Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2018

π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ Τρίτο Κεφάλαιο: Η βίωση των δογμάτων και η «Δογματική Συνείδηση»



Εκθέσαμε τις απόψεις του π. Σωφρόνιου σχετικά με τη γνώση, κυρίως τη Θεογνωσία και τη χαρισματική γνώση. Επίσης παρουσιάσαμε τις προϋποθέσεις για την είσοδο από το γνόφο στη γνώση του Θεού· η πίστη στο Χριστό και η βίωση της παρουσίας Του στην ζωή μας δια της ασκητικής πράξης. Στο σημείο αυτό θα αναλύσουμε τη λεκτική αποτύπωση της πίστης όπως καταγράφεται στα δόγματα της Εκκλησίας.

Τα δόγματα δεν είναι απλά κάποιο εγχειρίδιο αφηρημένου φιλοσοφείν της Εκκλησίας σχετικά με τον Θεό. Αλλά τα ίδια αποτελούν τη συλλογική έκφραση [179] μιας προσωπικής, υπαρξιακής κοινωνίας στο Είναι με τον Θεό. Τα δόγματα αποτελούν την περιληπτική και αποσαφηνισμένη έκφραση της χαρισματικής γνώσης του Θεού εντός της Εκκλησίας. Είναι αυτό που ονομάζουμε «χαρισματική θεολογία», την οποία θα αναλύσουμε στη συνέχεια. Τα ίδια τα Δόγματα αποτελούν το θεμέλιο και το σημείο εκκίνησης για την προσωπική βίωση της χαρισματικής γνώσης. [180] Μέλημα του Χριστιανού οφείλει να είναι η διάβαση από μια εξωτερική, διανοητική σύλληψη των Δογμάτων σε μια προσωπική, υπαρξιακή και ζωντανή ενσάρκωση τους στην ζωή του. Να γίνει κανείς Χριστόμορφος, ή ακριβέστερα να οδηγηθεί στην κάθαρση, το φωτισμό, και τη θέωση: «Έλαβεν ο Θεός Λόγος ην κατά φύσιν ουκ είχε σάρκα και εγένετο άνθρωπος, όπερ ουκ ην μεταδίδωσι τοις πιστεύουσιν εις αυτόν της αυτού θεότητος, ην ουδείς ουδέπω αγγέλων ή ανθρώπων εκτήσατο, και γίνονται θεοί, όπερ ουκ ήσαν, θέσει και χάριτι»[181].

Παρατηρείται μία κυκλική πορεία στη ζωή ενός πιστού. Άρχεται την αγιοπνευματική του ζωή με βάση το θεμέλιο της χαρισματικής γνώσης, δηλαδή τα δόγματα, που δεν είναι κάτι προσωπικό, και συνεπώς παραμένει εξωτερικευμένο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Στη συνέχεια ανοίγεται σε μία πορεία με την οποία προσπαθεί να αφομοιώσει και να ενσαρκώσει προσωπικά τα δόγματα, δηλαδή δια μέσου της ασκητικής ζωής που του επιτρέπει να αναπλάσει και να μορφώσει την εικόνα του Χριστού εντός του. [182] Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, ο άνθρωπος μετέχει στη χαρισματική γνώση προσωπικά. Ωστόσο αυτό δεν είναι το τέλος της πορείας. Υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία με επίκεντρο τη βίωση των δογμάτων και της προσωπικής εμπειρίας του πιστού της χαρισματικής γνώσης. Εφόσον η διαδικασία αυτή ασκείται επαναληπτικά για κάποιο χρονικό διάστημα, ο πιστός είναι σε θέση να φτάσει σε αυτό που ο π. Σωφρόνιος αποκαλεί «Δογματική Συνείδηση».

Τα παραπάνω αποτελούν βασικά στοιχεία της διδασκαλίας του π. Σωφρονίου που εξηγούν την πορεία από την χαρισματική γνώση στη χαρισματική θεολογία. Αυτή η πορεία, και η διαφορά μεταξύ χαρισματικής και ακαδημαϊκής θεολογίας, αποτελούν τον πυρήνα των απόψεων του π. Σωφρόνιου όσον αφορά την ακαδημαϊκή θεολογία.



Α) Τα δόγματα και ο σκοπός τους

Κατά την εξέταση της σημασίας των δογμάτων ως το περιεχόμενο της πίστης, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε πώς ορίζει το δόγμα ο π. Σωφρόνιος και κατόπιν να προχωρήσουμε στο σκοπό για τον οποίο υφίστανται. Ο π. Σωφρόνιος γράφει:

"Τα δόγματα είναι συνθέσεις της πίστεως. Εκφράζονται με διατυπώσεις άκρως πυκνές και λιτές, οι οποίες έχουν χαρακτήρα τελείως μοναδικό: Ο πυρήνας τους περικλείει βαθειά αντινομία, τη συνένωση δύο καταφάσεων ή αρνήσεων φαινομενικώς ασυμβίβαστων, η οποία παρουσιάζεται στο "καθαρό λογικό" ως αντίφαση που φθάνει ως το παράλογο". [183]

Ο π. Νικόλαος (Σαχάρωφ) σχολιάζοντας της άποψη του π. Σωφρόνιου λέει: «Στην εκκλησσιαστική παράδοση, το δεδομένο της αποκάλυψης αποκρυσταλλώνεται στο δόγμα»[184]. Με άλλα λόγια, τα δόγματα της Εκκλησίας είναι η καταγεγραμμένη έκφραση της εμπειρίας του Θεού, διατηρημένη ως κληρονομιά για τις επόμενες γενιές των πιστών. Επίσης, παρατηρούμε ότι ο π. Σωφρόνιος αναγνωρίζει ότι είναι στη φύση των δογμάτων να διατηρούνται σε μία ενότητα έκφρασης και εμπειρίας η οποία σύμφωνα με την ιεραρχημένη ανθρώπινη λογική φαίνεται "ασύμβατη".

Όταν ο π. Σωφρόνιος αναφέρεται σε «βαθειά αντινομία», εννοεί δύο δόγματα που τα εκλαμβάνει ως το θεμέλιο όλων των δογμάτων· της Αγίας Τριάδος και της ενσάρκωσης του Χριστού. «Η Χριστιανική πίστη στηρίζεται αναντίρρητα σε δύο θεμελιώδη δόγματα: το δόγμα της ομοουσίου και αδιαιρέτου Αγίας Τριάδος, και εκείνο των δύο φύσεων και των δύο θελήσεων, Θείας και ανθρώπινης, στη μοναδική Υπόσταση του σαρκωθέντος Λόγου»[185]. Επιπλέον, ο π. Σωφρόνιος έχει κατά νου «τρεις "απόψεις" στο Θείο Ον: την Υπόσταση (ή Πρόσωπο), την Ουσία (ή Φύση) και την Ενέργεια (ή Έργο)»[186]. Αλλού επισημαίνει ότι χωρίς την ενανθρώπηση του Χριστού θα ήταν αδύνατο για οποιαδήποτε φιλοσοφική εμπειρία να εξασφαλίσει τη γνώση του «Θεϊκού Είναι» ως ένα και ταυτόχρονα Τρία, δηλαδή Μία φύση σε τρεις Υποστάσεις[187], ως «Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».

Άλλο βασικό γνώρισμα των δογμάτων της Εκκλησίας, σύμφωνα με τον π. Σωφρόνιο, είναι ότι δεν αποτελούν κάποιο σύστημα ανθρώπινης διανόησης ή φιλοσοφικής θεωρίας. 188 Είναι μια «άνωθεν»188 αποκάλυψη και αποτελούν την εκπεφρασμένη εμπειρία του Θεού, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά μέσα στην Εκκλησία:

"Μακριά από το να είναι καρπός διανοητικών ερευνών η αποτέλεσμα της θεολογικής σκέψεως, το Δόγμα είναι ουσιαστικά η ρηματική έκφραση μιας "προφανούς αλήθειας". Η αληθινή κατανόηση των δογμάτων της Εκκλησίας είναι δυνατή μόνο, όταν αρνούμαστε να εφαρμόσουμε τον ιδιάζοντα στο ανθρώπινο λογικό τρόπο του σκέπτεσθαι". 189

Τα δόγματα δε διατυπώνονται με λογικές εξηγήσεις190 και δεν απαιτούν λογικές αποδείξεις191. Ο κύριος λόγος είναι ότι «υπερβαίν[ουν] τη δυνατότητα του λόγου και των δυνάμεων της κτιστής μας φύσεως»192. Αυτό δεν θα 'πρεπε, ωστόσο, να εκληφθεί απαγόρευση της διανοητικής εξέτασης και εξήγησης των δογμάτων. Μάλλον σημαίνει επισήμανση ότι οι κατηγορίες της ανθρώπινης διάνοιας είναι ανεπαρκείς για να συμπεριλάβουν και να εξαντλήσουν το πλήρες περιεχόμενο των δογμάτων της Εκκλησίας.

Κατανοώντας τα δόγματα αναγνωρίζουμε το σκοπό τους· τη σωτηρία και τη μεταμόρφωση των μελών της Εκκλησίας. Συμβάλλουν κυρίως στην καθοδήγηση και ενημέρωση περί της σώζουσας πίστης. Δεν είναι απλά φιλοσοφικές θεωρίες. «Ως οίκος Θεού ζώντος αυτή, προ και πλέον παντός άλλου, ασχολείται περί το ζήτημα της ζωής. Επειδή δε σκοπός και Αποστολή αυτής είναι η σωτηρία του ανθρώπου, η κυρία σημασία δίδεται ουχί εις την αφηρημένην "οντολογίαν", αλλ', εις το ζήτημα της σωτηρίας»193. Παρατηρούμε αυτό χαρακτηριστικότερα στην άμεση σχέση μεταξύ των δογμάτων και της πνευματικής ζωής:194

"Η δογματική ομολογία της Εκκλησίας αποτελεί οργανικήν, αδιαρρήκτως ακεραίαν ενότητα, εκ της οποίας δεν πρέπει να αποσπώνται στοιχεία τινα κατά βούλησιν. Το σφάλμα, οπουδήποτε και αν είναι, αφεύκτως αντανακλάται εις την μορφήν της πνευματικής ζωής του ανθρώπου. Και εάν είναι δυνατόν να υπάρξουν τοιαύτα σφάλματα και παρεκκλίσεις εν τη ιδέα περί του Θείου Όντος ή τών εντολών, άντινα δεν επηρεάζουν ολεθρίως το έργον της σωτηρίας, είναι όμως δυναταί και τοιαύται παρεκβάσεις και αλλοιώσεις, αίτινες θέτουν εις κίνδυνον την σωτηρίαν". [195]

Αυτό είναι ένα γεγονός που μπορεί εύκολα να παραμεληθεί μέσα σε ένα κλίμα έντονης διανοητικής δραστηριότητας ή εκεί όπου απορρίπτεται στη ζωή του ανθρώπου η άμεση εξάρτηση με την ικανότητά του να επιχειρηματολογεί.

Τα δόγματα, λοιπόν, αποτελούν έκφραση της εμπειρίας του Θεού από τη συνείδηση της Εκκλησίας. Λειτουργούν ως «οδικός χάρτης» προς την ορθή πίστη, και αντίστοιχα, διαφυλάσσουν από την παραχάραξη τις πνευματικές ενέργειες των πιστών. [196] Είναι ένα οριοθετημένο σύνολο εντός του οποίου οι πιστοί μπορούν να αισθάνονται ασφάλεια στο δρόμο προς τη σωτηρία και τη θέωση. [197] Τα δόγματα ως εκφραστική αποτύπωση της χαρισματικής γνώσης παρέχουν το αναγκαίο θεμέλιο σε όλες τις γενεές των ανθρώπων να μετέλθουν των προϋποθέσεων προς τη χαρισματική γνώση, για την οποία μιλήσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Στόχος, όμως, είναι η πρακτική βίωση των δογμάτων, η κατανόηση της αλήθειας όχι απλά μέσω της διανοητικής συναίνεσης αλλά μέσω της βιωματικής γνώσης που προσφέρουν οι δογματικοί όροι. Η πορεία αυτή, όπως θα δούμε στη συνέχεια, οδηγεί στο να γίνει ο πιστός «Χριστόμορφος». Παρέχει το κλειδί για την απόκτηση χαρισματικής γνώσης.



Σημειώσεις:

179. Πρόκειται για την εν Συνόδω συνάθροιση των μελών της Εκκλησίας υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος

180. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η σημασία του δόγματος στους διαλόγους, σελ. 2, «Τα δόγματα της πίστεως είναι απολύτως καθοριστικά για την αγιοπνευματική ζωή των πιστών».

181. Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου, Λόγοι, Βίβλος των ηθικών, Λόγος α΄, «γ΄ Περί της του Λόγου σαρκώσεως και κατά τίνα τρόπον δι' ημάς εσαρκώθη», http://www. Orthodoxfathers. com/Logoiagioysymeonneoytheologoy/ gperitislogoysarkoseostinatropondiimasesarkothi. Αυτή η Χριστομορφοποίηση, να «γίνονται θεοί … uέσει και χάριτι », είναι το να ζει το δόγμα της Ενσάρκωσης και κατ' επέκταση το δόγμα της Αγίας Τριάδος.

182. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η σημασία του δόγματος στους διαλόγους, σελ. 3, «η ορθή πίστη δεν ωφελεί σε τίποτε, όταν η ζωή του ανθρώπου είναι διεφθαρμένη· "ουδέν γαρ όφελος η μεν εις σωτηρίαν, δογμάτων υγιών, διεφθαρμένης ημίν της ζωής "(Ιερού Χρυσοστόμου, PG 59, 50, 176, 352, 363)».

183. Άσκηση και θεωρία, σελ. 126. Βλέπε Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 81(59), και Νικολάου Γ. Κόϊου, Θεολογία και εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, σελ. 87.

184. Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 58(41).

185. Άσκηση και θεωρία, σελ. 126. Παράβαλλε Νικολάου Γ. Κόϊου, Θεολογία και εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, σελ. 97.

186. Άσκηση και θεωρία, σελ. 126.

187. Άσκηση και θεωρία, σελ. 108.

188. Βλέπε Το μυστήριο της Χριστιανικής ζωής, σελ. 340 και Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 81(59) & 77(56).

189. Βλέπε Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 58(41).

190. άσκηση και θεωρία, σελ. 123. Παράβαλλε Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 81(59).

191. Άσκηση και θεωρία, σελ. 123.

192. άσκηση και θεωρία, σελ. 117.

193. άσκηση και θεωρία, σελ. 118.

194. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ 305(230).

195. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ 305(230). Βλέπε επίσης Περί προσευχής, σελ. 228(101) και Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 23(17), «Κάθε βήμα στη ζωή μας είναι αναπόσπαστο από τα θεμελιώδη δόγματα της πίστεώς μας».

196. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η Σημασία του δόγματος στους διαλόγους, σελ. 2, «Απλώς, η αλήθεια των δογμάτων οριοθετεί με κάθε δυνατή ακρίβεια το πνευματικό περιεχόμενο της ζωής των μελών της Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό τα δόγματα πρακτικώς διασφαλίζουν από κάθε παραχάραξη την εκκλησιαστική πνευματική εμπειρία».

197. Βλέπε Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 35.

π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ Δεύτερο Κεφάλαιο: Οι προϋποθέσεις τής χαρισματικής γνώσεως




B. Η άσκηση της Εκκλησίας
Ο ασκητισμός είναι η μεθοδολογία της Εκκλησίας δια της οποίας εκφράζονται τα πρακτικά βήματα, στα οποία βαδίζοντας ο πιστός ακολουθεί τη διαδικασία την οποία ακολούθησαν οι πριν από αυτόν και πέτυχαν την ένωση με τον Θεό. Αυτό εννοούμε όταν λέμε "επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσιν"· οφείλουμε να ακολουθήσου με όχι μόνο τις διδασκαλίες τους, αλλά και να μιμηθούμε τον τρόπο ζωής τους[101]. Από την πρακτική ενάσκηση των αρετών, υπό την καθοδήγηση ενός έμπειρου οδηγού, να καθαρθούμε, να οδηγηθούμε στο φωτισμό και τη θέωση όπως εκείνοι. [102]
Ωστόσο, όπως ο π. Ζαχαρίας (Ζάχαρος) επισημαίνει, «δεν υπάρχουν συνταγές» στην πνευματική ζωή[103]. Οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν τη γενική ασκητική πορεία με την οποία κάποιος επιτυγχάνει τη σωτηρία και την ένωση με τον Θεό. Ο Θεός ωστόσο, ως Υπόστασις-Πρόσωπον και ως εκ τούτου εκφραζόμενος εν απολύτω ελευθερία, δίνει αυτά τα δώρα στο δικό Του χρόνο και σύμφωνα με την κρίση Του. Ο Χριστιανικός ασκητισμός δεν είναι κάποιο είδος επιχειρηματικής συναλλαγής κατά την οποία ο άνθρωπος κάνει θυσίες προς τον Θεό, με σκοπό την αντιμισθία. Αντίθετα, όπως ο άγιος Μάξιμος διδάσκει, ο στόχος του ασκητισμού είναι ο εξαγνισμός της αγάπης μας. [104] Αν αντιληφθούμε τον ασκητισμό σε αυτή την προοπτική, καθίσταται απαραίτητος ως προετοιμασία για την πρόσωπο με Πρόσωπο συνάντηση του κτιστού με το άκτιστο στη βάση της θεωρίας του Θεού. [105]
Στον π. Σωφρόνιο ωστόσο η θυσιαστική πλευρά του ασκητισμού δεν είναι απούσα. Γράφει:
"Συχνάκις κατά την διάρκειαν της ζωής αυτών, ποιηταί και ζωγράφοι, συγγραφείς και μουσικοί, υπομένουν προθύμως πάσαν στέρησιν εξ αγάπης προς την τέχνην. Ούτως, και έτι πλέον, εκείνοι εις τους οποίους εδόθη το προνόμιον να ψαύσουν της ουρανίου φλογός υφίστανται μετά χαράς τα πάντα". [106]
Καθώς ένα πρόσωπο αγωνίζεται για την προσωπική γνώση του Θεού, η θυσία για την αγάπη απαιτείται[107]. Πρόκειται για μια κατανόηση του ασκητισμού για την οποία ο π. Νικόλαος (Σαχάρωφ) σημειώνει «Γι' αυτόν [π. Σωφρόνιο], η θεολογία πηγάζει από τη θεωρία και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋποθέτει ασκητική προετοιμασία»[108].
 
1. Η τήρηση των εντολών
Κατά τις τελευταίες στιγμές με τους μαθητές Του ο Χριστός, λίγο πριν την σταύρωση, τονίζει ποια θα είναι η απόδειξη της αγάπης τους προς Αυτόν: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάννης 14,15). Σε όλα τα γραπτά του π. Σωφρόνιου επισημαίνεται ότι η «θυσία της αγάπης» που απαιτείται από τον ασκητισμό είναι κυρίως η τήρηση των εντολών του Χριστού. [109] Ενδιαφέρον είναι το εξής χωρίο: «Δεν υπάρχει άλλη οδός προς τη γνώση αυτή [της βιωθείσας εμπειρίας] παρά η οδός της τηρήσεως όλων εκείνων τα οποία έθεσε ως εντολή ο Χριστός (βλέπε Ματθαίος κη' 20)». Η τήρηση των εντολών δεν είναι μόνο η σφραγίδα της πίστης στο Χριστό, ή η βασική προετοιμασία για την κοινωνία στο Είναι με τον Θεό. Πρωτίστως είναι η αυτοαποκάλυψη του Θεού.[110]  Ως εκ τούτου, οδηγούν τον άνθρωπο «στη μεθόριον» μεταξύ κτιστού και Ακτίστου:
"Αι εντολαί του Χριστού είναι κατά την ουσίαν αυτών αυτοαποκάλυψις Θεού· εκπεφρασμέναι δια γηΐνων λέξεων φαίνονται εις ημάς σχετικαί, αλλά θέτουν εκείνον, όστις τηρεί αυτάς, ως ώφειλεν, εις το μεθόριον μεταξύ του σχετικού και του απολύτου, του πεπερασμένου και του απείρου, του αιτιοκρατουμένου και του αυτεξουσίου".111
Σε αυτό το κατώφλι ο άνθρωπος δύναται να λάβει τη χαρισματική γνώση.112 Αυτό πραγματώνεται όχι εκ της λογικής του ανθρώπου αλλά εξαιτίας της ζωντανής μεταμόρφωσης ως το αποτέλεσμα της τήρησης των εντολών για τον πιστό. «Η πίστη … μάς καλεί στη γνώση των Θείων Μυστηρίων, όχι με τη χρήση της λογικής, αλλά με την παραμονή στις εντολές του Χριστού»113. Η προσωπικότητα του Αγίου Σιλουανού δίδει ένα πρωτότυπο παράδειγμα. Σύμφωνα με τον π. Σωφρόνιο:
"Δι' όλου του είναι αυτού ο Γέρων εμαρτύρει ότι η γνώσις των υψίστων πνευματικών αληθειών έγκειται εις την οδόν της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών και ουχί εις την "θύραθεν παιδείαν". Έζη εν τω Θεώ και άνωθεν[114] ελάμβανε τον φωτισμόν, η δε γνώσις αυτού δεν ήτο η αφηρημένη κατανόησις, αλλ' η υπαρκτική, τουτέστιν αυτή αύτη η ζωή". [115]
Καθίσταται σαφές ότι ο βασικός στόχος της ασκητικής ζωής, προϋπόθεση της χαρισματικής γνώσης, είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού. Ο π. Σωφρόνιος το αντιλαμβάνεται αυτό ως γενική αρχή κάθε ασκητικής και γενικότερα εκκλησιαστικής πρακτικής. Στη συνέχεια θα αναλύσουμε τις ιδιαίτερες πτυχές ασκητικής πράξης που ο π. Σωφρόνιος προσδιορίζει.
 
2. Μνήμη θανάτου και φόβος του Θεού
Την αφόρμηση στην ανάλυσή μας από τη μνήμη θανάτου και τον φόβο του Θεού θα τη λάβουμε από τη σειρά, που ακολουθεί ο π. Σωφρόνιος, στο βιβλίο του Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί. Ορίζει τη μνήμη θανάτου:
"Είναι ιδιαιτέρα τις κατάστασις κατά την οποίαν η αιωνιότης κρούει την θύραν της καρδίας του διαμένοντος εν τω σκότει της αμαρτίας ανθρώπου. Τότε το Πνεύμα του Θεού μη γνωστόν εισέτι, ανεξιχνίαστον και κρυπτόμενον, μεταδίδει εις το πνεύμα του ανθρώπου την δυσερμήνευτον θεώρησιν του περιβάλλοντος κόσμου: Άπαν το κτιστόν είναι, εσφραγισμένον απ' αρχής δια της φθοράς, παρουσιάζεται άνευ νοήματος, βεβυθισμένον εις τον γνόφον του θανάτου". [116]
Σκοπός αυτής της κατάστασης είναι να αποσπάσει τον άνθρωπο από τον εφήμερο κτιστό κόσμο καθώς και να αφαιρέσει τις ψευδείς και παράλογες φαντασιώσεις του για τη σταθερότητα - μονιμότητα της φυσικής δημιουργίας. Αυτό αναγκάζει τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο την ανυπαρξία, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει απ' αυτήν[117]. Είτε ζει κανείς μια ώρα είτε χίλια έτη ο άνθρωπος που διακατέχεται από τη χάρη της μνήμης του θανάτου αντικρίζει μόνο την ανυπαρξία, που βρίσκεται αναπόφευκτα μπροστά του. Δίπλα στην αιωνιότητα, το εφήμερο ακόμη και χιλιάδων ετών ανθρώπινης ζωής μοιάζει μοναχά σα μια ανάσα. Προκειμένου για τον άνθρωπο που προσκολλάται τόσο μανιωδώς στη αυτοδιαφύλαξή του μετά την πτώση του Αδάμ για να απελευθερωθεί από τα δεσμά του και να ανοίξει τα μάτια του στην αιωνιότητα, ο Θεός δίνει τη χάρη της μνήμης του θανάτου118.
Εάν η μνήμη του θανάτου διδάσκει στον άνθρωπο να βλέπει μέσα στο χρόνο και την αιωνιότητα, να αντιλαμβάνεται τον κτιστό κόσμο και τη θέση του μέσα σε αυτόν ρεαλιστικά, ο φόβος Θεού καθαρίζει από τις αυταπάτες του μεταβλητού και επαναπροσδιορίζει οντολογικώς τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο π. Σωφρόνιος λέει ότι το πιο σημαντικό είδος φόβου του Θεού είναι «της "φρίκης" να αποδειχθώμεν ανάξιοι του Θεού»119. Αυτό μπορεί να φαίνεται απλό ή ακόμα και παιδαριώδες, αλλά προξενεί τέτοια αλλαγή στην ψυχή του ανθρώπου που ο ίδιος πλέον δεν ανησυχεί για τις επίγειες έγνοιες ούτε μεριμνά για την απόκτηση δόξας από τον συνάνθρωπό του120. Συνέπεια αυτής της συνειδητοποίησης είναι η είσοδος του ανθρώπου στην οδό προς την σοφία (Ψαλμ 111, 10), όπου βιώνει την κατάσταση της κάθαρσης που του επιτρέπει να αντικρίσει τόσο το θάνατο που επέφερε η αμαρτία του όσο και την πλήρη αγιότητα και τελειότητα του Θεού. Αληθινός φόβος Θεού, όπως και πραγματική μνήμη του θανάτου, είναι η χαρισματική εμπειρία της χάριτος, απαραίτητη για τον άνθρωπο να προσεγγίσει τον Τριαδικό Θεό:
Ο φόβος ούτος κατέρχεται εφ' ημάς Άνωθεν. Είναι πνευματική αίσθησις προ παντός του Θεού, ύστερον δε και ημών των ιδίων. Ζώμεν εν καταστάσει φόβου ένεκα της ζώσης παρουσίας του Ζώντος Θεού, έχοντες εν ταυτώ συνείδησιν της ρυπαρότητος ημών… άνευ της καθαρτικής αυτού ενεργείας [του φόβου Θεού] δεν θα αποκαλυφθή εις ημάς η οδός προς την τελείαν αγάπην του Θεού. 121
Το πρώτο στάδιο της πορείας του ανθρώπου προς τον Θεό είναι η αποκόλληση από τον κόσμο και την φανταστική ενατένιση της υπάρξεώς του, δια μέσου της μνήμης του θανάτου και του φόβου του Θεού.
 
3. Μετάνοια
Η μετάνοια είναι μία από τις πλέον σημαντικές πτυχές του ασκητισμού, αν όχι η σημαντικότερη, και θεμέλιό του. 122 Ο π. Σωφρόνιος γράφει στον Δαβίδ Μπάλφουρ ότι μετάνοια είναι «αληθινά η μόνη ορθή αρχή και βάση της πνευματικής ζωής… »123. Αποτελεί, μαζί με την πίστη, μία από τις κυριότερες προϋποθέσεις για τη Θεογνωσία, καθώς, «δια της χάριτος της μετανοίας…., η Αλήθεια εν τη πρωταρχική αυτής αγιότητι μεταδίδεται εις ημάς ως ζωή του Ιδίου του Θεού»124.
O π. Σωφρόνιος δίνει μια εξαιρετική περιγραφή της μετάνοιας:
"Η μετάνοια είναι το Θείον θαύμα δια την αποκατάστασιν ημών μετά την πτώσιν. Η μετάνοια είναι έκχυσις θείας εμπνεύσεως εφ' ημάς, δυνάμει της οποίας ανυψούμεθα προς τον Θεόν, τον Πατέρα ημών, ίνα ζήσωμεν αιωνίως εν τω φωτί της αγάπης αυτού. Δια της μετανοίας συντελείται η θέωσις ημών. Τούτο είναι γεγονός ασυλλήπτου μεγαλείου". 125
Ωστόσο ο άνθρωπος προτού να είναι σε θέση να ανέβει προς τον Θεό, βιώνει μια κατάσταση που παρομοιάζεται με τη κόλαση126, μετά την πτώση του διαστρεβλωμένου εαυτού του, και κατά τη διάρκεια του αγώνα να αποκατασταθεί. Και πάλι όμως βιώνει την κόλαση της αγάπης του Θεού και του πλησίον του, δηλαδή, νοιώθει ανάξιος της κενωτικής αγάπης του Θεού: «Καταυγασθέντες κατ' αρχάς υπό του Φωτός, καθοδηγηθέντες υπό της χειρός του Θεού εις νέαν, άγνωστον μέχρι τότε, και "υψηλήν" οδόν, συναντώμεν δύο μεγαλειώδεις βαθμίδας: Το όνομα της μιας είναι "Άδης μετανοίας", της άλλης δε "Άδης αγάπης"»127.
Η πορευτική διαδικασία δια της μετάνοιας εξηγείται πιο συγκεκριμένα από τον π. Σωφρόνιο.
"Εν τη αρχή της μετανοίας επικρατεί θλίψις, συντόμως όμως διαπιστούμεν ότι διεισδύει εντός ημών ενέργεια νέας ζωής, επιφέρουσα θαυμαστήν αλλοίωσιν του νου. Αυτή καθ' εαυτήν η κίνησις προς μετάνοιαν εμφανίζεται ως ανεύρεσις του Θεού της αγάπης. Ενώπιον του πνεύματος ημών διαγράφεται ευκρινέστερον η απεριγράπτως μεγαλοπρεπής εικών του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου. Ατενίζοντες εις το κάλλος τούτο ανακαλύπτομεν οποίαν φοβεράν διαστροφήν υπέστη εν ημίν η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού περί ημών… Η χάρις της μετανοίας αποκαλύπτει εν ημίν την εικόνα του Υιού του Πατρός. Ω, πόσον οδυνηρά είναι η πορεία αυτή!128
Το σημαντικό αγαθό στην πορεία της μετάνοιας είναι ότι επαναφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να λάβει το άκτιστο Φως129. Αυτό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αποκαλύπτει την ανάγκη ο άνθρωπος να πορευτεί εντός της προσωπικής κοινωνίας στο Είναι και της Θεογνωσίας. Η οπτασία του φωτός πάντα προηγείται, «η άσκησις της μετανοίας, η καθαίρουσα ημας από των παθών»130. Κατόπιν δίδεται ως δώρο στον άνθρωπο η είσοδος στα μυστήρια του Θεού: «Ουχί άλλως, ει μη δια μετανοίας αφομοιούμεν υπαρκτικώς την Αποκάλυψιν, τίνι τρόπω συνελήφθη ο άνθρωπος εν τη προαιωνίω Βουλή του Τριαδικού Θεού προ καταβολής κόσμου»131. Επίσης, όπως σημειώσαμε, με τη μνήμη του θανάτου και το φόβο Θεού, η μετάνοια οδηγεί στο «μεθόριον» μεταξύ [132] Ακτίστου και κτιστού, όπου κάποιος δύναται να βιώσει υπαρξιακά μια «πρόγευσιν της Θείας παγκοσμιότητος»[133]. Η ανάγκη μετάνοιας ως της θεμελιώδους πτυχής του ασκητισμού, για τη είσοδο στη Θεογνωσία, είναι προφανής: «Η οδός προς την αγίαν θεωρίαν διέρχεται δια της μετανοίας»[134]. Καρπός της μετάνοιας είναι τα δάκρυα.
 
4. Δάκρυα
Τα δάκρυα ο π. Σωφρόνιος τα διακρίνει σε δύο κατηγορίες τα ψυχολογικά και τα πνευματικά. Τα πρώτα είναι μία φυσική κατάσταση του ανθρώπου οφειλόμενα στο συναίσθημα ή την περίσταση. Όταν προέρχονται από παροδικά γεγονότα, όπως είναι η κοινωνική ανέλιξη και καταξίωση, ο πλούτος, η υγεία, κ.λπ., χαρακτηρίζονται ως ντροπιαστικά. Αντίθετα, τα πνευματικά δάκρυα είναι ο καρπός εμπειρίας του Ακτίστου Θεού και ένα δώρο της θείας χάρης. [135] Επιπλέον, συντηρούν την ένταση στη μετάνοια. Τα πνευματικά δάκρυα δεν είναι μία παθητική κατάσταση, αλλά καλλιεργούνται ενεργά. Αποτελούν μία δυναμική έκφραση του ασκητισμού. Αυτή η θεώρηση τους δίδει πρωτεύοντα σημασία στη ζωή του Χριστιανού. «Είναι αφελής όστις νομίζει ότι είναι δυνατόν να ακολουθήση τα ίχνη του Χριστού άνευ δακρύων»[136], και «οι ασκητικοί πατέρες… επιμένουν εις το απαραίτητον των πνευματικών δακρύων, άνευ των οποίων δεν απαλύνεται η εκ των παθών πεπωρωμένη καρδία, η ανίκανος να αγαπήση δια της ευαγγελικής αγάπης»[137]. Αυτή η τολμηρή, θα λέγαμε, δήλωση είναι άκρως περιεκτική από πολλές απόψεις για τη γενιά μας για δύο τουλάχιστον λόγους: α') ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί ντροπιαστική την εκδήλωση δια δακρύων για οποιοδήποτε λόγο και β') η απουσία τους αποκαλύπτει τη σκληροκαρδία του σύγχρονου Χριστιανού, η οποία πραγματικά εκπληρώνεται στα λόγια του Χριστού ότι «δια το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη των πολλών» (Ματθαίος 24,12).
Ο άνθρωπος, ο οποίος βιώνει τη χάρη των δακρύων μαζί με τη μνήμη του θανάτου και τη μετάνοια, είναι σε θέση να αντιμετωπίσει το βάρος της αμαρτίας ξεκινώντας τον αγιαστικό αγώνα της κάθαρσης από τα πάθη. Κατά την παράδοση της Εκκλησίας αυτό διατυπώνεται συχνά ως το «δεύτερο βάπτισμα». Στα γραπτά του π. Σωφρόνιου σχετίζεται κυρίως με την κάθαρση που προηγείται της υπαρξιακής κοινωνίας και του φωτισμού από τον Θεό: «Η ψυχή εν τω εντατικώ κλαυθμώ δι' εαυτήν, κατά την δωρεάν του Πνεύματος του Αγίου, εισάγεται οντολογικώς εις την ουσίαν της αμαρτίας η μών… Τούτο δεν είναι φιλοσοφικός στοχασμός, ούτε διανοητική θεολογία. Είναι δεδομένον του είναι ημών…»[138]. Βιώνεται ως αυτό που ο π. Σωφρόνιος αποκαλεί "κατάσταση" στο Είναι, η οποία έρχεται σε αντιπαράθεση με το φιλοσοφική στοχασμό. «Τι συμβαίνει όμως εις τον άνθρωπον, όστις προσφέρει την μετάνοιαν αυτού μετά κλαυθμού; Ζη την Αλήθειαν ουχί ως καρπόν των διαλογισμών αυτού, αλλ' ως κατάστασιν του πνεύματος αυτού, δοθείσαν εις αυτόν υπό του Πνεύματος του Θεού»[139]. Το αποτέλεσμα είναι ο άνθρωπος να οδηγείται μέσω των δακρύων της μετάνοιας στα δάκρυα της αγάπης, να φτάσει στο κατώφλι της υπαρξιακής γνώσης των μυστηρίων του Θεού: «Ο κλαυθμός εξ αγάπης… Διαρρηγνύει τον στενόν κλοιόν της γηΐνης υπάρξεως, εισάγον εις ουρανίους σφαίρας…»[140]. Το αποτέλεσμα των πνευματικών δακρύων και του πένθους είναι ίδια με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω: προδιαθέτουν και προετοιμάζουν τον άνθρωπο για τη χαρισματική γνώση.
 
5. Ταπείνωση 
Το απόσπασμα που θα παραθέσουμε θα καταδείξει τη θέση που κατέχει η ταπείνωση στην ασκητική διδασκαλία κατά τον π. Σωφρόνιο: «… Οι Χριστιανοί ασκητές συγκεντρώνουν όλες τις δυνάμεις τους, στην προσπάθεια να αποκτήσουν την ταπείνωση εκείνη που ελκύει τη χάρη του Θεού»[141]. Αλλού, για τον Άγιο Σιλουανό, ο π. Σωφρόνιος γράφει, «από του νυν εγνώρισεν εν αληθείς ότι όλος ο αγών οφείλει να κατευθύνηται προς απόκτησιν της ταπεινώσεως»[142]. Είναι σαφές ότι ο π. Σωφρόνιος θεωρεί την ταπείνωση ως ένα ακόμη βασικό θεμέλιο της ασκητικής ζωής και της ζωής της Ορθοδόξου πίστεως γενικότερα.
Εξηγώντας τη μεταμορφωτική δύναμη της ταπείνωσης στη ζωή του ανθρώπου και του κόσμου, ο γέροντας χρησιμοποιεί το παράδειγμα της πυραμίδας. Στην βάση της τοποθετεί το πλήθος των ανθρώπων και της κοινωνίας που καταπιέζονται υπό την κοινωνική ανισότητα, που συντηρείται από την εξουσία και τον πλούτο των κοσμικών ηγεμόνων οι οποίοι καταλαμβάνουν την κορυφή της πυραμίδας. Με την ενσάρκωση του Θεού Λόγου και την πλήρη ταπείνωσή και αυταπάρνησή Του, ερχόμενος ως υπηρέτης όλων έτοιμος να πεθάνει για όλους, η πυραμίδα αντιστρέφεται, «ανεστραμμένης»[143] όπως ο π. Σωφρόνιος την περιγράφει. Αυτή η «ανεστραμμένη πυραμίδα» γίνεται το νέο μοντέλο ύπαρξης. Αυτός που είναι πρώτος, καλείται να γίνει ο έσχατος. Αυτός που θέλει να είναι σπουδαίος πρέπει να γίνει υπηρέτης όλων (Ματθ 20, 16, Μάρκος 8, 35). Η πρακτική της ταπείνωσης αποκτά μέγιστη σημασία καθώς αποτελεί ευαγγελική πρόσταγή. «Η θέωσις ημών τελείται εν άκρα θεοειδή ταπεινώσει»[144].
Ωστόσο, όπως και με τις άλλες πτυχές της ασκητισμού, η ταπείνωση αποτελεί μια απαραίτητη προϋπόθεση για την βίωση της χαρισματικής γνώσης. Ο π. Ζαχαρίας στα γραπτά του για την θεολογία του π. Σωφρόνιου σημειώνει τα εξής: «όταν η ταπεινή αγάπη του Χριστού εισδύσει στην καρδιά, φωτίζει το νου και εμπνέει διπλή θεωρία», και «θα λέγαμε ότι η πληρωματική αυτή γνώση της αρπαγής διέρχεται διαμέσου του Άδη της Θεοεγκαταλείψεως, οπότε ο άνθρωπος ταπεινώνεται μέχρι τέλους»145. Πρόκειται για τη θεοειδή γνώση που αυξάνει διαρκώς για τον άνθρωπο, ο οποίος μένει εντός των πλαισίων της ταπείνωσης. 146
 
6. Προσευχή
Άλλη σημαντική πτυχή της ασκητικής ζωής του Χριστιανού είναι η προσευχή. Χωρίς την προσευχή ο άνθρωπος δε μπορεί να επιτύχει την τελειότητα. Είναι η βασικότερη προϋπόθεση για την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Απόστολος Παύλος τονίζει «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Θεσσ. Α΄ 5, 17). Ομοίως αποτελεί τη βάση της χαρισματικής γνώσης. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα στα γραπτά του π. Σωφρόνιου που μαρτυρούν το μεγαλείο της προσευχής και την αναγκαιότητα της για τη Θεογνωσία. Γράφει, λόγου χάρη:
"Απ' όλα τα πλησιάσματα προς τον Θεό το καλύτερο είναι η προσευχή, που σε τελευταία ανάλυση είναι το μόνο μέσον. Στην πράξη της προσευχής η ανθρώπινη διάνοια βρίσκει την ευγενέστερη έκφρασή της. Η πνευματική κατάσταση του επιστήμονα που ερευνά, του καλλιτέχνη που δημιουργεί έργα τέχνης, του διανοητή που φιλοσοφεί, ακόμα και του επαγγελματία θεολόγου που προβάλλει τις θεωρίες του, ολ' αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν με τα πνευματικά βιώματα ενός ανθρώπου της προσευχής που έρχεται πρόσωπο με Πρόσωπο με τον ζωντανό Θεό". 147
Οι άνθρωποι, που δεν προσεύχονται, δεν μπορούν να καταλάβουν την πνευματική σφαίρα που αποκαλύπτεται στο πνεύμα του ανθρώπου μέσω της [148] προσευχής[149]. «Η προσευχή (ενν. Του Χριστιανού) αυτού γίνεται ως αστραπή διασχίζουσα ακαριαίως την οικουμένην απ' άκρου εις άκρον… Η εμπειρία του είδους αυτού [που γεννιέται από αυτήν την προσευχή] αποκαλύπτει εν βραχυτάτη χρονική στιγμή τοιαύτας σφαίρας του Είναι… »[150]. Επιπλέον, είναι «φυσικόν εις την προσευχήν να διαπερνά τους αχανείς χώρους του κοσμικού είναι»[151], διότι, όπως διευκρινίζει ο π. Σωφρόνιος, όταν το Άγιο Πνεύμα αυξάνει την κατανόησή μας, η προσευχή παίρνει κοσμικές διαστάσεις[152]. Το αποτέλεσμα αυτού είναι ότι «[ε]ν παρομοίω προσευχή ο νους ημών περικλείεται εν τω Νοί του Θεού και δέχεται την κατανόησιν πραγμάτων δια τρόπου όστις είναι αδύνατον να εκφρασθή καταλλήλως δια της καθ' ημέραν ημών γλώσσης»[153]. Με την προσευχή εισαγόμαστε στην όντως ύπαρξη και όχι με τη φιλοσοφία ή την φαντασία. [154] Με τον τρόπο αυτό ο πιστός είναι σε θέση «να αφομοιώση την αποκαλυφθεlσαν εις ημάς άναρχον Αλήθειαν»[155].
Η προσευχή αυτού του είδους συνοδεύεται πολλές φορές από οπτασία του Ακτίστου Φωτός[156], η οποία χαρίζει την κατανόηση[157]. Θα μπορούσε να συγκριθεί με τη γνώση ενός τυφλού αν ξαφνικά ήταν σε θέση να αντικρίσει τον κόσμο για την πρώτη φορά. Δεν θα μπορούσε να επεξεργασθεί όλες τις λεπτομέρειες αυτής της καινούριας γνώσης, του χρώματος, του σχήματος, του μεγέθους, της αρμονίας, που ενοποιεί για να παρέχει το νέο όραμα ενώπιόν του. Απλώς θα βίωνε το νέο θέαμα ως άμεση γνώση, κάτι που του ήταν εντελώς αδύνατο προηγουμένως. Κατά τον ίδιο τρόπο η κατάσταση της ζωής του Χριστού μεταδίδεται στον άνθρωπο δια της προσευχής ώστε να κάνει τα πρώτα του βήματα για να γίνει μια πραγματική υπόσταση, ένας πραγματικός άνθρωπος:
"Κατά την υπερτάτην εφικτήν εις την φύσιν ημών έντασιν προσευχής, όταν ο ίδιος ο Θεός προσεύχηται εν ημίν, δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη πάσης εικόνος. Τότε η ανθρωπίνη υπόστασις προσεύχεται προς τον Άναρχον όντως πρόσωπον προς Πρόσωπον. Εν τη συναντήσει ταύτη μετά του Υποστατικού Θεού ενεργοποιείται εν ημίν εκείνο, όπερ εν αρχή υπήρχε μόνον δυνάμει, η υπόστασις". [158]
Με την προσευχή επιτυγχάνεται η αιώνια πραγματικότητα. Είναι εμφανές ότι η προσευχή συνδέεται με τις προαναφερθείσες πτυχές της ασκητισμού.
Πάνω απ' όλα τα είδη προσευχής ο π. Σωφρόνιος έχει κατά νου κυρίως μια μορφή· την ησυχαστική ή καθαρή προσευχή. Σημειώνει: «Η θεωρία είναι υπόθεση όχι λεκτικών τύπων αλλά ζωντανής πείρας· στην καθαρή προσευχή ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα φαίνονται στην συνυποστατική τους ενότητα»159. Εάν η καθαρή προσευχή προσφέρει εμπειρικά την οπτασία περί της Αγίας Τριάδος, πώς μπορεί να εκτιμηθεί η σημασία της ησυχαστικής προσευχής ως θεμελιώδους προϋπόθεσης της χαρισματικής γνώσης; Η ίδια η φύση της προσευχής μέσα από την βίωση της μετάνοιας διεισδύει στη σφαίρα πέρα από την ανθρώπινη σοφία160.
Ο π. Σωφρόνιος περιγράφει τη διαδικασία αυτή με τα εξής λόγια:
"Ο νους παύει να διασκορπίζεται: Γίνεται όλος προσοχή. Η καρδία δε έρχεται εις κατάστασιν, την οποίαν δυσκόλως δυνάμεθα να περιγράψωμεν. Είναι αυτή πλήρης φόβου, αλλά ευλαβούς φόβου, ζωοποιού. Τότε ο άνθρωπος αναπνέει μετά συστολής: Ο Θεός οράται και εντός και εκτός· πληροί τα πάντα". 161 162
Ο καρπός της εμπειρίας αυτής, της καθαρή προσευχής, δίνει στον ασκητή την αυθεντική θεωρία[163]. Ελευθερώνει τον άνθρωπο από το «της γοητείας των "φασμάτων της αληθείας"» η οποία με πολύ ευκολία μολύνει τον διασκορπισμένο ανθρώπινο νου[164]. Από την χωρίς εικόνες προσευχή φτάνει κανείς στην αυθεντική θεολογία. Αυτό επιβεβαιώνεται στην περιγραφή της φράσης του Αγίου Σιλουανού (και άλλων Αγίων Πατέρων) από τον π. Σωφρόνιο: «Εάν είσαι θεολόγος, προσεύχεσαι καθαρώς. Εάν προσεύχεσαι καθαρώς, τότε είσαι θεολόγος»[165]. Η αναγκαιότητα της προσευχής, και ιδιαίτερα της καθαρής προσευχής, ως ασκητική προϋπόθεση της χαρισματικής γνώσης δεν θα μπορούσε να καταστεί σαφέστερη[166].
 
7. Αγάπη
Το τελευταίο γνώρισμα της ασκητικής ζωής είναι η αγάπη. Για τον π. Σωφρόνιο, «το ύστατον τέλος της Χριστιανικής ασκήσεως είναι η απόκτησις της αγάπης ταύτης»[167]. Ο Ν. Κόϊος σχολιάζοντας αυτήν την πτυχή της θεολογίας του γέροντα γράφει: «Η μετοχή στην θεία αγάπη ταυτίζεται με την Γνώση του Θεού. Το σύνολο των ασκητικών αγώνων έχει ως στόχο την μετοχή σε αυτήν την αγάπη»[168]. Η κοινωνία με τον Θεό εν τη αγάπη συνιστά την όντως Θεογνωσία και βιώνεται ως Θεογνωσία. Περαιτέρω ο γέροντας διευκρινίζει το "πώς;” της αποκτήσης αυτής της προσωπικής, υπαρξιακής κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό στο Είναι. Είναι στην φύση της αγάπης να ενώνει, να ενώνει το αντικείμενο της αγάπης με αυτόν που το αγαπά. Η αγάπη, ευρισκόμενη στο επίκεντρο των εντολών του ευαγγελίου[169] (Α΄ Ιωάν. δ΄ 8), παρέχει τις οντολογικές προϋποθέσεις της θείας επιγνώσεως:
Όταν όμως γίνεται λόγος για την αυθεντική γνώση του Θείου κόσμου, τότε είναι απαραίτητο να συγκαταβεί ο Θεός ως την υπαρκτική ένωση μαζί μας. Η εντολή "αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ισχύος σου" (Μάρκος 12,30) είναι η οδός προς τη γνώση αυτή, γιατί είναι χαρακτηριστικό στην αγάπη να ενώνεται στην ίδια την πράξη της ζωής. [170]
Αυτός ο "δρόμος προς τη γνώση" εξελίσσεται από θεία αγάπη σε γνώση του Θεού και στη συνέχεια στην αυτογνωσία. [171] Το περιεχόμενο αυτής της αγάπης γίνεται επίγνωση της θεωρίας του Θεού, θείο φως, θεία αγάπη. «Η κατάστασις της θέας είναι το φως της αγάπης του Θεού, και τη επενεργεία της αγάπης αυτής γεννώνται εν τη ψυχή νέα αισθήματα και νέαι σκέψεις περί Θεού και κόσμου»[172]. Από αυτήν οδηγείται κανείς «εις αβύσσους και ύψη απρόσιτα εις οιονδήποτε άλλον άνθρωπον… Ρίπτει αυτόν πολλάκις εις απερίγραπτον απειρότητα».
«Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α΄ Ιωάν. δ'4: 19). Σύμφωνα με τον π. Σωφρόνιο το μοντέλο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου απεικονίζει τη διαδικασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος γίνεται κοινωνός της αγάπης και της γνώσης του Θεού: «Όταν το Πνεύμα το Άγιον μεταδίδη εις η μας την αγάπην του Χριστού "αγαπάτε τους εχθρούς υμών", τότε ο νους - πνεύμα ηδύνεται υπό της Αληθείας της αγάπης ταύτης… [Γ]νωρίζομεν δι' όλης της υπάρξεως ημών ότι αυτή είναι η αιώνιος Αλήθεια»[173]. Από εκεί και πέρα στην καρδιά του πιστού γεννάται η αγάπη, και εκεί «θεωρεί το Είναι εν τω Φωτί της Θείας Αγάπης»174.
Είναι επίσης αξιομνημόνευτο ότι για τον π. Σωφρόνιο τα τελικά κριτήρια του βαθμού και της ακρίβειας στη Θεογνωσία είναι η αγάπη και κυρίως αυτή που εκφράζεται προς τον εχθρό. Παραθέτει ο γέροντας τα λόγια του Αγίου Σιλουανού: «Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός έλεγεν: "Όστις δεν αγαπά τους εχθρούς, ούτος δεν εγνώρισεν εισέτι τον Θεόν ως οφείλει να γνωρίζη Αυτόν"»175.
Ο π. Ζαχαρίας συνοψίζει: «Κατ' αυτόν τον τρόπο η αγάπη προς τους εχθρούς αποβαίνει το απλανές κριτήριο της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος και της αληθινής θεοκοινωνίας σε δύο επίπεδα: α) στο προσωπικό επίπεδο και β) στο εκκλησιολογικό η δογματικό επίπεδο»176.
Κλείνοντας θα καταθέσουμε την αιτιολόγηση γιατί τόσο συχνά ο π. Σωφρόνιος αναφέρεται στην αγάπη:
"Επαναλαμβάνομεν συνεχώς την λέξιν "Αγάπη", αλλ' εν αυτή περικλείεται οντολογικώς και η υπερκόσμιος σοφία, και το άπειρον εν τη ιδιαζούση αυτώ άκρα ταπεινώσει μεγαλείον, το τα πάντα υπερέχον κάλλος, και η βαθεία ειρήνη. Επισκεπτόμενος ο Θεός τον άνθρωπον, δι' αυτού τούτου του γεγονότος, καθιστά αυτόν κοινωνόν του απεριγράπτου δι' ανθρωπίνων λόγων Είναι αυτού. 177
Καθίσταται σαφής η αναγκαιότητα της πίστης στο Χριστό και της ζωντανής έκφρασής της, δηλαδή της ασκητικής ζωής της Εκκλησίας, ως προϋπόθεση για χαρισματική γνώση. Στο επόμενο κεφάλαιο θα εξετάσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της πίστης ως της υπέρτατης έκφρασης της αρθρωτής χαρισματικής γνώσης· τα δόγματα της Εκκλησίας. Αυτό είναι απαραίτητο για να κατανοήσουμε την διάκριση της γνώσης σε χαρισματική και φιλοσοφική, καθώς και τις επιπτώσεις της, σύμφωνα με την άποψη του π. Σωφρονίου, περί της ακαδημαϊκής θεολογίας. 178

Σημειώσεις:

101. Βλέπε Νικολάου Γ. Κόϊου, Θεολογία και εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, σελ. 71.
102. Ο π. Σωφρόνιος απέφυγε τη χρήση όρων όπως κάθαρσις, φωτισμός και θέωσις. Ανταυτού προτιμά να κάνει λόγο για τις περιόδους της επίσκεψης και της εγκατάλειψης της χάριτος. Αναλυτικότερα βλέπε, Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), The Enlargement of the Heart: "Be ye also enlarged" (2 Corinthians 6:13) in the Theology of Saint Silouan the Athonite and Elder Sophrony of Essex, South Caanan, Pa, 2006, σελ. 53-54. Παράβαλλε Το βιβλίο του ιδίου, Remember Thy First Love (Revelation 2:4-5): The Three Stages of the Spiritual Life in the Theology of Elder Sophrony, South Caanan, Pa, 2010.
103. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), The Enlargement of the Heart, σελ. 135, 189, του ιδίου, The Hidden Man of the Heart (1 Peter 3:4): The Cultivation of the Heart in Orthodox Christian Anthropology, South Caanan, Pa, 2008, σελ. 36, 60, 63, και του ιδίου, Remember Thy First Love, σελ. 402, 414.
104. π. Andrew Louth, Maximos the Confessor, London, 1996, σελ. 38-41. Παράβαλλε Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Επίψαυσις αιωνιότητος. Η γοητεία της ζωγραφικής και η ατελεύτητος δημιουργία της προσευχής», σελ. 390, «άσκηση της αγάπης».
105. Ο π. Σωφρόνιος αποδεικνύει ότι η αγάπη ως ένα θετικό χαρακτηριστικό του Ορθόδοξου ασκητισμού διαφοροποιείται από αυτήν του δυτικού Χριστιανισμού ή της μη Χριστιανικής Ανατολής: «Όπου δεν υπάρχει αγάπη, εκεί δεν υπάρχουν δάκρυα, έστω και εάν ο ασκητικός αγών λαμβάνει ακραίαν μορφήν: εντατικόν διαλογισμόν, παρατεταμένην νηστείαν, αυστηράς συνθήκας ζωής εν απομονώσει εκ του λοιπού κόσμου. Πολλά τοιαύτα παραδείγματα συναντώμεν και εις … Χριστιανικήν Δύσιν και εις την μη Χριστιανικήν Ανατολήν», Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 82(53). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου ασκητισμού και του μη Χριστιανικού ασκητισμού της Ανατολής, βλ: Περί προσευχής, σελ. 189(169).
106. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 141(90), και σελ. 273(177).
107. Βλέπε Ιερομον. Νικολάου Σαχάρωφ, Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 36-37(26).
108. Ιερομον. Νικολάου Σαχάρωφ, Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 78(57), και σελ. 84(62): «Έτσι, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την ασκητική πρακτική ως τη ζώσα προετοιμασία για την αναδοχή της θεογνωσίας, η επίτευξη της οποίας αποτελεί προϋπόθεση της αληθούς θεολογίας. »
109. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 206(84), «Ο Κύριος Ιησούς είναι η απόλυτος οντολογική Αλήθεια. Δεν είναι δυνατόν να γνωρίση τις την Αλήθειαν ταύτην άλλως, ει μη ακολουθών την μέθοδον την οποίαν Αυτός ο ίδιος συνέστησεν: "Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω Εμώ, αληθώς μαθηταί Μου εστε, και γνώσεσθε την αλήθειαν…" (Ιωάννης 8,31)». Παράβαλλε άσκηση και θεωρία, σελ. 117.
110. Άσκηση και θεωρία, σελ. 124-25. Βλέπε Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 339(215), Άσκηση και θεωρία, σελ. 17, Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 96(71), Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η μετοχή στην ενέργεια του Θεού ως όρος πραγματώσεως της υποστατικής αρχής στον άνθρωπο», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2008, σελ. 250.
111. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η Σημασία του δόγματος στους διαλόγους, σελ. 13, «Για να γίνει όμως ο άνθρωπος μέτοχος της άκτιστης δόξας "εν αισθήσει", οφείλει να τηρεί όλες τις εντολές του Θεού, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό πρακτικώς την αγάπη του προς τον Θεό. Τήρηση των εντολών σημαίνει απόλυτη συμφωνία μεταξύ μας, αφού τότε έχουμε ένα και το αυτό φρόνημα, που είναι το φρόνημα του Θεού, όπως εκφράζεται στο θέλημά του. Με τον πρακτικό αυτό τρόπο γινόμαστε ένα Πνεύμα με τον Θεό, "το έν φρονούντες"».
112. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 112(72), 233(149), 403-4 (228-29). Παράβαλλε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 233, «Ο ίδιος ο Χριστός έθεσε ως προϋπόθεση της θεοφάνειας και θεοπτίας, αλλά και της ενοίκησης του Τριαδικού Θεού στον άνθρωπο, την αγαπητική πράξη της τηρήσεως των εντολών του Θεού».
113. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 233, «Η πράξη, που συνδέεται άρρηκτα με την σωματική άσκηση και την κάθαρση των παθών, είναι το θεμέλιο της θεωρίας θεοπτίας, και με τον τρόπο αυτό γίνεται ο θεοδίδακτος τρόπος του απλανώς θεολογείν».
114. Άσκηση και θεωρία, σελ. 118. Παράβαλλε Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 32. Στη σελ. 34 σημειώνει: «Όταν ο πιστός πορεύεται την οδό των εντολών του Χριστού, τότε ό,τιδήποτε ακατανόητο για την λογική μας, γίνεται με την Χάρη του Θεού κατανοητό, διότι δεν υπάρχει πια μέρος για το σκοτάδι, αφού το Φως το αληθινό φωτίζει την διάνοια και την άγνοιά μας… ».
115. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 139(110).
116. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 156(99). Παράβαλλε Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 66-67 και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 112(87).
117. Για ένα ενδιαφέρον άρθρο για την σχέση της μνήμης θανάτου και της σημασίας του κτίστου κόσμου, βλέπε Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Επίψαυσις αιωνιότητος. Η γοητεία της ζωγραφικής και η ατελεύτητος δημιουργία της προσευχής», σελ. 369-390.
118. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 24(16).
119. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 114(75).
120. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 29(19).
121. Βλέπε Περί Πνεύματος και Ζωής, σελ. 81(59).
122. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 33, 34(21,22). Παράβαλλε Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 121, 98 και Περί προσευχής, σελ. 80(54-55).
123. Βλέπε Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 33-34(25).
124. Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 70.

Δεύτερο Κεφάλαιο: Οι προϋποθέσεις τής χαρισματικής γνώσεως: π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ

 

Το πρώτο που επισημαίνει ο π. Σωφρόνιος στην προσπάθεια του ανθρώπου να συλλογιστεί είναι η αρμονία με το αντικείμενο του στοχασμού. [87] Πώς αποκτάται αυτή «η αρμονία»; Σχετίζεται με τις δύο πλευρές της αυθεντικής Χριστιανικής ζωής: την πίστη στο Χριστό από τη μία πλευρά και την ασκητική ζωή από την άλλη. [88] Αυτά τα δεδομένα που λειτουργούν αλληλοσυμπληρωματικά αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις της χαρισματικής γνώσης.

Στο πρώτο κεφάλαιο αναφερθήκαμε στους τρεις τύπους ανθρώπων[89]. Ο πρώτος είναι αυτός που με πίστη και ζώντας ασκητικά αποκτά την υπαρξιακή γνώση του Θεού. Η ακλόνητη πίστη στον Χριστό και τη διδασκαλία Του κρύβεται πίσω από κάθε προσωπική εμπειρία του Ακτίστου φωτός εξαιτίας της κοινωνίας στο Είναι. Ο π. Σωφρόνιος παρέχει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του τύπου ανθρώπου, όταν γράφει: «Εν τω Αγίω Όρει του Άθωνος συνήντησα το εξής σύνηθες φαινόμενον: Ο μοναχός δυνατόν να είναι όλος εν τω Θεώ, εν τω Φωτί, και το Φως τούτο εν αυτώ, παρ' αυτώ όμως δεν υπάρχει διανοητική αντίδρασις εις το γεγονός τούτο. Φαίνεται εις αυτόν φυσιολογική κατάστασις»[90]. Εδώ διακρίνουμε την αρχή ότι για την πίστη στον Χριστό δεν χρειάζεται κανείς να είναι ένας «διανοούμενος», ούτε είναι απαραίτητο να κατανοεί τα πάντα από την υπαρξιακή βίωση της κοινωνίας με τον Θεό. Ο π. Σωφρόνιος το τονίζει σε άλλο σημείο: «Η οδός ημών προς την γνώσιν του Θεού δεν διέρχεται δια των βιβλίων, αλλά δια της πίστεως εις τον λόγον του Χριστού»[91]. Η πίστη είναι απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου να καταλήξει κανείς σε πραγματική γνώση του Θεού, όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «εν τω φωτί σου οψόμεθα φως» (Ψαλμ 35,10).
Ο π. Ζαχαρίας, σχολιάζοντας την θεολογία του π. Σωφρονίου, θίγει αυτό το σημείο. «Από την πλευρά του ανθρώπου η βασικότερη προϋπόθεση για την εμφάνιση του Θείου Φωτός είναι η πίστη στην Θεότητα του Ιησού Χριστού.
Χωρίς πίστη δεν γίνεται καμιά προσαγωγή στον Θεό, και όλα όσα δεν προέρχονται "εκ πίστεως, αμαρτία εστίν"»[92]. Η πίστη στον Χριστό δεν είναι κάποια ασαφής «ομολογία της πίστης», αλλά η πίστη στο Χριστό ως Θεάνθρωπο. Από την αφετηρία αυτή -αναγνώριση της αληθινής υπόστασης, πρόσωπου του Χριστού- είναι δυνατό να προσεγγίζουμε σε μια προσωπική και ζωντανή κοινωνία στο Είναι. Βιώνοντας αυτή τη μυστηριακή πραγματικότητα, ο π. Σωφρόνιος σημειώνει: « Αλλ' όμως όσον παράδοξον και εάν φαίνηται τούτο, αι ακτίνες της φωτοφόρου Βασιλείας των ουρανών φθάνουν μέχρις ημών, ήδη εξ αυτής ταύτης της αρχής της πίστεως εις τον Χριστόν-Θεόν»[93].
Ωστόσο, προκειμένου να συλλάβει κανείς τη βαθύτερη έννοια αυτής της πίστης, πρέπει να ακολουθήσει έναν από τα δύο δρόμους: α) να διαθέτει παιδική απλότητα (Ματθαίος 18, 3), ή β) να γίνει ένας δια Χριστόν σαλός (Κορινθ. Α΄ 4, 10 -13)[94]. Η γνώση του Θεού δεν άρχεται ως διανοητική δραστηριότητα και κατόπιν εξελίσσεται σε Θεογνωσία. Μάλλον ο στοχαζόμενος σωπαίνει πριν από το φοβερό μυστήριο του Θεανθρώπου: «… Η μόνη οδός προς κατανόησιν της αληθείας διέρχεται δια της πίστεως και της ζώσης πείρας, τουτέστιν είναι η οδός της ιδίας της υπάρξεως»[95]. Πρόκειται για την πίστη, η οποία μαζί με την ασκητική ζωή, οδηγεί στην υπαρξιακή γνώση του υποστατικού Θεού. [96] Επιπλέον, οι προϋποθέσεις αυτές υπόσχονται τη δυνατότητα εισόδου στη σφαίρα της θείας αποκαλύψεως: «Και έκαστος πιστεύων εις Αυτόν, νικών εν τω αγώνι της μετανοίας τον ενεργούντα εν ημίν "νόμον της αμαρτίας " (Ρωμαίους Ζ' 23), καθίσταται, ομοίως προς τον Χριστόν, υπερκόσμιος»[97].
Όταν μιλάμε για πίστη, εννοείται ότι αυτή είναι η πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μόνον εντός αυτής το Άγιο Πνεύμα παρίσταται στη λειτουργία των μυστηρίων και συνεπώς ενεργοποιεί το βάπτισμα για να έχουν τα μέλη της τη δυνατότητα να διατηρήσουν την πίστη αλώβητη και να την εκφράζουν στην αγιοπνευματική ζωή του ασκητικού τους αγώνα. Οι επιστολές μεταξύ του π. Σωφρόνιου και του Δαβίδ Μπάλφουρ είναι άκρως περιεκτικές και διδακτικές. Γράφει:
«Όταν στερεωθείτε στην πίστη, θα ανακαλύψετε στη συνέχεια αμέτρητο αριθμό αποδείξεων σχετικά με την αλήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας και πίστεως: α) θεολογικού, β) ηθικού, ασκητικού και γ) ιστορικού χαρακτήρα. Τότε θα σας καταστεί αναμφίβολα σαφές ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διακρίνεται από όλες τις άλλες Εκκλησίες σε τρία επίπεδα, γιατί: α) μόνη αυτή αληθεύει πλήρως στη θεολογία της, β) μόνη αυτή γνωρίζει το μυστήριο της χάριτος, της Αγίας ζωής, και διαφυλάσσει στην πληρότητα τη θεία χάρη, και γ) είναι η αρχαιότερη, η θεμελιώδης, η βασική, από την οποία αποσχίσθησαν κατά καιρούς μεγαλύτερα ή μικρότερα τμήματα». [98]
Όταν επίσης αναφέρεται στην μεταστροφή του Balfour από τον Παπισμό στη Ορθοδοξία σημειώνει: «Έπρεπε κάπως να πεισθώ καταρχήν ότι εσείς προσερχόμενος στην Ορθοδοξία αποφύγατε ακριβώς τον Άδη»[99]. Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα αποτελούν μερικά μόνο παραδείγματα προκειμένου να τονισθεί η αναγκαιότητα της μετοχής στο πλήρωμα του σώματος του Χριστού, την Ορθόδοξη Εκκλησία ως το πλαίσιο για την κατανόηση της πίστεως.
Σε τελική όμως ανάλυση ο ρόλος της πίστεως ως προϋπόθεση της χαρισματικής γνώσης δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Η πίστη είναι η μία μόνο όψη. Η άλλη είναι η ζωντανή έκφραση της πίστης· η ασκητική ζωή της Εκκλησίας. Μια δυναμική προειδοποίηση του π. Σωφρόνιου πρέπει να ληφθεί υπόψη: «Η οδός των Πατέρων ημών απαιτεί ισχυράν πίστιν και μεγάλην υπομονήν, ενώ οι σύγχρονοι ημών άνθρωποι αποπειρώνται να αποκτήσουν πάντα τα πνευματικά χαρίσματα, και αυτήν εισέτι την άμεσον θεωρίαν του Απολύτου Θεού, βεβιασμένως και αυτομάτως»[100].
Στο σημείο αυτό θα εισέλθουμε στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης.
Σημειώσεις:

87. Κεφ. 1, σελ. 14-15. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 213(134) και σελ. 69-70(45).
88. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η Σημασία του δόγματος στους διαλόγους, σελ. 3, «Πίστη και ζωή στην Εκκλησία αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα».
89. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 99 (63-64). Σελ. 14-15, κεφ. 1.
90. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 326(209).
91. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 136-37(87).
92. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), «Το άκτιστο φως στη ζωή και τη διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2008, σελ. 296. Παράβαλλε Αρχιμ Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία τού Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 263(194), «Ο λόγος του Θεού ορίζει ότι για κάθε προσαγωγή στον Θεό είναι αναγκαία η πίστη».
93. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 141(91).
94. Περί προσευχής, σελ. 147(140).
95. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 211(163).
96. Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 36(26), «Η οδός προς τη γνώση του Θεού διέρχεται πρωτίστως μέσα από την πίστη, την αγάπη του Χριστού, και τη μετάνοια».
97. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 115(74).
98. Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 110. Παράβαλλε Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 300 και Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), «Ο μοναχικός βίος κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο Θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, σελ. 94. Επισημαίνει ο Γέροντας: «Τρία πράγματα δεν μπορώ να κατανοήσω: 1) πίστη χωρίς δόγμα, 2) Χριστιανισμό έξω από την Εκκλησία, 3) Χριστιανισμό χωρίς άσκηση». Είναι φανερό ότι η «Εκκλησία» εδώ είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία που αναφέραμε στο κείμενο.
99. Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 130. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι αναγνωρίζει ο π. Σωφρόνιος κάποιο είδος "έμπνευσης" στα έργα του Παπικού "Αγίου" Ιωάννη του Σταυρού, αν και αυτό διαφαίνεται ότι είναι κυρίως σε ψυχολογικό επίπεδο: «Ο Ιωάννης του Σταυρού με κατέπληξε με τη βαθειά ψυχολογική του ανάλυση. Περιγράφει με καταπληκτική αλληλουχία και πληρότητα μερικές ψυχικές καταστάσεις, με τις οποίες κυρίως ασχολείται», Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 273 και «Το εμπνευσμένο βιβλίο του παροτρύνει την ψυχή στην απόφαση να βαδίσει με υπομονή μέσα από την ξερή και γνωφώδη έρημο προς τη γη της επαγγελίας», όπου πριν, 283. Ωστόσο ο π. Σωφρόνιος έγραψε τα συγκεκριμένα προκειμένου να ανταποκριθεί στον ενθουσιασμό του Δαβίδ Μπάλφουρ, για τον οποίο ο Ιωάννης του Σταυρού ήταν πολύ αγαπητός. Ως αποτέλεσμα, τα σχόλια του π. Σωφρόνιου μπορεί να αποτελούν μία ποιμαντική συγκατάβαση, και όχι την άποψή του για το θέμα αυτό. Σε κάθε περίπτωση απαιτεί επισταμένη μελέτη.
100. Περί προσευχής, 187(168).