Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Η περίπτωσις τού Αγίου Σιλουανού Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ Πηγή: Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», πνευματικές δοκιμασίες, θεοεγκατάλειψη, (σελ 208-220).

Η περίπτωσις τού Αγίου Σιλουανού
Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ


Πηγή: Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», πνευματικές δοκιμασίες, θεοεγκατάλειψη, (σελ 208-220).

Η Θεοεγκατάλειψις εκείνη, ήτις εδόθη εις τον Άγιον Σιλουανόν να ζήση προ της εις αυτόν εμφανίσεως του Κυρίου, είναι, εν τη πνευματική αυτής πραγματικότητι, η κένωσις του ιδίου του Γέροντος. Κατ’ εκείνην την Θεοεγκατάλειψιν, την οποίαν εξέφρασεν ούτος δια των λόγων «Θεόν εκδυσωπήσαι αδύνατον», ήτο φανερά η Πρόνοια του Θεού, ήτις έδωκεν εις τον Σιλουανόν να βυθισθή εις το σκότος της απογνώσεως, να γευθή την φρικαλέαν δια την ψυχήν νέκρωσιν, να σμικρυνθή μέχρι του μηδενός ένεκα της απ’ αυτού απομακρύνσεως του Θεού. Αλλ’ αυτή η κάθοδος εις τον άδην ήτο η προετοιμασία της ψυχής αυτού, ίνα δεχθή τον εν μεγάλη δυνάμει εμφανισθέντα εις αυτόν Χριστόν. Το Φως της Θεότητος περιέλαμψεν αυτόν και η χάρις του Αγίου Πνεύματος επλήρωσεν αυτόν όλον, έτι και το σώμα. Η άκτιστος ζωή περιέβαλεν αυτόν, και η Άνωθεν παραχωρηθείσα «απόγνωσις-κένωσις» μετετράπη εις την «ταπείνωσιν του Χριστού, ήτις είναι απερίγραπτος». Ας ίδωμεν πώς ο ίδιος ο Σιλουανός ομιλεί περί της εμπειρίας αυτού:
«Ο Κύριος εδίδαξεν εμέ να κρατώ τον νουν μου εις τον άδην και να μη απελπίζωμαι, και κατ’ αυτόν τον τρόπον ταπεινούται η ψυχή μου, αλλά τούτο δεν είναι εισέτι εκείνη η αληθινή κατά Χριστόν ταπείνωσις, ήτις είναι απερίγραπτος …
»Η ταπείνωσις του Χριστού ενοικεί εις τους ελαχίστους, και ούτοι χαίρουν, διότι είναι ελάχιστοι. Ούτως έδωκεν εις εμέ ο Κύριος να εννοήσω …
»Γράφω περί τούτου, διότι η ψυχή μου γνωρίζει τον Κύριον.
»Μόνον εις τους ταπεινούς εμφανίζεται ο Κύριος εν Πνεύματι Αγίω… Η ταπείνωσις είναι Φως, εν ώ δυνάμεθα να ίδωμεν τον Θεόν-Φως
»Όστις εγνώρισε τον Θεόν Πνεύματι Αγίω, ούτος έμαθε παρ’ Αυτού (Χριστού-Θεού) την ταπείνωσιν, και ωμοιώθη προς τον Διδάσκαλον αυτού, τον Χριστόν, τον Υιόν του Θεού (βλ. Ματθ. ια’ 19) και εγένετο όμοιος Αυτώ (τω Χριστώ)». (Κεφ. III, Περί ταπεινώσεως).
Ουδείς εκ των γηγενών φθάνει το πλήρωμα του Χριστού εν τω κόσμω τούτω. Ο Χριστός είναι το καταπλήττον ημάς θαύμα: Θεός ών Παντοδύναμος σμικρύνει Εαυτόν δια της Σταυρώσεως και δι’ όλων των επακολουθησάντων παθημάτων, του θανάτου επί του σταυρού και της καθόδου εις τον άδην. Το θαύμα έγκειται εις το ότι εν τη δουλική (βλ. Φιλ. β’ 7-8) ημών μορφή υπάρξεως εφανέρωσεν Ούτος την τελειότητα της κενώσεως της Θείας αγάπης: «Τετέλεσται» (Ιωάν. ιθ’ 30, ιζ’ 4). Ουδείς δύναται να συγκριθή προς τον Χριστόν, αλλά τουλάχιστον πρέπει να υπάρχουν τινές, έστω ολίγοι, οίτινες κατά τινα τρόπον να είναι όμοιοι προς Αυτόν, ώστε «να γνωρίζουν τον Θεόν Πνεύματι Αγίω».
«Εγώ Παύλος ο δέσμιος του Χριστού Ιησού υπέρ υμών … είγε ηκούσατε την οικονομίαν της χάριτος του Θεού της δοθείσης μοι … ότι κατά αποκάλυψιν εγνώρισέ μοι το μυστήριον … ό δύνασθε αναγινώσκοντες νοήσαι την σύνεσίν μου εν τω μυστηρίω του Χριστού … δια του Ευαγγελίου, ού εγενόμην διάκονος κατά την δωρεάν της χάριτος του Θεού την δοθείσαν μοι κατά την ενέργειαν της δυνάμεως Αυτού. Εμοί τω ελαχιστοτέρω πάντων των αγίων εδόθη η χάρις αύτη …» (Εφεσ. γ’ 1-8).
«Δια πάσης προσευχής και δεήσεως, προσευχόμενοι … περί πάντων των αγίων, και υπέρ εμού, ίνα μοι δοθή λόγος … εν παρρησία γνωρίσαι το μυστήριον του Ευαγγελίου» (Εφεσ. στ’ 18-19).
Ο Απόστολος Παύλος παρεκάλει τους Εφεσίους να προσεύχωνται υπέρ αυτού, ώστε να δοθή εις αυτόν λόγος να αναγγείλη μετά παρρησίας το αποκαλυφθέν εις αυτόν «μυστήριον του Ευαγγελίου». Τοσούτον μάλλον έχω εγώ ανάγκην των προσευχών πάντων, και ενός εκάστου, ώστε να δυνηθώ να εκθέσω πιστώς μίαν εκ των σημαντικωτέρων πλευρών της χριστιανικής ζωής. Εν τη περιπτώσει μου δεν γίνεται λόγος περί ιδιαιτέρας τινός αποκαλύψεως. Εν τούτοις όμως είναι απαραίτητος, ως έδειξεν εις εμέ η πείρα μου ως πνευματικού, η υπόμνησις περί της απολεσθείσης υπό των πολλών γνώσεως των οδών της σωτηρίας. Επομένως, θερμώς παρακαλώ, προσεύχεσθε υπέρ εμού.
Μέγα υπήρξε το πνευματικόν ανάστημα του Αγίου Σιλουανού, εις τους πόδας του οποίου ωδήγησεν εμέ η Πρόνοια του Θεού. Ωμίλει και έγραφε δι’ απλών λόγων περί των δοθεισών εις αυτόν καταστάσεων. Οι λόγοι αυτού εν τούτοις είναι κατανοητοί μόνον υπ’ εκείνων, οίτινες έζησαν εν τη αυτή ατμοσφαίρα πνεύματος, ως και ο Σιλουανός. Συνέβη να συνομιλήσω μετά τινων εκ των πλέον διαπρεπών εκπροσώπων της ακαδημαϊκής θεολογίας. Ήτο οφθαλμοφανές ότι και εκείνοι, οίτινες εγνώριζον τα έργα των αγίων ασκητών της αρχαίας Αιγύπτου και Παλαιστίνης, δεν είχον ζώσαν πείραν εκείνου περί του οποίου εμαρτύρουν οι Πατέρες. Ιδού δια τι απεφάσισα να επιχειρήσω, έστω και εκ μέρους, να εξηγήσω τον ιδιαίτερον χαρακτήρα εκείνου του κόσμου, εν ώ διέμενε το πνεύμα του Αγίου· να υποδείξω τρόπον τινά εκείνην την πραγματικότητα, ήτις περικλείεται εις τους «απλούς» λόγους αυτού, ως επί παραδείγματι: «Ηρξάμην να πράττω καθώς εδιδάχθην υπό του Κυρίου· ο νους μου εκαθαρίσθη και το Πνεύμα εμαρτύρει εν τη ψυχή μου την σωτηρίαν». Τι σημαίνει όμως «καθαρός νους» και τι «μαρτυρία του Πνεύματος»;
Το γεγονός ότι, δια των ευχών του Αγίου Σιλουανού, ετέθην και εγώ εις την αυτήν πνευματικήν προοπτικήν, επιτρέπει εις εμέ να τολμήσω το εγχείρημα τούτο. Βεβαίως δεν εγνώρισα πλήρως το μέτρον εκείνης της ευλογίας, ήν ο Κύριος εξέχυσεν επ’ αυτόν· αλλ’ εν τούτοις και εις εμέ, τον έσχατον πάντων, εδόθη να ζήσω κατά τινας στιγμάς της ζωής μου εγγύτητος των καταστάσεων μου προς εκείνας τας οποίας εβίωσεν ο Άγιος, τολμώ να ομιλήσω περί του υψηλού τούτου θέματος. Εν τη προσπαθεία ταύτη αναποφεύκτως θα αναφερθώμεν εις βαθέα δογματικά προβλήματα.
«Θεόν εκδυσωπήσαι αδύνατον», εσκέφθη ο Άγιος. Επέπεσεν επ’ αυτόν πνεύμα απογνώσεως. Είχε την αίσθησιν ότι ο Θεός απεστράφη αυτόν έως τέλους και ότι δεν υπάρχει πλέον σωτηρία δι’ αυτόν. Η ψυχή αυτού ενατένιζεν εναργώς εις την αιωνίαν απώλειαν (βλ. Άγιος Σιλουανός, Κεφ. XIX, Διηγήσεις εκ της ιστορίας του βίου). Γράφει ούτος: «Το πνεύμα τούτο είναι τοσούτον απαίσιον και βασανιστικόν, ώστε είναι φοβερόν και να επαναφέρης αυτό εις την μνήμην. Είναι αδύνατον να βαστάση τούτο η ψυχή επί πολύ … μετέβην εις τον ναόν … και ατενίσας εις την εικόνα του Σωτήρος είπον: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν”. Και ευθύς είδον εις την θέσιν της εικόνος τον Ζώντα Κύριον, και η χάρις του Αγίου Πνεύματος επλήρωσε την ψυχήν και όλον το σώμα μου. Και ούτως εν Πνεύματι Αγίω εγνώρισα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός· και ηδέως επόθουν όπως πάσχω δια τον Χριστόν».
Το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό της εμφανίσεως του Ζώντος Κυρίου εις τον Σιλουανόν, μετά την δοκιμασίαν αυτού, μαρτυρεί περί του ότι εν εκείνη τη ώρα η κατάστασις του Αγίου Γέροντος δεν απείχε πολύ της καταστάσεως του Χριστού επί του Γολγοθά: «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες» (Ματθ. κζ’ 46). Γνωρίζομεν ότι ο ορών ο,τιδήποτε Θείον οφείλει να ευρίσκηται και ο ίδιος εις κατάστασιν ανάλογον του ορωμένου.
Ο Χριστός, μετά την κραυγήν Αυτού, παρέδωκε το Πνεύμα Αυτού εις τας χείρας του Πατρός. Τι συνέβη όμως εις την περίπτωσιν του Σιλουανού; … Εν θανασίμω θλίψει μετέβη εις τον ναόν, και ευθύς ως προέφερε την προσευχήν «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είδεν Αυτόν Ζώντα· και πάσα η ύπαρξις αυτού επληρώθη του πυρός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος μέχρι των ορίων των δυνάμεων αυτού. Εκ της οράσεως περιήλθεν ούτος εις πλήρη εξάντλησιν, και ο Κύριος εγένετο άφαντος. Δια του Πνεύματος όμως του Θεού ο Σιλουανός ηρπάγη εις τον ουρανόν, όπου ήκουσεν άρρητα ρήματα.
Βραδύτερον ο Όσιος Σιλουανός εβεβαίου ότι, όταν Αυτός ο Κύριος εμφανίζηται εις την ψυχήν εν μεγάλω Φωτί, τότε η ψυχή δεν δύναται να μη αναγνωρίση εν Αυτώ τον Δημιουργόν και Θεόν αυτής: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» ανεφώνησεν ο Απόστολος Θωμάς εις τον αναστάντα Χριστόν Ιησούν (Ιωάν. κ’ 28). Και ο Σαύλος-Παύλος επί της οδού προς Δαμασκόν ανεγνώρισεν εν τω ιδίω Φωτί τον Χριστόν-Θεόν. Η ζωή του χριστιανού είναι παράδοξος και εξαιρετικώς ιδιόμορφος. Η Θεοεγκατάλειψις και το σκότος της αιωνίου απωλείας συνυφαίνονται μετά της εμφανείας του Θεού εν τω ακτίστω Φωτί. Ως συμβαίνει και κατά την χάριν της μνήμης του θανάτου, η αιωνιότης παρουσιάζεται κατ’ αρχήν υπό αρνητικήν μορφήν, τουτέστιν ως γενική απόσβεσις της υπάρξεως, ύστερον όμως μεταβάλλεται εις θεωρίαν του Φωτός της αναστάσεως.
Ο Κύριος Ιησούς ηρώτησε τον Πατέρα: «Ινατί με εγκατέλιπες»; Φρονούμεν ότι επί του επιπέδου της Θεότητος δεν ήτο δυνατόν να επέλθη τούτο οντολογικώς, τουτέστι να χωρισθή ο Πατήρ από του συναϊδίου και ομοουσίου Υιού Αυτού, εις τον Οποίον μετέδωκεν άπαν το πλήρωμα του αιωνίου Αυτού Είναι. Πώς λοιπόν να εννοήσωμεν ακριβώς εκείνο, όπερ εγένετο εις τον «άνθρωπον Χριστόν Ιησούν» (Α’ Τιμ. β’ 5); Εκ της πείρας του Σιλουανού, ως και όλων των άλλων ανά τους αιώνας μεγάλων ασκητών της ευσεβείας, παρατηρούμεν συνύπαρξιν της βαρείας Θεοεγκαταλείψεως μετά της άκρας εντάσεως προς τήρησιν των εντολών του Θεού (βλ. Ιωάν. ε’ 30, ι’ 18, ιε’ 10, ιη’ 11). Διαπιστούμεν το φαινόμενον τούτο, αλλ’ ουδόλως δυνάμεθα να ερμηνεύσωμεν αυτό, ιδιαιτέρως όταν γίνηται λόγος περί του Θεανθρώπου Χριστού. Κατ’ ουσίαν, εν ταις σπανίαις ταύταις περιπτώσεσι της κατά Θείαν πρόνοιαν εγκαταλείψεως, πρέπει να διακρίνωμεν το άμετρον μεγαλείον της δωρεάς του Θεού. Άνευ της εμπειρίας ταύτης είναι δύσκολον να συλλάβωμεν την επηγγελμένην θέωσιν του πεπτωκότος ανθρώπου.
Το γεγονός, εις το οποίον νυν αναφέρομαι, είναι η «κένωσις» της Θείας αγάπης. Ο Χριστός Ιησούς, «η εικών του Θεού», Θεός ών κατ’ ουσίαν, ή ως εξέφρασε τούτο ο Απόστολος Παύλος, «εν μορφή Θεού υπάρχων», εταπείνωσεν ο Ίδιος Εαυτόν εξ υπακοής προς τον Πατέρα μέχρι πλήρους απαρνήσεως της ανθρωπίνης Αυτού θελήσεως, «μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού».
«Περίλυπος εστιν η ψυχή Μου έως θανάτου … και προελθών μικρόν έπεσεν επί πρόσωπον Αυτού προσευχόμενος και λέγων· Πάτερ Μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ Εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχ ως Εγώ θέλω, αλλ’ ως Συ … Εγένετο δε ο ιδρώς Αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην. Πάλιν εκ δευτέρου απελθών προσηύξατο λέγων· Πάτερ Μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ Εμού εάν μη αυτό πίω, γενηθήτω το θέλημα Σου! … πάλιν προσηύξατο εκ τρίτου τον αυτόν λόγον ειπών» (Ματθ. κστ’ 28-39, Λουκ. κβ’ 44, Ματθ. κστ’ 42-44). Και ακριβώς δια τούτο «ο Θεός Αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο Αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα» (Φιλ. β’ 9).
Ο υπερυψωθείς Χριστός- άνθρωπος παραμένει αιωνίως ανυπέρβλητος εις τον άθλον της κενώσεως Αυτού: Επορεύθη προς επονείδιστον θάνατον προωρισμένον δι’ εγκληματίας. Εκρεμάσθη επί σταυρού, γυμνός ενώπιον της Μητρός Αυτού, ενώπιον των γυναικών αίτινες διηκόνουν Αυτόν, εγκατελείφθη υπό των μαθητών, είδε την πλήρη αποτυχίαν του κηρύγματος Αυτού … Και τις θα ηδύνατο να απαριθμήση πάντα όσα έπασχεν Ούτος εντός Αυτού, εν ταις ημέραις εκείναις;
Ούτως, αυτού του είδους η εγκατάλειψις είναι ο άλλος πόλος της Θείας αγάπης. Η αγάπη αύτη εδόθη εις ημάς ως εντολή υπό του Χριστού δια των φοβερών τούτων λόγων: «Εί τις έρχεται προς Με και ου μισεί … (παν ό,τι είναι εις αυτόν πολύτιμον), έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί Μου μαθητής είναι» (Λουκ. ιδ’ 26 και 33).
Σπανίως, καθ’ όλην την διάρκειαν της ιστορίας της Εκκλησίας, εδόθη εις άνθρωπον να βιώση την κατά παραχώρησιν Θεού εγκατάλειψιν εις τοιούτον μέτρον, ως ο δούλος του Θεού του Υψίστου Σιλουανός. Ότε, κατά την εμφάνισιν του Χριστού, περιέλαμψεν αυτόν το μέγα Φως, τότε, ό,τι εφαίνετο ως θανάσιμος εκ της Θεοεγκαταλείψεως πόνος, μετετράπη εις «ταπείνωσιν Χριστού, ήτις είναι απερίγραπτος». Αύτη είναι η οντολογική πλευρά της ανάρχου αγάπης του Τριαδικού Θεού. Ο Θεός, ο απόλυτος εν τη απείρω Αυτού παντοδυναμία, είναι απόλυτος δι’ ακαταλήπτου τρόπου και εις την «κένωσιν-ταπείνωσιν», Αυτού.
Όστις ηγάπησε φλογερώς τον Ιησούν Χριστόν, τον Θεόν-Δημιουργόν ημών και Θεόν-Σωτήρα, αφεύκτως ζη δύο εκ διαμέτρου αντιθέτους φαινομενικώς καταστάσεις: την εις άδου κάθοδον και την εις ουρανούς ανάβασιν. Ο άγιος Παύλος γράφει περί τούτου ως εξής:
«3.8 Εμοί τω ελαχιστοτέρω πάντων των αγίων εδόθη η χάρις αύτη, εν τοις έθνεσιν ευαγγελίσασθαι τον ανεξιχνίαστον πλούτον του Χριστού 3.9 και φωτίσαι πάντας τίς η οικονομία του μυστηρίου του αποκεκρυμμένου από των αιώνων εν τω Θεώ, τω τα πάντα κτίσαντι δια Ιησού Χριστού, 3.10 ίνα γνωρισθή νυν ταις αρχαίς και ταις εξουσίαις εν τοις επουρανίοις δια της εκκλησίας η πολυποίκιλος σοφία του Θεού, 3.11 κατά πρόθεσιν των αιώνων ήν εποίησεν εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, 3.12 εν ώ έχομεν την παρρησίαν και την προσαγωγήν εν πεποιθήσει δια της πίστεως αυτού. 3.13 Διό αιτούμαι μη εκκακείν εν ταις θλίψεσί μου υπέρ υμών, ήτις εστί δόξα υμών. 3.14 Τούτου χάριν κάμπτω τα γόνατά μου προς τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, 3.15 εξ Ου πάσα πατριά εν ουρανοίς και επί γης ονομάζεται 3.16 ίνα δώη υμίν κατά τον πλούτον της δόξης αυτού δυνάμει κραταιωθήναι δια του Πνεύματος αυτού εις τον έσω άνθρωπον, 3.17 κατοικήσαι τον Χριστόν δια της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών, 3.18 εν αγάπη ερριζωμένοι και τεθεμελιωμένοι ίνα εξισχύσητε καταλαβέσθαι συν πάσι τοις αγίοις τι το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος, 3.19 γνώναί τε την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην του Χριστού, ίνα πληρωθήτε εις παν το πλήρωμα του Θεού» (Εφεσ. γ’ 8-19).
Η «διαπασών» της χριστιανικής ζωής υπερβαίνει αμέτρως την συνήθη ακοήν των ανθρώπων. «Υπερβαίνει» αυτήν και κατά το βάθος και κατά το ύψος. Δυστυχώς πλείστοι είναι εκείνοι, οίτινες δεν συλλαμβάνουν τα θαυμαστά κύματα του θείου ύμνου, τα εκπεμπόμενα εκ του ανεξιχνιάστου βάθους του προαιωνίου Είναι. Εις τον πιστεύοντα εις την Θεότητα του Χριστού, και δυνάμει της πίστεως ταύτης οικοδομούντα την ζωήν αυτού επί την πέτραν του λόγου-διδαχής Αυτού (βλ. Ματθ. ζ’ 24-27), αποκαλύπτονται απόκρυφοι άβυσσοι, ανυποψίαστοι δια τους μη αποδεχθέντας τον Χριστόν ως τον Αληθινόν Θεόν, ως την παναγίαν και απόλυτον Αυθεντίαν (βλ. Ματθ. κγ’ 8)· την (άνευ βίας) Αυθεντίαν πρώτον της Αληθείας του Ανάρχου Γεγονότος και δεύτερον της Τελείας Αγάπης.
Ο μακάριος Γέρων διέκρινε δύο είδη ταπεινώσεως: Την ασκητικήν και την Θείαν. Ολίγας στιγμάς προ της τελευτής αυτού, εις ερώτησίν μου: «Γέροντα, θέλετε να αποθάνητε;», απεκρίθη: «Δεν εταπεινώθην εισέτι». Ουδεμίαν αμφιβολίαν έχω ότι ούτος είχεν υπ’ όψιν την απερίγραπτον (Θείαν) ταπείνωσιν του Χριστού, της οποίας ουδέποτε ηδύνατο να επιλησθή. Ενθυμούμενος ταύτην έγραφε: «Μακαρία η ψυχή, ήτις φυλάττει την καθαρότητα του σώματος και της ψυχής. Ο Κύριος αγαπά αυτήν και δίδει εις αυτήν την χάριν του Αγίου Πνεύματος· και η χάρις αύτη συνέχει την ψυχήν ούτω να αγαπά τον Θεόν, ώστε εκ της ηδύτητος του Πνεύματος του Αγίου δεν δύναται αύτη να αποσπασθή από του Θεού, και ακορέστως ορμά προς Αυτόν, επειδή εν τη αγάπη του Θεού δεν υπάρχει τέλος. Γνωρίζω όμως άνθρωπον (πρόκειται περί του ιδίου), τον οποίον επεσκέφθη ο Κύριος δια της χάριτος Αυτού, και εάν ηρώτα Αυτόν ο Κύριος: «Θέλεις να δώσω εις σε μεγαλυτέραν χάριν;», τότε η ασθενής κατά το σώμα ψυχή θα έλεγε: «Κύριε, Συ βλέπεις ότι, εάν θα δώσης έτι μεγαλυτέραν χάριν, δεν θα ανθέξω, θα αποθάνω!». Αι ακραίαι αύται εντάσεις δίδονται εις λίαν σπανίους ασκητάς, εν όσω ούτοι ευρίσκονται έτι εν σώματι, και τούτο μόνον εν βραχυτάτω χρόνω, εν τω οποίω, εν τούτοις, αποκαλύπτεται η άχρονος αιωνιότης.
Ο λόγος μου είναι ανίσχυρος. Βλέπω ότι ουχί μόνον η «ταπείνωσις» του Χριστού ως τελειότης της Θείας αγάπης είναι απερίγραπτος, αλλά και πολλαί άλλαι πλευραί της ζωής ταύτης είναι δι’ εμέ ωσαύτως ανέκφραστοι. Εις ημάς εδόθη ως εντολή ακριβώς η Θεία τελειότης, την οποίαν δεν φθάνομεν, αλλά και μόνον ο πόθος αυτής δίδει εις ημάς να αισθανθώμεν δι’ όλης της υπάρξεως ημών ότι εγγίζει ημάς η Απόλυτος Θεότης. Αύτη ελκύει προς Εαυτήν την ψυχήν, και η ψυχή πάσχει, διότι δεν είναι εις θέσιν να περιλάβη την ζωήν ταύτην, και ούτω διέρχεται εσταυρωμένη τους χρόνους αυτής επί της γης. Και δεν δύναται να κατέλθη από του αοράτου τούτου σταυρού, διότι, οσάκις «κατέρχεται», έστω και εκ μέρους, ατονεί εν αυτή το ρεύμα της αληθούς αιωνιότητος (βλ. Ματθ. κζ’ 40).
Δυνάμεθα να είπωμεν ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι φιλοσοφική τις διδαχή, αλλά κατ’ εξοχήν ζωή. Ζωή και αγάπη «εις τέλος», μέχρι του αυτομίσους. Τούτο είναι το μέγα της ευσεβείας μυστήριον (Α’ Τιμ. γ’ 16), «ό κατ’ αποκάλυψιν εγνωρίσθη ημίν» (πρβλ. Εφεσ. γ’ 3) εν Χριστώ, προσεφέρθη τούτο δια του λόγου Αυτού, εφανερώθη δια του παραδείγματος του Χριστού, «Όν αι χείρες ημών εψηλάφησαν» (πρβλ. Α’ Ιωάν. α’ 1). Παρά ταύτα το μυστήριον τούτο παραμένει ανεξερεύνητον, απαραβίαστον, «απερίγραπτον».
