Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2018

Εικόνα: π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ Τρίτο Κεφάλαιο: Η βίωση των δογμάτων και η «Δογματική Συνείδηση» Γ) Η «Δογματική Συνείδηση»



Με τη Δογματική Συνείδηση φτάνουμε στο ύψος της κατανόησης της θεολογίας του π. Σωφρονίου. Είναι η Δογματική Συνείδηση που φέρνει ένα πιστό στο σημείο να παράγει πρωτογενή Χαρισματική Θεολογία. Η Δογματική Συνείδηση είναι το αποτέλεσμα του συνδυασμού της πίστης και της ζωής της Εκκλησίας, δηλαδή, η σύλληψη των Δογμάτων τόσο σε διανοητικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ζωντανής αφομοίωσης. Ο π. Σωφρόνιος δίνει μια ξεκάθαρη περιγραφή της διαδικασίας αυτής:

"Μόνον μετά παρέλευσιν πολλών ετών εναλλαγής πνευματικών καταστάσεων, συνοδευομένων συνήθως υπό της αναγνώσεως των Αγίων Γραφών και των έργων των Πατέρων της Εκκλησίας, συνομιλιών μετά πνευματικών οδηγών και άλλων της ευσεβείας εργατών, κατόπιν μακρού πολέμου κατά των παθών, ο άνθρωπος ανακαλύπτει εντός αυτού το φως της γνώσεως των οδών του Πνεύματος, το ελθόν μυστικώς "άνευ παρατηρήσεως" (Λουκάς ιζ' 20). Αυτή είναι η υφ' ημών κληθείσα δογματική συνείδησις, η βαθεία ζωή του πνεύματος, και ουχί η αφηρημένη γνώσις". 207

Εν συντομία, η Δογματική Συνείδηση είναι η γνώση που κερδίζει ένας άνθρωπος από το συνδυασμό της ανθρώπινης εμπειρίας και της θείας χάριτος μέσω της κυκλικής κίνησης της εμπειρίας και της εγκατάλειψης της χάριτος. 208

Αυτή η γνώση είναι η ίδια η εσωτερική θεία ζωή και υπερβαίνει κάθε «επίσημη» ή «διανοητική» γνώση του Δόγματος. Είναι να «βλέπει» κανείς με τα νοερά μάτια της ψυχής την πραγματικότητα της Αγίας Τριάδας ως τρία σε ένα, ή της ενσάρκωσης του Χριστού ως δύο φύσεις σε μια υπόσταση:

"Αλλά ενταύθα είναι απαραίτητον να σημειώσωμεν ότι η δογματική αυτή συνείδησις, ήτις έρχεται εκ της πείρας της χάριτος, διακρίνεται ποιοτικώς της ομοίας εξωτερικώς δογματικής συνειδήσεως, ήτις είναι αποτέλεσμα της "πίστεως εξ ακοής", ή της ακαδημαϊκής μορφώσεως ή της φιλοσοφικής πεποιθήσεως των αφηρημένων παραστάσεων". 209

Επιπλέον, επιτρέπει σε κάποιον που έχει αποκτήσει τη Δογματική Συνείδηση να διακρίνει με ακρίβεια την αυθεντική εμπειρία ή όραμα από μια δαιμονική εμφάνιση, και να διακρίνει τη διαφορά μιας αιρετικής ή λανθασμένης περιγραφής του Θεού από την ορθή. Για το λόγο αυτό, ανήκει στα υψηλότερα επίπεδα της πνευματικής πράξης και γνώσης, και γενικά παρατηρείται μόνον σε ανθρώπους πολύ προχωρημένους στην αγιοπνευματική ζωή. 210

Αντίστοιχα, οποιαδήποτε παρέκκλιση στην πνευματική ζωή έχει άμεσο αρνητικό αποτέλεσμα στην Δογματική Συνείδηση ενός ανθρώπου:

"Εάν μεταβάλητέ τι εις την δογματικήν υμών συνείδησιν, τότε αναποφεύκτως θα μεταβληθή κατά το αντίστοιχον μέτρον και η πνευματική υμών πράξις και γενικώς η μορφή της πνευματικής υμών υπάρξεως. Και αντιστρόφως, παρέκκλισις εκ της αληθείας εν τη εσωτερική πνευματική ζωή θα επιφέρη μεταβολήν εις την δογματικήν συνείδησιν". 211.

Αξιοσημείωτο είναι ότι, ακόμη και στο επίπεδο της Δογματικής Συνείδησης στο κατώφλι της Χαρισματικής Θεολογίας πρέπει ο πιστός να φροντίζει τον εαυτό του να παραμένει σταθερά επάνω στο θεμέλιο της πίστης και της ασκητικής ζωής.

Πάνω απ' όλα πρέπει να επισημανθεί, σε αντίθεση με τις διάφορες θεωρίες για το πώς τα Χριστιανικά δόγματα προήλθαν, ότι «η ασκητική δογματική συνείδησις δεν είναι λογική ανάλυσις πνευματικών βιωμάτων, πράγμα εν γένει ψυχολογικώς φυσικόν»212. Αντίθετα, «η άλυσις των προβλημάτων τούτων, όλη η σειρά των δογματικών θέσεων, αλλά τα πάντα εξελίσσονται υπό Ιδιαιτέρας συνθήκας, όλως διαφόρους των της ακαδημαϊκής επιστημονικής εργασίας»213. Με αυτό κατά νου θα εξετάσουμε τις δύο πλευρές της Δογματικής Συνείδησης: τη διάκριση των πνευμάτων, και την υποδοχή και διατύπωση της άμεσης αποκαλυπτικής θεολογίας.



1. Βιωματική εμπειρία και δογματική συνείδηση: Διάκριση πνευμάτων

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, όταν κάποιος προχωρήσει στην βίωση αφομοίωση των δογμάτων, και έχει αποκτήσει επαρκή εμπειρία της έλευσης και εγκατάλειψης της χάριτος, τότε μπορεί να λάβει από τον Θεό την πρώτη αύρα της Δογματικής Συνείδησης: την διάκριση των πνευμάτων, ως την ικανότητα να διακρίνει τη ενέργεια της θείας χάριτος από τη δαιμονική πλάνη. Αποτελείται από την προσωπική εμπειρία της χάριτος σε συνδυασμό με το εκ του Θεού δώρο της πνευματικής διάκρισης. Ο π. Σωφρόνιος προσπαθεί να περιγράψει αυτή η πτυχή της Δογματικής Συνείδησης όταν γράφει:

"Η προσευχή αυτή συγγενειάζει την ψυχήν προς το Πνεύμα της Αληθείας. Όταν δε γνωρίση Αυτό, έκτοτε θα αναγνωρίζη Αυτό "εκ της γεύσεως", ως έλεγεν ο Άγιος Σιλουανός, και θα παραδίδηται εις Αυτό. Αντιθέτως: Δια τίνος διαισθήσεως θα αποκρούη ευθύς τα πολλά φάσματα της αληθείας, τα δυνάμενα να προσελκύσουν τον άπειρον νουν και την αφώτιστον καρδίαν". 214.

Όπως μπορούμε να δούμε από την περιγραφή αυτή, η φύση του "πώς" ένας άνθρωπος μπορεί να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα δεν είναι κάτι προσδιορίσιμο για κάποιον που δεν κατέχει τέτοιο χάρισμα. Μπορεί να περιγραφτεί μόνο μεταφορικά, ως «εκ της γεύσεως», σε άνθρωπο άπειρο του χαρίσματος. Στον ασκητή, ο οποίος έχει μεταμορφωθεί από την εμπειρία της χάριτος και το δικό του ασκητικό αγώνα, χορηγείται η χαρισματική διάκριση και γίνεται, ομοία προς την πλέον ευαίσθητον ακουστικήν συσκευήν, ήτις αντιδρά εναργώς εις ήχους μόλις υποπίπτοντας εις την ακοήν, μάλιστα δε και εις τας μη αισθητάς κινήσεις του αέρος. Όταν δε το πνεύμα ημών βιώση πλέον ή εκατοντάκις τον αυτόν κύκλον αναβάσεων και πτώσεων, τότε αμφότεραι αι καταστάσεις τοσούτον αφομοιούνται υπό της ψυχής, ώστε αυτή τρόπον τινά να φέρη αδιαλείπτως εν εαυτή και την βασιλείαν και τον άδην. 215.

Ήδη διακρίνουμε τις πιθανές δυσκολίες ή τα εμπόδια για έναν «άπειρο» ακαδημαϊκό θεολόγο του να διακρίνει την αλήθεια, ακόμη και το να την εκφράζει.

Αλλά κάποιος μπορεί να ρωτήσει αυτό που ο π. Σωφρόνιος ο ίδιος κάποτε ρώτησε τον Άγιο Σιλουανό: «Τίνι τρόπω δύναται ο άνθρωπος εκ της πείρας αυτού να αντιληφθή τούτο;»216. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει ήδη αναλυθεί σε μεγάλο βαθμό: να κρατάει κανείς την πίστη και να την ενσαρκώνει στη δική του ζωή μέσα από τους ασκητικούς αγώνες. Τι απάντησε όμως ο άγιος Σιλουανός; Όταν ο Θεός εμφανίζεται μέσα στο άκτιστο Φως της παρουσίας Του ο άνθρωπος σε καμία περίπτωση δεν αμφιβάλλει ότι πρόκειται για εμφάνιση του ίδιου του Κυρίου, του Παντοκράτορος Δημιουργού του. Από το σημείο αυτό ο άνθρωπος είναι σε θέση κατανοήσει τα περί του Θεού αποκαλυφθέντα, όχι μόνο στα λόγια των Αγίων Πατέρων, αλλά και μέσω της δικής του προσωπικής εμπειρίας. Ο π. Σωφρόνιος λέει:

"Όστις ηξιώθη αμυδράς εισέτι θεωρίας του φωτός, ούτος δεν δύναται να αντιληφθή σαφώς το ετεροφυές του θεωρουμένου φωτός ως προς την ψυχην αυτού, και δι' αυτόν η οδός προς την βεβαιοτέραν επίγνωσιν δύναται να είναι ή η πλήρης εμπιστοσύνη εις την πείραν των Αγίων Πατέρων, αξιωθέντων της αυθεντικής θεωρίας, ή η περαιτέρω επανάληψις των επισκέψεων και των άρσεων της χάριτος, αίτινες θα διδάξουν αυτόν να διακρίνη την Άκτιστον θείαν ενέργειαν από της φυσικής ενεργείας του ανθρώπου". 217

Στην ερώτηση του π. Σωφρόνιου και στην απάντηση του Αγίου Σιλουανού μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής. Πρώτον, όταν ένας άνθρωπος πραγματικά «βλέπει» τον Θεό, μένει με μια τέτοια αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα ότι είναι ο Θεός τον οποίο συνάντησε ώστε είναι αδύνατον να αμφισβητήσει την αλήθεια Αυτού218. Αυτό είναι το ουσιαστικό γνώρισμα για τη βίωση της Ορθόδοξης θεολογίας ως αξιόπιστης και αλάθητης και μαρτυρείται σε όλα τα γραπτά του Αγίου Σιλουανού. Δεύτερον, ένας άνθρωπος είναι σε θέση μετά από μια τέτοια θεωρία να χρησιμοποιεί την εμπειρία του Θεού ως μέρος των κριτηρίων της αληθείας, και όχι αποκλειστικά την εξωτερική μαρτυρία των Αγίων Πατέρων. Τρίτον, αυτή η διάκριση των πνευμάτων, ως βασική πτυχή της Δογματικής Συνείδησης, αφομοιώνεται μέσω της διαδικασίας εμφάνισης και εγκατάλειψης της χάριτος, με τον ασκητή-θεολόγο «ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας».

Ας εξετάσουμε τώρα μία άλλη πτυχή της Δογματικής Συνείδησης· την ικανότητα να λαμβάνει και να εκφράζει κανείς την αποκάλυψη της αλήθειας.



2. Η βίωση και η έκφραση της άμεσης αποκαλυπτικής θεολογίας

Το δεύτερο στοιχείο της Δογματικής Συνείδησης περιλαμβάνει τόσο την ικανότητα να «λάβει» κανείς άμεση αποκάλυψη, αλλά κυρίως τη δυνατότητα να εκφράζει ή να «μεταφράζει» το αποκαλυφθέν σε ανθρώπινη γλώσσα. 219 Σχετικά με αυτό, ο π. Σωφρόνιος γράφει:

"Σε όλες τις εποχές η θεολογική ανάπτυξη δεν είχε κατά βάθος άλλο λειτούργημα από το να καθιστά τις δυσνόητες δογματικές αλήθειες προσιτές στα πνεύματα, "μεταφράζοντάς" τις σε γλώσσα προσαρμοσμένη στις ανάγκες των ανθρώπων... Αλλά... κάθε "προβληματική" καταρρέει, μόλις ο άνθρωπος φθάσει σε άμεση θεωρία του Θεού". 220

Η Εκκλησία διατρανώνει τη θεολογία της στη διαδικασία κυρίως που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μιας ομάδας εμπνευσμένων και Αγίων ανθρώπων που αγωνίζονται να δώσουν κοινή έκφραση στην αλήθεια της άμεσης αποκάλυψης, δηλαδή, στις Οικουμενικούς Συνόδους:

Όταν, παρομοίως προς τους Αποστόλους, ο άνθρωπος δια της χάριτος αρπαγή εις την όρασιν του Θείου Φωτός, κατόπιν θεολογεί "διηγούμενος" ό,τι είδε και εγνώρισεν. Η πραγματική θεολογία δεν είναι επινόησις του ανθρωπίνου λογικού ή αποτέλεσμα κριτικών μελετών, αλλά εκμυστήρευσις περί της κρείττονος εκείνης υπάρξεως, εις την οποίαν εισήχθη ο άνθρωπος τη επενεργεία του Αγίου Πνεύματος. 221

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν δυσκολίες σε αυτή τη διαδικασία του "μεταφράζειν" την χαρισματική γνώση, ώστε να μπορεί να μεταδοθεί και να γίνει κατανοητή από τους άλλους: «Ίδιον της οράσεως ταύτης είναι να υπερβαίνη τον χώρον και τον χρόνον: Το παν συνάγεται εις τα "ένδον", εις τι απείρως μικρόν σημείον· να εκφράσωμεν όμως δια λόγων το γνωσθέν κατά τας στιγμάς ταύτας είναι ως να ιστάμεθα προ απεράντου πελάγους»222.

Θα βρούμε μια ακόμη εξήγηση στην αλληλογραφία μεταξύ του π. Σωφρόνιου και του Δαβίδ Μπάλφουρ. Γράφει ότι ένας άνθρωπος πρέπει να στηρίζεται στην πίστη και αργότερα καθώς αρχίζει να αποκτά πνευματική εμπειρία, ο νους του θα αρχίσει να καταλαβαίνει αυτή την πίστη ως αλήθεια. Υπογραμμίζει, όμως, ότι είναι αδύνατο να το εξηγήσει αυτό σε έναν άνθρωπο χωρίς πνευματική εμπειρία. 223

Τελικά, τα προβλήματα γλώσσας δεν αποτελούν ένα εμπόδιο στη μετάδοση αυτής της άμεσης αποκάλυψης για όσους είχαν παρόμοιες εμπειρίες. Η χαρισματική θεολογία αναγνωρίζεται από εκείνους που έχουν βιώσει τη χαρισματική γνώση, είτε είναι η φρασεολογία γνώριμη, είτε όχι. Ο π. Σωφρόνιος γράφει:

"Άλλοτε παρέχεται και λόγος προς έκφρασιν του ορωμένου, άλλοτε συναντώνται δυσκολίαι προς εξεύρεσιν λόγων και εννοίας. Όμως, παρά πάσας τας δυσκολίας ταύτας και το αναπόφευκτον των διαφόρων μορφών εκφράσεως, εκείνος όστις εγνώρισεν, ούτος και εν άλλη λεκτική μορφή δύναται να διακρίνη την αυθεντικήν θεωρίαν από της απατηλής θεωρίας του λογικού στοχασμού, όσον και αν ο στοχασμός ούτος τυγχάνη μεγαλοφυής". 224

Αυτό όμως μπορεί να αποτελέσει ένα επικίνδυνο πρόβλημα για εκείνους που είναι «άπειροι» σε αυτή τη γνώση, και οι οποίοι προσπαθούν ως ακαδημαϊκοί θεολόγοι πολλές φορές να κάνουν κατανοητή αυτήν την αποκάλυψη ως θεολογία. Θα εξετάσουμε αυτή την περίπτωση βαθύτερα στα επόμενα κεφάλαια, όπου θα δούμε τόσο τους περιορισμούς όσο και το ρόλο της ακαδημαϊκής θεολογίας σχετικά με την χαρισματική γνώση και την χαρισματική θεολογία. 225.

Η Δογματική Συνείδηση αντιπροσωπεύει την εξαιρετική κορυφή της πνευματικής εμπειρίας, της πνευματικής διάκρισης και της θεολογικής έκφρασης. Ειδικότερα η σημασία της Δογματικής Συνείδησης στην ζωή της Εκκλησίας και των πιστών μελών της δεν μπορεί να υπερεκτιμάται. Παρέχει το κλειδί με το οποίο τα «έμπειρα» μέλη της Εκκλησίας μεταδίδουν τα της θείας αποκαλύψεως σε κάθε επόμενη γενιά τόσο με τη γλώσσα της παράδοσης όσο και με τη δημιουργία γλωσσικών γεφυρών ανάμεσα στην εμπειρία και την έκφραση των Αγίων Πατέρων και των θεοφόρων προσώπων του σήμερα.

Η Δογματική Συνείδηση ως, α') η ενσάρκωση των δογμάτων στη πράξη, β') η άμεση εμπειρία της αλήθειας των δογμάτων μέσω της χαρισματικής γνώσης και γ') η σοφία του διακρίνειν και εκφράζειν τη θεϊκή αλήθεια σε όσους δεν διαθέτουν παρόμοια προσωπική εμπειρία, είναι η αυθεντική οδός προς την αληθινή Ορθόδοξη θεολογία. Ως εκ τούτου, αν η πίστη και η ασκητική ζωή της Εκκλησίας είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη χαρισματική γνώση, η Δογματική Συνείδηση είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη χαρισματική θεολογία. Οφείλει να αποτελεί στόχο, λοιπόν, για τους ακαδημαϊκούς θεολόγους να προσπαθούν να βιώσουν τη Δογματική Συνείδηση για να παράγουν πρωτογενή και αλάνθαστη θεολογία.



Σημειώσεις:

207. Βλέπε Κεφ. 1, σελ. 14-15.

208. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 250(188). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία τον Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 55.

209. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η σημασία του δόγματος στους διαλόγους, σελ. 7, υποσ. 1, «Δογματική συνείδηση είναι η πνευματική γνώση, που προκύπτει από τη βαθειά αφομοιωμένη πείρα της θείας Χάριτος. Αυτή υφίσταται μόνον, όταν ενοικεί ενεργώς μέσα μας ο Θεός».

210. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 251(189).

211. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 186(144). Βλέπε Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 135(107), και Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η Σημασία του δόγματος στους διαλόγους, σελ. 4, «Αλλά και αντίστροφα, όταν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι σωστή, αυτός δεν εκεί κανένα όφελος για τη σωτηρία του από την άριστη ζωή του».

212. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 248(186).

213. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 286-7(217). Βλέπε άσκηση και θεωρία, σελ. 123.

214. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 263(170). Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 142-43(91- 92).

215. Περί προσευχής, σελ. 225(99).

216. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 230(173).

217. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 230(173). Βλέπε όπου πριν, σελ. 247(185), και Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 281-82(182).

218. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν καταργεί την πρακτική της Εκκλησίας για την κατάθεση τέτοιων εμπειριών στην κρίση έμπειρου πνευματικού οδηγού, ο οποίος παρεμβαίνει και καθοδηγεί. Ο καθοδηγούμενο οφείλει να αποδέχεται ταπεινά τα συμπεράσματα του πνευματικού πατέρα. Η ένδειξη της ταπείνωσης προστατεύει τον άνθρωπο και ειδικά το άπειρο πνευματικά, από το λάθος να συγχέει τη "βεβαιότητα" από την "επιθυμία για την βεβαιότητα", και ως εκ τούτου να προφυλάσσει από δαιμονική πλάνη.

219. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 231, «Η πρωτογενής θεολογία αυτή αποτελεί κτιστή έκφραση και ερμηνεία της ζωντανής και άκτιστης αποκαλύψεως του Θεού μέσα στην συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα της ζωής των θεουμένων εκφραστών της».

220. Άσκηση και θεωρία, σελ. 125. Παράβαλλε Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 58(41).

221. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 220(170). Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 321- 22(206-7).

222. Περί προσευχής, σελ. 84(58). Βλέπε Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 275(208): «Ο ασκητής εν πνευματική θεωρία γίνεται επόπτης πραγμάτων, άτινα δια την πλειονότητα των ανθρώπων αποτελούν μυστήριον. Αλλ' ίσταται προ του αδυνάτου της διηγήσεως περί του μυστηρίου τούτου, όπερ μεταφραζόμενον εις την ανθρωπίνην γλώσσαν παρουσιάζεται εις τον ακούοντα εντελώς διάφορον. Η γλώσσα των ανθρωπίνων λέξεων και εννοιών δίδει πολύ περιωρισμένην δυνατότητα μεταδόσεως της εσωτερικής καταστάσεως του ενός εις τον άλλον. Απαραίτητος προϋπόθεσις της αμοιβαίας κατανοήσεως είναι η κοινότης ή η ταυτότης της πείρας».

223. Βλέπε Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 109, «Προηγείται η πίστη, που είναι ασύγκριτα λεπτότερη και τελειότερη και πιο απέραντη από τον νου. Μόνο αργότερα, με την πνευματική πείρα, ο άνθρωπος φθάνει εκείνο, που και με το νου του αρχίζει να κατανοεί ως αλήθεια. Είναι αδύνατο στον άνθρωπο να το εξηγήσει αυτό, ενόσω δεν γνωρίζει εμπειρικά την πνευματική ζωή». Δεν είναι σαφές σε ποιο επίπεδο εμπειρίας της πνευματικής ζωής αναφέρεται ο Γέροντας εδώ, αλλά από την παράγραφο που ακολουθεί, διαφαίνεται ότι μιλάει για την προσωπική χαρισματική εμπειρία του Θεού, δηλαδή, μια εμπειρία της χαρισματικής γνώσης.

224. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 220(170). 225 Βλέπε Κεφ. 3, σελ. 67, υποσημείωση 219.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου