Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

Ο αγώνας τής Προσευχής και τών έξωθεν περισπασμών Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)


 
Πηγή: "Περί Προσευχής" Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ). Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ Αγγλίας 1993.

Είναι μέγα δώρον η θεωρία της αιωνιότητος εν τω απροσίτω Φωτί της Θεότητος. Όσοι εγεύθησαν της μακαριότητος ταύτης δεν επιθυμούν την απόκτησιν των προσκαίρων αγαθών.
Η χάρις της δυνάμεως ταύτης δεν παραμένει αχωρίστως μετά του ανθρώπου, και το Φως μειούται εν τη ψυχή. Εκ της στερήσεως ενός τοιούτου Θεού πάσχει η όλη ύπαρξις ημών. Παρόμοιαι εγκαταλείψεις είναι απαραίτητοι εις πάντας και εις έκαστον, όπως ουδείς επαναπαύηται επί των «δαφνών» των επιτευγμάτων αυτού, αλλά συνεχώς να ακολουθή οπίσω του Κυρίου του αναβαίνοντος εις τον Γολγοθάν, το υψηλότερον πάντων των ορέων επί του επιπέδου του Πνεύματος. Όσον ανεπαρκές και εάν είναι έν τοιούτον εγχείρημα, εν τούτοις αναγεννά τον άνθρωπον, μεταδίδον εις αυτόν νέαν δύναμιν, όπως πραγματοποιήση την ομοίωσιν αυτού προς τον Χριστόν.
«Ιησού, ο Σωτήρ ημών, σώσον με τον αμαρτωλόν».
Όταν προσευχώμεθα εν ησύχω και ερήμω τόπω, τότε συχνάκις όλοι οι μάταιοι λογισμοί συγκεντρούνται επιμόνως πέριξ του νοός, αποσπώντες την προσοχήν ημών από της καρδίας. Η προσευχή φαίνεται άκαρπος, διότι ο νους δεν μετέχει εις την επίκλησιν του Ονόματος του Ιησού, και μόνον τα χείλη προφέρουν μηχανικώς τους λόγους. Όταν δε λαμβάνη πέρας η προσευχή, τότε συνήθως οι λογισμοί απομακρύνονται και ημείς επανευρίσκομεν την γαλήνην ημών. Εν τω ανιαρώ τούτω φαινομένω υπάρχει εν τούτοις νόημα: Δια της επικλήσεως του Θείου Ονόματος θέτομεν εις κίνησιν παν το κεκρυμμένον εντός ημών. Η προσευχή ομοιάζει προς δέσμην ακτίνων φωτός, ήτις πίπτει εις τον σκοτεινόν τόπον της εσωτερικής ημών ζωής και αποκαλύπτει, οποία πάθη και προσκολλήσεις εμφωλεύουν εντός ημών. Εις τοιαύτας περιπτώσεις οφείλομεν εντόνως να προφέρωμεν το Άγιον Όνομα, όπως το αίσθημα της μετανοίας αυξηθή εν τη ψυχή.
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλόν».
Το πνεύμα ημών, άφθαρτον κατά την Βουλήν του Θεού περί ημών, καταπονείται εν τη στενή φυλακή των αμαρτωλών παθών. Όσον βαθύτερος είναι ο πόνος ημών εκ της συνειδήσεως της αποστάσεως ημών από του Θεού ένεκα της αμαρτίας, τοσούτον εντονωτέρα είναι η ορμή της ψυχής ημών προς τον Θεόν, και μετά μεγάλου πόθου, πολλών δακρύων, προσεύχηται αύτη αναζητούσα την ένωσιν μετ’ Αυτού. Και Ούτος δεν εξουδενοί συντετριμμένην καρδίαν, αλλ’ έρχεται προς ημάς· η δε βαθεία καρδία του ανθρώπου συνειδητοποιεί την συγγένειαν αυτής μετ’ Αυτού, Όστις «ευαισθήτως» είναι παρών και ενεργεί εν ημίν. Εκ τούτου καθίσταται φανερόν ότι και το σώμα ημών, δια του ιδιάζοντος εις αυτό τρόπου, δέχεται την πνοήν του Ζώντος Θεού.
«Ιησού, Υιέ του Θεού του Ζώντος, ελέησον ημάς».
Η κληρονομία την οποίαν έδωκαν εις ημάς οι Πατέρες περικλείει ωσαύτως και υποδείξεις δια τας οδούς προς την Θεογνωσίαν, τουτέστι δια την πάλην εκείνην, την οποίαν ετέλεσαν εν τω εσωτερικώ αυτών κόσμω προς τον εν εκάστω εξ ημών ζώντα «νόμον της αμαρτίας» (Ρωμ. 7,23) - το τραγικόν τούτο επακόλουθον της πρώτης μεγάλης πτώσεως του ανθρώπου. Εκείνος, όστις εισέρχεται εις το στάδιον της πολυπλέρου πάλης προς απόκτησιν της αγίας αιωνιότητος, αντιμετωπίζει την αναγκαιότητα να αντισταθή εις την διαφθείρουσαν επίδρασιν του περιβάλλοντος ημάς κόσμου, όστις αποστρέφεται την προσευχήν. Και πάλιν, η καλυτέρα άμυνα προς τούτο θα είναι:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».
Το Όνομα του Ιησού Χριστού είναι δια τον πιστόν όμοιον προς υψηλόν τείχος φρουρίου. Δεν είναι εύκολον εις τον εχθρόν να διεισδύση δολίως εντός αυτού δια των βαρειών και σιδηρών πυλών, εάν η προσοχή ημών δεν διαχέηται εις εξωτερικούς περισπασμούς. Η προσευχή δια του Ονόματος Αυτού δίδει εις την ψυχήν δύναμιν, ουχί μόνον όπως αντισταθή εις τας επιβλαβείς έξωθεν επιδράσεις, αλλά και – πλείον τούτων – δυνηθή να επιδράση εις το περιβάλλον εν τω οποίω ζη: να εξέλθη τρόπον τινα εκ του εσωτερικού βάθους της καρδίας και εν αγάπη και ειρήνη να κοινωνήση μετά των αδελφών. Η ειρήνη και η αγάπη, τας οποίας ενετείλατο ο Θεός, αυξανόμεναι γίνονται πηγή φλογεράς προσευχής υπέρ όλου του κόσμου. Το πνεύμα του Χριστού εξάγει ημάς εις τας εκτάσεις της αγάπης, ήτις εναγκαλίζεται πάσαν την κτίσιν. Εν τοιαύτη καταστάσει η ψυχή προσεύχηται μετά μεγάλης εντάσεως:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Σωτήρ ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».
Ο Θεός ουδέποτε παραβιάζει την θέλησιν του ανθρώπου, αλλά και Αυτόν ουδείς δύναται να εξαναγκάση εις ό,τιδήποτε. Εν τη προσευχή ημών αγωνιζόμεθα να παρασταθώμεν εν τη ενότητι και ολότητι του είναι ημών, πρωτίστως εν τη ενώσει του νοός μετά της καρδίας. Δια την επίτευξιν της μακαρίας ταύτης ενώσεως των δύο κυριωτέρων δυνάμεων της προσωπικότητος ημών εις ουδέν τεχνητόν μέσον (ψυχοτεχνική) καταφεύγομεν. Κατ’ αρχάς ασκούμεν τον νουν να ίσταται μετά προσοχής εν προσευχή, ως οι Πατέρες διδάσκουν ημάς, τουτέστι προφέρομεν απερισπάστως το Όνομα του Ιησού Χριστού και τους λοιπούς λόγους της προσευχής. Η μετά προσηλώσεως επίκλησις του Ονόματος του Θεού, συνοδευομένη μετά του καθ’ ημέραν αγώνος, όπως ζήσωμεν κατά τας εντολάς του Ευαγγελίου, έχει ως αποτέλεσμα την ένωσιν του νου μετά της καρδίας εις μίαν φυσικήν και ενιαίαν πράξιν.
Ουδέποτε πρέπει να σπεύδωμεν εν τω ασκητικώ ημών αγώνι. Είναι απαραίτητον όπως απορρίψωμεν τον λογισμόν, όστις προτρέπει ημάς να επιτύχωμεν το μέγιστον αποτέλεσμα εν ελαχίστω χρονικώ διαστήματι. Η πείρα των αιώνων κατέδειξεν ότι η δια της οδού της ψυχοτεχνικής μεθόδου επιτυγχανομένη ένωσις (του νου και της καρδίας) δεν διαρκεί επί μακρόν· και το πλέον σημαντικόν, δεν οδηγεί εις την ένωσιν του πνεύματος ημών μετά του Πνεύματος του Ζώντος Θεού. Το ερώτημα της αιωνίου σωτηρίας τίθεται ενώπιον ημών υπό την πλέον βαθείαν έννοιαν. Προς τούτο οφείλει να αναγεννηθή όλη η φύσις ημών: Η σαρκική να μεταποιηθή εις πνευματικήν. Όταν δε ο Κύριος ευρίσκη ημάς ικανούς να δεχθώμεν την χάριν Αυτού, τότε δεν βραδύνει να έλθη εις απάντησιν της ταπεινής ημών επικλήσεως. Η έλευσις Αυτού ενίοτε τοσούτον απορροφά ημάς, ώστε και η καρδία και ο νους είναι καθ’ ολοκληρίαν απησχολημένοι μόνον μετ’ Αυτού. Ο ορατός ούτος κόσμος παραχωρεί την θέσιν αυτού εις την πραγματικότητα άλλης,  υψηλοτέρας τάξεως. Ο νους παύει να διασκορπίζηται: Γίνεται όλος προσοχή. Η καρδία δε έρχεται εις κατάστασιν, την οποίαν δυσκόλως δυνάμεθα να περιγράψωμεν. Είναι αύτη πλήρης φόβου, αλλά ευλαβούς φόβου, ζωοποιού. Τότε ο άνθρωπος αναπνέει μετά συστολής: Ο Θεός οράται και εντός και εκτός· πληροί τα πάντα και ο όλος άνθρωπος (πνεύμα-νους, καρδία-αίσθησις και το σώμα εισέτι) ζη μόνον δια του Θεού.
«Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».

Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

ΤΡΙΣΑΓΙΟΣ ΥΜΝΟΣ – ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΓΓΕΛΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


PANTOKRATVR
Βασιλείου Σκιαδᾶ θεολόγου – συγγραφέως

Ὁ Τρισάγιος Ὕμνος ἀποτελεῖ μία κοινὴ πανήγυρη τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων, μία συμπροσευχὴ Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων. Πράγματι τὸ ἅγιος, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται τρεῖς φορές, προέρχεται ἀπὸ τὸν ἀγγελικὸ ὕμνο τοῦ ὁράματος τοῦ προφήτη Ἠσαΐα, ἀλλὰ καὶ τὴν προσευχὴ τοῦ Δαυὶδ στὸν τρισυπόστατο Θεό, τὸν ἰσχυρὸ καὶ Ἀθάνατο.  Ἡ Ἐκκλησία συνένωσε τὸν ἀγγελικὸ ὕμνο μὲ τὸν ψαλμὸ τοῦ Δαυὶδ (41.3) καὶ πρόσθεσε τὴν ἱκεσία «ἐλέησον ἡμᾶς».
Ὁ Τρισάγιος Ὕμνος καθιερώθηκε ἐπίσημα τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ, σὲ μία παλλαϊκὴ ἱκεσία γιὰ τὴ σωτηρία τῆς Κωσνταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς σεισμούς. Ἀπὸ τότε μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ τρισάγιου ὕμνου στὴ Λατρεία, καὶ μάλιστα στὴ Θ. Λειτουργία, ἡ στρατευόμενη Ἐκκλησία ἑνώνει τὴ φωνή της μὲ τὰ λειτουργικὰ πνεύματα, τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς δικαίους σὲ μία παγκόσμια δοξολόγηση τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μία προτύπωση ἑνώσεως καὶ ἰσότητος τῶν δικαίων μὲ τοὺς Ἀγγέλους. Ὁ Τρισάγιος ὕμνος ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δοξολογικὸ καὶ ἰκετευτικὸ του χαρακτῆρα ἔχει καὶ τριαδολογικὸ νόημα, ἀφοῦ ἀναφέρεται στὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ κατακλείεται μὲ τὴν ἐκζήτηση τοῦ Θείου ἐλέους τῆς μίας τρισυπόστατης θεότητας». Πόσο μεγάλα εἶναι τὰ δῶρα τοῦ τρισυπόστατου Θεοῦ, γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, νὰ δέχεται νὰ τὸν δοξολο-γοῦν μαζὶ οἱ στρατιὲς τῶν Ἀγγέλων μὲ τὶς γενιὲς τῶν ἀνθρώπων».
ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ
Μὲ τὴν ἀρχὴ αὐτὴ τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς πατέρας εἶναι ὁ ἀπόλυτα Ἅγιος, εἶναι ὁ ἐκ φύσεως Ἅγιος, ὁ ἱερὸς καὶ ξεχωριστὸς κατὰ τὴν οὐσία καὶ ὕπαρξή του. Μὲ τὴν ὁμολογία αὐτὴ τῆς ἀπόλυτης ἁγιότητας τοῦ Θεοῦ Πατρὸς δηλώνουμε πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ξένος πρὸς κάθε ἠθικὴ ἀτέλεια, πῶς ἀγαπᾶ μόνο τὸ ἀγαθὸ καὶ ἀποστρέφεται τὸ κακό. Μπροστὰ σὲ αὐτὴν τὴν ἀπόλυτη ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται δέος καὶ ἀπεριόριστο σεβασμό. Αὐτὸν τὸν σεβασμὸ τὸν ἐκδηλώνει μὲ τοὺς λόγους, τὰ ἔργα καὶ τὴ λατρεία του. Γι’ αὐτὸ καλεῖται νὰ προφέρει μὲ συστολὴ καὶ εὐλάβεια τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.  Ὁ Ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ γράφει πὼς «ὁ Θεὸς θὰ ζητήσει λόγο ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἐπικαλέστηκε χωρὶς εἰδικὴ ἀνάγκη τὸ Θεὸ καὶ τοῦ ζήτησε κάτι, ποὺ δὲν ἦταν ἀπαραίτητο καὶ χωρὶς τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ζήσει».
Τὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ παρακαλεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ γνωρίσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ φέρονται πρὸς αὐτήν. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ εὐχὴ τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου, τὴν ὁποία ἀπαγγέλει ὁ ἱερέας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅταν ψάλλεται ὁ Τρισάγιος Ὕμνος.  Ἡ ὑπέροχη αὐτὴ εὐχή: Ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος, ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος κατὰ κάποιον τρόπο ἀποτελεῖ μία ὁμολογία τῆς δικῆς μας ἀναξιότητας, νὰ προσφέρουμε στὸ Θεὸ τὸν Τρισάγιο Ὕμνο μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέ-λους καὶ τοὺς δικαίους. Μᾶς θυμίζει ἐπί-σης τὶς ἄπειρες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δική μας μικρότητα. Παρακαλεῖ τέλος τὸν Θεὸ νὰ μᾶς χορηγεῖ σοφία καὶ σύνε-ση, γιὰ νὰ τὸν λατρεύουμε μὲ εὐλάβεια σ’ ὁλόκληρη τὴ ζωή μας.
Διάχυση τῆς θείας ἁγιότητας
Ἡ ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς διαχέεται στοὺς ἁγίους, τοὺς φορεῖς αὐτοὺς τῆς Θείας Ἀποκάλυψης. Οἱ Ἅγιοί μας «Ἔμπλεοι ὄντες», τῆς Θείας Χάριτος προσφέρουν μία ἄλλη διάσταση ζωῆς, μίας ζωῆς ποὺ λύνει ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ γιὰ νὰ φτάσουν οἱ Ἅγιοι σ΄ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο, μιμούμενοι τὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, ἔφτασαν πρῶτα σ΄ αὐτὸ ποὺ λέγεται στὴν ἐκκλησια-στικὴ γλῶσσα «θέωση». Ἡ θέωση αὐτὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μέθεξη τῆς ἄκτιστης θεοποιοῦ ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, τῆς ἁγιότητας. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἁγιότητας, καθένας ποὺ τὸ ἐπιθυμεῖ καὶ τὸ ἐπιδιώκει μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁδηγεῖται πρὸς αὐτήν. Οἱ Ἅγιοι κατορθώνουν νὰ περνᾶνε ἀπὸ τὴ βιολογική τους ζωὴ πρὸς τὴ θέωση. Κατορθώνουν νὰ μεταφέρουν τῆς θείας ἔλλαμψης «οὐκ εἰς τὴν Θειὰν μεθιστάμενοι», σύμ-φωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. «Ἡ ἔλλαμψη καὶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατέρχονται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ τὴν προσευχή, δὲν εἶναι παρὰ οἱ μεθεκτὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ», κατὰ τὸν ἕτερο Ἅγ. Γρηγόριο, τὸν Παλαμᾶ. Καὶ πάλι ὅμως ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ τὴν ἁγιότητα καὶ τὶς ἄλλες ἄκτιστες ἐνέργειές των στὴν παροῦσα ζωὴ εἶναι περιορισμένη, συγκριτικὰ μὲ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν αἰωνιότητα, στὴν ἄλλη ζωὴ τῆς μακαριότητας καὶ τῆς χαρᾶς.
ΑΓΙΟΣ ΙΣΧΥΡΟΣ
Σύμφωνα μὲ τὸ πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας το «Ἅγιος ἰσχυρός, ἀναφέρεται, στὸν Υἱό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἰσχυρὸς καὶ δυνατὸς καὶ βραχίονας τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν ὅλα. Ἅγιος λοιπὸν κατὰ κυριολεξία ὕστερα ἀπὸ τὸν Πατέρα Θεὸ εἶναι ὁ Υἱός. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει: «Ἐξ αὐτοῦ δὲ ἡμεῖς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὐ ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη καὶ Ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις.» (Α΄ Κορ. 30). Δηλαδὴ ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Πατέρα εἴσαστε ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος ἔγινε καὶ ἀποδείχθηκε γιὰ μᾶς τοὺς πιστοὺς σοφία Θεοῦ, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεύμα, Μονή Καισαριανῆς δικαιοσύνη, ἁγιασμὸς καὶ σωτηρία. Γι’ αὐτὸ θέλει κι ἐμεῖς νὰ ὁδηγούμαστε πρὸς τὴ δική του ἁγιότητα. Ἡ ἁγιότητα αὐτὴ τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Πατρὸς, δηλαδὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἀντανακλᾶ σὲ μᾶς μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι λοιπὸν φυσικὸ ὁ Χριστὸς νὰ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς ὀρθόδοξης πίστης καὶ ζωῆς. Ὁλόκληρος ὁ ἐτήσιος Ἐκκλησιαστικὸς κύ-κλος παρακολουθεῖ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ἐπιγείας ζωῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, τὴ Γέννηση, τὴ Περιτομή, τὴ Βάπτιση, τὴ Μεταμόρφωση, τὸ Πάθος, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἑβδομαδιαῖος κύκλος μᾶς θυμίζει τὸ μαρτύριο, τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση Αὐτοῦ. «Ὁ Λόγος Σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» γράφει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης (1, 14). Δηλαδὴ, ὅταν ἦρθε ὁ κατάλληλος καιρὸς ὁ Λόγος σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος καὶ παρέμεινε ἀνάμεσά μας. Ἔδωσε μάλιστα σὲ ὅσους τὸν δέχθηκαν ὡς Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή τους, τὸ δικαίωμα καὶ τὴ χάρη νὰ γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ. Τὸ προνόμιο αὐτὸ τὸ δίνει πάντα σ΄ ὅλους ἐκείνους ποὺ τὸν πιστεύουν «Ὡς Θεὸ ὁμοούσιο καὶ ὁμόθρονο, μὲ τὸν Πατέρα καὶ ὄχι σὰν Θεό, ἔκφραση ἀπα-ράδεκτη, ποὺ δηλώνει ὁμοιότητα καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἀρειανικὴ αἵρεση».
ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ
Τὸ ἅγιος Ἀθάνατος, ἀναφέρεται στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ τῆς ἀληθείας. Αὐτὸ ἑνοποιεῖ τὴν κτίση καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν σωτηρία καὶ τὴ λύτρωση. Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας ὅλα τὰ μυστήρια καὶ οἱ ἁγιαστικὲς πράξεις ἐνεργοποιοῦνται μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ τρίτου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Γι’αὐτὸ τελοῦνται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ἐνεργοῦνται μὲ τὴν κάθοδο τῶν ἐνεργειῶν του. 
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα παραμένει πάντα στὴν Ἐκκλησία. Ἔρχεται σὲ κάθε πιστὸ μὲ τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρῖσμα, γιὰ νὰ τονώνει τὴν πιστή του. «Δυνάμει «βρίσκεται πάντα μαζὶ του καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο ἐξαρτᾶται ἄν θὰ γίνει καὶ «ἐνέργεια». Ὅλες οἱ δραστηριότητες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποβλέπουν νὰ ἐπιβραβεύουν καὶ νὰ ἐνισχύουν τὴ θέληση τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ τοὺς κάνουν ἱκανοὺς νὰ ὑπηρετοῦν καὶ νὰ λατρεύουν τὸν Θεὸ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Το Ἅγιο Πνεῦμα παραμένει πλήρως στὸν καθένα καὶ πλήρως παντοῦ, γράφει ὁ Μ. Βασίλειος. Μ΄ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ πιστοί, μποροῦν νὰ εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μεταξύ τους. Ὁ Σωτῆρας μας Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συνερ-γάζονται ἁρμονικὰ γιὰ νὰ μᾶς κάνουν υἱοὺς τοῦ Πατέρα κατὰ «χάρι» μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας.
«Ἐλέησον ἡμᾶς …»
Ἡ ἐπίκληση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἐλεήσει ἀποτελεῖ τὴν κατακλεῖδα τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου. Μὲ τὸ «Ἐλέησον ἡμᾶς», ζητᾶμε νὰ μᾶς ἐλεήσει ἡ μία, ἑνιαία καὶ ἀδιάσπαστη Θεότητα. Ἔτσι ἐπαναλαμβάνουμε τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας πὼς ἡ τρισυπόστατη Θεότητα εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετη στὴ φύση ἢ τὴν οὐσία. Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος τὸ Β’ αἰώνα μ.Χ. μιλοῦσε γιὰ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὰν «τὰ δύο χέρια» τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Μὲ τὴν ἀλληγορικὴ αὐτὴ ἔκφραση ἤθελε νὰ δείξει τὴν ἁρμονικὴ συνεργασία καὶ τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι μὲ τὸν φωτισμὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ὑψώνεται εἰς κοινωνίας μὲ τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθὼς ἀναφέρει ὁ ἅγ. Εἰρηναῖος.

1. Μ.Μπότση: Διδαχὲς τοῦ ὁσίου Σεφαφείμ, σ. 136.
2. π. Γ. Φλωρόφσκυ: Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ Πα-τερικὴ παράδοση, σ. 252.
3. Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας, σ. 291.
4. Μ. Βασιλείου: Περὶ Ἁγίου Πνεύματος, σ. 32.108.
5. Β. Λόσκι: Ἡ Θέα τοῦ Θεοῦ σ. 53.

Ο «Γέρων Σιλουανός» και η ανεστραμμένη πυραμίδα του προσώπου του Θεού


Ζήνων Τσικρικάς
Το βιβλίο «Ο Γέρων Σιλουανός» είναι ένα ευρέως γνωστό έργο του Σωφρονίου Σαχάρωφ. Αποτελεί δε μια ενότητα με το άλλο έργο του «Οψόμεθα τον Θεόν». Η παρούσα πραγμάτευση δεν έχει ως στόχο την παρουσίαση ενός από πολύ καιρό ευρύτατα γνωστού έργου. Θέλει απλώς να αναδείξει μια θεολογική αντίληψη και κατάθεση ζωής του π. Σ. Σαχάρωφ, η οποία κατά την εκτίμηση του γράφοντος διαφοροποιείται από παγιωμένες θεολογικές συντεταγμένες και προσφέρει μια μοναδική θεολογική και φιλοσοφική προοπτική.
Αποτελεί αυτονόητη συνθήκη, ότι ο Θεός είναι υπερκόσμιος. Άκτιστος και προαιώνιος. Τέλειος σε άπειρο βαθμό. Γίνεται άνθρωπος κατά τον τρόπο της εγελιανής διαλεκτικής και Χριστολογίας. Λαμβάνει δηλαδή ανθρώπινη φύση υπό το προσωπό του ως ένα ξένο στοιχείο, ως μια αντιφατική στιγμή. Έχει την άπειρη δύναμη να κάνει κάτι τέτοιο, μένει αλώβητος ακόμη και αν υπό την υπόστασή του συνυπάρχει ως στιγμή, ως στοιχείο η ανθρώπινη φύση, που πάσχει, πεθαίνει, ανίσταται. Όλα τα συμβάντα της ανθρώπινης φύσης γίνονται υπό την σκέπη, υπό την άπειρη δύναμη της υπόστασής του, η οποία τα βαστάζει, τα δικαιολογεί ως στοιχεία της που δεν θίγουν τελικά την υπερβάλλουσα δύναμή της.
Γιατί ο Θεός δεν εθέωνε όμως τον άνθρωπο ήδη κατά την δημιουργία του αφού τα πάντα διευθετούνται και κρίνονται από την παντοδυναμία του; Προς τί αυτή η επώδυνη ιστορία της πτώσης του ανθρώπου και της ενανθρώπησης του Θεού; Μήπως είναι η ενανθρώπηση του Θεού και η συνεπόμενη θέωση του ανθρώπου το δεδομένο γεγονός, που ενεργεί ο παντοδύναμος Θεός και που πλέον κλείνει αυτή την τραγική ιστορία; Προς τί παρ’ όλα αυτά η οδυνηρή και τραγική ιστορία της πτώσης, της ενανθρώπησης του Θεού και στη συνέχεια της εκκλησίας; Δεν μπορούσε ο Θεός ακόμη και μετά την πτώση με μια εντολή του να διορθώσει την πεπτωκυία ανθρώπινη και λοιπή κτίση, τον θάνατο, την οδυνηρή τραγωδία; Μάλιστα δημιούργησε έναν κόσμο με την δυνατότητα αυτής της οδυνηρής τραγωδίας, την οποία η τριαδική θεότητα αποφεύγει εξ ορισμού. Δεν είναι άδικο; Δεν είναι ένα ανεύθυνο παίγνιο; Cum deus calculat fit mundus;
Απάντηση στο ερώτημα προσπαθεί να δώσει η σημασία της ελευθερίας. Ο Θεός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και της κτίσης, την δυνατότητα της πτώσης και της θέωσης και δεν επεμβαίνει εκβιαστικά επί της ελευθερίας. Ο Θεός δεν έχει όμως αυτού του είδους την ελευθερία. Είναι θεϊκά ελεύθερος. Πιθανότητα και δυνατότητα πτώσης δεν υπάρχει γιαυτόν. ‘Εναντι του ελεύθερου από κάθε δυνατότητα πτώσης Θεού η δική μας ελευθερία είναι δώρον άδωρον, κάτι φτωχό, δεύτερης διαλογής. Ο Θεός από τη μια προβάλει στο θρόνο του παντοδύναμος-ελεύθερος και εμείς από την άλλη παραδέρνουμε στην δοκιμασία της ελευθερίας. Πώς συνδυάζεται η μεταξύ ζωής και θανάτου αβυσσαλέα ανθρώπινη ελευθερία με την ελεύθερη από κάθε σχετικότητα ταυτότητα του Θεού και δη καθώς αυτή η επισφαλής και επίπονη ελευθερία του ανθρώπου έχει ως μοναδικό πεδίο επιλογής για τη σωτηρία την υποταγή και αποδοχή αυτού του παντοδύναμου δεδομένου Θεού και του δεδομένου γεγονότος της ενανθρώπησής του; Μοιάζει με εμπαιγμό. Λέγει ο ντε φάκτο ελεύθερος και παντοδύναμος Θεός: «Σε κάνω ελεύθερο για να με υπακούς με αυτή την τραγικά αβέβαιη και χαοτική ελευθερία σου, αλλιώς θα πεθάνεις»; Αν όλα κρίνονται και διευθετούνται από την παντοδυναμία του Θεού  ποιά σημασία έχει η κοπιώδης και αβυσσαλέα ελευθερία του ανθρώπου;
Αν το γεγονός της ενανθρώπησης του Θεού ήταν ένα δεδομένο γεγονός, ένα στοιχείο, μια στιγμή, ένα συμβεβηκός και αξεσουάρ στον Θεό, το οποίο δικαιολογεί η παντοδυναμία του Θεού, δεν θα είχε άλλο νόημα πέραν του νοήματος ενός συμβεβηκότος και αξεσουάρ ενός πανθεϊστικού και παιγνιωδώς και βολονταριστικώς ενεργούντος Θεού. Μήπως όμως είναι γεγονός που αντιθέτως το ίδιο από τη μεριά του χαρακτηρίζει το όλο και ενιαίο πρόσωπο του Θεού Λόγου και δη περαιτέρω και την ενδοτριαδική ζωή; Εφόσον ο Υιός γεννάται από την Θεοτόκο, είναι Υιός του ανθρώπου, της Θεοτόκου, όπως ακριβώς είναι και Υιός του Πατρός του, δεν μπορούμε να βλέπουμε την ενανθρώπηση, την Χριστολογία, με εγελιανή ματιά, κατά την οποία ο Θεός παίρνει το ανθρώπινο σαν μια στιγμή του, σαν ένα στοιχείο του παντοδύναμου προσώπου του, σαν ένα αξεσουάρ και το θεώνει. Ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ προσφέρει μια μοναδική περιγραφική ερμηνεία σχετικά με αυτό το θεμελιώδες ανθρώπινο, οντολογικό και θεολογικό ερώτημα της θεοδικίας, της σημασίας της ενανθρώπησης του Θεού και της ελευθερίας του θνητού ανθρώπου: «Εις την δομήν του κόσμου παρατηρείται ιεραρχική τάξις, διαίρεσις εις ανώτερον και κατώτερον: Πυραμίς του είναι. Εις δε το ανθρώπινον πνεύμα ευρίσκομεν την ιδέαν της ισότητας, ως έμμονον απαίτησιν των εγκάτων της συνειδήσεως ημών. Οι μεν (...) καταλήγουν εις το συμπέρασμα του οντολογικού αναποφεύκτου της ανισότητας εις την κοσμικήν ύπαρξιν και εις το ανθρώπινον είναι (...) οι δε (...) επιδιώκουν εμμόνως την αποκατάστασιν της κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδος πρωτογόνου ισότητος εις την ύπαρξιν της ανθρωπότητος (...).

Τρίτη 3 Ιουλίου 2018

Απ΄όλα τα πλησιάσματα προς το Θεό το καλύτερο είναι η προσευχή Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ


Το να προσεύχεται κάποιος έτσι κάθε πρωί δεν είναι εύκολο. Αλλά εάν προσευχόμαστε με όλη την καρδιά μας και με μεγάλη προσοχή, η μέρα μας σφραγίζεται με την προσευχή και κάθε γεγονός παίρνει διαφορετικό χαρακτήρα. Η ευλογία που ζητήσαμε από τον ύψιστο Θεό, θα φέρει μιαν αγάπη, ειρήνη στις ψυχές μας, η οποία θα ενεργήσει και θαυμαστά στον τρόπο κατά τον οποίον αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τον κόσμο. Ο άνθρωπος της προσευχής βλέπει με διαφορετικό φως το περιβάλλον του. Η φροντίδα επιταχύνεται και η πραγματική αξία της ζωής εκτιμάται. Με τον καιρό η προσευχή θα εισέλθει στη φύση μας, μέχρις ότου σιγά-σιγά ένας νέος άνθρωπος γεννηθεί από το Θεό. Η αγάπη για το Θεό που αληθινά στέλνει την ευλογία του σ’ εμάς, ελευθερώνει την ψυχή από εξωτερικές πιέσεις. Αναγκαίο είναι να διατηρήσουμε αυτό το σύνδεσμο αγάπης με το Θεό. Δεν θα νοιαστούμε τί θα σκεφθεί ο κόσμος ή πώς θα μας μεταχειριστεί. Θα παύσουμε να φοβόμαστε ότι θα χάσουμε την εύνοιά του. Θα αγαπάμε τους συνανθρώπους μας χωρίς να αναρωτιόμαστε αν αυτοί μας αγαπούν. Ο Χριστός μας έδωσε την εντολή να αγαπάμε τους άλλους, αλλά η αγάπη των άλλων για μας δεν πρέπει ν’ αποτελεί προϋπόθεση για τη σωτηρία μας. Στην πραγματικότητα μπορεί να μη γίνουμε αρεστοί στους άλλους εξαιτίας της ανεξαρτησίας του πνεύματός μας. Είναι σημαντικό για τις μέρες μας να μπορούμε να μην επηρεαζόμαστε από εκείνους με τους οποίους σχετιζόμαστε, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να χάσουμε και πίστη και προσευχή. Ο κόσμος ας μας κρίνει σαν ανάξιους προσοχής, εμπιστοσύνης και σεβασμού. Αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο, αν είμαστε αρεστοί στο Κύριο. Και το αντίθετο, δεν θα μας ωφελήσει σε τίποτα, αν δηλαδή όλος ο κόσμος μας εκτιμά και μας επαινεί, αλλά ο Κύριος μας εγκαταλείψει. Αυτό αποτελεί μέρος της ελευθερίας του Χριστού στους λόγους του «Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8,32). Η μόνη μας φροντίδα πρέπει να είναι να ζούμε την οδό του Κυρίου, να γίνουμε μαθητές του και να πάψουμε να είμαστε υπηρέτες της αμαρτίας. «Πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος έστι της αμαρτίας. Ο δε δούλος ου μένει εν τη οικία εις τον αιώνα. Ο υιός μένει εις τον αιώνα. Εάν ουν ο υιός υμάς ελευθερώση όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιωάν. 8,34-36). Το αποτέλεσμα της προσευχής είναι να μας καταστήσει υιούς Θεού· ως υιοί θα κατοικήσουμε αιώνια στο σπίτι του πατέρα μας. «Πάτερ υμών ο εν τοις ουρανοίς…».
Η πραγματική προσευχή βέβαια δεν έρχεται αμέσως. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να διατηρούμε την έμπνευση ενώ είμαστε περικυκλωμένοι από τα παγωμένα νερά του κόσμου, ο οποίος δεν προσεύχεται. Ο Χριστός έριξε τη θεία φλόγα στη γη, και προσευχόμαστε σ’ αυτόν να φλογίσει τις ψυχές μας να μην υπερνικηθούμε από το κοσμικό ψύχος και να μην επισκιάσει κανένα μαύρο σύννεφο αυτή τη λαμπρή φλόγα.

Γέρων Σωφρόνιος: Ποιούς δεν πιάνει το mind control;Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

Στην Δύση οι άνθρωποι ζουν με τον εγκέφαλο, δηλαδή έχουν κέντρο της ζωής τους την λογική. Έτσι, αν οι επιστήμονες ανακαλύψουν ένα μηχάνημα, τότε θα μπορέσουν να διαβάσουν τις σκέψεις των ανθρώπων και να τους κατευθύνουν. Όσοι, όμως, ζουν με την καρδιά, μέσα στην οποία ενεργεί η Χάρη του Θεού, και προσεύχονται καρδιακά, αυτοί έχουν το χάραγμα του Σταυρού μέσα σε αυτήν και κανείς δεν μπορεί να τους ελέγξει πνευματικά. Αυτοί έχουν την ελευθερία του πνεύματος.
Γέροντας Σωφρόνιος
Πηγή: Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, «Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ», σελ. 450

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ ΟΜΙΛΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ .

Ο Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ ομιλεί για τον βίο του by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Ομιλεί ο ίδιος ο Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ για την γνωριμία του με τον Άγιο Σιλουανό στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος , την συγγραφή του βίου του, την αναχώρησή του από το Άγιον Όρος, την αρρώστια του και την ίδρυση της Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας.
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Ο βίος τού γέροντος Σωφρονίου
    Ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (22 Σεπτεμβρίου 1896 – 11 Ιουλίου 1993) ήταν Ρώσσος Ορθόδοξος Ιερομόναχος που ξεκίνησε τη μοναχική του ζωή στο Άγιο Όρος, στη Ρωσσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος και θεωρείται ως ένας από τους χαρισματικότερους μοναχούς του 20ου αιώνα.
Γεννήθηκε στη Μόσχα και ήταν μέλος 9μελούς οικογένειας. Το λαϊκό όνομά του ήταν Σέργιος, ενώ έδειχνε από μικρός πώς είχε ιδιαίτερη θεολογική κλίση. Στην αρχή ασχολήθηκε με την ζωγραφική, τον Βουδισμό και τον Ινδουισμό. Όταν απογοητεύτηκε από τη φιλοσοφία των Ανατολικών θρησκειών, στράφηκε προς τήν Ορθόδοξη Εκκλησία Τού Χριστού , τήν μοναδική Εκκλησία πού διατηρεί ανόθευτη τήν πίστη τών πρώτων 8 μ.Χ. αιώνων . Σε ηλικία 25 ετών μετακινήθηκε στη Γαλλία, προσπαθώντας να βρει εργασία ως ζωγράφος . Στη Γαλλία κατάφερε να γίνει δεκτός στους καλλιτεχνικούς κύκλους, όμως τελικά στράφηκε προς το χριστιανισμό με περισσότερο ζήλο αφού ούτε αυτό τον γέμιζε όπως ο ίδιος αργότερα ομολόγησε* και έτσι στράφηκε σε ηλικία 29 ετών , περίπου στή θεολογία, εισαγόμενος στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο στο Παρίσι.
Με το πέρας των σπουδών έλαβε την απόφαση να μονάσει. Έτσι εγκαταστάθηκε στη Ρωσσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιο Όρος, το 1925 . Τέσσερα έτη αργότερα γνώρισε τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, ο οποίος έγινε ο πνευματικός καθοδηγητής του . Στη συνέχεια αναχώρησε για τα Καρούλια του Αγίου Όρους το 1938, που ασκήτεψε αυστηρά . Το 1948 έφυγε από το Άγιο Όρος ώστε να χειρουργηθεί στη Γαλλία ενώ εξέδωσε σε βιβλίο τον βίο του Αγίου Σιλουανού, που εν τω μεταξύ εκοιμήθη . Στη συνεχεία εξέδωσε και άλλα βιβλία το «Περί προσευχής», το «Άσκηση και Θεωρία» και «Η ζωή Του ζωή μου». Την ίδια εποχή επισκέφτηκε και τη Μόσχα μετά από πολλά χρόνια και έκτοτε είχε πιο στενούς δεσμούς με την πόλη. Το 1963 εγκατέλειψε το Άγιο Όρος και ίδρυσε μια χριστιανική αδελφότητα, χτίζοντας παράλληλα και ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στο Έσσεξ ,   όπου έμεινε μέχρι καί τήν κοίμησή τού ,   το 1993 σε ηλικία 97 ετών.
  *«Ήμουν στο Παρίσι, τα είχα όλα, ζούσα με τον καλλιτεχνικό κόσμο του Παρισιού και συμμετείχα σε όλες τις εκδηλώσεις. Όμως τίποτα δεν μου έδινε χαρά και ανακούφιση. Μετά από κάθε εκδήλωση του καλλιτεχνικού κόσμου, είχα μέσα μου κενό και αγωνία. Ο λογισμός μου, μου έλεγε πως κάτι πρέπει να κάμω, για να φύγω από το αδιέξοδο, που με συνείχε. Όμως δεν έβρισκα λύση. Ένα βράδυ, μετά από μία διασκέδαση, ανέβαινα στο σπίτι μου με σκυμμένο το κεφάλι και αργό βήμα. Έλεγα πως αυτή η ζωή είναι βάναυση, είναι ανιαρή. Τότε σκέφτηκα να γίνω μοναχός, όμως πού και πώς δεν είχα ιδέα. Ήμουν Ρώσσος εμιγκρέ-πρόσφυγας στη Γαλλία. Εκεί υπήρχαν πολλοί Ρώσσοι, οι οποίοι ίδρυσαν το Θεολογικό Ινστιτούτο Του Αγίου Σεργίου . Στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, όλοι μιλούσαν για Θεό, αλλά Θεό δεν είδα, ενώ όταν πήγα στο Άγιο Όρος, κανείς δεν μιλούσε για Θεό και όλα έδειχναν Τόν Θεό».
Έργα πού μάς άφησε ο γέρων Σωφρόνιος

Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 1995 (1η έκδοση 1973).
Η Ζωή Του ζωή μου, Θεσσαλονίκη 1977.
Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας 1985.
Περί προσευχής, Έσσεξ Αγγλίας 1991.
Περί Πνεύματος και Ζωής, Έσσεξ Αγγλίας 1992.
Άσκησις και θεωρία, Έσσεξ Αγγλίας 1996.
Αγώνας θεογνωσίας, Έσσεξ Αγγλίας 2004.
Γράμματα στη Ρωσσία, Έσσεξ Αγγλίας 2009.
Τις πρεσβείες του να έχουμε!