Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Τά τρία στάδια τής μοναχικής κλήσεως


Γ’ ΤΑ ΤΡΙΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΚΛΗΣΕΩΣ

Ανωτέρω ανεφέρθη ήδη ότι η αρχική κουρά τελείται άνευ υποσχέσεων υπό των εισερχομένων εις το μοναχικόν στάδιον. Η κουρά αύτη εις τον Άθωνα θεωρείται μάλλον ως ευλογία, ήτις παρέχει το δικαίωμα να «φέρη τις ράσον», εξ ού και το όνομα «ρασοφόρος». Προ της τελέσεως της κουράς ταύτης, προηγείται καθοδήγησις περί της σημασίας του μοναχισμού και της αναγκαιότητος της αποταγής του κόσμου και των συγγενών. Εν τούτοις ο αρχάριος δεν δίδει υποσχέσεις, και ως εκ τούτου ο βαθμός ούτος είναι κατά βάθος εισέτι στάδιον δοκιμασίας και προπαρασκευαστικής εκπαιδεύσεως προς άσκησιν.

Ο δεύτερος βαθμός είναι «το μικρόν σχήμα» ή άλλως ο «Μανδύας». Κατά την τέλεσιν του μικρού σχήματος ο μοναχός προφέρει πλέον τας υποσχέσεις. Τότε αι υποσχέσεις αύται δίδονται ουχί σταδιακώς αλλ’ εν τω συνόλω αυτών.

Αι αυταί υποσχέσεις επαναλαμβάνονται, υπό τινα διάφορον μορφήν, κατά την κουράν του «μεγάλου σχήματος» ή απλώς «σχήματος».

Το γεγονός ότι αι τρεις υποσχέσεις δίδονται αμέσως (εν τω συνόλω αυτών) και ουχί σταδιακώς κατά την ανάβασιν εις τους προαναφερθέντας βαθμούς του μοναχισμού, φαίνεται εξωτερικώς ως να αντιφάσκη  προς την τάξιν ή προς την δομήν, την οποίαν έχομεν περιγράψει εις τον λόγον περί της σειράς των αποταγών. Τούτο όμως αποτελεί εξωτερικήν μόνον αντίφασιν. Και εν τη μια και εν τη άλλη περιπτώσει πρόκειται μάλλον περί βαθμιαίας αυξήσεως εις την πνευματικήν γνώσιν. Και αι τρεις υποσχέσεις συνδέονται δι’ ενός μοναδικού σκοπού, ως και αι τρεις αποταγαί. Η επανάληψις των ιδίων υποσχέσεων κατά την «κουράν» του μικρού και του μεγάλου σχήματος εκφράζει ουχί τον προσωρινόν χαρακτήρα των μεν έναντι των δε, αλλά την

αύξησιν εις την γνώσιν της δυνάμεως και σημασίας αυτών. Μολονότι η εξωτερική αυτών μορφή ολίγον διαφέρει, η εσωτερική συνείδησις του ανθρώπου δύναται να αλλάξη βαθέως. Δια να μη απολέσωμεν εξ όψεως αυτήν ταύτην την ουσίαν της εν πνεύματι χριστιανικής ζωής, πρέπει να τονίσωμεν ενταύθα εκ νέου ότι πάσαι αι τάξεις αύται αφιερώσεως, κουράς και υποσχέσεων δεν είναι απολύτως αναγκαίαι δια την απόκτησιν της Θείας αγάπης και τελειότητος. Η τελευταία καθίσταται δυνατή και εκτός του μοναχισμού, αλλ’ όμως δια παρομοίου πάντοτε τρόπου ζωής. Όπως ακριβώς εγράφη περί του Χριστού, «το παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι», πας άνθρωπος δύναται να αυξάνη και να κραταιούται πνευματικώς, χωρίς να είναι μοναχός. Η δε πείρα της Εκκλησίας κατέδειξε το όφελος των μεθόδων αυτών.

Και ο Απόστολος Πέτρος λέγει: «Διό μάλλον, αδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν υμών την κλήσιν και εκλογήν ποιείσθαι· ταύτα γαρ ποιούντες ου μη πταίσητε ποτε. Ούτω γαρ πλουσίως επιχορηγηθήσεται υμίν η είσοδος εις την αιώνιον βασιλείαν του Κυρίου ημών και Σωτήρος Ιησού Χριστού» (Β’ Πέτρ. α’ 10-11).

Ιδού αι υποσχέσεις αι διδόμεναι κατά την κουράν του μικρού σχήματος:

1. Παραμένεις τω Μοναστηρίω και τη ασκήσει έως εσχάτης σου αναπνοής;

2. Φυλάττεις σεαυτόν εν παρθενία και σωφροσύνη και ευλαβεία;

3. Σώζεις μέχρι θανάτου την υπακοήν τω προεστώτι και πάση τη εν Χριστώ Αδελφότητι;

4. Υπομένεις πάσαν θλίψιν και στενοχωρίαν του μονήρους βίου δια την βασιλείαν των ουρανών;

Και εις το μέγα σχήμα:

1. Αποτάσση τω κόσμω και τοις εν τω κόσμω κατά την εντολήν του Κυρίου;

2. Παραμένεις τω Μοναστηρίω και τη ασκήσει έως εσχάτης σου αναπνοής;

3. Σώζεις μέχρι θανάτου την υπακοήν τω προεστώτι και πάση τη εν Χριστώ Αδελφότητι;

4. Υπομένεις πάσαν θλίψιν και στενοχωρίαν του μονήρους βίου δια την βασιλείαν των ουρανών;

5. Φυλάττεις σεαυτόν εν παρθενία και σωφροσύνη και ευλαβεία;

Εις τας ανωτέρω ερωτήσεις δίδεται η απάντησις: «Ναι, του Θεού συνεργούντος».

Δυνατόν να εγερθή η εξής απορία: Εάν κατά την κουράν του μικρού σχήματος δίδωνται τέσσαρες υποσχέσεις και εις εκείνην του μεγάλου πέντε, διατί τότε γίνεται λόγος περί τριών αποταγών;

Η παράδοσις της Εκκλησίας ανάγει την ουσίαν της μοναχικής κουράς εις τρεις υποσχέσεις, ήτοι: την υπακοήν, την σωφροσύνην και την ακτημοσύνην. Θα ακολουθήσωμεν την σειράν ταύτην, χωρίς να εισέλθωμεν προς στιγμήν εις τας λεπτομερείας του θέματος τούτου, το οποίον καθίσταται έτι περιπλοκώτερον, εάν εξετάσωμεν το περιεχόμενον των ακολουθιών των (δύο) κουρών.

Ούτως, εις τας προτροπάς του Ηγουμένου προς τον προσερχόμενον εις την κουράν διαπιστούμεν υποδείξεις και προς άλλας «υποθήκας», επί παραδείγματι: Τον καθαρισμόν από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, την απόκτησιν ταπεινοφροσύνης, την απώθησιν του θράσους της βιοτικής συνηθείας, την καρτερίαν εν τη προσευχή, τον ζήλον εν τη νηστεία, την προθυμίαν εν ταις αγρυπνίαις, την επιτήρησιν των πονηρών λογισμών. Και εν τούτοις, πάντα ταύτα συνοψίζονται εις τρεις υποσχέσεις: την υπακοήν, την σωφροσύνην και την ακτημοσύνην.

Εις τον λαμβάνοντα το μικρόν σχήμα ο Ηγούμενος απευθύνει και την εξής παραίνεσιν: «Χρη ουν σε, αρξάμενον της οδού της απαγούσης επί την Βασιλείαν των ουρανών, μη στραφήναι εις τα οπίσω· ου γαρ εύθετος έση εις την Βασιλείαν των ουρανών. Μη ούν προτιμήσης τι του Θεού· μη αγαπήσης μήτε πατέρα, μήτε μητέρα, μήτε αδελφούς, μήτε τινα των ιδίων, μήτε σεαυτόν αγαπήσης υπέρ τον Θεόν· μη τας βασιλείας του κόσμου, ή ανάπαυσιν οιανδήποτε και τιμήν …».

Κατά την κουράν του μεγάλου σχήματος η αποταγή του κόσμου εκφράζεται μετά μεγαλυτέρας εισέτι εμφάσεως. Εκεί ο Ηγούμενος λέγει: «Υφηγούμαι ουν σοι την τελειοτάτην ζωήν, εν ή κατά μίμησιν η του Κυρίου πολιτεία διαδείκνυται … Η αποταγή ουδέν άλλο εστί, κατά τον ειπόντα, ει μη σταυρού και θανάτου επαγγελία. Γίνωσκε ουν από της παρούσης ημέρας σταυρούσθαι και νεκρούσθαι τω κόσμω δια της τελειοτάτης αποταγής· αποτάσση γαρ γονεύσιν, αδελφοίς, γυναικί, τέκνοις, πατράσι, συγγενείαις, εταιρίαις, φίλοις, συνήθεσι, τοις εν κόσμω θορύβοις, φροντίσι, κτήσεσιν, υπάρξεσι, τη κενή και ματαία ηδονή τε και δόξη· και απαρνείσαι ου μόνον τα προειρημένα, αλλ’ έτι και την σεαυτού ψυχήν, κατά την φωνήν του Κυρίου (βλ. Λουκ. ιδ’ 26) … Ει ουν αληθώς ακολουθείν Αυτώ ηρετίσω, και ει αψευδώς κληθήναι Αυτού μαθητής επιποθείς, ετοιμάσθητι από του παρόντος … προς αγώνας πνευματικούς, προς εγκράτειαν σαρκός, προς κάθαρσιν ψυχής, προς πτωχείαν ευτελή, προς πένθος αγαθόν, προς πάντα τα λυπηρά και επίπονα της χαροποιού κατά Θεόν ζωής». Και εν συνεχεία λέγει: «Και γαρ πεινάσαι έχεις, και διψήσαι, και γυμνητεύσαι, υβρισθήναι τε και χλευασθήναι, ονειδισθήναι τε και διωχθήναι … Και όταν ταύτα πάντα πάθης, χαίρε, φησίν, ότι πολύς ο μισθός σου εν τοις ουρανοίς υπάρχει. Χαρά ουν χαίρε και αγαλλιάσει αγαλλιώ, ότι σήμερον εξελέξατο σε και διεχώρισε Κύριος ο Θεός από της εν κόσμω ζωής, και έθετο ως εν προσώπω Αυτού … εν τη στρατειά της αγγελοειδούς ζωής … Αυτώ ολοκλήρως δουλεύειν, τα άνω φρονείν, τα άνω ζητείν· ημών γαρ το πολίτευμα, κατά τον Απόστολον, εν ουρανοίς υπάρχει».

Και εν συνεχεία: «Ώ της καινής κλήσεως! Ώ της δωρεάς του μυστηρίου! Δεύτερον βάπτισμα λαμβάνεις σήμερον, Αδελφέ, τη παρουσία των του φιλανθρώπου Θεού δωρεών, και των αμαρτιών σου καθαίρη, και υιός φωτός γίνη, και αυτός Χριστός ο Θεός ημών συγχαίρει μετά των αγίων αυτού Αγγέλων επί τη ση μετανοία, θύων σοι τον μόσχον τον σιτευτόν». Έπειτα ο κειρόμενος καλείται «περιπατήσαι αξίως της κλήσεως» αυτού και ο Ηγούμενος δίδει εις αυτόν λεπτομερείς οδηγίας περί της μορφής αυτής της ασκητικής ζωής, η οποία εκφράζεται δια του «περιπατήσαι αξίως της κλήσεως».

Όταν συναντώμεν δια πρώτην φοράν τοιαύτας εκφράσεις, δεν αποκαλύπτεται εις ημάς πλήρως το αληθές νόημα αυτών. Μόνον εκ μέρους συλλαμβάνομεν ή συμπεραίνομεν εκείνο, προς το οποίον καλείται ο άνθρωπος. Η πραγματική δε φανέρωσις του περιεχομένου και της δυνάμεως των λόγων τούτων δεν επιτυγχάνεται άλλως, ει μη δια πείρας ανεπιτηδεύτου και γνησίας. Είναι αναγκαίον να είπωμεν ότι η κλήσις του μοναχού να απαρνηθή την αγάπην των γονέων και εν γένει τον κόσμον, όπως ζήση καθ’ ομοίωσιν του Χριστού εν τη πράξει της ζωής, οδηγεί την ψυχήν εις βαθύτατον εσωτερικόν διχασμόν ή ως θα ελέγομεν δια της συγχρόνου ορολογίας εις «σύμπλεγμα». Εν τη ψυχή του ανθρώπου γεννώνται μεγάλαι θύελλαι, και όστις στερείται της καταλλήλου καθοδηγήσεως, της απορρεούσης εκ της δισχιλιετούς πείρας της Εκκλησίας, δύναται πολλάκις ουχί μόνον να ταλαιπωρηθή αλλά και να απολεσθή. Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης εις το έργον αυτού «Κλίμαξ» έν εκ των μεγαλοπνόων ασκητικών συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων, αναφέρει τα εξής: «Ανάγκη την θάλασσαν θολωθήναι και ταραχθήναι και αγριωθήναι, ίνα τότε την ύλην ήνπερ οι ποταμοί των παθών και πάσαν σαπρίαν και χόρτον εν αυτή κατήγαγον, δι’ αυτών πάλιν εν τη γη απορρίψηται. Επισκεψώμεθα και ευρήσομεν μετά την εν τη θαλάσση ζάλην βαθείαν γινομένην γαλήνην».

Είναι δύσκολον να εύρωμεν λόγους οι οποίοι θα απεδείκνυον την αναγκαιότητα της ωθήσεως του εσωτερικού «συμπλέγματος» μέχρι του εσχάτου δυνατού βαθμού, ούτως ώστε να φανερωθούν τα βάθη της ψυχής. Πώς να εκφράση τις δια λόγων την ανάγκην συνδυασμού ταυτοχρόνου διαμονής του νοός ημών και εν τω άδη και εν τω Θεώ; Πώς να εξηγήση τις ότι μόνον υπ’ αυτόν τον όρον κατορθούται το πλήρωμα της ανθρωπίνης ζωής και εν ταυτώ εκείνη η σταθερότης του γνησίως υγιούς πνεύματος, η οποία απομακρύνει τας εσωτερικάς ταλαντεύσεις; Ποίος εξ ημών δεν γνωρίζει την ασθένειαν της εναλλαγής των πνευματικών «αναβάσεων» και «πτώσεων»; Και ιδού, όταν ο άνθρωπος κατέρχηται εις τον άδην της εσωτερικής πάλης φέρων εν εαυτώ τον Θεόν, τότε εκφεύγει ούτος τας παθολογικάς αμφιταλαντεύσεις. Δεν υπάρχουν τότε «αναβάσεις» και «πτώσεις», διότι η πληρότης έχει επιτευχθή. Έχομεν εντολήν εκ του Χριστού να ομοιωθώμεν προς τον Θεόν, και η ζωή αύτη καλείται υπό των Πατέρων «επιστήμη επιστημών» και «τέχνη τεχνών». Γνωρίζεται δε αύτη ουχί άλλως, ει μη δια πείρας.

 Είναι δυνατόν να ερωτήση τις: Κατά την ακολουθίαν της κουράς ακούομεν πολλούς «σκληρούς» λόγους. Πώς είναι δυνατόν να συνδυασθή τούτο μετά της «καθ’ ομοίωσιν Χριστού» ζωής; Πού είναι εκείνη η πραότης και εκείνη η αγάπη προς την οποίαν καλεί ημάς ο Κύριος; … Υπάρχει όμως τεραστία ποιοτική διαφορά μεταξύ πνευματικής κατανοήσεως και «ψυχολογικής» αντιλήψεως των φαινομένων.

Εάν προσπαθήσωμεν να συγκρίνωμεν τας συνήθεις αντιλήψεις των ανθρώπων γενικώς περί αγιότητος, αγάπης και πραότητος, θα ίδωμεν ότι δεν συμβιβάζονται αύται μετά των αντιστοίχων του Ευαγγελίου. Ούτω την πραότητα πολλοί εκλαμβάνουν ως φυσικόν «ειρηνικόν ήθος». Όλως διαφόρως εν τούτοις ορίζει ταύτην ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Λέγει ούτος: «Πραΰτης εστίν, αμετάθετος νοός κατάστασις, εν τιμαίς τε και ατιμίαις … Πραΰτης εστίν, υπερκειμένη της του θυμού θαλάσσης πέτρα, … υπομονής στήριγμα· αγάπης θύρα· μάλλον δε μήτηρ· παρρησία εν προσευχή· Πνεύματος Αγίου χωρίον· … μαινομένων χαλινός· χαράς χορηγός· Χριστού μίμημα» … Παρατηρούμεν, επομένως, ότι πρόκειται περί καταστάσεως ασυγκρίτως ανωτέρας της «ψυχικής». Διότι εις την Κλίμακα πραότης σημαίνει πνευματικήν ρωμαλεότητα δυναμένην να φέρη επ’ αυτής τα βάρη και τας ασθενείας των άλλων. Πρόκειται περί διηνεκούς ετοιμότητος να υπομένη τις τας ύβρεις ή να μένη εσωτερικώς ατάραχος εις τους επαίνους· είναι ειρηνική εγκαρτέρησις εις πάσαν θλίψιν, εισέτι και εις τον θάνατον· εντός αυτής περικλείεται μεγίστη δύναμις και η νίκη επί του κόσμου. Ο Χριστός  λέγει: «Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην», ήτοι θα νικήσουν και θα δεσπόσουν του κόσμου υπό την υψίστην έννοιαν του λόγου τούτου. Η γη, ήτοι ο κόσμος, θα υποταχθή ουχί εις την τραχείαν υλικήν δύναμιν, αλλά εις την πραότητα.

Μετά την σχετικώς μακράν παρέκβασιν, όπως εκθέσωμεν εις υμάς εναργέστερον την γενικήν εικόνα του νοήματος και του πνεύματος του μοναχισμού, θα προβώμεν περαιτέρω εις την εξέτασιν του πνευματικού περιεχομένου εκάστης των τριών βασικών υποσχέσεων, όπερ αποτελεί, ούτως ειπείν, το κέντρον της παρούσης διαλέξεως.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Μαθητεία στήν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ


γέροντας-σωφρόνιος-
Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Ζαχάρωφ
Έφόσον, λοιπόν, γνωρίζουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός, προσπαθοῦμε νά εἰσδύσουμε στό μυστήριο ὅλων τῶν ἐκδηλώσεών Τοῦ. «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή διά τοῦ Χριστοῦ», τοῦ ὁμοουσίου μέ τόν Πατέρα Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καί μέ κάθε τρόπο ἀγωνιζόμαστε νά δώσουμε νόημα σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας, γιά νά γίνει ἡ ζωή τοῦ Ἵδιου τοῦ Χριστοῦ δική μας, γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια Βασιλεία μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὁ Κύριος νίκησε τόν έχθρό μέ τήν ταπείνωση. Ἐκτός ἀπό τή βασική αὐτή θέση ὑπάρχει άκόμη μία πλευρά στίς ἐκδηλώσεις Τοῦ, πού διδάσκει νά μιμούμαστε τόν Χριστό ὄχι ἁπλῶς φανταστικά. Ὁ Χριστός φανερώθηκε μέ «μορφή δούλου». Αὐτό ἀποτελεῖ σκάνδαλο γιά πολλούς. Πολλές φορές μοῦ ἔτυχε νά ἀκούσω τή γνώμη ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ὀφείλουμε νά διατηρήσουμε τήν ἀξιοπρέπειά μας ἀκόμη καί στήν προσευχή καί στή λατρευτική παράστασή μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἐπισκέφθηκε κάποτε τή Μονή μας ἕνα πρόσωπο, πού κατέχει ὑψηλή θέση σέ ἑτερόδοξη ἐκκλησία. Κοιτάζοντας τήν τοιχογραφία τῆς Μεταμορφώσεως ρώτησε: 
«Ποῦ εἶναι ὀ Πέτρος;». Τοῦ ἔδειξαν τόν Πέτρο. «Ὤ, πῶς τόν ἀπεικονίσατε ἔτσι! Ὁ Πέτρος σέ τέτοια ἐξουθένωση! Ποῦ εἶναι λοιπόν ἡ ἀξιοπρέπειά του;».
Ὑπάρχει συνεπῶς μιά πλευρά τῆς ὀρθοδόξου μετανοίας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πού ταράζει πολλούς ἑτεροδόξους. Πέφτουμε γονατιστοί στό ἔδαφος, μέ τό πρόσωπο καί τό μέτωπό μας ἐγγίζουμε τή γῆ, καί ἔτσι ἐκφράζουμε τή δουλικότητά μας ἐνώπιόν Τοῦ, ἐνθυμούμενοι τά λόγια πού εἶπε μπροστά στό παιδί ἐκεῖνο: «Ἐάν μή στραφῆτε καό γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ὅστις οὖν ταπεινώσῃ ἑαυτόν ὡς τό παιδίον τοῦτο, οὗτος ἐστιν ὁ μείζων ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».
Ὁ Ἵδιος ὁ Κύριος, χωρίς τόν Ὁποῖο τίποτε δέν μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ, ἐλάττωσε τόν Ἑαυτό Του σέ τέτοιο βαθμό, πού ἀκόμη καί οἱ χαμηλῆς κοινωνικῆς τάξεως ἄνθρωποι μποροῦσαν νά Τόν θλίψουν, νά Τόν ἐμπτύσουν, νά Τόν χτυπήσουν, νά Τοῦ δώσουν ραπίσματα καί νά Τοῦ προξενήσουν κάθε ἄλλη ἐξουδένωση. Ἄν ὁ Ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τό ἔκανε αὐτό, τότε βέβαια ἐγείρεται τό ἐρώτημα: Γιατί χρειάστηκε τέτοια ἐξουδένωση καί τέτοια δουλική μεταχείρηση προκειμένου νά ἐκδηλωθεῖ ἡ ἀγάπη; Ὑποθέτω ὅτι ἡ ὀρθή σκέψη θά εἶναι ὅτι ὁ Κύριος, ἔχοντας τό προαιώνιο Εἶναι Του ἐν πνεύματι ταπεινώσεως, ἐκδήλωσε τήν προαιώνια ἀγάπη Του διακονώντας ὡς δοῦλος. Καί ἐμεῖς Τόν ἀκολουθοῦμε στά δουλικά αὐτά σχήματα ἐκφράζοντας τή δική μας μετάνοια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μέ ἐδαφιαῖες μετάνοιες. Κατά τή διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς κάνουμε πολλές μετάνοιες κάθε ἡμέρα. Ἔπειτα, ὅταν μέ τή σταύρωσή μας συναναστηθοῦμε μέ τόν Χριστό, τότε πλέον θά Τόν δεχόμαστε καί θά συνομιλοῦμε μαζί Του ὄρθιοι, ὡς παιδιά μέ τόν Πατέρα τους. Στή ζωή ὅμως αὐτή θά ἐκφράζουμε τή μετάνοιά μας, ὑπογραμμίζω, μέ δουλικά σχήματα, γιατί ἡ μετάνοια δέν ὑποβιβάζει τόν ἄνθρωπο. Ὅταν κάποιος συνειδητοποιεῖ ὅτι εἶναι χειρότερος ἀπό ὅλη τήν κτίση, τότε ὑψώνεται ἐπάνω ἀπό ὅλη τήν κτίση. Τότε ἐγγίζει τό ἄκτιστο εἶναι. Ἄς μήν ταραζόμαστε λοιπόν ὅταν ἐκφρἀζουμε μέ ταπεινά δουλικά σχήματα τή μετάνοιά μας. Ἔτσι θά σταθοῦμε ἔπειτα ὡς παιδιά τοῦ Θεοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὄχι πλέον με δουλικά ἀλλά μέ υἱικά σχήματα.
Ὁ Θεός εἶναι ταπεινός ἀπό τήν ἴδια τή φύση Του. Καί ἡ κένωσή Του διά τῆς ἐνανθρωπήσεως φέρει χαρακτήρα ταπεινό. Ἄν ὁ Ἴδιος δέν ταπεινωνόταν, τότε ἴσως θά μποροῦσε κάποιος νά μᾶς κατηγορήσει: «Ἀλήθεια ὅμως, ὁ Κύριος δέν ταπεινώθηκε τόσο, ὅσο ἐσεῖς». Ἀλλά ὁ Κύριος ταπεινώθηκε. Ἔπλυνε τά πόδια ἀγράμματων ψαράδων, ἀνθρώπων ἀπό τίς κατώτερες τάξεις τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Οἱ δουλικές αὐτές μορφές εἶναι ἀγάπη. Ὅταν προσευχόμαστε στόν Θεό, Αὐτόν πού μέ τό πρόσταγμά Του δημιούργησε ὅλον τόν κόσμο, εἶναι φυσικό γιά τόν καθένα μας νά σκεφτεῖ: «Ἐμένα θά σκεφτεῖ ὁ Κύριος; Θα σκύψει, ἄραγε, νά ακούσει τόν λόγο μου καί νά προσέξει τήν προσευχή μου;». Εἶναι φοβερό γιά μᾶς νά μιλοῦμε μέ τέτοιο Ὄν. Γιά νά μή φοβόμαστε λοιπόν, ὑπάρχει σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν παγκόσμια πράξη τῆς λυτρώσεως τοῦ Ἀδάμ, ἡ ταπεινή ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, κατά τήν ὁποία Αὐτός ἐμφανίζεται μπροστά μας μέ τέτοιες ταπεινές μορφές. Σταυρώθηκε ἀνάμεσα σέ ληστές, φυλακίστηκε, καί τόσα ἄλλα.
Ἐμεῖς θά ἔπρεπε νά ἐνεργοῦμε ἔτσι, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Θέλουν νά σοῦ πάρουν τόν χιτώνα, ἄφησέ τους καί τό ἱμάτιο· θέλουν νά ἐργαστεῖς γι᾽ αὐτούς ἕνα διάστημα, ἐργάσου δύο ἀκόμη· νά προσεύχεσθε γι᾽ αὐτούς πού σάς προσβάλλουν, νά προσεύχεσθε γιά τούς διῶκτες, νά προσεύχεσθε γιά ὅλους ἐκείνους πού κάνουν τό κακό ἐναντίον σας. Καί τότε, λέει ὁ Κύριος, ἀγαπώντας τούς ἐχθρούς σας θά γίνεται και ἐσεῖς τέκνα τοῦ Ὑψίστου Πατρός».
Ἡ ἄσκησή μας, ἀθέατη στούς ἄλλους, παραμένει μέ ὅλη της τή δύναμη μπροστά στά μάτια τοῦ Θεοῦ.

ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΑΣ
ΤΟΜΟΣ Γ´
Ι.Μ.ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Ο ρόλος των Πατέρων στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής


Τα κείμενα των αγίων Πατέρων, είναι για τους Χριστιανούς μια ευλογημένη προμήθεια του Θεού. Εκεί φαίνεται ο φωτισμός και συχνά η θεοπνευστία των αγίων, που αποτελούν ασφαλή οδηγό προς τον Χριστό. Όμως μερικοί Χριστιανοί πέφτουν σε έναν ιδιόμορφο τύπο "Ορθοδοξίζοντος Προτεσταντισμού". Όπως οι Προτεστάντες λένε: "δεν δέχομαι τίποτα αν δεν το δω από την Αγία Γραφή", έτσι και οι Χριστιανοί αυτοί, επειδή δεν έχουν σαφή εικόνα των Αγίων Γραφών, τις "φοβούνται", και λένε: "Δεν δέχομαι τίποτα αν δεν το δω από τους Πατέρες". Λες και η πίστη μας είναι νεκρό γράμμα! Στο άρθρο αυτό λοιπόν, θα δούμε αν πράγματι είναι τόσο απόλυτη η ερμηνευτική αποκλειστικότητα των αγίων Πατέρων.
 Ας δούμε ποια δικαίωση είναι δυνατό να έχει καθεαυτή η θέση πως οι Πατέρες εξηγητές προσφέρουν μασημένη τροφή, που δήθεν καθιστά περιττή την κατευθείαν από μας μάσηση της αγιογραφικής τροφής.
Λένε μερικοί: «Είναι τόσο δύσκολο να εξηγήσει και να καταλαβαίνει κανείς τις άγιες Γραφές. Διαβάζοντας όμως κανείς τα Εξηγητικά των Πατέρων, βρίσκει εκεί έτοιμη και μασημένη την τροφή που θέλει».
Εν πρώτοις, πρέπει να σημειωθεί πως μία τέτοια διατύπωση έχει χαρακτήρα «οικονομικό» και «παιδαγωγικό»∙ δεν είναι η ορολογία της θεολογίας αυτή. Μέθοδοι οικοδομής των πιστών δεν πρέπει να συγχέονται με τη θεολογία. Οι ίδιοι οι Πατέρες διαρκώς παραπέμπουν τους χριστιανούς στην Αγία Γραφή. Είναι πολύ διδακτικό το γεγονός ότι η όλη διδασκαλία τους, όχι μόνο η θεολογική, αλλά και η πρακτική-οικοδομητική στηρίζεται στις Γραφές. Την κατήχηση, δηλαδή και την οικοδομή των χριστιανών αντιλαμβάνονται σαν γνώση των Γραφών και ανάλυση του νοήματός τους. Ουδέποτε δε διανοήθηκαν ότι τα συγγράμματά τους θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τα Ευαγγέλια και τις Επιστολές της Κ. Διαθήκης! Γι’ αυτούς η γραφή υπήρξε πάντοτε όχι μόνο το κριτήριο των απόψεών τους, αλλά και ανεξάντλητο θησαυροφυλάκιο εμπνεύσεως και ζωής πνευματικής.
  Έπειτα, η Γραφή δεν είναι πάνω από την Εκκλησία, ούτε αποτελεί ένα είδος νομικής αυθεντίας εντός της Εκκλησίας. Η Αγία Γραφή είναι αυθεντική έκφραση της πίστεως και της ζωής της Εκκλησίας, που τελεί οργανική σχέση προς την πίστη και τη ζωή της όλης Εκκλησίας δια των αιώνων. Ο Κανόνας των ιερών βιβλίων καθορίσθηκε από την Εκκλησία όχι σαν κάποιος αυθέντης έξω και πάνω από αυτή, ούτε σαν κάποιος κώδικας θείων νόμων, που έχουν ανάγκη σχολιασμού με την παράθεση αυθεντικών ερμηνειών του παρελθόντος (Cate-nae), όπως ακριβώς συνέβαινε με το ρωμαϊκό δίκαιο και συμβαίνει με το δίκαιο εν γένει μέχρι σήμερα. Ο Κανόνας δεν είχε την έννοια νομοθεσίας. Εξαιτίας των Ιουδαίων και των αιρέσεων ήταν ανάγκη η Εκκλησία να δημιουργήσει δικό της κανόνα, για να δώσει έτσι στην Π. Διαθήκη την αρμόζουσα θέση και την ορθή έννοια μέσα στους κόλπους της∙ εξάλλου, με τη δημιουργία Κανόνα, απέβλεπαν στην καταπολέμηση των συγγραφών των αιρετικών, οι οποίοι εμφάνιζαν τα έργα τους στο όνομα Αποστόλων ή αποστολικών ανδρών, για τη διασπορά και επιβολή των ιδεών τους.
Η Αγία Γραφή δεν είναι νόμος αλλά «μαρτυρία», και οι συγγραφείς της δεν είναι νομοθέτες, αλλά «μάρτυρες». Αν π.χ. η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως κλάποια γνήσια επιστολή του αποστόλου Παύλου, κανένας δεν θα διενοείτο να την αποκλείσει από τον Κανόνα. Ούτε καν υπάρχει υποψία πως η εύρεση νέων κειμένων του αρχικού χριστιανισμού θα δημιουργούσε πρόβλημα ως προς την ουσία της πίστεως∙ απλούστατα, μ’ αυτό το νέο απόκτημα, κατά τρόπο αληθινά γνήσιο και αυθεντικό, θα πλουτιζόταν η γνώση και η πνευματική μας πείρα.
  Αφού όμως η Γραφή είναι οργανικά δεμένη με την πίστη και τη ζωή της Εκκλησίας, δεν αντιλαμβάνεται κανείς γιατί μια ορισμένη εποχή μπόρεσε να την εννοήσει καλύτερα από άλλες, έτσι ώστε η καλύτερη αυτή κατανόηση των Γραφών, υπό τις συνθήκες μιας ορισμένεης εποχής, να αποτελεί κατά κάποιο τρόπο για τις άλλες το υλικό προς μίμηση και επανάληψη.
Σε μερικούς κύκλους δεν έχει γίνει επαρκώς κατανοητό πως οι Πατέρες εξηγητές δεν εξάντλησαν το περιεχόμενο των Γραφών, τις οποίες είδαν και ερμήνευσαν κατά θαυμάσιο ίσως τρόπο, αλλά από ορισμένες μόνο απόψεις, που επέβαλαν οι ανάγκες της εποχής τους.
Οι Πατέρες εξηγητές των αγίων Γραφών πρέπει να θεωρούνται κατεξοχήν οδηγοί μας στην προσπάθειά τους, ώστε να μείνουν μακριά από την αίρεση, και σε οργανική σχέση προς τη ζωή και την πίστη της όλης Εκκλησίας∙ κι αυτό όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά γιατί στην εποχή τους η Εκκλησία αντιμετώπισε σειρά ανθρώπων διανοουμένων επί ενός υψηλού επιπέδου πνευματικών ζυμώσεων υπό την επίδραση των φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής. Είναι, πράγματι, έξοχοι και, θα έλεγε κανείς, ανεπανάληπτοι δάσκαλοι στον τρόπο που ζούν και σκέπτονται την οργανική ενότητα Γραφής και Παραδόσεως, δηλαδή πίστεως και ζωής της Εκκλησίας. Καθόλα ανήκουν όμως στην εποχή τους.
Τα πατερικά κείμενα πρέπει να μελετώνται από τον ορθόδοξο βιβλικό επιστήμονα σαν σχολείο μυήσεως στο πνεύμα αυτής της οργανικής σχέσεως Γραφής και ζωής της Εκκλησίας. Κατά τα άλλα, ως προς το γράμμα, οι Πατέρες παρέχουν στον εξηγητή ένα πλούσιο φιλολογικό και ιστορικό ερμηνευτικό υλικό. Δεν είμαστε αγνώμονες ούτε για το τελευταίο αυτό. Είναι όμως, εξάλλου, γεγονός ότι το υλικό αυτό υστερεί του αντίστοιχου στη διάθεσή μας σήμερα. Εμείς γνωρίζουμε ασφαλώς καλύτερα τι συνέβαινε στην Κόρινθο ή στη Ρώμη, όταν ο Παύλος έγραψε στις Εκκλησίες αυτές τις επιστολές του. Και η πλουσιότερη αυτή γνώση μας βοηθά να εννοήσουμε τα ιερά κείμενα πληρέστερα και βαθύτερα.
Ό,τι αφορά στη φιλολογική, την ιστορική και την κριτική ανάλυση των ιερών κειμένων η γνώση μας σήμερα υπερέχει της γνώσεως των Πατέρων. Εκεί που οι Πατέρες γίνονται πολύτιμοι δάσκαλοί μας είναι στα ουσιώδη θέματα, όπως η κατανόηση του πνεύματος της «εκκλησιαστικότητας» των ιερών κειμένων, ότι δηλαδή δεν ανήκουν στην εποχή τους μόνο, όπως έχει την τάση να τα βλέπει ο ιστορικός και ο φιλόλογος, αλλά στην Εκκλησία καθόλου, και ότι, αφού ανήκουν στην Εκκλησία που είναι ζωή και οδός, εκφράζουιν αυτή τη ζωή και την οδό σε σχέση προς τις ποικίλες πλάνες και θεωρίες του κόσμου.
Μελετώντας τους Πατέρες όχι απλώς κατά γράμμα, αλλά κυρίως κατά πνεύμα, μυείται ο εξηγητής σε δύο κυρίως βασικές αρχές του μυστηρίου της Εκκλησίας:
(α) Ότι ο Θεός, σαν ο ουστιαστικός συγγραφέας των ιερών βιβλίων, μιλά δια μέσου αυτών προς την Εκκλησία του καθόλου, όπως μίλησε προς αυτήν κατά την εποχή που γράφτηκαν. Και
(β) ότι η Γραφή εκφράζει τον τύπο ζωής του μέλους του Σώματος του Χριστού, ο οποίος τύπος μας οδηγεί να πιστέψουμε και να ζήσουμε δια μέσου των ποικίλων πλανών και εκτροπών του βίου, που αντιμετωπίζει κάθε εποχή.
Η συμβολή αυτή της πατερικής εξηγητικής, που δεν έχει καμμία ουσιαστική σχέση προς τα περί της μασημένης τροφής και προς το σύστημα των Σειρών – είναι ιδιαίτερα σημαντική και σήμερα, κι αυτό γιατί η φιλολογική, ιστορική και κριτική έρευνα των ιερών κειμένων έχει αναλυτικό χαρακτήρα, και επομένως την τάση της εξετάσεως των επί μέρους προβλημάτων χωριστά από το σύνολο του μηνύματος των Γραφών, μερικές φορές μάλιστα χωριστά και από τις απόψεις του όλου κειμένου, που παρουσιάζει το υπό εξέταση πρόβλημα.
Η αναλυτική μέθοδος έρευνας πολλά προσέφερε και προσφέρει στον καθαρώς ερευνητικό τομέα. Χωρίς όμως ενίοτε να το καταλαβαίνει κανείς, παρασύρεται κατά την ανάλυση προς τοποθετήσεις αντιιστορικές, ένεκα των οποίων παύει να εννοεί μερικά βασικά πράγματα, αδυνατεί δε να δει τα κείμενα εντός της συνολικής συνάφειας της Εκκλησίας. Το έργο του ορθοδόξου βιβλικού επιστήμονα είναι ο συνδυασμός της αναλυτικής μεθόδου της σύγχρονης επιστήμης με τη συνθετική «μέθοδο» των Πατέρων.
 Και οι αρχαίοι Πατέρες αντιμετώπισαν την αρχαία ελληνική αναλυτική μέθοδο. Την γνώρισαν και την σπούδασαν στις ελληνικές ειδωλολατρικές Σχολές και με τη βοήθεια του Πνεύματος της Εκκλησίας την υπερνίκησαν σαν άνθρωποι του Χριστού και σαν άνθρωποι του αιώνα τους. Χωρίς να αισθάνονται ότι υστερούν κατά την επιστήμη και τη σοφία της εποχής τους, ερμήνευσαν ιερά κείμενα εντός μιας άλλης προοπτικής, διάφορης από εκείνη που τα είδαν οι ειδωλολάτρες λόγιοι και οι ποικίλοι αιρετικοί.
Σήμερα το δικό μας έργο είναι δυσχερέστατο, γιατί η σύγχρονη αναλυτική φιλολογική και ιστορική εργασία είναι ενταγμένη στην εξελικτική και κινιτική περί του κόσμου και της ιστορίας άποψη, η οποία ήταν άγνωστη και στους Πατέρες και στους σύγχρονους τους ειδωλολάτρες λόγιους. Εξάλλου, η γνώση έχει τόσο αυξηθεί και τόσο διασπασθεί, ώστε είναι αδιανόητο σήμερα σε ένα πρόσωπο να συγκεντρωθεί όλη η γνώση και η παιδεία της εποχής μας, όπως ήταν δυνατό κατά την αρχαιότητα. Σήμερα πρέπει κανείς τουλάχιστον να είναι επιστήμονας σαν τον Teillard De Chardin, φιλόλογος και θεολόγος σαν τον Bultman και άγιος, όπως φερειπείν ο π. Ευσέβιος Μαθιόπουλος, για να έχει στην εποχή μας τη συγκρότηση που είχε ο Μ. Βασίλειος στα δικά του χρόνια, όταν έγραφε την «Εξαήμερο». Ο πλούτος στη γνώση και η διάσπαση αφενός, η εξελικτική και κινητική προοπτική αφετέρου, αυτά όλα είναι εντελώς νέοι παράγοντες, που δίνουν άλλη χροιά στο έργο της αναλύσεως κατά την εποχή μας. Υπό τα δεδομένα αυτά είναι φυσικό πως και η ορθόδοξη εξηγητική μπορεί να κινείται εντός πιο κινητικών και «πορειακών» προοπτικών με το αυτό δικαίωμα, με το οποίο η παλαιά εξηγητική κινούνταν μέσα σε πιο «στατικά» πλαίσια. Αυτά ως προς την ανάλυση.
  Αλλά ως προς τη σύνθεση χρειάζονται μερικές παρατηρήσεις. Ο ορθόδοξος εξηγητής έχει να κάνει με κείμενα, που γεννήθηκαν από τη ζωή μιας κοινότητας, η οποία πιστεύουμε πως ήταν η κοινότητα «εις ην τα τέλη των αιώνων κατήντηκεν», ο δε περιεχόμενος στα κείμενά της λόγος πιστεύθηκε σαν ο «έσχατος» λόγος του Θεού προς την ανθρωπότητα. Τα κείμενα αυτά διέσωσε στους κόλπους της η Εκκλησία, σχολίασε, ερμήνευσε και εβίωσε μέχρι σήμερα, γιατί την οδηγούν προς κάπου. Για να βρούμε το μήνυμα των κειμένων αυτών για μας σήμερα, πρέπει ασφαλώς να γνωρίζουμε πρώτα-πρώτα τι νόημα είχαν εντός του περιβάλλοντος που γράφηκαν. Έτσι δεν εξηγούμε την προέλευση του μηνύματος, αλλά εξηγούμε τους τρόπους με τους οποίους κατανοήθηκε και βιώθηκε από τους ανθρώπους. Επομένως: το μέλλον είναι το «σημείο» από το οποίο θεάται κανείς το παρελθόν και το παρόν. Δηλαδή αυτό που περιμένει η Εκκλησία του Θεού είναι η ουσιαστική αφετηρία για την κατανόηση παρελθόντος και παρόντος. Η οποιαδήποτε «σύνθεση» έχει εσχατολογικό χαρακτήρα.
  Η ανάλυση, εξάλλου, μας οδηγεί σε μία σειρά θεμάτων, προβλημάτων και ερωτημάτων της εποχής, που γράφηκαν τα ιερά κείμενα, μέσα σε μία προοπτική πως ο κόσμος τελειώνει γρήγορα. Δεν μπορούμε να πούμε πως τα βασικά από τα προβλήματα αυτά δεν είναι και δικά μας. Σ’ εμάς όμως παρουσιάζονται υπό τελείως διάφορη μορφή. Οι Πατέρες «συνέθεσαν» τα δεδομένα των Γραφών με τα δεδομένα της εποχής τους. Και σ’ αυτό είναι λαμπροί οδηγοί και δάσκαλοί μας: Τα δεδομένα όμως της πατερικής εποχής είναι από πολλές απόψεις διάφορα από τα δεδομένα της δικής μας.
Αναφέρω μερικά παραδείγματα:
Το κοσμοείδωλο, η εικόνα δηλαδή περί κόσμου, είναι σήμερα εντελώς άλλη απ’ ό,τι ήταν κατά τους χρόνους της Κ.Δ. και των Πατέρων. Δεν υπάρχει πια σήμερα η εικόνα για έναν κόσμο με τρία πατώματα.
–Η έννοια της ιστορίας, επίσης, είναι σήμερα τελείως διάφορη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στη σωτηριολογική σημασία του χρόνου, της επιστήμης και της τεχνικής. Αλλιώτικα αισθάνεται ο άνθρωπος στη θέση του σήμερα μέσα στον κόσμο και στην ιστορία. Όσο επεκτείνεται ο κόσμος και η ιστορική κονίστρα, παράδοξα τόσο σμικρύνεται η σημασία του ανθρώπου, οπότε υπό άλλη μορφή παρουσιάζεται το πρόβλημά του, εντός του σχεδίου του Θεού.
–Η έννοια της ανθρωπότητας, όχι εντός του σχήματος της ρωμαϊκής οικουμένης ή της μεσαιωνικής ανατολικής ή δυτικής αυτοκρατορίας, αλλά υπό μία έννοια αληθινά οικουμενική.
–Η έννοια της ύλης και η περιφρόνησή της καθόλη την ελληνιστική περίοδο αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει από την εποχή της Αναγεννήσεως και την αυγή των νεώτερων χρόνων.
–Η δυνατόητα του ανθρώπου, παρά τη σημερινή εκμηδένισή του, να καταστρέψει τον πλανήτη μας ή να τον αναμορφώσει ή τις οίδε τι άλλο.
–Η κοινωνική επανάσταση σε παγκόσμια διάσταση με την ελπίδα δημιουργίας μιας νέας ζωής και σωτηρίας από τα σημερινά δεινά.
–Η αλλαγή στο νόημα της εργασίας, στη θέση της γυναίκας και του παιδιού μέσα στις σύγχρονές μας κοινωνίες.
–Και για να μη συνεχισθεί ατέλειωτα ο κατάλογος, ας μνημονευθεί τελικά ο σύγχρονος ανθρωποκεντρισμός, που κατέληξε στην άρνηση του Θεού. Η αθεΐα κατά τους χρόνους της Κ.Δ. και των Πατέρων, αν δεν ήταν άγνωστη, ήταν σπάνιο και μεμονωμένο φαινόμενο∙ σήμερα όμως είναι η επίσημη ιδεολογία κοινωνικών καθεστώτων, που καλύπτουν μεγάλο τμήμα του πλανήτη μας και επηρεάζουν το υπόλοιπο.
Οι αλλαγές αυτές που αναφέρθηκαν και πολλές άλλες δεν επηρέασαν τη ζωή των ανθρώπων τόσο κατ’ έκταση, ποσοτικά, όσο την σφραγίζουν  ποιοτικώς. Είναι δυνατό, π.χ. να ισχυρισθεί κανείς ότι ο σημερινός άνθρωπος ζει την αμαρτία και τη σωτηρία υπό τις μορφές που έζησαν αυτά οι άνθρωποι του 1ου ή του 5ου αι.; Ασφαλώς ζει πολύ βαθιά τρομερά δυσάρεστες καταστάσεις καθώς και την ανάγκη να γλιτώσει από αυτές. Λοιπόν, κατά τα δεδομένα αυτού του νέου κόσμου, πρέπει πατώντας στα αχνάρια της πατερικής «συνθέσεως», με τη σειρά μας να τον «συνθέσουμε» με την πίστη της αρχικής Εκκλησίας, όπως εκφράζεται στα κείμενά της. Το έργο είναι δύσκολο, αλλά είναι απαραίτητο.
  Είναι δύσκολο έργο, γιατί πολλοί θεολόγοι δεν είμαστε συνηθισμένοι στης έννοιες αλλαγή, μεταβολή, μεταμόρφωση, παρά το γεγονός ότι η θεολογία μας βλέπει τον άνθρωπο γενικώς υπό δυναμικό πρίσμα∙ είτε στην πτώση είτε στο δρόμο προς το «καθ’ ομοίωση» ο άνθρωπος δεν μένει ο ίδιος, μεταβάλλεται. Εν τούτοις, η έννοια αλλαγή μας είναι αρκετά ξένη.
  Έπειτα, ενώ μιλάμε για άγιο Πνεύμα, δεν ανοίγουμε τον εαυτό μας ελεύθερα στις ενέργειές του. Εξήγηση και ερμηνεία του ιερού κειμένου συμπλέκονται.
Η εξήγηση του ιερού κειμένου είναι η κατανόησή του εντός της συγκεκριμένης καταστάσεως της εποχής του και εντός του υπόβαθρου της γενικής εμπειρίας της Εκκλησίας.
Η ερμηνεία του είναι η ορθή «εν αγίω Πνεύματι» απόδοση του νοήματος του Ευαγγελίου δια μέσου των παλαιών μορφών μέσα σε νέες μορφές, που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες. Οι νέες αυτές μορφές πρέπει να καθιστούν, για μας και τους συγχρόνους μας, το Ευαγγέλιο ζωή αληθινή, και να μη το παρουσιάζουν σαν μία κάπως μακρινή και χαώδη απομίμηση και επανάληψη όρων και εικόνων μιας άλλης, παλιάς εποχής. Όχι το πνεύμα του ερμηνευτή, αλλά το άγιο Πνεύμα, που οδηγεί στην ελευθερία και την αλήθεια, πρέπει να είναι βιωματικά κτήμα του ορθοδόξου ερμηνευτή, στην οργανική του σχέση προς την Εκκλησία με την καθολική της έννοια. Αυτό αποτελεί απαραίτητο συντελεστή, όχι τόσο της εξηγήσεως, όσο της «ερμηνείας» των ιερών κειμένων.
Η απόρριψη του μυστηρίου του αγίου Πνεύματος στο θέμα της αλήθειας κατά την ερμηνεία των ιερών κειμένων, με την έννοια της πιστότητας στην ουσία της εκκλησιαστικής παραδόσεως και της μεταφράσεως της ουσίας αυτής σε νέες μορφές και εικόνες, αποτελεί παραγνώριση της ιδιομορφίας του ιερού κειμένου. Κανείς ερμηνευτής δεν είναι αλάθητος, ακόμα και ο πιο ορθόδοξος, αφού η Ορθοδοξία δεν είναι μόνο κληρονομιά και κτήμα, αλλά κυρίως στόχος του αγώνα και της προσπάθειας κάθε ορθόδοξου. Ο ορθόδοξος ερμηνευτής είναι αλάθητος μόνο καθόσον οργανικά συνδέεται προς το γενικό αλάθητο της καθολικής Εκκλησίας «εν αγίω Πνεύματι». Κατά τα άλλα, σε επί μέρους εξηγήσεις ή ερμηνείες ή θεωρίες ή υποθέσεις ή απόψεις, και ο οθρόδοξος ερμηνευτής λανθάνει.
Οι Πατέρες είναι πολύ διδακτικοί και επί του προκειμένου: Πολλές φορές, οι ίδιοι μνημονεύουν μία, δύο και τρεις απόψεις περί ενός χωρίου ή γεγονότος των Γραφών. Είναι δε γνωστό πόσο σε επί μέρους τέτοια θέματα διαφέρουν οι απόψεις από Πατέρα σε Πατέρα της Εκκλησίας. Περισσότερο δε από καθετί διδάσκεται από τους Πατέρες η ταπείνωση, η συναίσθηση της ανθρώπινης ασθένειας με την οποία, εν πάση περιπτώσει, προσεγγίζεται το ιερό κείμενο∙ είναι σαν να ψαύσουν τον αναστάντα Λόγο του Θεού. Ο ορθόδοξος ερμηνευτής, επειδή είναι ορθόδοξος, έχει συνείδηση των αδυναμιών του και είναι ξένος προς την κομπορρημοσύνη του κόσμου. Όσο στερείται της συνειδήσεως των αδυναμιών του ο ερμηνευτής –είτε από κοσμικό φρόνημα είτε από υπερβολική εξοικείωση– τόσο εκπίπτει του προορισμού του.
  Η οδός αυτή, που ήταν και η οδός των Πατέρων, δεν είναι εύκολη. Είναι δύσβατη, πλήρης ασαφειών, αγωνιών, ψηλαφήσεων και κινδύνων. Σίγουρα, δεν είναι καν οδός ανθρώπινη εντός δηλαδή των δυνατοτήτων μόνο του ανθρώπου. Η επιτυχία του ορθοδόξου ερμηνευτή είναι έργο του αγίου Πνεύματος. Οι αποτυχίες είναι δικές μας, της ασθένειάς μας. Έχουμε όμως για ενθάρρυνση σαν παράδειγμα επί του προκειμένου την επιτυχία των αγίων Πατέρων στη μεταφορά εν αγίω Πνεύματι του Ευαγγελίου από τα εβραϊκά του πλαίσια στις ελληνικές κατηγορίες σκέψεως.
  Το θέμα Αγία Γραφή και ερμηνευτές Πατέρες χρειάζεται ευρύτερη διαπραγμάτευση. Η ορθόδοξη ερμηνευτική δεν είναι επανάληψη των ερμηνευτών Πατέρων, αλλά είναι η μύηση στην όλη ερμηνευτική τους σκέψη, ώστε με τη βοήθειά της να μάθει κανείς να σκέπτεται διά των Γραφών μέσα στην εποχή μας, με τα ιδιαίτερα προβλήματα και ερωτήματά της, όπως σκέπτονται εκείνοι δια των Γραφών ως προς τα προβλήματα και ερωτήματα της δικής τους εποχής. Αν χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του π. Γεωργίου Florovsky, θα πούμε ότι η ορθόδοξη ερμηνευτική πρέπει να είναι σήμερα «νεοπατερική».
Κάθε άλλη χρήση των Πατέρων, απλή παράθεση χωρίων, επανάληψη, νεκρή απομίμηση προς κατανόηση της Αγίας Γραφής, δεν αποδίδει, δυστυχώς τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αφού ουσιωδώς παραγνωρίζει τον παράγοντα «ιστορία»∙ έτσι η άλλη αυτή κατά το γράμμα μιμητική χρήση των αγίων Πατέρων καταντά ακούσια σε υποτίμηση και της σημασίας της Γραφής και της σπουδαιότητας των Πατέρων.
Απόσπασμα από το εγχειρίδιο για τους Σπουδαστές: "Ερμηνευτική των Ιερών κειμένων" του Σάββα Αγουρίδη, Καθηγητή Πανεπιστημίου. (Έκδοση 1984. Σελίδες 52 - 60)

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ . ΣΕΒ. ΜΗΤΡ.Π...

ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΟΣΟ ΗΤΑΝ ΕΝΩΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥ...

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ Γ. ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ Π ΙΕΡΟΘΕΟ ΒΛΑΧΟ ΑΠΟ ΤΟΝ Γ. ΣΩΦΡΟΝΙΟ.