Ο Άγιος Σιλουανός εξέφραζε ποικιλοτρόπως πάντοτε την αυτήν ιδέαν: «Ο Θεός και πάντα τα επουράνια γνωρίζονται ουχί άλλως, ει μη δια Πνεύματος Αγίου». Και κατά την δωρεάν του αυτού Αγίου Πνεύματος, του εκ του Πατρός εκπορευομένου, δυνάμεθα εν τη Εκκλησία ημών να γνωρίσωμεν υπαρκτικώς, δια ζώσης πείρας, την «κένωσιν» του Υιού του Πατρός εν τω γεγονότι της Σαρκώσεως, εν τη ερήμω, εν τη εν Γεθσημανή προσευχή και επί του Γολγοθά. Το αυτό Άγιον Πνεύμα δεικνύει και την εις ημάς επικειμένην κένωσιν εν τω θανάτω ημών.
Δια της πίστεως εις τον Κύριον και Θεόν ημών Ιησούν Χριστόν αποβαίνει αύτη, εν τινι μέτρω, εφικτή και εις ημάς. Δυνάμεθα όμως να πορευθώμεν πέραν τούτου; … Εν τη Εκκλησία διδασκόμεθα να ζώμεν την γέννησιν του Υιού εν τη Αγία Τριάδι ως κένωσιν του Πατρός, Όστις προσφέρει Εαυτόν όλον εις τον Υιόν, εν παντί τω πληρώματι του ανάρχου Αυτού Είναι. Και ούτως, ο Υιός είναι ίσος προς τον Πατέρα εν τω απολύτω πληρώματι του Θείου Είναι. Ύστερον βλέπομεν την αντίστροφον κίνησιν: Ο Υιός εν τω αυτώ πληρώματι αυτοκενωτικής αγάπης, παραδίδει Εαυτόν εις τον Πατέρα και κατά την Θείαν και κατά την ανθρωπίνην φύσιν Αυτού.
Θα ήτο άρα γε επιτρεπτόν εις τον άνθρωπον να τολμήση και, υπερβαίνων ούτος το μέτρον της προσωπικής αυτού πείρας, να κατανοήση εν νοερά θεωρία την συμμετοχήν του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος εις τον επί του σταυρού θάνατον του Υιού;
Ο Υιός, «δι’ Ού τα πάντα εγένετο» (Ιωάν. α’ 3), είναι ο Δημιουργός του Ανθρώπου. Ούτος σαρκούται, προσλαμβάνει εν τη Θεία Αυτού Υποστάσει την «δουλικήν» (βλ. Φιλ. β’ 7) ημών μορφήν υπάρξεως, και κατά συνέπειαν και τα μετά την Πτώσιν παθήματα της ανθρωπότητος. Τοιαύτη οδός λυτρώσεως του πεπτωκότος ανθρώπου απεφασίσθη εν τη προαιωνίω Βουλή της Αγίας Τριάδος. Δεν είναι άρα γε τούτο η κένωσις του Πατρός, Όστις «ούτως ηγάπησε τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον Μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. γ’ 16) εν τοις κόλποις της Θεότητος; Και το Πνεύμα το Άγιον, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, ζη δια της αυτής αγάπης, ήτις υπάρχει και εν τω Πατρί. Επομένως ο Πατήρ και το Πνεύμα συμμετέχουν αιωνίως εις το ανατεθέν εις τον Ιησούν «έργον» (Ιωάν. ιζ’ 4). Ο κενωτικός χαρακτήρ της τελείας αγάπης απεκαλύφθη εις ημάς υπό του Θεού. Και ημείς νυν γνωρίζομεν ότι δεν υπάρχει άλλη οδός προς την πληρότητα της θεώσεως ημών. «Τετέλεσται! Και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα» (Ιωάν. ιθ’ 30). «Εν ώ γαρ πέπονθεν Αυτός πειρασθείς, δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι» (Εβρ. β’ 18). Ζώμεν λοιπόν επ’ ελπίδι ότι εν τη ώρα του θανάτου θα είναι Ούτος μεθ’ ημών, εάν ημείς εμείναμεν μετ’ Αυτού δια του αγώνος ημών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου