Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

                    

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου – Για την απώλειας της χάριτος του Θεού υπεύθυνοι είμαστε μόνο εμείς, η λάθος αγάπη του εαυτού μας

Ενώ όλα πάνε καλά στην ζωή μας, στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους και με τον Θεό, έρχεται μία μέρα όπου χάνουμε αυτή την χάρη, ξαφνικά ή σταδιακά.
Τις περισσότερες φορές δεν καταλαβαίνουμε αυτό που μας συμβαίνει. Όλα πήγαιναν τόσο καλά, και τώρα είναι όλα τόσο οδυνηρά. Η επιθυμία να προσευχηθείς μειώνεται, η προσευχή γίνεται στεγνή και κοπιώδης, η πνευματική προσοχή χαλαρώνει.
Οι σχέσεις μας με τους άλλους περιπλέκονται: τους κρίνουμε και τους κατακρίνουμε αντί να κοιτάμε τα δικά μας προσωπικά λάθη. Η καρδιά μας μένει κλειστή, σκληραίνει.
Η ψυχή ταράζεται, σκοτεινιάζει, γίνεται λεία των παθών και των λογισμών που την περικυκλώνουν. Η ύπαρξη δεν αναζητά να ανέλθει προς τον Θεό, αλλά βυθίζεται στην καθημερινότητα ή στα κοσμικά πάθη, περιορίζεται σε πράξεις ρουτίνας, μέσα στις ανάγκες και τις καθημερινές έγνοιες. Η υπομονή μας απέναντι στις αντιξοότητας και στον πόνο αποδυναμώνεται.
Για όλη αυτήν την κατάσταση λοιπόν, της απώλειας της χάριτος του Θεού υπεύθυνοι είμαστε μόνο εμείς, η λάθος αγάπη του εαυτού μας. Όσο γιγαντώνεται μέσα μας το εγώ τόσο καταλαμβάνει τον χώρο της ύπαρξής μας που δεν μένει τελικά χώρος για τον Θεό.
Έχουμε λοιπόν ευθύνη για την απώλεια αυτής της Χάριτος. Αυτή η ευθύνη απαιτεί επαγρύπνηση, απαιτεί προσοχή, αφού αρκεί ένα τίποτα, μία μόνο σκέψη ματαιοδοξίας, γι να εγκαταλειφθεί η ψυχή από το φως του Πνεύματος.
Η υπερηφάνεια ενεδρεύει στην καρδιά μας, ακόμα κι όταν είμαστε εν μέσω πνευματικών προσπαθειών. Τελικά χαρακτηριστικό του εγώ είναι η ικανότητά του να διαστρέφει τα πάντα σε αντικείμενα ατομικής χρήσης και οφέλους.
Είναι πιθανόν να προσεύχεσαι, να συμμετέχεις στη θεία λειτουργία, να μελετάς την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά αυτή σου η συμπεριφορά να προέρχεται είτε από μία προσπάθεια καλλωπισμού της «βιτρίνας» του εγώ σου με ένδοξα ψιμύθια, είτε από την προσπάθεια να θέσεις υπό την κατοχή σου τον Θεό! Σ’αυτές τις περιπτώσεις, ζούμε μία ολοκληρωτική πνευματική ψευδαίσθηση.
Τα πάθη της υπερηφάνειας και οι αμαρτίες είναι όπως τα σύννεφα που κρύβουν το φως της Χάριτος και του Θείου Ελέους. Αλλά πίσω από τα σύννεφα, ο ήλιος δεν λάμπει λιγότερο.
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να χάνουμε το κουράγιο μας και να μην εξασθενεί ποτέ ο αγώνας μας για να γευθούμε και εμείς το ανέσπερο Φως της τρισηλίου Θεότητος.
Posted in Μέλισσα Ισοκράτη | Tagged , |     

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Συγχώρηση των αμαρτιών

Συγχώρηση των αμαρτιών

Σύμφωνα με τη διδαχή των αγίων Αποστόλων, στον άνθρωπο δίδεται«άφεσις αμαρτιών». Γι’ αυτό ακριβώς μαρτυρούν σε όλους τους αιώνες οι άνθρωποι που το γνώρισαν αυτό εμπειρικά, λαμβάνοντας τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτό παρέχει αναμφίβολα στον έσω άνθρωπο μαρτυρία για το θαυμαστό αυτό γεγονός.
Να μερικά σημεία αναμφισβήτητης εσωτερικής μαρτυρίας: κάποια αληθινά «ιδιαίτερη» ενέργεια Πνεύματος, που προκαλεί θαυμαστή αλλοίωση του νου και της καρδιάς· ιδιαίτερη ενέργεια, ως τότε άγνωστη, ξεχωριστή από όλα τα άλλα «φυσικά» βιώματα, και ως εκ τούτου δυνάμενη να εκληφθεί ως συνέπεια φαντασίας ή καρπός τεχνητής αυτοδιεγέρσεως· ήσυχη, αλλά ισχυρή και αγία χαρά και εσωτερική ειρήνη, που αποκτά τέτοια δύναμη, ώστε η ψυχή να λησμονεί όλο τον κόσμο, να περιέρχεται σε κατάσταση απώλειας της αισθήσεως του υλικού κόσμου. Μετά από αυτό αλλάζει ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου με τον ριζικότερο τρόπο· η καρδιά φέρεται τρυφερότερα προς τους ανθρώπους και ο νους αντιλαμβάνεται όλα τα πράγματα διαφορετικά.
 Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ)ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ» Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ» Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου



η) «Ελεύσεις και αποκρύψεις του θείου Φωτός»

Η όραση του ακτίστου Φωτός γίνεται με πολλές εναλλαγές. Στην αρχή γίνεται ασαφώς, με την αποκάλυψη του εσωτερικού σκότους, στην συνέχεια γίνεται λαμπρότερη και μεταδίδει την θεία ζωή, αλλά μετά από αυτά παρατηρούνται αυξομοιώσεις, άρσεις της θείας Χάριτος, απομακρύνσεις του Θεού και εκ νέου ελεύσεις της θείας Χάριτος. Όλα αυτά παρουσιάζονται από έναν εμπειρικό θεολόγο, που γνώρισε αυτές τις επισκέψεις και τις απομακρύνσεις του Θεού.


Ο Γέροντας στα κείμενά του κάνει λόγο για την απροσδόκητη έλευση του θείου Φωτός που «εναγκαλίζεται αγαπητικώς» τον άνθρωπο . Έπειτα κάνει λόγο για «συνεχή θέα του φωτός», που παρέμενε σε εκείνον «επί τρεις ημέρας» και άλλοτε παρέμενε μαζί του «επί δύο εβδομάδας» . Εδώ πρέπει να θυμηθούμε την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που είδαμε προηγουμένως, για την έλλαμψη και την διαρκή θέα του Φωτός. Ακόμη αυτή η Χάρη, όπως η Χάρη της βιώσεως της Γεθσημανή, ήταν ένα μεγάλο δώρο, που, όπως ομολογεί, «και μέχρι του νυν δεν παύει αυξανόμενον». Την περίοδο αυτή, που ζούσε μέσα στο Φως και το Φως ήταν μέσα του και μαζί του, ζούσε φυσιολογικά. Και στην συνέχεια κάνει λόγο για την «απώλεια» της Χάριτος του Θεού , για την αποχώρηση «του Πνεύματος του  Κυρίου» και την επί μακρόν αποχώρηση της οράσεως «του ουρανίου φωτός» , για την εγκατάλειψη του Φωτός , για την έκπτωση «εκ της υπερκοσμίου ελλάμψεως» .


Από αυτά φαίνεται ότι η πείρα του Γέροντος Σωφρονίου υπήρξε μεγάλη και γι’ αυτό δυσερμήνευτη. Εμείς δεν μπορούμε να την αναλύσουμε, παρά μόνον να παραθέσουμε τους λόγους του που δείχνουν αυτήν την πραγματικότητα.

Συνήθως ο Γέροντας ζούσε αυτήν την εμπειρία χωρίς να την αξιολογή λογικώς, χωρίς να προσπαθή να την κατανοή και να την ελέγχη συγκρίνοντάς την με την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας. Δεν θεολογούσε πάνω σε αυτήν την εμπειρία, δεν προσκολλάτο στις καταστάσεις αυτές, καίτοι διέμενε «εν τη αμόρφω νοερά σφαίρα», ούτε στρεφόταν στον εαυτό του για να την αναλύση θεολογικά, αλλά μισούσε τον εαυτό του από την βαθειά μετάνοια και συντριβή που τον διακατείχε σε όλη του την ζωή. Περνούσε μεγάλες περιόδους χωρίς σκέψεις, οι οποίες όμως του δημιουργούνταν όταν συνομιλούσε με τους ανθρώπους .
Η «ακατάσχετος ορμή» προς οδυνηρή μετάνοια είλκυε την ψυχή του «εις τοιαύτην ακόρεστον προσευχήν, ώστε η ψυχή να επιλανθάνηται των πάντων, ουδέν να ενθυμήται, αλλά να στρέφηται ακατασχέτως προς τον Θεόν, τον αόρατον αλλ’ ηγαπημένον, τον άγνωστον αλλ’ οικείον, τον απρόσιτον αλλ’ εγγύς» .

Όταν ερχόταν ακόμη και ένας λογισμός κενοδοξίας, τότε στερείτο του Φωτός. Γράφει: «Προσηυχόμην κατακλυζόμενος υπό δακρύων συντριβής, και ευθύς, ως ενεφανίζετο πλησίον που εν τω αέρι λογισμός κενοδοξίας, ανιστάμην πάραυτα από της γης απεστερημένος πάντων: Δεν υπήρχον δάκρυα, η ψυχή ήτο ηρημωμένη· το σώμα ήτο υγιές, η πνευματική όμως ζωή αφίστατο απ’ εμού» . Όμως, αυτό τον δίδαξε να αντιμετωπίζη με ανδρεία, ακόμη και  την προσέγγιση του λογισμού της κενοδοξίας. Γράφει: «Κατόπιν πολλών επαναλήψεων παρομοίων συμφορών, και εκ του ελαχίστου σημείου προσεγγίσεως του εχθρού τούτου, της κενοδοξίας, ηρχόμην εις φόβον. Τότε εδιπλασίαζον τον κλαυθμόν της μετανοίας: “Κύριε ήλθον οι φονείς μου, σώσον με”. Ούτω κατενόησα, δια ποίον λόγον οι Πατέρες αποφεύγουν τους επαίνους: Και οι τέλειοι εισέτι δεν δύνανται να εξέλθουν άνευ ζημίας τινός της προς τον Θεόν αγάπης αυτών» .

Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο έγραφε ότι «ο επιρρεπής εις την φαντασίαν νους είναι ακατάλληλος δια την θεολογίαν». Εκείνος που θέλει να «παρίσταται τω Θεώ καθαρώ νοΐ», πρέπει να απομακρύνεται από την «σφαίραν της φαντασίας» .
Η προσέγγιση προς τον Θεό συνδέεται με οδυνηρή ένταση που δεν είναι εύκολο να βιωθή από τους έχοντες πεπτωκυία φύση που αποστρέφονται τον πόνο. Ταλαντευόταν «μεταξύ δύο θέσεων». Ή να συμβιβασθή με την υπάρχουσα πραγματικότητα με μια «νόθον ταπείνωσιν» ή να αποδεχθή «την φοβεράν κλήσιν του Χριστού». Και γράφει: «Ότε επέλεξα το δεύτερον, τότε ανεγεννήθην δια ζωήν εν τω Ζώντι Θεώ» .

Ο Γέροντας Σωφρόνιος δίνει την μαρτυρία του για την πορεία της αναβάσεως της ψυχής προς τον Θεόν:
«Εις οιονδήποτε σημείον και αν υψώση ημάς η δι’ όλου του είναι ημών ακράτητος ορμή προς Αυτόν, αισθανόμεθα χαράν κατά την πορείαν της αναβάσεως, συγχρόνως όμως ο Ίδιος εμφανίζεται διαρκώς και πλέον απρόσιτος. Συχνάκις αποκάμνομεν, απόγνωσις κυριεύει ημών, βλέπομεν εαυτούς ετοίμους προς πτώσιν, και αίφνης Ούτος, όλως απροσδοκήτως, είναι μεθ’ ημών και εναγκαλίζεται ημάς αγαπητικώς. Ο Θεός είναι εκπληκτικώς παράδοξος» .
Στα κείμενα του Γέροντος προσδιορίζονται και τα βασικά αίτια της απωλείας του Φωτός της θείας Χάριτος που ονομάζεται εγκατάλειψη του Θεού.
 Γενικά, λόγω της φθαρτότητος και της θνητότητος, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξη για πολύ στην θεωρία. Ακόμη, ο Θεός οικονομεί αυτήν την στέρηση για την ανωριμότητα του ανθρώπου και την καλύτερη ανταπόκριση της ελευθερίας σε πληρέστερη κένωση, καθώς επίσης για να πιή το ποτήριο που Εκείνος έπιε και έτσι η ψυχή ταπεινώνεται και αυξάνει την γνώση των οδών του Θεού .
Σε άλλες περιπτώσεις ευθύνεται ο ίδιος ο άνθρωπος, γιατί δεν ανταποκρίνεται, όπως θα έπρεπε σε αυτό το μεγάλο δώρο του Θεού.


Όταν ο Γέροντας περιγράφη την εμπειρία της οράσεως του ακτίστου Φωτός για δύο εβδομάδες, στην συνέχεια αναφέρει και την αιτία για την οποία έχασε αυτήν την μεγάλη δωρεά, που ήταν η προσπάθεια να κατανοήση λογικά το μεγάλο αυτό δώρο. Γράφει:
«Και ιδού, εσπέραν τινά, επλησίασεν εμέ ο μοναχός π. Ιουβενάλιος (Εγκορώφ), ο μόνος επί του ορόφου εκείνου γείτων μου, και ηρώτησεν εμέ: “Ανέγνωσα προ ολίγου τους Ύμνους του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου … Είπατέ μοι, πώς αντιλαμβάνεσθε υμείς τας περιγραφάς της υπ’ αυτού οράσεως του ακτίστου Φωτός”; Μέχρις εκείνης της στιγμής έζων μετ’ ευγνώμονος καρδίας την εις εμέ συγκατάβασιν της ευλογίας του Κυρίου, αλλ’ ουδέποτε διηρωτήθην σχετικώς προς το φαινόμενον τούτο και η σκέψις μου, εστραμμένη προς τον Θεόν, δεν επέστρεφεν εις εμαυτόν. Ίνα απαντήσω εις τον π. Ιουβενάλιον, νοερώς εστράφην προς εκείνο, όπερ έζων κατ’ εκείνην την στιγμήν. Εν τη προσπαθεία μου να αποκρύψω εμαυτόν, απήντησα δι’ υπεκφυγής: “Δεν ανήκει εις εμέ να κρίνω περί του βιώματος του Αγίου Συμεών …, αλλ’ ίσως, διαμένων ούτος εν καταστάσει χάριτος, ησθάνετο αυτήν ως Φως … δεν γνωρίζω”. Εφάνη εις εμέ ότι ο π. Ιουβενάλιος απήλθε μη υποψιασθείς πλείον τι εκείνου όπερ είπον εις αυτόν. Ευθύς μετά την σύντομον ταύτην συνομιλίαν συνέχισα, ως συνήθως, την προσευχήν μου. Το Φως και η αγάπη δεν ήσαν πλέον μετ’ εμού»

Αυτή η λογική ανάλυση της οράσεως του ακτίστου Φωτός ήταν αιτία απωλείας της δωρεάς αυτής. Ο ίδιος ομολογεί: «Εν τη κατά Θεόν ζωή μου συνέβαινε πολλάκις, ευθύς ως κατενόουν δια της λογικής μου (δια της “αριστεράς μου”) το τελούμενον εν εμοί κατά συγκατάβασιν Θεού, το Φως να εγκαταλείπη εμέ» .

Επειδή θα μπορούσαν μερικοί να θεωρήσουν ως παραφροσύνη την απάρνηση της λογικής ανάλυσης κατά τις ώρες αυτές, με το σκεπτικό ότι ο Θεός μας έδωσε την λογική, όπως έλεγε και ο Βαρλαάμ, ο οποίος αποκαλούσε την όραση των Προφητών «χείρω της ημετέρας νοήσεως», ο Γέροντας γράφει με ωραίο τρόπο ότι όταν αυτή «η παραφροσύνη», δηλαδή η λογική επεξεργασία, αποχωρούσε, τότε κατανοούσε την ανυπολόγιστη ζημία που προξενούσε στην πνευματική του ύπαρξη .
Υπήρξαν περιπτώσεις που γινόταν αυτή η λογική ανάλυση της εμπειρίας σε άλλο χρόνο, από λόγους πνευματικής καθοδηγήσεως, ακόμη και στους μοναχούς εκείνους που είχαν ανάλογη πείρα και έπρεπε ο Γέροντας μερικές φορές να λέγη τί συνέβαινε σε αυτόν, ώστε να τους βοηθήση. Όμως και αυτό ήταν συμφορά, όπως γράφει: «Ιδιαιτέρως εγνώρισα την συμφοράν αυτήν, ότε κατεστάθην πνευματικός εν Αγίω Όρει» .
Άλλες φορές η απώλεια της μεγάλης αυτής Χάριτος γινόταν από λεπτό λογισμό κενοδοξίας. Ο Γέροντας βοηθήθηκε από τα πατερικά κείμενα, γιατί σε αυτά εύρισκε την ομοιότητα προς την εμπειρία του, αλλ’ όμως αυτή η πνευματική ανάγνωση και η γνώση είχε και τους κινδύνους της, γιατί, όπως γράφει, «εισερχόμην εις τον πολύπλοκον πόλεμον κατά της κενοδοξίας» και τότε αποχωρούσε «ενίοτε επί μακρόν, η όρασις του ουρανίου Φωτός». Έτσι περιέπιπτε «εις μεγάλην λύπην εξ αιτίας του φαινομένου τούτου» .


Μετά την απώλεια της ζωής της αθανάτου, την οποία αθάνατη ζωή είχε γνωρίσει κατά την όραση του ακτίστου Φωτός, επανερχόταν στην προηγούμενη κατάσταση και βεβαίως εξακολουθούσε να υπάρχη η μετάνοια και το πένθος. Άλλωστε, από τον [//136] φωτισμό του νοός και την αδιάλειπτη νοερά προσευχή ο θεούμενος ανέρχεται στην θεωρία του Θεού, και όταν αυτή για διαφόρους λόγους σταματά, τότε επανέρχεται στην νοερά προσευχή. Μετά την απώλεια της θεωρίας του Φωτός, που είναι το φως της Βασιλείας του Θεού και της αιωνίου ζωής, καταλάμβανε την ψυχή του Γέροντος μεγάλη λύπη , και μια αθυμία και ταραχή εισερχόταν στην καρδιά του . Αυτήν την απώλεια, κυρίως όταν γίνεται από λεπτούς λογισμούς κενοδοξίας και λογικής επεξεργασίας, την χαρακτηρίζει στα κείμενά του ως «συμφοράν» , ως «ανυπολόγιστον ζημίαν εν τω πνευματικώ μου είναι» .


θ) «Κήρυγμα περί του ακτίστου Φωτός»


Συνοπτική παρουσίαση της εμπειρίας του ακτίστου Φωτός έκανε ο Γέροντας σε λόγο-ομιλία του στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Χριστού «Περί του Θαβωρίου Φωτός». Ο λόγος αυτός εκφωνήθηκε κατά πάσα πιθανότητα στο Παρίσι, μετά την επιστροφή του από το Άγιον Όρος. Με τον λόγο αυτό αναλύεται η φράση των Ευαγγελιστών σχετικά με την αποκάλυψη της δόξης του Χριστού: «Ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς, και ιδού φωνή εκ της νεφέλης λέγουσα· Ούτός εστιν ο Υιός Μου ο αγαπητός, εν Ώ ευδόκησα· Αυτού ακούετε» (Ματθ. ιζ’, 5).

Ο λόγος αυτός είναι καταπληκτικός. Όσες φορές τον διαβάζω μου προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση, γιατί αφ’ ενός μεν είναι εφάμιλλος των λόγων-ομιλιών των αγίων Πατέρων, διότι καταγράφει το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Χριστού μέσα από την προσωπική πείρα, αφ’ ετέρου δε στην πραγματικότητα είναι μια «αυτοβιογραφία» του Γέροντος Σωφρονίου .

Διαβάζοντας το κείμενο αυτό διακρίνουμε ότι χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος θέτει τις θεολογικές βάσεις του γεγονότος αυτού και στο δεύτερο αναλύει πώς κάποιος ασκητής  του ανέλυσε τα σχετικά με την Μεταμόρφωση του Χριστού. Προφανώς ο ασκητής αυτός είναι ο ίδιος ο Γέροντας, ο οποίος θέτει μερικά ερωτήματα και απαντά ο ίδιος σχετικά με το μεγάλο αυτό γεγονός. Και αυτό το έκανε για να κρύψη την μεγάλη εμπειρία που είχε δεχθή από τον Θεό των Φώτων.

Στο πρώτο μέρος ο Γέροντας προτρέπει τους ακροατές του να παραβλέψουν εκείνη την ώρα την μηδαμινότητά του και να κλείστουν τους οφθαμλούς τους στην αμάθεια και το άκομψη του λόγου του και να τον θεωρήσουν ως έναν απλό κήρυκα.
Έπειτα, αναφέρεται στην μεγάλη δωρεά που έχουν λάβει οι Χριστιανοί με το Βάπτισμα, το Χρίσμα, την θεία Ευχαριστία, τον θείο λόγο και την ζωή της Εκκλησίας. Στην συνέχεια κάνει λόγο για την «ακόρεστον πείναν και άσβεστον δίψαν θεογνωσίας» που διακρίνει τους ανθρώπους. Η ορμή του ανθρώπου προς τον Θεό αυξάνεται μετά την θεωρία του Θεού, έως ότου ο άνθρωπος «εμπλησθή της Ακορέστου Τροφής», ώστε το Φως και η ψυχή να γίνουν ένα, που προκαταγγέλλει την θέωση του ανθρώπου στην θεία δόξα.

Η Μεταμόρφωση του Χριστού «αποτελεί στερεόν θεμέλιον της ελπίδος δια την μεταμόρφωσιν της ζωής ημών όλης» –που τώρα είναι γεμάτη κόπο, ασθένεια και φόβο– στην άφθαρτη και θεοειδή ζωή.

Χρειάζεται αγώνας εκ μέρους του ανθρώπου. Οι Πατέρες διήνυσαν αυτήν την οδό. Στην ζωή μας πρέπει να επαναληφθή ό,τι έγινε στην ζωή του Χριστού και αυτή η ζωή είναι κοινή για όλους. Πρέπει να διέλθουμε από τους πειρασμούς του Χριστού, την καταδίωξη, την μεταμόρφωση, το πάθος, την σταύρωση σε αοράτους σταυρούς, τον θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψη. Δεν χρειάζεται δειλία, διότι αυτό γίνεται με την δύναμη του Χριστού.
Αυτά είναι τα ρήματα της αιωνίου ζωής, «των Αποστόλων το κήρυγμα» και «των Πατέρων τα δόγματα», η ασάλευτη ελπίδα, το θεμέλιο της πίστεώς μας, «το μόνιμον πολίτευμα της ζωής του πνεύματος ημών». Πάντοτε υπάρχουν μάρτυρες αυτής της ζωής, οι οποίοι ακολουθούν τον Χριστό στο Θαβώρ, τον Γολγοθά, το Όρος των Ελαιών, όχι με την σοφία του κόσμου τούτου και με υπερήφανη παρρησία, «αλλά μετά φόβου και τρόμου, ως ανάξιοι  της αναβάσεως και οράσεως ταύτης», με την ελπίδα όμως ότι και σ’ εμάς τους αμαρτωλούς μπορεί να λάμψη το αΐδιο Φως της Θεότητος, «κατά την άμετρον αγαθότητα του Ουρανίου Πατρός».

Στο δεύτερο μέρος του λόγου του ο Γέροντας, παρουσιάζοντας την σημασία του μεγάλου γεγονότος της Μεταμορφώσεως του Χριστού για την ιστορία του κόσμου, αναλύει το πώς προετοιμάσθηκαν οι Μαθητές γι’ αυτήν την θεοπτία, τί έγινε κατά την διάρκεια της «Θαβωρίου Θεοφανείας» και τί ακολούθησε στην πράξη του Χριστού και στην συνείδηση των Αποστόλων που υπήρξαν μάρτυρες της Μεταμορφώσεως. Πέραν των άλλων, το κείμενο αυτό είναι και ένα δείγμα ορθοδόξου ερμηνευτικής της Αγίας Γραφής, αφού ερμηνεύονται τα όσα συνέβησαν στο όρος Θαβώρ με βάση την παρόμοια πείρα του ερμηνευτού.
Το σημαντικό όμως, είναι ότι ο Γέροντας, όπως αναφέραμε πιο πάνω, θέτει την όλη ανάπτυξη του θέματος αυτού στα λόγια ενός εμπείρου ασκητού, ο οποίος, όπως πιστεύει, «πολλάκις ηξιώθη της οράσεως του Φωτός τούτου». Ασφαλώς πρόκειται για περιγραφή που κάνει ο ίδιος ο Γέροντας και την βάζει στο στόμα του «ανωνύμου» ασκητού, σύμφωνα με τους λόγους του Αποστόλου Παύλου: «οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων …» (Β’ Κορ. ιβ’, 2). Αυτό φαίνεται από όσα γράφονται σε άλλα κεφάλαια του παρόντος βιβλίου. Οι εμπειρίες ταυτοποιούνται στο πρόσωπο του Γέροντα.
Ο Γέροντας Σωφρόνιος στον λόγο του λέγει ότι συζήτησε με κάποιον ανώνυμο θεωρό της δόξης του Θεού, κατά την ημέρα της εορτής της Μεταμορφώσεως του Χριστού, και ο οποίος του έλυσε τρεις ερωτήσεις-απορίες.

Η πρώτη ερώτηση είναι: «Εις τί έγκειται η φωτεινή αύτη νεφέλη, ήτις περιέλαμψε κατ’ εκείνην την νύκτα το Άγιον Θαβώρ;».

Η απάντση στο ερώτημα αυτό αναφέρεται στο μυστήριο του Θαβωρίου Φωτός, δηλαδή «πώς τούτο οράται και πώς είναι δυνατόν να αποκτήση τις την δωρεάν ταύτην».
Ο ασκητής εκείνος του ανέφερε ότι, όταν ήταν νέος, το Φως αυτό εμφανιζόταν σε αυτόν «ασαφώς, εις βραχείας στιγμάς», άλλοτε ως «ακατάληπτος πυρίνη φλοξ» που έκαιγε την καρδιά του με την αγάπη και άλλοτε «ως απαύγασμά τι» που διείσδυε με την λάμψη του στον νου του κατά την διάρκεια της προσευχής, ιδίως στον Ναό. «Αλλ’ ημέραν τινα, κατόπιν εκτενούς, κατά την διάρκειαν πολλών μηνών, διαπύρου προσευχής συνοδευομένης υπό βαθείας λύπης δια την αθλιότητα αυτού, το φως τούτο κατέβη ιλαρώς επ’ αυτόν και παρέμεινε μετ’ αυτού τρεις ημέρας». Με την θέα του ακτίστου Φωτός έγινε υπέρβαση του θανάτου και γέμισε με την χαρά της εκ νεκρών αναστάσεως, γι’ αυτό και ονόμασε το φως αυτό «πρωΐαν αναστάσεως». Τότε ζούσε στον κόσμο μεταξύ των ανθρώπων. Αργότερα, όμως, όταν έγινε μοναχός και λειτουργός «πολλάκις συνέβαινε η προσευχή αυτού να μεταβάλληται εις θεωρίαν φωτός, ούτως ώστε να μη αισθάνηται τότε ούτε το σώμα αυτού, ούτε τον περιβάλλοντα αυτόν υλικόν κόσμον».

Ο θεόπτης ασκητής ανέλυε ότι το Φως είναι «άνωθεν ευδοκία», έρχεται «απροσδοκήτως», φέρει «εις την ψυχήν γλυκείαν απορίαν» και εξάγεται ο άνθρωπος από το ζοφερό σκότος στις απέραντες εκτάσεις που φωτίζονται από τον ήλιο.

Καίτοι το Φως αυτό είναι αναλλοίωτο κατά την φύση του, εν τούτοις οι ενέργειές του ποικίλλουν, ήτοι βιώνονται ως αίσθηση αγάπης Χριστού, συμπαράσταση θείας δυνάμεως, ανεκλάλητη κίνηση αιωνίου ζωής, «φως συνέσεως ή υπερνοητή νοερά όρασις του Θεού». Άλλοτε το Φως εκχέεται αφθονώτερο και γεμίζει όλο τον άνθρωπο.
Στην συνέχεια ο ασκητής παρέτεινε τον λόγο του και ερμηνεύοντας την Θαβώρια εμπειρία, που είχαν οι Απόστολοι, ανέλυσε τί και πώς έγινε αυτό.

Πράγματι υπάρχει μια σταδιακή πορεία αναβάσεως των Αποστόλων και των ανθρώπων προς την μέθεξη της δόξης του Θεού.
Οι Μαθητές στηρίχθηκαν στην πίστη-ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Ζώντος Θεού, όπως το ομολόγησε ο Πέτρος.
Μετά την ομολογία ακολούθησε η σιωπή, αφού οι Ευαγγελιστές δεν παρεμβάλλουν κανένα γεγονός μεταξύ της ομολογίας του Αποστόλου Πέτρου, που έγινε στην Καισάρεια της Φιλίππου, και της αναβάσεως στο Θαβώρ, δηλαδή μια ολόκληρη εβδομάδα.
Ο Χριστός είναι Φως, διέμεινε στο Φως, χωρίς να φαίνεται από τους Μαθητές. Η φανέρωσή Του, όμως, έγινε κατά την διάρκεια  της προσευχής, η οποία ήταν ομοία με την προσευχή Του στην Γεθσημανή.

Οι Μαθητές εξαντλήθηκαν σε μια τέτοια προσευχή, παρά ταύτα με την εσωτερική προσευχή τους είδαν την δόξα του Χριστού και τους δύο άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωϋσή και τον Ηλία. Αυτή η θεωρία βύθισε τους Αποστόλους «εις ανέκφραστον έκπληξιν και μακαρίαν απορίαν». Μέχρι τότε η όραση του πνευματικού κόσμου και του θείου Φωτός από τους Αποστόλους συνδυαζόταν με τις παραστάσεις του περιβάλλοντος αισθητού κόσμου.

Όμως, στην συνέχεια αυξήθηκε το Φως και ανύψωσε τους Μαθητές πέραν παντός ορατού και προσκαίρου εις τα αόρατα και αιώνια. Τους επεσκίασε νεφέλη που ήταν το φως και η πνοή του πνεύματος, το οποίο εισήγαγε τους Αποστόλους «εις τον κόσμον του φωτός του ακτίστου, του ατρέπτου, του ανεσπέρου, του αναλλοιώτου, του απεράντου, του υπερουρανίου» και εξαφάνισε τις παραστάσεις τους που προέρχονται από τις μορφές του κόσμου τούτου. Δηλαδή, στην αρχή έβλεπαν το Φως που προχεόταν από το Σώμα του Χριστού, που ήταν πηγή του ακτίστου Φωτός, αλλά και τον περιβάλλοντα κόσμο. Μετά όμως ανέβηκαν σε υψηλότερη θεωρία και χάθηκε ο περιβάλλων κόσμος.
Οι Απόστολοι εισήχθησαν δια του Αγίου Πνεύματος στην «θεωρία της απεριγράπτου Θεότητος του Ιησού Χριστού» και άκουσαν την άϋλη και απρόσιτη φωνή του Πατρός: «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός». Αυτό «υπήρξε η υπερτάτη στιγμή ολοκλήρου του θαβωρίου γεγονότος».

Ερμηνεύοντας αυτό το γεγονός ο ασκητής εκείνος ανέφερε ότι, καίτοι ήταν μεγάλη και υψίστη η όραση των Αποστόλων, όμως ακόμη δεν ήταν τελεία, διότι δεν ήταν ικανοί να δεχθούν το πλήρωμα και την τελειότητα του Φωτός. Επίσης, αφομοιώθηκε το Φως αυτό ατελώς από τους Αποστόλους, γι’ αυτό και αμφιταλαντεύθηκαν κατά τα γεγονότα του Γολγοθά. Παρά ταύτα η όραση αυτή στο Θαβώρ ήταν μεγαλύτερη από την όραση του Μωϋσέως και του Ηλία στην Παλαιά Διαθήκη.


Από την ανάλυχη αυτή φαίνονται οι διαβαθμίσεις προς την θεωρία, ήτοι πίστη στην θεότητα του Χριστού, σιωπή, με όλη την σημασία της λέξεως, προσευχή ομοία με την προσευχή του Χριστού στην Γεθσημανή υπέρ όλου του κόσμου, εμφάνιση του Φωτός με έκπληξη και ανύψωση σε μεγαλύτερη θεωρία ήτοι είσοδος στην νεφέλη.

Στην συνέχεια ο Γέροντας καταγράφει και την δεύτερη απορία του, την οποία δεν πρόλαβε να διατυπώση, αφού την αντιλήφθηκε ο σπουδαίος εκείνος ανήρ.

Επειδή αισθάνθηκε θλίψη την ώρα της αναλύσεως αυτής, σκεπτόμενος: «Δεν έχω αυτήν την τύχην», ο ασκητής για να τον παρηγορήση του είπε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ελέγχη-κατηγορή τον εαυτό του, ότι λόγω της αδικίας του στερείται αυτό το δώρο, όμως δεν πρέπει να οδηγηθή στην απόγνωση, γιατί η θεωρία του Φωτός δεν είναι κλήρος μόνον των εκλεκτών. Μια τέτοια σκέψη «δύναται να φονεύση εντός ημών την αγίαν ελπίδα». Όλοι κληθήκαμε στην ίδια τελειότητα που κλήθηκαν οι τρεις Απόστολοι στο Θαβώρ. Όλοι λάβαμε τις ίδιες εντολές. Αυτό φαίνεται από την ιερή ακολουθία της εορτής της Μεταμορφώσεως με την οποία η Εκκλησία «μετά δυνάμεως προσκαλεί και πείθει πάντας προς ανάβασιν εις το αφηλάφητον όρος της νοεράς θεοπτίας». Έτσι, σε όλες τις εποχές, ακόμη και σήμερα, εκχέεται αυτή η δωρεά σε όσους ακολουθούν τον Χριστό με όλη την καρδιά τους. Η άποψη ότι αυτή η θεωρία «δεν είναι δι’ εμέ» είναι «νόθος ταπείνωσις», αλλά και «αδικαιολόγητος απόγνωσις» που γεννάται από την αδικία και την ηδυπάθεια.


Επίσης, φραγμός στην θεωρία του ακτίστου Φωτός είναι η προσπάθεια των ανθρώπων να γνωρίσουν τον Θεό και τα Μυστήριά Του με την λογική. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν συναντά κανείς «την φωτεινήν νεφέλην», αλλά «γνόφον και σκότος, αποκρύπτοντα τον Θεόν». Ο Θεός είναι Φως και όσοι αξιώνονται της θεωρίας του Θεού Τον βλέπουν ως Φως. Όταν, όμως, εμφανίσθηκαν φιλόσοφοι που υποστήριζαν την άποψη της πλήρους γνώσεως του Θεού δια της λογικής, τότε οι άγιοι Πατέρες «δια να εκριζώσουν την ασύνετον ταύτην ιδέαν» χρησιμοποίησαν την γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης, ήτοι τον γνόφο.

Πάντως «η αληθής οδός προς θεωρίαν του θείου Φωτός διέρχεται δια μέσου του έσω ανθρώπου». Όταν αγωνιζόμαστε να τηρήσουμε τις εντολές του Χριστού με όλη την δύναμη της επιθυμίας, τότε το θείο Φως «πολυμερώς και πολυτρόπως» μας επισκέπτεται.  Και δεν υπάρχουν όρια της ευδοκίας του Θεού, διότι αυτή «κείται εν αληθεία πέραν παντός ορίου».

Στο τέλος δε αυτής της συνομιλίας ο θεόπτης εκείνος ασκητής, όπως γράφει ο Γέροντας, διέλυσε και μια ακόμη (τρίτη) απορία «εις την δειλήν μου ψυχήν». Επειδή, όπως λέγει, δεν έβλεπε την οδό, δεν γνώριζε πώς να εισέλθη σε αυτήν την ζωή, από πού να αρχίση και αισθανόταν τον εαυτό του μέσα σε γνόφο, ερώτησε: «Τί ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;». Τότε ο ανώνυμος ασκητής απάντησε ότι πρέπει να προσεύχεται με πίστη στον Θεό, σύμφωνα με τους λόγους του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος», τους λόγους της εκκλησιαστικής ωδής: «Λαμψάτω, ώ φωτοδότα, και εμοί τω αμαρτωλώ το φως σου το απρόσιτον» και την προσευχή του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: «Ελθέ, το φως το αληθινόν. Ελθέ η Ζωή η αιώνιος …».


Όταν διαβάση κανείς αυτόν τον λόγο, συγκρίνοντάς τον με όσα έχει γράψει ο Γέροντας Σωφρόνιος αργότερα, θα διαπιστώση ότι το περιεχόμενό του είναι αυτοβιογραφία του Γέροντος Σωφρονίου, του επωνύμου αυτού ασκητού, και σε αυτόν τον λόγο φαίνεται όλη η διδασκαλία του για το άκτιστο Φως, τις ενέργειές του, το τί προηγείται της θεωρίας και πώς προσφέρεται η γνώση του Θεού. Ακόμη, ο Γέροντας μας διδάσκει εμμέσως δια του «ασκητού» ότι η θεωρία του ακτίστου Φωτός είναι ο σκοπός της ζωής μας, ο κλήρος μας και η πορεία μας. Πράγματι, ο Γέροντας ήταν πάντα, όπως και εδώ τον συναντούμε, θεολόγος του ακτίστου Φωτός, μάρτυς του Θαβώρ, μερικές φορές απόλυτος στην διδασκαλία του, επειδή η διδασκαλία αυτή ήταν εμπειρική και αποκαλυπτική, αλλά πάντοτε ήταν ευαίσθητος και ευγενής άνθρωπος, πράγματι άνθρωπος του Θεού.



Σε ένα σημείο του λόγου του, διακατεχόμενος από αυτομεμψία και προσπαθώντας να κρύψη τον εαυτό του, γράφει ότι θα μεταδώση στους ακροατές του «τον επίλογο της αλήστου δι’ εμέ συνομιλίας μετά του σπουδαίου εκείνου ανδρός». Εκφράζει δε φόβο και συστολή, διότι ο Παροιμιαστής προτρέπει: «πίνε ύδατα από σων αγγείων και από σων φρεάτων πηγής» (Παροιμ. ε’, 15). Δεδομένου, όμως, ότι, όπως φαίνεται και από τα προηγούμενα, η ανάλυση που κάνει ο ασκητής εκείνος συνδέεται απόλυτα με την  διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου, τελικά τα όσα περιγράφει σε αυτόν τον λόγο είναι ύδατα από τα αγγεία και τα φρέατα της πηγής του ιδίου του Γέροντος Σωφρονίου. Μέσα στην καρδιά του η Χάρη του Θεού ενστάλαξε θείες αποκαλύψεις και εκείνος έδωσε στην εποχή μας την μαρτυρία αυτής της ζωής.


Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος πέρασε όλες τις βαθμίδες της πνευματικής ζωής, πορεύθηκε από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, από την κάθαρση στον φωτισμό και την θέωση. Έλαβε από τον Θεό το σπάνιο δώρο της εμπειρίας του ακτίστου Φωτός. Προηγουμένως, είδαμε ότι κατά την εμπειρία της καθαράς προσευχής, σε στιγμές που δεν το περίμενε, έφθανε στην θεωρία του ακτίστου Φωτός. Αυτό, βεβαίως, αποτελούσε και έναν πνευματικό κίνδυνο, γιατί, όταν βρισκόταν στην εμπειρία της βαθείας και καθαράς προσευχής, ήταν φυσικό να έλθη ο λογισμός ότι σε λίγο θα δη το Φως. Όμως, η πείρα που είχε αποκτήσει προηγουμένως με το χάρισμα της μνήμης του θανάτου, το βαθύ πένθος και η βίωση των φλογών του Άδου, που δεν τον εγκατέλειπε ποτέ, καθώς επίσης και η πνευματική του ανδρεία να σταματά την προσευχή, όταν εισερχόταν λογισμός κενοδοξίας, λέγοντας «ήλθαν οι φονείς μου», τον έκαναν να μη χάνη την μεγάλη δωρεά του Θεού, και, όταν συνέβαινε κάποια μείωση και κατ’ οικονομίαν άρση, να επανέρχεται σύντομα. Όλη, λοιπόν, η προηγούμενη ιστορία της ζωής του, μέσα στην οικονομία του Θεού, ήταν μια προετοιμασία για μια σταθερή πορεία προς την θέωση και την όραση του Φωτός, χωρίς τους σοβαρούς κινδύνους που έχει μια τέτοια πνευματική κατάσταση.


Από αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι η θεολογία, που είναι έκφραση της εμπειρίας του ακτίστου Φωτός, δεν συνδέεται με τις φαντασίες του πλανωμένου νοός και με τα ποικίλα πάθη. Πράγματι, ο νους που φαντάζεται είναι ανίκανος για την θεολογία. Η πραγματική ορθόδοξη θεολογία συνδέεται με την πορεία του ανθρώπου από την κάθαρση στον φωτισμό και την θέωση.

AHDONI.BLOGSPOT

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Οι τελευταίες μέρες του Γέροντος Σωφρονίου του Αγιορείτου, της Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας (+11 Ιουλίου 1993)

Οι τελευταίες μέρες του Γέροντος Σωφρονίου του Αγιορείτου, της Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας (+11 Ιουλίου 1993)

Τέσσερις μέρες πριν πεθάνει έκλεισε τα μάτια του και δεν ήθελε να μας μιλήσει περαιτέρω. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό κι όχι θλιμμένο, αλλά γεμάτο ένταση. Είχε την ίδια έκφραση, όπως όταν θα τελούσε τη λειτουργία. Δεν άνοιγε τα μάτια του, ούτε πρόφερε λέξεις αλλά σήκωνε το χέρι του ευλογώντας μας. Μας ευλογούσε χωρίς λόγια κι εγώ κατάλαβαινα ότι θα έφευγε. Έτσι δεν ήθελα να τον απασχολώ. Προηγουμένως συνήθιζα να προσεύχομαι ώστε ο Θεός να επεκτείνει το γήρας του, όπως λέμε στη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου «το γήρας περικράτησον». Αλλά κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών είδα ότι έφευγε κι έτσι άρχισα να λέγω: «Κύριε δώρισε στο δούλο σου πλουσίαν είσοδον στη βασιλεία σου». Προσευχόμουν χρησιμοποιώντας τα λόγια του αποστόλου Πέτρου, όπως διαβάζουμε στη Β’ Επιστολή του (Β’ Πέτρου α’ 11).
Έτσι έλεγα επιμόνως :«Θεέ μου, δώρισε πλουσίαν είσοδον στο δούλο σου και τοποθέτησε την ψυχή του μαζί με τους Πατέρες του» και ονόμαζα όλους τους συντρόφους του ασκητές πού ήξερα ότι είχε στο Αγιον Όρος, αρχίζοντας από τον Άγιο Σιλουανό και μετά όλους τους άλλους.
Την τελευταία μέρα πήγα να τον δω στις έξι το πρωΐ. Ηταν Κυριακή και τελούσα την πρωϊνή λειτουργία, ενώ ο πάτερ Κύριλλος μαζί με τους άλλους ιερείς θα τελούσαν τη δεύτερη. Αντιλήφθηκα ότι επρόκειτο να μας αφήσει τη μέρα εκείνη. Πήγα και άρχισα την Πρόθεση. Οι Ώρες άρχισαν στις εφτά και μετά ακολούθησε η λειτουργία. Είπα μόνο τις ευχές της Αναφοράς, διότι στο μοναστήρι μας έχουμε τη συνήθεια να τις διαβάζουμε εκφώνως. Για τις υπόλοιπες η προσευχή μου ήταν συνεχώς: «Κόριε, δώρισε πλουσίαν είσοδο στη βασιλεία σου στο δούλο σου». Η λειτουργία εκείνη ήταν διαφορετική απ΄όλες τις άλλες. Τη στιγμή που είπα «Τα άγια τοις αγίοις» ο πάτερ Κύριλλος εισήλθε το ιερό. Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο, άρχισε να κλαίει κι εννόησα ότι ο πάτερ Σωφρόνιος είχε φύγει. Ρωτώντας ποιά ώρα είχε αναχωρήσει ήξερα ότι ήταν η ώρα πού διάβαζα το ευαγγέλιο. Πήγα παράμερα, διότι ο πάτερ Κύριλλος ήθελε να μιλήσει μαζί μου και μου είπε: «Μετάδωσε την Κοινωνία στους πιστούς και μετά ανακοίνωσε την αναχώρηση του πατρός Σωφρονίου και κάνε το πρώτο Τρισάγιο θα κάνω το ίδιο στη δεύτερη λειτουργία». Έτσι διαμοίρασα τον Αμνό και μετάλαβα· μετέδωσα στους πιστούς τη Θεία Κοινωνία και τελείωσα τη Θεία Λειτουργία. Δεν γνωρίζω πώς τα κατάφερα. Μετά βγήκα έξω και είπα στον κόσμο: «Αγαπητοί μου αδελφοί, ο Χριστός ο Θεός μας είναι το σημείο του Θεού για όλες τις γενεές αυτής της εποχής, διότι στα λόγια του βρίσκουμε τη σωτηρία και τη λύση κάθε ανθρώπινου προβλήματος. Και τώρα πρέπει να κάνουμε όπως μας διδάσκει η λειτουργία, δηλαδή να ευχαριστήσουμε, να ικετεύσουμε, να παρακαλέσουμε. Έτσι ας ευχαριστήσουμε το Θεό πού μας έχει δώσει τέτοιο πατέρα κι ας προσευχηθούμε για την ανάπαυση της ψυχής του». «Ευλογητός ο Θεός ήμων…», κι άρχισα το Τρισάγιο. Τον βάλαμε στην εκκλησία για τέσσερις μέρες, διότι η Κρύπτη δεν ήταν ακόμη τελειωμένη κι ο τάφος δεν είχε ακόμην κτισθεί. Τον αφήσαμε ακάλυπτο στην εκκλησία για τέσσερι μέρες και συνεχώς διαβάζαμε τα άγια Ευαγγέλια από την αρχή ως το τέλος, ξανά και ξανά, όπως είναι το έθος για ιερείς. Διαβάζαμε τα άγια εϋαγγέλία και διαβάζαμε Τρισάγια καιι άλλες προσευχές. Είχαμε τις ακολουθίες, τη λειτουργία αυτός ήταν εκεί, στη μέση της εκκλησίας για τέσσερεις μέρες Ήταν σαν Πάσχα, ήταν τέτοια όμορφη κι ευλογημένη ατμόσφαιρα! Κανένας δεν έδειξε οποιανδήποτε υστερία, καθένας προσευχόταν με έμπνευση. Είχα ένα φίλο αρχιμανδρίτη πού συνήθιζε να έρχεται στο Μοναστήρι κάθε χρόνο και να περνά λίγες εβδομάδες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, τον πατέρα Ιερόθεο Βλάχο, ο οποίος έγραψε το βιβλίο «Μια βραδιά στην έρημο του Αγίου Όρους». Τώρα είναι μητροπολίτης Ναυπάκτου. Έφτασε μόλις έμαθε ότι ο πάτερ Σωφρόνιος πέθανε. Αισθάνθηκε την ατμόσφαιρα και μου είπε: «Αν ο πάτερ Σωφρόνιος δεν είναι άγιος, τότε δεν υπάρχουν άγιοι». Έτυχε να έχουμε μερικούς μοναχούς από το Άγιον Όρος, οι οποίοι ήρθαν για να δουν τον πάτερ Σωφρόνιο, μα δεν τον βρήκαν ζωντανό. Ο πάτερ Τύχων από τη Σιμωνόπετρα ήταν ένας από αυτούς. Κάθε φορά πού έρχονταν Έλληνες στην Αγγλία για ιατρικούς λόγους είχαν την συνήθεια να έρχονται στο Μοναστήρι για να τους διαβαστεΐ μια προσευχή από τον πάτερ Σωφρόνιο, διότι πολλοί είχαν θεραπευθεί. Την τρίτη ή την τέταρτη μέρα μετά το θάνατο του πάτερ Σωφρονίου ήρθε μια οικογένεια με ένα παιδί δεκατριών χρονών. Είχε όγκο στον εγκέφαλο κι η εγχείρηση του ήταν καθορισμένη για την επόμενη μέρα. Ο πάτερ Τύχων ο Σιμωνοπετρίτης ήλθε και μου είπε: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ λυπημένοι ήρθαν και δεν βρήκαν τον πάτερ Σωφρόνιο. Γιατί δεν διαβάζεις μερικές προσευχές για το παιδί»; Του είπα: «ας πάμε μαζί. Έλα και κάνε μου τον αναγνώστη. Θα διαβάσουμε μερικές προσευχές στο άλλο παρεκκλήσι». Πήγαμε και διαβάσαμε τις προσευχές για το παιδί και στο τέλος ο πάτερ Τύχων είπε: «Ξέρεις, γιατί δεν περνάτε το παιδί κάτω από το φέρετρο του πάτερ Σωφρονίου; Θα θεραπευθεί. Χάνουμε το χρόνο μας διαβάζοντας προσευχές». Του απάντησα ότι δεν μπορούσα να το κάνω αυτό, διότι ο κόσμος μπορούσε να πει ότι μόλις έχει πεθάνει και ήδη προσπαθούμε να προωθήσουμε την αγιοποίηση του. «Να το κάνεις εσύ», του είπα. «Είσαι Αγιορείτης μοναχός. Δεν θα πει κανένας τίποτε». Πήρε το αγόρι από το χέρι και το πέρασε κάτω από το φέρετρο. Την επομένη έκαναν εγχείρηση στο παιδί και δεν βρήκαν τίποτε. Έκλεισαν το κρανίο και είπαν: «Λανθασμένη διάγνωση. Θα ήταν πιθανώς φλόγωση». Έτυχε το παιδί να συνοδεύεται από ένα γιατρό από την Ελλάδα, πού είχε τις πλάκες ακτίνων Χ πού έδειχναν τον όγκο, πού τους είπε: «Ξέρετε καλά τί σημαίνει αυτή η “λανθασμένη διάγνωση”». Το παιδί μεγάλωσε. Τώρα είναι 27 χρονών και είναι πολύ καλά.
Αρχ. Ζαχαρίας – Μετάφραση Θ. Κυριάκου.
Πηγή: Οι τελευταίες μέρες του Γέροντος Σωφρονίου (+11 Ιουλίου 1993), Περιοδικό «Παρά την Λίμνην», Μηνιαία έκδοση Εκκλησίας Αγίου Δημητρίου Παραλιμνίου, περίοδος β΄, έτος ιη΄, αρ. 7, Ιούλιος 2008

Ο Γέροντας Σωφρόνιος μιλά για τον Χριστό και τον εθνικισμό

Ο Γέροντας Σωφρόνιος μιλά για τον Χριστό και τον εθνικισμό

Δημοσιεύθηκε: 10 Αυγούστου 2010 Κατηγορίες: Γέρ. Σωφρόνιος 'Εσσεξ
Η κοίμηση του Γέροντος Σωφρονίου 11-7-1993
Αν όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεως ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ο Σωτήρας του κόσμου, ο Δημιουργός του σύμπαντος πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε αυτή τη θεωρία μας με την ιδέα της εθνικότητας, του τόπου, της εποχής …;
Δε γνωρίζω Χριστό Έλληνα, Ρώσο, Άγγλο, Άραβα … Ο Χριστός είναι για μένα το παν, το υπερκόσμιο Είναι.
Στην Γραφή αναφέρεται συχνά ότι ο Χριστός πέθανε για όλο τον κόσμο, για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. Μόλις περιορίσουμε το πρόσωπο του Χριστού μόλις το κατεβάσουμε στο επίπεδο των εθνοτήτων, χάνουμε το παν και βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Τότε ανοίγει ο δρόμος προς το μίσος ανάμεσα στα έθνη, προς την έχθρα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων.
Όποιος αγαπά τον Χριστό αφομοιώνει και φέρει μέσα του τα αισθήματα που είχε ο Ιησούς Χριστός, ζει την ανθρωπότητα ως ένα Αδάμ, προσεύχεται για τον «Αδάμ παγγενή». Ιδού ο αληθινός Χριστιανισμός.
Ο Χριστός είναι ο άπειρος Θεός. Δε σταυρώθηκε μόνο για τους πιστούς, αλλά για όλους τους ανθρώπους, από τον Αδάμ ως τον τελευταίο που θα γεννηθεί από γυναίκα. Να ακολουθεί κάποιος τον Χριστό, σημαίνει να πάσχει, για να θεραπευθεί και να σωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα. Δεν μπορεί να είναι διαφορετικά.
Πηγή: Αρχιμ. Σωφρονίου, Περί Πνεύματος και Ζωής, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σ. 26-28.
 

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Περί των Μοναχών – Τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου.

Περί των Μοναχών – Τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου.



Ὑπάρχουν τινες οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι οἱ μοναχοὶ ὀφείλουν νὰ ὑπηρετοῦν τὸν κόσμον, ἵνα μὴ τρώγουν τὸν ἄρτον δωρεάν. Πρέπει ὅμως νὰ ἐννοήσωμεν εἰς τί ἔγκειται ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ τίνι τρόπῳ ὀφείλει ὁ μοναχὸς νὰ βοηθῇ τὸν κόσμον.
Ὁ μοναχὸς εἶναι ἱκέτης ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου· θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον· καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται τὸ κύριον ἔργο αὐτοῦ.
Ποῖος ἆρά γε προτρέπει αὐτόν, ὅπως χέῃ δάκρυα δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον;
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐμπνέει τὸν μοναχόν. Αὐτὸς δίδει εἰς τὸν μοναχὸν τὴν ἀγάπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἐκ τῆς ἀγάπης αὐτῆς ἡ καρδία τοῦ μοναχοῦ εἶναι πάντοτε περίλυπος διὰ τὸν λαόν, ἐπειδὴ δὲν σῴζονται πάντες. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἦτο τοσοῦτον περίλυπος διὰ τὸν λαόν, ὥστε παρέδωκεν Ἑαυτὸν εἰς τὸν διὰ σταυροῦ θάνατον. Καὶ ἡ Παναγία τὴν αὐτὴν λύπην διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἔφερεν ἐν τῇ καρδίᾳ Αὐτῆς καὶ ὁμοίως πρὸς τὸν Ἠγαπημένον Αὐτῆς Υἱὸν εἰς τέλος ἐπόθει τὴν σωτηρίαν τοῦ σύμπαντος κόσμου.
Τὸ αὐτὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἔδωκεν ὁ Κύριος καὶ εἰς τοὺς Ἀποστόλους, καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους ἡμῶν Πατέρας, καὶ εἰς τοὺς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διακονία ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Καὶ διὰ τοῦτο οὔτε οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ ἀπασχολῶνται εἰς κοσμικὰ προβλήματα, ἀλλὰ νὰ μιμῶνται τὴν Θεομήτορα, Ἥτις ἐντὸς τοῦ Ναοῦ, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐμελέτα ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου καὶ ἔμενε πρεσβεύουσα ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
Δὲν εἶναι ἔργον τοῦ μοναχοῦ, ἵνα διακονῇ τὸν κόσμον ἐκ τοῦ κόπου τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Οἱ ἐν τῷ κόσμῳ προσεύχονται ὀλίγον, ὁ δὲ μοναχὸς διηνεκῶς. Χάρις εἰς τοὺς μοναχοὺς ἡ προσευχὴ ἐπὶ τῆς γῆς οὐδέποτε παύει. Καὶ ἐν τούτῳ ὠφελεῖται ὅλος ὁ κόσμος, διότι ὁ κόσμος ἵσταται διὰ τῆς προσευχῆς, ὅταν δὲ ἐξασθενήσῃ ἡ προσευχή, τότε θὰ ἀπολεσθῇ ὁ κόσμος.
Καὶ τί δύναται νὰ παραγάγῃ ὁ μοναχὸς διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ; Θὰ κερδίσῃ ἀσήμαντόν τι ποσὸν διὰ τὴν ἐργασίαν ὅλης τῆς ἡμέρας. Τί εἶναι τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Μία σκέψις ὅμως εὐάρεστος εἰς τὸν Θεὸν τελεῖ θαύματα. Βλέπομεν τοῦτο ἐκ τῆς Γραφῆς.
Ὁ προφήτης Μωϋσῆς προσηυχήθη νοερῶς, καὶ ὁ Κύριος εἶπεν εἰς αὐτόν, Μωϋσῆ, τί βοᾷς πρός Με, καὶ ἔσῳσεν ὁ Κύριος τοὺς Ἰσραηλίτας ἐκ τοῦ ὀλέθρου (Ἐξ. ιδ´ 15). Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἐβοήθει τὸν κόσμον διὰ τῆς προσευχῆς καὶ οὐχὶ διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Ὁ Ὅσιος Σέργιος διὰ τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς ἐβοήθησε τὸν Ρωσικὸν λαὸν νὰ ἀπελευθερωθῇ ἐκ τοῦ ταταρικοῦ ζυγοῦ. Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ προσηυχήθη νοερῶς, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατέβη ἐπὶ τοῦ Μοτοβίλωφ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ κύριον ἔργον τῶν μοναχῶν.
Ἐὰν ὅμως ὁ μοναχὸς εἶναι ἀμελὴς καὶ δὲν ἔφθασεν εἰς ἀδιάλειπτον θεωρίαν τοῦ Θεοῦ, τότε ἂς διακονῇ τοὺς προσκυνητὰς καὶ ἂς ὑπηρετῇ τοὺς κοσμικοὺς ἐκ τῶν κόπων αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι εὐάρεστον εἰς τὸν Θεόν, ἀλλὰ γνώριζε ὅτι αὐτὸ εἶναι μακρὰν τοῦ ἀληθινοῦ μοναχισμοῦ.
Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ παλαίῃ κατὰ τῶν παθῶν καὶ βοηθούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ νικᾷ ταῦτα. Ὁ μοναχὸς ἄλλοτε μὲν ἀπολαύει μακαριότητος ἐν τῷ Θεῶ καὶ ζῇ ὡς ἐν τῷ παραδείσῳ, πλησίον τοῦ Θεοῦ, ἄλλοτε δὲ θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον, διότι ἐπιθυμεῖ ὅπως πάντες σωθοῦν.
Οὕτω τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει τὸν μοναχὸν νὰ ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, νὰ ἀγαπᾷ καὶ τὸν κόσμον.
Θὰ εἴπῃς, ἴσως, ὅτι νῦν δὲν ὑπάρχουν τοιοῦτοι μοναχοί, οἵτινες προσεύχονται διαπύρως ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐγὼ ὅμως θὰ εἴπω εἰς σὲ ὅτι, ὅταν ἐπὶ τῆς γῆς δὲν θὰ ὑπάρχουν πλέον ἄνθρωποι πρεσβεύοντες ὑπὲρ τοῦ κόσμου, τότε ὁ κόσμος θὰ παρέλθῃ, θὰ ἔλθουν αἱ μεγάλαι ὠδῖνες. Καὶ ἤδη ὑπάρχουν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν.
Ὁ κόσμος ἵσταται διὰ τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων. Καὶ ὁ μοναχὸς ἐκλήθη, ἵνα προσεύχηται ὑπὲρ τοῦ κόσμου δι᾿ ὅλου τοῦ εἶναι αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ διακονία αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο μὴ ἐπιβαρύνετε αὐτὸν διὰ κοσμικῶν μεριμνῶν. Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ ζῇ ἐν συνεχεῖ ἐγκρατείᾳ. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἀπησχολημένος εἰς κοσμικὰς φροντίδας, τότε ἀναγκάζεται νὰ τρώγῃ πλεῖον, καὶ ἐκ τούτου προκαλεῖται γενικὴ ζημία, διότι ὁ τρώγων ὑπὲρ τὸ δέον δὲν δύναται πλέον νὰ προσεύχηται, ὡς ὤφειλεν. Ἡ χάρις ἀγαπᾷ νὰ ζῇ ἐν ἀπεξηραμμένῳ δι᾿ ἀσκήσεως σώματι.
Ὁ κόσμος νομίζει ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι ἀνωφελὲς γένος. Ἀλλ᾿ ἀδίκως σκέπτονται οὕτω. Δὲν γνωρίζουν ὅτι ὁ μοναχὸς εἶναι εὐχέτης ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Δὲν βλέπουν τὰς προσευχὰς αὐτοῦ καὶ δὲν γνωρίζουν ὁπόσον ἐλεημόνως δέχεται αὐτὰς ὁ Κύριος. Οἱ μοναχοὶ διεξάγουν ἰσχυρὸν πόλεμον κατὰ τῶν παθῶν καὶ διὰ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν θὰ εἶναι μεγάλοι παρὰ τῷ Θεῷ.
Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι ἀνάξιος νὰ ὀνομάζωμαι μοναχός. Ἔζησα ὑπὲρ τὰ τεσσαράκοντα ἔτη ἐν τῇ Μονῇ καὶ αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν ὡς ἀρχάριον ὑποτακτικόν. Γνωρίζω ὅμως μοναχούς, οἵτινες εἶναι πλησίον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Ὁ Κύριος εἶναι τοσοῦτον ἐγγὺς ἡμῶν, ἐγγύτερον τοῦ ἀέρος, τὸν ὁποῖον ἀναπνέομεν. Ὁ ἀὴρ εἰσέρχεται εἰς τὸ σῶμα καὶ φθάνει μέχρι τῆς καρδίας, ἀλλ᾿ ὁ Κύριος ζῇ ἐντὸς τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου: «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω… καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς Πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ Μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Β´ Κορ. στ´ 16-18).
Ἰδοὺ ἡ χαρὰ ἡμῶν: Ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν καὶ ἐν ἡμῖν.
Γνωρίζουν τοῦτο ἆρα γε πάντες; Δυστυχῶς, οὐχὶ πάντες, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνοι οἵτινες ἐταπεινώθησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέκοψαν τὸ ἴδιον αὐτῶν θέλημα, διότι ὁ Θεὸς «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται», ζῇ δὲ μόνον ἐν τῇ ταπεινῇ καρδίᾳ. Ὁ Κύριος χαίρει, ὅταν ἐνθυμώμεθα τὴν εὐσπλαγχνίαν Αὐτοῦ καὶ ἐξομοιούμεθα πρὸς Αὐτὸν διὰ τῆς ταπεινώσεως.
Ὅπως ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας εἶχον τὰς καρδίας καιομένας, ὅτε περιεπάτει μετ᾿ αὐτῶν ὁ Κύριος, οὕτω καὶ νῦν αἱ καρδίαι πολλῶν μοναχῶν καίουν ἐκ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον καὶ αἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἐν ταπεινώσει πνεύματος καὶ ἐν ἀγάπῃ ἐκολλήθησαν εἰς τὸν Ἕνα Θεόν. Ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ, ὅστις ἔχει προσπάθειαν πρὸς χρήματα ἢ πράγματα ἢ γενικῶς πρὸς ὅ,τιδήποτε γήϊνον, δὲν δύναται νὰ ἀγαπήσῃ τὸν Θεόν, ὡς θὰ ἔπρεπε, διότι ὁ νοῦς αὐτοῦ διχάζεται καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὰ πράγματα, ἐνῷ ὁ Κύριος εἶπεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δουλεύωμεν εἰς δύο κυρίους. Οὕτως ὁ νοῦς τῶν κοσμικῶν ἀπασχολεῖται εἰς τὰ γήϊνα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ ἀγαποῦν τὸν Θεόν, ὅπως ἀγαποῦν Αὐτὸν οἱ μοναχοί.
Ἂν καὶ ὁ μοναχὸς καταγίνηται καὶ εἰς τὰ ἐπίγεια, ὅσον τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ζωὴν τοῦ σώματος, τὸ πνεῦμα ὅμως αὐτοῦ καίει ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεόν. Ἂν καὶ ἐργάζηται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ, ἐν τούτοις διὰ τοῦ νοῦ μένει ἐν τῷ Θεῷ. Ὅπως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκήρυττον τὸν λόγον εἰς τὸν λαόν, ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἦτο πλήρως ἐν τῷ Θεῷ -διότι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔζη ἐντὸς αὐτῶν καὶ ὡδήγει τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν- ὁμοίως καὶ ὁ μοναχός, ἔστω καὶ ἂν ἐν σώματι κάθηται ἐντὸς τοῦ μικροῦ καὶ πτωχοῦ κελλίου αὐτοῦ, πνεύματι θεωρεῖ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ. Ἐν παντὶ φυλάττει τὴν συνείδησιν αὐτοῦ καθαράν, ὅπως μὴ θλίψῃ διά τινος τὸν ἀδελφόν, μὴ λυπήσῃ τὸ ἐν αὐτῷ Ἅγιον Πνεῦμα διά τινος κακοῦ λογισμοῦ· ταπεινοῖ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως ἐκδιώκει τοὺς ἐχθροὺς ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀπ᾿ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ζητοῦν τὰς προσευχὰς αὐτοῦ.
Ὑπάρχουν μοναχοί, οἵτινες γνωρίζουν τὸν Θεόν, γνωρίζουν καὶ τὴν Θεοτόκον καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους καὶ τὸν παράδεισον· συγχρόνως δὲ οὗτοι γνωρίζουν καὶ τοὺς δαίμονας καὶ τὰ κολαστήρια τοῦ ᾅδου, καὶ γνωρίζουν ταῦτα ἐκ πείρας.
Πνεύματι Ἁγίῳ ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸν Θεόν. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δίδει, κατὰ τὸ ἐφικτὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἵνα γνωρίσῃ οὗτος, ἔτι ἐντεῦθεν, τὴν χαρὰν τοῦ παραδείσου, τὴν ὁποίαν ἄνευ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ, καὶ ἀποθνῄσκει.
Ἐκ τῆς πολυετοῦς πείρας ὁ μοναχὸς διεξάγει τὸν πόλεμον κατὰ τῶν ὑπερηφάνων ἐχθρῶν, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει καὶ σοφοῖ αὐτὸν καὶ δίδει εἰς αὐτὸν τὴν δύναμιν νὰ νικήσῃ. Ὁ σοφὸς μοναχὸς διὰ τῆς ταπεινώσεως ἀποκρούει πᾶσαν ὑψηλοφροσύνην καὶ ὑπερηφανίαν. Λέγει:
«Εἶμαι ἀνάξιος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ παραδείσου. Ἐγὼ εἶμαι ἄξιος τῶν βασάνων τοῦ ᾅδου καὶ αἰωνίως θὰ καίωμαι ἐν τῷ πυρί. Ἀληθῶς, εἶμαι χείριστος πάντων καὶ ἀνάξιος ἐλέους».
Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει νὰ σκεπτώμεθα οὕτω περὶ ἑαυτῶν. Καὶ ὁ Κύριος χαίρει δι᾿ ἡμᾶς, ὅταν ταπεινοῦμεν καὶ καταδικάζωμεν ἑαυτούς, καὶ δίδει εἰς τὴν ψυχὴν χάριν.
Ὅστις ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, οὗτος ἐνίκησε τοὺς ἐχθρούς. Ὅστις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ θεωρεῖ ἑαυτὸν ἄξιον τῆς αἰωνίου φλογός, εἰς αὐτὸν οὐδεὶς ἐχθρὸς δύναται νὰ προσεγγίσῃ, καὶ τότε ἐν τῇ ψυχῇ δὲν ὑπάρχει τόπος δι᾿ ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀλλ᾿ ὅλος ὁ νοῦς καὶ ὅλη ἡ καρδία μένουν σταθερῶς ἐν τῷ Θεῷ. Ὅστις δὲ ἐγνώρισε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἔμαθε παρ᾿ Αὐτοῦ τὴν ταπείνωσιν, οὗτος ἐγένετο ὅμοιος πρὸς τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ Ἰησοῦν Χριστόν, τὀν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.
Πάντες ἡμεῖς, οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ κυρίως οἱ μοναχοί, διεξάγομεν ἀγώνα κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Εὑρισκόμεθα ἐν πολέμῳ, καὶ ἡ μάχη ἡμῶν γίνεται καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν, καὶ ὅστις ἀγαπᾷ νὰ ἀποκόπτῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ, μένει ἄτρωτος ἐκ τοῦ ἐχθροῦ. Ἵνα νικήσῃς δὲ τελείως τὸν ἐχθρόν, πρέπει νὰ μάθῃς τὴν κατὰ Χριστὸν ταπείνωσιν.
Ἀλλ᾿ ἂς μὴ ἀπογινώσκωμεν ἑαυτούς, διότι ὁ Κύριος εἶναι ἀπείρως ἐλεήμων καὶ ἀγαπᾷ ἡμᾶς.
Ὁ Θεὸς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δίδει εἰς τὴν ψυχὴν νὰ γνωρίσῃ ποία προσευχὴ προσιδιάζει εἰς ἀρχαρίους, ποία εἶναι μέση καὶ ποία τελεία. Ἀλλὰ καὶ τὴν τελείαν προσευχὴν ὁ Κύριος δέχεται, οὐχὶ διότι ἡ ψυχὴ εἶναι τελεία, ἀλλὰ διότι Οὗτος εἶναι ἐλεήμων καὶ θέλει, ὡς φιλόστοργος μήτηρ, νὰ παρηγορήσῃ τὴν ψυχήν, ὥστε ἔτι μᾶλλον νὰ ζέῃ καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ ἀνάπαυσιν ἡμέρας καὶ νυκτός.
Ἡ καθαρὰ προσευχὴ χρῄζει ψυχικῆς εἰρήνης, ἡ δὲ εἰρήνη ἐν τῇ ψυχῇ εἶναι ἀδύνατος χωρὶς ὑπακοῆς καὶ ἐγκρατείας.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔθεσαν τὴν ὑπακοὴν ὑπὲρ τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχήν, διότι ἄνευ τῆς ὑπακοῆς ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ νομίζῃ περὶ ἑαυτοῦ ὅτι εἶναι σπουδαῖος ἀσκητὴς καὶ εὐχέτης. Ὅστις δὲ ἀπέκοψεν ἐν πᾶσι τὸ θέλημα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ γέροντος καὶ τοῦ πνευματικοῦ, οὗτος ἔχει νοῦν καθαρόν.
Ὁ ἀνυπήκοος μοναχὸς οὐδέποτε θὰ γνωρίσῃ τί ἐστιν ἡ καθαρὰ προσευχή. Ὁ ἀγέρωχος καὶ αὐθαίρετος, καὶ ἂν ἔτι ἔζῃ ἑκατὸν χρόνους ἐν τῇ Μονῇ, οὐδὲν πνευματικὸν θὰ ἐμάνθανε, διότι διὰ τῆς ἀνυπακοῆς προσβάλλει τοὺς γέροντας καὶ ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῶν τὸν Θεόν.
Οὐαὶ εἰς τὸν μοναχὸν ἐκεῖνον ὅστις δὲν ὑπακούει εἰς τοὺς γέροντας. Προτιμότερον νὰ ἔμενεν εἰς τὸν κόσμον. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ οἱ ἄνθρωποι ὑπακούουν εἰς τοὺς γονεῖς καὶ ἐκτιμοῦν τοὺς πρεσβυτέρους, ὑποτάσσονται εἰς τοὺς ἀνωτέρους καὶ εἰς τὰς ἀρχάς.
Οὐαὶ εἰς ἡμᾶς. Ὁ Κύριος, ὁ Βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἐταπείνωσεν Ἑαυτὸν καὶ ὑπετάσσετο εἰς τὴν Μητέρα Αὐτοῦ καὶ τὸν Ἅγιον Ἰωσήφ, ἡμεῖς δὲ δὲν θέλομεν νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὸν γέροντα, πνευματικὸν πατέρα, τὸν ὁποῖον ἀγαπᾷ ὁ Κύριος καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθη ἡμᾶς. Καὶ ἐὰν ὁ γέρων εἶναι δυσκόλου χαρακτῆρος, ὅπερ εἶναι διὰ τὸν ὑποτακτικὸν μέγαλη δυστυχία, ὅμως καὶ τότε ὁ ὑποτακτικὸς ὀφείλει νὰ προσεύχηται ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς τὸν Θεὸν ἐν πνεύματι ταπεινώσεως, καὶ ὁ Κύριος ὁπωσδήποτε θὰ ἐλεήσῃ καὶ τὸν ὑποτακτικὸν καὶ τὸν γέροντα αὐτοῦ
Μοναχοί τινες δυσφοροῦν καὶ εὑρίσκουν προφάσεις: ἢ ἡ ὑπακοὴ1 εἶναι δύσκολη, ἢ τὸ κελλίον εἶναι ἀκατάλληλον, ἢ ὁ Προεστὼς (ὁ Γέρων)2 ἔχει βίαιον χαρακτῆρα. Ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦν οὗτοι ὅτι οὔτε τὸ κελλίον, οὔτε τὸ διακόνημα, οὔτε ὁ Γέρων, ἀποτελοῦν τὴν πραγματικὴν αἰτίαν τῆς δυσφορίας αὐτῶν, ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ αὐτῶν εἶναι ἄρρωστος. Εἰς τὴν ὑπερήφανον ψυχὴν οὐδὲν ἀρέσκει, εἰς τὸν ταπεινὸν ἄνθρωπον ὅμως τὰ πάντα εἶναι ἀνεκτά.
Ἐὰν ὁ Προεστὼς εἶναι κακός, τότε εὔχου ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ θὰ ἔχῃς εἰρήνην ἐν τῇ καρδίᾳ. Ἐὰν τὸ κελλίον εἶναι ἀκατάλληλον ἢ τὸ διακόνημα φορτικὸν ἢ ἡ ἀσθένεια βαρεῖα, τότε λογίζου ἐν ἑαυτῷ, «ὁ Κύριος βλέπει καὶ γνωρίζει τὴν κατάστασίν μου· οὗτως ηὐδόκησεν ὁ Θεός», καὶ θὰ μένῃς εἰρηνικός. Ἐὰν ἡ ψυχὴ δὲν παραδοθῇ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὐδαμοῦ θὰ μένῃ εἰρηνική, καὶ ἐὰν εἰσέτι πολὺ νηστεύῃ καὶ προσεύχηται ἐκτενῶς. Ὅστις ἐνοχοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, διότι οὗτοι προσέβαλον αὐτόν, δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἶναι ἄρρωστος καὶ ὅτι αἱ προσβολαὶ δὲν εἶναι ἡ ἀληθινὴ αἰτία τῶν παθημάτων αὐτοῦ. Ὅστις ἐκπληροῖ τὸ ἴδιον θέλημα, οὗτος οὐδόλως εἶναι σοφός· ὅστις ὅμως εἶναι ὑπήκοος, ἐκεῖνος ταχέως προοδεύει, διότι ἀγαπᾷ αὐτὸν ὁ Κύριος. Ἐὰν εἲς τινα ὑπάρχῃ ἔστω καὶ μικρὰ χάρις Ἁγίου Πνεύματος, οὗτος ἀγαπᾶ πᾶσαν ἐξουσίαν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ χαρᾶς ὑποτάσσεται εἰς αὐτὴν πρὸς δόξαν Θεοῦ. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν τοῦτο εἶναι γνωστὸν δι᾿ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ οἱ Πατέρες ἔγραψαν περὶ τούτου.
Εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρήσωμεν τὴν ψυχικὴν εἰρήνην, ἐὰν δὲν φυλάττωμεν τὸν νοῦν. Ἐὰν θέλῃ τις νὰ ἔχῃ ψυχικὴν εἰρήνην, πρέπει νὰ εἶναι ἐγκρατής, διότι ἡ εἰρήνη φυγαδεύεται καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος ἡμῶν. Δὲν πρέπει νὰ εἶσαι περίεργος· ἀπόφευγε νὰ ἀναγινώσκῃς ἐφημερίδας ἢ κοσμικὰ βιβλία, ἅτινα ἐρημοῦν τὴν ψυχὴν καὶ φέρουν ἀκηδίαν καὶ σύγχυσιν. Μὴ κατακρίνῃς τοὺς ἄλλους, διότι πολλάκις συμβαίνει οἱ ἄνθρωποι, μὴ γνωρίζοντές τινα, νὰ κατηγοροῦν αὐτόν, ἐνῷ οὗτος κατὰ τὸν νοῦν εἶναι ὅμοιος πρὸς ἀγγέλους. Μὴ θελήσῃς νὰ γνωρίζῃς τὰς ξένας ὑποθέσεις, ἀλλὰ μόνον τὰς σεαυτοῦ. Φρόντιζε μόνον νὰ ἐμπιστεύησαι εἰς τοὺς γέροντας, καὶ τότε, ἕνεκα τῆς ὑπακοῆς, ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήσῃ διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ.
Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κοινοβίῳ ἀπομακρύνεται κυρίως, διότι δὲν ἐμάθομεν νὰ ἀγαπῶμεν τὸν ἀδελφὸν κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Ἐὰν ἀδελφός τις σὲ προσβάλῃ καὶ σὺ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δεχθῇς ἐναντίον αὐτοῦ λογισμὸν ὀργῆς ἢ κρίνῃς ἢ μισήσῃς αὐτόν, τότε θὰ αἰσθανθῇς ὅτι ἡ χάρις σὲ ἐγκατέλειψε καὶ ἡ εἰρήνη ἀπωλέσθη. Διὰ τὴν ψυχικὴν εἰρήνην ὀφείλει νὰ μάθῃ ἡ ψυχὴ νὰ ἀγαπᾷ ἐκεῖνον, ὅστις προσέβαλεν αὐτήν, καὶ εὐθὺς νὰ προσεύχηται ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν δύναται ἡ ψυχὴ νὰ ἔχῃ εἰρήνην, ἐὰν δὲν ζητῇ παρὰ τοῦ Κυρίου ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεως τὸ χάρισμα νὰ ἀγαπᾷ πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», καὶ ἡμεῖς, ἐὰν δὲν ἀγαπῶμεν τοὺς ἐχθρούς, δὲν θὰ ἔχωμεν εἰρήνην ἐν τῇ ψυχῇ. Ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ἀποκτήσωμεν ὑπακοήν, ταπείνωσιν καὶ ἀγάπην, ἄλλως πᾶσαι αἱ μεγάλαι ἀσκήσεις καὶ ἀγρυπνίαι ἡμῶν ἀποβαίνουν μάταιαι. Γέρων τις εἶδε τοιαύτην ὅρασιν: Ἄνθρωπός τις ἔχεεν ὕδωρ εἰς σκάφην τινά, ἥτις ἦτο διάτρητος εἰς τὸν πυθμένα. Προσεπάθει ἐπὶ πολὺ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ συνεχῶς διέρρεε καὶ ἡ σκάφη παρέμενε κενή. Ὁμοίως καὶ ἡμεῖς ζῶμεν ἀσκητικῶς, ἀλλὰ παραλείπομεν ἀρετήν τινα καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἡ ψυχὴ μένει κενή.
Ὦ, ἀδελφοί, ἀθληταὶ Χριστοῦ, ἂς μὴ γινώμεθα ράθυμοι εἰς τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν προσευχήν, ἀλλ᾿ ἂς μένωμεν ἀφωσιωμένοι εἰς τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα δι᾿ ὅλου τοῦ βίου ἡμῶν. Ἐγνώρισα πολλοὺς μοναχούς, οἵτινες προσῆλθον εἰς τὴν Μονὴν μετὰ καιομένης ψυχῆς, ἀλλ᾿ ὕστερον ἐγκατέλειψαν τὸν πρῶτον ζῆλον. Γνωρίζω καὶ ἄλλους, οἵτινες ἐφύλαξαν τὴν πρώτην θέρμην μέχρι τέλους.
Ἵνα τηρήσωμεν τὸν ζῆλον, πρέπει συνεχῶς νὰ ἐνθυμώμεθα τὸν Κύριον καὶ νὰ σκεπτώμεθα: «Ἔφθασε τὸ τέλος μου καὶ ὀφείλω νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πρὸς κρίσιν». Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ διαμένῃ συνεχῶς ἑτοίμη πρὸς τὸ θάνατον, τότε παύει πλέον νὰ φοβῆται αὐτόν, ἀλλ᾿ ἔρχεται εἰς μετάνοιαν καὶ ταπεινὴν προσευχήν, διὰ τῆς ὁποίας καθαίρεται ὁ νοῦς καὶ δὲν θέλγεται πλέον ὑπὸ τοῦ κόσμου καὶ ἀρχίζει ἐν πνεύματι Χριστοῦ νὰ ἀγαπᾷ τοὺς πάντας καὶ νὰ χέῃ δάκρυα, προσευχόμενος ὑπὲρ τοῦ κόσμου. Ὅταν ὅμως λάβῃς τοῦτο, γνώριζε ὅτι εἶναι δῶρον τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ὁ δὲ ἄνθρωπος μόνος ἀφ᾿ ἑαυτοῦ εἶναι μηδέν, γῆ ἁμαρτωλός.
Εἶδον ἀνθρώπους, οἵτινες ἦσαν ἐνάρετοι, ὅτε προσῆλθον εἰς τὴν Μονήν, ἀλλ᾿ ὕστερον ἐχαυνώθησαν. Εἶδον καὶ ἄλλους, οἵτινες ἦλθον διεφθαρμένοι, ὕστερον ὅμως ἐγένοντο ταπεινοὶ καὶ πρᾶοι, καὶ ἔχαιρεν ἡ ψυχὴ νὰ βλέπῃ αὐτούς.
Γνωρίζω μοναχόν τινα, ὅστις, ὅτε ἦτο νέος, παρέκαμπτε τὰ χωρία, ἵνα μὴ πέσῃ εἰς πειρασμόν, καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπεν εἰς ἐμὲ ὁ ἴδιος ὅτι ἐπὶ δύο ὥρας προσέβλεπε μετ᾿ ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας εἰς τὸν κόσμον, τὸν εὑρισκόμενον ἐπὶ τῆς γέφυρας πλοίου. Οὕτω δύναται νὰ ἀλλάξῃ ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὰ κοσμικὰ πάθη. Καὶ ὅμως οὗτος ἦτο δέκα ἑπτὰ ἐτῶν νέος, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Μονήν, ἔνθα ἔζησε μοναχὸς ἐπὶ τριάκοντα καὶ πέντε ἔτη. Ἐκ τούτου εἶναι φανερὸν ὅτι πρέπει νὰ φοβώμεθα μὴ σβεσθῇ ἐντὸς ἡμῶν ἐκεῖνο τὸ πῦρ, ὅπερ ἐνέπνευσεν ἡμᾶς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸν κόσμον διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου.
Πολλοὶ μοναχοὶ γνωρίζουν τὴν χάρην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι γλυκὺ καὶ τοσοῦτον ἀγαπητὸν εἰς τὴν ψυχήν, ὥστε, καὶ ἂν ἴδῃ ὡραίαν κόρην ὁ μοναχός, μένει ἄτρωτος ἐκ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Ὅστις ὅμως ἔχει τὴν χάριν μόνον ἐν τῇ ψυχῆ, ἐκεῖνος φοβεῖται εἰσέτι τὴν ἁμαρτίαν, ἐπειδὴ αἰσθάνεται ὅτι ἕλκουν αὐτὸν εἰσέτι τὰ πάθη καὶ ζῇ ἐντὸς αὐτοῦ ἡ ἁμαρτία.
Τινὲς ἔμαθον νὰ προσεύχωνται εὑρισκόμενοι ἐν τοῖς κινδύνοις τοῦ πολέμου, ὅπου φονεύουν μόνον τὸ σῶμα, ἡμεῖς ὅμως, οἱ μοναχοί, διεξάγομεν ἄλλον πόλεμον ἐντὸς ἡμῶν, ὅπου ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀπολεσθῇ ἡ ψυχή. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ προσευχώμεθα μετὰ μεγαλυτέρας σπουδῆς καὶ θέρμης, ὥστε ἡ ψυχὴ ἡμῶν νὰ διαμένῃ πάντοτε μετὰ τοῦ Κυρίου. Ὀφείλομεν οὐχὶ μόνον νὰ καταφεύγωμεν εἰς Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ συνεχῶς νὰ μένωμεν ἐν Αὐτῷ. Καθὼς οἱ Ἄγγελοι πάντοτε διακονοῦν τὸν Θεὸν νοερῶς, οὕτω καὶ ὁ μοναχὸς πάντοτε ὀφείλει νὰ εὑρίσκεται νοερῶς ἐν τῷ Θεῷ καὶ νὰ μελετᾷ τὸν νόμον Αὐτοῦ ἡμέρας καὶ νυκτός.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅμοιος πρὸς μέγαν, ὡραῖον κῆπον, ἐν τῷ ὁποίῳ ζῇ καὶ Αὐτὸς ὁ Κύριος καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι Αὐτοῦ: Προφῆται, Ἀπόστολοι, Ἱεράρχαι, Μάρτυρες καὶ Ὅσιοι ταπεινοὶ ἀσκηταί. Καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι συνήχθησαν θαυμαστῶς ὑπὸ τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ· καὶ ἡ ψυχὴ χαίρει δι᾿ αὐτὴν τὴν ἁγίαν, μεγάλην καὶ θαυμαστὴν Σύναξιν.
Πολλοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ γνωρίζουν καὶ νὰ βλέπουν τὸν βασιλέα, ἄνθρωπον θνητόν· ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃς τὸν Κύριον, τὸν Βασιλέα τῆς αἰωνίου δόξης, εἶναι πολυτιμότερον πάντων.
Ὦ, ἀδελφοί, μελετᾶτε ἔτι πλεῖον τὸ Εὐαγγέλιον, τὰς ἐπιστολὰς τῶν Ἀποστόλων καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Διὰ τῆς μελέτης αὐτῆς ἡ ψυχὴ θὰ γνωρίσῃ τὸν Θεόν, καὶ ὁ νοῦς τοσοῦτον ἁρπάζεται ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ὥστε ὁ κόσμος «λησμονεῖται» ἐντελῶς, ὡς νὰ μὴ ἐγεννήθη αὕτη εἰς τὸν κόσμον.
Ὁ Κύριος ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ θέλει ἵνα ἡμεῖς ἀκολουθῶμεν αὐτό. Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τούτου ὁ Κύριος διδάσκει ἡμᾶς καὶ διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ. Ἐν τούτοις οὐχὶ πάντες δύνανται νὰ ἐννοήσουν τοῦτο, εἰ μὴ μόνον σπάνιοι, οἵτινες ταπεινῶς ἀπεξεδύθησαν τὸ ἴδιον θέλημα. Ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ ἐρωτῶμεν τοὺς ἁγίους πνευματικοὺς καὶ οὗτοι θὰ ὁδηγήσουν ἡμᾶς πρὸς τὸν Χριστόν, διότι εἰς αὐτοὺς ἐδόθη ἡ χάρις τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν». Ὕπαγε εἰς τὸν πνευματικὸν μετὰ πίστεως καὶ θὰ λάβῃς τὸν παράδεισον.
Εἶναι καλὸν εἰς τὸν μοναχὸν νὰ εἶναι ὑπήκοος καὶ νὰ ἐξομολογῆται καθαρῶς, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ὁ πνευματικὸς ὁποίας σκέψεις ἀγαπᾷ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ. Ὁ τοιοῦτος μοναχὸς πάντοτε θὰ ἔχῃ εἰρήνην ἐν τῷ Θεῷ, καὶ ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ θὰ γεννῶνται θεῖοι λογισμοί, καὶ ὁ νοῦς αὐτοῦ θὰ φωτίζηται ὑπὸ τῆς χάριτος, ἡ δὲ καρδία αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀναπεπαυμένη ἐν τῷ Θεῷ.
Ζῇ τοιοῦτος μοναχὸς ἐπὶ τῆς γῆς ἐν μέσῳ σκανδάλων καὶ παντοίων πειρασμῶν, ἀλλ᾿ οὐδὲν φοβεῖται, διότι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐστερεώθη ἐν τῷ Θεῷ καὶ ἠγάπησεν Αὐτόν, καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ ὅλη εἶναι πῶς νὰ ταπεινώσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, διότι ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τὴν ταπεινὴν ψυχὴν καὶ ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διότι ἔχει Αὐτὸν τὸν Κύριον Διδάσκαλον αὐτῆς.
Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν ὑπάρχουν πολλοὶ ἀσκηταί, οἵτινες εἶναι εὐάρεστοι εἰς τὸν Θεόν, ἂν καὶ δὲν θαυματουργοῦν φανερῶς.
Ἀλλ᾿ ἰδοὺ τὸ θαῦμα, ὅπερ εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν. Ἐὰν ἡ ψυχή σου ταπεινωθῇ, ὅπως πρέπει, τότε ὁ Ἐλεήμων Κύριος θὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν χαρὰν μεγάλην καὶ κατάνυξιν. Ἐὰν ὅμως ἡ ψυχή σου κλίνῃ ὀλίγον εἰς τὴν ὑπερηφάνιαν, ἐμπίπτει τότε εἰς ἀκηδίαν καὶ σκοτισμόν. Περὶ τούτου ὅμως γνωρίζουν μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐμμένουν εἰς τὴν ἄσκησιν.
Ἐὰν ἦλθες εἰς τὴν Μονὴν μετ᾿ ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον, ἔστω καὶ οὐχὶ μεγάλης, καὶ λογίζησαι ὅτι ὁ Κύριος σὲ ὁδήγησεν ἐνταῦθα καὶ Αὐτὸς κατευθύνει τοὺς γέροντάς σου, τότε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ σκηνώσῃ ἐντός σου καὶ ὁ Κύριος θὰ δώσῃ εἰς σὲ εἰρήνην καὶ διάκρισιν τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, καὶ ἡ ψυχή σου θὰ διώκῃ τὸ ἀγαθὸν ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν, διότι ἐτέρφθη ἐν τῶ νόμῳ τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν εἰσῆλθες εἰς τὸ Κοινόβιον, ἀνδρίζου καὶ ἂς μὴ ταράττηται ἡ ψυχή σου.
Ἐὰν διακονῇς εἰς τὸν ξενῶνα, ὁμοίαζε πρὸς τὸν Ἀβραάμ, ὅστις ἠξιώθη νὰ φιλοξενήσῃ τοὺς τρεῖς θαυμαστοὺς Ὁδοιπόρους. Ταπεινῶς καὶ μετὰ χαρᾶς ὑπηρέτει πατέρας καὶ ἀδελφοὺς καὶ προσκυνητάς, καὶ θὰ λάβῃς Ἀβραμιαίαν ἀμοιβήν.
Ἐὰν εἶσαι εἰς ἐργασίας μεταξὺ ἀδελφῶν καὶ ὑπομένῃς τὰ τυχὸν σκάνδαλα, τότε ὁμοίαζε πρὸς τοὺς διὰ Χριστὸν σαλούς. Ἐκεῖνοι προσηύχοντο δι᾿ ὅσους ὕβριζον αὐτούς, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἦτο εὔκολον εἰς αὐτοὺς νὰ ζοῦν μετὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ὑποφέρουν παντοίας θλίψεις.
Ἐὰν τελῇς διακόνημα τι, ἔστω καὶ ἂν διὰ τοῦ νοὸς διασκορπίζησαὶ ποτε, ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων πρὸς σέ. Ὁ δὲ παρήκοος μόνος ἀποδιώκει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν πάλιν ἡσυχάζῃς ἐντὸς κελλίου, τότε μιμοῦ τὴν ἡσυχίαν Ἀρσενίου τοῦ Μεγάλου, ἵνα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατευθύνῃ τὸ πλοῖον τῆς ψυχῆς σου.
Ἐὰν τυχὸν ἀποκάμῃς, ἐνθυμοῦ τοὺς ἐλεητικοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «Δεῦτε πρός Με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια´ 28). Τὴν ἀνάπαυσιν αὐτὴν λαμβάνει ἡ ψυχὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίω διὰ τὴν μετάνοιαν.
Ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τὴν ψυχήν, ἥτις ἀναζητεῖ Αὐτὸν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, διότι Αὐτὸς εἶπε: «Τοὺς Ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ Ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν» (Παρ. η´ 17). Καὶ ἡ χάρις αὕτη μετὰ δακρύων ἕλκει τὴν ψυχὴν εἰς ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ.
Σημειώσεις:
1. Εἰς τὴν δεδομένην περίπτωσιν ὑπὸ τὸν ὅρον «ὑπακοὴ» δηλοῦται ἡ ἐργασία ἢ τὸ διακόνημα τὸ ἀνατεθὲν εἰς τὸν μοναχόν.
2. Ἡ ὀνομασία «Γέρων» (Στάρετς) ἐν τῆ ρωσικῇ ἐκκλησιαστικῇ συνειδήσει κατ᾿ ἐξοχὴν χρησιμοποιεῖται ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀσκητάς, οἵτινες διῆλθον μακρὰν δοκιμήν, ἐγνώρισαν διὰ πείρας τὴν πνευματικὴν πάλην, ἀπέκτησαν διὰ πολλῶν ἀγώνων τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως καὶ εἶναι ἱκανοὶ διὰ τῆς προσευχῆς νὰ συλλάβουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ περὶ τοῦ ἀνθρώπου, τουτέστι κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον βαθμὸν ἔλαβον τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητος, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύνανται νὰ χειραγωγοῦν πνευματικῶς τοὺς προστρέχοντας εἰς αὐτούς.
Ἐν τῷ Ἄθῳ ὁ ὅρος «Γέρων», ὡς τιμητικὴ ὀνομασία, ἔλαβε καὶ ἄλλας, οὕτως εἰπεῖν, τοπικὰς σημασίας. Ἐν τῶ Ρωσικῷ Κοινοβίῳ τῆς Σκήτης τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ὀνομάζουν Γέροντα τὸν Ἡγούμενον. Εἰς τὰ «Κελλία» Γέροντα ἀποκαλοῦν τὸν προεστῶτα τοῦ Κελλίου (μικροῦ οἰκήματος ἐξαρτωμένου ἔκ τινος Μονῆς). Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ τῆς Συνάξεως τῶν Γερόντων καλοῦνται «Γέροντες». Συχνάκις Γέροντα ὀνομάζουν ἐν γένει ἡλικιωμένον ἀσκητὴν μοναχόν.
Ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος οἱ ὑποτασσόμενοι μοναχοὶ εἰς ἔνδειξιν σεβασμοῦ Γέροντα ἀποκαλοῦν τὸν ὑπεύθυνον αὐτῶν, τουτέστι τὸν γεροντότερον, τὸν διευθύνοντα τὸ μοναστηριακὸν διακόνημα ἢ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἐτάχθη ὁ μοναχός. Σὺν τῷ χρόνῳ ἡ τιμητικὴ αὕτη ὀνομασία ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Μονῇ διὰ τοὺς ὑπευθύνους τῶν ἐργαστηρίων ἢ τῶν διακονημάτων.
Ὁ Γέρων Σιλουανὸς εἰς τὴν δεδομένην περίπτωσιν ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν τὴν τελευταίαν ταύτην, τοπικήν, μοναστηριακὴν σημασίαν τοῦ ὅρου.
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938)
Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου
Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ρωσικά
Ἔκδ. Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου,
Ἔσσεξ Ἀγγλίας.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Τα δύο είδη ταπεινώσεως: Η άκτιστη-Θεία και η κτιστή-ασκητική

Τα δύο είδη ταπεινώσεως: Η άκτιστη-Θεία και η κτιστή-ασκητική
11 Απριλίου 2013
Θρησκεία / Θεολογία    Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή να ταπεινωθούμε, για να ομοιάσουμε προς Αυτόν. Η ταπείνωση, σε αντίθεση με την υπερηφάνεια, ανοίγει την καρδιά με κίνηση αγάπης προς όλη την κτίση· κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ευτυχής βλέποντας τους άλλους σε δόξα. Καθιστά τον άνθρωπο αληθινά θεοειδή. Ελκύει σε αυτόν το Άκτιστο Φως του Θεού. Εμπνέει τη δίψα να ομοιωθεί με Αυτόν σε όλα τα επίπεδα. Κάποια χροιά της ταπεινώσεως της Θείας αγάπης έχει η αγάπη της μητέρας προς το παιδί της. Αυτή υπηρετεί το βρέφος, υποδουλώνει τον εαυτό της, χωρίς να αισθάνεται καμία εξουδένωση. Έτσι και στην αγάπη του Χριστού δεν υπήρξε εξουδένωση, όταν Αυτός, δίνοντάς μας υπόδειγμα, ένιψε τα πόδια των Αποστόλων κατά τον Μυστικό Δείπνο. Η αγάπη του Χριστού θέλει να υπηρετήσει τους «μικρούς» και αδυνάτους του αιώνος αυτού.
Δεν θα μας έδινε ο Κύριος την εντολή, «μη καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτων» (Ματθ. 18,10), αν ο Ίδιος δεν ενεργούσε με αυτό τον τρόπο. Η γνήσια πνευματική αγάπη ασπάζεται τον τόπο όπου στάθηκαν τα πόδια του Χριστού, που μας χάρισε την ουράνια αυτή κατάσταση. Η αγάπη του Χριστού, ως φορέας της αιωνιότητος που δεν γνωρίζει θάνατο, παραδίδεται στην υπηρεσία ή ακόμη και στην καταδαπάνησή της για τους άλλους.
Αυτό το Φως της αιωνιότητος είναι βεβαίως καθαρή δωρεά. Εμείς τίποτε δεν έχουμε «ως μη λαβόντες» (βλ. Α’ Κορ. 4,7). Ωστόσο το καθαρό αυτό δώρο αφομοιώνεται από μας με δύσκολο αγώνα, με τη σταύρωση μας. Και αυτό, για να μπορέσει ο Κύριος κατά την έσχατη κρίση να μας αποδώσει εκείνο που ο Ίδιος πραγματοποίησε μέσα μας με τον ερχομό Του.
Από την άλλη πλευρά δεν μπορώ να συναισθανθώ τον εαυτό μου ελεύθερο στην πράξη της αγάπης, αν η αγάπη ήταν μόνο ευχαρίστηση. Όταν είμαι «σταυρωμένος», τότε έχω την τόλμη να πω στον Πατέρα: «Σε αγαπώ», και η καρδιά γνωρίζει ότι η αγάπη αυτή είναι αληθινή και αγία. Έτσι ο Θεός ζητά αφορμή να καταγράψει σε μας κάθε καλή μας ενέργεια· εμείς όμως όλα τα αποδίδουμε σε Εκείνον. Επειδή δεν βρίσκουμε μέσα μας τίποτε άξιο της αιώνιας Βασιλείας, γινόμαστε κληρονόμοι και κάτοχοι της στην πληρότητα.
Ο Γέροντας Σιλουανός πριν από τη μακαρία λήξη του είπε: «Δεν ταπεινώθηκα ακόμη». Στις γραφές του Γέροντα χωρίς κόπο βρίσκουμε δύο είδη ταπεινώσεως: την ασκητική και τη θεία. Από ασκητική άποψη η ταπείνωση εκδηλώνεται με τη συναίσθηση του εαυτού μας ως «χειρίστου πάντων». Η Θεία όμως ταπείνωση δεν επιδέχεται σύγκριση. Είναι οντολογικό κατηγόρημα της Θείας Αγάπης. Η Αγάπη αυτή είναι απλή, χωρίς ίχνος υπερηφάνειας ή έπαρσης. Ο Θεός είναι ταπεινός· αντίθετος στην υπερηφάνεια. «Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. 4,8), ενώ η υπερηφάνεια αντιτάσσεται στην αληθινή αγάπη. Η ταπείνωση του Θεού έγκειται στο ότι Αυτός παραδίδει τον Εαυτό Του χωρίς όρια, σε όλη την πληρότητά Του. Αναφέρεται στη Γραφή: «Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιωάν. 4,6· Α’ Πέτρ. 5,5). «Αντιτάσσεται» σημαίνει δεν δέχεται αιώνια ένωση με τους υπερηφάνους· τους αφήνει να βασανίζονται στην υπερήφανη απομόνωσή τους, στην χωρίς αγάπη αποκοπή τους από τον Θεό και τα άλλα λογικά κτίσματα.
Λέγοντας ότι «ακόμη δεν ταπεινώθηκα» ο Γέροντας είχε υπ’ όψιν του τη Θεία «απερίγραπτη ταπείνωση», που γνώρισε κατά την εμφάνιση του Χριστού σε αυτόν. «Ακόμη δεν ταπεινώθηκα» σημαίνει, γνώρισα την ταπείνωση «Πνεύματι Αγίω», αλλά δεν μπόρεσα να την αποκτήσω στην πληρότητα.
Η αυτοεξουδένωση του Γέροντα δεν πρέπει να μας αποκρύπτει εκείνο που ο ίδιος έλεγε: «Αν κρατούσε ακόμη μία στιγμή η όραση (του Ζώντος Χριστού), θα πέθαινα». Συνεπώς, δεν μπορεί ο άνθρωπος «να αποκτήσει την ταπείνωση αυτή» και να παραμείνει ζωντανός. Θυμάμαι ότι κάποτε ο Γέροντας μου είπε: «Η γήινη φύση μας δεν αντέχει την τέλεια χάρη … Είναι ευκολότερο να κρατήσει κάποιος με γυμνά χέρια αναμμένα κάρβουνα, παρά να βαστάξει το ουράνιο αυτό πυρ». Το πυρ αυτό καταβροχθίζει όλα εκείνα, που ούτως ή άλλως υπόκεινται στη φθορά: «Σαρξ και αίμα Βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύνανται, ουδέ η φθορά την αφθαρσίαν κληρονομεί» (Α’ Κορ. 15,50). Είναι απαραίτητη η μεταποίησή της σε άλλο, σε πνευματικό σώμα, όμοιο με το Σώμα του αναστάντος Χριστού, όπου «θάνατος ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6,9).
Η χριστιανική ασκητική πράξη έχει κενωτικό χαρακτήρα. Η δική μας «κένωση» (αυτοελάττωση) στη δεδομένη κατάσταση είναι απαραίτητη εξαιτίας της πτώσεως μας στην υπερηφάνεια. Για τη δική μας όμως σωτηρία ο Θεός προχωρεί ασυγκρίτως μακρύτερα· εμείς ποτέ δεν Τον φτάνουμε στην αυτοσμίκρυνσή Του. Σε Αυτόν ως Απόλυτο είναι χαρακτηριστικό σε όλα να προχωρεί στο άπειρο, όπου εμείς δεν τολμάμε να πάμε. Η Λειτουργία μας συνδέεται με τις κοσμοσωτήριες πράξεις του Χριστού. Με το αγιότατο αυτό μυστήριο μαθαίνουμε να ζούμε τον αιώνιο χαρακτήρα της «κενώσεως» του Λόγου του Πατρός. Την κένωση του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού είναι δυνατόν να συλλογιστούμε θεολογικά, παραμένοντας στα όρια της Προς Φιλιππησίους Επιστολής (2,4-11)· επιτρέπεται όμως επίσης να προχωρήσουμε πέρα από τα όρια αυτά στη θεωρία μας για τον Ίδιο τον Θεό, δηλαδή στο άναρχο Είναι Του.
Κένωση επίσης διαπιστώνουμε στο ότι ο Δημιουργός όλης της κτίσεως προσέλαβε το «ομοίωμα» του κτιστού και τη «μορφήν δούλου»: σάρκωση-Θεανθρώπινη. Τον γνωρίζουμε ως πραγματικό άνθρωπο, αν και δεν έπαυσε να είναι Θεός. Απορρίπτουμε την επικίνδυνη ιδέα του «δοκητισμού». Είναι αληθινά Θεάνθρωπος. Κατά την Ανάληψή Του δεν παρατηρήθηκε φαινόμενο «αποσαρκώσεως».
Συνεπώς, η κένωση δεν τελείωσε στον Σταυρό, ούτε στον Τάφο και την Κάθοδο στον άδη, ούτε στην Ανάσταση και την Ανάληψή Του. Δεν πρέπει να Τον εννοήσουμε μόνο στα όρια αυτά, αλλά να δούμε την «κένωση» και στο ότι Αυτός, ως Φορέας του ιδίου Είναι με το Είναι που έχει ο Πατέρας, δηλαδή ίσος προς τον Πατέρα, Αυτός παραδίδει τα πάντα στον Πατέρα Του. Από αυτό παρατηρούμε ότι και ο Πατέρας στην προαιώνια Γέννηση του Υιού εξέχεε όλο το πλήρωμά Του, εναποθέτοντάς το στον Γεννώμενο: Πατρική Κένωση. Στον Θεό λοιπόν της Αγάπης είναι χαρακτηριστική η απολυτότητά της. Με ακατάληπτο για μας τρόπο συνδυάζονται στον Θεό δύο ακρότητες: από τη μία η πληρότητα του Είναι και από την άλλη η πληρότητα της αυτοσμικρύνσεως-ταπεινώσεως. Ο Θεός μας είναι απόλυτος σε όλες τις κινήσεις Του: απόλυτος στο «μεγάλο», αλλά και άπειρος στο «μικρό».
Μας αποκαλύφθηκε η άπειρη Αγάπη στην ενότητά της με την εξίσου άπειρη Ταπείνωση. Στην ταπείνωση υπάρχει το μεγαλείο. Επειδή ο Χριστός ταπείνωσε τον Εαυτό Του, Του δόθηκε όνομα, επάνω από κάθε άλλο όνομα: «Πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14,11). Και οι πατέρες μας πίστευαν ότι, αν μόνη η υπερηφάνεια αρκούσε για την πτώση, τότε δεν αρκεί άραγε για τη σωτηρία και μόνη η ταπείνωση;
(Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Το μυστήριο της Χριστιανικής ζωής, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, 2010 σ. 399- 403).