Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Οι τελευταίες μέρες του Γέροντος Σωφρονίου του Αγιορείτου, της Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας (+11 Ιουλίου 1993)

Οι τελευταίες μέρες του Γέροντος Σωφρονίου του Αγιορείτου, της Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας (+11 Ιουλίου 1993)

Τέσσερις μέρες πριν πεθάνει έκλεισε τα μάτια του και δεν ήθελε να μας μιλήσει περαιτέρω. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό κι όχι θλιμμένο, αλλά γεμάτο ένταση. Είχε την ίδια έκφραση, όπως όταν θα τελούσε τη λειτουργία. Δεν άνοιγε τα μάτια του, ούτε πρόφερε λέξεις αλλά σήκωνε το χέρι του ευλογώντας μας. Μας ευλογούσε χωρίς λόγια κι εγώ κατάλαβαινα ότι θα έφευγε. Έτσι δεν ήθελα να τον απασχολώ. Προηγουμένως συνήθιζα να προσεύχομαι ώστε ο Θεός να επεκτείνει το γήρας του, όπως λέμε στη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου «το γήρας περικράτησον». Αλλά κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών είδα ότι έφευγε κι έτσι άρχισα να λέγω: «Κύριε δώρισε στο δούλο σου πλουσίαν είσοδον στη βασιλεία σου». Προσευχόμουν χρησιμοποιώντας τα λόγια του αποστόλου Πέτρου, όπως διαβάζουμε στη Β’ Επιστολή του (Β’ Πέτρου α’ 11).
Έτσι έλεγα επιμόνως :«Θεέ μου, δώρισε πλουσίαν είσοδον στο δούλο σου και τοποθέτησε την ψυχή του μαζί με τους Πατέρες του» και ονόμαζα όλους τους συντρόφους του ασκητές πού ήξερα ότι είχε στο Αγιον Όρος, αρχίζοντας από τον Άγιο Σιλουανό και μετά όλους τους άλλους.
Την τελευταία μέρα πήγα να τον δω στις έξι το πρωΐ. Ηταν Κυριακή και τελούσα την πρωϊνή λειτουργία, ενώ ο πάτερ Κύριλλος μαζί με τους άλλους ιερείς θα τελούσαν τη δεύτερη. Αντιλήφθηκα ότι επρόκειτο να μας αφήσει τη μέρα εκείνη. Πήγα και άρχισα την Πρόθεση. Οι Ώρες άρχισαν στις εφτά και μετά ακολούθησε η λειτουργία. Είπα μόνο τις ευχές της Αναφοράς, διότι στο μοναστήρι μας έχουμε τη συνήθεια να τις διαβάζουμε εκφώνως. Για τις υπόλοιπες η προσευχή μου ήταν συνεχώς: «Κόριε, δώρισε πλουσίαν είσοδο στη βασιλεία σου στο δούλο σου». Η λειτουργία εκείνη ήταν διαφορετική απ΄όλες τις άλλες. Τη στιγμή που είπα «Τα άγια τοις αγίοις» ο πάτερ Κύριλλος εισήλθε το ιερό. Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο, άρχισε να κλαίει κι εννόησα ότι ο πάτερ Σωφρόνιος είχε φύγει. Ρωτώντας ποιά ώρα είχε αναχωρήσει ήξερα ότι ήταν η ώρα πού διάβαζα το ευαγγέλιο. Πήγα παράμερα, διότι ο πάτερ Κύριλλος ήθελε να μιλήσει μαζί μου και μου είπε: «Μετάδωσε την Κοινωνία στους πιστούς και μετά ανακοίνωσε την αναχώρηση του πατρός Σωφρονίου και κάνε το πρώτο Τρισάγιο θα κάνω το ίδιο στη δεύτερη λειτουργία». Έτσι διαμοίρασα τον Αμνό και μετάλαβα· μετέδωσα στους πιστούς τη Θεία Κοινωνία και τελείωσα τη Θεία Λειτουργία. Δεν γνωρίζω πώς τα κατάφερα. Μετά βγήκα έξω και είπα στον κόσμο: «Αγαπητοί μου αδελφοί, ο Χριστός ο Θεός μας είναι το σημείο του Θεού για όλες τις γενεές αυτής της εποχής, διότι στα λόγια του βρίσκουμε τη σωτηρία και τη λύση κάθε ανθρώπινου προβλήματος. Και τώρα πρέπει να κάνουμε όπως μας διδάσκει η λειτουργία, δηλαδή να ευχαριστήσουμε, να ικετεύσουμε, να παρακαλέσουμε. Έτσι ας ευχαριστήσουμε το Θεό πού μας έχει δώσει τέτοιο πατέρα κι ας προσευχηθούμε για την ανάπαυση της ψυχής του». «Ευλογητός ο Θεός ήμων…», κι άρχισα το Τρισάγιο. Τον βάλαμε στην εκκλησία για τέσσερις μέρες, διότι η Κρύπτη δεν ήταν ακόμη τελειωμένη κι ο τάφος δεν είχε ακόμην κτισθεί. Τον αφήσαμε ακάλυπτο στην εκκλησία για τέσσερι μέρες και συνεχώς διαβάζαμε τα άγια Ευαγγέλια από την αρχή ως το τέλος, ξανά και ξανά, όπως είναι το έθος για ιερείς. Διαβάζαμε τα άγια εϋαγγέλία και διαβάζαμε Τρισάγια καιι άλλες προσευχές. Είχαμε τις ακολουθίες, τη λειτουργία αυτός ήταν εκεί, στη μέση της εκκλησίας για τέσσερεις μέρες Ήταν σαν Πάσχα, ήταν τέτοια όμορφη κι ευλογημένη ατμόσφαιρα! Κανένας δεν έδειξε οποιανδήποτε υστερία, καθένας προσευχόταν με έμπνευση. Είχα ένα φίλο αρχιμανδρίτη πού συνήθιζε να έρχεται στο Μοναστήρι κάθε χρόνο και να περνά λίγες εβδομάδες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, τον πατέρα Ιερόθεο Βλάχο, ο οποίος έγραψε το βιβλίο «Μια βραδιά στην έρημο του Αγίου Όρους». Τώρα είναι μητροπολίτης Ναυπάκτου. Έφτασε μόλις έμαθε ότι ο πάτερ Σωφρόνιος πέθανε. Αισθάνθηκε την ατμόσφαιρα και μου είπε: «Αν ο πάτερ Σωφρόνιος δεν είναι άγιος, τότε δεν υπάρχουν άγιοι». Έτυχε να έχουμε μερικούς μοναχούς από το Άγιον Όρος, οι οποίοι ήρθαν για να δουν τον πάτερ Σωφρόνιο, μα δεν τον βρήκαν ζωντανό. Ο πάτερ Τύχων από τη Σιμωνόπετρα ήταν ένας από αυτούς. Κάθε φορά πού έρχονταν Έλληνες στην Αγγλία για ιατρικούς λόγους είχαν την συνήθεια να έρχονται στο Μοναστήρι για να τους διαβαστεΐ μια προσευχή από τον πάτερ Σωφρόνιο, διότι πολλοί είχαν θεραπευθεί. Την τρίτη ή την τέταρτη μέρα μετά το θάνατο του πάτερ Σωφρονίου ήρθε μια οικογένεια με ένα παιδί δεκατριών χρονών. Είχε όγκο στον εγκέφαλο κι η εγχείρηση του ήταν καθορισμένη για την επόμενη μέρα. Ο πάτερ Τύχων ο Σιμωνοπετρίτης ήλθε και μου είπε: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ λυπημένοι ήρθαν και δεν βρήκαν τον πάτερ Σωφρόνιο. Γιατί δεν διαβάζεις μερικές προσευχές για το παιδί»; Του είπα: «ας πάμε μαζί. Έλα και κάνε μου τον αναγνώστη. Θα διαβάσουμε μερικές προσευχές στο άλλο παρεκκλήσι». Πήγαμε και διαβάσαμε τις προσευχές για το παιδί και στο τέλος ο πάτερ Τύχων είπε: «Ξέρεις, γιατί δεν περνάτε το παιδί κάτω από το φέρετρο του πάτερ Σωφρονίου; Θα θεραπευθεί. Χάνουμε το χρόνο μας διαβάζοντας προσευχές». Του απάντησα ότι δεν μπορούσα να το κάνω αυτό, διότι ο κόσμος μπορούσε να πει ότι μόλις έχει πεθάνει και ήδη προσπαθούμε να προωθήσουμε την αγιοποίηση του. «Να το κάνεις εσύ», του είπα. «Είσαι Αγιορείτης μοναχός. Δεν θα πει κανένας τίποτε». Πήρε το αγόρι από το χέρι και το πέρασε κάτω από το φέρετρο. Την επομένη έκαναν εγχείρηση στο παιδί και δεν βρήκαν τίποτε. Έκλεισαν το κρανίο και είπαν: «Λανθασμένη διάγνωση. Θα ήταν πιθανώς φλόγωση». Έτυχε το παιδί να συνοδεύεται από ένα γιατρό από την Ελλάδα, πού είχε τις πλάκες ακτίνων Χ πού έδειχναν τον όγκο, πού τους είπε: «Ξέρετε καλά τί σημαίνει αυτή η “λανθασμένη διάγνωση”». Το παιδί μεγάλωσε. Τώρα είναι 27 χρονών και είναι πολύ καλά.
Αρχ. Ζαχαρίας – Μετάφραση Θ. Κυριάκου.
Πηγή: Οι τελευταίες μέρες του Γέροντος Σωφρονίου (+11 Ιουλίου 1993), Περιοδικό «Παρά την Λίμνην», Μηνιαία έκδοση Εκκλησίας Αγίου Δημητρίου Παραλιμνίου, περίοδος β΄, έτος ιη΄, αρ. 7, Ιούλιος 2008

Ο Γέροντας Σωφρόνιος μιλά για τον Χριστό και τον εθνικισμό

Ο Γέροντας Σωφρόνιος μιλά για τον Χριστό και τον εθνικισμό

Δημοσιεύθηκε: 10 Αυγούστου 2010 Κατηγορίες: Γέρ. Σωφρόνιος 'Εσσεξ
Η κοίμηση του Γέροντος Σωφρονίου 11-7-1993
Αν όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεως ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ο Σωτήρας του κόσμου, ο Δημιουργός του σύμπαντος πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε αυτή τη θεωρία μας με την ιδέα της εθνικότητας, του τόπου, της εποχής …;
Δε γνωρίζω Χριστό Έλληνα, Ρώσο, Άγγλο, Άραβα … Ο Χριστός είναι για μένα το παν, το υπερκόσμιο Είναι.
Στην Γραφή αναφέρεται συχνά ότι ο Χριστός πέθανε για όλο τον κόσμο, για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. Μόλις περιορίσουμε το πρόσωπο του Χριστού μόλις το κατεβάσουμε στο επίπεδο των εθνοτήτων, χάνουμε το παν και βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Τότε ανοίγει ο δρόμος προς το μίσος ανάμεσα στα έθνη, προς την έχθρα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων.
Όποιος αγαπά τον Χριστό αφομοιώνει και φέρει μέσα του τα αισθήματα που είχε ο Ιησούς Χριστός, ζει την ανθρωπότητα ως ένα Αδάμ, προσεύχεται για τον «Αδάμ παγγενή». Ιδού ο αληθινός Χριστιανισμός.
Ο Χριστός είναι ο άπειρος Θεός. Δε σταυρώθηκε μόνο για τους πιστούς, αλλά για όλους τους ανθρώπους, από τον Αδάμ ως τον τελευταίο που θα γεννηθεί από γυναίκα. Να ακολουθεί κάποιος τον Χριστό, σημαίνει να πάσχει, για να θεραπευθεί και να σωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα. Δεν μπορεί να είναι διαφορετικά.
Πηγή: Αρχιμ. Σωφρονίου, Περί Πνεύματος και Ζωής, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σ. 26-28.
 

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Περί των Μοναχών – Τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου.

Περί των Μοναχών – Τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου.



Ὑπάρχουν τινες οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι οἱ μοναχοὶ ὀφείλουν νὰ ὑπηρετοῦν τὸν κόσμον, ἵνα μὴ τρώγουν τὸν ἄρτον δωρεάν. Πρέπει ὅμως νὰ ἐννοήσωμεν εἰς τί ἔγκειται ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ τίνι τρόπῳ ὀφείλει ὁ μοναχὸς νὰ βοηθῇ τὸν κόσμον.
Ὁ μοναχὸς εἶναι ἱκέτης ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου· θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον· καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται τὸ κύριον ἔργο αὐτοῦ.
Ποῖος ἆρά γε προτρέπει αὐτόν, ὅπως χέῃ δάκρυα δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον;
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐμπνέει τὸν μοναχόν. Αὐτὸς δίδει εἰς τὸν μοναχὸν τὴν ἀγάπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἐκ τῆς ἀγάπης αὐτῆς ἡ καρδία τοῦ μοναχοῦ εἶναι πάντοτε περίλυπος διὰ τὸν λαόν, ἐπειδὴ δὲν σῴζονται πάντες. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἦτο τοσοῦτον περίλυπος διὰ τὸν λαόν, ὥστε παρέδωκεν Ἑαυτὸν εἰς τὸν διὰ σταυροῦ θάνατον. Καὶ ἡ Παναγία τὴν αὐτὴν λύπην διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἔφερεν ἐν τῇ καρδίᾳ Αὐτῆς καὶ ὁμοίως πρὸς τὸν Ἠγαπημένον Αὐτῆς Υἱὸν εἰς τέλος ἐπόθει τὴν σωτηρίαν τοῦ σύμπαντος κόσμου.
Τὸ αὐτὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἔδωκεν ὁ Κύριος καὶ εἰς τοὺς Ἀποστόλους, καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους ἡμῶν Πατέρας, καὶ εἰς τοὺς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διακονία ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Καὶ διὰ τοῦτο οὔτε οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ ἀπασχολῶνται εἰς κοσμικὰ προβλήματα, ἀλλὰ νὰ μιμῶνται τὴν Θεομήτορα, Ἥτις ἐντὸς τοῦ Ναοῦ, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐμελέτα ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου καὶ ἔμενε πρεσβεύουσα ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
Δὲν εἶναι ἔργον τοῦ μοναχοῦ, ἵνα διακονῇ τὸν κόσμον ἐκ τοῦ κόπου τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Οἱ ἐν τῷ κόσμῳ προσεύχονται ὀλίγον, ὁ δὲ μοναχὸς διηνεκῶς. Χάρις εἰς τοὺς μοναχοὺς ἡ προσευχὴ ἐπὶ τῆς γῆς οὐδέποτε παύει. Καὶ ἐν τούτῳ ὠφελεῖται ὅλος ὁ κόσμος, διότι ὁ κόσμος ἵσταται διὰ τῆς προσευχῆς, ὅταν δὲ ἐξασθενήσῃ ἡ προσευχή, τότε θὰ ἀπολεσθῇ ὁ κόσμος.
Καὶ τί δύναται νὰ παραγάγῃ ὁ μοναχὸς διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ; Θὰ κερδίσῃ ἀσήμαντόν τι ποσὸν διὰ τὴν ἐργασίαν ὅλης τῆς ἡμέρας. Τί εἶναι τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Μία σκέψις ὅμως εὐάρεστος εἰς τὸν Θεὸν τελεῖ θαύματα. Βλέπομεν τοῦτο ἐκ τῆς Γραφῆς.
Ὁ προφήτης Μωϋσῆς προσηυχήθη νοερῶς, καὶ ὁ Κύριος εἶπεν εἰς αὐτόν, Μωϋσῆ, τί βοᾷς πρός Με, καὶ ἔσῳσεν ὁ Κύριος τοὺς Ἰσραηλίτας ἐκ τοῦ ὀλέθρου (Ἐξ. ιδ´ 15). Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἐβοήθει τὸν κόσμον διὰ τῆς προσευχῆς καὶ οὐχὶ διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Ὁ Ὅσιος Σέργιος διὰ τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς ἐβοήθησε τὸν Ρωσικὸν λαὸν νὰ ἀπελευθερωθῇ ἐκ τοῦ ταταρικοῦ ζυγοῦ. Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ προσηυχήθη νοερῶς, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατέβη ἐπὶ τοῦ Μοτοβίλωφ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ κύριον ἔργον τῶν μοναχῶν.
Ἐὰν ὅμως ὁ μοναχὸς εἶναι ἀμελὴς καὶ δὲν ἔφθασεν εἰς ἀδιάλειπτον θεωρίαν τοῦ Θεοῦ, τότε ἂς διακονῇ τοὺς προσκυνητὰς καὶ ἂς ὑπηρετῇ τοὺς κοσμικοὺς ἐκ τῶν κόπων αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι εὐάρεστον εἰς τὸν Θεόν, ἀλλὰ γνώριζε ὅτι αὐτὸ εἶναι μακρὰν τοῦ ἀληθινοῦ μοναχισμοῦ.
Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ παλαίῃ κατὰ τῶν παθῶν καὶ βοηθούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ νικᾷ ταῦτα. Ὁ μοναχὸς ἄλλοτε μὲν ἀπολαύει μακαριότητος ἐν τῷ Θεῶ καὶ ζῇ ὡς ἐν τῷ παραδείσῳ, πλησίον τοῦ Θεοῦ, ἄλλοτε δὲ θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον, διότι ἐπιθυμεῖ ὅπως πάντες σωθοῦν.
Οὕτω τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει τὸν μοναχὸν νὰ ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, νὰ ἀγαπᾷ καὶ τὸν κόσμον.
Θὰ εἴπῃς, ἴσως, ὅτι νῦν δὲν ὑπάρχουν τοιοῦτοι μοναχοί, οἵτινες προσεύχονται διαπύρως ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐγὼ ὅμως θὰ εἴπω εἰς σὲ ὅτι, ὅταν ἐπὶ τῆς γῆς δὲν θὰ ὑπάρχουν πλέον ἄνθρωποι πρεσβεύοντες ὑπὲρ τοῦ κόσμου, τότε ὁ κόσμος θὰ παρέλθῃ, θὰ ἔλθουν αἱ μεγάλαι ὠδῖνες. Καὶ ἤδη ὑπάρχουν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν.
Ὁ κόσμος ἵσταται διὰ τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων. Καὶ ὁ μοναχὸς ἐκλήθη, ἵνα προσεύχηται ὑπὲρ τοῦ κόσμου δι᾿ ὅλου τοῦ εἶναι αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ διακονία αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο μὴ ἐπιβαρύνετε αὐτὸν διὰ κοσμικῶν μεριμνῶν. Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ ζῇ ἐν συνεχεῖ ἐγκρατείᾳ. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἀπησχολημένος εἰς κοσμικὰς φροντίδας, τότε ἀναγκάζεται νὰ τρώγῃ πλεῖον, καὶ ἐκ τούτου προκαλεῖται γενικὴ ζημία, διότι ὁ τρώγων ὑπὲρ τὸ δέον δὲν δύναται πλέον νὰ προσεύχηται, ὡς ὤφειλεν. Ἡ χάρις ἀγαπᾷ νὰ ζῇ ἐν ἀπεξηραμμένῳ δι᾿ ἀσκήσεως σώματι.
Ὁ κόσμος νομίζει ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι ἀνωφελὲς γένος. Ἀλλ᾿ ἀδίκως σκέπτονται οὕτω. Δὲν γνωρίζουν ὅτι ὁ μοναχὸς εἶναι εὐχέτης ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Δὲν βλέπουν τὰς προσευχὰς αὐτοῦ καὶ δὲν γνωρίζουν ὁπόσον ἐλεημόνως δέχεται αὐτὰς ὁ Κύριος. Οἱ μοναχοὶ διεξάγουν ἰσχυρὸν πόλεμον κατὰ τῶν παθῶν καὶ διὰ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν θὰ εἶναι μεγάλοι παρὰ τῷ Θεῷ.
Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι ἀνάξιος νὰ ὀνομάζωμαι μοναχός. Ἔζησα ὑπὲρ τὰ τεσσαράκοντα ἔτη ἐν τῇ Μονῇ καὶ αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν ὡς ἀρχάριον ὑποτακτικόν. Γνωρίζω ὅμως μοναχούς, οἵτινες εἶναι πλησίον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Ὁ Κύριος εἶναι τοσοῦτον ἐγγὺς ἡμῶν, ἐγγύτερον τοῦ ἀέρος, τὸν ὁποῖον ἀναπνέομεν. Ὁ ἀὴρ εἰσέρχεται εἰς τὸ σῶμα καὶ φθάνει μέχρι τῆς καρδίας, ἀλλ᾿ ὁ Κύριος ζῇ ἐντὸς τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου: «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω… καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς Πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ Μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Β´ Κορ. στ´ 16-18).
Ἰδοὺ ἡ χαρὰ ἡμῶν: Ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν καὶ ἐν ἡμῖν.
Γνωρίζουν τοῦτο ἆρα γε πάντες; Δυστυχῶς, οὐχὶ πάντες, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνοι οἵτινες ἐταπεινώθησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέκοψαν τὸ ἴδιον αὐτῶν θέλημα, διότι ὁ Θεὸς «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται», ζῇ δὲ μόνον ἐν τῇ ταπεινῇ καρδίᾳ. Ὁ Κύριος χαίρει, ὅταν ἐνθυμώμεθα τὴν εὐσπλαγχνίαν Αὐτοῦ καὶ ἐξομοιούμεθα πρὸς Αὐτὸν διὰ τῆς ταπεινώσεως.
Ὅπως ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας εἶχον τὰς καρδίας καιομένας, ὅτε περιεπάτει μετ᾿ αὐτῶν ὁ Κύριος, οὕτω καὶ νῦν αἱ καρδίαι πολλῶν μοναχῶν καίουν ἐκ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον καὶ αἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἐν ταπεινώσει πνεύματος καὶ ἐν ἀγάπῃ ἐκολλήθησαν εἰς τὸν Ἕνα Θεόν. Ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ, ὅστις ἔχει προσπάθειαν πρὸς χρήματα ἢ πράγματα ἢ γενικῶς πρὸς ὅ,τιδήποτε γήϊνον, δὲν δύναται νὰ ἀγαπήσῃ τὸν Θεόν, ὡς θὰ ἔπρεπε, διότι ὁ νοῦς αὐτοῦ διχάζεται καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὰ πράγματα, ἐνῷ ὁ Κύριος εἶπεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δουλεύωμεν εἰς δύο κυρίους. Οὕτως ὁ νοῦς τῶν κοσμικῶν ἀπασχολεῖται εἰς τὰ γήϊνα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ ἀγαποῦν τὸν Θεόν, ὅπως ἀγαποῦν Αὐτὸν οἱ μοναχοί.
Ἂν καὶ ὁ μοναχὸς καταγίνηται καὶ εἰς τὰ ἐπίγεια, ὅσον τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ζωὴν τοῦ σώματος, τὸ πνεῦμα ὅμως αὐτοῦ καίει ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεόν. Ἂν καὶ ἐργάζηται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ, ἐν τούτοις διὰ τοῦ νοῦ μένει ἐν τῷ Θεῷ. Ὅπως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκήρυττον τὸν λόγον εἰς τὸν λαόν, ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἦτο πλήρως ἐν τῷ Θεῷ -διότι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔζη ἐντὸς αὐτῶν καὶ ὡδήγει τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν- ὁμοίως καὶ ὁ μοναχός, ἔστω καὶ ἂν ἐν σώματι κάθηται ἐντὸς τοῦ μικροῦ καὶ πτωχοῦ κελλίου αὐτοῦ, πνεύματι θεωρεῖ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ. Ἐν παντὶ φυλάττει τὴν συνείδησιν αὐτοῦ καθαράν, ὅπως μὴ θλίψῃ διά τινος τὸν ἀδελφόν, μὴ λυπήσῃ τὸ ἐν αὐτῷ Ἅγιον Πνεῦμα διά τινος κακοῦ λογισμοῦ· ταπεινοῖ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως ἐκδιώκει τοὺς ἐχθροὺς ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀπ᾿ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ζητοῦν τὰς προσευχὰς αὐτοῦ.
Ὑπάρχουν μοναχοί, οἵτινες γνωρίζουν τὸν Θεόν, γνωρίζουν καὶ τὴν Θεοτόκον καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους καὶ τὸν παράδεισον· συγχρόνως δὲ οὗτοι γνωρίζουν καὶ τοὺς δαίμονας καὶ τὰ κολαστήρια τοῦ ᾅδου, καὶ γνωρίζουν ταῦτα ἐκ πείρας.
Πνεύματι Ἁγίῳ ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸν Θεόν. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δίδει, κατὰ τὸ ἐφικτὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἵνα γνωρίσῃ οὗτος, ἔτι ἐντεῦθεν, τὴν χαρὰν τοῦ παραδείσου, τὴν ὁποίαν ἄνευ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ, καὶ ἀποθνῄσκει.
Ἐκ τῆς πολυετοῦς πείρας ὁ μοναχὸς διεξάγει τὸν πόλεμον κατὰ τῶν ὑπερηφάνων ἐχθρῶν, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει καὶ σοφοῖ αὐτὸν καὶ δίδει εἰς αὐτὸν τὴν δύναμιν νὰ νικήσῃ. Ὁ σοφὸς μοναχὸς διὰ τῆς ταπεινώσεως ἀποκρούει πᾶσαν ὑψηλοφροσύνην καὶ ὑπερηφανίαν. Λέγει:
«Εἶμαι ἀνάξιος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ παραδείσου. Ἐγὼ εἶμαι ἄξιος τῶν βασάνων τοῦ ᾅδου καὶ αἰωνίως θὰ καίωμαι ἐν τῷ πυρί. Ἀληθῶς, εἶμαι χείριστος πάντων καὶ ἀνάξιος ἐλέους».
Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει νὰ σκεπτώμεθα οὕτω περὶ ἑαυτῶν. Καὶ ὁ Κύριος χαίρει δι᾿ ἡμᾶς, ὅταν ταπεινοῦμεν καὶ καταδικάζωμεν ἑαυτούς, καὶ δίδει εἰς τὴν ψυχὴν χάριν.
Ὅστις ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, οὗτος ἐνίκησε τοὺς ἐχθρούς. Ὅστις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ θεωρεῖ ἑαυτὸν ἄξιον τῆς αἰωνίου φλογός, εἰς αὐτὸν οὐδεὶς ἐχθρὸς δύναται νὰ προσεγγίσῃ, καὶ τότε ἐν τῇ ψυχῇ δὲν ὑπάρχει τόπος δι᾿ ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀλλ᾿ ὅλος ὁ νοῦς καὶ ὅλη ἡ καρδία μένουν σταθερῶς ἐν τῷ Θεῷ. Ὅστις δὲ ἐγνώρισε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἔμαθε παρ᾿ Αὐτοῦ τὴν ταπείνωσιν, οὗτος ἐγένετο ὅμοιος πρὸς τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ Ἰησοῦν Χριστόν, τὀν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.
Πάντες ἡμεῖς, οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ κυρίως οἱ μοναχοί, διεξάγομεν ἀγώνα κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Εὑρισκόμεθα ἐν πολέμῳ, καὶ ἡ μάχη ἡμῶν γίνεται καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν, καὶ ὅστις ἀγαπᾷ νὰ ἀποκόπτῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ, μένει ἄτρωτος ἐκ τοῦ ἐχθροῦ. Ἵνα νικήσῃς δὲ τελείως τὸν ἐχθρόν, πρέπει νὰ μάθῃς τὴν κατὰ Χριστὸν ταπείνωσιν.
Ἀλλ᾿ ἂς μὴ ἀπογινώσκωμεν ἑαυτούς, διότι ὁ Κύριος εἶναι ἀπείρως ἐλεήμων καὶ ἀγαπᾷ ἡμᾶς.
Ὁ Θεὸς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δίδει εἰς τὴν ψυχὴν νὰ γνωρίσῃ ποία προσευχὴ προσιδιάζει εἰς ἀρχαρίους, ποία εἶναι μέση καὶ ποία τελεία. Ἀλλὰ καὶ τὴν τελείαν προσευχὴν ὁ Κύριος δέχεται, οὐχὶ διότι ἡ ψυχὴ εἶναι τελεία, ἀλλὰ διότι Οὗτος εἶναι ἐλεήμων καὶ θέλει, ὡς φιλόστοργος μήτηρ, νὰ παρηγορήσῃ τὴν ψυχήν, ὥστε ἔτι μᾶλλον νὰ ζέῃ καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ ἀνάπαυσιν ἡμέρας καὶ νυκτός.
Ἡ καθαρὰ προσευχὴ χρῄζει ψυχικῆς εἰρήνης, ἡ δὲ εἰρήνη ἐν τῇ ψυχῇ εἶναι ἀδύνατος χωρὶς ὑπακοῆς καὶ ἐγκρατείας.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔθεσαν τὴν ὑπακοὴν ὑπὲρ τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχήν, διότι ἄνευ τῆς ὑπακοῆς ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ νομίζῃ περὶ ἑαυτοῦ ὅτι εἶναι σπουδαῖος ἀσκητὴς καὶ εὐχέτης. Ὅστις δὲ ἀπέκοψεν ἐν πᾶσι τὸ θέλημα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ γέροντος καὶ τοῦ πνευματικοῦ, οὗτος ἔχει νοῦν καθαρόν.
Ὁ ἀνυπήκοος μοναχὸς οὐδέποτε θὰ γνωρίσῃ τί ἐστιν ἡ καθαρὰ προσευχή. Ὁ ἀγέρωχος καὶ αὐθαίρετος, καὶ ἂν ἔτι ἔζῃ ἑκατὸν χρόνους ἐν τῇ Μονῇ, οὐδὲν πνευματικὸν θὰ ἐμάνθανε, διότι διὰ τῆς ἀνυπακοῆς προσβάλλει τοὺς γέροντας καὶ ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῶν τὸν Θεόν.
Οὐαὶ εἰς τὸν μοναχὸν ἐκεῖνον ὅστις δὲν ὑπακούει εἰς τοὺς γέροντας. Προτιμότερον νὰ ἔμενεν εἰς τὸν κόσμον. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ οἱ ἄνθρωποι ὑπακούουν εἰς τοὺς γονεῖς καὶ ἐκτιμοῦν τοὺς πρεσβυτέρους, ὑποτάσσονται εἰς τοὺς ἀνωτέρους καὶ εἰς τὰς ἀρχάς.
Οὐαὶ εἰς ἡμᾶς. Ὁ Κύριος, ὁ Βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἐταπείνωσεν Ἑαυτὸν καὶ ὑπετάσσετο εἰς τὴν Μητέρα Αὐτοῦ καὶ τὸν Ἅγιον Ἰωσήφ, ἡμεῖς δὲ δὲν θέλομεν νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὸν γέροντα, πνευματικὸν πατέρα, τὸν ὁποῖον ἀγαπᾷ ὁ Κύριος καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθη ἡμᾶς. Καὶ ἐὰν ὁ γέρων εἶναι δυσκόλου χαρακτῆρος, ὅπερ εἶναι διὰ τὸν ὑποτακτικὸν μέγαλη δυστυχία, ὅμως καὶ τότε ὁ ὑποτακτικὸς ὀφείλει νὰ προσεύχηται ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς τὸν Θεὸν ἐν πνεύματι ταπεινώσεως, καὶ ὁ Κύριος ὁπωσδήποτε θὰ ἐλεήσῃ καὶ τὸν ὑποτακτικὸν καὶ τὸν γέροντα αὐτοῦ
Μοναχοί τινες δυσφοροῦν καὶ εὑρίσκουν προφάσεις: ἢ ἡ ὑπακοὴ1 εἶναι δύσκολη, ἢ τὸ κελλίον εἶναι ἀκατάλληλον, ἢ ὁ Προεστὼς (ὁ Γέρων)2 ἔχει βίαιον χαρακτῆρα. Ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦν οὗτοι ὅτι οὔτε τὸ κελλίον, οὔτε τὸ διακόνημα, οὔτε ὁ Γέρων, ἀποτελοῦν τὴν πραγματικὴν αἰτίαν τῆς δυσφορίας αὐτῶν, ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ αὐτῶν εἶναι ἄρρωστος. Εἰς τὴν ὑπερήφανον ψυχὴν οὐδὲν ἀρέσκει, εἰς τὸν ταπεινὸν ἄνθρωπον ὅμως τὰ πάντα εἶναι ἀνεκτά.
Ἐὰν ὁ Προεστὼς εἶναι κακός, τότε εὔχου ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ θὰ ἔχῃς εἰρήνην ἐν τῇ καρδίᾳ. Ἐὰν τὸ κελλίον εἶναι ἀκατάλληλον ἢ τὸ διακόνημα φορτικὸν ἢ ἡ ἀσθένεια βαρεῖα, τότε λογίζου ἐν ἑαυτῷ, «ὁ Κύριος βλέπει καὶ γνωρίζει τὴν κατάστασίν μου· οὗτως ηὐδόκησεν ὁ Θεός», καὶ θὰ μένῃς εἰρηνικός. Ἐὰν ἡ ψυχὴ δὲν παραδοθῇ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὐδαμοῦ θὰ μένῃ εἰρηνική, καὶ ἐὰν εἰσέτι πολὺ νηστεύῃ καὶ προσεύχηται ἐκτενῶς. Ὅστις ἐνοχοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, διότι οὗτοι προσέβαλον αὐτόν, δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἶναι ἄρρωστος καὶ ὅτι αἱ προσβολαὶ δὲν εἶναι ἡ ἀληθινὴ αἰτία τῶν παθημάτων αὐτοῦ. Ὅστις ἐκπληροῖ τὸ ἴδιον θέλημα, οὗτος οὐδόλως εἶναι σοφός· ὅστις ὅμως εἶναι ὑπήκοος, ἐκεῖνος ταχέως προοδεύει, διότι ἀγαπᾷ αὐτὸν ὁ Κύριος. Ἐὰν εἲς τινα ὑπάρχῃ ἔστω καὶ μικρὰ χάρις Ἁγίου Πνεύματος, οὗτος ἀγαπᾶ πᾶσαν ἐξουσίαν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ χαρᾶς ὑποτάσσεται εἰς αὐτὴν πρὸς δόξαν Θεοῦ. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν τοῦτο εἶναι γνωστὸν δι᾿ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ οἱ Πατέρες ἔγραψαν περὶ τούτου.
Εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρήσωμεν τὴν ψυχικὴν εἰρήνην, ἐὰν δὲν φυλάττωμεν τὸν νοῦν. Ἐὰν θέλῃ τις νὰ ἔχῃ ψυχικὴν εἰρήνην, πρέπει νὰ εἶναι ἐγκρατής, διότι ἡ εἰρήνη φυγαδεύεται καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος ἡμῶν. Δὲν πρέπει νὰ εἶσαι περίεργος· ἀπόφευγε νὰ ἀναγινώσκῃς ἐφημερίδας ἢ κοσμικὰ βιβλία, ἅτινα ἐρημοῦν τὴν ψυχὴν καὶ φέρουν ἀκηδίαν καὶ σύγχυσιν. Μὴ κατακρίνῃς τοὺς ἄλλους, διότι πολλάκις συμβαίνει οἱ ἄνθρωποι, μὴ γνωρίζοντές τινα, νὰ κατηγοροῦν αὐτόν, ἐνῷ οὗτος κατὰ τὸν νοῦν εἶναι ὅμοιος πρὸς ἀγγέλους. Μὴ θελήσῃς νὰ γνωρίζῃς τὰς ξένας ὑποθέσεις, ἀλλὰ μόνον τὰς σεαυτοῦ. Φρόντιζε μόνον νὰ ἐμπιστεύησαι εἰς τοὺς γέροντας, καὶ τότε, ἕνεκα τῆς ὑπακοῆς, ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήσῃ διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ.
Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κοινοβίῳ ἀπομακρύνεται κυρίως, διότι δὲν ἐμάθομεν νὰ ἀγαπῶμεν τὸν ἀδελφὸν κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Ἐὰν ἀδελφός τις σὲ προσβάλῃ καὶ σὺ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δεχθῇς ἐναντίον αὐτοῦ λογισμὸν ὀργῆς ἢ κρίνῃς ἢ μισήσῃς αὐτόν, τότε θὰ αἰσθανθῇς ὅτι ἡ χάρις σὲ ἐγκατέλειψε καὶ ἡ εἰρήνη ἀπωλέσθη. Διὰ τὴν ψυχικὴν εἰρήνην ὀφείλει νὰ μάθῃ ἡ ψυχὴ νὰ ἀγαπᾷ ἐκεῖνον, ὅστις προσέβαλεν αὐτήν, καὶ εὐθὺς νὰ προσεύχηται ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν δύναται ἡ ψυχὴ νὰ ἔχῃ εἰρήνην, ἐὰν δὲν ζητῇ παρὰ τοῦ Κυρίου ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεως τὸ χάρισμα νὰ ἀγαπᾷ πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», καὶ ἡμεῖς, ἐὰν δὲν ἀγαπῶμεν τοὺς ἐχθρούς, δὲν θὰ ἔχωμεν εἰρήνην ἐν τῇ ψυχῇ. Ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ἀποκτήσωμεν ὑπακοήν, ταπείνωσιν καὶ ἀγάπην, ἄλλως πᾶσαι αἱ μεγάλαι ἀσκήσεις καὶ ἀγρυπνίαι ἡμῶν ἀποβαίνουν μάταιαι. Γέρων τις εἶδε τοιαύτην ὅρασιν: Ἄνθρωπός τις ἔχεεν ὕδωρ εἰς σκάφην τινά, ἥτις ἦτο διάτρητος εἰς τὸν πυθμένα. Προσεπάθει ἐπὶ πολὺ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ συνεχῶς διέρρεε καὶ ἡ σκάφη παρέμενε κενή. Ὁμοίως καὶ ἡμεῖς ζῶμεν ἀσκητικῶς, ἀλλὰ παραλείπομεν ἀρετήν τινα καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἡ ψυχὴ μένει κενή.
Ὦ, ἀδελφοί, ἀθληταὶ Χριστοῦ, ἂς μὴ γινώμεθα ράθυμοι εἰς τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν προσευχήν, ἀλλ᾿ ἂς μένωμεν ἀφωσιωμένοι εἰς τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα δι᾿ ὅλου τοῦ βίου ἡμῶν. Ἐγνώρισα πολλοὺς μοναχούς, οἵτινες προσῆλθον εἰς τὴν Μονὴν μετὰ καιομένης ψυχῆς, ἀλλ᾿ ὕστερον ἐγκατέλειψαν τὸν πρῶτον ζῆλον. Γνωρίζω καὶ ἄλλους, οἵτινες ἐφύλαξαν τὴν πρώτην θέρμην μέχρι τέλους.
Ἵνα τηρήσωμεν τὸν ζῆλον, πρέπει συνεχῶς νὰ ἐνθυμώμεθα τὸν Κύριον καὶ νὰ σκεπτώμεθα: «Ἔφθασε τὸ τέλος μου καὶ ὀφείλω νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πρὸς κρίσιν». Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ διαμένῃ συνεχῶς ἑτοίμη πρὸς τὸ θάνατον, τότε παύει πλέον νὰ φοβῆται αὐτόν, ἀλλ᾿ ἔρχεται εἰς μετάνοιαν καὶ ταπεινὴν προσευχήν, διὰ τῆς ὁποίας καθαίρεται ὁ νοῦς καὶ δὲν θέλγεται πλέον ὑπὸ τοῦ κόσμου καὶ ἀρχίζει ἐν πνεύματι Χριστοῦ νὰ ἀγαπᾷ τοὺς πάντας καὶ νὰ χέῃ δάκρυα, προσευχόμενος ὑπὲρ τοῦ κόσμου. Ὅταν ὅμως λάβῃς τοῦτο, γνώριζε ὅτι εἶναι δῶρον τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ὁ δὲ ἄνθρωπος μόνος ἀφ᾿ ἑαυτοῦ εἶναι μηδέν, γῆ ἁμαρτωλός.
Εἶδον ἀνθρώπους, οἵτινες ἦσαν ἐνάρετοι, ὅτε προσῆλθον εἰς τὴν Μονήν, ἀλλ᾿ ὕστερον ἐχαυνώθησαν. Εἶδον καὶ ἄλλους, οἵτινες ἦλθον διεφθαρμένοι, ὕστερον ὅμως ἐγένοντο ταπεινοὶ καὶ πρᾶοι, καὶ ἔχαιρεν ἡ ψυχὴ νὰ βλέπῃ αὐτούς.
Γνωρίζω μοναχόν τινα, ὅστις, ὅτε ἦτο νέος, παρέκαμπτε τὰ χωρία, ἵνα μὴ πέσῃ εἰς πειρασμόν, καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπεν εἰς ἐμὲ ὁ ἴδιος ὅτι ἐπὶ δύο ὥρας προσέβλεπε μετ᾿ ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας εἰς τὸν κόσμον, τὸν εὑρισκόμενον ἐπὶ τῆς γέφυρας πλοίου. Οὕτω δύναται νὰ ἀλλάξῃ ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὰ κοσμικὰ πάθη. Καὶ ὅμως οὗτος ἦτο δέκα ἑπτὰ ἐτῶν νέος, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Μονήν, ἔνθα ἔζησε μοναχὸς ἐπὶ τριάκοντα καὶ πέντε ἔτη. Ἐκ τούτου εἶναι φανερὸν ὅτι πρέπει νὰ φοβώμεθα μὴ σβεσθῇ ἐντὸς ἡμῶν ἐκεῖνο τὸ πῦρ, ὅπερ ἐνέπνευσεν ἡμᾶς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸν κόσμον διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου.
Πολλοὶ μοναχοὶ γνωρίζουν τὴν χάρην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι γλυκὺ καὶ τοσοῦτον ἀγαπητὸν εἰς τὴν ψυχήν, ὥστε, καὶ ἂν ἴδῃ ὡραίαν κόρην ὁ μοναχός, μένει ἄτρωτος ἐκ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Ὅστις ὅμως ἔχει τὴν χάριν μόνον ἐν τῇ ψυχῆ, ἐκεῖνος φοβεῖται εἰσέτι τὴν ἁμαρτίαν, ἐπειδὴ αἰσθάνεται ὅτι ἕλκουν αὐτὸν εἰσέτι τὰ πάθη καὶ ζῇ ἐντὸς αὐτοῦ ἡ ἁμαρτία.
Τινὲς ἔμαθον νὰ προσεύχωνται εὑρισκόμενοι ἐν τοῖς κινδύνοις τοῦ πολέμου, ὅπου φονεύουν μόνον τὸ σῶμα, ἡμεῖς ὅμως, οἱ μοναχοί, διεξάγομεν ἄλλον πόλεμον ἐντὸς ἡμῶν, ὅπου ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀπολεσθῇ ἡ ψυχή. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ προσευχώμεθα μετὰ μεγαλυτέρας σπουδῆς καὶ θέρμης, ὥστε ἡ ψυχὴ ἡμῶν νὰ διαμένῃ πάντοτε μετὰ τοῦ Κυρίου. Ὀφείλομεν οὐχὶ μόνον νὰ καταφεύγωμεν εἰς Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ συνεχῶς νὰ μένωμεν ἐν Αὐτῷ. Καθὼς οἱ Ἄγγελοι πάντοτε διακονοῦν τὸν Θεὸν νοερῶς, οὕτω καὶ ὁ μοναχὸς πάντοτε ὀφείλει νὰ εὑρίσκεται νοερῶς ἐν τῷ Θεῷ καὶ νὰ μελετᾷ τὸν νόμον Αὐτοῦ ἡμέρας καὶ νυκτός.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅμοιος πρὸς μέγαν, ὡραῖον κῆπον, ἐν τῷ ὁποίῳ ζῇ καὶ Αὐτὸς ὁ Κύριος καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι Αὐτοῦ: Προφῆται, Ἀπόστολοι, Ἱεράρχαι, Μάρτυρες καὶ Ὅσιοι ταπεινοὶ ἀσκηταί. Καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι συνήχθησαν θαυμαστῶς ὑπὸ τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ· καὶ ἡ ψυχὴ χαίρει δι᾿ αὐτὴν τὴν ἁγίαν, μεγάλην καὶ θαυμαστὴν Σύναξιν.
Πολλοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ γνωρίζουν καὶ νὰ βλέπουν τὸν βασιλέα, ἄνθρωπον θνητόν· ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃς τὸν Κύριον, τὸν Βασιλέα τῆς αἰωνίου δόξης, εἶναι πολυτιμότερον πάντων.
Ὦ, ἀδελφοί, μελετᾶτε ἔτι πλεῖον τὸ Εὐαγγέλιον, τὰς ἐπιστολὰς τῶν Ἀποστόλων καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Διὰ τῆς μελέτης αὐτῆς ἡ ψυχὴ θὰ γνωρίσῃ τὸν Θεόν, καὶ ὁ νοῦς τοσοῦτον ἁρπάζεται ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ὥστε ὁ κόσμος «λησμονεῖται» ἐντελῶς, ὡς νὰ μὴ ἐγεννήθη αὕτη εἰς τὸν κόσμον.
Ὁ Κύριος ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ θέλει ἵνα ἡμεῖς ἀκολουθῶμεν αὐτό. Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τούτου ὁ Κύριος διδάσκει ἡμᾶς καὶ διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ. Ἐν τούτοις οὐχὶ πάντες δύνανται νὰ ἐννοήσουν τοῦτο, εἰ μὴ μόνον σπάνιοι, οἵτινες ταπεινῶς ἀπεξεδύθησαν τὸ ἴδιον θέλημα. Ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ ἐρωτῶμεν τοὺς ἁγίους πνευματικοὺς καὶ οὗτοι θὰ ὁδηγήσουν ἡμᾶς πρὸς τὸν Χριστόν, διότι εἰς αὐτοὺς ἐδόθη ἡ χάρις τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν». Ὕπαγε εἰς τὸν πνευματικὸν μετὰ πίστεως καὶ θὰ λάβῃς τὸν παράδεισον.
Εἶναι καλὸν εἰς τὸν μοναχὸν νὰ εἶναι ὑπήκοος καὶ νὰ ἐξομολογῆται καθαρῶς, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ὁ πνευματικὸς ὁποίας σκέψεις ἀγαπᾷ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ. Ὁ τοιοῦτος μοναχὸς πάντοτε θὰ ἔχῃ εἰρήνην ἐν τῷ Θεῷ, καὶ ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ θὰ γεννῶνται θεῖοι λογισμοί, καὶ ὁ νοῦς αὐτοῦ θὰ φωτίζηται ὑπὸ τῆς χάριτος, ἡ δὲ καρδία αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀναπεπαυμένη ἐν τῷ Θεῷ.
Ζῇ τοιοῦτος μοναχὸς ἐπὶ τῆς γῆς ἐν μέσῳ σκανδάλων καὶ παντοίων πειρασμῶν, ἀλλ᾿ οὐδὲν φοβεῖται, διότι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐστερεώθη ἐν τῷ Θεῷ καὶ ἠγάπησεν Αὐτόν, καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ ὅλη εἶναι πῶς νὰ ταπεινώσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, διότι ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τὴν ταπεινὴν ψυχὴν καὶ ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διότι ἔχει Αὐτὸν τὸν Κύριον Διδάσκαλον αὐτῆς.
Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν ὑπάρχουν πολλοὶ ἀσκηταί, οἵτινες εἶναι εὐάρεστοι εἰς τὸν Θεόν, ἂν καὶ δὲν θαυματουργοῦν φανερῶς.
Ἀλλ᾿ ἰδοὺ τὸ θαῦμα, ὅπερ εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν. Ἐὰν ἡ ψυχή σου ταπεινωθῇ, ὅπως πρέπει, τότε ὁ Ἐλεήμων Κύριος θὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν χαρὰν μεγάλην καὶ κατάνυξιν. Ἐὰν ὅμως ἡ ψυχή σου κλίνῃ ὀλίγον εἰς τὴν ὑπερηφάνιαν, ἐμπίπτει τότε εἰς ἀκηδίαν καὶ σκοτισμόν. Περὶ τούτου ὅμως γνωρίζουν μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐμμένουν εἰς τὴν ἄσκησιν.
Ἐὰν ἦλθες εἰς τὴν Μονὴν μετ᾿ ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον, ἔστω καὶ οὐχὶ μεγάλης, καὶ λογίζησαι ὅτι ὁ Κύριος σὲ ὁδήγησεν ἐνταῦθα καὶ Αὐτὸς κατευθύνει τοὺς γέροντάς σου, τότε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ σκηνώσῃ ἐντός σου καὶ ὁ Κύριος θὰ δώσῃ εἰς σὲ εἰρήνην καὶ διάκρισιν τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, καὶ ἡ ψυχή σου θὰ διώκῃ τὸ ἀγαθὸν ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν, διότι ἐτέρφθη ἐν τῶ νόμῳ τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν εἰσῆλθες εἰς τὸ Κοινόβιον, ἀνδρίζου καὶ ἂς μὴ ταράττηται ἡ ψυχή σου.
Ἐὰν διακονῇς εἰς τὸν ξενῶνα, ὁμοίαζε πρὸς τὸν Ἀβραάμ, ὅστις ἠξιώθη νὰ φιλοξενήσῃ τοὺς τρεῖς θαυμαστοὺς Ὁδοιπόρους. Ταπεινῶς καὶ μετὰ χαρᾶς ὑπηρέτει πατέρας καὶ ἀδελφοὺς καὶ προσκυνητάς, καὶ θὰ λάβῃς Ἀβραμιαίαν ἀμοιβήν.
Ἐὰν εἶσαι εἰς ἐργασίας μεταξὺ ἀδελφῶν καὶ ὑπομένῃς τὰ τυχὸν σκάνδαλα, τότε ὁμοίαζε πρὸς τοὺς διὰ Χριστὸν σαλούς. Ἐκεῖνοι προσηύχοντο δι᾿ ὅσους ὕβριζον αὐτούς, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἦτο εὔκολον εἰς αὐτοὺς νὰ ζοῦν μετὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ὑποφέρουν παντοίας θλίψεις.
Ἐὰν τελῇς διακόνημα τι, ἔστω καὶ ἂν διὰ τοῦ νοὸς διασκορπίζησαὶ ποτε, ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων πρὸς σέ. Ὁ δὲ παρήκοος μόνος ἀποδιώκει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν πάλιν ἡσυχάζῃς ἐντὸς κελλίου, τότε μιμοῦ τὴν ἡσυχίαν Ἀρσενίου τοῦ Μεγάλου, ἵνα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατευθύνῃ τὸ πλοῖον τῆς ψυχῆς σου.
Ἐὰν τυχὸν ἀποκάμῃς, ἐνθυμοῦ τοὺς ἐλεητικοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «Δεῦτε πρός Με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια´ 28). Τὴν ἀνάπαυσιν αὐτὴν λαμβάνει ἡ ψυχὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίω διὰ τὴν μετάνοιαν.
Ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τὴν ψυχήν, ἥτις ἀναζητεῖ Αὐτὸν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, διότι Αὐτὸς εἶπε: «Τοὺς Ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ Ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν» (Παρ. η´ 17). Καὶ ἡ χάρις αὕτη μετὰ δακρύων ἕλκει τὴν ψυχὴν εἰς ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ.
Σημειώσεις:
1. Εἰς τὴν δεδομένην περίπτωσιν ὑπὸ τὸν ὅρον «ὑπακοὴ» δηλοῦται ἡ ἐργασία ἢ τὸ διακόνημα τὸ ἀνατεθὲν εἰς τὸν μοναχόν.
2. Ἡ ὀνομασία «Γέρων» (Στάρετς) ἐν τῆ ρωσικῇ ἐκκλησιαστικῇ συνειδήσει κατ᾿ ἐξοχὴν χρησιμοποιεῖται ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀσκητάς, οἵτινες διῆλθον μακρὰν δοκιμήν, ἐγνώρισαν διὰ πείρας τὴν πνευματικὴν πάλην, ἀπέκτησαν διὰ πολλῶν ἀγώνων τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως καὶ εἶναι ἱκανοὶ διὰ τῆς προσευχῆς νὰ συλλάβουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ περὶ τοῦ ἀνθρώπου, τουτέστι κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον βαθμὸν ἔλαβον τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητος, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύνανται νὰ χειραγωγοῦν πνευματικῶς τοὺς προστρέχοντας εἰς αὐτούς.
Ἐν τῷ Ἄθῳ ὁ ὅρος «Γέρων», ὡς τιμητικὴ ὀνομασία, ἔλαβε καὶ ἄλλας, οὕτως εἰπεῖν, τοπικὰς σημασίας. Ἐν τῶ Ρωσικῷ Κοινοβίῳ τῆς Σκήτης τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ὀνομάζουν Γέροντα τὸν Ἡγούμενον. Εἰς τὰ «Κελλία» Γέροντα ἀποκαλοῦν τὸν προεστῶτα τοῦ Κελλίου (μικροῦ οἰκήματος ἐξαρτωμένου ἔκ τινος Μονῆς). Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ τῆς Συνάξεως τῶν Γερόντων καλοῦνται «Γέροντες». Συχνάκις Γέροντα ὀνομάζουν ἐν γένει ἡλικιωμένον ἀσκητὴν μοναχόν.
Ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος οἱ ὑποτασσόμενοι μοναχοὶ εἰς ἔνδειξιν σεβασμοῦ Γέροντα ἀποκαλοῦν τὸν ὑπεύθυνον αὐτῶν, τουτέστι τὸν γεροντότερον, τὸν διευθύνοντα τὸ μοναστηριακὸν διακόνημα ἢ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἐτάχθη ὁ μοναχός. Σὺν τῷ χρόνῳ ἡ τιμητικὴ αὕτη ὀνομασία ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Μονῇ διὰ τοὺς ὑπευθύνους τῶν ἐργαστηρίων ἢ τῶν διακονημάτων.
Ὁ Γέρων Σιλουανὸς εἰς τὴν δεδομένην περίπτωσιν ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν τὴν τελευταίαν ταύτην, τοπικήν, μοναστηριακὴν σημασίαν τοῦ ὅρου.
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938)
Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου
Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ρωσικά
Ἔκδ. Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου,
Ἔσσεξ Ἀγγλίας.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Τα δύο είδη ταπεινώσεως: Η άκτιστη-Θεία και η κτιστή-ασκητική

Τα δύο είδη ταπεινώσεως: Η άκτιστη-Θεία και η κτιστή-ασκητική
11 Απριλίου 2013
Θρησκεία / Θεολογία    Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή να ταπεινωθούμε, για να ομοιάσουμε προς Αυτόν. Η ταπείνωση, σε αντίθεση με την υπερηφάνεια, ανοίγει την καρδιά με κίνηση αγάπης προς όλη την κτίση· κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ευτυχής βλέποντας τους άλλους σε δόξα. Καθιστά τον άνθρωπο αληθινά θεοειδή. Ελκύει σε αυτόν το Άκτιστο Φως του Θεού. Εμπνέει τη δίψα να ομοιωθεί με Αυτόν σε όλα τα επίπεδα. Κάποια χροιά της ταπεινώσεως της Θείας αγάπης έχει η αγάπη της μητέρας προς το παιδί της. Αυτή υπηρετεί το βρέφος, υποδουλώνει τον εαυτό της, χωρίς να αισθάνεται καμία εξουδένωση. Έτσι και στην αγάπη του Χριστού δεν υπήρξε εξουδένωση, όταν Αυτός, δίνοντάς μας υπόδειγμα, ένιψε τα πόδια των Αποστόλων κατά τον Μυστικό Δείπνο. Η αγάπη του Χριστού θέλει να υπηρετήσει τους «μικρούς» και αδυνάτους του αιώνος αυτού.
Δεν θα μας έδινε ο Κύριος την εντολή, «μη καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτων» (Ματθ. 18,10), αν ο Ίδιος δεν ενεργούσε με αυτό τον τρόπο. Η γνήσια πνευματική αγάπη ασπάζεται τον τόπο όπου στάθηκαν τα πόδια του Χριστού, που μας χάρισε την ουράνια αυτή κατάσταση. Η αγάπη του Χριστού, ως φορέας της αιωνιότητος που δεν γνωρίζει θάνατο, παραδίδεται στην υπηρεσία ή ακόμη και στην καταδαπάνησή της για τους άλλους.
Αυτό το Φως της αιωνιότητος είναι βεβαίως καθαρή δωρεά. Εμείς τίποτε δεν έχουμε «ως μη λαβόντες» (βλ. Α’ Κορ. 4,7). Ωστόσο το καθαρό αυτό δώρο αφομοιώνεται από μας με δύσκολο αγώνα, με τη σταύρωση μας. Και αυτό, για να μπορέσει ο Κύριος κατά την έσχατη κρίση να μας αποδώσει εκείνο που ο Ίδιος πραγματοποίησε μέσα μας με τον ερχομό Του.
Από την άλλη πλευρά δεν μπορώ να συναισθανθώ τον εαυτό μου ελεύθερο στην πράξη της αγάπης, αν η αγάπη ήταν μόνο ευχαρίστηση. Όταν είμαι «σταυρωμένος», τότε έχω την τόλμη να πω στον Πατέρα: «Σε αγαπώ», και η καρδιά γνωρίζει ότι η αγάπη αυτή είναι αληθινή και αγία. Έτσι ο Θεός ζητά αφορμή να καταγράψει σε μας κάθε καλή μας ενέργεια· εμείς όμως όλα τα αποδίδουμε σε Εκείνον. Επειδή δεν βρίσκουμε μέσα μας τίποτε άξιο της αιώνιας Βασιλείας, γινόμαστε κληρονόμοι και κάτοχοι της στην πληρότητα.
Ο Γέροντας Σιλουανός πριν από τη μακαρία λήξη του είπε: «Δεν ταπεινώθηκα ακόμη». Στις γραφές του Γέροντα χωρίς κόπο βρίσκουμε δύο είδη ταπεινώσεως: την ασκητική και τη θεία. Από ασκητική άποψη η ταπείνωση εκδηλώνεται με τη συναίσθηση του εαυτού μας ως «χειρίστου πάντων». Η Θεία όμως ταπείνωση δεν επιδέχεται σύγκριση. Είναι οντολογικό κατηγόρημα της Θείας Αγάπης. Η Αγάπη αυτή είναι απλή, χωρίς ίχνος υπερηφάνειας ή έπαρσης. Ο Θεός είναι ταπεινός· αντίθετος στην υπερηφάνεια. «Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. 4,8), ενώ η υπερηφάνεια αντιτάσσεται στην αληθινή αγάπη. Η ταπείνωση του Θεού έγκειται στο ότι Αυτός παραδίδει τον Εαυτό Του χωρίς όρια, σε όλη την πληρότητά Του. Αναφέρεται στη Γραφή: «Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιωάν. 4,6· Α’ Πέτρ. 5,5). «Αντιτάσσεται» σημαίνει δεν δέχεται αιώνια ένωση με τους υπερηφάνους· τους αφήνει να βασανίζονται στην υπερήφανη απομόνωσή τους, στην χωρίς αγάπη αποκοπή τους από τον Θεό και τα άλλα λογικά κτίσματα.
Λέγοντας ότι «ακόμη δεν ταπεινώθηκα» ο Γέροντας είχε υπ’ όψιν του τη Θεία «απερίγραπτη ταπείνωση», που γνώρισε κατά την εμφάνιση του Χριστού σε αυτόν. «Ακόμη δεν ταπεινώθηκα» σημαίνει, γνώρισα την ταπείνωση «Πνεύματι Αγίω», αλλά δεν μπόρεσα να την αποκτήσω στην πληρότητα.
Η αυτοεξουδένωση του Γέροντα δεν πρέπει να μας αποκρύπτει εκείνο που ο ίδιος έλεγε: «Αν κρατούσε ακόμη μία στιγμή η όραση (του Ζώντος Χριστού), θα πέθαινα». Συνεπώς, δεν μπορεί ο άνθρωπος «να αποκτήσει την ταπείνωση αυτή» και να παραμείνει ζωντανός. Θυμάμαι ότι κάποτε ο Γέροντας μου είπε: «Η γήινη φύση μας δεν αντέχει την τέλεια χάρη … Είναι ευκολότερο να κρατήσει κάποιος με γυμνά χέρια αναμμένα κάρβουνα, παρά να βαστάξει το ουράνιο αυτό πυρ». Το πυρ αυτό καταβροχθίζει όλα εκείνα, που ούτως ή άλλως υπόκεινται στη φθορά: «Σαρξ και αίμα Βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύνανται, ουδέ η φθορά την αφθαρσίαν κληρονομεί» (Α’ Κορ. 15,50). Είναι απαραίτητη η μεταποίησή της σε άλλο, σε πνευματικό σώμα, όμοιο με το Σώμα του αναστάντος Χριστού, όπου «θάνατος ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6,9).
Η χριστιανική ασκητική πράξη έχει κενωτικό χαρακτήρα. Η δική μας «κένωση» (αυτοελάττωση) στη δεδομένη κατάσταση είναι απαραίτητη εξαιτίας της πτώσεως μας στην υπερηφάνεια. Για τη δική μας όμως σωτηρία ο Θεός προχωρεί ασυγκρίτως μακρύτερα· εμείς ποτέ δεν Τον φτάνουμε στην αυτοσμίκρυνσή Του. Σε Αυτόν ως Απόλυτο είναι χαρακτηριστικό σε όλα να προχωρεί στο άπειρο, όπου εμείς δεν τολμάμε να πάμε. Η Λειτουργία μας συνδέεται με τις κοσμοσωτήριες πράξεις του Χριστού. Με το αγιότατο αυτό μυστήριο μαθαίνουμε να ζούμε τον αιώνιο χαρακτήρα της «κενώσεως» του Λόγου του Πατρός. Την κένωση του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού είναι δυνατόν να συλλογιστούμε θεολογικά, παραμένοντας στα όρια της Προς Φιλιππησίους Επιστολής (2,4-11)· επιτρέπεται όμως επίσης να προχωρήσουμε πέρα από τα όρια αυτά στη θεωρία μας για τον Ίδιο τον Θεό, δηλαδή στο άναρχο Είναι Του.
Κένωση επίσης διαπιστώνουμε στο ότι ο Δημιουργός όλης της κτίσεως προσέλαβε το «ομοίωμα» του κτιστού και τη «μορφήν δούλου»: σάρκωση-Θεανθρώπινη. Τον γνωρίζουμε ως πραγματικό άνθρωπο, αν και δεν έπαυσε να είναι Θεός. Απορρίπτουμε την επικίνδυνη ιδέα του «δοκητισμού». Είναι αληθινά Θεάνθρωπος. Κατά την Ανάληψή Του δεν παρατηρήθηκε φαινόμενο «αποσαρκώσεως».
Συνεπώς, η κένωση δεν τελείωσε στον Σταυρό, ούτε στον Τάφο και την Κάθοδο στον άδη, ούτε στην Ανάσταση και την Ανάληψή Του. Δεν πρέπει να Τον εννοήσουμε μόνο στα όρια αυτά, αλλά να δούμε την «κένωση» και στο ότι Αυτός, ως Φορέας του ιδίου Είναι με το Είναι που έχει ο Πατέρας, δηλαδή ίσος προς τον Πατέρα, Αυτός παραδίδει τα πάντα στον Πατέρα Του. Από αυτό παρατηρούμε ότι και ο Πατέρας στην προαιώνια Γέννηση του Υιού εξέχεε όλο το πλήρωμά Του, εναποθέτοντάς το στον Γεννώμενο: Πατρική Κένωση. Στον Θεό λοιπόν της Αγάπης είναι χαρακτηριστική η απολυτότητά της. Με ακατάληπτο για μας τρόπο συνδυάζονται στον Θεό δύο ακρότητες: από τη μία η πληρότητα του Είναι και από την άλλη η πληρότητα της αυτοσμικρύνσεως-ταπεινώσεως. Ο Θεός μας είναι απόλυτος σε όλες τις κινήσεις Του: απόλυτος στο «μεγάλο», αλλά και άπειρος στο «μικρό».
Μας αποκαλύφθηκε η άπειρη Αγάπη στην ενότητά της με την εξίσου άπειρη Ταπείνωση. Στην ταπείνωση υπάρχει το μεγαλείο. Επειδή ο Χριστός ταπείνωσε τον Εαυτό Του, Του δόθηκε όνομα, επάνω από κάθε άλλο όνομα: «Πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14,11). Και οι πατέρες μας πίστευαν ότι, αν μόνη η υπερηφάνεια αρκούσε για την πτώση, τότε δεν αρκεί άραγε για τη σωτηρία και μόνη η ταπείνωση;
(Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Το μυστήριο της Χριστιανικής ζωής, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, 2010 σ. 399- 403).

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Παραλληλισμοί μεταξύ γάμου και μοναχισμού. Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

 

Παραλληλισμοί μεταξύ γάμου και μοναχισμού. Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ


Δεν μπορώ να πω ότι χρειάστηκε να περάσω από την εμπειρία της «αποταγής», όταν αποφάσισα να ακολουθήσω τον μοναχισμό. Όταν άφηνα τον «κόσμο», δεν δοκίμασα εσωτερική πάλη με τον εαυτό μου, δηλαδή δυσκολία να αρνηθώ κάτι που με τραβούσε στην κοσμική ζωή.

Τίποτε δεν απέρριπτα ούτε υποτιμούσα. Πήγα στο μοναστήρι, γιατί μου ήταν πνευματικά απαραίτητο να βρω μια τέτοια μορφή ζωής, στην οποία θα μπορούσα να δοθώ στον Θεό ολοκληρωτικά, δηλαδή με όλες τις σκέψεις, όλη την καρδιά, όλες τις φυσικές και ψυχικές δυνάμεις του είναι μου.
Ωστόσο, αυτό δεν απέκλεισε κάποια περίοδο οδυνηρής πάλης ανάμεσα στην προσευχή και την εμπαθή αγάπη μου προς τη ζωγραφική.
Η τέχνη ήταν για μένα η οδός προς τη γνώση του είναι. Έτσι αντιλαμβανόμουν την τέχνη, έτσι την ζούσα· με διεκδικούσε ολόκληρο, ακόμη και περισσότερο από «ολόκληρο». Χωρίς την πλήρη παράδοση του εαυτού μας στην τέχνη, αυτή δεν γίνεται ποτέ γνήσια, δηλαδή δεν μπορεί να οδηγήσει τον θεράποντά της πέρα από τα όρια του χρόνου και του χώρου.
 Αυθεντικά καλλιτεχνικό έργο είναι μόνο εκείνο, που φέρει μέσα του στοιχεία του αιωνίου· έξω από αυτό παραμένει μόνο «διακοσμητικό» αντικείμενο των σπιτιών μας.
Η σκέψη για το αιώνιο με συνόδευε από τα παιδικά μου χρόνια. Η προσευχή, βαθαίνοντας μέσα μου, με οδηγούσε με μεγαλύτερη δύναμη στην ψηλάφηση της αιωνιότητας. Και αύτη νίκησε.

Αργότερα ο μοναχισμός έθεσε το πρόβλημα του «προσώπου». Γνωρίζουμε από την παγκόσμια λογοτεχνία ότι η ένωση δύο προσώπων στον γάμο, όταν αύτη φέρει περισσότερο ή λιγότερο τέλειο χαρακτήρα προσωπικής αγάπης, δίνει στους ανθρώπους την εμπειρία κάποιας «αιωνιότητας», δηλαδή εξωχρονικότητας διανοίξεως πέρα από το στενό πλαίσιο της ατομικής υπάρξεως.
Όσοι πέρασαν από την εμπειρία αυτή δοκίμασαν ενθουσιασμό, θαυμασμό. Από αυτό κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο γάμος είναι «μυστήριο» καθεαυτό: υπερνίκηση του εγωισμού, συνένωση των δύο σε «ενότητα».
Έτσι, ένας θεολόγος στο Παρίσι έφθασε και ως το σημείο να ισχυρίζεται ότι, έξω από την εμπειρία αυτού του είδους, είναι αδύνατον να συλλάβει κάποιος το δόγμα για την ενότητα της Αγίας Τριάδος.

Δεν ισχυρίζομαι καθόλου ότι τα γνωρίζω όλα. Εξαιτίας των συνθηκών της επίγειας υπάρξεώς μας, κανένας δεν μπορεί να τα βιώσει «όλα» στην προσωπική του ζωή. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την αναγκαιότητα επιλογής αποφάσεως, οπωσδήποτε κατηγορηματικής.
Σε αυτό μάς βοηθά τόσο η παρατήρηση της ζωής των ανθρώπων που μάς περιβάλλουν και που στη συντριπτική πλειονότητα τους φέρουν μέσα τους τη σφραγίδα του κενού, της απογοητεύσεως, όσο και η διείσδυση στα γεγονότα του είναι μέσω της προσευχής.
 Είναι αδύνατον να αποσπάσουμε από την ψυχή την ελπίδα σε κάτι καλύτερο γι’ αυτή την ίδια. Με τη φαντασία σχεδιάζουμε θαυμάσιο πίνακα αρμονικού γάμου. Στην περίπτωσή μου όμως νίκησε η προσευχή.
Σε αυτή διανοίγεται το «πρόσωπο» ασυγκρίτως βαθύτερα από όσο στη συνένωση δύο αγαπημένων προσώπων. Η προσευχή πρόσωπο με Πρόσωπο του Θεού εισάγει το πνεύμα του ανθρώπου στη γεμάτη από ιδιαίτερη αγάπη και θαυμαστή ειρήνη περιοχή του Ακτίστου Φωτός.
 Επίσης η προσευχή για όλο τον κόσμο, για όλη την ανθρωπότητα, μας αποκαλύπτει νέες σφαίρες του είναι. Την εμπειρία αυτή δεν την παρέχει ο γάμος.

Κάθε γνήσια ανθρώπινη συνάντηση αντανακλά μέσα της την ομορφιά της κοσμικής ζωής. Ο κάθε άνθρωπος περιμένει από μας την πληρότητα της προσοχής μας απέναντί του. Παρ’ όλη όμως τη χαρά που προσελκύει η συνάντηση με ζωντανό πρόσωπο, στην προσευχή για όλο τον κόσμο η ψυχή διαβλέπει το μεγαλείο της πάγκοινης πραγματικότητος και δεν μπορεί πλέον να αφήσει τους ορίζοντες που διανοίχθηκαν μπροστά της.
Είναι υπέροχο πράγμα να αγαπάς κάποιο πολύτιμο για σένα πρόσωπο. Αλλά να προσεύχεσαι είναι κάτι περισσότερο. Για να επιτύχουμε την αδιάλειπτη προσευχή, για την οποία μάς δόθηκε εντολή (βλ. Εφεσ. 6,18· Α’ Θεσ. 5,17), είναι απαραίτητο να οργανώσουμε τη ζωή μας με τέτοιον τρόπο, ώστε όλη αυτή να γίνει ενιαία, αδιάλειπτη πράξη παραστάσεως ενώπιον του Μεγάλου Θεού με επίκεντρο την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
Η ιστορική πείρα κατέδειξε ότι ο καλύτερος τρόπος για τον άγιο αυτό σκοπό είναι ο μοναχισμός. Η απουσία ευθυνών για την προστασία οποιουδήποτε, είτε πρόκειται για γυναίκα είτε για παιδιά και τα όμοια, δίνει στον μοναχό την ελευθερία να διακινδυνεύσει όλη τη ζωή του στον αγώνα της νηστείας, της αγρυπνίας, της λήθης για τις φυσικές ανάγκες του: διατροφής, ενδυμασίας, ανέσεων κλπ.
Ο νους του μοναχού είναι ελεύθερος να παραμείνει απερίσπαστα στη μνήμη του Θεού. Κινείται φυσιολογικά στη σφαίρα της καθαρής προσευχής.
 Δοκιμάζει την επαφή με τη ζώσα αιωνιότητα. Κατοπτεύει το Άκτιστο Φως, που εκπορεύεται από το Πρόσωπο του Θεού. Αναπνέει το άρωμα της Αγάπης, που κατέρχεται άνωθεν.

Όταν μετά από πραγματικά ευλογημένο γάμο -όχι σύντομο ούτε απλώς σαρκικό, αλλά με βαθειά προσωπική αγάπη-, κάποιος από τους συζύγους πεθαίνει αφήνοντας τον άλλο μόνο, τότε αυτός που μένει αισθάνεται τον εαυτό του χαμένο, διαλυμένο, «μισό».
Ο κόσμος γι’ αυτόν αδειάζει. Και μόνο μερικοί με φλογερή προσευχή υπερνίκησαν τη μοναξιά τους, βγήκαν στην ελευθερία για καλύτερη ανάβαση προς τον ουρανό. Συνεπώς, ο γάμος, ακόμη και στην καλύτερή του μορφή, ενέχει τον κίνδυνο της στενώσεως της ανθρωπινής προσωπικότητος. Ο μοναχισμός προφυλάσσει από παρόμοια υποβάθμιση.
Η ακατάπαυστη στροφή προς τον Ουράνιο Πατέρα, χωρίς την ανάγκη για επικοινωνία στα χαμηλότερα επίπεδα της υπάρξεώς μας, πλαταίνει την καρδιά του μοναχού για την πρόσληψη της κοσμικής ζωής, που δεν μπορεί να του αφαιρεθεί με τον φυσικό θάνατο.
 Το πρόσωπό του αναπτύσσεται και προσλαμβάνει χαρακτήρα χριστοειδούς παγκοσμιότητας. Στον μοναχό δίνεται άνωθεν να αισθανθεί τους λόγους του Κυρίου, την ανταύγεια του Άναρχου Είναι. Ο ίδιος ο Πατέρας έδωσε τους λόγους στον Υιό Του, και ο Υιός τους μετέδωσε στους ανθρώπους.

(Αρχιμ. Σωφρονίου(Σαχάρωφ), «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», σ.395-398. Έκδοση Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου-Έσσεξ)


pemptousia.gr

ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ - ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ

ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ: Ὁ Θεός ... ἠξίωσεν ἐμέ τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Αὐτοῦ Φωτός. Ὁ Χριστός ἐγένετο ἡ ζωή μου.

Γράφτηκε από τον/την Administrator on .
Swfronios9
Πολλάκις ἐμνήσθην τοῦ Προφήτου Μωϋσέως, ὅστις, μετά τήν Ἀποκάλυψιν παρά «τῇ ἀφλέκτῳ βάτῳ», ἀπεστάλη εἰς Αἴγυπτον καί ἐπί τεσσαράκοντα ἔτη κατεπονεῖτο ἐν τῷ βορβόρῳ εὐτελῶν παθῶν ἀνθρώπων, τούς ὁποίους ὤφειλε νά σώση, καίτοι οἱ ἴδιοι δέν ἐπεζήτουν τήν ἑαυτῶν σωτηρίαν.
Βεβαίως, ὁμιλῶν οὕτως, δέν ἐπιχειρῶ νά ἐξισώσω ἐμαυτόν πρός τούς Προφήτας ἤ τούς Ἀποστόλους ἤ τούς Πατέρας, ἀλλά διακρίνω μόνον μικρᾶν τινά δόσιν ἀναλογίας, ἄνευ τῆς ὁποίας θά ἦτο ἀδύνατον νά προσανατολισθῶμεν ἐν τῇ πορείᾳ ἠμῶν.
Ὁ Θεός ἐν τῇ ἀμέτρῳ Αὐτοῦ ταπεινώσει δέν ἀπεδοκίμασεν, ἀλλ' ἠξίωσεν ἐμέ τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Αὐτοῦ Φωτός. Ὁ Χριστός ἐγένετο ἡ ζωή μου. Ἠγάπησα Αὐτόν καί οὐδένα δύναμαι νά διανοηθῶ ἱκανόν νά συγκριθῶ πρός Αὐτόν. Εἶναι δι' ἐμέ ὁ μόνος Κύριος καί Θεός. Σχεδόν ἀκαταπαύστως φέρω ἐν τῇ καρδίᾳ μου πόνον, φοβούμενος μή τυχόν ἀπολέσω τήν εὐσπλαγχνίαν Αὐτοῦ διά τό πλῆθος τῶν ἀντιστάσεών μου. Ἐν τούτοις, οὐχί ἄνευ πάλης μετ' Αὐτοῦ, οὐχί ἄνευ πολυαρίθμων ἀποπειρῶν νά παρεκκλίνω ἀπό τοῦ σταυροῦ Αὐτοῦ, ἀσπάζομαι τόν σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, καί τρόπον τινά αἴρω τόν δοθέντα εἰς ἐμέ σταυρόν, τόν σταυρόν μου (βλ. Μaτθ. ιστ' 24).
Καί νῦν εὐλογῶ τόν Θεόν μου, Ὅστις ηὐδόκησε νά ἀναγεννηθῶ ἐν φλογερᾷ μετανοία.
[ΠΗΓΗ: "ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ", σ.74 - ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΖΑΧΑΡΩΦ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ].

Αχ Κύριε…μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι..

Αχ Κύριε…μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι..‏

Δημοσιεύθηκε: 23 Νοεμβρίου 2012 Κατηγορίες: Γέρ. Σωφρόνιος 'Εσσεξ
Έτσι λοιπόν, μην ανησυχείς για την ανικανότητά σου να συγκεντρωθείς, όταν στέκεσαι στην προσευχή. Κράτησε πριν απ’ όλα τη μνήμη του Θεού και την ειρήνη της καρδιάς. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για σένα, εφόσον δεν το κατέχεις ισχυρά. Πρόσεχε, μη δαπανάς χωρίς όφελος τις λίγες σωματικές σου δυνάμεις.
Για να βρεις τον σωστό δρόμο, είναι καλύτερο απ’ όλα να το ζητήσεις από τον ίδιο τον Θεό στην προσευχή:
«Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξε με τα πάντα. Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου. Δίδαξέ με να Σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες. Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο Ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου.
Ναι, ακόμη και για μένα, γιατί Εσύ κανέναν δεν ξέχασες και κανέναν δεν έπλασες για απώλεια. Εγώ με αφροσύνη εκδαπάνησα τις δυνάμεις που μου έδωσες, αλλά τώρα, στο τέλος της ζωής μου, διόρθωσέ τα όλα Εσύ ο ίδιος, και ο ίδιος δίδαξε με τα πάντα.
Αλλά έτσι, ώστε πραγματικά το θέλημά Σου να πραγματοποιηθεί στη ζωή μου, είτε εγώ το καταλαβαίνω είτε δεν το καταλαβαίνω μέχρι καιρού. Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι. αλλά πριν παραδοθώ στον ύπνο του θανάτου, δώσε σε μένα την ανάξια να δω το Φως Σου, ω Φως του κόσμου».
Κι έτσι, με δικά σου λόγια, να προσεύχεσαι για όλα με τον ίδιο τρόπο. Θα περάσει κάποιος χρόνος και η δύναμη των λόγων αυτών θα εισχωρήσει στο εσωτερικό της υπάρξεώς σου, και τότε θα ρεύσει αυτομάτως ζωή, όπως ακριβώς θέλει ο Κύριος. Κρίνοντας όμως εξωτερικά δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τίποτε.
Αλήθεια, όλο το νόημα της ζωής βρίσκεται στο να ζει ο νους και η καρδιά μας με τον Θεό· να γίνει ο Θεός η ζωή μας. Αυτό και μόνο ο ίδιος ζητά. Γι’ αυτό και δημιουργηθήκαμε, για να ζήσουμε τη ζωή Του, και μάλιστα σε όλη την απειρότητά της. Ο λόγος αυτός μπορεί να μας τρομάζει όταν βλέπουμε την τωρινή οικτρή κατάστασή μας, αλλά έτσι είναι, και δεν πρέπει να χάσουμε την πίστη αυτή. Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους είναι να υποβιβάσουμε και να μειώσουμε την ιδέα του Θεού για τον άνθρωπο. Το κάθε πάθημά μας, ακόμη και το άδικο, το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει και συμπάσχει μαζί μας. Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε “προσωπικές” σχέσεις μαζί Του, σχεδόν “ανθρώπινες”.Ελπίζω ότι με αντιλαμβάνεσαι. Καταλαβαίνεις ότι με τον όρο αυτό εννοώ τον εσωτερικό, ενδόμυχο σύνδεσμο με τον Θεό. Γιατί ο όλος άνθρωπος κλήθηκε για τη ζωή εν Αυτώ, δηλαδή όχι μόνο η ανώτερη ικανότητά του για θεωρία, το “πνεύμα”, αλλά και τα αισθήματα, η ψυχή, ακόμη και το σώμα. Να ακόμη μία προσευχή:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Μονογενές Υιέ του Ανάρχου Σου Πατρός, διάνοιξε τους οφθαλμούς της εσκοτισμένης ψυχής μου, για να δω συνετά Εσένα, τον Δημιουργό και Θεό μου.
»Σε παρακαλώ: Μη με απορρίψεις από το Πρόσωπό Σου, αλλά, παραβλέποντας όλη την αθλιότητά μου, όλην την ταπεινότητά μου, φανέρωσε μου το Φως Σου, ω Φως του κόσμου, και δος μου να γνωρίσω την αγάπη Σου προς τον άνθρωπο.
»Ω, γλυκύτατε Χριστέ, που εξαπέστειλες από τον Πατέρα στους αγίους μαθητές και Αποστόλους Σου το Πνεύμα το Άγιο, αυτό, Αγαθέ, κατάπεμψε και σε μας τους αναξίους και έτσι δίδαξέ μας τη γνώση Σου και φανέρωσέ μας τις οδούς της σωτηρίας Σου.
»Λάμψε σε μένα, ο Θεός, ο Θεός μου, το Φως Σου το αληθινό, για να δω και εγώ στο Φως Σου τη Δόξα Σου ως Μονογενούς παρά Πατρός, και να μορφωθεί μέσα μου η Εικόνα Σου η ακατάληπτη, σύμφωνα με την οποία δημιούργησες κατ’ αρχάς τον άνθρωπο.
»Ω, ο Θεός, ο Σωτήρας μου, το Φως του νου μου και το κραταίωμα της ψυχής μου, ας σκηνώσει σε μένα η αγαθό­τητά Σου, για να παραμένω και εγώ αδιάλειπτα σε Σένα, φέροντας παντοτινά μέσα μου το Πνεύμα Σου το Άγιο, ώστε να δώσει σε μένα να ομοιωθώ μαζί Σου, τον μόνο Κύριο μου, όπως ομοιώθηκαν μαζί Σου όλοι οι ανά τους αιώνες άγιοί Σου.
»Ναι, Κύριε Ιησού Χριστέ, κατά την αμετάθετη επαγγελία Σου, έλα μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο και σκήνωσε μέσα μου».
Αρχιμ. Σωφρονίου
«Γράμματα στη Ρωσία». Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ-Αγγλίας, 2009
Πηγή:emonopati.blogspot.gr