφραστος, διότι τότε ο άνθρωπος είναι εκτός θανάτου και φόβου
Εν αυτή τη καταστάσει ο άνθρωπος γινώσκει εαυτόν, και επιγινώσκων εαυτόν γινώσκει τον άνθρωπον εν γένει, δυνάμει του ομοουσίου παντός του ανθρωπίνου γένους
Εν τοις μυχίοις αυτού, εκεί όπου αποκαλύπτεται αληθώς η Θεοομοιότης της  ανθρωπίνης  φύσεως,  εκεί  όπου  φανερούται  η  μεγάλη  αυτού  κλήσις,  ο ασκητής ορά εκείνο όπερ είναι απολύτως άγνωστον εις τον μη εισελθόντα εις την εαυτού καρδίαν
Εις τα νεκρώσιμα στιχηρά ο Όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει:
 «Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατον, και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος»
Ούτω θρηνεί και οδύρεται πας ο γνωρίσας εν τω Θεώ την πρωτόκτιστον ωραιότητα   του   ανθρώπου,   όταν   επιστρέψας   εκ   του   αρρήτου   πνευματικού Δείπνου εν τω βαθεί νυμφώνι της καρδίας ορά την βασιλεύουσαν εν τω κόσμω αμορφίαν και αδοξίαν


ΣΤ’ – ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΤ’ ΑΥΤΗΣ
ΑΓΩΝΟΣ


Αποτομήσαντες να γράψωμεν περί της «Ιεράς ησυχίας», την οποίαν τοσούτον ηγάπα ο Γέρων Σιλουανός, δέον όπως ομιλήσωμεν περί του αφεύκτου ασκητικού   αγώνος   κατά   της   φαντασίας   Και   τούτο   το   κεφάλαιον   της πνευματικής ζωής είναι άκρως λεπτόν και πολύπλοκον, δεν ελπίζομεν δε να αντεπεξέλθωμεν ικανοποιητικώς Επειδή θεμελιώδες ημών εγχείρημα είναι η έκθεσις   συγκεκριμένης   πείρας,   θεωρούμεν   υποχρεωτικόν   να   διαγράψωμεν απλώς την συνείδησιν και τας παραστάσεις εκείνας, αίτινες επεκράτησαν άχρι της σήμερον εις τους ασκητικούς κύκλους των εν Άθω πατέρων, και τας οποίας μετήρχετο και ο ίδιος ο Γέρων Αφίνομεν κατά μέρος τας θεωρίας της συγχρόνου επιστημονικής  ψυχολογίας  Δεν  εισερχόμεθα  εις  σύγκρισιν  ή  κριτικήν  ουδέ αυτών, ουδέ των άλλων Σημειούμεν μόνον ότι εις πολλά δεν συμπίπτουν, επειδή διαφορετικαί κοσμολογικαί και ανθρωπολογικαί παραστάσεις κείνται ως βάσεις αμφοτέρων των θεωριών
Γράφει ο Γέρων:
«Ώ,  αδελφοί,  ας  επιλησθώμεν  της  γης  και  πάντων  των  εν  αυτή  Αύτη
αποσπά ημάς από της θεωρίας της Αγίας Τριάδος, ήτις είναι ακατάληπτος εις τον νουν, αλλά την Οποίαν οι Άγιοι εποπτεύουν εν τοις ουρανοίς  εν Πνεύματι Αγίω Ημείς δε ας μένωμεν εν προσευχή άνευ ουδεμιάς φαντασίας …» (σ )
«Όταν  η  ψυχή  δια  Πνεύματος  Αγίου  γνωρίση  τον  Κύριον,  τότε  καθ’ εκάστην στιγμήν απαύστως εκπλήττεται εκ της ευσπλαγχνίας του Θεού, του μεγαλείου  και  της  παντοδυναμίας  Αυτού  Ο  Ίδιος  ο  Κύριος  δια  της  χάριτος Αυτού, εν ελέει διδάσκει την ψυχήν δια ταπεινών και αγαθών σκέψεων, ως η μήτηρ το ηγαπημένον τέκνον αυτής, και δίδει εις αυτήν να αισθανθή την παρουσίαν και την εγγύτητα Αυτού προς την ψυχήν, και αύτη εν ταπεινώσει θεωρεί τον Κύριον άνευ οιουδήποτε λογισμού»
Η ικανότης της φαντασίας εκδηλούται λίαν ποικιλομόρφως Ο ασκητής εν πρώτοις παλαίει προς το είδος εκείνο της φαντασίας, όπερ συνδέεται προς την ενέργειαν των τραχέων σαρκικών παθών Γνωρίζει ότι παν πάθος έχει την μορφήν αυτού,  επειδή  ανήκει  εις  την  σφαίραν  του  κτιστού  κόσμου, αναποφεύκτως υφισταμένου εν εκείνη ή τη άλλη μορφή, φέροντος εκείνην ή την άλλην  εικόνα  Υπό  κανονικάς  συνθήκας  εν  τω  ανθρώπω  η  ενέργεια  της εμπαθούς επιθυμίας τότε μόνον αποκτά δύναμιν, όταν η εσωτερικώς γενομένη δεκτή εμπαθής εικών προσελκύση προς εαυτήν τον νουν Εάν ο νους απορρίψη την προτεινομένην αυτώ μορφήν του πάθους, αύτη δεν δύναται να εξελιχθή και σβέννυται Επί παραδείγματι, όταν έρχηται σαρκική επιθυμία, έστω και φυσιολογική, ο ασκητής φυλάττει τον νουν αυτού από της έξωθεν φερομένης εικόνος του πάθους (Ομιλούντες ενταύθα περί νοός, έχομεν υπ’ όψιν ουχί το λογικόν,   την   λογικήν   σκέψιν,   αλλ’   ό,τι   θα   ωρίζετο   ίσως   καλύτερον   ως
«προσοχή») Εάν ο νους δεν δεχθή ταύτην την εικόνα, το πάθος δεν δύναται να
αναπτύξη την ενέργειαν αυτού Τοιαύτη τήρησις του νοός από της εικόνος του
πάθους δίδει εις τον άνθρωπον την πραγματικήν δυνατότητα, αποδεδειγμένην   δια χιλιετούς ασκητικής πείρας, να φυλάξη πλήρως δι’ όλου του βίου την σώφρονα εγκράτειαν, εισέτι και όταν το σώμα είναι ισχυρόν, ως τούτο βλέπομεν εις το παράδειγμα του Γέροντος Αντιθέτως, εάν ο νους του ανθρώπου δέχηται ενηδόνως την εμπαθή εικόνα, η ενέργεια αυτής υποβάλλει εις τυραννικόν βιασμόν εισέτι και το ανίκανον, ασθενικόν και εξηντλημένον σώμα
Ας λάβωμεν άλλο πάθος, λόγου χάριν το μίσος Και τούτο έχει ωσαύτως την εικόνα αυτού· και εάν ο νους φυλάττηται από του μετ’ αυτής συνδυασμού, το πάθος δεν δύναται να εξελιχθή· εν ή όμως περιπτώσει ενωθή μετ’ αυτής, τότε το πάθος, κατά το μέτρον της ενώσεως αυτής, θα λαμβάνη συνεχώς μεγαλυτέραν ισχύν και δυνατόν να φθάση τον βαθμόν της κατοχής
Το άλλο είδος φαντασίας, προς το οποίον παλαίει ο ασκητής, ονομάζεται συνήθως ονειροπόλησις‐ρεμβασμός Ο άνθρωπος εξέρχεται της αντικειμενικής καταστάσεως των εν τω κόσμω πραγμάτων και ζη εν τη σφαίρα της φαντασίας Επειδή δε η φαντασία είναι ανίσχυρος να δημιουργήση τι «εκ του μη όντος», τα απότοκα αυτής οπωσδήποτε θα φέρουν χαρακτήρα του πέριξ κόσμου Άλλαις λέξεσιν: Εν αυτοίς αφεύκτως, ως και εν τοις ονείροις συμβαίνει, θα υπάρχουν στοιχεία του πραγματικού κόσμου, και δια τούτο ουχί και παντελώς απρόσιτα Επί παραδείγματι, πτωχός τις φαντάζεται εαυτόν βασιλέα ή προφήτην ή μέγαν επιστήμονα Όντως η ιστορία γνωρίζει περιπτώσεις πτωχών ανθρώπων εκ την κατωτέρων  στρωμάτων  της  κοινωνικής  ιεραρχίας,  οίτινες  εγένοντο αυτοκράτορες κτλ, αλλά τοιούτον τι συνήθως δεν συμβαίνει εις εκείνους οίτινες ονειροπολούν
Ελπίζομεν  ότι  ο  αναγνώστης  αντελήφθη τί  εννοούμεν  ομιλούντες  περί
«ονειροπολήσεως» και, ίνα μη μακρηγορήσωμεν, μεταβαίνομεν εις έτερον είδος εκδηλώσεως της δυνάμεως της φαντασίας Ο άνθρωπος επωφελούμενος  της ικανότητος της μνήμης και παραστάσεως δύναται να σκέπτηται, ίνα εύρη την λύσιν προβλήματος τινος, επί παραδείγματι τεχνικού, και τότε ο νους αυτού δια της νοήσεως ζητεί την δυνατότητα εμπράκτου πραγματοποιήσεως εκείνης ή της άλλης ιδέας Τούτο το είδος της εργασίας του νοός, συνοδευόμενον υπό της φαντασίας, έχει μεγίστην σημασίαν δια τον πολιτισμόν και είναι απαραίτητον εις την δομήν της ζωής Ο μεριμνών όμως περί της καθαράς προσευχής ασκητής προσπαθεί δια της ακτημοσύνης να περιορίση εαυτόν εν πάσιν, ίνα και τούτο το είδος της φαντασίας μη εμποδίση αυτόν «να δίδη εις τον Θεόν την πρώτην αυτού σκέψιν και την πρώτην αυτού δύναμιν», τουτέστι να συγκεντρούται πλήρως εν τω Θεώ
Τέλος,  έν  προσέτι  είδος  φαντασίας,  περί  ού  θέλομεν  να  ομιλήσωμεν,
συνθέτουν αι απόπειραι του λογικού να εισδύση εις τα μυστήρια του είναι και να συλλάβη τον Θείον κόσμον Αι τοιαύται απόπειραι αφεύκτως συνοδεύονται υπό της  φαντασίας,  την  οποίαν  πολλοί  τείνουν  να  καλέσουν  δια  του  υψηλού ονόματος της «θεολογικής δημιουργίας» Ο αθλητής της νοεράς ησυχίας και της καθαράς  προσευχής  παλαίει  εντός  αυτού  αποφασιστικώς κατά  του  τοιούτου είδους «δημιουργίας», ήτις δύναται να είναι διαδικασία αντίστροφος της τάξεως
του αυθεντικού είναι, τουτέστι να δημιουργή ο άνθρωπος τον Θεόν κατά την
ιδίαν αυτού εικόνα και ομοίωσιν
Δυνατόν τα λεχθέντα να προκαλέσουν πολλάς απορίας και αντιρρήσεις, αλλά δεν δυνάμεθα να επεκταθώμεν εις διασαφήσεις, ελπίζοντες ότι, όπου υπάρχει η διάθεσις, θα γίνωμεν αντιληπτοί, καθώς πρέπει
Ο   αθλητής   της   προσευχής   εκκινεί   εκ   της   πίστεως   ότι   ο   Θεός εδημιούργησεν ημάς, και ουχί ημείς τον Θεόν Δια τούτο, εν τη αποσπάσει αυτού από πάσης θεολογικής ή φιλοσοφικής δημιουργίας, στρέφεται προς τον Θεόν δι’ ανειδέου ευχής Και εάν συγκαταβή η θεία ευδοκία  επί του ευχομένου και δοθή εις αυτόν να γευθή της εγγύτητος του Θεού, η περί του πάντων επέκεινα Θεού γνώσις θα προσλάβη την μίαν ή την άλλην μορφήν, μη «επινοηθείσαν» όμως υπό του ασκητού ή του προφήτου, αλλ’ «άνωθεν» δεδομένην
Ο ασκητής δια της προσευχής ζητεί τον Θεόν, τον Ποιητήν αυτού, και ο Θεός κατά την συγκατάβασιν και ευδοκίαν Αυτού δίδει την περί Αυτού γνώσιν δι’ εικόνων εφικτών εις τον άνθρωπον Αι δοθείσαι υπό του Θεού εικόνες καταναλίσκουν τα πάθη εν τω ανθρώπω και αγιάζουν αυτόν Εάν όμως ούτος δεχθή αυτάς ως τελείωσιν της αποκαλύψεως, πλανάται οπότε και οι άνωθεν δοθείσαι εικόνες δύνανται να αποτελέσουν ανυπέρβλητον εμπόδιον προς τελειοτέραν θεογνωσίαν
Η δημιουργική ιδέα του Θεού πραγματοποιείται και υλοποιείται εν τω κόσμω, η κτιστή όμως ελευθερία πορεύεται αντίστροφον οδόν: Ζητεί τον Ίδιον τον Θεόν, εις τον Οποίον ευρίσκεται το άκρον τέλος και η εσχάτη έννοια του είναι αυτής Ο σκοπός του κτιστού κόσμου δεν ευρίσκεται εν αυτώ τω ιδίω τω είναι αυτού και χάριν αυτού, εν τη μορφή και τω τρόπω της υπάρξεως αυτού, αλλ’ έγκειται εις την γνώσιν του Κτίστου και την θέωσιν του κτίσματος
Αιτία της δημιουργίας του κόσμου είναι η υπερεκχυλίζουσα αγαθότης του Θεού, ουδαμώς δε η αναγκαιότης της ενσαρκώσεως του Θεού Λόγου Εν άλλαις λέξεσιν, η σάρκωσις του Θεού Λόγου ουδόλως ήτο απαραίτητος δια τον Ίδιον τον Λόγον, και η δημιουργία του κόσμου ουδόλως ήτο απλώς προκαταρκτική πράξις δια την σάρκωσιν του Θεού
Η συγκατάβασις του Λόγου δεν είναι ένδειξις ενδογενούς αξίας του κόσμου Το τέλος ή η έννοια της Θείας συγκαταβάσεως αποκαλύπτεται εις αυτό τούτο το όνομα, όπερ έλαβεν ο ταπεινώς σαρκωθείς Θεός Λόγος: Ιησούς‐Σωτήρ·  «και καλέσεις το όνομα Αυτού Ιησούν· Αυτός γαρ σώσει τον λαόν Αυτού» (Ματθ α’ )
Ο Θεός δεν είναι ο ιδεατός κόσμος, ήτοι ο κόσμος των ιδεών Και η μορφή του δοθέντος εμπειρικού όντος δεν είναι υλοποίησις του θείου ιδεατού κόσμου, τουτέστι τοιαύτη, άνευ της οποίας και αυτό το Θείον Όν θα εφαίνετο ως ελλιπές, ατελές
Η εστραμμένη προς τον κόσμον δημιουργική ιδέα του ανθρώπου ζητεί την υλοποίησιν αυτής, άνευ της οποίας παραμένει ανεκπλήρωτος εν τη εξελίξει αυτής  Εν  τω  Θείω  όμως  κόσμω  δεν  συμβαίνει  ούτως  Η  σάρκωσις  του  Θεού Λόγου δεν δύναται να είναι το τελικόν στάδιον Θεογονικής πορείας, τουτέστι
τελείωσις εξελίξεως εν τη Ιδία τη Θεότητι, και άρα αναγκαία δια τον Ίδιον τον
Θεόν προς ολοκλήρωσιν του Είναι Αυτού
Τοιαύτη εν ολίγοις είναι η δογματική βάσις της πνευματικής προσευχής,
περί ής ο λόγος
Η πνευματική προσευχή δεν είναι ούτε καλλιτεχνική δημιουργία, ούτε επιστημονική εργασία, ούτε φιλοσοφική έρευνα και στοχασμός, ούτε αφηρημένη διανοητική θεολογία Η πνευματική ζωή δεν είναι ικανοποίησις των συναισθηματικών ημών επιδιώξεων δια της πραγματοποιήσεως αυτών, τουτέστι της μετατροπής αυτών εις βιώματα ή υλοποιημένας μορφάς, επί παραδείγματι της τέχνης Πάντα ταύτα αποτελούν διαφόρους όψεις εκδηλώσεως της φανταστικής ενεργείας του ανθρώπου Άλλαι δύνανται να τεθούν υψηλότερον άλλαι χαμηλότερον· είναι τουτέστι δυνατή η σύστασις αξιολογικής ιεραρχίας αυτών   των   μορφών   Αλλ’   ούτως   ή   άλλως   πάντα   ταύτα   αποτελούν   τας εκδηλώσεις της φανταστικής ενεργείας, αίτινες δέον όπως υπερπηδηθούν, ει δ’ άλλως είναι αδύνατον να φθάσωμεν την τελείαν προσευχήν ή την αυθεντικήν θεολογίαν ή την αληθώς θεάρεστον ζωήν
Ώστε  τοιαύτη  είναι  η  οδός  του  ορθοδόξου  ασκητού:  Ζητεί  τον  Ποιητήν αυτού Θεόν εις το υπερβατικόν Αυτού   Είναι Δια τούτο εν τη πράξει της νοεράς προσευχής διεξάγει αγώνα προς μυριάδας παντοίων εικόνων, και εποπτικών, ήτοι όσων έχουν την μίαν ή την άλλην εξωτερικήν μορφήν, περίγραμμα, έκτασιν χώρου ή χρόνου, χρώμα κτλ, και των διανοητικών, ήτοι των εννοιών, ίνα, γυμνός πάσης κτιστής εικόνος, προσεύχηται εις τον Θεόν ενώπιος Ενωπίω, πρόσωπον προς Πρόσωπον (Κλίμαξ ΚΖ’ )
Ο Θεός δημιουργεί τον κόσμον, και η δημιουργία αύτη πορεύεται την τάξιν της συγκαταβάσεως Ο άνθρωπος όμως, πορευόμενος προς τον Θεόν, πορεύεται κατά την τάξιν της αναβάσεως, και κατά την ανάβασιν αυτού εκ της κτίσεως προς τον Θεόν δεν αρνείται την πραγματικότητα και την αξίαν της κτίσεως, αλλ’ απλώς δεν απολυτοποιεί και δεν θεοποιεί αυτήν· δεν προσάπτει εις αυτήν αυτοσκοπόν και αυταξίαν Ο Θεός εποίησε τον κόσμον, ουχί ίνα ζη ο Ίδιος την ζωήν  της  κτίσεως,  αλλ’  ίνα  η  λογική  κτίσις  κοινωνήση  της  Θείας  Αυτού υπάρξεως Όταν ο λογικός άνθρωπος δεν επιτυγχάνη την θέωσιν, ήτις δεν δύναται  να  τελεσθή  άνευ  της  μετοχής  αυτού,  τότε  εξαφανίζεται και  αυτή  η έννοια της υπάρξεως αυτού Εκ της συνειδήσεως του μεγαλείου της κλήσεως αυτού, ηνωμένης μετά της θεωρίας της θείας δημιουργίας, γεννάται εν τη ψυχή του ανθρώπου θάμβος μέγα ενώπιον του Ποιητού των πάντων, αλλά και η πλέον ρεαλιστική  αντίληψις  παντός  πράγματος  εν  τω  κόσμω  Ταυτοχρόνως  όμως  η αυτή  συνείδησις  οδηγεί  εις  την  απόσπασιν  από  παντός  κτιστού  χάριν  της θεωρίας του Μόνου Θεού Η απόσπασις αύτη δεν είναι απέκδυσις του πραγματικού κτιστού είναι, υπό την έννοιαν της απορρίψεως ή της αρνήσεως αυτού ως «φάσματος» Δεν είναι η απόσπασις αύτη ποιητική ή φιλοσοφική αεροβασία εις την σφαίραν των υψηλών και ωραίων μορφών ή των «καθαρών» ιδεών, όσον υψηλαί αξιολογικώς και αν  είναι αύται, διότι η τοιαύτη στάσις μεταφέρει εκ νέου εις φαντασιώδη κόσμον Ουχί Η απόσπασις ή η αποχή εκ πάντων εν τη πνευματική προσευχή είναι συνέπεια της ολοκληρωτικής εφέσεως
προς τον Θεόν τον ζώντα και αληθινόν, ένεκα της προς Αυτόν ακράτου αγάπης
και  της  κλήσεως  ημών  να  ζώμεν  εν  Αυτώ,  Όστις  είναι  ο  Αυτοσκοπός  και  η
Αυταξία «Ο Θεός Φως εστι και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστιν ουδεμία» (Α’ Ιωάν α’ )
Εις τον απλούν και ταπεινόν πιστόν η απαλλαγή από της εξουσίας της
φαντασίας επιτυγχάνεται δια της ακεραίας και διακαούς επιθυμίας να ζη ούτος κατά το άγιον θέλημα του Θεού Τούτο είναι τοσούτον απλούν, και εν ταυτώ τοσούτον «αποκεκρυμμένον από σοφών και συνετών», ώστε δεν υπάρχει δυνατότης εξηγήσεως αυτού δια λόγων
Εις  την  αναζήτησιν  αυτήν  του  θελήματος  του Θεού  περικλείεται  και η
«αποταγή»  του  κόσμου  Η  ψυχή  θέλει  να  ζη  μετά  του  Θεού,  και  δια  τούτο
«αποτάσσεται» του θελήματος και της φαντασίας αυτής, άτινα δεν δύνανται να δημιουργήσουν πραγματικήν ύπαρξιν, αλλ’ εμφανίζονται ως «σκότος εξώτερον»
Ο κόσμος της ανθρωπίνης φαντασίας είναι κόσμος των «φασμάτων» της αληθείας Είναι δε κοινός εις τους ανθρώπους και τους πεσόντας αγγέλους, και δια τούτο η φαντασία πολλάκις γίνεται αγωγός δαιμονικής ενεργείας
Και   αι   δαιμονικαί   εικόνες,   και   αι   υπό   του   ιδίου   του   ανθρώπου
επινοούμεναι, δύνανται να επιδρούν επί των ανθρώπων μετασχηματίζουσαι ή μεταμορφούσαι αυτούς, αλλά πάντως έν είναι αναπόφευκτον: Πάσα εικών, σχηματισθείσα υπό του ιδίου του ανθρώπου ή εμπνεομένη υπό των δαιμόνων, γενομένη δεκτή υπό της ψυχής, διαστρέφει την πνευματικήν μορφήν του ανθρώπου, του κτισθέντος κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού Η ενέργεια της φαντασίας, εν τη εσχάτη εξελίξει αυτής, οδηγεί εις αυτοθέωσιν  του κτίσματος, ήτοι εις αναγνώρισιν θείας αρχής εν αυτή τη φύσει του ανθρώπου Δυνάμει τούτου η φυσική θρησκεία, ήτοι η θρησκεία του ανθρωπίνου λογικού, μοιραίως λαμβάνει πανθεϊστικόν χαρακτήρα
Και αι ανθρώπιναι και αι δαιμονικαί εικόνες έχουν την εαυτών δύναμιν, συχνάκις μεγίστην, ουχί όμως διότι είναι καθ’ εαυτάς δημιουργικαί κατά την πλήρη έννοιαν της λέξεως, ως η εκ του μηδενός κτίζουσα θεία δύναμις, αλλ’ επειδή η ανθρωπίνη θέλησις κλίνει προς αυτάς, και μόνον λόγω της υποταγής εις αυτάς  μορφοποιείται υπ’  αυτών  ο  άνθρωπος  Ο  Κύριος  όμως  ελευθεροί  τους μετανοούντας εκ του κράτους των παθών και της φαντασίας, και ο απελευθερωθείς εξ αυτών χριστιανός καταφρονεί την δύναμιν των φανταστικών εικόνων
Η  εξουσία  του  κοσμικού  κακού  επί  του  ανθρώπου  είναι  τεραστία,  και ουδείς των απογόνων του Αδάμ δύναται να καταβάλη αυτήν άνευ και έξω του Χριστού Εκείνος είναι ο Ιησούς‐Σωτήρ εν τη κυρία και μοναδική σημασία της λέξεως Αυτή είναι η πίστις του ορθοδόξου ασκητού και δια τούτο η ευχή της νοεράς ησυχίας τελείται δια της αδιαλείπτου επικλήσεως του ονόματος του Ιησού Χριστού, εξ ού και η ευχή αύτη έλαβε την ονομασίαν «προσευχή του Ιησού»
Ο ησυχάζων μοναχός, αγωνιζόμενος κατά της διαστρεφούσης την πνευματική ζωήν φαντασίας, συναντάται μετά ποικιλομόρφων εκδηλώσεων αυτής,  αίτινες  δύνανται  να  ταξιμομηθούν  κατά  διαφόρους τρόπους  Ο  Γέρων συνώψιζεν αυτάς εις τας ανωτέρω εκτεθειμένας τέσσαρας μορφάς, αίτινες παρείχον εις αυτόν την δυνατότητα να εκφράση την ουσία του προβλήματος
Η πρώτη μορφή αφορά εις τον προς τα πάθη γενικόν αγώνα
Η δευτέρα μορφή είναι χαρακτηριστική εις όσους προσεύχονται κατά τον πρώτον τρόπον Εις αυτήν ωσαύτως την    μορφήν φαντασίας ανάγεται η γνωστή μέθοδος του «διαλογισμού» (meditation), όταν δια της προσπαθείας της φαντασίας ο άνθρωπος δημιουργή εν τω νοΐ αυτού εποπτικάς εικόνας εκ της ζωής του Χριστού ή άλλας ιεράς παραστάσεις Συνήθως εις αυτήν την εργασίαν καταφεύγουν   οι   αρχάριοι   ή   άπειροι   ασκηταί   Ο   εργάτης   της   τοιαύτης
«φαντασιώδους» προσευχής δεν εγκλείει τον νουν αυτού εν τη καρδία χάριν της εσωτερικής νήψεως, αλλά προσηλών αυτόν εις την εποπτικήν πλευράν των υπ’ αυτού του ιδίου φανταζομένων θείων, ως νομίζει, εικόνων, οδηγεί εαυτόν εις κατάστασιν ψυχικής διεγέρσεως, ήτις εν περιπτώσει εντατικής συγκεντρώσεως δύναται  να  φθάση  μέχρι  ιδιοτρόπου  παθολογικής  εκστάσεως  Χαίρει  δια  τας
«επιτεύξεις» αυτού, αφοσιούται εις τοιαύτας καταστάσεις, καλλιεργεί αυτάς, θεωρεί  αυτάς  πνευματικάς,  υψηλάς,  υπό  της  χάριτος  ενεργουμένας,  έχει  την ιδέαν ότι και ο ίδιος είναι άγιος και θεωρός των μυστηρίων του Θεού, και τέλος φθάνει μέχρι παραισθήσεως και ασθενεί ψυχικώς ή, εις τας πλέον ευτυχείς περιπτώσεις, μένει «εν τη πλάνη» διερχόμενος τον βίον αυτού εν φανταστικώ κόσμω
Περί της τρίτης και τετάρτης μορφής της φαντασίας δυνάμεθα να είπωμεν ότι ευρίσκονται εις την βάσιν όλου του ορθολογιστικού πολιτισμού Δια τούτο η απ’ αυτών απόσπασις είναι ιδιαιτέρως δύσκολος εις τον πεπαιδευμένον άνθρωπον, τον βλέποντα εν τω πολιτισμώ τούτω τον πνευματικόν αυτού πλούτον, η εκ του οποίου απόσπασις είναι ασυγκρίτως δυσκολωτέρα της εκ του υλικού
Πας προσευχόμενος κατά τον τρίτον τρόπον γνωρίζει το λίαν αλγεινόν της αποταγής   ταύτης   Έτυχεν   εις   ημάς   να   παρατηρήσωμεν   παράδοξον   τι φαινόμενον: Μεταξύ των αγαπησάντων την νοεράν προσευχήν απλών και ολιγογραμμάτων ασκητών συναντάται συχνότερον η    ανάβασις εις μέγα ύψος και καθαρότητα, ή μεταξύ των πεπαιδευμένων, οίτινες εις την συντριπτικήν πλειοψηφίαν αυτών παραμένουν εις τον δεύτερον τρόπον προσευχής
Οι βαθέως θρησκευτικώς και ασκητικώς διατεθειμένοι άνθρωποι ταχέως εννοούν το τρίτον είδος της φαντασίας ως στροφήν προς την γην Ως εκ τούτου είναι οφθαλμοφανής η προς την προσευχήν ετερογένεια αυτής, ο δε κατ’ αυτής αγών κατά την ώραν της προσευχής απλοποιείται Άλλως έχει η υπόθεσις ως προς το τέταρτον είδος, όπερ δύναται να προσλαμβάνη ιδιαιτέραν λεπτότητα και να   παρουσιάζηται   ως   εν   Θεώ   ζωή   Η   αποκλειστική   σπουδαιότης   του προβλήματος αυτού εις την ασκητικήν αναγκάζει ημάς να παρατείνωμεν επ’ αυτού τον λόγον
Εις   τους   κατά   τον   πρώτον   τρόπον   προσευχομένους   επικρατεί   η ρεμβάζουσα φαντασία, ενώ εις τους προσευχομένους κατά τον δεύτερον κυριαρχεί ο πειρασμός να κατορθωθή το παν δια της λογικής οδού Εις τους τελευταίους αυτούς η ζωή συγκεντρούται εις τον εγκέφαλον Ο νους αυτών δεν είναι   ηνωμένος   μετά   της   καρδίας,   αλλά   συνεχώς   ορμά   προς   τα   έξω, αγωνιζόμενος να κατακτήση το παν δια της νοήσεως Κάτοχοι όντες ωρισμένης
πνευματικής πείρας, ανεπαρκούς εισέτι, προσπαθούν «δια του νοός αυτών» να
συμπληρώσουν τα κενά της πείρας αυτής και να εισχωρήσουν διανοητικώς εις τα μυστήρια  της  Θείας  υπάρξεως  Ούτως  εισχωρούν  αφεύκτως  εις  τας  θεωρίας αυτών στοιχεία τινα, γεννήματα φανταστικής ενεργείας Η ιδεώδης εκείνη σφαίρα, εις την οποίαν τότε κινούνται, εάν κέκτηνται μεγάλα διανοητικά προσόντα, δίδει εις αυτούς «φαινομενικήν» υπεροχήν έναντι των άλλων, ήτις επί πλέον επιτείνει την αυτοπεποίθησιν αυτών
Χαρακτηριστική διαστροφή, εις την οποίαν οδηγεί ο  δεύτερος τρόπος προσευχής, είναι ο ορθολογισμός
Ο   ορθολογιστής   θεολόγος   οικοδομεί   το   σύστημα   αυτού,   καθώς   ο
αρχιτέκτων οικοδομεί ανάκτορον τι ή ναόν, χρησιμοποιών εμπειρικάς και μεταφυσικάς εννοίας ως υλικά οικοδομής και φροντίζων ουχί τοσούτον περί της συμφωνίας της ιδεώδους οικοδομής αυτού προς την αντικειμενικήν αλήθειαν του είναι, όσον περί του μεγαλείου και της αρμονικής ακεραιότητος του συστήματος αυτού από λογικής απόψεως
Πολλοί  μεγάλοι  άνθρωποι,  όσον  παράδοξον  και  αν  είναι  τούτο,  δεν
ηδυνήθησαν να αντισταθούν εις τον κατ’ ουσίαν αφελή αυτόν πειρασμόν, του οποίου κεκρυμμένη αρχή είναι η υπερηφανία
Τα γεννήματα της ευφυΐας του διανοητικού θεολόγου είναι δι’ αυτόν πολύτιμα, ως εις την μητέρα είναι ηγαπημένα τα τέκνα, ο καρπός της κοιλίας αυτής Αγαπά την δημιουργίαν αυτού ως εαυτόν, διότι ταυτίζεται μετ’ αυτής, εγκλωβισμένος εις την σφαίραν αυτής Εις τοιαύτας περιπτώσεις ουδεμία εξωτερική επέμβασις δύναται να βοηθήση αυτόν, και εάν ο ίδιος δεν αποκολληθή από του νομιζομένου πλούτου αυτού, τότε ουδέποτε θα φθάσει εις την καθαράν προσευχήν και την αληθή θεωρίαν
Πολλοί θεολόγοι‐φιλόσοφοι, όντες κατ’ ουσίαν ορθολογισταί, ανέρχονται εις την υπερλογικήν, θα ελέγομεν, σφαίραν της διανοήσεως, αλλ’ αύτη η σφαίρα δεν είναι εισέτι ο Θείος κόσμος Περικλείεται εις τα όρια της ανθρωπίνης κτιστής φύσεως, και ως τοιαύτη είναι εφικτή εις το λογικόν κατά την φυσικήν τάξιν των πραγμάτων
Αι ενοράσεις του νοός αυτών δεν χωρούν εις τα πλαίσια του εννομικού συλλογισμού, τουτέστι της τυπικής λογικής, αλλά μεταβαίνουν εις την σφαίραν της μεταλογικής και του αντινομικού συλλογισμού, αλλά και εν τούτω δεν παύουν να είναι κατ’ ουσίαν αποτέλεσμα διανοητικής  εργασίας
Η υπερνίκησις του στενού εννομικού ορθολογισμού είναι ένδειξις υψηλής διανοητικής καλλιεργείας, αλλά δεν είναι εισέτι η «αληθής πίστις» και η αυθεντική θεωρία του Θεού
Οι  άνθρωποι  ούτοι  πολλάκις  κατέχοντες  αξιολόγους  ικανότητας  προς
λογικήν  διανόησιν,  ένεκα  ακριβώς  αυτών  των  ικανοτήτων  και  εν  πλήρει συνεπεία προς αυτάς, ανέρχονται εις την επίγνωσιν της σχετικότητος των νόμων της ανθρωπίνης διανοήσεως και του αδυνάτου της συμπεριλήψεως παντός του είναι εν τοις χαλυβδίνοις στεφάνοις των λογικών συλλογισμών Δια της επιγνώσεως αυτής αναβαίνουν εις θεωρίαν υπερβαίνουσαν την τυπικήν λογικήν, αλλά και τότε θεώνται απλώς την ωραιότητα του κτισθέντος κατ’ εικόνα Θεού
νοός Επειδή δε οι το πρώτον εισερχόμενοι εις την σφαίραν ταύτην της «σιωπής
του νοός» αισθάνονται «μυστικιστικόν τι δέος», νομίζουν ότι η θεωρία αυτών είναι πείρα μυστικής Θεοκοινωνίας, ενώ τω όντι ίστανται εισέτι εντός των ορίων της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως
Αι κατηγορίαι τας οποίας χειρίζεται ο νους‐λογικόν εις παρομοίας καταστάσεις εξέρχονται πέραν των ορίων των διαστάσεων του χρόνου και του χώρου, εις δε τον επόπτην αυτών δίδουν αίσθημα τι αιωνίου σοφίας Ταύτα είναι τα τελευταία όρια, εις τα οποία δύναται να φθάση ο διανοούμενος νους κατά τας οδούς της φυσικής αναπτύξεως και αυτογνωσίας αυτού, ήτις δυνατόν να λάβη μορφήν φωτοειδούς αυτοθεωρίας Η εμπειρία αύτη, ανεξαρτήτως πώς θα ερμηνευθή, ήτοι ποίαν δογματικήν διατύπωσιν θα προσλάβη, είναι κατ’ ουσίαν εμπειρία «πανθεϊστικής» τάξεως
Φθάνων   «μέχρι   συντελείας   φωτός   μετά   σκότους»   (Ιώβ   κστ’   ),   ο άνθρωπος θεάται την νοεράν αυτού ωραιότητα, την οποίαν πλείστοι εξέλαβον ως Θεότητα Το υπ’ αυτών θεώμενον φως είναι φως, ουχί όμως το Φως  εκείνο το Αληθινόν, «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία», αλλά το φυσικόν φως του νοός του κατ’ εικόνα Θεού κτισθέντος ανθρώπου
Τούτο το φως του νοός υπερέχον κατ’ αξίαν του φωτός πάσης άλλης εμπειρικής γνώσεως, δικαίως δύναται να κληθή σκότος, διότι είναι το «κενόν» της απεκδύσεως, και ο Θεός εν αυτώ ουκ έστι Και ίσως εν τη περιπτώσει ταύτη, ή εν άλλη τινί, αρμόζει να μνησθώμεν των λόγων του Κυρίου: «Σκόπει ουν μη το φως το εν σοι σκότος εστί;» (Λουκ ια’ ) Όντως, η πρώτη κοσμική προϊστορική καταστροφή, η πτώσις του Εωσφόρου, υιού της πρωΐας, γενομένου πρίγκιπος του σκότους, ήτο αποτέλεσμα αυτοερωτικής θεωρίας της ωραιότητος αυτού· θεωρίας, ήτις κατέληξεν εις αυτοθέωσιν
Ομιλούμεν δια ψυχράς και ασυνδέτου γλώσσης, αλλ’ εκείνος, όστις εστάθη εις τους πνευματικούς τούτους χώρους, ίσως θα είπη:
«Όντως,   φοβερόν   …   Πού   λοιπόν   είναι   η   εγγύησις   της   αληθούς
Θεοκοινωνίας, και ουχί της φαντασιώδους, φιλοσοφικής, πανθεϊστικής»;
Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός εβεβαίου κατηγορηματικώς ότι τοιαύτη εγγύησις, υποκειμένη εις τον λογικόν ημών έλεγχον, είναι η προς τους εχθρούς αγάπη Έλεγεν:
«Ο Κύριος είναι ταπεινός και πράος και αγαπά το πλάσμα Αυτού, και εκεί
όπου είναι το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί οπωσδήποτε θα είναι η ταπεινή αγάπη προς  τους  εχθρούς  και  η  υπέρ  του  κόσμου  προσευχή  Και  εάν  δεν  έχης  την αγάπην ταύτην, τότε παρακάλεσον και θα δώση αυτήν εις σε ο Κύριος, Όστις είπεν: “Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε” (Ματθ ζ’ )»
Ας  μη  τολμά  τις  να  υποτιμά  το  «ψυχολογικόν»  τούτο  κριτήριον,  διότι
τοιαύτη ψυχική κατάστασις είναι αποτέλεσμα αληθούς Θεϊκής ενεργείας Ο σώζων Θεός,   σώζει τον όλον άνθρωπον, ούτως ώστε ουχί μόνον ο νους‐ πνεύμα, αλλά και τα ψυχικά συναισθήματα και το λογικόν και αυτό το σώμα, το παν καθαγιάζεται υπό του Θεού
Ημείς μόλις και ως εν παρόδω θίγομεν τα δυσκολώτατα ταύτα αιώνια προβλήματα  της  πνευματικής  ζωής  του  ανθρώπου  Δεν  επιχειρούμεν  την
διαλεκτικήν  αυτών  διασάφησιν,  ούτως  ώστε  να  καταστούν  πρόδηλα  δια  την
λογικήν αντίληψιν Εάν προ ημών ίστατο τοιούτον τι εγχείρημα, θα ήτο απαραίτητον να ερευνήσωμεν ολόκληρον σειράν ιστορικών παραδειγμάτων Το έργον όμως τούτο ας αναλάβη έτερος Προσωπικώς θεωρούμεν απραγματοποίητον παρομοίαν αφηρημένην διασάφησιν, είμεθα πλήρως πεπεισμένοι ότι η μόνη οδός προς κατανόησιν της αληθείας διέρχεται δια της πίστεως και της ζώσης πείρας, τουτέστιν είναι η οδός της ιδίας της υπάρξεως Ενταύθα  όμως  οφείλομεν να  υποδείξωμεν  ότι  η  αυθεντική  εκείνη  πείρα,  την οποίαν  εννοούμεν,  δεν  εξαρτάται  εκ  μόνης  της  προαιρέσεως  του  ανθρώπου, αλλά δίδεται εις αυτόν άνωθεν, ως δώρον ευδοκίας Η φιλοσοφική και πανθεϊστική πείρα είναι δυνατή εντός των ορίων της φυσικής ικανότητος και προαιρέσεως του ανθρώπου, αλλ’ η χριστιανική πείρα της υπέρ φύσιν κοινωνίας μετά   του   Υποστατικού   Θεού   εξέρχεται   των   ορίων   της   προαιρέσεως   του ανθρώπου
Η χριστιανική ζωή είναι συμφωνία δύο θελήσεων, της Θείας‐ακτίστου και της κτιστής‐ανθρωπίνης Ο Θεός δύναται να εμφανισθή εις τον άνθρωπον εν πάσαις  ταις  οδοίς,  ανά  πάσαν  στιγμήν  χρόνου  και  εν  παντί  πνευματικώ  ή φυσικώ τόπω, αλλ’ ο Ίδιος, επέκεινα ών παντός εξαναγκασμού, ουδέποτε παραβιάζει το αυτεξούσιον της εικόνος Αυτού Εάν η κτιστή ελευθερία στρέφεται αυτοερωτικώς προς εαυτήν, ή θεωρεί εαυτήν ως άκτιστον θείαν αρχήν, παρά το κατά   το   φαινόμενον   ύψος        της   θεωρίας   αυτής,   την   οποίαν   και περιεγράψαμεν  ανωτέρω,  ο  άνθρωπος  μένει  κλειστός  εις  την  ενέργειαν  της Θείας χάριτος
Η μετά του Θεού κοινωνία κατορθούται εις τας οδούς της προσευχής· και περί προσευχής ο λόγος ημών Εάν μέχρι τινος μεταβαίνωμεν εις την σφαίραν της διαλεκτικής, τούτο γίνεται ουχί διότι ελπίζομεν να πείσωμεν τινα δια της οδού ταύτης, αλλ’ ίνα υποδείξωμεν ότι και δι’ αυτής της σφαίρας της ανθρωπίνης υπάρξεως διέρχονται αι οδοί της προσευχής, οπότε αύτη προσλαμβάνει κοσμικάς διαστάσεις Εις πάσαν απόπειραν λογικοποιήσεως της πνευματικής πείρας βλέπομεν την δυνατότητα των πλέον διαφόρων αντιρρήσεων Αύτη η δυνατότης των αντιρρήσεων προέρχεται εκ του ότι έκαστος εξ ημών εν τη ιδεώδει σφαίρα της κοσμοθεωρίας αυτού είναι ελεύθερος να εκλέξη οιανδήποτε ιεραρχίαν αξιών
Συνεχίζοντες      τον      περί      προσευχής      λόγον      αποπειρώμεθα      να
διαζωγραφήσωμεν σχηματικώς μίαν εκ των δυσκολωτέρων συγκρούσεων, τας οποίας συναντά εν τη οδώ αυτού ο ορθόδοξος ασκητής κατά την μετάβασιν εκ του δευτέρου τρόπου προσευχής προς τον τρίτον, και δη τον αγώνα προς την διανοητικήν φαντασίαν
Δια    προσεκτικής    αυτοαναλύσεως    ο    άνθρωπος    ανακαλύπτει    το
ψυχολογικόν προσόν της λογικής σκέψεως, όπερ δύναται να καθορισθή ως η εσωτερική αξιοπιστία της διανοήσεως ημών, ή άλλως, ως το υποκειμενικώς προφανές του ορθού των λογικών ημών συμπερασμάτων Υπάρχει καταναγκασμός τις εις τα επιχειρήματα του λογικού ημών, εις τας αποδείξεις αυτού, και απαιτείται μεγάλη καλλιέργεια και βαθεία πνευματική πείρα, ίνα
καταστή φανερά η παράδοξος αύτη απάτη Δια την απαλλαγήν εκ της εξουσίας
αυτής απαραίτητος τυγχάνει η Θεία βοήθεια
Η ανακάλυψις της «γοητείας» αυτής μέχρις ωρισμένου ορίου είναι δυνατή και εις τας οδούς της θεωρητικής αναλύσεως των βασικών αρχών της διανοήσεως ημών, ήτοι των αρχών της ταυτότητος και της επαρκούς αιτιολογήσεως
Η   πρώτη,   ήτοι   η   αρχή   της   ταυτότητος,   είναι   η   στατική   θέσις   της διανοήσεως ημών, η ασάλευτος βάσις αυτής, νεκρά εν τη ακινησία αυτής
Η  δυναμική  θέσις  της  διανοήσεως  ημών  εκφράζεται  δια  της  δευτέρας αρχής της «επαρκούς» αιτιολογήσεως Η αιωνόβιος πείρα της ιστορίας απέδειξε μετά μεγάλης πειστικότητος την συμβατικότητα της αρχής ταύτης Η κρίσις περί της επαρκούς αιτιολογήσεως είναι πάντοτε υποκειμενική: Ό,τι ο είς θεωρεί ως επαρκές, δεν είναι κατ’ ανάγκην τοιούτον και δια τους άλλους Και εάν εξετάσωμεν βαθύτερον το πρόβλημα, θα ίδωμεν ότι κατ’ ουσίαν η τελείως επαρκής αιτιολόγησις απαιτεί απόλυτον παγγνωσίαν
Ο  ορθόδοξος  ασκητής  ανακαλύπτει  την  σχετικότητα  της  ανθρωπίνης
σκέψεως δι’ άλλου τρόπου, και γενικώς αναζητεί την λύσιν των υπαρξιακών προβλημάτων εις τας οδούς της πίστεως και της προσευχής Στηρίζεται ουχί επί της αδυνάτου κρίσεως αυτού, αλλ’ εις τον Μέγαν Θεόν Πιστεύει ότι αι εντολαί του Χριστού αποτελούν το αλάνθαστον μέτρον, «τον κανόνα της αληθείας» Πιστεύει ότι αι εντολαί, ως εκ της φύσεως αυτών, δεν είναι ει μη η Θεία δύναμις, αυτή  αύτη  η  αιώνιος  ζωή,  και  ούτως  οδηγείται  εις  αδιάκοπον  τοποθέτησιν ενώπιον της κρίσεως του Θεού, της μόνης δικαίας Παν έργον, πας λόγος, εκάστη εσωτερική κίνησις της σκέψεως ή της αισθήσεως, έστω και η μικροτέρα, το παν, υποβάλλεται εις την κρίσιν του λόγου του Χριστού
Όταν η χάρις του Αγίου Πνεύματος επισκιάζη ημάς και καθίσταται η ενεργούσα εν ημίν εσωτερική δύναμις,   τότε αι κινήσεις της ψυχής ημών φυσικώς πλησιάζουν την τελειότητα των εντολών Όταν δε έρχωνται αι ώραι της Θείας εγκαταλείψεως, την άρσεως της χάριτος, και το Θείον Φως εναλλάσηται μετά του βαθέος σκότους της εγέρσεως των παθών, τότε το παν μεταβάλλεται εντός ημών, και πόλεμος μέγας εγείρεται εν τη ψυχή
Ποικιλόμορφοι είναι οι πνευματικοί πόλεμοι, αλλ’ ο κατά της υπερηφανίας πόλεμος είναι ο βαθύτερος και ο βαρύτερος Η υπερηφάνια είναι εχθρά προς τον Θείον νόμον Διαστρέφουσα αύτη την Θείαν τάξιν των όντων, φέρει πανταχού την διάσπασιν και τον θάνατον Εμφανίζεται και επί του επιπέδου της σαρκός, αλλά κυρίως μαίνεται επί του διανοητικού και πνευμαιτικού επιπέδου Εγκαθιστώσα εαυτήν εις την πρώτην θέσιν, διεξάγει αγώνα προς κυριαρχίαν επί πάντων, έχουσα κεφαλαιώδες αυτής όπλον το λογικόν (ratio)
Το λογικόν προβάλλει τα ίδια αυτού επιχειρήματα και απορρίπτει ως παραλόγους τας εντολάς του Χριστού, και μάλιστα την λέγουσαν «Μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» (Ματθ ζ’ ) Λέγει ότι η ικανότης της κρίσεως αποτελεί το διακριτικόν προτέρημα του ανθρώπου, εις αυτήν την ικανότητα περικλείεται η υπεροχή αυτού έναντι όλου του κόσμου, χάρις δε εις αυτήν και μόνον δύναται ο άνθρωπος να δεσπόζη του παντός
Προκειμένου να στερεώση την υπεροχήν αυτού εν τω είναι, επιδεικνύει τας
επιτεύξεις, τον πολιτισμόν αυτού Προσάγει πλήθος αποδείξεων, ισχυρών κατά το φαινόμενον, αίτινες δεικνύουν δήθεν δια της ιστορικής πείρας της ζωής ότι αυτό και μόνον έχει το δικαίωμα της αποφάσεως, το δικαίωμα της συστάσεως ή διαπιστώσεως της αληθείας Αυτοαποκαλείται: «ο ρυθμίζων το είναι λόγος»
Απρόσωπον κατά τους νόμους της λειτουργίας αυτού το λογικόν, όν κατ’ ουσίαν μία εκ των εκδηλώσεων της ανθρωπίνης υποστάσεως, μία εκ των ενεργειών αυτής  –εν ή περιπτώσει παρέχεται εις αυτό πρωτεύουσα θέσις εν τη πνευματική οντότητι του ανθρώπου–, βαθμηδόν καταλήγει εις το σημείον να αγωνίζηται πλέον κατά της πηγής αυτού, τουτέστι της «υποστατικής» αρχής
Αναβαίνον, ως φαντάζεται, μέχρι των υψίστων κορυφών, καταβαίνον ως νομίζει, μέχρι των εσχάτων αβύσσων, το λογικόν προσπαθεί να ψηλαφήση τα όρια του είναι, ίνα δώση εις παν τον ιδιάζοντα εις τούτο (το λογικόν) «ορισμόν» Μη επιτυγχάνον δε του σκοπού τούτου, καταπίπτει εξηντλημένον και αποφαίνεται: «Ουκ έστι Θεός»
Συνεχίζον  τον  αγώνα  επικρατήσεως,  μετά  τόλμης  εν  ταυτώ  και  μετά
νοσταλγίας λέγει:
«Εάν υπάρχει Θεός, πώς είναι δυνατόν να αποδεχθώ ότι ούτος ο Θεός δεν είμαι  εγώ;»  (Η  έκφρασις  ανήκει  εις  συγκεκριμένον  πρόσωπον,  το  οποίον επορεύθη την οδόν ταύτην)
Μη εγγίσαν τα όρια του κοσμικού είναι, και αποδούν εις εαυτό το άπειρον,
εγείρεται υπερήφανον έγερσιν και συμπεραίνει:
«Εξηρεύνησα  το  παν  και  ουδαμού  εύρον  τι  μείζον  εμού·  άρα  εγώ  ειμί
Θεός»
Τω όντι, ο νους‐λογικόν, όταν επ’ αυτού και εν αυτώ συγκεντρούται η πνευματική ύπαρξις του ανθρώπου, βασιλεύει και εξουσιάζει επί της προσιδιαζούσης αυτώ αφηρημένης σφαίρας τοσούτον, ώστε δεν ευρίσκει τι υψηλότερον αυτού, και ως εκ τούτου αποδέχεται εν τέλει θείαν εν αυτώ αρχήν
Τούτο αποτελεί το έσχατον όριον της διανοητικής φαντασίας και συγχρόνως το έσχατον βάθος πτώσεως και σκότους
Υπάρχουν  άνθρωποι  οίτινες  σπεύδουν  εις  συνάντησιν  των απαιτήσεων αυτών του λογικού και αποδέχονται αυτάς ως την αλήθειαν, αλλ’ ο ορθόδοξος ασκητής έρχεται    εις πόλεμον κατ’ αυτών Κατά την σύγκρουσιν ταύτην εμφανίζεται η επέμβασις αλλοτρίων δυνάμεων Ο κατ’ αυτών αγών προσλαμβάνει τραγικόν χαρακτήρα και μεγίστην έντασιν, η δε νικητήριος έκβασις δια τον ασκητήν δεν καθίσταται δυνατή, ει μη μόνον δια της πίστεως, της νικώσης τον κόσμον «Παν το γεγεννημένον εκ του Θεού νικά τον κόσμον· και αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών» (Α’ Ιωάν ε’ )
Προς λύσιν των προβλημάτων τούτων ο μοναχός δεν κάθηται επί ανέτου καθίσματος γραφείου, αλλ’ εν τη σιγή της νυκτός, μακράν του κόσμου, κεκρυμμένος από των οφθαλμών και των ακοών των ανθρώπων, προσπίπτει μετά μεγάλου κλαυθμού ενώπιον του Θεού εν προσευχή:
«Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», ως ο τελώνης (Λουκ ιη’ ), ή, ως ο
Πέτρος:
«Κύριε, σώσον με» (Ματθ ιδ’ )
Πνεύματι ατενίζει την χαίνουσαν ενώπιον αυτού άβυσσον του «εξωτέρου σκότους» και δια τούτο η προσευχή αυτού ζέει … Ο λόγος αυτού καθίσταται ανίσχυρος ίνα καταδείξη το μυστήριον του θεάματος τούτου και την δύναμιν του αγώνος  αυτού,  όστις  δυνατόν  να  διαρκέση  επί  έτη,  έως  ότου  καθαρθή  ο άνθρωπος  εκ  των  παθών  αυτού,  έως  ότου  έλθη  το  Θείον  Φως,  όπερ  θα αποκαλύψη το ψευδές των κρίσεων ημών, ενώ συγχρόνως θα μεταρσιώση την ψυχήν εις τας απείρους διαστάσεις της αληθούς ζωής
Πλειστάκις συνωμιλήσαμεν μετά του Γέροντος επί των θεμάτων τούτων Έλεγεν ότι η αιτία του πολέμου έγκειται ουχί εις το λογικόν καθ’ εαυτό, αλλ’ εις την  υπερηφανίαν του  πνεύματος  ημών  Εκ  της  υπερηφανίας ενδυναμούται  η ενέργεια της φαντασίας, ενώ δια της ταπεινώσεως αναχαιτίζεται Η υπερηφανία φυσιούται εκ της επιθυμίας να δημιουργήση τον ίδιον αυτής κόσμον,  ενώ η ταπείνωσις ευγνωμόνως δέχεται την ζωήν παρά του Θεού
Κατόπιν πολυετούς και επιμόνου αγώνος ο μακάριος Γέρων απέκτησε την δύναμιν να ίσταται μετά του νοός εν τω Θεώ, απωθών τους επερχομένους λογισμούς Εν τω πολέμω κατά των ποικίλων εχθρών υπέστη πλείστα όσα, αλλά, όταν εγνωρίσαμεν αυτόν, ωμίλει περί του παρελθόντος μετά βαθείας ειρήνης ψυχής και δια πολύ απλών εκφράσεων:
«Νους παλαίει προς νουν … ο νους ημών προς τον νουν του εχθρού … Ο εχθρός έπεσε δια της υπερηφανίας και της φαντασίας, εκεί δε ελκύει και ημάς … Εν τω πολέμω τούτω απαιτείται μεγάλη ανδρεία … Ο Κύριος αφίνει τον δούλον αυτού να παλαίη, ενώ ο Ίδιος προσέχει αυτόν εκ του πλησίον, ως προσείχε τον Μέγαν Αντώνιον, ότε εκείνος επάλαιε κατά των δαιμόνων … Ενθυμείσθε βεβαίως, ότι εν τω Βίω του Αγίου Αντωνίου αναφέρεται ότι ούτος κατώκησεν εντός μνήματος και εκεί οι δαίμονες έδειραν αυτόν, μέχρις ότου έμεινεν αναίσθητος Ο φίλος, όστις υπηρέτει αυτόν, μετέφερεν αυτόν εις το Κυριακόν του χωρίου Την νύκτα, ότε ο Αντώνιος ανέκτησε τας αισθήσεις, παρεκάλει τον φίλον αυτού να φέρη αυτόν και πάλιν εις το μνήμα Βαρέως ασθενής ο Όσιος δεν ίσχυε να σταθή επί των ποδών αυτού και προσηύχετο κατακείμενος, οπότε υπέστη νέαν σκληράν επίθεσιν των δαιμόνων Ότε δε δεινώς υποφέρων ανέβλεψε και είδε φως, κατενόησε την εν τω φωτί έλευσιν του Κυρίου Και είπε προς Αυτόν:
‐ Πού ήσο; Δια τί δεν εφάνης εξ αρχής, ίνα μου τας οδύνας παύσης;
Ο δε Κύριος απήντησεν εις αυτόν:
‐ Αντώνιε, ώδε ήμην, αλλά ανέμενον ιδείν το σον αγώνισμα
»Ούτω και ημείς πρέπει πάντοτε να ενθυμώμεθα ότι ο Κύριος παρακολουθεί τον αγώνα ημών κατά του εχθρού,  και δια τούτο να μη φοβώμεθα, έστω και εάν ο άδης επιτεθή καθ’ ημών, αλλά να είμεθα ανδρείοι»
«Οι Άγιοι εδιδάχθησαν τον πόλεμον εναντίον του εχθρού Εγνώριζον ότι οι εχθροί  ενεργούν  δελεαστικώς  μέσω  των  λογισμών,  και  δια  τούτο  καθ’  όλην αυτών  την  ζωήν  δεν  εδέχοντο  τους  λογισμούς  Ο  λογισμός  εμφανίζεται κατ’ αρχήν ως καλός, αλλ’ ύστερον αποσπά τον νουν εκ της προσευχής και αρχίζει κατόπιν πλέον να περιπλέκη τας σκέψεις Δια τούτο είναι ανάγκη να απορρίπτωμεν  παρευθύς  πάντα  λογισμόν,  έστω  και  εάν  φαίνηται  εις  ημάς
καλός,  να  έχωμεν  δε  τον  νουν  καθαρόν  εν  τω  Θεώ  Εάν  παρά  ταύτα  έλθη
λογισμός τις, τότε δέον όπως μη ταραττώμεθα, αλλά μετά ισχυράς ελπίδος επί τον Θεόν να μένωμεν εν τη προσευχή … Δεν πρέπει να ταράσσηται ο ασκητής, διότι οι εχθροί χαίρουν και επί τη συγχύσει ημών Προσεύχεσθε, και ο λογισμός θα φύγη … Αύτη είναι η οδός των Αγίων»
Ο Γέρων έλεγε περί της υπερηφανίας ότι δεν γνωρίζει τέλος εις τας αξιώσεις αυτής: Εν ταις γραφαίς αυτού υπάρχει η εξής παραστατική παραβολή:
«Είς κυνηγός ηγάπα πολύ να περιέρχηται τα δάση και τους κάμπους δια κυνήγιον Ημέραν τινα κυνηγών επί πολλήν ώραν ανέβαινεν εις τι υψηλόν όρος και, επειδή ησθάνθη κόπωσιν, εκάθισεν επί μεγάλης πέτρας Βλέπων σμήνος πτηνών να πετά από της μιας κορυφής εις την άλλην εσκέπτετο: “Δια τί ο Θεός δεν έδωκε πτερά εις τον άνθρωπον, ίνα δύναται ούτος να πετά”; Κατ’ εκείνην την ώραν  εκ  του  ιδίου  τόπου  διήρχετο  είς  ταπεινός  ερημίτης  και  γνωρίσας  τας σκέψεις του κυνηγού είπεν εις αυτόν:
»Συλλογίζεσαι δια τί ο Θεός δεν έδωκεν εις σε πτερά Αλλ’ αν δώση εις σε πτερά, πάλιν δεν θα είσαι ευχαριστημένος και θα είπης: “Τα πτερά μου είναι αδύνατα και δι’ αυτών δεν δύναμαι να πετάξω μέχρι του ουρανού,  ίνα ίδω τί υπάρχει εκεί” Και αν δοθούν εις σε τοιαύτα δυνατά πτερά, ώστε να δυνηθής να αναβής μέχρι του ουρανού, και τότε θα είσαι ανικανοποίητος και θα είπης: “Δεν εννοώ τί γίνεται εκεί” Και αν δοθή εις σε να εννοήσης, τότε πάλιν δεν θα είσαι ευχαριστημένος και θα είπης: “Δια τί εγώ δεν είμαι άγγελος”; Και αν γίνης άγγελος, τότε και πάλιν θα είσαι δυσαρεστημένος και θα είπης: ”Δια τί δεν είμαι Χερουβίμ”; Και αν γίνης Χερουβίμ, τότε θα είπης: ”Δια τί ο Θεός δεν με αφίνει να κυβερνώ τον ουρανόν”; Και αν δοθή εις σε να κυβερνάς τον ουρανόν, τότε δεν θα ευχαριστηθής και, ως άλλος τις, θα ζητήσης μετ’ αυθαδείας πλείον τι Δια τούτο πάντα να ταπεινούσαι και θα είσαι ικανοποιημένος μεθ’ οιουδήποτε δίδεται εις σε, και τότε θα ζης μετά του Θεού»
Ο κυνηγός είδεν ότι ο ερημίτης είπε την αλήθειαν και ηυχαρίστησε τον Θεόν, επειδή έστειλεν εις αυτόν τον μοναχόν, ίνα συνετίση και διδάξη εις αυτόν την οδόν της ταπεινώσεως
Ο Γέρων υπεγράμμιζε μετ’ επιμονής ότι η οδός των αγίων έγκειται εις το ότι ταπεινούμενοι καθαίρουν τον νουν αυτών από πάσης φαντασίας:
«Έλεγον  οι  Άγιοι:  Θα  κολασθώ  εν  τω  άδη  Και  τούτο,  καίτοι  εποίουν
θαύματα Εγνώριζον εκ πείρας ότι, εάν η ψυχή καταδικάζη εαυτήν εις τον άδην, αλλά συγχρόνως ελπίζη εις την ευσπλαγχνίαν του Θεού, τότε η δύναμις του Θεού έρχεται εις αυτήν και το Πνεύμα το Άγιον μαρτυρεί εναργώς την σωτηρίαν Δια της αυτοκατακρίσεως η ψυχή ταπεινούται, και δεν υπάρχουν πλέον εντός αυτής λογισμοί, αλλά καθαρώ νοΐ ίσταται ενώπιον του Θεού
»Ιδού η πνευματική σοφία»
Δια γεωτρυπάνου διαπερά ο άνθρωπος την γην, ίνα εξορύξη νάφθαν εκ των εγκάτων αυτής, και επιτυγχάνει του σκοπού αυτού Δια του λογικού διαπερά ο άνθρωπος  τον ουρανόν, σκοπεύων να αρπάση το πυρ της Θεότητος, αλλ’ ένεκα του τύφου αυτού απωθείται υπό του Θεού
Αι Θείαι θεωρίαι παρέχονται εις τον άνθρωπον, ουχί όταν επιδιώκη αυτάς,
σκοπεύων προ παντός αυτάς, αλλ’ όταν η ψυχή κατέρχηται εις τον άδην της μετανοίας και αληθώς αισθάνηται εαυτήν χείρονα πάσης της κτίσεως Αι δε θεωρίαι,  αι  βιαίως  κατακτώμεναι  δια  του  λογικού,  δεν  είναι  αληθιναί,  ήγουν θείας προελεύσεως, αλλά «κατά το δοκούν» Και όταν το δοκούν τούτο εκλαμβάνηται ως η αλήθεια, τότε εν τη ψυχή του ανθρώπου δημιουργείται κατάστασις παρακωλύουσα και αυτήν την δυνατότητα ενεργείας της  χάριτος, τουτέστι της αληθούς θεωρίας
Δια της κατά χάριν θεωρίας αποκαλύπτονται πράγματα υπερβαίνοντα και την πλέον δημιουργικήν φαντασίαν, ως περί τούτου λέγει ο θείος Παύλος: «ά οφθαλμός ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» (Α’ Κορ β’ ) Όταν, παρομοίως προς τους Αποστόλους, ο άνθρωπος δια της χάριτος αρπαγή εις την όρασιν του Θείου Φωτός, κατόπιν θεολογεί «διηγούμενος» ό,τι είδε και εγνώρισεν Η πραγματική θεολογία δεν είναι επινόησις του ανθρωπίνου λογικού   ή   αποτέλεσμα   κριτικών   μελετών,   αλλ’   εκμυστήρευσις   περί   της κρείττονος εκείνης υπάρξεως, εις την οποίαν εισήχθη ο άνθρωπος τη επενεργεία του   Αγίου   Πνεύματος   Άλλοτε   παρέχεται   και   λόγος   προς   έκφρασιν   του ορωμένου, άλλοτε συναντώνται δυσκολίαι προς εξεύρεσιν λόγων και εννοιών, δι’ ών δύναται να εκφρασθή έστω και παραπλησίως εκείνο όπερ κείται πέραν πάσης γηΐνης εικόνος και εννοίας Όμως, παρά πάσας τας δυσκολίας ταύτας και το αναπόφευκτον  των  διαφόρων  μορφών  εκφράσεως,  εκείνος  όστις  εγνώρισεν, ούτος και εν άλλη λεκτική μορφή δύναται να διακρίνη την αυθεντικήν θεωρίαν από της απατηλής θεωρίας του λογικού στοχασμού, όσον και αν ο στοχασμός ούτος τυγχάνη μεγαλοφυής

ENOTHTA
Ζ’ – ΠΕΡΙ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΥΤΗΣ


Η γνώσις η αποκτωμένη δια της κατανικήσεως των παθών οδηγεί εις την εκ  πείρας  διορατικότητα  Η  διορατικότης,  ήτις  εμφανίζεται  ως  αποτέλεσμα πείρας μακρού αγώνος κατά των παθών, δεν φθάνει την τελειότητα εκείνην την οποίαν έχει το άνωθεν καταβαίνον χάρισμα της διορατικότητος Η πρώτη, εξ ωρισμένων κινήσεων, εκ της εκφράσεως του προσώπου, εκ τινων λέξεων, εκ του είδους της σιωπής ή της ομιλίας, εκ της πνευματικής ατμοσφαίρας την οποίαν δημιουργεί ο άνθρωπος, αντιλαμβάνεται την πνευματικήν αυτού κατάστασιν Βεβαίως πλέον πιστήν βάσιν δια την περί του ανθρώπου κρίσιν παρέχει η συνομιλία μετ’ αυτού, επειδή εκ του λόγου αυτού καθίσταται εκδηλότερον αφ’ ενός μεν το μέτρον της αυθεντικής πνευματικής αυτού πείρας, αφ’ ετέρου δε εκείνο όπερ δεν είναι άλλο τι, ει μη αποτέλεσμα εξωτερικής μαθήσεως Η Δευτέρα, ήτοι η εκ της χάριτος διορατικότης, τα πάντα διορά μέσω της προσευχής και δεν έχει ανάγκην της παρουσίας του ανθρώπου
Κατά την πορείαν του συνεχούς εσωτερικού πολέμου ο ασκητής συναντάται μετά τριών ειδών διορατικότητος: Πρώτον είδος είναι η φυσική εις ωρισμένους ανθρώπους διαίσθησις, ήτις λεπτύνεται δια της ασκητικής βιοτής· δεύτερον η κατά δαινομικήν ενέργειαν, και τρίτον η κατά   την δωρεάν της χάριτος
Το πρώτον είδος δια τον ευσεβώς διατεθειμένον και ταπεινόν άνθρωπον δύναται να φανή ωφέλιμον και προς το καλόν χρησιμοποιούμενον, διότι τα μάλα συνεργεί εις την πλέον ακριβή φύλαξιν των εντολών του Χριστού εν σχέσει προς τον πλησίον Τον υπερήφανον και εμπαθή όμως βλάπτει, διότι πληθύνει τας αφορμάς  προς  τα  πάθη  και  δίδει  μεγαλυτέρας  ευκολίας  προς  ικανοποίησιν αυτών
Το δεύτερον είδος είναι άκρως επικίνδυνον δι’ εκείνους οίτινες δέχονται αυτό, διότι θάττον ή βράδιον οδηγεί εις την αλγεινήν διατάραξιν όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου, δεινώς παραμορφούν και αυτήν την εξωτερικήν αυτού όψιν
Το τρίτον είδος συνδέεται μετά μεγίστης ευθύνης και είναι πηγή πολλών πνευματικών οδυνών δια τον αξιωθέντα αυτού Εις τον υπερήφανον ουδόλως δίδεται
Και τα τρία ταύτα είδη διορατικότητος είναι αίτια βασάνων Κατά το πρώτον, ήτοι της εκ φύσεως διαισθήσεως, ο πόνος εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της οξείας λεπτότητος και ευαισθησίας του νευροψυχικού συστήματος Κατά το δεύτερον, ο πόνος είναι ακόλουθον του γενικώς καταστρεπτικού χαρακτήρος των δαιμονικών ενεργειών, πράγμα φανερούμενον μόνον μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου Κατ’ αυτήν την διορατικότητα, αν και εμφανίζηται ενίοτε η δυνατότης να
«διαβλέψης» την ξένην σκέψιν, όμως ο βαθύς εσωτερικός άνθρωπος παραμένει απρόσιτος Μετά μεγαλυτέρας τινός βεβαιότητος παρουσιάζεται εν σχέσει προς τα εξωτερικά γεγονότα Δια τούτου παρέχει εις όσους δέχονται αυτήν ευκαιρίας προς την δια της κενοδοξίας ικανοποίησιν
Η   χαρισματική   πνευματική   διορατικότης   αποκαλύπτει   τα   βάθη   της
ανθρωπίνης ψυχής, συχνάκις κεκρυμμένα από του ιδίου του ανθρώπου Αύτη η διορατικότης  ουδόλως έχει ψυχοπαθολογικόν χαρακτήρα Δώρον ούσα του Θεού, είναι έμπλεως αγάπης, βλέπει δε, ως επί το πλείστον, την αμορφίαν και αδοξίαν του ανθρώπου, και πονεί και οδυνάται υπέρ αυτού Είναι πάθος αγάπης Οι φορείς του χαρίσματος τούτου ουδέποτε επιδιώκουν να διατηρήσουν αυτό Η έπαρσις και η κενοδοξία είναι ξέναι προς αυτούς
Ανωτέρω αφιερώσαμεν ολίγον χώρον εις το είδος εκείνο της διορατικότητος, ήτις απορρέει εκ της πείρας Ηνωμένη αύτη μέχρι τινος μετά της χαρισματικής  διορατικότητος  αποτελεί  το  λεγόμενον  «χάρισμα  διακρίσεως», όπερ οι Άγιοι Πατέρες θεωρούν ως ανώτατον ασκητικόν επίτευγμα Η ουσία της διακρίσεως   έγκειται,   αφ’   ενός   μεν   εις   την   ικανότητα   διαγνώσεως   της προελεύσεως εκείνου ή του άλλου πνευματικού φαινομένου, εάν τουτέστι προέρχηται   εκ   της   χάριτος   ή   εκ   δαιμονικής   επιδράσεως   ή   είναι   απλώς αποτέλεσμα φυσικής ικανότητος του προσώπου· αφ’ ετέρου δε εις την γνώσιν της τάξεως της πνευματικής ζωής, ήτοι της ακολουθίας των πνευματικών καταστάσεων και της σχετικής αυτών τιμής ή αξίας
Το χάρισμα τούτο μεγάλως εκτιμάται υπό των ασκητών, διότι πάντοτε έρχεται   ως   αποτέλεσμα   μακροχρονίου   αγώνος   κατά   των   παθών,   πείρας μεγάλων αντιλήψεων και επισκέψεων της χάριτος, πείρας πολλών πειρασμών και προσβολών του αντιπάλου Είναι πολύτιμον εις τους πνευματικούς καθοδηγητάς, διότι ο εχθρός αρέσκεται να ενδύηται μορφήν αγγέλου φωτός, και σπάνιοι είναι εκείνοι οίτινες δύνανται να διακρίνουν αυτόν μετά βεβαιότητος
Είναι γνωσταί παρ’ ημίν περιπτώσεις κατά τας οποίας ο μακάριος Γέρων Σιλουανός δια της προσευχής προείδε τα «μακράν όντα, ως εγγύς γιγνόμενα», ή προέβλεπε το μέλλον του ανθρώπου, ή απεκαλύπτοντο εις αυτόν τα βαθέα μυστήρια της ανθρωπίνης ψυχής Περί του χαρίσματος  τούτου θα ηδύναντο να  μαρτυρήσουν  πολλοί,  οίτινες  εγνώρισαν  τούτο  εκ  πείρας  και  εξ  ών  τινες
«μένουσιν έως άρτι» Ο ίδιος όμως ουχί μόνον ουδέποτε ηγωνίζετο προς τούτο, αλλ’ ούτε έδιδε μεγάλην σημασίαν Η ψυχή αυτού ήτο απερροφημένη ολόκληρος εκ της προς τον κόσμον συμπαθείας Ήτο όλος καθηλωμένος εις την υπέρ του κόσμου προσευχήν, εκτιμών αυτήν την αγάπην πλείον παντός άλλου πνευματικού έργου
Εκ   της   μακράς   ημών   επικοινωνίας   μετά   του   μακαρίου   Γέροντος επείσθημεν ότι εις αυτόν «δέδοται γνώναι» τα μυστήρια του πνεύματος, και ως εκ τούτου ήτο τω όντι «ο πιστός οδηγός» Δια των εξαιρετικών εκείνων, μάλλον σπανίων εν τη ιστορία της Εκκλησίας, επισκέψεων της χάριτος, των οποίων ηξιώθη λόγω του πεντηκονταετούς σχεδόν ακαμάτου αγώνος, κατόπιν επικινδύνων πνευματικών φαινομένων, άτινα συνήντησε κατά το πρώτον ήμισυ της μακράς ασκητικής αυτού ζωής, επλησίασεν ο Γέρων εις το μέτρον εκείνο της γνώσεως, εις το μέτρον εκείνο της τελειότητος, όπερ κατέστησεν αυτόν ασφαλές στήριγμα δια τους άλλους
Εγνώριζε την ιεραρχίαν των πνευματικών καταστάσεων, την ακολουθίαν τουτέστι της πνευματικής αναπτύξεως, πράγμα πολύ σπουδαίον, ενίοτε δε και
απαραίτητον   δια   την   απρόσκοπτον   πρόοδον   Σύνηθες   φαινόμενον   εν   τη
πνευματική ζωή μοναχών και μη μοναχών είναι η απόκλισις ή και η ανατροπή αυτής της ιεραρχίας, ήτις έγκειται εις το ότι ωρισμένη τις πνευματική κατάστασις ή ασκητική εργασία ικανοποιεί τον άνθρωπον, και αυτός αρνείται να προχωρήση εις το επόμενον στάδιον της οδού, θεωρών την νέαν παρουσιασθείσαν χάριν και γνώσιν κατωτέραν της προηγουμένης μορφής της ασκήσεως αυτού, και ούτω θέτει όριον εις την περαιτέρω ευδοκίμησιν αυτού
Κατείχεν   ο   Γέρων   έμπειρον   γνώσιν   της   πνευματικής      πορείας Εδείκνυε τρία ουσιώδη στάδια αυτής: πρώτον, την λήψιν της χάριτος, δεύτερον, την άρσιν αυτής, τρίτον δε την επιστροφήν της χάριτος, την επανάκτησιν αυτής δι’ αγώνος ταπεινώσεως Πολλοί έλαβον την χάριν, και ουχί μόνον εκ των μελών της Εκκλησίας αλλά και εκ των εκτός Αυτής όντων (διότι παρά τω Κυρίω «ουκ έστι προσωποληψία»), αλλ’ ουδείς διεφύλαξε την πρώτην χάριν, και μόνον ολίγοι επανέκτησαν αυτήν Όστις αγνοεί την περίοδον της εκ δευτέρου ελεύσεως της χάριτος,  όστις  δεν  διήλθε  τον  αγώνα  δια  την  επιστροφήν  αυτής,  ούτος  κατ’ ουσίαν, δεν έχει ει μη ακρωτηριασμένην τινά πνευματικήν πείραν Θεωρητικής καταρτίσεως εις την ασκητικήν γραμματείαν των Πατέρων της Εκκλησίας Κατά την δωρεάν του Θεού ουχί μόνον ήτο πιστός εις την παράδοσιν της Εκκλησίας, αλλά και εν τω ιδίω επανελήφθη η πείρα των μεγάλων Πατέρων
Μένων κατά μόνας ανεγίνωσκεν ολίγον, διότι η ανάγνωσις παρεμποδίζει την νοεράν προσευχήν Προετίμα να ακούη, διότι, μη διακόπτων την ευχήν του Ιησού, ηδύνατο ταυτοχρόνως να «προσέχη» εις την ανάγνωσιν Ήκουε πολλάς αναγνώσεις πατερικών κειμένων εν τω ναώ κατά τας ώρας των νυκτερινών ακολουθιών· ολίγον ανεγίνωσκε και εν τω κελλίω αυτού· πολλά έμαθεν εκ της ζώσης συνομιλίας μετ’ άλλων ασκητών του Αγίου Όρους, μεταξύ των οποίων υπήρχον πολλοί πλουσίως πεπροικισμένοι Τα τελευταία ‐ έτη εσύχναζεν εις τον φίλον αυτού μοναχόν Κασσιανόν, ότε ούτος έζη πλησίον του Μοναστηρίου, εις τα «Κυπαρίσσια»
Ο Πατήρ Κασσιανός ηγάπα και εσέβετο πολύ τον Γέροντα, ηρέσκετο εις τας επισκέψεις αυτού και μετά χαράς ανεγίνωσκε δι’ αυτόν εκφώνως Ενεθυμείτο ο Γέρων καλώς πολλά εκ των έργων των Αγίων Πατέρων, λόγω  ταυτότητος των πνευματικών βιωμάτων Να ενθυμήται τις πνευματικόν τι είναι δύσκολον, διότι εν τη πνευματική σφαίρα ελάχισται εξωτερικαί μορφαί και εικόνες υπάρχουν, ώστε να στηριχθή επ’ αυτών η υλική μνήμη Μήπως δι’ αυτόν τον λόγον ο Παντογνώστης Κύριος εκήρυξεν εις τον λαόν την διδαχήν Αυτού περί των μυστηρίων της Εκκλησίας δια παραστατικών εικόνων εκ της καθημερινής πραγματικότητος και εν παραβολαίς; Δύναται βεβαίως να υπάρξη υποκατάστατον   τι   της   πνευματικής   γνώσεως   μέσω    «εξωτερικής»   τινος μαθήσεως, όπερ παρατηρείται εις ανθρώπους μεγάλης διανοητικής πείρας Να ενθυμήται όμως πραγματικώς την πνευματικήν διδασκαλίαν των Πατέρων δύναται μόνον εκείνος όστις εβίωσεν αυτήν, εκείνος εις τον οποίον εδόθη άνωθεν η υπαρξιακή γνώσις των μυστηρίων του πνευματικού κόσμου
Ο  «απλούς»  ούτος  άνθρωπος  εκ  της  μακράς  πάλης  εξήλθε  κάτοχος βαθείας γνώσεως των μεθόδων και των μέσων της ασκήσεως Η γνώσις αύτη,
συνδεδυασμένη   μετά   της   πνευματικής   δυνάμεως   αυτού,   αφ’   ενός   μεν
κατέστησεν αυτόν εσωτερικώς ελεύθερον εκ της δουλείας των τύπων, αφ’ ετέρου δε διέσωσεν αυτόν εκ του μαρτυρίου της απορίας και της περιπλανήσεως εις οδούς αλλοτρίας
Πολλαί αλλότριαι οδοί απλούνται παραλλήλως της μιάς αληθούς οδού Πολλαί  απομεμονωμέναι,  ξέναι  προς  τον  Χριστιανισμόν,  σφαίραι παρουσιάζονται εις το νοερόν όμμα του ασκητού και αδυνατεί ούτος να διακρίνη σαφώς το αληθές, εάν δεν επισκιάση αυτόν το Θείον Φως Ο Γέρων, όστις εν Πνεύματι Αγίω ηξιώθη να ίδη τον Χριστόν, όστις δια Πνεύματος Αγίου ανυψώθη εις την θεωρίαν του ακτίστου Φωτός, φορεύς γενόμενος του Φωτός τούτου, ηδύνατο μετ’ εκπληκτικής οξυδερκείας να διακρίνη την πραγματικήν αλήθειαν εκ των προσωπείων εκείνων και των φασμάτων αυτής, άτινα αφεύκτως συναντούν τον άνθρωπον αναβαίνοντα εις το όρος της Θεοπτίας


Η’ – ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ
ΘΕΩΡΙΑΣ ΑΥΤΟΥ


Ο  Θεός,  ών  φως  «εν  ώ  σκοτία  ουκ  έστιν  ουδεμία»  (Α’  Ιωάν  α’  ),
εμφανίζεται πάντοτε εν τω φωτί και ως φως
Το άκτιστον Φως, εντελώς διάφορον τι του φυσικού φωτός, είναι κατά την
φύσιν αυτού θεία ενέργεια Επί τη θέα του ακτίστου Φωτός επικρατεί προ παντός άλλου η αίσθησις του ζώντος Θεού, απορροφώσα τον όλον άνθρωπον· άϋλος αίσθησις του Αΰλου· αίσθησις νοερά, ουχί δε λογική· αίσθησις μετ’ εξουσιαστικής δυνάμεως απράζουσα τον άνθρωπον εις άλλον κόσμον, όμως τοσούτον γαληνώς, ώστε δεν αντιλαμβάνεται ούτος την στιγμήν καθ’ ήν ετελέσθη τούτο μετ’ αυτού, και  δεν  γινώσκει  περί  εαυτού,  εάν  είναι  εν  σώματι  ή  εκτός  του  σώματος Λαμβάνει τότε συνείδησιν εαυτού τοσούτον ενεργώς και βαθέως, όσον ποτέ άλλοτε εις την συνήθη αυτού ζωήν, και εν ταυτώ επιλανθάνεται εαυτού και του κόσμου, εμπλησθείς υπό της γλυκύτητος της αγάπης του Θεού Πνεύματι ορά τον Αόρατον, αναπνέει Αυτόν, όλος ών εν Αυτώ
Μετά της υπερλόγου και υπερπλήρους αυτής αισθήσεως του ζώντος Θεού συνενούται όρασις φωτός, αλλά φωτός ετερογενούς του φυσικού Τότε ο ίδιος ο άνθρωπος μένει εν τω φωτί και εξομοιούται προς το θεώμενον φως, πνευματοποιείται υπ’ αυτού, και δεν βλέπει και   δεν αισθάνεται ούτε την ιδίαν αυτού υλικότητα, ούτε την υλικότητα του κόσμου
Η όρασις έρχεται ακαταλήπτω τρόπω· εις καιρόν κατά τον οποίον δεν αναμένεται Δεν έρχεται έξωθεν, ουδέ έτι έσωθεν, αλλ’ ανεκφράστως περιπτύσσεται το πνεύμα του ανθρώπου εισάγουσα αυτό εις τον κόσμον του Θείου Φωτός Και δεν δύναται ούτος να είπη εάν εγένετο εν εκστάσει, τουτέστιν εκτός  του  σώματος,  διότι  ουδέ  την  εις  το  σώμα  επιστροφήν αντιλαμβάνεται Ούτως, εν τω φαινομένω τούτω ουδέν το παθολογικόν υπάρχει
Ο Θεός ενεργεί, ο δε άνθρωπος δέχεται Και ούτος δεν γνωρίζει τότε ούτε διάστημα, ούτε χρόνον, ούτε γέννησιν, ούτε θάνατον, ούτε φύλον, ούτε ηλικίαν, ούτε κοινωνικήν ή ιεραρχικήν θέσιν, ούτε άλλας συνθήκας και σχέσεις του κόσμου τούτου
Ήλθεν ο Κύριος, η Άναρχος Αρχή και το Φως της Ζωής, ίνα εν ελέει επισκεφθή την μετανοούσαν ψυχήν
Το Θείον Φως θεωρείται ανεξαρτήτως συνθηκών, και εις το αφεγγές της νυκτός και εις το φαεινόν της ημέρας Η ευδοκία του Θεού καταβαίνει ενίοτε κατά τοιούτον τρόπον, ώστε διατηρείται η αντίληψις και του σώματος και του πέριξ κόσμου Τότε ο άνθρωπος δύναται να μένη ανοικτοίς οφθαλμοίς και εν ταυτώ να βλέπη δύο φώτα, και το φυσικόν και το Θείον Φως Η τοιαύτη όρασις καλείται  υπό  των  Αγίων  Πατέρων  όρασις  φυσικοίς  οφθαλμοίς  Τούτο  δεν σημαίνει όμως ότι η όρασις του Θείου Φωτός είναι κατά πάντα ανάλογος της συνήθους ψυχοφυσιολογικής πορείας της φυσικής οράσεως Τουτέστι δεν σημαίνει ότι το Θείον Φως είναι όμοιον του φυσικού, όπερ, ανεξαρτήτως της επιστημονικής  περί  φωτός  θεωρίας  την  οποίαν  αποδεχόμεθα,  προκαλεί  την
γνωστήν  διέγερσιν  του  οπτικού  νεύρου,  ήτις  εν  συνεχεία  μεταβαίνει  εις  την
ψυχολογικήν διαδικασίαν της οράσεως Το Θείον Φως είναι διάφορον κατά την φύσιν αυτού, είναι φως νοερόν,  φως πνευματικόν, φως αγάπης, φως ζωής
Εικών του Θείου Φωτός εν τω φυσικώ κόσμω είναι το φυσικόν φως Ως η
θέα των πέριξ ημών αντικειμένων είναι δυνατή μόνον όταν υπάρχη φως, και εάν το φως είναι αμυδρόν, ο οφθαλμός μόλις διακρίνει τα αντικείμενα, εάν δε είναι αφθονώτερον, τότε ευκρινέστερον βλέπει, τέλος δε εν τω πλήρει ηλιακώ φωτί η όρασις φθάνει το γνωστόν πλήρωμα, ούτω και εν τω πνευματικώ κόσμω πάσα αληθής όρασις είναι δυνατή μόνον εν τω Θείω Φωτί και ουχί άλλως Τούτο το φως παρέχεται εις τον άνθρωπον εις διάφορον μέτρον Και η πίστις είναι φως, αλλ’ ανεπαρκές Και η ελπίς φως, αλλ’ έτι ατελές Και η αγάπη φως, αλλ’ ήδη τέλειον
Το άκτιστον Φως, ως και ο ήλιος, φωτίζει τον πνευματικόν κόσμον και αποκαλύπτει εις τον άνθρωπον τας πνευματικάς οδούς, αθεάτους κατ’ άλλον τρόπον Άνευ του φωτός αυτού δεν δύναται ο άνθρωπος να εννοήση, πολλώ δε μάλλον να εκπληρώση τας εντολάς του Χριστού, διότι παραμένει εν τω σκοτεί Το άκτιστον φως φέρει εν εαυτώ την αιωνίαν ζωήν και την πνοήν της Θείας αγάπης, μάλλον δε αυτό τούτο είναι και η αιώνιος ζωή και η Θεία αγάπη
Όστις δεν εθεάσατο το άκτιστον Φως μετά δυνάμεως και πληροφορίας, ούτος δεν εγεύθη εισέτι της αληθούς θεωρίας Όστις προ της οράσεως του ακτίστου Φωτός αυθαδώς «δια του νοός αυτού» απλούται εις την θεωρίαν των μυστηρίων του πνεύματος, ούτος ουχί μόνον δεν επιτυγχάνει του σκοπού αυτού, αλλ’ έτι και την οδόν φράσσει έμπροσθεν αυτού Θα ίδη μόνον προσωπεία της αληθείας, φανταζόμενα υπ’ αυτού του ιδίου, ή προσφερόμενα παρ’ απατηλών δαιμονικών δυνάμεων
Η γνησία θεωρία έρχεται άνωθεν, ηρέμα Η υπαρξιακή θεωρία δεν είναι ό,τι η αφηρημένη, η διανοητική Είναι ποιοτικώς διάφορος, είναι το φως της ζωής διδόμενον  παρά της ευδοκίας του Θεού, και η οργανική προς αυτό οδός είναι ουχί η διανόησις, αλλ’ η μετάνοια
Το Θείο Φως είναι η αιώνιος ζωή, η Βασιλεία του Θεού, η άκτιστος ενέργεια της Θεότητος Όν ετεροφυές ως προς την κτιστήν ημών φύσιν, δεν περιλαμβάνεται φυσικώς εν τω ανθρώπω, και ως εκ τούτου δεν δύναται να φανερωθή εν ημίν δι’ οιωνδήποτε ασκητικών μέσων, αλλ’ έρχεται αποκλειστικώς ως δώρον του Ενός Αγαθού
Ηρωτήσαμεν τον Γέροντα: Τίνι τρόπω δύναται ο άνθρωπος εκ της πείρας αυτού να αντιληφθή τούτο; Ο μακάριος Γέρων εβεβαίου ότι, όταν ο Θεός εμφανίζηται εν μεγάλω φωτί, τότε ο άνθρωπος ουδόλως αμφιβάλλει ότι ο επιφανής είναι ο Κύριος, ο Δημιουργός, ο Παντοκράτωρ Αλλ’ όστις ηξιώθη αμυδράς εισέτι θεωρίας του φωτός, ούτος δεν δύναται να αντιληφθή σαφώς το ετεροφυές του θεωρουμένου φωτός ως προς την ψυχήν αυτού, και δι’ αυτόν η οδός προς την βεβαιοτέραν επίγνωσιν δύναται να είναι ή η πλήρης εμπιστοσύνη εις την πείραν των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, αξιωθέντων της αυθεντικής θεωρίας,  ή  η  περαιτέρω  επανάληψις  των  επισκέψεων  και  των  άρσεων  της
χάριτος, αίτινες θα διδάξουν αυτόν να διακρίνη την άκτιστον θείαν ενέργειαν
από της φυσικής ενεργείας του ανθρώπου
Εάν η προσευχή του ανθρώπου το πρώτον εισέρχηται εις την όρασιν του Θείου φωτός, τότε το θεώμενον και βιούμενον είναι τοσούτον νέον και καταπληκτικόν εις αυτόν, ώστε ουδέν δύναται να εννοήση Αισθάνεται ότι αρρήτως επλατύνθησαν τα όρια της υπάρξεως αυτού, ότι το επιφανέν φως μετεβίβασεν αυτόν εκ του θανάτου εις την ζωήν, αλλ’ εκ του μεγαλείου του συμβάντος μένει εν απορία και εκπλήξει, και μόνον κατόπιν επανειλημμένων επισκέψεων εννοεί το χορηγηθέν υπό του Θεού δώρον
 Η ψυχή κατά την όρασιν αυτήν και μετ’ αυτήν είναι πεπληρωμένη
βαθείας ειρήνης και γλυκείας θείας αγάπης Τότε δεν υπάρχει εν αυτή επιθυμία ούτε δόξης, ούτε πλούτου, ούτε οιασδήποτε γηΐνης ευτυχίας, ουδ’ εισέτι και αυτής της ιδίας της ζωής Πάντα ταύτα λογίζεται «σκύβαλα είναι» και έλκεται επιθυμητικώς προς το ζών άπειρον, τον Χριστόν, εις τον Οποίον δεν υπάρχει ούτε αρχή, ούτε τέλος, ούτε σκότος, ούτε θάνατος
Εκ των ως άνω περιγραφέντων δύο τρόπων θεωρίας του Θείου φωτός ο
Γέρων έδιδε την προτίμησιν εις εκείνον, καθ’ όν «ο κόσμος λησμονείται εντελώς», ήτοι όταν κατά την ώραν της προσευχής το πνεύμα του ανθρώπου έξω των εικόνων  του  κόσμου  εισέρχηται  εις  την  σφαίραν του  αλήκτου  φωτός, διότι  η τοιαύτη όρασις παρέχει μεγαλυτέραν γνώσιν των μυστηρίων του «μέλλοντος αιώνος» Εν τη καταστάσει της οράσεως ταύτης η ψυχή αισθάνεται λίαν ενεργώς την  μετοχήν  αυτής  εις  την  Θείαν  ζωήν,  και  λαμβάνει  υπαρξιακώς  πείραν τοιαύτης ελεύσεως του Θεού, περί της οποίας γλώσσα ανθρωπίνη δεν δύναται να ομιλήση Όταν  δε  η  όρασις  αύτη,  δι’  άγνωστον  εις  τον  άνθρωπον αιτίαν  και ανεξαρτήτως  της  θελήσεως  αυτού,  λαμβάνη  τέλος,  όπως  και  ανεξαρτήτως ήρχισε, τότε μάλλον βραδέως επιστρέφει η ψυχή εις την αντίληψιν του πέριξ κόσμου, και εις την ιλαράν χαράν της αγάπης του Θεού προστίθεται λεπτή τις λύπη, διότι πάλιν θα βλέπη το φως του φυσικού τούτου ηλίου
Ο άνθρωπος είναι εικών του Θεού Αλλ’ ερωτάται: Εις τί συνίσταται η εν αυτώ εικών του Θεού; Ή άλλως: Εις τί περιέχεται η εικών αύτη; Εν τω σώματι; Εν τη ψυχική ή εν τη ψυχοσωματική συστάσει του ανθρώπου; Εν τω τριμερεί των ψυχικών αυτού δυνάμεων ή εκδηλώσεων; … Η απάντησις εις το ερώτημα τούτο είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκος Διαθλάσεις τινές και ανταύγειαι της εικόνος του Θεού δεν αποκλείονται εξ όλων όσων ηριθμήσαμεν  ανωτέρω, αλλά το ουσιωδέστερον είναι η μορφή της υπάρξεως Το κτιστόν όν κατά την δωρεάν της θείας ευδοκίας κοινωνεί της ακτίστου ανάρχου Υπάρξεως … Πώς είναι δυνατόν; Τούτο είναι τοσούτον ανεξήγητον, όσον ακατάληπτον και ανεξιχνίαστον είναι το μυστήριον της εκ του «μηδενός» δημιουργίας του κόσμου Και όμως τοιαύτη είναι η ευδοκία του Ουρανίου Πατρός, ώστε ο κτισθείς «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού να είναι πεπροικισμένος δι’ ικανότητος να δεχθή την θέωσιν, να γίνη δηλαδή κοινωνός της Θείας ζωής, όπως δεχθή τον θείον τρόπον υπάρξεως, να καταστή θεός κατά χάριν
Ο άνθρωπος αποδέχεται την θέωσιν, ήγουν εν τη πραγματώσει της θεώσεως ο Θεός είναι η ενεργούσα αρχή, ο δε άνθρωπος η προσλαμβάνουσα Η
πρόσληψις όμως αύτη δεν είναι καθαρώς παθητική, η δε θέωσις δεν δύναται να
συντελεσθή άλλως ει μη δια της συμφωνίας και δη της συνεργίας του ιδίου του ανθρώπου  Εν  εναντία  περιπτώσει  αφανίζεται  και  αυτή  η  δυνατότης  της θεώσεως Εις τούτο έγκειται η ουσιώδης διαφορά της αρχικής πράξεως της δημιουργίας από του ακολουθούντος αυτής σταδίου της θεώσεως της λογικής κτίσεως
Εάν απερινόητον είναι το μέγα μυστήριον της δημιουργίας του κόσμου εν γένει, το μυστήριον όμως της δημιουργίας αιωνίων θεών είναι εισέτι και ατελευτήτως μεγαλειωδέστερον Εάν όλη η πέριξ ημών ζωή είναι θαύμα εκπλήττον δια του μεγαλείου αυτού, η του Θείου θαύματος συνείδησις εν τω ανθρώπω, εισερχομένω εις τον κόσμον του Ακτίστου φωτός, λαμβάνει ασυγκρίτως μεγαλυτέραν δύναμιν και βάθος
Δι’ έκαστον άνθρωπον, εάν αναλογισθή το γεγονός της υπάρξεως αυτού, τούτο θα είναι αντικείμενον μεγάλου θαυμασμού Συνέβη να συναντήσωμεν ανθρώπους οίτινες, εισερχόμενοι εις την νοεράν σφαίραν, φύσει ιδιάζουσαν εις τον άνθρωπον, εξεπλήττοντο εκ του φωτοειδούς  κάλλους αυτής, αλλ’ όταν ο άνθρωπος Θεία ενεργεία εισάγηται εις τον κόσμον του Ακτίστου Φωτός, τότε το
«θάμβος του Θεού» φθάνει το τελείως ανέκφραστον, και δεν δύναται πλέον να εύρη λόγους, μηδέ τρόπους, μηδέ στεναγμούς ευγνωμοσύνης


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΟΕΙΔΟΥΣ ΑΠΑΘΕΙΑΣ

Το εκ του απαθούς Θεού εκπορευόμενον άκτιστον Φως δια της επιφανείας αυτού μεταδίδει εις τον άνθρωπον την θεομίμητον απάθειαν, ήτις αποτελεί τον τελικόν σκοπόν του χριστιανικού αγώνος
Τί είναι η απάθεια; Κατά την ετυμολογίαν της λέξεως η έννοια φαίνεται αρνητική Είναι άρα γε αρνητική και εν τη πραγματική αυτής εννοία; Σημαίνει μήπως απέκδυσιν του είναι; Ουχί Η χριστιανική απάθεια δεν είναι απέκδυσις της υπάρξεως, αλλ’ επένδυσις νέας ζωής, αγίας, αιωνίας, τουτέστιν επένδυσις Θεού Ως ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Ου θέλομεν εκδύσασθαι, αλλ’ επενδύσασθαι, ίνα καταποθή το θνητόν υπό της ζωής» (Β’ Κορ ε’ )
Τείνων προς την απάθειαν ο ορθόδοξος ασκητής, τείνει προς την ζώσαν και πραγματικήν κοινωνίαν μετά του Θεού, τον Οποίον γνωρίζει απαθή
Η απάθεια του Θεού δεν είναι νεκρόν ή στατικόν τι ουδέ χαρακτηρίζεται
εκ της αδιαφορίας προς την ζωήν του κόσμου και του ανθρώπου Η απάθεια του Θεού δεν είναι απουσία εν Αυτώ κινήσεως, συμπαθείας, αγάπης Μόλις όμως προφέρομεν τας λέξεις αυτάς, πάραυτα αι έννοιαι αύται παρουσιάζονται εις τον νουν ημών εν τη εμπειρική αυτών στενότητι, γεννώσαι ολόκληρον σειράν αποριών: Η κίνησις, η συμπάθεια, η αγάπη και τα όμοια δεν εισάγουν εν γένει την σχετικότητα εις το Είναι του Θεού; Ούτως ομιλούντες δεν αποδίδομεν εις τον Θεόν ανάξιον Αυτού ανθρωπομορφισμόν;
 Ο  Θεός  είναι  όλος  ζωή,  όλος  αγάπη  Ο  Θεός  είναι  όλος  φως  και
«σκοτία εν Αυτώ ουκ έστιν ουδεμία», σκοτία τουτέστι πάθους υπό την έννοιαν της φθοράς και της αποσυνθέσεως, σκοτία αγνοίας ή κακού, σκοτία μη υπερβληθεισών    εσωτερικών    ατελειών    και    αντιφάσεων,   καταπτώσεων    ή αλλοιώσεων   υπάρξεως   Ο   Θεός   είναι   Θεός   ζων   και   δυναμικός,   αλλά   το
δυναμικόν της Θείας ζωής είναι ατελεύτητον και άναρχον πλήρωμα υπάρξεως,
αποκλείον οιανδήποτε θεογονικήν εξέλιξιν
Ο Θεός είναι απαθής, αλλ’ ουχί αμέτοχος της ζωής της κτίσεως Ο Θεός
αγαπά, οικτίρει, συμπάσχει, χαίρει, αλλά πάντα ταύτα ουδεμίαν επιφέρουν φθοράν, πάθος ή σχετικότητα εις την ύπαρξιν Αυτού Ο Θεός προνοεί δια την δημιουργίαν    Αυτού   έως   των   ελαχίστων   πραγμάτων   μετά   μαθηματικής ακριβείας Σώζει ως Πατήρ, ως Φίλος· παρηγορεί ως Μήτηρ· μετέχει στενώτατα εις όλην την ιστορίαν της ανθρωπότητος, εις την ζωήν εκάστου ανθρώπου Η μετοχή όμως αύτη δεν επιφέρει αλλαγήν, ούτε διακύμανσιν, ούτε ακολουθίαν τινά εξελίξεως εντός του Θείου Όντος
Ο Θεός ζη όλην την τραγωδίαν του κόσμου, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι και εν τοις κόλποις της Θεότητος διαδραματίζεται ωσαύτως τραγωδία τις, ή διεξάγεται αγών, ως συνέπεια ιδίας Αυτού εσωτερικής ατελείας
Ο Θεός αγαπά τον κόσμον, ενεργεί εν τω κόσμω, έρχεται εις τον κόσμον, σαρκούται,   πάσχει   και   εισέτι   θνήσκει   εν   σαρκί,   μη   παύων   να   είναι απαράλλακτος εις το υπερκόσμιον Αυτού Είναι Πάντα ταύτα τελεί ωσαύτως απαθώς,  ως  και  έξω  εκτάσεως  περιβάλλει  ολοκληρωτικώς  εν  τη  αιωνιότητι Αυτού πάσας τας εκτάσεις και πάσας τας εξελίξεις του κτιστού όντος Εν τω Θεώ το αμετάβλητον‐στατικόν και το ενεργητικόν‐δυναμικόν αποτελούν τοιαύτην ενότητα, ήτις δεν επιτρέπει εφαρμογήν εις το Είναι Αυτού ουδέ μιάς των διακριτικών ημών εννοιών
  Επιδιώκων την θεομίμητον απάθειαν ο ορθόδοξος ασκητής εννοεί αυτήν ουχί ως «ψυχράν αδιαφορίαν», ουχί ως «απέκδυσιν της φασματικής υπάρξεως», ουχί ως θεωρίαν «πέραν του καλού και του κακού», αλλ’ ως την εν Αγίω Πνεύματι ζωήν
Ο  απαθής  είναι  πλήρης  αγάπης,  συμπαθείας  και  ευσπλαγχνίας,  αλλά
πάντα ταύτα προέρχονται εκ του Θεού, του ενεργούντος εν αυτώ Η απάθεια δύναται να ορισθή ως «η απόκτησις του Αγίου Πνεύματος»· ως ο ζων εν ημίν Χριστός Η απάθεια είναι φως καινής ζωής, γεννώσης εν τω ανθρώπω νέα άγια αισθήματα, νέας θείας σκέψεις, νέον φως αιωνίου γνώσεως
Οι Άγιοι Πατέρες «ορίζονται απάθειαν είναι ανάστασιν ψυχής προ του σώματος» (Ιωάννου της Κλίμακος, Λόγος ΚΘ’ β), απαθή δε τον φθάσαντα «εις την απέραντον απειρίαν» (Αββά Θαλασσίου, Εκατοντάς πρώτη νστ’)
Η οργανική οδός προς την απάθειαν είναι η πίστις, εννοουμένη ουχί ως λογική πεποίθησις, αλλ’ ως αίσθησις του ζώντος Θεού Εκ της πίστεως γεννάται ο φόβος της κρίσεως του Θεού· εκ του φόβου η μετάνοια· εκ της μετανοίας η προσευχή, η εξομολόγησις, το πένθος Η μετάνοια, η προσευχή και τα δάκρυα, όταν πληθύνουν και βαθύνουν, οδηγούν κατ’ αρχάς εις μερικήν τινα απελευθέρωσιν από των παθών, οπόθεν γεννάται η ελπίς Η ελπίς πληθύνει τους ασκητικούς κόπους, τας προσευχάς και τα δάκρυα· λεπτύνει και βαθύνει το αίσθημα της αμαρτίας, εκ τούτου δε αυξάνει ο φόβος μεταβαλλόμενος εις την βαθυτάτην εκείνην μετάνοιαν, ήτις προσελκύει την ευσπλαγχνίαν του Θεού, και
η ψυχή αξιούται της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, της πλήρους φωτός Θείας
αγάπης
Και η πίστις είναι αγάπη, αλλ’ αμυδρά Και η ελπίς είναι αγάπη, αλλ’ ατελής Οσάκις η ψυχή αναβαίνει εκ κατωτέρου βαθμού αγάπης εις ανώτερον, απαραιτήτως  διέρχεται δια του φόβου Η αγάπη, δια της εμφανίσεως αυτής, διώκει τον φόβον, αλλ’ ούτος διωχθείς δια της μικράς αγάπης γεννάται εκ νέου κατά την διάβασιν της ψυχής προς μεγαλυτέραν αγάπην, ίνα υπερνικηθή και πάλιν δια της αγάπης Και μόνον η τελεία αγάπη, κατά την μαρτυρίαν του Μεγάλου της αγάπης Αποστόλου, εντελώς έξω βάλλει τον φόβον, αλλά τον φόβον εκείνον, όστις «κόλασιν έχει»
Υπάρχει όμως και άλλος τις φόβος Θεού, πλήρης χαράς και πνοής αγίας αιωνιότητος Περί του φόβου τούτου, όστις δεν πρέπει να εγκαταλείπη τον άνθρωπον εν όσω ευρίσκεται επί της γης, ο Γέρων λέγει τα εξής:
«Ενώπιον του Θεού πρέπει να ζης εν φόβω και αγάπη Εν φόβω, διότι Εκείνος είναι ο Κύριος· εν φόβω, ίνα μη θλίψης τον Κύριον δια κακού λογισμού· εν αγάπη δε, διότι ο Κύριος είναι αγάπη»
Η νοερά ησυχία του ορθοδόξου μοναχού γεννάται οργανικώς εκ της βαθείας μετανοίας και εκζητήσεως της τηρήσεως των εντολών του Χριστού Ουδόλως είναι τεχνητή τις εφαρμογή εν τη πνευματική ζωή της αρεοπαγιτικής θεολογίας Αι θεολογικαί θέσεις των «αρεοπαγιτικών» δεν αντιφάσκουν προς τα αποτελέσματα της ησυχίας, και υπ’ αυτήν την έννοιαν συνορεύουν και συμπίπτουν μετ’ αυτής· αλλά θεωρούμεν αναγκαίον να υπογραμμίσωμεν ως τα μάλα ουσιώδες σημείον ότι βάσις και αφετηρία της ησυχίας δεν είναι η αφηρημένη φιλοσοφία της αποφατικής θεολογίας, αλλ’ η μετάνοια και ο αγών κατά του ενεργούντος εν ημίν «νόμου της αμαρτίας» (Ρωμ ζ’ ) Και εις αυτήν ακριβώς την οδόν επεκτεινόμενοι προκειμένου να καταστήσωμεν τας εντολάς του Χριστού μοναδικόν και καθολικόν νόμον της προσκαίρου και της αιωνίου ημών υπάρξεως, πνεύματι απτόμεθα του ακαταλήπτου της Θεότητος Εν αυτή ακριβώς τη οδώ απεκδύεται το πνεύμα του ανθρώπου πάσας τας εικόνας του κόσμου  και ενδιαιτάται υπέρ τον κόσμον
Το τελευταίον τούτο τελείται εν τω ανθρώπω, όταν ούτος συνειδητοποιήση εαυτόν «χείρονα πάσης κτίσεως»


ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΓΝΟΦΟΥ

Το Θείον Όν, απολύτως ενεργοποιούμενον, αποκλείει την εν Αυτώ παρουσίαν μη ενεργοποιημένων δυνάμεων, και ως τοιούτον δύναται να ορισθή ως Καθαρά Ενέργεια (actus purus)
Το Θείον Όν, ως Αυτο‐Όν, ουδεμίαν έχον αιτίαν εκτός Εαυτού, παντέλειον
εξ αρχής, είναι δια το κτιστόν όν δεδομένον (datum), και ως τοιούτον δύναται να καθορισθή ως Καθαρόν Γεγονός (factus purus)
Καίτοι ενταύθα γίνεται χρήσις όρων χρησιμοποιηθέντων υπό του Θωμά του Ακινάτου, ο αναγνώστης δύναται πάραυτα να διακρίνη ότι η σειρά της σκέψεως  και αι αντιλήψεις ημών διαφέρουν εκείνων, αίτινες απαντούς εις την Θωμιστικήν θεολογίαν
Ως Ενέργεια μεν το Θείον Όν είναι κοινωνητόν εις το κατ’ εικόνα λογικόν
κτίσμα, και τούτο εν πάση τη πληρότητι και απειρία Αυτού· ως Γεγονός δε είναι απολύτως υπερβατικόν και ακοινώνητον Μυστήριον, δια παντός παραμένον ανέφικτον και ακατανόητον εις το κτιστόν όν
Ότι  η  Ενέργεια  του  Θείου  Όντος  είναι  κοινωνητή  εις  την  ανθρωπίνην φύσιν εν όλω αυτής τω πληρώματι, εδείχθη υπό του «ανθρώπου Χριστού Ιησού» (Α’ Τιμ β’ ) Όστις είναι το μέτρον παντός πράγματος θείου τε και ανθρωπίνου και η υστάτη βάσις δια πάσαν κρίσιν Ο Απόστολος Φίλιππος είπεν εις τον Χριστόν «δείξον ημίν τον Πατέρα», και έλαβε την απάντησιν: «Ο εωρακώς Εμέ εώρακε τον Πατέρα» (Ιωάν ιδ’ ‐) Αλλά θα ηδύνατο επίσης να λεχθή: Ο εωρακώς τον Χριστόν εώρακεν εαυτόν, ως ώφειλε να είναι κατά την βουλήν του Πατρός «προ καταβολής κόσμου» (Εφεσ α’ )
  Εις τον Χριστόν, εν τη ανθρωπίνη Αυτού φύσει, «κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς» (Κολ β’ ) Ο Χριστός μετά την Ανάληψιν Αυτού εκάθισεν εκ δεξιών του Πατρός εν τω θρόνω Αυτού (βλ Αποκ γ’ ) Ούτω πας  άνθρωπος  εκλήθη  εις  το  αυτό  «μέτρον  ηλικίας  του  πληρώματος  του Χριστού» (Εφεσ δ’  και γ’ ) Εάν τούτο ήτο αδύνατον, ο Χριστός δεν θα έδιδεν εις ημάς την εντολήν «έσεσθε ούν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστιν» (Ματθ ε’ )
Εις  τους  Αγίους,  πλήρως  θεωθέντας  δια  της  δωρεάς  της  χάριτος  και
«εισελθόντας εις το εσώτερον του καταπετάσματος» (Εβρ στ’ ), μεταδίδονται
τα προσόντα της Θεότητος, εισέτι μέχρι ταυτότητος (βλ Κορ ιε’ ), ταυτότητος όμως μόνον κατά την Ενέργειαν και ουδαμώς κατά την Ουσίαν Η Ουσία του Θεού, μάλλον η Υπερουσιότης Αυτού, αιωνίως μένει εσαεί απολύτως αμέθεκτος και ακατάληπτος
Το Θείον Όν είναι, ως είπομεν, Καθαρά Ενέργεια, και ο άνθρωπος, δημιουργηθείς εν αρχή ως καθαρά δυναμικότης, όταν πλήρως ενεργοποιηθή (actualisé) και τελειωθή, τότε και αυτός καθίσταται καθαρά ενέργεια
Η Θεία Γραφή λέγει: «εν τω φωτί Σου οψόμεθα Φως» Τούτο δε, διότι η θεωρία του Ακτίστου Θείου Φωτός είναι αδύνατος, εκτός εάν ευρίσκηταί τις εν καταστάσει φωτισμού δια της χάριτος, καταστάσει δυνάμει της οποίας η πράξις της θεωρίας καθ’ εαυτήν είναι προ παντός άλλου κοινωνία μετά του Ζώντος Θεού,  μετοχή  της  Θείας  Ζωής  Όταν  όμως  ο  νους,  ευρισκόμενος  εν  τη  Θεία θεωρία, επεκτείνηται να γνωρίση και εν τη Ουσία Αυτού τον Θεόν, τότε συναντά το απολύτως αδιείσδυτον μυστήριον του Καθαρού Γεγονότος, και τούτο αποτελεί τον λεγόμενον «Θείον γνόφον»
Το άφθαστον, το απολύτως υπερβατικόν της ουσίας του Θείου Είναι, εκφράζει ο Απόστολος Παύλος ούτως:  «Ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων … φως οικών απρόσιτον, Όν είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται» (Α’ Τιμ στ’ ‐) Και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος λέγει:
«Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ών εις τον κόλπον του Πατρός,
Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωάν α’ )
Οι  Πατέρες  της  Εκκλησίας,  ως  «Διονύσιος  ο  Αρεοπαγίτης»,  Μάξιμος  ο
Ομολογητής και Ανδρέας ο Κρήτης, ονομάζουν αυτόν τον γνόφον «υπέρφωτον»,
δεικνύοντες την υπεροχήν αυτού, ουχί όμως εν σχέσει προς την θεωρίαν του
Ακτίστου Φωτός, αλλ’ εν σχέσει προς το φως της φυσικής γνώσεως
Ο Μονογενής Υιός, παρά την υποστατικήν Αυτού Επιφάνειαν, ανέλαβε την ανθρωπίνην φύσιν άνευ συγχύσεως κατ’ ουσίαν, και παραμένει αιωνίως εν δυσί φύσεσι και εν δυσίν ενεργείαις ασυγχύτως, ατρέπτως και αναλλοιώτος, και
«εξηγήσατο» τον Θεόν, Όστις είναι Αγάπη και Φως, εν τω Οποίω ουδεμία σκοτία υπάρχει, τουτέστι κατά την Ενέργειαν, ουχί δε κατά την Ουσίαν Αυτού


ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΝΟΦΟΥ ΤΗΣ ΑΠΕΚΔΥΣΕΩΣ

Κατά  την  τέλεσιν  της  «επιστημονικής»  νοεράς  προσευχής  η  ψυχή  του
ασκητού εισέρχεται εις τινα ιδιαιτέρου χαρακτήρος γνόφον Ο γνόφος ούτος ενδέχεται να φανή αντιφατικός και παράδοξος, ως και η πλειονότης των άλλων θέσεων της χριστιανικής πνευματικής πείρας Η αντίφασις αύτη προκαλείται αφ’ ενός μεν εκ της φύσεως της εμπειρίας αυτής, αφ’ ετέρου δε εκ του τρόπου της προσεγγίσεως του θέματος ή εκ της επόψεως εκ της οποίας εξετάζεται και καθορίζεται το πνευματικόν γεγονός
Εις τον περί ου ο λόγος «γνόφον» βυθίζεται εσωτερικώς η ψυχή του ασκητού, όταν ούτος εθελουσίως μέσω ειδικών μεθόδων απεκδύηται πάσαν παράστασιν και  φαντασίαν των ορατών πραγμάτων και των λοιπών συλλογισμών και εννοιών, όταν υπ’ αυτού «καθηλούνται» ο νους και η φαντασία Δια τούτο δυνατόν να κληθή «γνόφος απεκδύσεως» Την προσευχήν δε αυτήν καλούν   συνήθως   «επιστημονικήν»,   διότι   τελείται   κατά   ειδικήν   επί   τούτω μέθοδον
Εάν  ζητήσωμεν  ορισμόν  της  πνευματικής  «θέσεως»  του  γνόφου αυτού, δυνάμεθα να είπωμεν ότι ίσταται εις τα όρια της θεωρίας του ακτίστου Φωτός Όταν όμως η εργασία της νοεράς προσευχής τελήται άνευ της βαθείας μετανοίας και   της   προς   τον   Θεόν   ευκτικής   εφέσεως,   τότε   η   γυμνή   εξ   όλων   των παραστάσεων ψυχή δύναται να διαμείνη επί απροσδιόριστον χρονικόν διάστημα εν τω γνόφω τούτω, μη βλέπουσα τον Θεόν, διότι εν τω γνόφω τούτω ο Θεός καθ’ εαυτόν δεν εμφανίζεται
Διαμένων εν τω γνόφω της απεκδύσεως από παντός ορατού και νοητού ο νους  λαμβάνει  πείραν  ιδιομόρφου τερπνότητος  και  αναπαύσεως,  εάν  δε  τότε στραφή πως εφ’ εαυτόν, δύναται να αισθανθή ομοίωσίν τινα φωτός· τούτο όμως δεν είναι το άκτιστον Φως της Θεότητος, αλλά φυσικόν ιδίωμα του νοός, κτισθέντος κατ’ εικόνα του Πρώτου Νοός, τουτέστι του Θεού
Ως  έξοδος  πέραν  των  ορίων  του  χρόνου,  η  θεωρία  αύτη  δυνατόν  να οδηγήση τον νουν εις διαίσθησιν της αχρόνου διαστάσεως και να καταστήση τον άνθρωπον κάτοχον νέας γνώσεως, εν τούτοις αφηρημένης εισέτι Ουαί δε εις εκείνον, όστις εκλαμβάνει την σοφίαν ταύτην ως γνώσιν του αληθινού Θεού και την θεωρίαν ταύτην ως μετοχήν εις την θείαν ύπαρξιν Ουαί, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει ο γνόφος της απεκδύσεως, ιστάμενος επί των ορίων της αληθούς θεοπτίας, αποβαίνει αδιαπέραστον κάλυμμα της Θεότητος και ισχυρόν μεσότοιχον χωρίζον εκ του Θεού πλείον ή τα βάναυσα και υλώδη πάθη, ή ο σκοτισμός  των  φανερών  δαιμονικών  υποβολών,  ή  η  συσκότισις     εκ  της
απωλείας  της  χάριτος  ή  της  εγκαταλείψεως  υπό  του  Θεού  Ουαί,  διότι  θα
επρόκειτο περί απάτης, «πλάνης» Εν τω γνόφω της απεκδύσεως δεν είναι εισέτι ο Θεός Ο Θεός εμφανίζεται εν τω φωτί και ως Φως, και εισάγει τον άνθρωπον εις το άδυτον Φως της Θείας υπάρξεως
Η ενέργεια του Θείου Φωτός εν τω αμαρτωλώ ανθρώπω καταφλέγει τα πάθη, και δια τούτο εις ωρισμένας περιόδους δυνατόν να γίνη αισθητόν ως πυρ φλέγον Την καύσιν εν τούτω τω πυρί διέρχεται απαραιτήτως πας χριστιανός ασκητής ποθών «ευσεβώς ζην»
Όταν την δια του λογικού γνώσιν και την αντανακλαστικήν ημών συνείδησιν καλώμεν φως, τότε εκ της απόψεως αυτής υπάρχει δυνατότης να ομιλώμεν περί «υπερφώτου γνόφου Θεοπτίας», διότι πρόκειται περί ανεξηγήτου εις λογικάς εννοίας καταστάσεως, διότι δια τον νουν ημών η υπερουσιότης του Θεού μένει άγνωστος, απερινόητος, ακατάληπτος, απρόσιτος, εντελώς αμέτοχος Ώστε ο πατερικός όρος «γνόφος Θεοπτίας» έχει συμβατικόν χαρακτήρα
Ο γνόφος της ασκητικής απεκδύσεως δεν είναι απαραίτητος προς εμφάνισιν του ακτίστου Φωτός Ο Θεός δύναται να εμφανισθή εις πάσαν οδόν, εις πάντα άνθρωπον, προσέτι και εις τους διώκτας Αυτού Ναι μεν δια της εμφανείας αυτού αρπάζει τον άνθρωπον εκ του κόσμου τούτου και υπ’ αυτήν την έννοιαν ωσαύτως έπεται η γύμνωσις ή η απέκδυσις των αισθητών εικόνων και των λογικώ εννοιών, αλλ’ όμως υπό άλλην τάξιν και άλλην ακολουθίαν Και εκείνος, εις τον οποίον ηυδόκησεν ο Θεός να φανερώση το Φως Αυτού, δεν θα αποπλανηθή πλέον εκ του φυσικού φωτός του νοός αυτού Ούτω το σφάλμα, περί ού είπομεν ανωτέρω, είναι δυνατόν μόνον εν ή περιπτώσει ο άνθρωπος, πριν ή  περιλάμψη  αυτόν  το  άκτιστον  Φως,  φθάσει  μέσω  ασκήσεων    εις  τον γνόφον της απεκδύσεως και εμπιστεύεται εις εαυτόν μη ακολουθών την χειραγωγίαν των Πατέρων
Μετά   την   έκλειψιν   του   επιφανέντος  φωτός  η   ψυχή   του   ανθρώπου
νοσταλγεί και διψαλέως ζητεί αυτό πάλιν δι’ όλων των τρόπων, εξ ών και ο της επιστημονικής νοεράς προσευχής Η καταφυσή εις την ασκητικήν αυτήν τέχνην, ως   έδειξεν   αιωνόβιος   πείρα,   είναι   πάντη   νόμιμος,   αλλά   δεν   πρέπει   να υπερτιμάται η σπουδαιότης αυτής, καθώς και αντιστρόφως, δεν πρέπει να απορρίπτηται, όπως απορρίπτουν αυτήν ένιοι ασύνετοι Η μέθοδος αύτη είναι προαιρετική δια την σωτηρίαν, και απλώς βοηθεί εις εκείνας τας περιπτώσεις, κατά τας οποίας ελαττούται η ευκόλως ενούσα τον νουν μετά της καρδίας ενέργεια της χάριτος Τότε η ένωσις αύτη του νοός μετά της καρδίας ζητείται δια της προσπαθείας του ιδίου του ανθρώπου
Κανονικώς η επιστημονική προσευχή οφείλει να συμβαδίζη μετά θετικού περιεχομένου, ήτοι να εκπορεύηται εκ του αισθήματος μετανοίας και προσηλώσεως προς  τον Θεόν Εάν ταύτα ελλείπουν, μένει μόνον  η  αρνητική ασκητική ενέργεια, ήτις όμως, ένεκα του αρνητικού χαρακτήρος αυτής, δεν δύναται να θεωρηθή σκοπός, αλλ’ απλώς μέσον εν τη καταστάσει εν ή ζώμεν, καταστάσει πτώσεως, ήτοι όταν η ενεργούσα εν ημίν αμαρτία γίνηται σχεδόν νόμος της επιγείου ημών υπάρξεως
Επαναλαμβάνομεν  εκ  νέου  ότι  η  ορθόδοξος  ησυχία  δεν  είναι  τεχνητή
εφαρμογή εν τη ζωή του «αρεοπαγιτικού αποφατισμού» Ουχί Πηγάζει εκ της βαθείας μετανοίας· θεμέλιον αυτής δε κείται, κατά τον λόγον του Γέροντος Σιλουανού, η εντολή του Χριστού: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου» (Λουκ ι’ ) Ο αποφατισμός της ασκητικής απεκδύσεως εμφανίζεται ως αναζήτησις του ζώντος Θεού, «τον Οποίον γνωρίζει η ψυχή» Αναζήτησις  της ελευθερίας του νοός εξ όλων των εικόνων του κόσμου, ίνα παραστή ενώπιον του Θεού εν τω πληρώματι της αγάπης, πρόσωπον προς Πρόσωπον, καθαρώ νοΐ εν καθαρά καρδιακή προσευχή Είναι προ παντός προσευχή, και ουχί λογική ανάλυσις ή φιλοσοφική άνοδος
Ηγάπα ο Γέρων την άσκησιν της ησυχίας και συνεχώς κατέφευγεν εις αυτήν Ήτο εύκολος εις αυτόν, επειδή η καρδιακή προσευχή αυτού δεν διεκόπη, αφ’ ότου εδέχθη αυτήν ως δώρον της Παναγίας Θεοτόκου
Προς εφαρμογήν της «επιστημονικής» νοεράς προσευχής ευνοϊκαί εξωτερικαί συνθήκαι είναι η πλήρης κατά το δυνατόν ανάπαυσις από παντός ερεθισμού των αισθήσεων, και προ παντός το σκότος και η σιωπή Ο Γέρων, όπως γενικώς όλοι οι ησυχασταί, υπεχρεούτο να ζητή αυτάς τας εξωτερικάς διευκολύνσεις Ενταύθα θα αναφέρωμεν γνωστάς τινας εις ημάς επουσιώδεις λεπτομερείας της ζωής αυτού Ότε ήτο σχετικώς νεαρός, χάριν της ησυχίας επέτυχε, κατόπιν παρακλήσεως, να στείλη αυτόν ο Ηγούμενος εις το Παλαιόν Ρωσικόν, ένθα έκτισε μικράν τινα απομεμονωμένην «καλύβην», ουχί μακράν του κυρίου κτιρίου Εκεί εδέχθη και τον Πατέρα Στρατόνικον Ολίγον πάντως έζησεν εν τω Παλαιώ Ρωσικώ, επειδή μετεκάλεσαν αυτόν εις την Μονήν και κατέστησαν αυτόν οικονόμον Τότε εκλείετο εις το κελλίον αυτού και έκρυπτε το ωρολόγιον εις  το  βάθος  του  ερμαρίου,  ίνα  μη  ακούη  τους  κτύπους  αυτού,  ενίοτε  δε κατεβίβαζε τον χονδρόν μάλλινον σκούφον αυτού, ώστε να καλύπτωνται οι οφθαλμοί και τα ώτα Ότε διηύθυνε το κατάστημα επισιτισμού, όπερ ευρίσκετο έξω  των  τειχών  της  Μονής,  εύρεν  εκεί  πρόσφορον δια  την  ησυχίαν  γωνίαν, διερρύθμισεν αυτήν καταλλήλως και διήρχετο εκεί τας νύκτας, μεταβαίνων εις τον ναόν δια τον όρθρον, προ της ενάρξεως του οποίου ηνοίγοντο αι πύλαι της  Μονής Εις το κατάστημα λόγω του ψύχους επεδεινώθη η κατάστασις της υγείας αυτού και υπέφερε πολύ εκ των ρευματισμών Τα τελευταία έτη της ζωής αυτού η ασθένεια ηνάγκαζεν αυτόν να μένη τον χειμώνα εντός της Μονής, εν τω κελλίω αυτού, όπερ εθέρμαινε καλώς Το τελευταίον αυτού κελλίον ήτο εις τον αυτόν όροφον, εις τον οποίον ευρίσκετο και το Ηγουμενείον Την νύκτα συνήθως μετέβαινεν εις έτερον μικρόν κελλίον, το οποίον εχρησιμοποίει ως ξυλαποθήκην Τούτο ευρίσκετο εν τω ιδίω ορόφω πλησίον άλλων κελλίων, άτινα λόγω της μειώσεως του αριθμού των αδελφών μετετράπησαν εις ξυλαποθήκας· ήτο εις τον μετά λίαν χονδρών τοίχων απόκεντρον και βαθύν αδιέξοδον διάδρομον Εν τη
«ειρκτή» ταύτη εύρισκε μεγαλυτέραν απομόνωσιν, πλήρη σιγήν και σκότος
Δια τον εξωτερικώς παρατηρούντα τα πράγματα ο Γέρων μέχρι του τέλους των ημερών αυτού έμεινεν ο  «συνήθης» άνθρωπος Έζη, ως ζουν εν γένει οι καλοί μοναχοί Εξεπλήρου το διακόνημα αυτού, εφύλαττεν εγκράτειαν εν πάσιν,
ετήρει τα μοναχικά τυπικά και τας διατάξεις, μετελάμβανε δις της εβδομάδος,
κατά δε τον καιρόν των νηστειών τρις Η εργασία αυτού εν τω καταστήματι ήτο απλή και δια τας δυνάμεις αυτού εύκολος Απησχόλει αυτόν σχετικώς ολίγον χρόνον, καίτοι απήτει την εις το κατάστημα παρουσίαν αυτού όλην την ημέραν Έμεινε μέχρι τέλους ήρεμος και ευπροσήγορος Ουδεμία εμπαθής παραμόρφωσις υπήρχεν εν όλη τη εσωτερική και εξωτερική μορφή αυτού Ως αληθώς έμπειρος ασκητής, εγνώριζε να μη εκδηλούται εξωτερικώς, παριστάμενος ενώπιον του Πατρός, κατά την εντολήν του Κυρίου εν τω κρυπτώ Έμεινε μέχρι τέλους μεμακρυσμένος από των κοσμικών ενδιαφερόντων, αδιάφορος δια τα πράγματα του κόσμου τούτου, φέρων όμως αδιαλείπτως εις τα βάθη της καρδίας αυτού το πυρ της αγάπης του Χριστού


Θ’ – ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΞ ΑΥΤΗΣ ΓΕΝΝΩΜΕΝΗΣ
ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ


Εν  ταις  γραφαίς  του  μακαρίου  Γέροντος  συνεχώς  επαναλαμβάνεται  η λέξις «χάρις» Προς καλυτέραν κατανόησιν της θεολογικής σημασίας της λέξεως αυτής   εξηγούμεν   κατωτέρω   πώς   αντιλαμβάνεται   την   χάριν   ο   ορθόδοξος μοναχός
Χάρις, θεολογικώς, σημαίνει αγαθήν δωρεάν του Θεού, ή χάρισμα της Θείας αγαθότητος Τουτέστι πρόκειται περί της ακτίστου υπερκοσμίου ενεργείας του Θεού, ήτις ως τοιαύτη είναι «Θεότης»
Ο άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα του Θεού‐Δημιουργού Η κτιστή αύτη εικών του Θεού δεν δύναται να γίνη κοινωνός της Θείας ουσίας της απολύτως αμεθέκτου, είναι όμως επιδεκτική μετοχής της ακτίστου Θεότητος δια της κοινωνίας της χάριτος Καίτοι ο άνθρωπος δεν μετέχει της Θείας ουσίας, όμως δια της χάριτος καθίσταται κοινωνός Θείας ζωής
Η χάρις‐Θεότης αγιάζει τον άνθρωπον, θεοί αυτόν, τουτέστι ποιεί αυτόν θεόν
Όταν η Θεότης ευδοκήση να συνενωθή μετά του ανθρωπίνου είναι, τότε ο
άνθρωπος αισθάνεται εν εαυτώ την παρουσίαν της Θείας δυνάμεως, της μεταμορφούσης αυτόν, ποιούσης αυτόν θεοειδή, ουχί μόνον δυνάμει, «κατ’ εικόνα», αλλά και ενεργεία, «καθ’ ομοίωσιν»
 Η εντολή του Χριστού δεν είναι, ως ήδη είπομεν, ηθικός κανών, αλλ’ αυτή καθ’ εαυτήν η προβολή της αιωνίου θείας ζωής εν τω κόσμω τούτω Ο γηγενής δεν έχει αυτήν την ζωήν εν τω κτιστώ είναι αυτού, και δια τούτο δεν δύναται να ζη κατά τας εντολάς του Θεού δια των φυσικών αυτού δυνάμεων Χαρακτηριστικόν όμως είναι δι’ αυτόν να επεκτείνηται προς το Αγαθόν, προς την αιωνιότητα,   προς   τον   Θεόν  Αλλ’   αι   επιδιώξεις   αύται   του   ανθρώπου   θα παρέμενον απραγματοποίητοι, εάν δεν συνήργει η Θεία χάρις, ήτις καθ’ εαυτήν είναι και το ζητούμενον
Εκ της πείρας ο χριστιανός πείθεται ότι η χάρις, κατά την ενέργειαν και ιδιότητα αυτής, δύναται να είναι μόνον θείας προελεύσεως Δια της πείρας, περαιτέρω, βεβαιούται ότι ουχί μόνον ο άνθρωπος ζητεί τον Θεόν, αλλά και ο Ίδιος ο Θεός ζητεί τον άνθρωπον, και δη εις βαθμόν ασυγκρίτως μεγαλύτερον Ο Θεός ζητεί τον άνθρωπον δια παντός, και δια τούτο, ευθύς ως ο άνθρωπος εκδηλώση την έφεσιν αυτού προς το αγαθόν και την επιθυμίαν προς πραγματοποίησιν  αυτού,  η  χάρις  «προλαμβάνει»  αυτόν  Η  επενέργεια  της χάριτος όμως δεν υπόκειται εις την προαίρεσιν του ανθρώπου Η χάρις έρχεται και αφαιρείται μόνον κατά την θέλησιν του απαραβιάστου, απολύτως ελευθέρου Θεού Ό,τι και αν ποιήση ο άνθρωπος, εάν δεν ευδοκήση ο Θεός, θα παραμείνη ούτος εκτός της αληθούς ζωής, εκτός του θείου Φωτός, εν «εξωτέρω» σκότει
Γνωρίσας τούτο δια πείρας ο ορθόδοξος μοναχός θέτει όλον το νόημα της
ζωής αυτού εις την απόκτησιν της χάριτος του Αγίου Πνεύματος
Το πρόβλημα της αποκτήσεως της χάριτος υπήρξε κεντρικόν και εν τη ζωή
του  Γέροντος  Σιλουανού,  εκφραζόμενον  εις  την  αδιάκοπον  έφεσιν  αυτού  δι’ αυτήν,  εις  τας  συνεχείς  ομιλίας  αυτού  περί  του  τρόπου  αποκτήσεως  και  του λόγου της άρσεως αυτής αφ’ ημών
 Επί τη βάσει των δεδομένων της ιστορίας της Εκκλησίας και της επικοινωνίας ημών μετά πολλών ασκητών κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι η πείρα  της  χάριτος,  εις  όσους  ηξιώθησαν  μεγάλων  επισκέψεων  και  οράσεων, μόνον μετά παρέλευσιν πολλών χρόνων ασκήσεως αφομοιούται βαθύτερον και λαμβάνει  μορφήν  πνευματικής  γνώσεως  Αυτήν  ακριβώς  την  γνώσιν προτιμώμεν να ορίσωμεν ως «δογματικήν συνείδησιν»
Η ιστορική πείρα της Εκκλησίας, εις την οποίαν ημείς περικλείομεν τους Αγίου Αποστόλους και τους μεγάλους παλαιούς και νέους Πατέρας, παρέχει την δυνατότητα να καθορίσωμεν ως απαραίτητον προς αφομοίωσιν της χάριτος το διάστημα δεκαπέντε ετών και πλέον Ούτως, η πρώτη επιστολή του Αποστόλου Παύλου (προς Θεσσαλονικείς) εγράφη δεκαπέντε περίπου έτη μετά την εις αυτόν εμφάνισιν του Κυρίου καθ’ οδόν προς την Δαμασκόν Εις πολλούς παρατείνεται μέχρις είκοσι, είκοσι πέντε, τριάκοντα και έτι πλείονας χρόνους Οι Ευαγγελισταί και οι άλλοι Απόστολοι έγραψαν τας μαρτυρίας και επιστολάς αυτών μετά παρέλευσιν πολλών ετών από της Αναλήψεως του Κυρίου Οι Άγιοι Πατέρες επληροφόρησαν ημάς περί των οράσεων και των βιωμάτων αυτών, ως επί το πλείστον, κατά το τέλος της ασκητικής αυτών οδού Εις την ζωήν του Γέροντος Σιλουανού βλέπομεν ότι παρήλθον τριάκοντα και πλέον έτη, πριν ή εκμυστηρευθή  την  πείραν  αυτού  εγγράφως  μεθ’  ωρίμου  δογματικής συνειδήσεως Τοσούτον μακρά είναι η πορεία της αφομοιώσεως της χάριτος
Η δογματική εκείνη συνείδησις, την οποίαν έχομεν υπ’ όψιν, είναι καταστάλαγμα μακροχρονίου πείρας της χάριτος, ουχί δε διανοητικής εργασίας Η   έκφρασις   της   πείρας   εις   τον   λόγον   των   Αγίων   δεν   έχει   χαρακτήρα σχολαστικών πονημάτων, αλλ’ είναι αυτοαποκάλυψις της ψυχής Ο λόγος περί Θεού και της εν Αυτώ ζωής προχωρεί άνευ επιπόνων στοχασμών, απλώς, ως εκ περισσού,  γεννάται εν τη ψυχή
Η ασκητική δογματική συνείδησις δεν είναι λογική ανάλυσις πνευματικών βιωμάτων, πράγμα εν γένει ψυχολογικώς φυσικόν Διότι η λογική αυτοεξέτασις κατά την ώραν της θείας επισκέψεως ουχί μόνον υποστέλλει την έντασιν της θεωρίας του Φωτός, αλλ’ οδηγεί και εις την κατάπαυσιν της ενεργουμένης θεωρίας Τότε η απογεγυμνωμένη εκ της χάριτος ψυχή βυθίζεται εις κενόν, και δεν απομένει εν αυτή ει μη απλώς αφηρημένη τις γνώσις, εστερημένη δυνάμεως ζωής
Τί το όφελος να πραγματεύησαι περί της φύσεως της χάριτος, μη έχων εν
σοι την ενέργειαν αυτής; Τί το όφελος να καλλιλογής περί Θαβωρίου Φωτός, μη διαμένων εν αυτώ υπαρξιακώς; Οποίαν έννοιαν δύναται να έχη η αφηρημένη περί Τριάδος θεολογία, όταν δεν αισθάνησαι την αγίαν δύναμιν του Πατρός, την πραείαν αγάπην του Υιού, το άκτιστον Φως του Αγίου Πνεύματος;
Η δογματική συνείδησις, εννοουμένη ως πνευματική γνώσις, ως και πάσα άλλη εκδήλωσις γνησίας εν τω Θεώ ζωής, είναι δυνατή μόνον δια της ενοικήσεως
του Θεού εν ημίν Η γνώσις αύτη παραμένει κατά το πλείστον ενδόμυχος, άνευ
εξωτερικεύσεως δια προφορικού ή γραπτού λόγου Όταν εκχέηται επί του ανθρώπου η ευδοκία του Θεού, τότε απουσιάζει εκ της ψυχής πάσα τάσις προς έκφρασιν της πείρας εις λογικάς εννοίας και ερμηνείας Η ψυχή γνωρίζει αληθώς δι’ αναποδείκτου, αλλά και μη εχούσης χρείαν αποδείξεων, γνώσεως ότι ζη εν τω αληθινώ Θεώ Και εάν υπάρχη εισέτι δύναμις τις εν αυτή, τότε ορέγεται μείζονος πληρώματος· εάν δε πάλιν η ενέργεια του Θεού υπερβαίνη τας δυνάμεις αυτής, τότε αναπαύεται εν μακαρία εξαντλήσει
Είναι αδύνατον να εκφρασθή αρτίως δια λόγων η πνευματική εμπειρία Ο ανθρώπινος λόγος δεν δύναται να περιβάλη ισοδυνάμως την ζωήν του πνεύματος Το εν τη τάξει της λογικής σκέψεως απερίγραπτον και ακατάληπτον  κατανοείται υπαρξιακώς Ο Θεός γνωρίζεται δια της πίστεως και της ζώσης μετ’ Αυτού κοινωνίας, όταν δε εισέρχηται ο ανθρώπινος λόγος δια της ιδιαζούσης εις αυτόν σχετικότητος και ρευστότητος, τότε διανοίγεται πεδίον προς ατελευτήτους απορίας και αντιφάσεις
Δυνατόν να λεχθή μετά βεβαιότητος ότι ουδείς των Αγίων θα επεδίωκε
την δια λόγων έκφρασιν βιωθείσης άνωθεν δωρεάς· μάλλον θα ετήρουν σιγήν περί του μυστηρίου του μέλλοντος αιώνος, εάν δεν προεβάλλετο ενώπιον αυτών το καθήκον να συμμερισθούν ταύτην μετά του πλησίον, εάν η αγάπη δεν εγέννα την ελπίδα ότι τινές, «έστω και μια ψυχή», ως γράφει ο Γέρων, θα ακούσουν τον λόγον και θα αναλάβουν μετάνοιαν προς σωτηρίαν
Αι βάσεις της δογματικής γνώσεως δίδονται ακεραίως κατά την πρώτην ήδη πείραν της χάριτος, και εάν η άποψις αύτη της μοναδικής και αδιαιρέτου πνευματικής  υπάρξεως  δεν  εμφανίζηται εξ  αρχής  καθαρώς,  τούτο  συμβαίνει ουχί διότι το δώρον του Θεού είναι καθ’ εαυτό ανεπαρκές, αλλά διότι η αφομοίωσις του δώρου τούτου υπό του ανθρώπου συνδέεται μετά μακράς εσωτερικής διαδικασίας
Ο το πρώτον θεωρών το άκτιστον Θείον Φως άνθρωπος, ο το πρώτον εισαγόμενος  εις  τον  κόσμον  της  αιωνίου  υπάρξεως,  ένεκα  του  καινού  της οράσεως και του απαραβλήτου, του ασυμβιβάστου αυτής μεθ’ όλου του περιβάλλοντος ημάς κόσμου των πραγμάτων, απορεί και μένει εν μακαρία εκπλήξει, «σιωπών και μη δυνάμενος λαλήσαι» Εάν δε λαλήση, θα είπη ανάρμοστόν τι Εάν δεν έχη κλήσιν ευαγγελιστού, θα κρύψη βαθέως εν τη καρδία τα ανέκφραστα εις ανθρωπίνην γλώσσαν ρήματα, τα ακουσθέντα υπ’ αυτού
Αλλ’ όσον μέγα και αν είναι το πρώτον δώρον της Θείας χάριτος, εφ’ όσον δεν  έχει  αφομοιωθή, είναι  δυνατόν    ο  άνθρωπος  να  υποστή  ουχί  μόνον κλονισμόν, αλλά και πτώσιν Έξοχον παράδειγμα έχομεν εν τω προσώπω του Αποστόλου Πέτρου Επί του Θαβώρ ευρίσκεται ούτος εν μακαρία απορία Ύστερον, εν τω καιρώ του πάθους του Χριστού, αρνείται Παρελθόντος όμως του χρόνου, εν τη επιστολή αυτού, υπομιμνήσκει την Θαβώριον «εποπτείαν» αυτού ως μαρτυρίαν της αληθείας
Η διάρκεια της αφομοιώσεως της χάριτος δεν είναι εις πάντας η αυτή Η κανονική δε πορεία της αφομοιώσεως ταύτης εν γενικαίς γραμμαίς είναι η εξής: Η πρώτη πείρα Θείας επισκέψεως πλήττει βαθέως τον όλον άνθρωπον και έλκει
αυτόν καθ’ ολοκληρίαν προς την εσωτερικήν ζωήν, την προσευχήν, τον αγώνα
κατά των παθών Είναι περίοδος πλουσία καρδιακών αισθημάτων και γέμει βιωμάτων   τοσούτων   ισχυρών,   ώστε   ο   νους   όλος   προσελκύεται   εις   την συμμετοχήν αυτών Η επομένη περίοδος της άρσεως της χάριτος βυθίζει τον άνθρωπον εις μεγάλην θλίψιν και αμήχανον ζήτησιν των αιτίων της απωλείας και της οδού προς επιστροφήν της δωρεάς του Θεού Μόνον μετά παρέλευσιν πολλών ετών εναλλαγής πνευματικών καταστάσεων, συνοδευομένων συνήθως υπό της αναγνώσεως των Αγίων Γραφών και των έργων των Πατέρων της Εκκλησίας, συνομιλιών μετά πνευματικών οδηγών και άλλων της ευσεβείας εργατών, κατόπιν μακρού πολέμου κατά των παθών, ο άνθρωπος ανακαλύπτει εντός αυτού το φως της γνώσεως των οδών του Πνεύματος, το ελθόν μυστικώς
«άνευ παρατηρήσεως» (Λουκ ιζ’ ) Αύτη είναι η υφ’ ημών κληθείσα δογματική συνείδησις, η βαθεία ζωή του πνεύματος, και ουχί η αφηρημένη γνώσις
Ο Θεός δεν είναι φθονερός Ο Θεός δεν είναι φίλαυτος ούτε φιλόδοξος Αυτός ο Ίδιος ταπεινώς και υπομονητικώς ζητεί έκαστον άνθρωπον εν πάσαις ταις οδοίς  αυτού Δια τούτο έκαστος δύναται κατά τούτο ή εκείνο το μέτρο να γνωρίση τον Θεόν ουχί μόνον εν τη Εκκλησία, αλλά και εκτός Αυτής, αν και η τελεία επίγνωσις του Θεού άνευ του Χριστού, ή και εκτός Χριστού, δεν είναι δυνατή (Ματθ ια’ )
Εκτός του Χριστού ουδεμία πνευματική (μυστική) πείρα δίδει εις τον άνθρωπον την γνώσιν του Θείου Είναι, ως της Μιάς ακαταλήπτου απολύτου Αντικειμενικότητος εν Τρισίν ακαταλήπτοις απολύτοις Υποκειμένοις, τουτέστιν ως Τριάδος ομοουσίου και αχωρίστου Εν Χριστώ δε η αποκάλυψις αύτη, η γνώσις αύτη,  γίνεται  φως  Ζωής  αιωνίου,  εκχεόμενον  εφ’ όλων  των  εκδηλώσεων  της ανθρωπίνης υπάρξεως
Εν ταις γραφαίς του Γέροντος Σιλουανού είναι τελείως φανερόν ότι άνευ ουδεμιάς αντιφάσεως έζη τον Ένα Θεόν εν Τρισί Προσώποις Εις τας προσευχάς αυτού,  τα  ίδια  και  τα  αυτά  ονόματα  –Πατήρ,  Κύριος,  Δεσπότης,  Βασιλεύς, Κτίστης, Σωτήρ και άλλα– αναφέρει, άλλοτε ιδιαιτέρως εις έκαστον Πρόσωπον της Αγίας Τριάδος και άλλοτε εις την ενότητα των Τριών Προσώπων
Κατά την κατηγορηματικήν μαρτυρίαν του Γέροντος η Θεότης του Ιησού Χριστού γνωρίζεται εν Πνεύματι Αγίω Ο γνωρίσας τοιουτοτρόπως την Θεότητα του Χριστού, δια πείρας πνευματικής κατανοεί την εν Αυτώ ασύγχυτον ένωσιν δύο φύσεων και δύο θελημάτων Ωσαύτως, εν Πνεύματι Αγίω, εν πνευματική πείρα γνωρίζονται η άκτιστος φύσις του Θείου Φωτός και τα άλλα δόγματα της πίστεως   ημών   Αλλ’   ενταύθα   είναι   απαραίτητον   να   σημειώσωμεν   ότι   η δογματική αύτη συνείδησις, ήτις έρχεται εκ της πείρας της χάριτος, διακρίνεται ποιοτικώς  της  ομοίας  εξωτερικώς  δογματικής  συνειδήσεως,  ήτις  είναι αποτέλεσμα της «πίστεως εξ ακοής», ή της ακαδημαϊκής μορφώσεως ή της φιλοσοφικής πεποιθήσεως, των αφηρημένων παραστάσεων
 Άλλο να πιστεύης εις τον Θεόν και άλλο να γνωρίζης τον Θεόν» , λέγει ο Γέρων
Αι αφηρημέναι παραστάσεις δυνατόν να αντιστοιχούν προς την αληθινήν ύπαρξιν Αλλά και εν τοιαύτη εισέτι περιπτώσει, ένεκα ελλείψεως θετικής πείρας
της χάριτος, δεν συνιστούν την γνώσιν εκείνην του Θεού, ήτις ως εκ της φύσεως
αυτής είναι η αιώνιος ζωή (Ιωάν ιζ’ ) Είναι πάντως πολύτιμοι, διότι δύνανται να οδηγήσουν τον άνθρωπον εις την ασφαλή οδόν της πνευματικής ζωής
Ο θεολόγος‐διανοούμενος ίσως είπη περί των γραφών του Γέροντος: Δεν
ευρίσκω εν αυταίς πλουσίαν θεολογικήν σκέψιν, ούτε δογματικήν γνώσιν Θα ομιλήση ούτω, διότι η πνευματικότης αυτού ανήκει εις άλλο επίπεδον θρησκευτικής ζωής
Ο θεολόγος‐ορθολογιστής γνωρίζει πλήθος προβλημάτων και ζητεί λύσιν εν ταις οδοίς της εγκεφαλικής διανοήσεως Η πραγματική θρησκευτική πείρα δυνατόν να μη είναι μεγάλη Η πείρα αυτού κυρίως ανήκει εις την σφαίραν του λογικού και ουχί της ζώσης Θεοκοινωνίας Την επιστημονικήν πολυμάθειαν και την  λογικήν  αυτού  πείραν  εκλαμβάνει  ως  πνευματικόν  πλούτον  και  εκτιμά αυτόν τοσούτον, ώστε πάσα άλλη γνώσις και πείρα εν τοις οφθαλμοίς αυτού υποχωρούν εις δευτερεύουσαν θέσιν
Δια τον γνησίως πνευματικόν άνθρωπον, τον ζητούντα την ζώσαν Θεοκοινωνίαν, τον ζώντα Θεόν, οφθαλμοφανής είναι η αφέλεια της στάσεως του ορθολογιστού Απορεί, κατά τινα τρόπον δεν εννοεί, πως δύναται ο γνωστικός άνθρωπος να ικανοποιήται δια των εικασιών και των αφηρημένων οικοδομημάτων αυτού Οι ορθολογισταί, επί παραδείγματι, επί αιώνας μάχονται δια την επίλυσιν του προβλήματος της σχέσεως χάριτος και κτιστής ελευθερίας Ούτοι επιλανθάνονται, θα έλεγε τις, ότι  υπάρχει άλλη οδός προς επίλυσιν των πνευματικών ζητημάτων: η οδός της υπαρξιακής γνώσεως, της αμοιβαίας ενεργείας Θείας χάριτος και ανθρωπίνης ελευθερίας Την οδόν ταύτην επορεύθη ο Γέρων Σιλουανός Αύτη είναι εν γένει η οδός της Εκκλησίας, ήτις είναι ισχυρά και πλουσία ουχί λόγω της επιστημονικής αυτής πολυμαθείας, αλλά προ πάντων δια της πραγματικής κατοχής των δωρεών της χάριτος Η Εκκλησία ζη δια του Αγίου Πνεύματος, αναπνέει δι’ Αυτού και γνωρίζει τίνι τρόπω ενεργεί Εκείνο
Η αμοιβαία ενέργεια της χάριτος και ελευθερίας είναι ατελευτήτως ποικιλόμορφος  Η  ποικιλομορφία  αύτη  είναι  αποτέλεσμα  αφ’  ενός  μεν  του μέτρου ή του βαθμού ή της δυνάμεως της χάριτος, αφ’ ετέρου δε της πνευματικής καταστάσεως εκάστου ανθρώπου κεχωρισμένως Κατά την μαρτυρίαν των Πατέρων της Εκκλησίας και του Γέροντος, όταν ο Κύριος έρχηται εις την ψυχήν του ανθρώπου, όταν το Θείον Φως περιπτύσσηται τον όλον άνθρωπον, όταν όλος ο άνθρωπος μένη εν τω Θεώ, τότε, τρόπον τινα, αίρεται η ελευθερία αυτού· τότε η ελευθερία αυτού εμφανίζεται παραδεδομένη ολοκληρωτικώς εις τον Θεόν και ο άνθρωπος δεν ενεργεί πλέον αφ’ εαυτού, αλλ’ αποδέχεται μόνον το υπό του Θεού δωρούμενον Εν τη καταστάσει αυτή ο άνθρωπος «ουκ ερωτά ουδέν» (Ιωάν ιστ’ ) Άλλαις λέξεσι, τότε απορρίπτεται παν ερώτημα, πας προβληματισμός
Ομιλούντες ούτως, ουδόλως σκεπτόμεθα να απορρίψωμεν το νόμιμον των επιστημονικών ερευνών ή να αρνηθώμεν το φυσικόν των ερωτημάτων της απορούσης ψυχής Ουχί Ημείς ομιλούμεν περί διαφόρων οδών Καθ’ ήν στιγμήν ο είς ικανοποιείται ή απαιτεί απάντησιν επί του λογικού επιπέδου, ο άλλος ζητεί αυτήν κατά την τάξιν της πραγματικής υπάρξεως Ο ορθολογιστής, ίνα ικανοποιήση  τα  διανοητικά  αυτού ενδιαφέροντα,  οικοδομεί     τα  πλέον
πολύπλοκα   θεολογικο‐φιλοσοφικά   συστήματα   Εκτελεί   κολοσσιαίαν   τινα
εργασίαν, αποσκοπών, εάν ουχί να αποδείξη, τουλάχιστον να αναπτύξη διαλεκτικώς την κατάστασιν των πραγμάτων, ως παρουσιάζεται εις αυτόν Συχνάκις αφιεροί προς τούτο πάσας τας δυνάμεις αυτού, πάντα τα χαρίσματα αυτού,  πάσαν  την  ζωήν  αυτού  Κατά  παράδοξον όμως  τρόπον  διαφεύγει του οπτικού αυτού πεδίου το ανυπόστατον τοιαύτης αναζητήσεως
Είναι άρα γε δυνατή η λύσις των ενώπιον ημών ισταμένων προβλημάτων της αιωνίου ζωής εις αυτάς τας οδούς; Είναι η αφηρημένη γνώσις η όντως ζητουμένη ζωή; Πώς δύναται το πνεύμα του ανθρώπου να ικανοποιηθή δια τοιαύτης επιφανειακής λύσεως;
Ο μακάριος Γέρων έτι εκ των νεανικών αυτού χρόνων ησθάνθη την ανάγκην  της  κρείττονος  υπάρξεως  Εζήτει  θερμώς  την  «πνοήν»  εκείνην,  ήτις καθ’ εαυτήν δίδει εις το πνεύμα ημών την αδιαμφισβήτητον πληροφορίαν περί της αιωνίου ζωής, πληροφορίαν ομοίαν προς το αδιαμφισβήτητον της συνειδήσεως ημών περί της επιγείου ημών υπάρξεως
Η ιστορία της ανθρωπίνης σκέψεως και της πνευματικής πείρας γνωρίζει
την σημαντικήν στιγμήν, ότε προεφέρθησαν οι λόγοι εκείνοι: «Cogito, ergo sum»
– «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω» (Καρτέσιος) Άλλος φιλόσοφος της εποχής ημών διαφόρως κατενόησε  την  ζωήν:  «Εγώ  θα  έλεγον:  Αγαπώ,  άρα  υπάρχω,  διότι βαθυτέραν βάσιν προς κατανόησιν της υπάρξεως ημών θεωρώ την αγάπην» Άλλοι είπον: «Τρώγω, περιπατώ, άρα υπάρχω» Τουτέστι πάσα ενέργεια και εκδήλωσις του «εγώ» του ανθρώπου αποτελεί ένδειξιν της υπάρξεως αυτού
Πάσαι αι εκφράσεις αύται φέρουν εν εαυτοίς στοιχειά λογικών συλλογισμών επί του ερωτήματος: Άρα γε υπάρχω; Αλλά και έξω αυτού του στοχασμού, εν τη σφαίρα  της αμέσου αυτοσυνειδησίας, πας άνθρωπος συνειδητοποιεί εαυτόν υπάρχοντα
Ούτω  γνωσταί  είναι  αι  πνευματικαί  καταστάσεις,  κατά  τας  οποίας  ο
άνθρωπος γνωρίζει ασφαλώς δι’ αμέσου γνώσεως ότι δεν αποθνήσκει, ότι είναι μέτοχος ζωής αιωνίου Κατά τας καταστάσεις αυτάς το Πνεύμα το Άγιον, ως έλεγεν ο Γέρων, «μαρτυρεί εν τη ψυχή την σωτηρίαν» Η αναζήτησις δε τοιαύτης λύσεως των εγειρομένων ενώπιον ημών προβλημάτων αληθώς είναι αξία του σοφού ανθρώπου Αυτή ήτο η οδός, την οποίαν επορεύετο ο μακάριος Γέρων, πλούσιος ών ακριβώς δι’ αυτής της πείρας της αθανασίας
Λέγει ο Γέρων:
«Ώ, Πνεύμα Άγιον … Συ απεκάλυψας εις εμέ μυστήριον ακατάληπτον»

«Εκείνο  έδωκεν  εις  εμέ  να  γνωρίσω  τον  Κύριον,  τον  Δημιουργόν  μου,
έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω οπόσον πολύ αγαπά ημάς ο Κύριος … Να εξηγήσω δε τούτο είναι αδύνατον …»
Τοσούτον πτωχός διαλεκτικώς είναι ο Γέρων Θα ήτο όμως σφάλμα να σκεφθή τις ότι τούτο είναι αποτέλεσμα ελλείψεως μορφώσεως Και ο πλέον διανοητικώς πεπροικισμένος άνθρωπος θα μείνη ωσαύτως άλαλος, όταν εγγίση την ύπαρξιν εκείνην, περί ής ομιλεί ο Γέρων Ενταύθα δεν δύναται να υπάρξη
«πλούτος» σκέψεων και θεολογικών θεωριών Ο ανθρώπινος λόγος δεν έχει την
δύναμιν να εκφράση την κατάστασιν εκείνην εις την οποίαν  εκλήθημεν, την
οποίαν δωρείται ο Θεός Προσέτι και ο Ίδιος ο Κύριος απέφυγε να περιγράψη αυτήν λόγω, αλλ’ είπεν: «Όταν δε έλθη Εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν … και εν εκείνη τη ημέρα Εμέ ουκ ερωτήσετε ουδέν» (Ιωάν ιστ’ , )

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
Μετάφρασις εκ του ρωσικού υπό του ιδίου του συγγραφέως και του Ιερομ. Ζαχαρίου
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας1999
Τίτλος πρωτοτύπου:
СТАРЕЦ СИЛУАН, ИЕРОМОН СОФРОНИЙ, Paris 1952.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου