Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Μαθητεία στήν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ


γέροντας-σωφρόνιος-
Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Ζαχάρωφ
Έφόσον, λοιπόν, γνωρίζουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός, προσπαθοῦμε νά εἰσδύσουμε στό μυστήριο ὅλων τῶν ἐκδηλώσεών Τοῦ. «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή διά τοῦ Χριστοῦ», τοῦ ὁμοουσίου μέ τόν Πατέρα Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καί μέ κάθε τρόπο ἀγωνιζόμαστε νά δώσουμε νόημα σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας, γιά νά γίνει ἡ ζωή τοῦ Ἵδιου τοῦ Χριστοῦ δική μας, γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια Βασιλεία μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὁ Κύριος νίκησε τόν έχθρό μέ τήν ταπείνωση. Ἐκτός ἀπό τή βασική αὐτή θέση ὑπάρχει άκόμη μία πλευρά στίς ἐκδηλώσεις Τοῦ, πού διδάσκει νά μιμούμαστε τόν Χριστό ὄχι ἁπλῶς φανταστικά. Ὁ Χριστός φανερώθηκε μέ «μορφή δούλου». Αὐτό ἀποτελεῖ σκάνδαλο γιά πολλούς. Πολλές φορές μοῦ ἔτυχε νά ἀκούσω τή γνώμη ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ὀφείλουμε νά διατηρήσουμε τήν ἀξιοπρέπειά μας ἀκόμη καί στήν προσευχή καί στή λατρευτική παράστασή μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἐπισκέφθηκε κάποτε τή Μονή μας ἕνα πρόσωπο, πού κατέχει ὑψηλή θέση σέ ἑτερόδοξη ἐκκλησία. Κοιτάζοντας τήν τοιχογραφία τῆς Μεταμορφώσεως ρώτησε: 
«Ποῦ εἶναι ὀ Πέτρος;». Τοῦ ἔδειξαν τόν Πέτρο. «Ὤ, πῶς τόν ἀπεικονίσατε ἔτσι! Ὁ Πέτρος σέ τέτοια ἐξουθένωση! Ποῦ εἶναι λοιπόν ἡ ἀξιοπρέπειά του;».
Ὑπάρχει συνεπῶς μιά πλευρά τῆς ὀρθοδόξου μετανοίας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πού ταράζει πολλούς ἑτεροδόξους. Πέφτουμε γονατιστοί στό ἔδαφος, μέ τό πρόσωπο καί τό μέτωπό μας ἐγγίζουμε τή γῆ, καί ἔτσι ἐκφράζουμε τή δουλικότητά μας ἐνώπιόν Τοῦ, ἐνθυμούμενοι τά λόγια πού εἶπε μπροστά στό παιδί ἐκεῖνο: «Ἐάν μή στραφῆτε καό γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ὅστις οὖν ταπεινώσῃ ἑαυτόν ὡς τό παιδίον τοῦτο, οὗτος ἐστιν ὁ μείζων ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».
Ὁ Ἵδιος ὁ Κύριος, χωρίς τόν Ὁποῖο τίποτε δέν μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ, ἐλάττωσε τόν Ἑαυτό Του σέ τέτοιο βαθμό, πού ἀκόμη καί οἱ χαμηλῆς κοινωνικῆς τάξεως ἄνθρωποι μποροῦσαν νά Τόν θλίψουν, νά Τόν ἐμπτύσουν, νά Τόν χτυπήσουν, νά Τοῦ δώσουν ραπίσματα καί νά Τοῦ προξενήσουν κάθε ἄλλη ἐξουδένωση. Ἄν ὁ Ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τό ἔκανε αὐτό, τότε βέβαια ἐγείρεται τό ἐρώτημα: Γιατί χρειάστηκε τέτοια ἐξουδένωση καί τέτοια δουλική μεταχείρηση προκειμένου νά ἐκδηλωθεῖ ἡ ἀγάπη; Ὑποθέτω ὅτι ἡ ὀρθή σκέψη θά εἶναι ὅτι ὁ Κύριος, ἔχοντας τό προαιώνιο Εἶναι Του ἐν πνεύματι ταπεινώσεως, ἐκδήλωσε τήν προαιώνια ἀγάπη Του διακονώντας ὡς δοῦλος. Καί ἐμεῖς Τόν ἀκολουθοῦμε στά δουλικά αὐτά σχήματα ἐκφράζοντας τή δική μας μετάνοια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μέ ἐδαφιαῖες μετάνοιες. Κατά τή διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς κάνουμε πολλές μετάνοιες κάθε ἡμέρα. Ἔπειτα, ὅταν μέ τή σταύρωσή μας συναναστηθοῦμε μέ τόν Χριστό, τότε πλέον θά Τόν δεχόμαστε καί θά συνομιλοῦμε μαζί Του ὄρθιοι, ὡς παιδιά μέ τόν Πατέρα τους. Στή ζωή ὅμως αὐτή θά ἐκφράζουμε τή μετάνοιά μας, ὑπογραμμίζω, μέ δουλικά σχήματα, γιατί ἡ μετάνοια δέν ὑποβιβάζει τόν ἄνθρωπο. Ὅταν κάποιος συνειδητοποιεῖ ὅτι εἶναι χειρότερος ἀπό ὅλη τήν κτίση, τότε ὑψώνεται ἐπάνω ἀπό ὅλη τήν κτίση. Τότε ἐγγίζει τό ἄκτιστο εἶναι. Ἄς μήν ταραζόμαστε λοιπόν ὅταν ἐκφρἀζουμε μέ ταπεινά δουλικά σχήματα τή μετάνοιά μας. Ἔτσι θά σταθοῦμε ἔπειτα ὡς παιδιά τοῦ Θεοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὄχι πλέον με δουλικά ἀλλά μέ υἱικά σχήματα.
Ὁ Θεός εἶναι ταπεινός ἀπό τήν ἴδια τή φύση Του. Καί ἡ κένωσή Του διά τῆς ἐνανθρωπήσεως φέρει χαρακτήρα ταπεινό. Ἄν ὁ Ἴδιος δέν ταπεινωνόταν, τότε ἴσως θά μποροῦσε κάποιος νά μᾶς κατηγορήσει: «Ἀλήθεια ὅμως, ὁ Κύριος δέν ταπεινώθηκε τόσο, ὅσο ἐσεῖς». Ἀλλά ὁ Κύριος ταπεινώθηκε. Ἔπλυνε τά πόδια ἀγράμματων ψαράδων, ἀνθρώπων ἀπό τίς κατώτερες τάξεις τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Οἱ δουλικές αὐτές μορφές εἶναι ἀγάπη. Ὅταν προσευχόμαστε στόν Θεό, Αὐτόν πού μέ τό πρόσταγμά Του δημιούργησε ὅλον τόν κόσμο, εἶναι φυσικό γιά τόν καθένα μας νά σκεφτεῖ: «Ἐμένα θά σκεφτεῖ ὁ Κύριος; Θα σκύψει, ἄραγε, νά ακούσει τόν λόγο μου καί νά προσέξει τήν προσευχή μου;». Εἶναι φοβερό γιά μᾶς νά μιλοῦμε μέ τέτοιο Ὄν. Γιά νά μή φοβόμαστε λοιπόν, ὑπάρχει σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν παγκόσμια πράξη τῆς λυτρώσεως τοῦ Ἀδάμ, ἡ ταπεινή ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, κατά τήν ὁποία Αὐτός ἐμφανίζεται μπροστά μας μέ τέτοιες ταπεινές μορφές. Σταυρώθηκε ἀνάμεσα σέ ληστές, φυλακίστηκε, καί τόσα ἄλλα.
Ἐμεῖς θά ἔπρεπε νά ἐνεργοῦμε ἔτσι, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Θέλουν νά σοῦ πάρουν τόν χιτώνα, ἄφησέ τους καί τό ἱμάτιο· θέλουν νά ἐργαστεῖς γι᾽ αὐτούς ἕνα διάστημα, ἐργάσου δύο ἀκόμη· νά προσεύχεσθε γι᾽ αὐτούς πού σάς προσβάλλουν, νά προσεύχεσθε γιά τούς διῶκτες, νά προσεύχεσθε γιά ὅλους ἐκείνους πού κάνουν τό κακό ἐναντίον σας. Καί τότε, λέει ὁ Κύριος, ἀγαπώντας τούς ἐχθρούς σας θά γίνεται και ἐσεῖς τέκνα τοῦ Ὑψίστου Πατρός».
Ἡ ἄσκησή μας, ἀθέατη στούς ἄλλους, παραμένει μέ ὅλη της τή δύναμη μπροστά στά μάτια τοῦ Θεοῦ.

ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΑΣ
ΤΟΜΟΣ Γ´
Ι.Μ.ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Ο ρόλος των Πατέρων στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής


Τα κείμενα των αγίων Πατέρων, είναι για τους Χριστιανούς μια ευλογημένη προμήθεια του Θεού. Εκεί φαίνεται ο φωτισμός και συχνά η θεοπνευστία των αγίων, που αποτελούν ασφαλή οδηγό προς τον Χριστό. Όμως μερικοί Χριστιανοί πέφτουν σε έναν ιδιόμορφο τύπο "Ορθοδοξίζοντος Προτεσταντισμού". Όπως οι Προτεστάντες λένε: "δεν δέχομαι τίποτα αν δεν το δω από την Αγία Γραφή", έτσι και οι Χριστιανοί αυτοί, επειδή δεν έχουν σαφή εικόνα των Αγίων Γραφών, τις "φοβούνται", και λένε: "Δεν δέχομαι τίποτα αν δεν το δω από τους Πατέρες". Λες και η πίστη μας είναι νεκρό γράμμα! Στο άρθρο αυτό λοιπόν, θα δούμε αν πράγματι είναι τόσο απόλυτη η ερμηνευτική αποκλειστικότητα των αγίων Πατέρων.
 Ας δούμε ποια δικαίωση είναι δυνατό να έχει καθεαυτή η θέση πως οι Πατέρες εξηγητές προσφέρουν μασημένη τροφή, που δήθεν καθιστά περιττή την κατευθείαν από μας μάσηση της αγιογραφικής τροφής.
Λένε μερικοί: «Είναι τόσο δύσκολο να εξηγήσει και να καταλαβαίνει κανείς τις άγιες Γραφές. Διαβάζοντας όμως κανείς τα Εξηγητικά των Πατέρων, βρίσκει εκεί έτοιμη και μασημένη την τροφή που θέλει».
Εν πρώτοις, πρέπει να σημειωθεί πως μία τέτοια διατύπωση έχει χαρακτήρα «οικονομικό» και «παιδαγωγικό»∙ δεν είναι η ορολογία της θεολογίας αυτή. Μέθοδοι οικοδομής των πιστών δεν πρέπει να συγχέονται με τη θεολογία. Οι ίδιοι οι Πατέρες διαρκώς παραπέμπουν τους χριστιανούς στην Αγία Γραφή. Είναι πολύ διδακτικό το γεγονός ότι η όλη διδασκαλία τους, όχι μόνο η θεολογική, αλλά και η πρακτική-οικοδομητική στηρίζεται στις Γραφές. Την κατήχηση, δηλαδή και την οικοδομή των χριστιανών αντιλαμβάνονται σαν γνώση των Γραφών και ανάλυση του νοήματός τους. Ουδέποτε δε διανοήθηκαν ότι τα συγγράμματά τους θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τα Ευαγγέλια και τις Επιστολές της Κ. Διαθήκης! Γι’ αυτούς η γραφή υπήρξε πάντοτε όχι μόνο το κριτήριο των απόψεών τους, αλλά και ανεξάντλητο θησαυροφυλάκιο εμπνεύσεως και ζωής πνευματικής.
  Έπειτα, η Γραφή δεν είναι πάνω από την Εκκλησία, ούτε αποτελεί ένα είδος νομικής αυθεντίας εντός της Εκκλησίας. Η Αγία Γραφή είναι αυθεντική έκφραση της πίστεως και της ζωής της Εκκλησίας, που τελεί οργανική σχέση προς την πίστη και τη ζωή της όλης Εκκλησίας δια των αιώνων. Ο Κανόνας των ιερών βιβλίων καθορίσθηκε από την Εκκλησία όχι σαν κάποιος αυθέντης έξω και πάνω από αυτή, ούτε σαν κάποιος κώδικας θείων νόμων, που έχουν ανάγκη σχολιασμού με την παράθεση αυθεντικών ερμηνειών του παρελθόντος (Cate-nae), όπως ακριβώς συνέβαινε με το ρωμαϊκό δίκαιο και συμβαίνει με το δίκαιο εν γένει μέχρι σήμερα. Ο Κανόνας δεν είχε την έννοια νομοθεσίας. Εξαιτίας των Ιουδαίων και των αιρέσεων ήταν ανάγκη η Εκκλησία να δημιουργήσει δικό της κανόνα, για να δώσει έτσι στην Π. Διαθήκη την αρμόζουσα θέση και την ορθή έννοια μέσα στους κόλπους της∙ εξάλλου, με τη δημιουργία Κανόνα, απέβλεπαν στην καταπολέμηση των συγγραφών των αιρετικών, οι οποίοι εμφάνιζαν τα έργα τους στο όνομα Αποστόλων ή αποστολικών ανδρών, για τη διασπορά και επιβολή των ιδεών τους.
Η Αγία Γραφή δεν είναι νόμος αλλά «μαρτυρία», και οι συγγραφείς της δεν είναι νομοθέτες, αλλά «μάρτυρες». Αν π.χ. η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως κλάποια γνήσια επιστολή του αποστόλου Παύλου, κανένας δεν θα διενοείτο να την αποκλείσει από τον Κανόνα. Ούτε καν υπάρχει υποψία πως η εύρεση νέων κειμένων του αρχικού χριστιανισμού θα δημιουργούσε πρόβλημα ως προς την ουσία της πίστεως∙ απλούστατα, μ’ αυτό το νέο απόκτημα, κατά τρόπο αληθινά γνήσιο και αυθεντικό, θα πλουτιζόταν η γνώση και η πνευματική μας πείρα.
  Αφού όμως η Γραφή είναι οργανικά δεμένη με την πίστη και τη ζωή της Εκκλησίας, δεν αντιλαμβάνεται κανείς γιατί μια ορισμένη εποχή μπόρεσε να την εννοήσει καλύτερα από άλλες, έτσι ώστε η καλύτερη αυτή κατανόηση των Γραφών, υπό τις συνθήκες μιας ορισμένεης εποχής, να αποτελεί κατά κάποιο τρόπο για τις άλλες το υλικό προς μίμηση και επανάληψη.
Σε μερικούς κύκλους δεν έχει γίνει επαρκώς κατανοητό πως οι Πατέρες εξηγητές δεν εξάντλησαν το περιεχόμενο των Γραφών, τις οποίες είδαν και ερμήνευσαν κατά θαυμάσιο ίσως τρόπο, αλλά από ορισμένες μόνο απόψεις, που επέβαλαν οι ανάγκες της εποχής τους.
Οι Πατέρες εξηγητές των αγίων Γραφών πρέπει να θεωρούνται κατεξοχήν οδηγοί μας στην προσπάθειά τους, ώστε να μείνουν μακριά από την αίρεση, και σε οργανική σχέση προς τη ζωή και την πίστη της όλης Εκκλησίας∙ κι αυτό όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά γιατί στην εποχή τους η Εκκλησία αντιμετώπισε σειρά ανθρώπων διανοουμένων επί ενός υψηλού επιπέδου πνευματικών ζυμώσεων υπό την επίδραση των φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής. Είναι, πράγματι, έξοχοι και, θα έλεγε κανείς, ανεπανάληπτοι δάσκαλοι στον τρόπο που ζούν και σκέπτονται την οργανική ενότητα Γραφής και Παραδόσεως, δηλαδή πίστεως και ζωής της Εκκλησίας. Καθόλα ανήκουν όμως στην εποχή τους.
Τα πατερικά κείμενα πρέπει να μελετώνται από τον ορθόδοξο βιβλικό επιστήμονα σαν σχολείο μυήσεως στο πνεύμα αυτής της οργανικής σχέσεως Γραφής και ζωής της Εκκλησίας. Κατά τα άλλα, ως προς το γράμμα, οι Πατέρες παρέχουν στον εξηγητή ένα πλούσιο φιλολογικό και ιστορικό ερμηνευτικό υλικό. Δεν είμαστε αγνώμονες ούτε για το τελευταίο αυτό. Είναι όμως, εξάλλου, γεγονός ότι το υλικό αυτό υστερεί του αντίστοιχου στη διάθεσή μας σήμερα. Εμείς γνωρίζουμε ασφαλώς καλύτερα τι συνέβαινε στην Κόρινθο ή στη Ρώμη, όταν ο Παύλος έγραψε στις Εκκλησίες αυτές τις επιστολές του. Και η πλουσιότερη αυτή γνώση μας βοηθά να εννοήσουμε τα ιερά κείμενα πληρέστερα και βαθύτερα.
Ό,τι αφορά στη φιλολογική, την ιστορική και την κριτική ανάλυση των ιερών κειμένων η γνώση μας σήμερα υπερέχει της γνώσεως των Πατέρων. Εκεί που οι Πατέρες γίνονται πολύτιμοι δάσκαλοί μας είναι στα ουσιώδη θέματα, όπως η κατανόηση του πνεύματος της «εκκλησιαστικότητας» των ιερών κειμένων, ότι δηλαδή δεν ανήκουν στην εποχή τους μόνο, όπως έχει την τάση να τα βλέπει ο ιστορικός και ο φιλόλογος, αλλά στην Εκκλησία καθόλου, και ότι, αφού ανήκουν στην Εκκλησία που είναι ζωή και οδός, εκφράζουιν αυτή τη ζωή και την οδό σε σχέση προς τις ποικίλες πλάνες και θεωρίες του κόσμου.
Μελετώντας τους Πατέρες όχι απλώς κατά γράμμα, αλλά κυρίως κατά πνεύμα, μυείται ο εξηγητής σε δύο κυρίως βασικές αρχές του μυστηρίου της Εκκλησίας:
(α) Ότι ο Θεός, σαν ο ουστιαστικός συγγραφέας των ιερών βιβλίων, μιλά δια μέσου αυτών προς την Εκκλησία του καθόλου, όπως μίλησε προς αυτήν κατά την εποχή που γράφτηκαν. Και
(β) ότι η Γραφή εκφράζει τον τύπο ζωής του μέλους του Σώματος του Χριστού, ο οποίος τύπος μας οδηγεί να πιστέψουμε και να ζήσουμε δια μέσου των ποικίλων πλανών και εκτροπών του βίου, που αντιμετωπίζει κάθε εποχή.
Η συμβολή αυτή της πατερικής εξηγητικής, που δεν έχει καμμία ουσιαστική σχέση προς τα περί της μασημένης τροφής και προς το σύστημα των Σειρών – είναι ιδιαίτερα σημαντική και σήμερα, κι αυτό γιατί η φιλολογική, ιστορική και κριτική έρευνα των ιερών κειμένων έχει αναλυτικό χαρακτήρα, και επομένως την τάση της εξετάσεως των επί μέρους προβλημάτων χωριστά από το σύνολο του μηνύματος των Γραφών, μερικές φορές μάλιστα χωριστά και από τις απόψεις του όλου κειμένου, που παρουσιάζει το υπό εξέταση πρόβλημα.
Η αναλυτική μέθοδος έρευνας πολλά προσέφερε και προσφέρει στον καθαρώς ερευνητικό τομέα. Χωρίς όμως ενίοτε να το καταλαβαίνει κανείς, παρασύρεται κατά την ανάλυση προς τοποθετήσεις αντιιστορικές, ένεκα των οποίων παύει να εννοεί μερικά βασικά πράγματα, αδυνατεί δε να δει τα κείμενα εντός της συνολικής συνάφειας της Εκκλησίας. Το έργο του ορθοδόξου βιβλικού επιστήμονα είναι ο συνδυασμός της αναλυτικής μεθόδου της σύγχρονης επιστήμης με τη συνθετική «μέθοδο» των Πατέρων.
 Και οι αρχαίοι Πατέρες αντιμετώπισαν την αρχαία ελληνική αναλυτική μέθοδο. Την γνώρισαν και την σπούδασαν στις ελληνικές ειδωλολατρικές Σχολές και με τη βοήθεια του Πνεύματος της Εκκλησίας την υπερνίκησαν σαν άνθρωποι του Χριστού και σαν άνθρωποι του αιώνα τους. Χωρίς να αισθάνονται ότι υστερούν κατά την επιστήμη και τη σοφία της εποχής τους, ερμήνευσαν ιερά κείμενα εντός μιας άλλης προοπτικής, διάφορης από εκείνη που τα είδαν οι ειδωλολάτρες λόγιοι και οι ποικίλοι αιρετικοί.
Σήμερα το δικό μας έργο είναι δυσχερέστατο, γιατί η σύγχρονη αναλυτική φιλολογική και ιστορική εργασία είναι ενταγμένη στην εξελικτική και κινιτική περί του κόσμου και της ιστορίας άποψη, η οποία ήταν άγνωστη και στους Πατέρες και στους σύγχρονους τους ειδωλολάτρες λόγιους. Εξάλλου, η γνώση έχει τόσο αυξηθεί και τόσο διασπασθεί, ώστε είναι αδιανόητο σήμερα σε ένα πρόσωπο να συγκεντρωθεί όλη η γνώση και η παιδεία της εποχής μας, όπως ήταν δυνατό κατά την αρχαιότητα. Σήμερα πρέπει κανείς τουλάχιστον να είναι επιστήμονας σαν τον Teillard De Chardin, φιλόλογος και θεολόγος σαν τον Bultman και άγιος, όπως φερειπείν ο π. Ευσέβιος Μαθιόπουλος, για να έχει στην εποχή μας τη συγκρότηση που είχε ο Μ. Βασίλειος στα δικά του χρόνια, όταν έγραφε την «Εξαήμερο». Ο πλούτος στη γνώση και η διάσπαση αφενός, η εξελικτική και κινητική προοπτική αφετέρου, αυτά όλα είναι εντελώς νέοι παράγοντες, που δίνουν άλλη χροιά στο έργο της αναλύσεως κατά την εποχή μας. Υπό τα δεδομένα αυτά είναι φυσικό πως και η ορθόδοξη εξηγητική μπορεί να κινείται εντός πιο κινητικών και «πορειακών» προοπτικών με το αυτό δικαίωμα, με το οποίο η παλαιά εξηγητική κινούνταν μέσα σε πιο «στατικά» πλαίσια. Αυτά ως προς την ανάλυση.
  Αλλά ως προς τη σύνθεση χρειάζονται μερικές παρατηρήσεις. Ο ορθόδοξος εξηγητής έχει να κάνει με κείμενα, που γεννήθηκαν από τη ζωή μιας κοινότητας, η οποία πιστεύουμε πως ήταν η κοινότητα «εις ην τα τέλη των αιώνων κατήντηκεν», ο δε περιεχόμενος στα κείμενά της λόγος πιστεύθηκε σαν ο «έσχατος» λόγος του Θεού προς την ανθρωπότητα. Τα κείμενα αυτά διέσωσε στους κόλπους της η Εκκλησία, σχολίασε, ερμήνευσε και εβίωσε μέχρι σήμερα, γιατί την οδηγούν προς κάπου. Για να βρούμε το μήνυμα των κειμένων αυτών για μας σήμερα, πρέπει ασφαλώς να γνωρίζουμε πρώτα-πρώτα τι νόημα είχαν εντός του περιβάλλοντος που γράφηκαν. Έτσι δεν εξηγούμε την προέλευση του μηνύματος, αλλά εξηγούμε τους τρόπους με τους οποίους κατανοήθηκε και βιώθηκε από τους ανθρώπους. Επομένως: το μέλλον είναι το «σημείο» από το οποίο θεάται κανείς το παρελθόν και το παρόν. Δηλαδή αυτό που περιμένει η Εκκλησία του Θεού είναι η ουσιαστική αφετηρία για την κατανόηση παρελθόντος και παρόντος. Η οποιαδήποτε «σύνθεση» έχει εσχατολογικό χαρακτήρα.
  Η ανάλυση, εξάλλου, μας οδηγεί σε μία σειρά θεμάτων, προβλημάτων και ερωτημάτων της εποχής, που γράφηκαν τα ιερά κείμενα, μέσα σε μία προοπτική πως ο κόσμος τελειώνει γρήγορα. Δεν μπορούμε να πούμε πως τα βασικά από τα προβλήματα αυτά δεν είναι και δικά μας. Σ’ εμάς όμως παρουσιάζονται υπό τελείως διάφορη μορφή. Οι Πατέρες «συνέθεσαν» τα δεδομένα των Γραφών με τα δεδομένα της εποχής τους. Και σ’ αυτό είναι λαμπροί οδηγοί και δάσκαλοί μας: Τα δεδομένα όμως της πατερικής εποχής είναι από πολλές απόψεις διάφορα από τα δεδομένα της δικής μας.
Αναφέρω μερικά παραδείγματα:
Το κοσμοείδωλο, η εικόνα δηλαδή περί κόσμου, είναι σήμερα εντελώς άλλη απ’ ό,τι ήταν κατά τους χρόνους της Κ.Δ. και των Πατέρων. Δεν υπάρχει πια σήμερα η εικόνα για έναν κόσμο με τρία πατώματα.
–Η έννοια της ιστορίας, επίσης, είναι σήμερα τελείως διάφορη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στη σωτηριολογική σημασία του χρόνου, της επιστήμης και της τεχνικής. Αλλιώτικα αισθάνεται ο άνθρωπος στη θέση του σήμερα μέσα στον κόσμο και στην ιστορία. Όσο επεκτείνεται ο κόσμος και η ιστορική κονίστρα, παράδοξα τόσο σμικρύνεται η σημασία του ανθρώπου, οπότε υπό άλλη μορφή παρουσιάζεται το πρόβλημά του, εντός του σχεδίου του Θεού.
–Η έννοια της ανθρωπότητας, όχι εντός του σχήματος της ρωμαϊκής οικουμένης ή της μεσαιωνικής ανατολικής ή δυτικής αυτοκρατορίας, αλλά υπό μία έννοια αληθινά οικουμενική.
–Η έννοια της ύλης και η περιφρόνησή της καθόλη την ελληνιστική περίοδο αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει από την εποχή της Αναγεννήσεως και την αυγή των νεώτερων χρόνων.
–Η δυνατόητα του ανθρώπου, παρά τη σημερινή εκμηδένισή του, να καταστρέψει τον πλανήτη μας ή να τον αναμορφώσει ή τις οίδε τι άλλο.
–Η κοινωνική επανάσταση σε παγκόσμια διάσταση με την ελπίδα δημιουργίας μιας νέας ζωής και σωτηρίας από τα σημερινά δεινά.
–Η αλλαγή στο νόημα της εργασίας, στη θέση της γυναίκας και του παιδιού μέσα στις σύγχρονές μας κοινωνίες.
–Και για να μη συνεχισθεί ατέλειωτα ο κατάλογος, ας μνημονευθεί τελικά ο σύγχρονος ανθρωποκεντρισμός, που κατέληξε στην άρνηση του Θεού. Η αθεΐα κατά τους χρόνους της Κ.Δ. και των Πατέρων, αν δεν ήταν άγνωστη, ήταν σπάνιο και μεμονωμένο φαινόμενο∙ σήμερα όμως είναι η επίσημη ιδεολογία κοινωνικών καθεστώτων, που καλύπτουν μεγάλο τμήμα του πλανήτη μας και επηρεάζουν το υπόλοιπο.
Οι αλλαγές αυτές που αναφέρθηκαν και πολλές άλλες δεν επηρέασαν τη ζωή των ανθρώπων τόσο κατ’ έκταση, ποσοτικά, όσο την σφραγίζουν  ποιοτικώς. Είναι δυνατό, π.χ. να ισχυρισθεί κανείς ότι ο σημερινός άνθρωπος ζει την αμαρτία και τη σωτηρία υπό τις μορφές που έζησαν αυτά οι άνθρωποι του 1ου ή του 5ου αι.; Ασφαλώς ζει πολύ βαθιά τρομερά δυσάρεστες καταστάσεις καθώς και την ανάγκη να γλιτώσει από αυτές. Λοιπόν, κατά τα δεδομένα αυτού του νέου κόσμου, πρέπει πατώντας στα αχνάρια της πατερικής «συνθέσεως», με τη σειρά μας να τον «συνθέσουμε» με την πίστη της αρχικής Εκκλησίας, όπως εκφράζεται στα κείμενά της. Το έργο είναι δύσκολο, αλλά είναι απαραίτητο.
  Είναι δύσκολο έργο, γιατί πολλοί θεολόγοι δεν είμαστε συνηθισμένοι στης έννοιες αλλαγή, μεταβολή, μεταμόρφωση, παρά το γεγονός ότι η θεολογία μας βλέπει τον άνθρωπο γενικώς υπό δυναμικό πρίσμα∙ είτε στην πτώση είτε στο δρόμο προς το «καθ’ ομοίωση» ο άνθρωπος δεν μένει ο ίδιος, μεταβάλλεται. Εν τούτοις, η έννοια αλλαγή μας είναι αρκετά ξένη.
  Έπειτα, ενώ μιλάμε για άγιο Πνεύμα, δεν ανοίγουμε τον εαυτό μας ελεύθερα στις ενέργειές του. Εξήγηση και ερμηνεία του ιερού κειμένου συμπλέκονται.
Η εξήγηση του ιερού κειμένου είναι η κατανόησή του εντός της συγκεκριμένης καταστάσεως της εποχής του και εντός του υπόβαθρου της γενικής εμπειρίας της Εκκλησίας.
Η ερμηνεία του είναι η ορθή «εν αγίω Πνεύματι» απόδοση του νοήματος του Ευαγγελίου δια μέσου των παλαιών μορφών μέσα σε νέες μορφές, που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες. Οι νέες αυτές μορφές πρέπει να καθιστούν, για μας και τους συγχρόνους μας, το Ευαγγέλιο ζωή αληθινή, και να μη το παρουσιάζουν σαν μία κάπως μακρινή και χαώδη απομίμηση και επανάληψη όρων και εικόνων μιας άλλης, παλιάς εποχής. Όχι το πνεύμα του ερμηνευτή, αλλά το άγιο Πνεύμα, που οδηγεί στην ελευθερία και την αλήθεια, πρέπει να είναι βιωματικά κτήμα του ορθοδόξου ερμηνευτή, στην οργανική του σχέση προς την Εκκλησία με την καθολική της έννοια. Αυτό αποτελεί απαραίτητο συντελεστή, όχι τόσο της εξηγήσεως, όσο της «ερμηνείας» των ιερών κειμένων.
Η απόρριψη του μυστηρίου του αγίου Πνεύματος στο θέμα της αλήθειας κατά την ερμηνεία των ιερών κειμένων, με την έννοια της πιστότητας στην ουσία της εκκλησιαστικής παραδόσεως και της μεταφράσεως της ουσίας αυτής σε νέες μορφές και εικόνες, αποτελεί παραγνώριση της ιδιομορφίας του ιερού κειμένου. Κανείς ερμηνευτής δεν είναι αλάθητος, ακόμα και ο πιο ορθόδοξος, αφού η Ορθοδοξία δεν είναι μόνο κληρονομιά και κτήμα, αλλά κυρίως στόχος του αγώνα και της προσπάθειας κάθε ορθόδοξου. Ο ορθόδοξος ερμηνευτής είναι αλάθητος μόνο καθόσον οργανικά συνδέεται προς το γενικό αλάθητο της καθολικής Εκκλησίας «εν αγίω Πνεύματι». Κατά τα άλλα, σε επί μέρους εξηγήσεις ή ερμηνείες ή θεωρίες ή υποθέσεις ή απόψεις, και ο οθρόδοξος ερμηνευτής λανθάνει.
Οι Πατέρες είναι πολύ διδακτικοί και επί του προκειμένου: Πολλές φορές, οι ίδιοι μνημονεύουν μία, δύο και τρεις απόψεις περί ενός χωρίου ή γεγονότος των Γραφών. Είναι δε γνωστό πόσο σε επί μέρους τέτοια θέματα διαφέρουν οι απόψεις από Πατέρα σε Πατέρα της Εκκλησίας. Περισσότερο δε από καθετί διδάσκεται από τους Πατέρες η ταπείνωση, η συναίσθηση της ανθρώπινης ασθένειας με την οποία, εν πάση περιπτώσει, προσεγγίζεται το ιερό κείμενο∙ είναι σαν να ψαύσουν τον αναστάντα Λόγο του Θεού. Ο ορθόδοξος ερμηνευτής, επειδή είναι ορθόδοξος, έχει συνείδηση των αδυναμιών του και είναι ξένος προς την κομπορρημοσύνη του κόσμου. Όσο στερείται της συνειδήσεως των αδυναμιών του ο ερμηνευτής –είτε από κοσμικό φρόνημα είτε από υπερβολική εξοικείωση– τόσο εκπίπτει του προορισμού του.
  Η οδός αυτή, που ήταν και η οδός των Πατέρων, δεν είναι εύκολη. Είναι δύσβατη, πλήρης ασαφειών, αγωνιών, ψηλαφήσεων και κινδύνων. Σίγουρα, δεν είναι καν οδός ανθρώπινη εντός δηλαδή των δυνατοτήτων μόνο του ανθρώπου. Η επιτυχία του ορθοδόξου ερμηνευτή είναι έργο του αγίου Πνεύματος. Οι αποτυχίες είναι δικές μας, της ασθένειάς μας. Έχουμε όμως για ενθάρρυνση σαν παράδειγμα επί του προκειμένου την επιτυχία των αγίων Πατέρων στη μεταφορά εν αγίω Πνεύματι του Ευαγγελίου από τα εβραϊκά του πλαίσια στις ελληνικές κατηγορίες σκέψεως.
  Το θέμα Αγία Γραφή και ερμηνευτές Πατέρες χρειάζεται ευρύτερη διαπραγμάτευση. Η ορθόδοξη ερμηνευτική δεν είναι επανάληψη των ερμηνευτών Πατέρων, αλλά είναι η μύηση στην όλη ερμηνευτική τους σκέψη, ώστε με τη βοήθειά της να μάθει κανείς να σκέπτεται διά των Γραφών μέσα στην εποχή μας, με τα ιδιαίτερα προβλήματα και ερωτήματά της, όπως σκέπτονται εκείνοι δια των Γραφών ως προς τα προβλήματα και ερωτήματα της δικής τους εποχής. Αν χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του π. Γεωργίου Florovsky, θα πούμε ότι η ορθόδοξη ερμηνευτική πρέπει να είναι σήμερα «νεοπατερική».
Κάθε άλλη χρήση των Πατέρων, απλή παράθεση χωρίων, επανάληψη, νεκρή απομίμηση προς κατανόηση της Αγίας Γραφής, δεν αποδίδει, δυστυχώς τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αφού ουσιωδώς παραγνωρίζει τον παράγοντα «ιστορία»∙ έτσι η άλλη αυτή κατά το γράμμα μιμητική χρήση των αγίων Πατέρων καταντά ακούσια σε υποτίμηση και της σημασίας της Γραφής και της σπουδαιότητας των Πατέρων.
Απόσπασμα από το εγχειρίδιο για τους Σπουδαστές: "Ερμηνευτική των Ιερών κειμένων" του Σάββα Αγουρίδη, Καθηγητή Πανεπιστημίου. (Έκδοση 1984. Σελίδες 52 - 60)

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ . ΣΕΒ. ΜΗΤΡ.Π...

ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΟΣΟ ΗΤΑΝ ΕΝΩΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥ...

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ Γ. ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ Π ΙΕΡΟΘΕΟ ΒΛΑΧΟ ΑΠΟ ΤΟΝ Γ. ΣΩΦΡΟΝΙΟ.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

O ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Από το βιβλίο του Αρχιμ. Σωφρονίου "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ"

Ο Αδάμ, ο πατέρας της οικουμένης, εγνώριζε στον Παράδεισο τη γλυκύτητα της θείας αγάπης. Έτσι, μετά την έξωσή του από τον Παράδεισο για το αμάρτημά του, εγκαταλειμμένος από την αγάπη του Θεού, θλιβόταν πικρά και οδυρόταν με βαθείς στεναγμούς. Όλη η έρημος αντηχούσε από τους λυγμούς του. Η ψυχή του βασανιζόταν με τη σκέψη: «Ελύπησα τον αγαπημένο μου Θεό». Δεν μετάνοιωνε τοσο για την Εδέμ και το κάλλος της, όσο για την απώλεια της θείας αγάπης, που τραβά αχόρταγα την ψυχή στον Θεό.
Το ίδιο και κάθε ψυχή που γνώρισε με το Άγιο Πνεύμα το Θεό κι ύστερα έχασε τη χάρη, δοκιμάζει το αδαμιαίο πένθος. Θλίβεται η ψυχή και μεταμελείται σφοδρώς, όταν προσβάλη τον αγαπημένο Κύριο.
Βασανιζόταν κι οδυρόταν στη γη ο Αδάμ κι η γη δεν του έδινε χαρά. Νοσταλγούσε το Θεό κι εφώναζε:
- Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και Τον αναζητώ με δάκρυα. Πώς να μην Τον ζητώ; Όταν ήμουν μαζί Του, αγαλλόταν ειρηνικά η ψυχή μου και ήμουν απρόσιτος για τους εχθρούς. Τώρα όμως απέκτησε εξουσία πάνω μου το πονηρό πνεύμα και κλονίζει και τυραννεί την ψυχή μου. Γι᾽ αυτό λυώνει η ψυχή μου για τον Κύριο μέχρι θανάτου. Το πνεύμα μου ορμά προς τον Θεό και τίποτε το γήϊνο δεν με παρηγορεί· κι η ψυχή μου δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, αλλά ποθεί διψασμένα να Τον δει και να Τον απολαύση ωσότου χορτάση. Δεν μπορώ να Τον λησμονήσω ούτε στιγμή κι από τον πολύ μου πόνο στενάζω και οδύρομαι: Ελέησόν με ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα».
Έτσι οδυρόταν ο Αδάμ κι έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα από το πρόσωπό του κι έπεφταν στο στήθος του και στη γή. Με δέος άκουγε όλη η έρημος τους στεναγμούς του. Ζώα και πουλιά σιωπούσαν από θλίψη. Κι ο Αδάμ οδυρόταν, γιατί με το αμάρτημά του στερήθηκαν όλοι την ειρήνη και την αγάπη. Ήταν μεγάλη η θλίψη του Αδάμ μετά την εξορία του από τον Παράδεισο. Σαν είδε όμως το γυιό του Αβελ σκοτωμένο από τον Κάϊν, αυξήθηκε ακόμα πιό πολύ η θλίψη του Αδάμ· φοβερά στενοχωρημένος κοίταζε κι έκλαιγε:
«Εξ εμού λαοί εξελεύσονται και πληθυνθήσονται επί της γής· κι όλοι θα υποφέρουν, θα ζούν μέσα στην έχθρα και στον αλληλοσκοτωμό».
Κι ήταν η θλίψη του μεγάλη σάν τον ωκεανό· και την καταλαβαίνουν μόνον οι ψυχές που γνώρισαν τον Κύριο και την ανείπωτη αγάπη Του. Κι εγώ έχασα τη χάρη και φωνάζω μαζί με τον Αδάμ: «Σπλαγχνίσου με Κύριε. Δώσε μου πνεύμα ταπεινώσεως και αγάπης».
Ω, αγάπη του Κυρίου! Όποιος σε γνώρισε, σ᾽ αναζητεί ακούραστα και φωνάζει μέρα και νύχτα: «Σε ποθώ, Κύριε, και Σ᾽ αναζητώ με δάκρυα. Πώς να μη Σε ζητώ; Εσύ μού έδωσες να Σε γνωρίσω με το Άγιο Πνεύμα, κι αυτή η θεία γνώση τραβά αδιάκοπα την ψυχή μου κοντά Σου».
Θρηνεί ο Αδάμ:
«Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου. Δεν με τραβούν των βουνών τα ψηλώματα. Δεν μ᾽ αναπαύει η ομορφιά των δασών και των λειβαδιών. Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου των πουλιών το κελάδημα. Τίποτε, τίποτε δεν μού δίνει τώρα χαρά, η ψυχή μου ράγισε από την πολύ στενοχώρια. Τον αγαπημένο Θεό μου επρόσβαλα. Κι αν με ξανάπαιρνε στονπαράδεισο ο Κύριος και εκεί θαθρηνούσα λυπητερά, πονεμένα. Γιατί πίκρανα τον αγαπημένο μου Θεό».
Διωγμένος από τον Παράδεισο ο Αδάμ ανάβλυζε πηγές από δάκρυα από την πληγωμένη του καρδιά. Το ἴδιο κάθε ψυχή που γνώρισε τον Κύριο θρηνεί γι᾽ Αυτον και λέει:
«Πού είσαι, Κύριε; Γιατί κρύβεις το πρόσωπό Σου; Πολύν καιρό τώρα δεν βλέπει το Φώς Σου η ψυχή μου και Σ᾽ αποζητα θλιμμένη. Πού είναι ο Κύριός μου; Γιατί δεν Τον βλέπω στην ψυχή μου; Τί Τον εμποδίζει να κατοικεί εντος μου; Δεν υπάρχει μέσα μου, λοιπόν, η ταπείνωση του Χριστου και η αγάπη για τους εχθρούς. Γιατί ο Θεός είναι αγάπη, άπειρη και ανερμήνευτη».
Πορευόταν πάνω στη γη ο Αδάμ και δάκρυζε από το σφίξιμο της καρδιάς και με το νού συλλογιζόταν αδιάκοπα τον Θεό. Κι όταν το ταλαιπωρημένο του σώμα δεν είχε πια δάκρυα, τοτε φλογιζόταν για το Θεό το πνεύμα του, γιατί δεν μπορούσε να λησμονήση τον Παράδεισο και την ωραιότητά του. Αγαπούσε όμως όλο και πιο πολύ τον Θεό η ψυχή του Αδάμ και συνεχώς ορμούσε με τη δύναμη αυτής της αγάπης προς Αυτον.
Ψάλλε μας, Αδάμ, του Κυρίου το άσμα, για να χαρή η καρδιά μου για τον Κύριο και να σηκωθή να Τον υμνήση και να Τον δοξολογήση, όπως Τον δοξάζουν στους ουρανούς τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ κι όλες οι δυνάμεις των ουρανών.
Τραγούδησέ μας, Αδάμ, πατέρα μας, την ωδή του Κυρίου, για να την ακούση όλη η γη και να υψώσουν όλα τα παιδιά σου το νου τους στον Θεό και να αισθανθούν την γλυκύτητα του ουράνιου ύμνου, ξεχνώντας τις θλίψεις της γης.
Πες μας, Αδάμ, πατέρα μας, μίλησε στά παιδιά σου για τον Κύριο. Η ψυχή σου εγνώριζε τον Θεό, εγνώριζε και τη γλυκύτητα και την αγαλλίαση της Εδέμ, και τώρα κατοικείς στους ουρανούς και βλέπεις τη δόξα του Κυρίου.
Πες μας, πώς δοξάζεται ο Κύριός μας για τα πάθη Του και πώς ψάλλονται οι ωδές στούς ουρανούς και πόσο γλυκειές είναι αυτές οι ωδές που τραγουδιούνται με το Άγιο Πνεύμα. Μίλα μας για τη δόξα του Κυρίου και πόσο σπλαγχνικός είναι. Μίλησέ μας και για την αγία Θεοτόκο. Πώς μεγαλύνεται στους ουρανούς και με ποιούς ύμνους την μακαρίζουν. Πες μας πώς αγάλλονται εκεί οι Άγιοι και πώς τους καταυγάζει η χάρη· πώς αγαπούν τον Κύριο και με ποιάν άγια ταπείνωση παρουσιάζονται μπροστά στο θρόνο Του.
Παρηγόρησε, Αδάμ, και χαροποίησε τις θλιμμένες μας ψυχές. Διηγήσου μας, τι βλέπεις στους ουρανούς; Δεν αποκρίνεσαι; Γιατί αυτή η σιγή; Να, θλίβεται όλη η γη. Ή από τη Θεία αγάπη δεν μπορείς ούτε καν να μας θυμηθής; Ή βλέπεις τη Θεομήτορα στη δόξα της και δεν μπορείς να αποχωριστής απ᾽ αυτή την ουράνια οπτασία; Και γι᾽ αυτό αφήνεις τα θλιμμένα παιδιά σου χωρίς λόγια στοργής, για να ξεχάσωμε τα δεινά της επίγειας ζωής μας;
Αδάμ, πατέρα μας, δεν αποκρίνεσαι; Εσύ βλέπεις τη θλίψη των γυιών σου στη γη. Γιατί τάχα αυτή η σιωπή;
Ο Αδάμ λέγει:
«Αφήστε με στην ειρήνη, αγαπητά μου παιδιά. Δεν μπορώ ν᾽ αποχωριστώ από τη θέα του Θεού. Η ψυχή μου λαβώθηκε από την αγάπη του Κυρίου και σκιρτά με την αγαθότητά Του. Όσοι ζουν στο Φώς του Προσώπου του Δεσπότη δεν μπορούν να θυμηθούν τα γήϊνα».
Αδάμ, πατέρα μας, μας εγκατέλειψες, τα ορφανά παιδιά σου, ενώ βυθιζόμαστε στην άβυσσο των δεινών της γης; Πης μας, τουλάχιστον, πώς μπορούμε να ευαρεστήσωμε στο Θεό; Άκουσε τα παιδιά σου, που είναι σκορπισμένα σ᾽ όλη τη γη. Ο νους τους είναι συγχυσμένος και δεν μπορεί να συλλάβη το Θείο, και πολλοί αποστάτησαν από το Θεό και ζώντας στο σκοτάδι πορεύονται στις αβύσσους του άδη.
Μη διακόπτετε την έκστασή μου. Βλέπω τη Θεομήτορα δοξασμένη και δεν μπορώ ν᾽ αποσπάσω το νου μου από τη θεϊκή τούτη θεωρία και να σας μιλήσω. Βλέπω και τους άγιους Προφήτες και Αποστολους κι εκπλήττομαι πώς μοιάζουν όλοι τους με τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού. Περπατώ στην Εδέμ και, να, παντού η δόξα του Κυρίου, γιατί Αυτος ζει μέσα μου και μ᾽ έκανε όμοιο με τον Εαυτο Του. Έτσι δοξάζει ο Κύριος τον άνθρωπο.
Μίλησέ μας, Αδάμ· είμαστε παιδιά σου κι υποφέρουμε στη γη. Πες μας, πώς μπορούμε να κληρονομήσωμε τον παράδεισο, για να βλέπωμε κι εμείς, όπως και συ, τη δόξα του Κυρίου; Οι ψυχές μας λαχταρούν για τον Κύριο, ενώ συ χαίρεσαι και αγάλλεσαι στούς ουρανούς με τη θεία δόξα. Σε ικετεύομε, παρηγόρησέ μας.
Γιατί φωνάζετε προς εμένα, παιδιά μου; Ο Κύριος σας αγαπα και σας έδωσε σωτήριες εντολές. Τηρήσατε τις εντολές και αγαπατε αλλήλους, κι έτσι θα βρήτε την ανάπαυση κοντά στο Θεό. Μετανοείτε κάθε ώρα για τα παραπτώματά σας, για να αξιωθήτε να συναντήσετε τον Χριστο. Ο Κύριος είπε: «Αγαπώ όσους με αγαπούν και θα δοξάσω όσους με δοξάζουν».
Ω, Αδάμ, πρέσβευε για μας, τα παιδιά σου. Η ψυχή μας είναι γεμάτη πόνο από τις πολλές μας θλίψεις.
Αδάμ, πατέρα μας, συ κατοικείς στους ουρανούς και βλέπεις τον Κύριο να κάθεται δοξασμένος στα δεξιά του Πατέρα. Εσύ βλέπεις τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ κι όλους τους Αγίους. Εσύ ακούς τα ουράνια άσματα και η γλυκύτητα τους απορροφα την ψυχή σου. Εμείς όμως λαχταρούμε για τον Θεό ακατάπαυστα, σκυθρωποί και στερημένοι τη χάρη. Τραγούδησέ μας κάτι από τις ωδές που ακούς στους ουρανούς, για να τ᾽ ακούση όλη η γη και να ξυπνήσουν όλοι από το θανατερό λήθαργο.
«Μη με κουράζετε, παιδιά μου. Ο καιρός των δικών μου θλίψεων πέρασε. Η γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος και η τρυφή του Παραδείσου μ᾽ εμποδίζουν να γυρίσω την προσοχή μου στη γη. Αλλά και πάλι θα σας πω:
Σας αγαπά ο Κύριος και ζήσετε κι εσείς με αγάπη. Να πείθεσθε στους προϊσταμένους σας, να ταπεινώνετε τις καρδιές σας, και τοτε θα κατοικήση μέσα σας Πνεύμα Θεού. Αυτο έρχεται ήρεμα και δίνει ειρήνη στην ψυχή και μαρτυρεί για τη σωτηρία της χωρίς λόγια. Ψάλλετε ύμνους στνο Θεό με αγάπη και πνευματική ταπείνωση, γιατί ο Κύριος χαίρετε μ᾽ αυτο.
Ω, Αδάμ, εμείς ψάλλομε, αλλά δεν έχουμε μέσα μας ούτε αγάπη ούτε ταπείνωση.
Μετανοείτε και προσεύχεσθε. Κι εγώ μετανοούσα για πολύν καιρό και στενοχωριόμουν, γιατί πρόσβαλα τον Θεό και γιατί με τα δικά μου αμαρτήματα χάθηκε η ειρήνη και η αγάπη από το πρόσωπο της γής. Τα δάκρυά μου χύνονταν στο πρόσωπό μου και πότιζαν το στήθος μου κι έπεφταν στη γη· κι όλη η έρημος άκουγε τους στεναγμούς μου. Εσείς δεν μπορείτε να εννοήσετε το βάθος της θλίψεώς μου, ούτε πώς οδυρόμουν για τον Θεό και τον Παράδεισο. Στον Παράδεισο ήμουν καταχαρούμενος. Με εύφραινε το Πνεύμα του Θεού κι ήμουν απαλλαγμένος από παθήματα. Όταν όμως διώχτηκα από τον Παράδεισο, τοτε ζώα και πουλιά, που μ᾽ αγαπούσαν προηγουμένως, άρχισαν να με φοβούνται και να μ᾽ αποφεύγουν· οι κακοί λογισμοί σπάραζαν την καρδιά μου· κρύο και πείνα με βασάνιζαν· ο ήλιος μ᾽ έκαιγε και μ᾽ έδερναν οι άνεμοι· με κατάβρεχαν οι βροχές και με καταπονούσαν οι αρρώστιες και τα υπόλοιπα δεινά της γης. Εγώ όμως τα υπέφερα όλα με ακλόνητη ελπίδα στον Θεό.
Και εσείς, παιδιά μου, υπομείνετε τους πόνους της μετάνοιας· αγαπάτε τις θλίψεις, αποξηραίνετε τα σώματά σας με άσκηση και εγκράτεια, ταπεινώστε τον εαυτό σας κι αγαπάτε τους εχθρούς, για να κατοικήση μέσα σας το Άγιο Πνεύμα. Τότε θα γνωρίσετε και θα βρήτε τη Βασιλεία των Ουρανών. Μην ταράζετε όμως την ειρήνη μου. Από τη θεία αγάπη δεν μπορώ τώρα να στραφώ προς τη γη. Ξέχασα όλα τα επίγεια. Ξέχασα ακόμα κι αυτον τον Παράδεισο που έχασα, γιατί βλέπω την αιώνια δόξα του Κυρίου και τη δόξα των Αγίων, που το Φως του Προσώπου του Θεού τους κάνει να λάμπουν κι οι ίδιοι σαν κι Αυτόν.
Ψάλλε, Αδάμ, ψάλλε μας τον ουράνιο ύμνο, για ν᾽ ακούση όλη η γή και να νοιώση τη γλυκύτητα της θείας αγάπης. Ποθούμε πολύ ν᾽ ακούσωμε αυτούς τους γλυκούς ύμνους, γιατί ψάλλονται με το Άγιο Πνεύμα.
Ο Αδάμ έχασε τον επίγειο Παράδεισο και τον αναζητούσε με θρήνους:
«Παράδεισέ μου, Παράδεισε, θαυμαστέ μου Παράδεισε».
Κι ο Κύριος με την αγάπη Του στο σταυρό του χάρισε άλλο Παράδεισο, καλύτερον από εκείνον που έχασε, στους ουρανούς, όπου είναι το άκτιστο Φώς της Αγίας Τριάδος.

Από το βιβλίο του Αρχιμ. Σωφρονίου "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ"