Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Η Ακαδημαϊκή Θεολογία κατά τον Αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο τού Έσσεξ Διπλωματική Μεταπτυχιακή εργασία π. Matthew Penney


 
Εικόνα: π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ
Δεύτερο Κεφάλαιο: Οι προϋποθέσεις τής χαρισματικής γνώσεως
B. Η άσκηση της Εκκλησίας
Ο ασκητισμός είναι η μεθοδολογία της Εκκλησίας δια της οποίας εκφράζονται τα πρακτικά βήματα, στα οποία βαδίζοντας ο πιστός ακολουθεί τη διαδικασία την οποία ακολούθησαν οι πριν από αυτόν και πέτυχαν την ένωση με τον Θεό. Αυτό εννοούμε όταν λέμε "επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσιν"· οφείλουμε να ακολουθήσου με όχι μόνο τις διδασκαλίες τους, αλλά και να μιμηθούμε τον τρόπο ζωής τους[101]. Από την πρακτική ενάσκηση των αρετών, υπό την καθοδήγηση ενός έμπειρου οδηγού, να καθαρθούμε, να οδηγηθούμε στο φωτισμό και τη θέωση όπως εκείνοι. [102]
Ωστόσο, όπως ο π. Ζαχαρίας (Ζάχαρος) επισημαίνει, «δεν υπάρχουν συνταγές» στην πνευματική ζωή[103]. Οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν τη γενική ασκητική πορεία με την οποία κάποιος επιτυγχάνει τη σωτηρία και την ένωση με τον Θεό. Ο Θεός ωστόσο, ως Υπόστασις-Πρόσωπον και ως εκ τούτου εκφραζόμενος εν απολύτω ελευθερία, δίνει αυτά τα δώρα στο δικό Του χρόνο και σύμφωνα με την κρίση Του. Ο Χριστιανικός ασκητισμός δεν είναι κάποιο είδος επιχειρηματικής συναλλαγής κατά την οποία ο άνθρωπος κάνει θυσίες προς τον Θεό, με σκοπό την αντιμισθία. Αντίθετα, όπως ο άγιος Μάξιμος διδάσκει, ο στόχος του ασκητισμού είναι ο εξαγνισμός της αγάπης μας. [104] Αν αντιληφθούμε τον ασκητισμό σε αυτή την προοπτική, καθίσταται απαραίτητος ως προετοιμασία για την πρόσωπο με Πρόσωπο συνάντηση του κτιστού με το άκτιστο στη βάση της θεωρίας του Θεού. [105]
Στον π. Σωφρόνιο ωστόσο η θυσιαστική πλευρά του ασκητισμού δεν είναι απούσα. Γράφει:
"Συχνάκις κατά την διάρκειαν της ζωής αυτών, ποιηταί και ζωγράφοι, συγγραφείς και μουσικοί, υπομένουν προθύμως πάσαν στέρησιν εξ αγάπης προς την τέχνην. Ούτως, και έτι πλέον, εκείνοι εις τους οποίους εδόθη το προνόμιον να ψαύσουν της ουρανίου φλογός υφίστανται μετά χαράς τα πάντα". [106]
Καθώς ένα πρόσωπο αγωνίζεται για την προσωπική γνώση του Θεού, η θυσία για την αγάπη απαιτείται[107]. Πρόκειται για μια κατανόηση του ασκητισμού για την οποία ο π. Νικόλαος (Σαχάρωφ) σημειώνει «Γι' αυτόν [π. Σωφρόνιο], η θεολογία πηγάζει από τη θεωρία και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋποθέτει ασκητική προετοιμασία»[108].
 
1. Η τήρηση των εντολών
Κατά τις τελευταίες στιγμές με τους μαθητές Του ο Χριστός, λίγο πριν την σταύρωση, τονίζει ποια θα είναι η απόδειξη της αγάπης τους προς Αυτόν: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάννης 14,15). Σε όλα τα γραπτά του π. Σωφρόνιου επισημαίνεται ότι η «θυσία της αγάπης» που απαιτείται από τον ασκητισμό είναι κυρίως η τήρηση των εντολών του Χριστού. [109] Ενδιαφέρον είναι το εξής χωρίο: «Δεν υπάρχει άλλη οδός προς τη γνώση αυτή [της βιωθείσας εμπειρίας] παρά η οδός της τηρήσεως όλων εκείνων τα οποία έθεσε ως εντολή ο Χριστός (βλέπε Ματθαίος κη' 20)». Η τήρηση των εντολών δεν είναι μόνο η σφραγίδα της πίστης στο Χριστό, ή η βασική προετοιμασία για την κοινωνία στο Είναι με τον Θεό. Πρωτίστως είναι η αυτοαποκάλυψη του Θεού.[110]  Ως εκ τούτου, οδηγούν τον άνθρωπο «στη μεθόριον» μεταξύ κτιστού και Ακτίστου:
"Αι εντολαί του Χριστού είναι κατά την ουσίαν αυτών αυτοαποκάλυψις Θεού· εκπεφρασμέναι δια γηΐνων λέξεων φαίνονται εις ημάς σχετικαί, αλλά θέτουν εκείνον, όστις τηρεί αυτάς, ως ώφειλεν, εις το μεθόριον μεταξύ του σχετικού και του απολύτου, του πεπερασμένου και του απείρου, του αιτιοκρατουμένου και του αυτεξουσίου".111
Σε αυτό το κατώφλι ο άνθρωπος δύναται να λάβει τη χαρισματική γνώση.112 Αυτό πραγματώνεται όχι εκ της λογικής του ανθρώπου αλλά εξαιτίας της ζωντανής μεταμόρφωσης ως το αποτέλεσμα της τήρησης των εντολών για τον πιστό. «Η πίστη … μάς καλεί στη γνώση των Θείων Μυστηρίων, όχι με τη χρήση της λογικής, αλλά με την παραμονή στις εντολές του Χριστού»113. Η προσωπικότητα του Αγίου Σιλουανού δίδει ένα πρωτότυπο παράδειγμα. Σύμφωνα με τον π. Σωφρόνιο:
"Δι' όλου του είναι αυτού ο Γέρων εμαρτύρει ότι η γνώσις των υψίστων πνευματικών αληθειών έγκειται εις την οδόν της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών και ουχί εις την "θύραθεν παιδείαν". Έζη εν τω Θεώ και άνωθεν[114] ελάμβανε τον φωτισμόν, η δε γνώσις αυτού δεν ήτο η αφηρημένη κατανόησις, αλλ' η υπαρκτική, τουτέστιν αυτή αύτη η ζωή". [115]
Καθίσταται σαφές ότι ο βασικός στόχος της ασκητικής ζωής, προϋπόθεση της χαρισματικής γνώσης, είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού. Ο π. Σωφρόνιος το αντιλαμβάνεται αυτό ως γενική αρχή κάθε ασκητικής και γενικότερα εκκλησιαστικής πρακτικής. Στη συνέχεια θα αναλύσουμε τις ιδιαίτερες πτυχές ασκητικής πράξης που ο π. Σωφρόνιος προσδιορίζει.
 
2. Μνήμη θανάτου και φόβος του Θεού
Την αφόρμηση στην ανάλυσή μας από τη μνήμη θανάτου και τον φόβο του Θεού θα τη λάβουμε από τη σειρά, που ακολουθεί ο π. Σωφρόνιος, στο βιβλίο του Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί. Ορίζει τη μνήμη θανάτου:
"Είναι ιδιαιτέρα τις κατάστασις κατά την οποίαν η αιωνιότης κρούει την θύραν της καρδίας του διαμένοντος εν τω σκότει της αμαρτίας ανθρώπου. Τότε το Πνεύμα του Θεού μη γνωστόν εισέτι, ανεξιχνίαστον και κρυπτόμενον, μεταδίδει εις το πνεύμα του ανθρώπου την δυσερμήνευτον θεώρησιν του περιβάλλοντος κόσμου: Άπαν το κτιστόν είναι, εσφραγισμένον απ' αρχής δια της φθοράς, παρουσιάζεται άνευ νοήματος, βεβυθισμένον εις τον γνόφον του θανάτου". [116]
Σκοπός αυτής της κατάστασης είναι να αποσπάσει τον άνθρωπο από τον εφήμερο κτιστό κόσμο καθώς και να αφαιρέσει τις ψευδείς και παράλογες φαντασιώσεις του για τη σταθερότητα - μονιμότητα της φυσικής δημιουργίας. Αυτό αναγκάζει τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο την ανυπαρξία, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει απ' αυτήν[117]. Είτε ζει κανείς μια ώρα είτε χίλια έτη ο άνθρωπος που διακατέχεται από τη χάρη της μνήμης του θανάτου αντικρίζει μόνο την ανυπαρξία, που βρίσκεται αναπόφευκτα μπροστά του. Δίπλα στην αιωνιότητα, το εφήμερο ακόμη και χιλιάδων ετών ανθρώπινης ζωής μοιάζει μοναχά σα μια ανάσα. Προκειμένου για τον άνθρωπο που προσκολλάται τόσο μανιωδώς στη αυτοδιαφύλαξή του μετά την πτώση του Αδάμ για να απελευθερωθεί από τα δεσμά του και να ανοίξει τα μάτια του στην αιωνιότητα, ο Θεός δίνει τη χάρη της μνήμης του θανάτου118.
Εάν η μνήμη του θανάτου διδάσκει στον άνθρωπο να βλέπει μέσα στο χρόνο και την αιωνιότητα, να αντιλαμβάνεται τον κτιστό κόσμο και τη θέση του μέσα σε αυτόν ρεαλιστικά, ο φόβος Θεού καθαρίζει από τις αυταπάτες του μεταβλητού και επαναπροσδιορίζει οντολογικώς τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο π. Σωφρόνιος λέει ότι το πιο σημαντικό είδος φόβου του Θεού είναι «της "φρίκης" να αποδειχθώμεν ανάξιοι του Θεού»119. Αυτό μπορεί να φαίνεται απλό ή ακόμα και παιδαριώδες, αλλά προξενεί τέτοια αλλαγή στην ψυχή του ανθρώπου που ο ίδιος πλέον δεν ανησυχεί για τις επίγειες έγνοιες ούτε μεριμνά για την απόκτηση δόξας από τον συνάνθρωπό του120. Συνέπεια αυτής της συνειδητοποίησης είναι η είσοδος του ανθρώπου στην οδό προς την σοφία (Ψαλμ 111, 10), όπου βιώνει την κατάσταση της κάθαρσης που του επιτρέπει να αντικρίσει τόσο το θάνατο που επέφερε η αμαρτία του όσο και την πλήρη αγιότητα και τελειότητα του Θεού. Αληθινός φόβος Θεού, όπως και πραγματική μνήμη του θανάτου, είναι η χαρισματική εμπειρία της χάριτος, απαραίτητη για τον άνθρωπο να προσεγγίσει τον Τριαδικό Θεό:
Ο φόβος ούτος κατέρχεται εφ' ημάς Άνωθεν. Είναι πνευματική αίσθησις προ παντός του Θεού, ύστερον δε και ημών των ιδίων. Ζώμεν εν καταστάσει φόβου ένεκα της ζώσης παρουσίας του Ζώντος Θεού, έχοντες εν ταυτώ συνείδησιν της ρυπαρότητος ημών… άνευ της καθαρτικής αυτού ενεργείας [του φόβου Θεού] δεν θα αποκαλυφθή εις ημάς η οδός προς την τελείαν αγάπην του Θεού. 121
Το πρώτο στάδιο της πορείας του ανθρώπου προς τον Θεό είναι η αποκόλληση από τον κόσμο και την φανταστική ενατένιση της υπάρξεώς του, δια μέσου της μνήμης του θανάτου και του φόβου του Θεού.
 
3. Μετάνοια
Η μετάνοια είναι μία από τις πλέον σημαντικές πτυχές του ασκητισμού, αν όχι η σημαντικότερη, και θεμέλιό του. 122 Ο π. Σωφρόνιος γράφει στον Δαβίδ Μπάλφουρ ότι μετάνοια είναι «αληθινά η μόνη ορθή αρχή και βάση της πνευματικής ζωής… »123. Αποτελεί, μαζί με την πίστη, μία από τις κυριότερες προϋποθέσεις για τη Θεογνωσία, καθώς, «δια της χάριτος της μετανοίας…., η Αλήθεια εν τη πρωταρχική αυτής αγιότητι μεταδίδεται εις ημάς ως ζωή του Ιδίου του Θεού»124.
O π. Σωφρόνιος δίνει μια εξαιρετική περιγραφή της μετάνοιας:
"Η μετάνοια είναι το Θείον θαύμα δια την αποκατάστασιν ημών μετά την πτώσιν. Η μετάνοια είναι έκχυσις θείας εμπνεύσεως εφ' ημάς, δυνάμει της οποίας ανυψούμεθα προς τον Θεόν, τον Πατέρα ημών, ίνα ζήσωμεν αιωνίως εν τω φωτί της αγάπης αυτού. Δια της μετανοίας συντελείται η θέωσις ημών. Τούτο είναι γεγονός ασυλλήπτου μεγαλείου". 125
Ωστόσο ο άνθρωπος προτού να είναι σε θέση να ανέβει προς τον Θεό, βιώνει μια κατάσταση που παρομοιάζεται με τη κόλαση126, μετά την πτώση του διαστρεβλωμένου εαυτού του, και κατά τη διάρκεια του αγώνα να αποκατασταθεί. Και πάλι όμως βιώνει την κόλαση της αγάπης του Θεού και του πλησίον του, δηλαδή, νοιώθει ανάξιος της κενωτικής αγάπης του Θεού: «Καταυγασθέντες κατ' αρχάς υπό του Φωτός, καθοδηγηθέντες υπό της χειρός του Θεού εις νέαν, άγνωστον μέχρι τότε, και "υψηλήν" οδόν, συναντώμεν δύο μεγαλειώδεις βαθμίδας: Το όνομα της μιας είναι "Άδης μετανοίας", της άλλης δε "Άδης αγάπης"»127.
Η πορευτική διαδικασία δια της μετάνοιας εξηγείται πιο συγκεκριμένα από τον π. Σωφρόνιο.
"Εν τη αρχή της μετανοίας επικρατεί θλίψις, συντόμως όμως διαπιστούμεν ότι διεισδύει εντός ημών ενέργεια νέας ζωής, επιφέρουσα θαυμαστήν αλλοίωσιν του νου. Αυτή καθ' εαυτήν η κίνησις προς μετάνοιαν εμφανίζεται ως ανεύρεσις του Θεού της αγάπης. Ενώπιον του πνεύματος ημών διαγράφεται ευκρινέστερον η απεριγράπτως μεγαλοπρεπής εικών του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου. Ατενίζοντες εις το κάλλος τούτο ανακαλύπτομεν οποίαν φοβεράν διαστροφήν υπέστη εν ημίν η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού περί ημών… Η χάρις της μετανοίας αποκαλύπτει εν ημίν την εικόνα του Υιού του Πατρός. Ω, πόσον οδυνηρά είναι η πορεία αυτή!128
Το σημαντικό αγαθό στην πορεία της μετάνοιας είναι ότι επαναφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να λάβει το άκτιστο Φως129. Αυτό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αποκαλύπτει την ανάγκη ο άνθρωπος να πορευτεί εντός της προσωπικής κοινωνίας στο Είναι και της Θεογνωσίας. Η οπτασία του φωτός πάντα προηγείται, «η άσκησις της μετανοίας, η καθαίρουσα ημας από των παθών»130. Κατόπιν δίδεται ως δώρο στον άνθρωπο η είσοδος στα μυστήρια του Θεού: «Ουχί άλλως, ει μη δια μετανοίας αφομοιούμεν υπαρκτικώς την Αποκάλυψιν, τίνι τρόπω συνελήφθη ο άνθρωπος εν τη προαιωνίω Βουλή του Τριαδικού Θεού προ καταβολής κόσμου»131. Επίσης, όπως σημειώσαμε, με τη μνήμη του θανάτου και το φόβο Θεού, η μετάνοια οδηγεί στο «μεθόριον» μεταξύ [132] Ακτίστου και κτιστού, όπου κάποιος δύναται να βιώσει υπαρξιακά μια «πρόγευσιν της Θείας παγκοσμιότητος»[133]. Η ανάγκη μετάνοιας ως της θεμελιώδους πτυχής του ασκητισμού, για τη είσοδο στη Θεογνωσία, είναι προφανής: «Η οδός προς την αγίαν θεωρίαν διέρχεται δια της μετανοίας»[134]. Καρπός της μετάνοιας είναι τα δάκρυα.
 
4. Δάκρυα
Τα δάκρυα ο π. Σωφρόνιος τα διακρίνει σε δύο κατηγορίες τα ψυχολογικά και τα πνευματικά. Τα πρώτα είναι μία φυσική κατάσταση του ανθρώπου οφειλόμενα στο συναίσθημα ή την περίσταση. Όταν προέρχονται από παροδικά γεγονότα, όπως είναι η κοινωνική ανέλιξη και καταξίωση, ο πλούτος, η υγεία, κ.λπ., χαρακτηρίζονται ως ντροπιαστικά. Αντίθετα, τα πνευματικά δάκρυα είναι ο καρπός εμπειρίας του Ακτίστου Θεού και ένα δώρο της θείας χάρης. [135] Επιπλέον, συντηρούν την ένταση στη μετάνοια. Τα πνευματικά δάκρυα δεν είναι μία παθητική κατάσταση, αλλά καλλιεργούνται ενεργά. Αποτελούν μία δυναμική έκφραση του ασκητισμού. Αυτή η θεώρηση τους δίδει πρωτεύοντα σημασία στη ζωή του Χριστιανού. «Είναι αφελής όστις νομίζει ότι είναι δυνατόν να ακολουθήση τα ίχνη του Χριστού άνευ δακρύων»[136], και «οι ασκητικοί πατέρες… επιμένουν εις το απαραίτητον των πνευματικών δακρύων, άνευ των οποίων δεν απαλύνεται η εκ των παθών πεπωρωμένη καρδία, η ανίκανος να αγαπήση δια της ευαγγελικής αγάπης»[137]. Αυτή η τολμηρή, θα λέγαμε, δήλωση είναι άκρως περιεκτική από πολλές απόψεις για τη γενιά μας για δύο τουλάχιστον λόγους: α') ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί ντροπιαστική την εκδήλωση δια δακρύων για οποιοδήποτε λόγο και β') η απουσία τους αποκαλύπτει τη σκληροκαρδία του σύγχρονου Χριστιανού, η οποία πραγματικά εκπληρώνεται στα λόγια του Χριστού ότι «δια το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη των πολλών» (Ματθαίος 24,12).
Ο άνθρωπος, ο οποίος βιώνει τη χάρη των δακρύων μαζί με τη μνήμη του θανάτου και τη μετάνοια, είναι σε θέση να αντιμετωπίσει το βάρος της αμαρτίας ξεκινώντας τον αγιαστικό αγώνα της κάθαρσης από τα πάθη. Κατά την παράδοση της Εκκλησίας αυτό διατυπώνεται συχνά ως το «δεύτερο βάπτισμα». Στα γραπτά του π. Σωφρόνιου σχετίζεται κυρίως με την κάθαρση που προηγείται της υπαρξιακής κοινωνίας και του φωτισμού από τον Θεό: «Η ψυχή εν τω εντατικώ κλαυθμώ δι' εαυτήν, κατά την δωρεάν του Πνεύματος του Αγίου, εισάγεται οντολογικώς εις την ουσίαν της αμαρτίας η μών… Τούτο δεν είναι φιλοσοφικός στοχασμός, ούτε διανοητική θεολογία. Είναι δεδομένον του είναι ημών…»[138]. Βιώνεται ως αυτό που ο π. Σωφρόνιος αποκαλεί "κατάσταση" στο Είναι, η οποία έρχεται σε αντιπαράθεση με το φιλοσοφική στοχασμό. «Τι συμβαίνει όμως εις τον άνθρωπον, όστις προσφέρει την μετάνοιαν αυτού μετά κλαυθμού; Ζη την Αλήθειαν ουχί ως καρπόν των διαλογισμών αυτού, αλλ' ως κατάστασιν του πνεύματος αυτού, δοθείσαν εις αυτόν υπό του Πνεύματος του Θεού»[139]. Το αποτέλεσμα είναι ο άνθρωπος να οδηγείται μέσω των δακρύων της μετάνοιας στα δάκρυα της αγάπης, να φτάσει στο κατώφλι της υπαρξιακής γνώσης των μυστηρίων του Θεού: «Ο κλαυθμός εξ αγάπης… Διαρρηγνύει τον στενόν κλοιόν της γηΐνης υπάρξεως, εισάγον εις ουρανίους σφαίρας…»[140]. Το αποτέλεσμα των πνευματικών δακρύων και του πένθους είναι ίδια με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω: προδιαθέτουν και προετοιμάζουν τον άνθρωπο για τη χαρισματική γνώση.
 
5. Ταπείνωση 
Το απόσπασμα που θα παραθέσουμε θα καταδείξει τη θέση που κατέχει η ταπείνωση στην ασκητική διδασκαλία κατά τον π. Σωφρόνιο: «… Οι Χριστιανοί ασκητές συγκεντρώνουν όλες τις δυνάμεις τους, στην προσπάθεια να αποκτήσουν την ταπείνωση εκείνη που ελκύει τη χάρη του Θεού»[141]. Αλλού, για τον Άγιο Σιλουανό, ο π. Σωφρόνιος γράφει, «από του νυν εγνώρισεν εν αληθείς ότι όλος ο αγών οφείλει να κατευθύνηται προς απόκτησιν της ταπεινώσεως»[142]. Είναι σαφές ότι ο π. Σωφρόνιος θεωρεί την ταπείνωση ως ένα ακόμη βασικό θεμέλιο της ασκητικής ζωής και της ζωής της Ορθοδόξου πίστεως γενικότερα.
Εξηγώντας τη μεταμορφωτική δύναμη της ταπείνωσης στη ζωή του ανθρώπου και του κόσμου, ο γέροντας χρησιμοποιεί το παράδειγμα της πυραμίδας. Στην βάση της τοποθετεί το πλήθος των ανθρώπων και της κοινωνίας που καταπιέζονται υπό την κοινωνική ανισότητα, που συντηρείται από την εξουσία και τον πλούτο των κοσμικών ηγεμόνων οι οποίοι καταλαμβάνουν την κορυφή της πυραμίδας. Με την ενσάρκωση του Θεού Λόγου και την πλήρη ταπείνωσή και αυταπάρνησή Του, ερχόμενος ως υπηρέτης όλων έτοιμος να πεθάνει για όλους, η πυραμίδα αντιστρέφεται, «ανεστραμμένης»[143] όπως ο π. Σωφρόνιος την περιγράφει. Αυτή η «ανεστραμμένη πυραμίδα» γίνεται το νέο μοντέλο ύπαρξης. Αυτός που είναι πρώτος, καλείται να γίνει ο έσχατος. Αυτός που θέλει να είναι σπουδαίος πρέπει να γίνει υπηρέτης όλων (Ματθ 20, 16, Μάρκος 8, 35). Η πρακτική της ταπείνωσης αποκτά μέγιστη σημασία καθώς αποτελεί ευαγγελική πρόσταγή. «Η θέωσις ημών τελείται εν άκρα θεοειδή ταπεινώσει»[144].
Ωστόσο, όπως και με τις άλλες πτυχές της ασκητισμού, η ταπείνωση αποτελεί μια απαραίτητη προϋπόθεση για την βίωση της χαρισματικής γνώσης. Ο π. Ζαχαρίας στα γραπτά του για την θεολογία του π. Σωφρόνιου σημειώνει τα εξής: «όταν η ταπεινή αγάπη του Χριστού εισδύσει στην καρδιά, φωτίζει το νου και εμπνέει διπλή θεωρία», και «θα λέγαμε ότι η πληρωματική αυτή γνώση της αρπαγής διέρχεται διαμέσου του Άδη της Θεοεγκαταλείψεως, οπότε ο άνθρωπος ταπεινώνεται μέχρι τέλους»145. Πρόκειται για τη θεοειδή γνώση που αυξάνει διαρκώς για τον άνθρωπο, ο οποίος μένει εντός των πλαισίων της ταπείνωσης. 146
 
6. Προσευχή
Άλλη σημαντική πτυχή της ασκητικής ζωής του Χριστιανού είναι η προσευχή. Χωρίς την προσευχή ο άνθρωπος δε μπορεί να επιτύχει την τελειότητα. Είναι η βασικότερη προϋπόθεση για την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Απόστολος Παύλος τονίζει «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Θεσσ. Α΄ 5, 17). Ομοίως αποτελεί τη βάση της χαρισματικής γνώσης. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα στα γραπτά του π. Σωφρόνιου που μαρτυρούν το μεγαλείο της προσευχής και την αναγκαιότητα της για τη Θεογνωσία. Γράφει, λόγου χάρη:
"Απ' όλα τα πλησιάσματα προς τον Θεό το καλύτερο είναι η προσευχή, που σε τελευταία ανάλυση είναι το μόνο μέσον. Στην πράξη της προσευχής η ανθρώπινη διάνοια βρίσκει την ευγενέστερη έκφρασή της. Η πνευματική κατάσταση του επιστήμονα που ερευνά, του καλλιτέχνη που δημιουργεί έργα τέχνης, του διανοητή που φιλοσοφεί, ακόμα και του επαγγελματία θεολόγου που προβάλλει τις θεωρίες του, ολ' αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν με τα πνευματικά βιώματα ενός ανθρώπου της προσευχής που έρχεται πρόσωπο με Πρόσωπο με τον ζωντανό Θεό". 147
Οι άνθρωποι, που δεν προσεύχονται, δεν μπορούν να καταλάβουν την πνευματική σφαίρα που αποκαλύπτεται στο πνεύμα του ανθρώπου μέσω της [148] προσευχής[149]. «Η προσευχή (ενν. Του Χριστιανού) αυτού γίνεται ως αστραπή διασχίζουσα ακαριαίως την οικουμένην απ' άκρου εις άκρον… Η εμπειρία του είδους αυτού [που γεννιέται από αυτήν την προσευχή] αποκαλύπτει εν βραχυτάτη χρονική στιγμή τοιαύτας σφαίρας του Είναι… »[150]. Επιπλέον, είναι «φυσικόν εις την προσευχήν να διαπερνά τους αχανείς χώρους του κοσμικού είναι»[151], διότι, όπως διευκρινίζει ο π. Σωφρόνιος, όταν το Άγιο Πνεύμα αυξάνει την κατανόησή μας, η προσευχή παίρνει κοσμικές διαστάσεις[152]. Το αποτέλεσμα αυτού είναι ότι «[ε]ν παρομοίω προσευχή ο νους ημών περικλείεται εν τω Νοί του Θεού και δέχεται την κατανόησιν πραγμάτων δια τρόπου όστις είναι αδύνατον να εκφρασθή καταλλήλως δια της καθ' ημέραν ημών γλώσσης»[153]. Με την προσευχή εισαγόμαστε στην όντως ύπαρξη και όχι με τη φιλοσοφία ή την φαντασία. [154] Με τον τρόπο αυτό ο πιστός είναι σε θέση «να αφομοιώση την αποκαλυφθεlσαν εις ημάς άναρχον Αλήθειαν»[155].
Η προσευχή αυτού του είδους συνοδεύεται πολλές φορές από οπτασία του Ακτίστου Φωτός[156], η οποία χαρίζει την κατανόηση[157]. Θα μπορούσε να συγκριθεί με τη γνώση ενός τυφλού αν ξαφνικά ήταν σε θέση να αντικρίσει τον κόσμο για την πρώτη φορά. Δεν θα μπορούσε να επεξεργασθεί όλες τις λεπτομέρειες αυτής της καινούριας γνώσης, του χρώματος, του σχήματος, του μεγέθους, της αρμονίας, που ενοποιεί για να παρέχει το νέο όραμα ενώπιόν του. Απλώς θα βίωνε το νέο θέαμα ως άμεση γνώση, κάτι που του ήταν εντελώς αδύνατο προηγουμένως. Κατά τον ίδιο τρόπο η κατάσταση της ζωής του Χριστού μεταδίδεται στον άνθρωπο δια της προσευχής ώστε να κάνει τα πρώτα του βήματα για να γίνει μια πραγματική υπόσταση, ένας πραγματικός άνθρωπος:
"Κατά την υπερτάτην εφικτήν εις την φύσιν ημών έντασιν προσευχής, όταν ο ίδιος ο Θεός προσεύχηται εν ημίν, δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη πάσης εικόνος. Τότε η ανθρωπίνη υπόστασις προσεύχεται προς τον Άναρχον όντως πρόσωπον προς Πρόσωπον. Εν τη συναντήσει ταύτη μετά του Υποστατικού Θεού ενεργοποιείται εν ημίν εκείνο, όπερ εν αρχή υπήρχε μόνον δυνάμει, η υπόστασις". [158]
Με την προσευχή επιτυγχάνεται η αιώνια πραγματικότητα. Είναι εμφανές ότι η προσευχή συνδέεται με τις προαναφερθείσες πτυχές της ασκητισμού.
Πάνω απ' όλα τα είδη προσευχής ο π. Σωφρόνιος έχει κατά νου κυρίως μια μορφή· την ησυχαστική ή καθαρή προσευχή. Σημειώνει: «Η θεωρία είναι υπόθεση όχι λεκτικών τύπων αλλά ζωντανής πείρας· στην καθαρή προσευχή ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα φαίνονται στην συνυποστατική τους ενότητα»159. Εάν η καθαρή προσευχή προσφέρει εμπειρικά την οπτασία περί της Αγίας Τριάδος, πώς μπορεί να εκτιμηθεί η σημασία της ησυχαστικής προσευχής ως θεμελιώδους προϋπόθεσης της χαρισματικής γνώσης; Η ίδια η φύση της προσευχής μέσα από την βίωση της μετάνοιας διεισδύει στη σφαίρα πέρα από την ανθρώπινη σοφία160.
Ο π. Σωφρόνιος περιγράφει τη διαδικασία αυτή με τα εξής λόγια:
"Ο νους παύει να διασκορπίζεται: Γίνεται όλος προσοχή. Η καρδία δε έρχεται εις κατάστασιν, την οποίαν δυσκόλως δυνάμεθα να περιγράψωμεν. Είναι αυτή πλήρης φόβου, αλλά ευλαβούς φόβου, ζωοποιού. Τότε ο άνθρωπος αναπνέει μετά συστολής: Ο Θεός οράται και εντός και εκτός· πληροί τα πάντα". 161 162
Ο καρπός της εμπειρίας αυτής, της καθαρή προσευχής, δίνει στον ασκητή την αυθεντική θεωρία[163]. Ελευθερώνει τον άνθρωπο από το «της γοητείας των "φασμάτων της αληθείας"» η οποία με πολύ ευκολία μολύνει τον διασκορπισμένο ανθρώπινο νου[164]. Από την χωρίς εικόνες προσευχή φτάνει κανείς στην αυθεντική θεολογία. Αυτό επιβεβαιώνεται στην περιγραφή της φράσης του Αγίου Σιλουανού (και άλλων Αγίων Πατέρων) από τον π. Σωφρόνιο: «Εάν είσαι θεολόγος, προσεύχεσαι καθαρώς. Εάν προσεύχεσαι καθαρώς, τότε είσαι θεολόγος»[165]. Η αναγκαιότητα της προσευχής, και ιδιαίτερα της καθαρής προσευχής, ως ασκητική προϋπόθεση της χαρισματικής γνώσης δεν θα μπορούσε να καταστεί σαφέστερη[166].
 
7. Αγάπη
Το τελευταίο γνώρισμα της ασκητικής ζωής είναι η αγάπη. Για τον π. Σωφρόνιο, «το ύστατον τέλος της Χριστιανικής ασκήσεως είναι η απόκτησις της αγάπης ταύτης»[167]. Ο Ν. Κόϊος σχολιάζοντας αυτήν την πτυχή της θεολογίας του γέροντα γράφει: «Η μετοχή στην θεία αγάπη ταυτίζεται με την Γνώση του Θεού. Το σύνολο των ασκητικών αγώνων έχει ως στόχο την μετοχή σε αυτήν την αγάπη»[168]. Η κοινωνία με τον Θεό εν τη αγάπη συνιστά την όντως Θεογνωσία και βιώνεται ως Θεογνωσία. Περαιτέρω ο γέροντας διευκρινίζει το "πώς;” της αποκτήσης αυτής της προσωπικής, υπαρξιακής κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό στο Είναι. Είναι στην φύση της αγάπης να ενώνει, να ενώνει το αντικείμενο της αγάπης με αυτόν που το αγαπά. Η αγάπη, ευρισκόμενη στο επίκεντρο των εντολών του ευαγγελίου[169] (Α΄ Ιωάν. δ΄ 8), παρέχει τις οντολογικές προϋποθέσεις της θείας επιγνώσεως:
Όταν όμως γίνεται λόγος για την αυθεντική γνώση του Θείου κόσμου, τότε είναι απαραίτητο να συγκαταβεί ο Θεός ως την υπαρκτική ένωση μαζί μας. Η εντολή "αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ισχύος σου" (Μάρκος 12,30) είναι η οδός προς τη γνώση αυτή, γιατί είναι χαρακτηριστικό στην αγάπη να ενώνεται στην ίδια την πράξη της ζωής. [170]
Αυτός ο "δρόμος προς τη γνώση" εξελίσσεται από θεία αγάπη σε γνώση του Θεού και στη συνέχεια στην αυτογνωσία. [171] Το περιεχόμενο αυτής της αγάπης γίνεται επίγνωση της θεωρίας του Θεού, θείο φως, θεία αγάπη. «Η κατάστασις της θέας είναι το φως της αγάπης του Θεού, και τη επενεργεία της αγάπης αυτής γεννώνται εν τη ψυχή νέα αισθήματα και νέαι σκέψεις περί Θεού και κόσμου»[172]. Από αυτήν οδηγείται κανείς «εις αβύσσους και ύψη απρόσιτα εις οιονδήποτε άλλον άνθρωπον… Ρίπτει αυτόν πολλάκις εις απερίγραπτον απειρότητα».
«Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α΄ Ιωάν. δ'4: 19). Σύμφωνα με τον π. Σωφρόνιο το μοντέλο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου απεικονίζει τη διαδικασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος γίνεται κοινωνός της αγάπης και της γνώσης του Θεού: «Όταν το Πνεύμα το Άγιον μεταδίδη εις η μας την αγάπην του Χριστού "αγαπάτε τους εχθρούς υμών", τότε ο νους - πνεύμα ηδύνεται υπό της Αληθείας της αγάπης ταύτης… [Γ]νωρίζομεν δι' όλης της υπάρξεως ημών ότι αυτή είναι η αιώνιος Αλήθεια»[173]. Από εκεί και πέρα στην καρδιά του πιστού γεννάται η αγάπη, και εκεί «θεωρεί το Είναι εν τω Φωτί της Θείας Αγάπης»174.
Είναι επίσης αξιομνημόνευτο ότι για τον π. Σωφρόνιο τα τελικά κριτήρια του βαθμού και της ακρίβειας στη Θεογνωσία είναι η αγάπη και κυρίως αυτή που εκφράζεται προς τον εχθρό. Παραθέτει ο γέροντας τα λόγια του Αγίου Σιλουανού: «Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός έλεγεν: "Όστις δεν αγαπά τους εχθρούς, ούτος δεν εγνώρισεν εισέτι τον Θεόν ως οφείλει να γνωρίζη Αυτόν"»175.
Ο π. Ζαχαρίας συνοψίζει: «Κατ' αυτόν τον τρόπο η αγάπη προς τους εχθρούς αποβαίνει το απλανές κριτήριο της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος και της αληθινής θεοκοινωνίας σε δύο επίπεδα: α) στο προσωπικό επίπεδο και β) στο εκκλησιολογικό η δογματικό επίπεδο»176.
Κλείνοντας θα καταθέσουμε την αιτιολόγηση γιατί τόσο συχνά ο π. Σωφρόνιος αναφέρεται στην αγάπη:
"Επαναλαμβάνομεν συνεχώς την λέξιν "Αγάπη", αλλ' εν αυτή περικλείεται οντολογικώς και η υπερκόσμιος σοφία, και το άπειρον εν τη ιδιαζούση αυτώ άκρα ταπεινώσει μεγαλείον, το τα πάντα υπερέχον κάλλος, και η βαθεία ειρήνη. Επισκεπτόμενος ο Θεός τον άνθρωπον, δι' αυτού τούτου του γεγονότος, καθιστά αυτόν κοινωνόν του απεριγράπτου δι' ανθρωπίνων λόγων Είναι αυτού. 177
Καθίσταται σαφής η αναγκαιότητα της πίστης στο Χριστό και της ζωντανής έκφρασής της, δηλαδή της ασκητικής ζωής της Εκκλησίας, ως προϋπόθεση για χαρισματική γνώση. Στο επόμενο κεφάλαιο θα εξετάσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της πίστης ως της υπέρτατης έκφρασης της αρθρωτής χαρισματικής γνώσης· τα δόγματα της Εκκλησίας. Αυτό είναι απαραίτητο για να κατανοήσουμε την διάκριση της γνώσης σε χαρισματική και φιλοσοφική, καθώς και τις επιπτώσεις της, σύμφωνα με την άποψη του π. Σωφρονίου, περί της ακαδημαϊκής θεολογίας. 178

Σημειώσεις:

101. Βλέπε Νικολάου Γ. Κόϊου, Θεολογία και εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, σελ. 71.
102. Ο π. Σωφρόνιος απέφυγε τη χρήση όρων όπως κάθαρσις, φωτισμός και θέωσις. Ανταυτού προτιμά να κάνει λόγο για τις περιόδους της επίσκεψης και της εγκατάλειψης της χάριτος. Αναλυτικότερα βλέπε, Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), The Enlargement of the Heart: "Be ye also enlarged" (2 Corinthians 6:13) in the Theology of Saint Silouan the Athonite and Elder Sophrony of Essex, South Caanan, Pa, 2006, σελ. 53-54. Παράβαλλε Το βιβλίο του ιδίου, Remember Thy First Love (Revelation 2:4-5): The Three Stages of the Spiritual Life in the Theology of Elder Sophrony, South Caanan, Pa, 2010.
103. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), The Enlargement of the Heart, σελ. 135, 189, του ιδίου, The Hidden Man of the Heart (1 Peter 3:4): The Cultivation of the Heart in Orthodox Christian Anthropology, South Caanan, Pa, 2008, σελ. 36, 60, 63, και του ιδίου, Remember Thy First Love, σελ. 402, 414.
104. π. Andrew Louth, Maximos the Confessor, London, 1996, σελ. 38-41. Παράβαλλε Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Επίψαυσις αιωνιότητος. Η γοητεία της ζωγραφικής και η ατελεύτητος δημιουργία της προσευχής», σελ. 390, «άσκηση της αγάπης».
105. Ο π. Σωφρόνιος αποδεικνύει ότι η αγάπη ως ένα θετικό χαρακτηριστικό του Ορθόδοξου ασκητισμού διαφοροποιείται από αυτήν του δυτικού Χριστιανισμού ή της μη Χριστιανικής Ανατολής: «Όπου δεν υπάρχει αγάπη, εκεί δεν υπάρχουν δάκρυα, έστω και εάν ο ασκητικός αγών λαμβάνει ακραίαν μορφήν: εντατικόν διαλογισμόν, παρατεταμένην νηστείαν, αυστηράς συνθήκας ζωής εν απομονώσει εκ του λοιπού κόσμου. Πολλά τοιαύτα παραδείγματα συναντώμεν και εις … Χριστιανικήν Δύσιν και εις την μη Χριστιανικήν Ανατολήν», Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 82(53). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου ασκητισμού και του μη Χριστιανικού ασκητισμού της Ανατολής, βλ: Περί προσευχής, σελ. 189(169).
106. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 141(90), και σελ. 273(177).
107. Βλέπε Ιερομον. Νικολάου Σαχάρωφ, Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 36-37(26).
108. Ιερομον. Νικολάου Σαχάρωφ, Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 78(57), και σελ. 84(62): «Έτσι, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την ασκητική πρακτική ως τη ζώσα προετοιμασία για την αναδοχή της θεογνωσίας, η επίτευξη της οποίας αποτελεί προϋπόθεση της αληθούς θεολογίας. »
109. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 206(84), «Ο Κύριος Ιησούς είναι η απόλυτος οντολογική Αλήθεια. Δεν είναι δυνατόν να γνωρίση τις την Αλήθειαν ταύτην άλλως, ει μη ακολουθών την μέθοδον την οποίαν Αυτός ο ίδιος συνέστησεν: "Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω Εμώ, αληθώς μαθηταί Μου εστε, και γνώσεσθε την αλήθειαν…" (Ιωάννης 8,31)». Παράβαλλε άσκηση και θεωρία, σελ. 117.
110. Άσκηση και θεωρία, σελ. 124-25. Βλέπε Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 339(215), Άσκηση και θεωρία, σελ. 17, Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 96(71), Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η μετοχή στην ενέργεια του Θεού ως όρος πραγματώσεως της υποστατικής αρχής στον άνθρωπο», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2008, σελ. 250.
111. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η Σημασία του δόγματος στους διαλόγους, σελ. 13, «Για να γίνει όμως ο άνθρωπος μέτοχος της άκτιστης δόξας "εν αισθήσει", οφείλει να τηρεί όλες τις εντολές του Θεού, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό πρακτικώς την αγάπη του προς τον Θεό. Τήρηση των εντολών σημαίνει απόλυτη συμφωνία μεταξύ μας, αφού τότε έχουμε ένα και το αυτό φρόνημα, που είναι το φρόνημα του Θεού, όπως εκφράζεται στο θέλημά του. Με τον πρακτικό αυτό τρόπο γινόμαστε ένα Πνεύμα με τον Θεό, "το έν φρονούντες"».
112. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 112(72), 233(149), 403-4 (228-29). Παράβαλλε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 233, «Ο ίδιος ο Χριστός έθεσε ως προϋπόθεση της θεοφάνειας και θεοπτίας, αλλά και της ενοίκησης του Τριαδικού Θεού στον άνθρωπο, την αγαπητική πράξη της τηρήσεως των εντολών του Θεού».
113. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 233, «Η πράξη, που συνδέεται άρρηκτα με την σωματική άσκηση και την κάθαρση των παθών, είναι το θεμέλιο της θεωρίας θεοπτίας, και με τον τρόπο αυτό γίνεται ο θεοδίδακτος τρόπος του απλανώς θεολογείν».
114. Άσκηση και θεωρία, σελ. 118. Παράβαλλε Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 32. Στη σελ. 34 σημειώνει: «Όταν ο πιστός πορεύεται την οδό των εντολών του Χριστού, τότε ό,τιδήποτε ακατανόητο για την λογική μας, γίνεται με την Χάρη του Θεού κατανοητό, διότι δεν υπάρχει πια μέρος για το σκοτάδι, αφού το Φως το αληθινό φωτίζει την διάνοια και την άγνοιά μας… ».
115. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 139(110).
116. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 156(99). Παράβαλλε Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 66-67 και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 112(87).
117. Για ένα ενδιαφέρον άρθρο για την σχέση της μνήμης θανάτου και της σημασίας του κτίστου κόσμου, βλέπε Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Επίψαυσις αιωνιότητος. Η γοητεία της ζωγραφικής και η ατελεύτητος δημιουργία της προσευχής», σελ. 369-390.
118. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 24(16).
119. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 114(75).
120. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 29(19).
121. Βλέπε Περί Πνεύματος και Ζωής, σελ. 81(59).
122. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 33, 34(21,22). Παράβαλλε Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 121, 98 και Περί προσευχής, σελ. 80(54-55).
123. Βλέπε Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 33-34(25).
124. Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 70.
125. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 404(229). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), «Το άκτιστο φως στη ζωή και τη διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός. Σελ. 297: «Η δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση είναι η μετάνοια. ». Παράβαλλε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 232. «Η χαρισματική θεολογία μπορεί να παρέχεται αυθεντικά μόνον από όσους πέρασαν στη θεοπτία ή το λιγότερο από όσους ανήκουν στη βαθμίδα της καθάρσεως από τα πάθη».
126. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 46(30). Παράβαλλε Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η μετοχή στην ενέργεια του Θεού ως όρος πραγματώσεως της υποστατικής αρχής στον άνθρωπο», σελ. 249.
127. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 54(35). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 241-42(179).
128. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 54-55(35-36).
129. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 71(46), 60(39). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 64(49).
130. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 94(60), «Δια του θρήνου της μετανοίας αποκαθίσταται η εκ της αμαρτίας αποκτανθείσα ικανότης ημών να προσλάβωμεν το εκ του Θεού… Εκπορευόμενον Άκτιστον Φως». Παράβαλλε Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 36(26), Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 265-66(195) και Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 37.
131. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 259(168).
132. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 66-67(43). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 84(62).
133. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 138(88).
134. Περί προσευχής, σελ. 161(148). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 79(59) και Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 84(61-62).
135. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 75(49), 77(50), 85(55).
136. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 76(49).
137. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 85(55). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 116, 117(84), «Τα δάκρυα που γεννά το βαθύ αυτό κλάμα της μετάνοιας… Είναι και η πιο κατάλληλη προετοιμασία και προδιάθεση του πνεύματος του ανθρώπου, για να καταξιωθεί του Ακτίστου Φωτός». Παράβαλλε όπου πριν, σελ. 118-19(87).
138. Περί προσευχής, σελ. 247(114, 115).
139. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 404(229) και σελ. 404(229), «Η "κατάστασις" αυτή είναι γεγονός του Είναι, εκ του οποίου και αυτή αύτη η σκέψις ημών συλλαμβάνει δια του ιδιάζοντος εις αυτήν τρόπου την έννοιαν της Αληθείας».
140. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 83(54). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 113(84).
141. Το μυστήριο της Χριστιανικής ζωής, σελ. 225.
142. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 52(43).
143. Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 72-74 (54­55) και Γεωργίου Γαλίτη, «Ο παλαιός και ο καινός Αδάμ στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2008.
144. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 103(67).
145. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 77(58).
146. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 168(123)
147. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 121(79).
148. Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 75.
149. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 121(78-79).
150. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 157(100).
151. Περί προσευχής, σελ. 109(71).
152. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 182(113).
153. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 401-2(227). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 325(242).
154. Περί προσευχής, σελ. 72(49).
155. Περί προσευχής, σελ. 250(117).
156. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 140(134) & 151 -52(143), Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 270(175): «Αι εμφανίσεις του Ακτίστου Φωτός δεν είναι τοσούτον σπάνιαι, ως τινες νομίζουν».
157. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 267(173).
158. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 301(195). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 66(50).
159. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 93(59).
160. Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 36.
161. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 156(146), Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 85(62), Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 29, και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 34-35(25-26).
162. Περί προσευχής, σελ 169(154). Βλέπε Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 65(48), 81(59).
163. Βλέπε Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 184(143).
164. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 49(32), Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου),Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 227(168).
165. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 178(138). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 326(242).
166. Ο π. Σωφρόνιος προειδοποιεί όσους επιδιώκουν τη γνώση του Θεού μέσα στον κόσμο της ακαδημαϊκής θεολογίας: «Η καθαρή προσευχή δε δίνεται σε όσους μελετούν πολύ. Υπό την έννοια αυτή, η οδός της θεολογικής επιστήμης δεν είναι καθόλου αποτελεσματική, και σπάνια οδηγεί στην καθαρά προσευχή,», Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 55(40). Αντίθετα είναι καλύτερα κάποιος να επικεντρώνει την ακαδημαϊκή του καριέρα στην αύξηση της πίστης και της γνώσης που προέρχεται απ' αυτήν και να επιμελείται δια αυτής της πίστης την εντονότερη βίωση της ασκητικής ζωής.
167. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 79(52).
168. Νικολάου Γ. Κόϊου, Θεολογία και εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, σελ. 61. Βλέπε Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 59: «Προικισμένος με αγάπη, ο άνθρωπος αισθάνεται συνδεδεμένος με τον αγαπημένο του Θεό. Με αυτό το σύνδεσμο γνωρίζει τον Θεό, και έτσι αγάπη και γνώση γίνονται μια ενέργεια». Παράβαλλε άσκηση και θεωρία, σελ. 131, Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 34 και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 170(124).
169. Βλέπε άσκηση και θεωρία, σελ. 117, «Ο Θεός είναι Αγάπη, και δεν είναι δυνατόν να γνωρισθεί και να θεωρηθεί παρά μόνο με την αγάπη και μέσα στην αγάπη». Παράβαλλε Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 71 και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 347(258).
170. Το μυστήριο της Χριστιανικής ζωής, σελ. 202. Βλέπε όπου πριν, σελ. 205, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 91(58), 321(206), Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 59, και Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 63(45).
171. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 66(43).
172. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 192(149).
173. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 81(53). Παράβαλλε Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), «Ο μοναχικός βίος κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο Θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, σελ. 95.
174. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 411-412(234). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 75(56): «Η αγάπη δεν είναι φυσικό ιδίωμα του "ψυχικού" ανθρώπου, αλλά το οντολογικό περιεχόμενο της μακαρίας Ζωής των θείων υποστάσεων».
175. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 273(177). Βλέπε όπου πριν, σελ. 306(198).
176. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 411(233).
177. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 348(259).
178. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 80(52).

Η μνήμη του θανάτου διδάσκει την αληθινή προσευχή γέροντας Σωφρόνιος

Η μνήμη του θανάτου διδάσκει την αληθινή προσευχή


Όταν η ψυχή κατέχηται εκ της αγάπης του Θεού, ώ, πώς τότε τα πάντα είναι ευχάριστα, ηγαπημένα και ευφρόσυνα! Η αγάπη όμως αύτη συνεπάγεται οδύνην, και όσον βαθυτέρα είναι η αγάπη, τοσούτον μεγαλυτέρα είναι η οδύνη. Η Θεομήτωρ ουδέποτε ημάρτησεν, ουδέ δια λογισμού, και ουδέποτε απώλεσε την χάριν, αλλά και Αυτή είχε μεγάλας θλίψεις. Ότε ίστατο παρά τον Σταυρόν, τότε ως ωκεανός απέραντος ήτο η θλίψις Αυτής, και οι πόνοι της ψυχής Αυτής ήσαν ασυγκρίτως μεγαλύτεροι του αδαμιαίου πόνου μετά την έξωσιν εκ του Παραδείσου, διότι και η αγάπη Αυτής ήτο ασυγκρίτως μεγαλυτέρα της αγάπης του Αδάμ εν τω Παραδείσω. 
Και εάν επέζησεν, επέζησε μόνον θεία δυνάμει, δια της ενισχύσεως του Κυρίου, διότι η ευδοκία Αυτού ήτο όπως ίδη την Ανάστασιν, και ύστερον, μετά την Ανάληψιν Αυτού, παραμείνη ως παράκλησις και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού. Ημείς δεν φθάνομεν εις το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και δια τούτο δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν πλήρως το βάθος της θλίψεως Αυτής. Η Αγάπη Αυτής ήτο τελεία. Ηγάπα απείρως τον Θεόν και Υιόν Αυτής, αλλ’ ηγάπα και τον λαόν αγάπη μεγάλη. Και τί ησθάνετο άρα γε, ότε εκείνοι, τους οποίους Αύτη τοσούτον ηγάπα και των οποίων την σωτηρίαν επόθει έως τέλους, εσταύρουν τον ηγαπημένον Υιόν Αυτής;
Δεν δυνάμεθα αν συλλάβωμεν τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών δια τον Θεόν και τους ανθρώπους.
Καθώς άπειρος και ακατάληπτος υπήρξεν η αγάπη της Παναγίας, ούτως άπειρος ήτο και ο πόνος Αυτής, και ακατάληπτος μένει δι’ ημάς.
Ώ Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, ειπέ εις ημάς, τα τέκνα Σου, πώς, ότε έζης επί της γης, ηγάπας τον Υιόν Σου και Θεόν; Πώς ηγάλλετο το πνεύμα Σου επί τω Θεώ τω Σωτήρι Σου; Πώς προσέβλεπες εις το κάλλος του προσώπου Αυτού; Πώς εσκέπτεσο ότι Αυτός είναι Εκείνος, τον Οποίον διακονούν μετά φόβου και αγάπης πάσαι αι δυνάμεις των ουρανών;
Ειπέ εις ημάς τί ησθάνετο η ψυχή Σου, ότε εβάσταζες εις τας χείρας Σου το Θαυμαστόν Νήπιον; Πώς ανέτρεφες Αυτό; Πώς επόνει η ψυχή Σου, ότε μετά του Ιωσήφ επί τρεις ημέρας εζήτεις Αυτόν εν τη Ιερουσαλήμ; Οποίαν έζης αγωνίαν, ότε ο Κύριος παρεδόθη εις σταύρωσιν και απέθανεν επί του Σταυρού;
Ειπέ εις ημάς: Οποία χαρά εγένετο εις Σε δια την Ανάστασιν ή πώς επλήττετο η ψυχή Σου εκ του πόθου του Κυρίου μετά την Ανάληψιν;
Αι ψυχαί ημών έλκονται, ίνα γνωρίσουν περί της ζωής Σου μετά του Κυρίου επί της γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ’ εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριον Σου.
Πολλά θαύματα και ελέη είδον από του Κυρίου και της Θεοτόκου, αλλά τελείως αδυνατώ να ανταποδώσω πως την αγάπην αυτήν.
Τί να ανταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν απεστράφη εμέ τον πεπτωκότα εν τη αμαρτία, αλλ’ εν ελέει επεσκέφθη εμέ και εσυνέτισεν; Εγώ δεν είδον Αυτήν, αλλά το Άγιον Πνεύμα έδωκεν εις εμέ να αναγνωρίσω Αυτήν εκ των πλήρους χάριτος λόγων Αυτής, και ευφραίνεται το πνεύμα μου, και η ψυχή μου ούτως έλκεται προς Αυτήν δια της αγάπης, ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματος Αυτής γλυκαίνει την καρδίαν μου.
Ότε ήμην νεαρός υποτακτικός, προσηυχόμην ποτέ ενώπιον της εικόνος της Θεομήτορος, και η προσευχή του Ιησού εισήλθεν εις την καρδίαν μου και ήρχισεν αφ’ εαυτής να προφέρηται εκεί. Άλλοτε εν τω ναώ ήκουον την ανάγνωσιν των προφητειών του Ησαΐου και εις τας λέξεις «Λούσασθε, και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α’ 16), εσκέφθην: «Μήπως η Παναγία ήμαρτε ποτε, έστω και δια του λογισμού»; Και ώ του θαύματος! Εντός της καρδίας μου φωνή τις, ηνωμένη μετά της προσευχής, προέφερε ρητώς: «Η Θεομήτωρ ουδέποτε ήμαρτεν, ουδέ δια σκέψεως».
Ούτως το Άγιον Πνεύμα εμαρτύρει εν τη καρδία μου την αγνότητα Αυτής. Εν τούτοις, κατά τον επίγειον βίον Αυτής, δεν ευρίσκετο εισέτι εν τω πληρώματι της γνώσεως και υπέπεσεν εις αδιάβλητα τινα σφάλματα ατελείας. Τούτο είναι φανερόν εκ του Ευαγγελίου, ότε, επιστρέφουσα από της Ιερουσαλήμ, δεν εγνώριζε πού είναι ο Υιός Αυτής, και επί τρεις ημέρας μετά του Ιωσήφ εζήτει Αυτόν (Λουκ. β’ 44-46).
Η ψυχή μου συνέχεται υπό φόβου και τρόμου, όταν αναλογίζωμαι την δόξαν της Θεομήτορος.
Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρδία μου, αλλ’ η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι, ίνα γράφω έστω και ολίγους λόγους δι’ Αυτήν.
Η ψυχή μου φοβείται να τολμήση, αλλ’ η αγάπη με πιέζει να μη αποκρύψω τας ευεργεσίας της ευσπλαγχνίας Αυτής.
Η Θεοτόκος δεν παρέδωκε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις, ούτε την αγάπην Αυτής προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Αυτής κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν ταύτα. Η αγάπη Αυτής προς τον Θεόν ήτο ισχυροτέρα και φλογερωτέρα της αγάπης των Σεραφίμ και των Χερουβίμ, και πάσαι αι δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων εκπλήττονται δι’ Αυτήν.
Καίτοι η ζωή της Θεομήτορος καλύπτεται υπό αγίας σιγής, ο Κύριος έδωκεν εις την Ορθόδοξον ημών Εκκλησίαν ίνα γνωρίζη ότι δια της αγάπης Αυτής περιπτύσσεται τον κόσμον όλον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει πάντας τους λαούς της γης και, ως ο Υιός Αυτής, πάντας σπλαγχνίζεται και πάντας ελεεί.
Ώ, εάν εγνωρίζομεν ποτε πόσον αγαπά η Παναγία πάντας τους φυλάσσοντας τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δια τους μη μετανοούντας! Εγνώρισα τούτο εκ πείρας. Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν πνεύματι γνωρίζω την Άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην Αυτής δι’ ημάς. Άνευ της ευσπλαγχνίας Αυτής η ψυχή μου θα απώλλυτο προ πολλού.
Εκείνη όμως ηυδόκησε να επισκεφθή και νουθετήση εμέ, όπως μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ: «Δεν είναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου». Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ’ η ψυχή μου δεν δύναται να επιλησθή εκείνης της γλυκείας φωνής, και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού.
Εν αληθεία, Αυτή είναι η Αντίληψις ημών ενώπιον του Θεού, και μόνον το όνομα Αυτής χαροποιεί την ψυχήν. Αλλά και ο ουρανός όλος και όλη η γη χαίρουν δια την αγάπην Αυτής.
Αξιοθαύμαστον και ακατάληπτον πράγμα! Ζη εν τοις ουρανοίς και αδιαλείπτως θεωρεί την δόξαν του Θεού, αλλά δεν επιλανθάνεται και ημών των πενήτων, και δια της ευσπλαγχνίας Αυτής περιβάλλει όλην την γην και πάντας τους λαούς.
Και αυτήν την Άχραντον Μητέρα Αυτού ο Κύριος έδωκεν εις ημάς. Αύτη είναι η χαρά και η ελπίς ημών.
Αύτη είναι η κατά πνεύμα Μήτηρ ημών, και είναι πλησίον εις ημάς κατά φύσιν ως άνθρωπος, και εκάστη χριστιανική ψυχή έλκεται προς Αυτήν εν αγάπη.
 
γέροντας Σωφρόνιος

Η αφύπνιση της καρδιάς με τη μνήμη του θανάτου


Ο άνθρωπος και οι «κλήροι» του βρίσκονταν μέσα στον νου του Τριαδικού Θεού «προ χρόνων αιωνίων». Σε στιγμή απροσδιόριστη από τις περιορισμένες ανθρώπινες δυνάμεις, ο προαιώνιος Θεός αποφάσισε να δημιουργήσει τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» Του. Τον έπλασε με προσωπικό και άμεσο τρόπο, προικίζοντάς τον με απίστευτο νου και μεγαλειώδη καρδιά, ικανά να αγκαλιάσουν όχι μόνο όλη την κτίση, «ορωμένην τε και ούχ ορωμένην», όπως αναφέρεται στη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, αλλά και την ίδια την αιωνιότητα του Θεού. Τον κατέστησε πραγματικό άρχοντα στο βασίλειο του κόσμου, και στο πρόσωπό του ανακεφαλαιώνεται όλη η δημιουργία, η ορατή και η αόρατη.
Εξαρχής ο Θεός προίκισε τη φύση του άνθρωπου με τις δικές Του ιδιότητες, με όλες τις αρετές και με δυναμική φορά προς το Πνεύμα Του. Ο άνθρωπος εντρυφούσε στην αγαθή παρουσία του Δημιουργού του. Μπορούσε με τον νου του να ανυψώνεται στον Θεό και να βλέπει το πρόσωπό Του. Και η όραση αυτή ζωοποιούσε την καρδιά του και την πλάταινε με ισχυρά και απερίγραπτα αισθήματα ατελεύτητης ευγνωμοσύνης και θείας αγάπης. Τόσο γοητεύθηκε από το μεγαλείο της καταστάσεως αυτής ο άνθρωπος, ώστε έφθασε σε σημείο να λησμονήσει την κτιστότητά του και να ενδώσει στον πειρασμό της παρακοής. Θέλησε να γίνει θεός, όχι με την αγάπη του Θεού και την υποταγή του στη θεία εντολή, αλλά με την αυτονομία και την ανταρσία του. Τότε, όπως μαρτυρούν οι Γραφές, συντελέσθηκε η φοβερή πτώση, η παγκόσμια συμφορά.
Ο νους του ανθρώπου προσκολλήθηκε στα κτίσματα και διαφθάρηκε. Έχασε την αστραπόμορφη κίνησή του προς τον θείο κόσμο και επιβαρύνθηκε με τις αισθήσεις του σώματος. Η καρδιά στερήθηκε την «επισκοπή»-επίβλεψη του Κυρίου και όλων εκείνων που συνοδεύουν τη θαυμαστή παρουσία Του, και απολιθώθηκε. Ο νους έχασε βαθμηδόν ακόμη και τη μνήμη των υπερφυσικών βιωμάτων της χάριτος, γιατί αυτά δεν έχουν υλικό υπόβαθρο. Τελικά ο άνθρωπος κατάντησε δέσμιος του ορατού κόσμου, μη δυνάμενος να υπερβεί την άμεση πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Λησμόνησε τον ποιητή και πλάστη του και παραδόθηκε στην αμαρτία και τα οψώνιά της, τη φθορά και τον θάνατο.
Στη θλιβερή αυτή κατάσταση της λήθης του Θεού ο άνθρωπος αισθάνεται ανεκπλήρωτο κενό και εφιαλτική ανασφάλεια, που τον περισφίγγουν ασφυκτικά και συνέχουν βασανιστικά την ψυχή του. Αναφύονται τα πάθη που γεμίζουν την ύπαρξή του με κάθε είδους φαυλότητα και παλεύουν με δολιότητα να εξαλείψουν κάθε ίχνος της μνήμης του Θεού. Έτσι ο άνθρωπος χάνει την ικανότητα να αγαπά και αναπόφευκτα αποξενώνεται ολοένα και περισσότερο από τον Θεό, τον πλησίον και τον πρωταρχικό σκοπό της δημιουργίας του.
Χωρισμένος από τον Θεό, την πηγή της ζωής, ο άνθρωπος κλείνεται στον εαυτό του και, στερημένος από τη δύναμη του Θεού, αδυνατεί να σωθεί. Βαθμηδόν ερημώνεται, διασπάται, και τελικά διαλύεται η υπόστασή του με τον θάνατο. Μπροστά στην αδυσώπητη απειλή της καταστροφής αυτής το πνεύμα του αιχμαλωτίζεται από τον φόβο του θανάτου. Γίνεται νοσηρά φίλαυτο και αρχίζει αγωνιώδη πάλη για την ατομική του επιβίωση.
Εξορίζοντας από την καρδιά του τον Θεό και τον πλησίον ο άνθρωπος χάνει την κυριαρχική εξουσία του μέσα στην κτίση που συνεπάγεται η κατ’ εικόνα Θεού κατασκευή του. Έτσι αστοχεί στον προορισμό του να βασιλεύ¬σει με δικαιοσύνη στον κόσμο και με τρόπο προφητικό να πλατυνθεί και να προσαγάγει στον Θεό όλη την κτίση. Συνηθίζει να ζει με το πνεύμα του νεκρωμένο, γιατί η εχθρική δύναμη του πονηρού κατεξουσιάζει τη φύση του.
Αλλά η κλήση του Θεού είναι αμετάκλητη και «αμεταμέλητη». Επειδή η ανεξιχνίαστη Βουλή του Θεού ως βάση της αρχικής προελεύσεως του ανθρώπου τον προόρισε να ζήσει αιώνια «επ’ αφθαρσία», ο θάνατος ως εχθρός είναι απαράδεκτος. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος λέει ότι «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος». Ο Ίδιος ο Υιός του Θεού ήλθε στον κόσμο, για να τον εξαλείψει και να «λύση τα έργα του διαβόλου». Ο θάνατος λοιπόν του ανθρώπου είναι φαινόμενο παρά φύσιν και αντίθετο προς τον προορισμό του. Η ψυχή δεν μπορεί να αναπαυθεί στην προοπτική του θανάτου, γιατί αν η ζωή τελειώνει με τον θάνατο, τίποτε πλέον δεν έχει νόημα.
Ο Θεός όμως ο οποίος ζει εις τους αιώνες δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού. Κατεργάζεται τα πάντα «ως το επιστρέψαι τον ασεβή από της οδού αυτού και ζην αυτόν». Ανακαλεί τον άσωτο από την πλάνη της ερημώσεώς του, οξύνοντας με τη χάρη Του το άγριο θέαμα και τη σοβαρότητα του γενικού θανάτου που παρεισέφρυσε σε όλη την κτίση με την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Διανοίγει τα μάτια της ψυχής του για να κατοπτεύσει τη σφραγίδα της φθοράς και του θανάτου πάνω σε όλο το κτιστό είναι. Ο άνθρωπος γίνεται ικανός να ενωτισθεί τη βοή των στεναγμών του σύμπαντος κόσμου που παραδόθηκε σε αδιέξοδη ματαιότητα. Παρέχεται τότε στην ψυχή η χάρη να διαισθανθεί το σκοτεινό πέπλο του θανάτου, της φθοράς και της απογνώσεως που καλύπτει τους ανθρώπους και κάθε επίγεια ύπαρξη. Το πνευματικό αυτό φαινόμενο -άγνωστο στη σύγχρονη ψυχολογία- στην ασκητική ορολογία ονομάζεται «μνήμη θανάτου». Δεν ομοιάζει με την ψυχολογική επίγνωση ότι κάποια ημέρα θα πεθάνουμε. Πρόκειται για γνώση που σκηνώνει στη βαθειά καρδιά και της προσδίδει παράδοξη αίσθηση, ώστε να συλλαμβάνει σαφέστατα «την ματαιότητα όλων των επί γης αποκτημάτων» και κατανοεί ότι «τα πάντα ματαιότης».
Η αίσθηση, την οποία επιφέρει η χάρη της μνήμης του θανάτου, μπορεί να ενταθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε όλη η ιστορία και τα γεγονότα του σύμπαντος να φαίνονται ως ονειρικός αντικατοπτρισμός και κακός εμπαιγμός του ανθρώπου, γιατί πουθενά δεν υπάρχει η αυθεντική ζωή, αντιθέτως, παντού βασιλεύει ο θάνατος. Στην ουσία όμως είναι ο άνθρωπος που φωτίζεται, ώστε να δει την πνευματική του κατάσταση, από την οποία απουσιάζει η ζώσα αιωνιότητα του Θεού. Πείθεται ότι με τον προσωπικά του θάνατο πεθαίνουν όλα όσα συνέλαβε ως τότε η συνείδησή του, ακόμη και ο Θεός. Ενώ πλάσθηκε για να ζήσει αιώνια με τον Δημιουργό του, τώρα βλέπει ανεκπλήρωτη την προαιώνια θεία Βουλή.
Η απειλή του θανάτου ως αιώνια λήθη και απόσβεση του φωτός της συνειδήσεως προξενεί στην ψυχή φρίκη, συντριβή και αφόρητο εσωτερικό μαρτύριο. Ξαφνικά ο άνθρωπος ξυπνά από τον παρατεταμένο λήθαργό του. Αισθάνεται την αιωνιότητα του Θεού να τον καλεί από παντού, αλλά δεν είναι ικανός να αντέξει κατά πρόσωπο την παρουσία της ούτε διαθέτει κατάλληλο χώρο, για να την προσλάβει μέσα του. Ωστόσο, το πνεύμα του απαιτεί την αιώνια ζωή και μόνο αυτήν. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να αναπαύσει τα σπλάγχνα του. Πάσχει βαθιά, με ένταση που υπερβαίνει τα όρια των ανθρωπίνων δυνάμεων. (Πολλοί άνθρωποι δοκιμάζουν την εμπειρία αυτή, πριν γίνουν μοναχοί και μοναχές, και γι’ αυτό αισθάνονται τη μοναχική ζωή ως κατηγορική προσταγή του πνεύματός τους. Δεν πρόκειται για επιλογή που κάνουν κατόπιν προσεκτικής εξετάσεως, αλλά μάλλον αισθάνονται ότι ή θα γίνουν μονάχοι ή θα πεθάνουν αιώνια). Τότε όμως συντελείται η αρχή του πιο σημαντικού θαύματος στην ανθρώπινη ύπαρξη. Αναδύεται η καρδιά, το πνευματικό κέντρο του ανθρώπου.
Το οχληρό και καυτό θέαμα της απουσίας του Θεού από την κτίση, όπως το παρουσιάζει η ενέργεια της μνήμης του θανάτου, αποσπά την προσοχή του νου από κάθε κτίσμα και από κάθε γήινη φιλοδοξία, και τον ανακαλεί στον εαυτό του, στην καρδιά. Η μνήμη αυτή αποδεικνύεται ισχυρότερη από κάθε εμπαθή προσκόλληση, ενώ ο νους ελεύθερος κατεβαίνει στην καρδιά και ενώνεται μαζί της. Η εύρεση της καρδιάς σηματοδοτεί την αρχή της σωτηρίας του ανθρώπου.
Όταν η θαυμαστή αυτή χάρη της μνήμης του θανάτου αρχίσει να απασχολεί τη βαθειά καρδιά και να ελκύει τον νου προς αυτήν, οι σκέψεις γεννιούνται «έσωθεν» και με δυνατή αίσθηση. Ανταποκρίνονται στα ισχυρά βιώματα και τη φρικτή θεωρία που τη συνοδεύει. Ο Γέροντας Σωφρόνιος διατυπώνει την πνευματική αυτή κατάσταση ως εξής: «Όλα όσα γνώριζα, όλα όσα αγαπούσα και καθετί
που με ζωοποιούσε και με ενέπνεε -τα πάντα απολύτως ακόμη και ο ίδιος ο Θεός- πεθαίνουν μέσα μου και για μένα, αν εγώ αφανίζομαι τελείως». Σε άλλο πάλι σημείο ο Γέροντας γράφει: «Μέσα μου και μαζί μου πέθαινε καθετί που συνέλαβε η συνείδησή μου· οι κοντινοί μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη τους, όλη η εξέλιξη της ιστορίας, όλη η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρο διάστημα- ακόμη και ο Ίδιος ο Δημιουργός του κόσμου και Αυτός πέθαινε μέσα μου· ολόκληρο γενικά το είναι καταβροχθιζόταν από το σκοτάδι της λήθης». Η προκαταρκτική αυτή χάρη της μνήμης του θανάτου φωτίζει τον άνθρωπο από έξω και από μακριά. Τον πείθει για το ανωφελές και μάταιο όλης της κτίσεως, όταν βρίσκεται έξω από τη χάρη του Θεού. Ταυτόχρονα του αποκαλύπτει την εσωτερική του ερήμωση, το χάσμα που τον χωρίζει από τον Θεό.
Και τα δύο αυτά ενεργήματα της χάριτος είναι άκρως ευεργετικά. Το πρώτο προξενεί αγαθή απόγνωση που αποδεσμεύει τον νου από την προσκόλληση και την περιπλάνησή του στα κτίσματα. Το δεύτερο εμπνέει στην ψυχή τον φόβο για την αιώνια απώλεια. Η αιωνιότητα τότε προβάλλει με την αρνητική της μορφή: Μπορεί μεν ο άνθρωπος να έχει βιώσει τη συνάντησή του με τον Θεό, αλλά στερείται ακόμη του χαρίσματος της μετοχής στη ζωή Του. Τα παράδοξα και ισχυρά αυτά βιώματα της απογνώσεως και του φόβου ταπεινώνουν το πνεύμα του και συγκεντρώνουν την προσοχή του νου του στην καρδιά, τον τόπο όπου αποκαλύπτεται η αλήθεια του Θεού και η πλάνη του ανθρώπου. Τώρα εναπόκειται στον άνθρωπο η επιλογή του θείου θελήματος. Στο σημείο αυτό, έκτος από τον ταπεινό φόβο του Θεού αποκτά επίσης κάποιο μέτρο αυτογνωσίας. Αν αποδεχθεί την Ευαγγελική Αποκάλυψη, ότι δηλαδή ο Χριστός είναι το αληθινό Είναι, ο Ων, ο νικητής του θανάτου και η αιώνια ζωή, ελκύει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που ενώνει τον νου με την καρδιά και αποκαθιστά την ενότητα των ψυχικών του δυνάμεων.
Η ενοποίηση αυτή των δυνάμεων της ψυχής είναι η πρώτη φάση της θεραπείας του ανθρώπου, διότι έχει επιτέλους τη δυνατότητα να στραφεί με προσευχή στον Θεό και να βρει αισίως λύση και παρήγορη διέξοδο στα παθήματα του πνεύματός του.
Όταν ο άνθρωπος δέχεται την «παιδεία» του Θεού με τη μνήμη του θανάτου, αρχίζει να κατανοεί την παγκόσμια τραγωδία. Βλέπει ότι τα παθήματά του ταυτίζονται με τα παθήματα όλης της ανθρωπότητας. Προβάλλει την κατάσταση της εσωτερικής του ερημώσεως σε όλη τη δημιουργία. Αντιλαμβάνεται, έστω και με αρνητικό τρόπο, ότι είναι το κέντρο όλης της κτίσεως, την οποία βλέπει να διηγείται μια ατελεύτητη ματαιότητα. Το βίωμα αυτό είναι η αρχή της αγάπης και συνεπώς γίνεται το προοίμιο της τελειωτικής του αναγεννήσεως, όταν αυτός, ενισχυμένος πλέον από τη χάρη του Θεού, πρεσβεύει για τη σωτηρία όλου του κόσμου και αποκτά τότε την ορθή πνευματική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ουρανός και η γη διηγούνται τη δόξα του Θεού και τη σωτηρία του ανθρώπου.
Είναι λοιπόν φανερό πως η μνήμη του θανάτου είναι το χάρισμα του Θεού, που βοηθεί τον άνθρωπο να βρει την καρδιά του, γεγονός που σηματοδοτεί την αρχή στη θεραπεία της προσωπικότητάς του. Στη συνέχεια, θα ερ¬γασθεί για την αποκατάσταση της ορθής κοινωνίας του με τον Θεό και με όλο το γένος του Αδάμ. Έτσι σημειώνεται το πρώτο παράδοξο: Η μνήμη του θανάτου ελευθερώνει τον άνθρωπο από τον φόβο του θανάτου και τον εισάγει στην προοπτική της αγάπης του Θεού. Ο θάνατος που επήλθε ως συνέπεια της αμαρτίας προμνηστεύεται τώρα τη Ζωή. Η μνήμη του θέτει με τόσο απόλυτο και καθοριστικό τρόπο την υπεροχή της αιωνιότητας έναντι των κτιστών, ώστε, και αν ακόμη ο πειραστής του υποσχόταν αιώνες επίγειας ευδαιμονίας και επιτυχίας, ο πιστός θα προτιμούσε τα στίγματα του Σταυρού, με τον οποίο ήλθε στον κόσμο η αληθινή χαρά και η αιώνια σωτηρία.
Με τη μνήμη του θανάτου προβάλλεται η θεία αιωνιότητα, αλλά στην αρνητική της όψη. Το φαινόμενο, ωστόσο, αυτό δεν είναι ψυχολογικό αλλά πνευματικό και προσκομίζει γνώση πνευματικής φύσεως. Μυσταγωγεί ταυτόχρονα σε διπλή γνώση και σε διπλή θεωρία. Καθιστά την καρδιά πεδίο πάλης, η οποία διαδραματίζεται σε δύο επίπεδα: Από τη μία βεβαιώνει τον άνθρωπο για την ύπαρξη του αληθινού Θεού και τη σωτηριώδη Του δύναμη, ενώ από την άλλη διεγείρει τη φρικτή αίσθηση της μηδαμινότητάς του αλλά και τον απερίγραπτο φόβο για το ενδεχόμενο της αιώνιας απώλειάς του.
Η αποκάλυψη της αιωνιότητας, έστω και στην αρνητική της μορφή, είναι συνάντηση του Ζώντος Θεού με τον άνθρωπο. Ως ένα σημείο φθάνουν στον άνθρωπο τα τέλη των αιώνων. Ενώ αισθάνεται τον θάνατό του ως απειλή αφανισμού κάθε ζωής, δέχεται ταυτόχρονα την κλήση να αναχθεί σε απείρως ανώτερη μορφή υπάρξεως. Διαμένοντας στη μνήμη θανάτου ο άνθρωπος βιώνει με το πνεύμα του τον άδη της απουσίας του Θεού. Αναζητώντας με αγωνία διέξοδο από την κατάσταση αυτή αποσπάται από κάθε εμπαθή προσκόλληση στον ορατό κόσμο και παραδίδεται με ισχυρότερο πόθο προς τον Θεό. Τότε με αυθεντικό τρόπο νικώνται τα πάθη και αυτή ακόμη η επιθυμία της ίδιας της πρόσκαιρης ζωής. Η αυταπάρνηση την οποία εμπνέει η μνήμη του θανάτου αποβαίνει η καταλληλότερη προϋπόθεση για πύρινη προσευχή, που αναγεννά πλήρως τον άνθρωπο και συνάπτει το πνεύμα του με τον αιώνιο Θεό.
Το εκπληκτικότερο ωστόσο ενέργημα της μνήμης του θανάτου είναι η αίσθηση που δημιουργεί για τη μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου. Όταν ο άνθρωπος ταυτίζει τον ατομικό του θάνατο με τον γενικό αφανισμό κάθε ζωής και εμπειρίας που αγκάλιασε ως τότε η συνείδησή του, με το τέλος όλης της ιστορίας του κόσμου, όπως και της σχέσεως του Θεού με τη δημιουργία Του, επαληθεύει το γεγονός ότι πλάσθηκε κατ’ εικόνα Θεού και με προορισμό να γίνει το κέντρο ολόκληρης της κτίσεως. Η οδύνη του βιώματος αυτού, ενώ φέρει κατ’ αρχάς μάλλον αρνητικό χαρακτήρα, συνδέει ωστόσο τον άνθρωπο άρρηκτα με τα πεπρωμένα όλων των ομοιοπαθών συνανθρώπων του και γεννά τη συμπόνια γι’ αυτούς. Το πνευματικό αυτό αίσθημα αρχίζει να ζωογονεί την καρδιά του ανθρώπου και να αποκαθιστά την κοινωνία του με όλο το γένος του Αδάμ. Και όταν ο εσωτερικός φωτισμός φθάσει σε κάποια πληρότητα και η καρδιά πλατυνθεί και ενισχυθεί με τη θεία χάρη, ακολουθεί το θετικό αίσθημα της αγάπης, με το οποίο ο άνθρωπος αγκαλιάζει όλη την κτίση και την προσάγει με εκτενή πρεσβεία στον Θεό. Τότε οδηγείται «εις πάσαν την αλήθειαν» της αγάπης του Θεού και καταξιώνεται ως αληθινό πρόσωπο«καθ’ ομοίωσιν» του Νέου Αδάμ, του Χριστού, που ανα-κεφαλαιώνει στο Πρόσωπό Του «τα πάντα τα επί τοις ουρανοίς και τα επί της γης».
Ο θάνατος εισήλθε ως κατάρα και βλάστησε ως ζιζάνιο στη ζωή των ανθρώπων εξαιτίας της αμαρτίας. Ο Χρι¬στός όμως με τον αναμάρτητο θάνατό Του για χάρη του ανθρώπου μετέβαλε την κατάρα σε ευλογία και πρόσφερε το «περισσόν» της ζωής. Η μνήμη του θανάτου εισάγει τον άνθρωπο στο μεγαλύτερο αυτό θαύμα που γνώρισε ποτέ η οικουμένη. Αποκαλύπτει τον δικό μας άδη και γίνεται πρόσκληση και ευαγγέλιο αιώνιας ζωής. Όποιος υπακούει και πιστεύει, δέχεται χάρη που αναζωπυρώνει την καρδιά του. Η αφύπνιση αυτή της καρδιάς είναι και το πρώτο βήμα προς τον μακάριο χώρο της ακατάλυτης ζωής και σωτηρίας.
(Αρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, «Ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος», εκδ. Ι. Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, Αγγλίας. 2012, σ. 38-48)