Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

ΙΕΡΑ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΟ ΕΣΣΕΞ (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ)


ΙΕΡΑ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΟ ΕΣΣΕΞ (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ)
.Το Πατριαρχικό Σταυροπηγιακό Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου είναι μια Mοναστική αδελφότητα η οποία απαρτίζεται από μοναχές και μοναχούς οι οποίοι κατάγονται από την Ελλάδα και πολλές άλλες χώρες.

Η Μονή υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και συγκεκριμένα βρίσκεται στην περιοχή Tolleshunt Knights του Maldon στο Essex της Αγγλίας. Υπάρχουν γύρω στις 15-20 μοναχές και ένας μικρότερος αριθμός μοναχών.
Η Ιερά Μονή οφείλει την σύστασή της στον Γέροντα Σωφρόνιο Ζαχάρωφ ο οποίος ξεκίνησε τη μοναστική του ζωή από το Άγιον Όρος.

Μετά από την αναχώρησή του από εκεί και την εγκατάστασή του στο Παρίσι, απεφάσισε να μείνει σε ένα Ρώσικο γηροκομείο βοηθώντας τον εκεί Ιερέα. Το 1958, ο Γέροντας Σωφρόνιος απέκτησε μια συνοδεία έξη ατόμων που ποθούσαν να γίνουν και αυτοί μοναχοί και αποφασίζουν να αναχωρήσουν για το Tolleshunt Knights, στο Essex. Την άνοιξη του 1959, η νεοσύστατη Μοναστική αδελφότητα του Τιμίου Προδρόμου συγκροτείται εκεί. Το Μοναστήρι, από τις απαρχές του, είχε και μοναχούς και μοναχές, επειδή ο Γέροντας Σωφρόνιος δεν ήταν σε θέση να επιβλέπει δυο ξεχωριστές αδελφότητες.

Το Μοναστήρι εντάχθηκε απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1965, και έτσι έγινε Πατριαρχικό. Αργότερα, το Μοναστήρι πήρε και τον τίτλο του ‘Σταυροπηγιακού’.

Όπως μας πληροφόρησαν οι ξεναγοί μας, η Θεία Λειτουργία, τη θερινή περίοδο, γίνεται στο ναό των Αγίων Πάντων -το μικρό, λιτό εκκλησάκι ενός νεκροταφείου- λίγες εκατοντάδες μέτρα από τη Μονή, νοτιοανατολικά αυτής. Η μικρή εκκλησία άρχισε να γεμίζει σιγά σιγά από πιστούς, έλληνες και κύπριους ως επί το πλείστον, που έφταναν από το Λονδίνο και τα περίχωρα. Τη ημέρα εκείνη επρόκειτο να συλλειτουργήσει και ένας επίσκοπος εκ Κύπρου.

Οι αιτήσεις, τα ειρηνικά, το ευαγγέλιο και οι ψαλμωδίες –γενικότερα στις Ιερές Ακολουθίες- απαγγέλλονται είτε στην Αγγλική, είτε στην Ελληνική ή στη Γαλλική, ακόμα και στη Σερβική γλώσσα.

Στο τέλος της λειτουργίας, επιστρέψαμε στις εγκαταστάσεις της Μονής και όλος ο κόσμος μαζευτήκαμε στην τραπεζαρία όπου σερβιρίστηκε φαγητό που είχαν ετοιμάσει οι καλόγριες είτε είχαν φέρει μαζί τους οι πιστοί• ακολούθησε λοιπόν «κοινή τράπεζα»

Εμείς είχαμε τα …μέσα, οπότε η περιποίηση ήταν εξαιρετική.

Ξεναγηθήκαμε στους χώρους της Μονής, στις εκκλησίες και στα κτήματα της. Το απόγευμα ήπιαμε το καθιερωμένο τσάιμε τα διαφόρων λογιών κέικ και κουλουράκια, το βούτυρο με τις μαρμελάδες και …γεμάτοι -στη ψυχή, στο πνεύμα αλλά και στο στομάχι- αναχωρήσαμε για το κατάλυμά μας, στο Λονδίνο.

Όπως θα διαπιστώσετε κι εσείς από τις φωτογραφίες και από το Google Earth, ο περιβάλλον χώρος είναι καταπράσινος, τα κτίσματα και οι εκκλησίες λιτές, οι αγιογραφίες στο εσωτερικό επίσης λιτές με απαλά χρώματα, στους δε εξωτερικούς τοίχους υπάρχουν ψηφιδωτά αγίων, παραστάσεων (πχ του Νώε με την Κιβωτό και τη συγκέντρωση των ειδών) και εδώ είδα για πρώτη φορά ψηφιδωτό-αγιογραφία του Πρωτόπλαστου Αδάμ.

Σε διπλανό χώρο -ένα παλιό αγρόκτημα-φάρμα με τις παραδοσιακές εγκαταστάσεις- ο οποίος αγοράστηκε από τη Μονή, εγκαταστάθηκαν τα κελιά των μοναχών, χωρίς καμία εξωτερική παρέμβαση των κτισμάτων. Εκεί βρίσκονται και τα κτήματα της Μονής με τις καλλιέργειες.









Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Γ.Σωφρόνιος του Έσσεξ: το μίσος ανάμεσα στα έθνη.

Γ.Σωφρόνιος του Έσσεξ: το μίσος ανάμεσα στα έθνη.
Γ.Σωφρόνιος του Έσσεξ το μίσος ανάμεσα στα έθνη. Αέναη επΑνάσταση

Αν όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεως ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ο Σωτήρας του κόσμου, ο Δημιουργός του σύμπαντος πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε αυτή τη θεωρία μας με την ιδέα της εθνικότητας, του τόπου, της εποχής…;

Δε γνωρίζω Χριστό Έλληνα, Ρώσο, Άγγλο, Άραβα … 
Ο Χριστός είναι για μένα το παν, το υπερκόσμιο Είναι.

Στην Γραφή αναφέρεται συχνά ότι ο Χριστός πέθανε για όλο τον κόσμο, για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. Μόλις περιορίσουμε το πρόσωπο του Χριστού μόλις το κατεβάσουμε στο επίπεδο των εθνοτήτων, χάνουμε το παν και βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Τότε ανοίγει ο δρόμος προς το μίσος ανάμεσα στα έθνη, προς την έχθρα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων.

Όποιος αγαπά τον Χριστό αφομοιώνει και φέρει μέσα του τα αισθήματα που είχε ο Ιησούς Χριστός, ζει την ανθρωπότητα ως ένα Αδάμ, προσεύχεται για τον «Αδάμ παγγενή». Ιδού ο αληθινός Χριστιανισμός.

Ο Χριστός είναι ο άπειρος Θεός. Δε σταυρώθηκε μόνο για τους πιστούς, αλλά για όλους τους ανθρώπους, από τον Αδάμ ως τον τελευταίο που θα γεννηθεί από γυναίκα. 

Να ακολουθεί κάποιος τον Χριστό, σημαίνει να πάσχει, για να θεραπευθεί και να σωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα. Δεν μπορεί να είναι διαφορετικά.

Αρχιμ. Σωφρονίου, Περί Πνεύματος και Ζωής, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σ. 26-28.

Γ.Σωφρόνιος του Έσσεξ το μίσος ανάμεσα στα έθνη. Αέναη επΑνάσταση
(22 Σεπτεμβρίου 1896 - 11 Ιουλίου 1993)

Συνέντευξη με τον Γέροντα Σωφρόνιο για τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη

Συνέντευξη με τον Γέροντα Σωφρόνιο για τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη
Ο μακάριος Γέροντας Σωφρόνιος (†1993)

Ο μακάριος Γέροντας Σωφρόνιος (†1993) θεωρούσε ότι η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού προς αυτόν, ήταν η συνάντηση και η γνωριμία του με τον άγιο Σιλουανό (†1938). Στην συνέντευξη που ακολουθεί ο θεολόγος του ακτίστου φωτός, ο άνθρωπος του Λόγου, ο Γέροντας Σωφρόνιος αναλύει με μοναδική βαθύτητα και ενάργεια τα κεντρικά σημεία της διδασκαλίας του αγίου Σιλουανού.

Γέροντας Σωφρόνιος: Όπως γράφει ένας Ελ­­ληνας θεολόγος, είμαστε συνηθισμένοι να προσευχόμαστε στον Γέροντα Σιλουανό σαν σε άγιο, αλλά αυτή η επίσημη πράξη της Εκκλησίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μας δίνει τώρα την δυνατότητα να το κάνουμε όχι μόνο με την καρδιά μας και μυστικά αλλά ανοικτά, δημόσια.

Και ο ναός της Μονής σας είναι αφιερωμένος στον άγιο Σιλουανό;

Γέροντας Σωφρόνιος: Ο πρώτος ναι! (γελάει χαρούμενος). Δεν έχει τελειώσει, αλλά το μεγαλύτερο μέρος έχει ήδη γίνει. Περιμένουμε να στείλει ο Πατριάρχης έναν Μητροπολίτη του Θρόνου για τα εγκαίνια, η ακόμη να έρθει και ο ίδιος ο Πατριάρχης αν θέλει, γιατί αγαπούν πολύ τον Σιλουανό· σε τέτοιο βαθμό, που στο πασχάλιο μήνυμά του ο Πατριάρχης ανέφερε τα λόγια του Γέροντος: «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην, και μη απελπίζου»! Τώρα είναι πολύ γνωστός. Αλλά αν αυτός ο ίδιος δεν είχε απαντήσει σε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων που προ­­σεύχονταν σε αυτόν, τότε αυτή η συγκαταρίθμηση με τους αγίους δεν θα μπορούσε να είχε γίνει. Συχνά φανερωνόταν ως μεσίτης και πάντα οι άνθρωποι έμεναν έκπληκτοι από την ταχύτητα που εκείνος απαντούσε στις προσευχές τους.

Έχετε παραδείγματα;

Γέροντας Σωφρόνιος: Γνωρίζετε ότι έχουμε πολλά, αλλά με τέτοιον τρόπο που δεν ξέρω πως θα μπορούσαμε να τα καταγράψουμε τώρα. Πρέπει να ζητήσουμε από τους ανθρώπους αυτούς να μας γράψουν, διότι αν το κάνουμε εμείς, μπορεί να γράψουμε ιστορίες…

Εσείς όμως έχετε μαρτυρίες της μεσιτείας του αγίου Σιλουανού;

Γέροντας Σωφρόνιος: Εγώ είμαι ένα τίποτα! Ίσως με την έννοια ότι κάτι αδύνατο, όπως η δημιουργία ενός μοναστηριού, έγινε πραγματικότητα. Είναι δυνατόν σήμερα να ιδρύσεις μοναστήρι; Η γη δεν παράγει πια μοναχούς! Οι άνθρωποι δεν είναι τόσο θετικά προδιατεθειμένοι προς αυτόν τον τρόπο ζωής. Δεν ξέρω… Ο αγώνας είναι πολύ μεγάλος… Ήταν δύσκολα… δεν είχαμε σχεδόν τίποτε. Τρώγαμε πατάτες και τσουκνίδες. Και τώρα είμαστε εξαντλημένοι… Δεν είναι παράπονο αυτό, αλλά αυτό το μοναστήρι δεν μας δόθηκε δίχως πολλές δοκιμασίες. Και η βάση του μοναστηριού αυτού ήταν εκείνος, ο Σιλουανός.

Ο άγιος Σιλουανός γεννήθηκε τό 1866 στό χωριό Σόβσκ τής επαρχίας Λεμπεντίασκ τής Ρωσίας. Πήγε στό Άγιον Όρος, στήν Ι. Μ. Αγίου Παντελεήμονος τό 1892, εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός τό 1911 καί κοιμήθηκε τό 1938.

Και ο Θεός επέτρεψε να ζείτε μέχρι τώρα, για να νιώσετε την χαρά για την αγιοκατάταξη του πνευματικού σας πατρός!

Γέροντας Σωφρόνιος: Σύμφωνα με τους γιατρούς δεν θα έπρεπε να ζω. Εδώ και καιρό το σώμα μου θα έπρεπε να είχε αποσυντεθεί μέσα στην γη… Ξέρετε, η πράξη της συγκαταριθμήσεως με τους αγίους υπογραμμίζει πολύ σημαντικά σημεία: μιλούν για την «αποστολική και προφητική διδασκαλία του»· και έδωσαν εντολή «εν Πνεύματι Αγίω» να του αποδώσουν αυτήν την ιερή τιμή –υπάρχει αυτή η έκφραση– «διακελευόμεθα εν Πνεύματι Αγίω»…

Να τιμούν την μνήμη του κάθε χρόνο;

Γέροντας Σωφρόνιος: Ναι, χρησιμοποιούν αυτήν την έκφραση στην επίσημη πράξη. Είναι μια πολύ σημαντική έκφραση. Ο πατήρ Μάξιμος Γκιμενέζ, από το Chevetogne, έγραψε στο «Ειρηνικόν» ότι ο λόγος που έδωσε ο Χριστός στον Σιλουανό ωφέλησε πολλούς άνθρώπους με έναν θετικό και σωτηριώδη τρόπο. Το σημειώνει αυτό στην κριτική του για το βιβλίο μου, «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι». Σκανδαλιστήκατε η όχι;

Από αυτόν τον τίτλο; Όχι δα!

Γέροντας Σωφρόνιος: Αυτός ο τίτλος δόθηκε από τον π. Συμεών, όχι από μένα. Αλλά το θέμα είναι ότι όλοι μας έχουμε αυτήν την επιθυμία, όπως ο Μωυσής, να δούμε τον Θεόν καθώς εστι! Είναι απόλυτα φυσιολογικό, και σε αυτό το βιβλίο εκφράζω την άποψη ότι δεν μπορούμε να το κατορθώσουμε παρά μόνο ζώντας σύμφωνα με τις εντολές· γιατί οι εντολές του Χριστού δεν μπορούν να διαφέρουν από την ουσία του ίδιου του Θεού· καταλαβαίνετε; Για παράδειγμα, στο πέμπτο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον, γράφει ο Ευαγγελιστής: «Ηκούσατε ότι ερρέθη… εγώ δε λέγω υμίν… εγώ δε λέγω υμίν…». «Ηκούσατε… αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν· αγαπάτε τους εχθρούς υμών και προσεύχεσθε υπέρ των διωκόντων υμάς». Και παρακάτω, «ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς κ.λπ…», «έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστιν»1.

Πως είναι δυνατό;

Γέροντας Σωφρόνιος: Αν δεν ήταν δυνατό, δεν θα παρουσιαζόταν μέσα στην Αγία Γραφή. Αλλά σε αυτό το σημείο καλό είναι να κατανοήσουμε θεολογικά, ποιά είναι η διαφορά μεταξύ των θεωμένων ανθρώπων και του ίδιου του Θεού. Είναι σημαντικό! Μέσω της θεώσεως, ο άνθρωπος, το ανθρώπινο πρόσωπο, η ανθρώπινη υπόσταση προσλαμβάνει το περιεχόμενο της ζωής του Θεού, αλλά δια της χάριτος όχι δημιουργώντας την. Τι σημαίνει δημιουργώντας την; Λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως, «Ποιητήν Ουρανού και γης» κ.λπ…. αλλά παρ’ όλα αυτά παραμένουμε δημιουργήματα. Δεν μπορούμε να είμαστε Θεός γιατί δεν είμαστε «δημιουργοί»…

Αλλά θεοί κατά χάριν!

Γέροντας Σωφρόνιος: Κατά χάριν! Δηλαδή ότι η θεία ζωή κοινωνείται και μας μεταδίδεται μέσω της χάριτος, αλλά παραμένουμε κτιστά όντα… δεν γινόμαστε δημιουργοί αυτού του κόσμου. Μετέχουμε της θείας ζωής κατά χάριν και μάλιστα μέχρι ομοιότητος, αλλά δεν την δημιουργούμε… Ο άγιος Σιλουανός μας άφησε ένα πολύ πλούσιο θεολογικό υλικό. Υπάρχουν θέματα στην θεολογία του Σιλουανού που κανείς δεν είχε διατυπώσει κατά το παρελθόν με τον ίδιο τρόπο.

Για παράδειγμα;

Γέροντας Σωφρόνιος: Λέει ότι υπάρχουν δύο μορφές ταπείνωσης: η μία είναι η ασκητική ταπείνωση, μέσω της μετανοίας, «είμαι χειρότερος από όλους», και η άλλη η θεία Ταπείνωση του Χριστού. Δηλαδή χαρακτηρίζει την φύση του Θεού που δεν μπορεί να περιγραφεί. Ποτέ δεν συνάντησα σε άλλους αυτή την διαφοροποίηση μεταξύ της ασκητικής ταπεινώσεως και της ταπεινώσεως που προσιδιάζει στον Θεό ως χαρακτηριστικό του. Ένα άλλο σημείο: Κανείς δεν μπορεί να αγαπά ολόκληρη την κτίση κ.λπ. και να προσεύχεται για ολόκληρη την κτίση, αν αυτό δεν γίνεται εν Αγίω Πνεύματι. Και η προσευχή για τους εχθρούς είναι χαρακτηριστικό αυτών που είναι φορείς του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτόν τον λόγο λέει ότι αυτός που δεν αγαπά τους εχθρούς δεν έχει γνωρίσει ακόμη τον Θεό όπως πρέπει να τον γνωρίσουμε. Προσέξτε αυτό το σημείο. Γιατί το εκφράζει έτσι; Δεν υπάρχει τίποτε παρόμοιο σε κανένα πατερικό κείμενο…

Είναι σίγουρο ότι ο άγιος Σιλουανός είναι ένας άγιος που συγκαταχωρείται στην χορεία, στην παράδοση των μεγάλων πνευματικών Ορ­­θο­δόξων Πατέρων, αλλά έζησε και εξέφρασε αυτό που ζούσε με ένα τρόπο εντελώς πρωτότυπο. Επί πλέον γράφει για πράγματα εξαιρετικά βαθιά με λέξεις πολύ απλές. Αυτό που λέτε σχετικά με το θέμα αυτό είναι πολύ σημαντικό και πολύ διαφωτιστικό.

Οι νεοκαρέντες μοναχοί Βασίλειος Κριβοσέϊν, μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Βρυξελλών (όρθιος αριστερά), καί Σωφρόνιος Σαχάρωφ, μετέπειτα κτήτωρ τής Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου (όρθιος δεξιά). Φωτογραφία στήν Ι. Μονή αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους, 1926.

Γέροντας Σωφρόνιος: Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι μιλάει γι’ αυτό με έναν εντελώς φυσικό τρόπο. Από που προέρχεται αυτό; Από την εμφάνιση του Χριστού στην αρχή της ζωής του!… στην αρχή της μοναστικής ζωής του, όταν μετά την δοκιμασία έβλεπε την αιώνια απώλειά του, για μια ώρα… πηγαίνει στον ναό και προφέρει αυτά τα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»! Και ο Χριστός του εμφανίστηκε σαν να ήταν Ζων. Ε λοιπόν! Ποτέ δεν αμφισβήτησα στο μυαλό μου την αλήθεια αυτής της εμφάνισης του Χριστού στον Σιλουανό. Γιατί; Διότι ήταν απλός –ένας στρατιώτης– έτσι δεν είναι; Αμέσως μόλις τελείωσε την στρατιωτική του θητεία, πήγε στο Άγιον Όρος, και βλέπει αυτό! Αλλά που είναι η απόδειξη ότι αυτό είναι αλήθεια; Στο ότι άρχισε να προσεύχεται για τον κόσμο με όλο του το είναι!… Αν αυτός ο άνθρωπος, ο τόσο απλός, άρχισε να προσεύχεται με αυτόν τον τρόπο, τι σημαίνει αυτό; Ποιά είναι η μαρτυρία ότι προσευχόταν αληθινά; Με κλαυθμούς, με όλο του το είναι, προ­σευχόταν για την σωτηρία του κόσμου…

Αυτή η αγάπη, αυτή η συμπόνια για τον κόσμο μπορεί να είναι η πιστοποίηση της εμφάνισης του Ζώντος Χριστού;

Γέροντας Σωφρόνιος: Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός του εμφανίσθηκε πραγματικά και ότι τον γνώρισε δια του Αγίου Πνεύματος, όπως περιγράφει και ο ίδιος ότι το Πνεύμα ήταν μέσα σε όλο το είναι του: μέσα στο πνεύμα του, μέσα στον νου του, την διάνοια, …στην καρδιά και στο σώμα… Γιατί μετά προσεύχεται έτσι: «Κύριε, ας σε γνωρίσει όλος ο κόσμος δια του Αγίου Πνεύματος»; Από που προέρχεται αυτή η προσευχή; Ήταν το αποτέλεσμα, ο καρπός αυτής της εμφάνισης… Μια στιγμή τόσο δυνατή που, όπως γράφει, αν αυτή παρατεινόταν δεν θα μπορούσε να παραμείνει στην ζωή. Αλλά το πυρ του Αγίου Πνεύματος τον γέμιζε ολοκληρωτικά. Έτσι οι ιδέες του για την ταπείνωση του Χριστού, η προσευχή του για όλον τον κόσμο, ήταν συνέπεια της αυθεντικής εμφάνισης του Χριστού μπροστά του. Μπορούμε να κρίνουμε από το αποτέλεσμα. Θέλω να πω επίσης ότι είναι μια εξαιρετική περίπτωση το ότι έχει μιλήσει γι’ αυτά τα πράγματα όπως ένας αποστολικός θεολόγος· όπως μιλούσε ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Η θεολογία ήταν η κατάσταση του είναι του. Όχι από ακαδημαϊκή γνώση. Πάντως, αν αρχίσετε να διαβάζετε προσεκτικά τον «Γέροντα Σιλουανό», θα δείτε ότι είναι ένα θεολογικό βιβλίο με πολύ απλές εκφράσεις. Δεν είχα ποτέ καμμία αμφιβολία ότι είδε τον Χριστό εν Πνεύματι Αγίω, εν τη Θεότητί Του, γιατί λέει ότι, όταν εμφανίζεται ένα τέτοιο φως, δεν μπορούμε να μην Τον αναγνωρίσουμε ως Θεό… Όπως ο Απόστολος Παύλος στην οδό προς την Δαμασκό. Σας τα λέω αυτά, για να επιστήσω την προσοχή σας πάνω σε μερικά σημεία όντως ουσιαστικά, μιας πολύ βαθιάς σημασίας και μιας θεολογίας αληθινά ευαγγελικής· όπως ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, γράφει με εντελώς απλά λόγια. Είναι αυτό που ονομάζω: η θεολογία ως προσευχή, η ως περιεχόμενο της προσευχής και ως κατάσταση των καρδιών μας. Το πιο εμφανές παράδειγμα αυτής της θεολογίας είναι οι επιστολές του Ιωάννου του Θεολόγου… Η θεολογία ως προσευχή είναι η Αναφορά της Λειτουργίας, ιδίως του Μεγάλου Βασιλείου· μια πολύ σύντομη αναφορά μιας σφαιρικής θεώρησης· και δεν είναι παρά θεολογία, αλλά την παρουσιάζουμε ως προσευχή· η προσευχή λαμβάνει αυτήν την μορφή, η θεολογία λαμβάνει αυτή την μορφή.

Ο Γ. Σωφρόνιος έφυγε γιά λόγους υγείας από τήν Βατοπαιδινή Σκήτη τού Αγίου Ανδρέα μέ άδεια τής κυρίαρχου Μονής Βατοπαιδίου τό 1947, αρχικά γιά τήν Γαλλία καί κατόπιν γιά τό Essex τής Αγγλίας όπου καί ίδρυσε τήν Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου.

Μέχρι τέλους, η απλότητα και η ταπείνωση του Σιλουανού απέκρυψαν την αγιότητά του από τα μάτια των περισσοτέρων. Αλλά μερικοί, όπως το κάνατε εσείς για μερικά χρόνια, είχαν επαφές μαζί του, πήγαιναν και τον επισκέπτονταν. Είχε κάποια φήμη από τον καιρό που ζούσε;

Γέροντας Σωφρόνιος: Όχι πολύ μεγάλη. Υπήρχαν πολλοί μοναχοί ανάμεσα στους Σέρβους στο Χιλανδάρι και άλλοι, θεολόγοι, ακόμη και επίσκοποι που τους άρεσε να μιλούν με αυτόν. Διατηρούσε αλληλογραφία, είχε αρκετά γράμματα. Περιγράφω μία-δύο περιπτώσεις στο βιβλίο μου. Και επίσης για την διορατικότητά του, για την οποία μιλούν στην πράξη της συγκαταριθμήσεώς του με τους αγίους. Παραθέτω ακόμη και αυτό που ο επίσκοπος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς) ο Σέρβος έγραψε γι’ αυτόν στην νεκρολογία του.

Αυτός ο επίσκοπος ο Νικόλαος ήταν ο εισηγητής μιας μεγάλης κίνησης για την πνευματική αφύπνιση της Σερβικής Εκκλησίας, η οποία μέσω του π. Ιουστίνου συνεχίζεται ακόμη μέχρι σήμερα από ανθρώπους σαν τον επίσκοπο Αμφιλόχιο η τον πατέρα Αθανάσιο… Λοιπόν, ο άγιος Σιλουανός είχε τακτικές επαφές με τον επίσκοπο Νικόλαο;

Γέροντας Σωφρόνιος: Δεν ξέρω τι ακριβώς υπήρχε μεταξύ τους. Αλλά του άρεσε του επισκόπου να έρχεται αρκετά συχνά στο Άγιον Όρος και κάθε φορά πήγαινε να επισκεφθεί τον Γέροντα Σιλουανό. Ξέρετε, ο επίσκοπος Νικόλαος είναι αυτός που με χειροτόνησε διάκονο το 1930 στο Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, και ο Γέροντας Σιλουανός ήταν παρών… Όταν ήρθα στην Αγγλία, στο Λονδίνο, για πρώτη φορά το 1952, ο επίσκοπος Νικόλαος ήταν εκεί. Πήγα να πάρω την ευλογία του. Του είπα ότι ο αρχιμανδρίτης Ιουστίνος Πόποβιτς είχε γράψει σχετικά με το βιβλίο για τον Γέροντα Σιλουανό και τον συνέκρινε με τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Και η αντίδραση του επισκόπου Νικολάου ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Καθόταν σε μια πολυθρόνα, και καθώς του έλεγα ότι ο π. Ιουστίνος είχε κάνει αυτήν την σύγκριση, χτύπησε την γροθιά του στο γραφείο λέγοντας: «Όχι!…Όχι, όχι! Ο Σιλουανός είναι πιο μεγάλος από όλους στην αγάπη του! Όταν διαβάζετε τους άλλους, σας κυκλώνει μια απελπισία, και αυτό ποτέ δεν συμβαίνει με αυτά που έχει γράψει ο Σιλουανός». Και εγώ παρέμενα σιωπηλός, ακούοντάς τον… Σήμερα ο Σιλουανός είναι πολύ γνωστός… και δεν έχω πια ανάγκη συστάσεων… Ο Φλωρόφσκυ είχε γράψει τον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου στα αγγλικά. Υπογράμμιζε ότι ο Σιλουανός λέει γνωστά πράγματα αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο… Μου λένε: μιλήστε λοιπόν με μια καινούργια γλώσσα στον σύγχρονο κόσμο. Λοιπόν είναι μια καινούργια γλώσσα! Πολλοί άνθρωποι έχουν εκφράσει την χαρά τους, και ακόμη ο αρχιεπίσκοπος του Canterbury έγραψε ότι αυτή η πράξη συγκαταριθμήσεως του Γέροντος Σιλουανού με τους αγίους είναι ένα χαρμόσυνο γεγονός όχι μόνο για την Ορθόδοξη Εκκλησία, όχι μόνο για το Μοναστήρι μας, αλλά γενικά για όλο τον χριστιανικό κόσμο.

Το ηγουμενείο τής Ιεράς Μονής τού Τιμίου Προδρόμου Essex. 
Βόρεια πρόσοψη μέ τά ψηφιδωτά.

Είναι αλήθεια, ότι χάρη στα βιβλία σας, αλλά αναμφίβολα και γιατί αυτό είναι το σχέδιο του Θεού, η ευλάβεια προς τον άγιο Σιλουανό έχει ήδη ξεπεράσει τα «όρια» της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η επιρροή του είναι πολύ μεγάλη. Συγκινεί πολλές καρδιές.

Γέροντας Σωφρόνιος: Να ένα παράδειγμα. Υπήρχε τον περασμένο αιώνα ένας διάσημος ζωγράφος στην Ρωσία, δημιουργός των τοιχογραφιών του καθεδρικού ναού του αγίου Βλαδίμηρου στο Κίεβο… Ο γιος του, ένας επιστήμονας μαθηματικός, είχε μεταναστεύσει στην Τσεχοσλοβακία. Όταν έγινε ιερέας, μου έγραψε να του στείλω, αν είναι δυνατόν, βιβλία. Αλλά είναι πολύ δύσκολο, εκτός αν μπορεί να τα πάει κάποιος. Έτσι βρέθηκαν δύο η τρία αντίτυπα του βιβλίου μου για τον Γέροντα Σιλουανό στην Τσεχοσλοβακία. Και αυτός ο ιερέας μου γράφει: «Πάτερ Σωφρόνιε, πρέπει να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Για πέντε χρόνια διάβαζα την Φιλοκαλία με πολλή προσοχή και δεν μπορούσα να κατανοήσω, πως αυτά εφαρμόζονται στην ζωή, αλλά το βιβλίο σας με έκανε να καταλάβω με έναν ξεχωριστό τρόπο. Σε αυτό το βιβλίο υπάρχει μόνο Φιλοκαλία, και είναι πραγματικά η ζωή».

Και στην Ρωσία, ο άγιος Σιλουανός είναι γνωστός; Πως τον έχουν δεχθεί;

Γέροντας Σωφρόνιος: Ποτέ δεν εκφράσθηκε κάποια αμφιβολία ως προς αυτόν. Η ευλάβεια προς τον Γέροντα Σιλουανό ήταν πολύ μεγάλη, σταθερή. Για χρόνια το βιβλίο μου το έδιναν ως βραβείο στους φοιτητές της Θεολογικής Ακαδημίας –δεν είχαμε πολλά βιβλία. Όταν πήγα στην Ρωσία για πρώτη φορά, το 1957, αναζητώντας τους συγγενείς μου, τους αδελφούς και τις αδελφές μου, βρήκα στην αδελφή μου ένα αντίγραφο του βιβλίου γραμμένο στην γραφομηχανή! Και στην Θεολογική Ακαδημία, στο Λένινγκραντ, ένας από τους φοιτητές με πλησίασε και μου είπε: «Πάτερ Σωφρόνιε, έχω το πρωτότυπο του βιβλίου σας»! Τι ήθελε να πει με αυτό; Μετά κατάλαβα ότι μιλούσε για το βιβλίο που είχε εκδοθεί στο Παρίσι και όχι για το αντίτυπο το γραμμένο στην γραφομηχανή σαν αυτό της αδελφής μου. Μου είπαν ότι είχαν γράψει εκατοντάδες αντίτυπα στην γραφομηχανή. Το όνομα του Γέροντος ήταν ευρέως γνωστό στην Ρωσία το 1957. Γνωστός και αναγνωρισμένος ως Άγιος. Η αίσθηση ήταν πολύ βαθιά παντού… Όπως στο Άγιον Όρος που είχαν υποδεχθεί το βιβλίο με πολλή εμπιστοσύνη… Αργότερα, το 1980, μίλησα στο τμήμα των εξωτερικών σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, με τον Μητροπολίτη Φιλάρετο του Μινσκ και τον Αρχιεπίσκοπο Πιτιρίμ (υπεύθυνο των εκδόσεων, του Περιοδικού). Είχαν προωθήσει την ιδέα της συγκαταριθμήσεως με τους αγίους του Γέροντος Σιλουανού. Απάντησα ότι ήταν πολύ σημαντικό για μας, αλλά ότι δεν θέλαμε να αναμειχθούμε, και ότι η θέση μας δεν μας επέτρεπε να ασκήσουμε επιρροή. Κατά το τέλος της δεκαετίας του ’70 –το 1977 η το 1979– ο μητροπολίτης του Κάρκωβ κ. Νικόδημος είχε εκδώσει μία πλήρη ακολουθία για τον άγιο Σιλουανό καθώς και έναν Ακάθιστο Ύμνο· έκτοτε έγινε Μητροπολίτης του Λβοβ και με αυτόν τον τίτλο υποδέχθηκε τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Λβοβ την περασμένη χρονιά, του προσέφερε μια εικόνα του Γέροντος και πρότεινε να προβούν μαζί σε μια κοινή πράξη για την συγκαταρίθμηση με τους αγίους του Γέροντος. Αλλά ο π. Σιλουανός, όντας μοναχός του Αγίου Όρους, ήταν υπό την δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως, και άρα μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Ιερά Σύνοδος της Μεγάλης Εκκλησίας θα είχαν το δικαίωμα να προβούν σε αυτή την επίσημη πράξη.

Ψηφιδωτό «Κιβωτός τού Νώε». 
Ανατολική όψη τής Βιβλιοθήκης τής Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Essex.

Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο για τις σχέσεις σας με τον άγιο Σιλουανό; Πότε και πως άρχισαν;

Γέροντας Σωφρόνιος: Είχα συστηματικές επαφές μαζί του για περίπου οκτώ χρόνια, ως τον θάνατό του, το 1938. Πριν, έτρεφα πάντοτε σεβασμό γι’ αυτόν, αλλά δεν τον πλησίαζα· η πρώτη αληθινή συνάντηση έγινε το Πάσχα του 1931. Την δεύτερη μέρα του Πάσχα είχα δεχθεί στο μικρό μου κελλί στην Μονή τον μοναχό Βλαδίμηρο, έναν μορφωμένο άνθρωπο, μηχανολόγο, που ζούσε στην έρημο. Η συζήτησή μας ήταν εντελώς εύθυμη και να τι μου είπε: «Πάτερ Σωφρόνιε, πείτε μου, πως μπορεί κάποιος να σωθεί»; Εκείνη την στιγμή είχα φέρει το ζεστό νερό μέσα στο κελλί μου και του πρόσφερνα τσάι σαν να περιποιόμουν έναν πρέσβυ, και του είπα: «Κρατηθείτε στο χείλος της απελπισίας και όταν αυτό σας ξεπερνάει, όταν δεν υπάρχουν πλέον δυνάμεις, αποτραβηχθείτε και πιείτε ένα φλυτζάνι τσάι». Το είχα πει αυτό χωρίς να το καταλάβω πραγματικά. Αλλά αυτός φεύγοντας από μένα πήγε να επισκεφθεί τον Γέροντα Σιλουανό. Δεν ξέρω τι είπαν. Την άλλη μέρα, την Τρίτη του Πάσχα, συνέβη ένα περιστατικό που ήταν η αρχή της σχέσης μου με τον Γέροντα. Κατέβαινα από το μεγάλο κτίριο προς την αυλή της Μονής όταν ο Γέροντας έμπαινε από την πόρτα. Πάντοτε είχα ένα αίσθημα ευλαβείας γι’ αυτόν, και από βαθύ σεβασμό προς αυτόν, του έκανα χώρο να περάσει, αλλά εκείνος ήρθε απ’ ευθείας να με συναντήσει και μου λέει:

«Μήπως ο π. Βλαδίμηρος ήρθε σε σας χθες»;

«Μήπως έσφαλλα σε κάτι»;

«Όχι, αλλά δεν είναι αυτό το επίπεδό του. Ελάτε θα μιλήσουμε γι’ αυτό».

Γιατί είπα αυτό στον π. Βλαδίμηρο; Ζούσα στην Μονή, βυθισμένος στην απόγνωση για τον κόσμο, μετά τον πόλεμο… Είχα φύγει από την Γαλλία (το 1925) με το αίσθημα ότι όλη η Γαλλία ήταν βουτηγμένη σε μια βαθιά απελπισία. Τι ήταν αυτή η βαθιά απελπισία; Οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να πιστέψουν στην Ανάσταση. Επομένως αμφιβάλλουν για τους ίδιους τους εαυτούς τους, για την επιβίωσή τους, γι’ αυτόν τον ανώφελο αγώνα. Και εμένα με βασάνιζε αυτό. Είχα παρατήσει την τέχνη για να γίνω μοναχός στο Άγιον Όρος, αλλά βίωνα αυτήν την μορφή απογνώσεως. Είχα πει αυτόν τον λόγο στον π. Βλαδίμηρο, διότι μόλις αυτή η απελπισία υποχωρούσε μέσα μου, η προσευχή μου έχανε την έντασή της. Μόλις γαλήνευα, δεν βίωνα πλέον αυτή την γαλήνη σαν μία ευτυχισμένη ζωή, αλλά σαν τον θάνατο. Μόλις αυτή η απελπισία ατονούσε μέσα μου, έχανα την αίσθηση της υπάρξεως του αιωνίου Είναι. Δεν μπορούσα να βγω από αυτό το παράδοξο. Γι’ αυτόν τον λόγο είχα πει στον π. Βλαδίμηρο: «Κρατηθείτε στο χείλος της απελπισίας». Ήταν ο τρόπος μου να το εκφράσω, αλλά δεν καταλάβαινα το νόημα. Και ο Γέροντας μου το εξήγησε με την ελπίδα ότι κάτι θα καταλάβαινα. Βρήκε μια κάποια αναλογία -όχι ομοιότητα, αλλά αναλογία – με το «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου». Μετά από αυτό τον επισκεπτόμουν αρκετά συχνά και, ανάλογα με το πόσο μας επέτρεπαν τα διακονήματά μας, οι συζητήσεις μας μερικές φορές ήταν παρατεταμένες. Καθώς δεν ήμουν συγγραφέας και για να μην γράφω ιστορίες, δεν κατέγραψα παρά μόνο όσα θυμάμαι με βεβαιότητα.

Μπορεί αυτός ο λόγος «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου» να εφαρμοσθεί απ’ όλον τον κόσμο;

Γέροντας Σωφρόνιος: Αυτοί που δεν έχουν εμπειρία ασκητικής ζωής πολύ μακράς! πολύ μακράς! που δεν έχουν ζήσει βαθιά μέσα στον άδη πολλές φορές, δεν μπορούν να βάλουν σε πρακτική αυτήν την φόρμουλα «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην», γιατί δεν το έχουν βιώσει αυτό! Ο άδης του Σιλουανού ήταν απείρως πιο βαθύς από αυτόν που μπορούμε κάπως να φαντασθούμε στην δική μας εποχή! Όταν έγραψε ότι «η αιώνια απώλειά του ήταν μία πραγματικότητα», είχε ζήσει μία ώρα της ζωής του στα εσώτερα του άδη. Και μετά ανταμείφθηκε με την εμπειρία της οράσεως του Χριστού. Τότε άρχισε να προσεύχεται για όλον τον κόσμο όπως για τον ίδιο του τον εαυτό… Αλλά δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε έτσι το παράδειγμά του, να το μιμηθεί ο κάθενας από μας, εκτός ασκήσεως… Ο ασκητικός κόσμος δεν γνωρίζει ανώτερη αρχή από αυτήν που δόθηκε στον Σιλουανό από τον Χριστό. Φτάνοντας σε αυτό το σημείο αγγίζουμε στα δύο άκρα: την Βασιλεία και τον Άδη. Αλλά ο Άδης παύει να έχει κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο, να έχει εξουσία πάνω του. Ο Θεός είναι πανταχού παρών, χωρίς να διαιρείται. Εντούτοις αυτό δεν είναι εφικτό από τους ανθρώπους που δεν έχουν εμπειρία των βασάνων του Άδου. Μπορούν να φθάσουν σε μια ανάλογη κατάσταση, αλλά όχι σε εντελώς όμοια.

Τι σημαίνει αυτός ο λόγος: «Το να προσεύχεσαι για όλον το κόσμο είναι να χύνεις το αίμα σου»;

Γέροντας Σωφρόνιος: Είναι η καρδιά που υποφέρει, δεν είναι στα λόγια. Το μυστικό είναι εκεί: Όπου είναι η καρδιά, εκεί είναι η χαρά και το φως· έπειτα, ο νους ενώνεται με την καρδιά, αλλά η καρδιά είναι γεμάτη από πόνο, σαν να βγαίνει το αίμα από την καρδιά. Να αυτό που έχω καταλάβει: Όταν προσευχόμαστε με αυτόν τον τρόπο για ολόκληρη την ανθρωπότητα, αυτό είναι σημείο ότι έχει δοθεί σε ένα ανθρώπινο πρόσωπο, σε μια υπόσταση, η χάρις να βιώσει το εξής: Μπορεί να φέρει εντός του και τον Θεό και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και ο Θεός και ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι το περιεχόμενο της ζωής αυτού του προσώπου. Το να ζεις χριστιανικά είναι να πλατύνεις το περιεχόμενο της ζωής σου με έναν τρόπο πρωτοφανή!

Γ. Σωφρόνιος: «Μετά από τήν πρώτη επικοινωνία μας επισκεπτόμουν αρκετά συχνά τόν Γέροντα Σιλουανό καί, ανάλογα μέ τό πόσο μάς επέτρεπαν τά διακονήματά μας, οι συζητήσεις μας μερικές φορές ήταν παρατεταμένες».

Η συναναστροφή για χρόνια με έναν άνθρωπο όπως τον άγιο Σιλουανό που έφερε μέσα του, όπως εσείς το λέτε, «και τον Θεό και την αν­θρωπότητα», πρέπει να ανοίγει ασυνήθιστες προοπτικές. Και ορισμένες από τις συναντήσεις μαζί του θα πρέπει να ήταν πολύ διαφωτιστικές.

Γέροντας Σωφρόνιος: Υπήρχαν ερωτήματα που με βύθιζαν μέσα σε απορίες και του τις έθεσα και με βοήθησε περισσότερο από κάθε άλλον να τα απαντήσω. Τρεις φορές την ημέρα ζητάμε στην προσευχή της Εκκλησίας, να αξιώσει ο Θεός «εν τη ημέρα ταύτη -η εν τη νυκτί ταύτη- αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Λοιπόν, τον ρώτησα:

«Πως, ζώντας σ’ αυτόν τον κόσμο, που είναι υπερβολικά δυναμικός και βυθισμένος στην απελπισία μπορούμε να ζούμε δίχως να αμαρτάνουμε; Πως μπορούμε να αποφύγουμε την αμαρτία»; Είχα ακόμη κι άλλες ερωτήσεις, όπως οι εξής:

«Πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το πνεύμα που ενεργεί μέσα μας είναι το Άγιον Πνεύμα που εκπορεύεται εκ του Πατρός»;

«Εφόσον ο άνθρωπος εκλήθη να δημιουργεί, ποιά είναι η ανώτερη μορφή του δημιουργικού έργου»;

«Ποια κατάσταση του πνεύματός μας δείχνει ότι είμαστε αληθινά η εικόνα του Ζώντος Θεού»;

Πως απάντησε σε αυτές τις ερωτήσεις;

Γέροντας Σωφρόνιος: Δεν τα συγκράτησα όλα, ούτε έκανα πράξη όλα όσα έμαθα από τον Γέροντα και γι’ αυτό δεν έχω το δικαίωμα να πραγματεύομαι αυτά τα θέματα· αλλά με την βοήθεια της προσευχής του θα σας πω λίγα αυτά που με δίδαξε.

Ως προς το πρώτο σημείο «πως να αποφύγουμε την αμαρτία» ο Χριστός αποκάλυψε αυτό το μυστήριο στην αγία ζωή του Γεροντος Σιλουανού με την επιταγή Του: «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου». Μόλις άκουσα από το στόμα του Γέροντος ότι ο ίδιος ο Χριστός του υπέδειξε πως μπορεί να νικηθεί η αμαρτία, η εκτίμησή μου για αυτόν και η απόλυτη πίστη μου στην αγιότητά του με έπεισαν ότι αυτή η έκφραση είχε πραγματικά προέλθει από τον ίδιο τον Χριστό. Και προσπάθησα να εφαρμόσω αυτήν την αρχή στην δική μου την ζωή.

Το πνεύμα συνέχεται από φόβο όταν θεωρεί την αγιότητα του Θεού και συνειδητοποιεί την ίδια στιγμή την δική του πλήρη αναξιότητα να ενωθεί κάποτε με έναν τέτοιο Θεό. Η γνώση ότι είμαστε υπό την δουλεία των αμαρτιών μας, μας απελπίζει. Τότε η προσευχή μας γεμίζει από δάκρυα. Όταν καταδικάζουμε έτσι τον εαυτό μας στον άδη, απογυμνωνόμαστε από κάθε τι γήινο και πρόσκαιρο, αφού μόνον η αιωνιότητα εκτείνεται μπροστά μας. Η αμαρτία έχει φυλακισθεί, έχει αναχαιτισθεί. Δεν υπάρχει πια υπερηφάνεια, ούτε μίσος, ούτε φόβος· ούτε αναζήτηση δόξας, πλούτου η εξουσίας. Μόνον ο κίνδυνος να πέσουμε στην αιώνια απόγνωση. Αλλά, φθάνοντας σ’ αυτό το σημείο σταματούμε: «και μη απελπίζου». Τότε, αν συνεχίσουμε, συναισθανόμενοι την αναξιότητά μας, όντας σε μια κατάσταση του πνεύματός μας που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, επιτρέπουμε στο Πνεύμα της Αληθείας που εκπορεύεται εκ του Πατρός να δημιουργήσει μια σχέση με τις καρδιές μας.

Στη συνέχεια, διαβάζοντας το Ευαγγέλιο με πολλή προσοχή, παρατηρούσα κάποια ομοιότητα μεταξύ της εντολής του Κυρίου προς τον άγιο Σιλουανό και της συμπεριφοράς που Εκείνος υιοθέτησε πάνω στη γη. Ο Χριστός ποτέ δεν αμάρτησε: «Ο άρχων του κόσμου τούτου… εν εμοί ουκ έχει ουδέν»2. Αν και δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ Εκείνου και ημών, όμως δίχως αμφιβολία υπάρχει μια αναλογία. Ολόκληρη η ζωή του Χριστού, ως αληθινού Υιού του Ανθρώπου, που είναι καθ’ όλα όμοιος με μας, ακόμα και στο ότι μπορούσε να τον πειράξει ο σατανάς, μας δείχνει πως είναι δυνατόν να υπερνικήσουμε κάθε αμαρτία· «εν ω γαρ πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι»3. Ακολουθώντας την διδασκαλία του και το παράδειγμά του αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε λυτρωμένοι από την ενέργεια των αμαρτωλών παθών μέσα μας – η υπερηφάνεια και η απόγνωση εγκαταλείπουν τις καρδιές μας. Γνωρίζουμε, σύμφωνα με τα γραπτά του Γέροντος, ότι όταν έκανε αυτό που τον είχε συμβουλέψει ο Χριστός, το πνεύμα του εισερχόταν μέσα στην σφαίρα της καθαράς προσευχής και το Πνεύμα του Θεού μαρτυρούσε στην καρδιά του την σωτηρία του και του χάριζε την εμπειρία μιας μορφής αναστάσεως.

«Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου».

Αυτή είναι η κύρια οδός που οδηγεί στον κόσμο της θείας αγιότητος.

Ο άγιος Σιλουανός ο Αγιορείτης. 
Φορητή εικόνα Ι.Μ. Ευαγγελισμού τής Θεοτόκου, Ορμύλια.

Ας έλθουμε τώρα στο δεύτερο ερώτημά μου: Πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το πνεύμα που ενεργεί μέσα μας είναι στ’ αλήθεια το Τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, και όχι κάτι άλλο; Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μας προτρέπει να προσέχουμε: «Μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστιν»4. Αυτό είναι ζωτικής σημασίας για τον κάθε ένα από μας. Σύμφωνα με την διδασκαλία του αγίου Σιλουανού, του δόθηκε από το Άγιο Πνεύμα να γνωρίσει την θεότητα του Χριστού· γνώρισε τον Θεό εν Αγίω Πνεύματι. Το ομοούσιο του Υιού και του Αγίου Πνεύματος γίνεται περισσότερο αντιληπτό από το γεγονός ότι όταν το Πνεύμα, που εκπορεύεται εκ του Πατρός, επισκεφθεί αληθινά την ψυχή, βιώνει η ψυχή το σύνολο του περιεχομένου των εντολών του Χριστού. Γι’ αυτόν τον λόγο, αν το πνεύμα που υπάρχει μέσα μας είναι σε πλήρη συμφωνία με τις εντολές του Ευαγγελίου, τότε είναι πραγματικά το Άγιο Πνεύμα. Έτσι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα αμοιβαίως μαρτυρούν ο ένας για τον άλλο. Το Άγιο Πνεύμα είναι το Φως της αιωνίου ζωής· η πνοή του Αγίου Πνεύματος μέσα μας είναι η δύναμη της θείας αγάπης που εμπνέει στην ψυχή μια βαθιά συμπόνια για όλους, συμπεριλαμβανομένων και των εχθρών. Και η ψυχή αισθάνεται αυτήν την αρχοντική αγάπη γεμάτη συμπόνια για τους εχθρούς δια μέσου της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος ως μια κατάσταση εντελώς φυσική, μέσα στην οποία σβήνει κάθε εσωτερική πάλη και όπου βασιλεύει η θεία αρμονία.

Όσο ο άνθρωπος διαμένει υποδουλωμένος στον θάνατο, μένει ανίκανος να αγαπήσει αυτούς που βάζουν σε κίνδυνο την ζωή του η την ευημερία του. Συνεπώς, η αγάπη για τους εχθρούς, η αγάπη που μας διδάσκει ο Χριστός, η αγάπη για την οποία μιλάει ο Γέροντας Σιλουανός, είναι ένα πέρασμα από τον θάνατο στην αιώνια ζωή, μέσω του οποίου η ψυχή εξασφαλίζει την τελική νίκη της αγάπης του Χριστού.

Ποικίλει η εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Η δημιουργική ικανότητα του ανθρώπου είναι μια διάσταση που εκδηλώνεται μέσα σε διάφορους χώρους και κλάδους της κουλτούρας, του πολιτισμού, της τέχνης, των επιστημών, κ.ο.κ. Αυτή η δημιουργική ικανότητα δεν περιορίζεται εδώ, αλλά συνεχίζει για να υπερβεί το ορατό και το πρόσκαιρο στις προσπάθειές της να φθάσει στην αρχή του παντός –στον Θεό δημιουργό.

Ο Θεός, που δημιούργησε τον άνθρωπο στην αρχή δίχως την συνεργασία του ανθρώπου, έκτοτε δεν έκανε τίποτα για τον άνθρωπο, δίχως να ζητάει την συνεργασία του. Ο φυσικός κόσμος είναι έτσι φτιαγμένος, ώστε ο άνθρωπος συνεχώς αντιμετωπίζει προβλήματα για τα οποία πρέπει να βρει μια λύση. Αλλά ο άνθρωπος, μέσα στην προοπτική του να συνεργάζεται πραγματικά με τον Θεό για την δημιουργία του κόσμου, πρέπει πάντοτε να ποθεί στον υπέρτατο βαθμό την γνώση του ίδιου του Θεού. Η συνεχής πρόοδος προς όλο και ανώτερη γνώση του Θεού είναι μια πράξη θελκτική αλλά και ιδιαίτερη. Οι συζητήσεις μου με τον Γέροντα Σιλουανό ήταν ασφαλώς συγκεντρωμένες πάνω στην προσευχή και την ζωή σύμφωνα με το θέλημα του Θεού· αλλά η σταδιοδρομία μου στο παρελθόν με προδιέθετε φυσικά να σκεφθώ γενικά πάνω στο δημιουργικό έργο και την σημασία του.

Στα νιάτα μου, μέσω ενός Ρώσου ζωγράφου που αργότερα έγινε διάσημος, με είχε προσελκύσει η ιδέα της γνήσιας δημιουργικότητας, ξεκινώντας με την μορφή της αφηρημένης τέχνης. Αυτό με απορρόφησε για δύο η τρία χρόνια και με οδήγησε στην πρώτη θεολογική σκέψη που γεννήθηκε στον νου μου. Όπως ο κάθε καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται την αντικειμενική πραγματικότητα δια μέσου των μορφών και τρόπων της τέχνης του, έτσι και οι δικές μου ιδέες πάνω στην αφηρημένη τέχνη προέρχονταν από την ζωή γύρω μου. Κοίταζα έναν άνθρωπο, ένα σπίτι, ένα φυτό, έναν περίπλοκο μηχανισμό, παραμορφωμένες φευγαλέες σκιές που οι τρεμάμενες φλόγες κάποιας φωτιάς έριχναν πάνω στους τοίχους η στα ταβάνια, και τις διασκεύαζα σε αφηρημένες εικόνες, δημιουργώντας στην φαντασία μου οπτικά σχήματα διαφορετικά από την καθημερινή πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο ερμήνευα την διδασκαλία του καθηγητή μου –όχι αντιγράφοντας τα φυσικά φαινόμενα, αλλά δημιουργώντας εκ νέου εικονογραφικές παρα­στάσεις. Ευτυχώς, συνειδητοποίησα γρήγορα ότι δεν είχε δοθεί σε εμένα, έναν άνθρωπο, να δημιουργήσω «εκ του μη όντος», όπως μόνον ο Θεός δημιουργεί. Καταλάβαινα ότι κάθε πράγμα που δημιουργούσα προσδιοριζόταν από κάτι άλλο που ήδη υπήρχε. Δεν μπορούσα να ανακαλύψω ένα καινούργιο χρώμα η κάποια γραμμή που δεν είχε υπάρξει στο παρελθόν κάπου. Μια αφηρημένη εικόνα είναι όπως μία αλληλουχία λέξεων, όμορφες και συντονισμένες από μόνες τους, αλλά χωρίς ποτέ να εκφράζουν μια ολοκληρωμένη σκέψη.

Εν συντομία, μια αφηρημένη εικόνα αντιπροσωπεύει μια διάσπαση του είναι, μια πτώση στο κενό, μια επιστροφή στην κατάσταση του μη όντος, απ’ όπου μας κάλεσε ο Θεός με το έργο της δημουργίας Του. Γι’ αυτό εγκατέλειψα τις άκαρπες προσπάθειές μου να επινοήσω κάτι εντελώς καινούργιο, και το πρόβλημα του δημιουργικού έργου από εκείνη την στιγμή συνδέθηκε στενά στον νου με αυτό της γνώσεως του Είναι. Ολόκληρος ο κόσμος, σχεδόν κάθε οπτική παράσταση, έγινε μυστήριο μιας βαθιάς ομορφιάς που ξεπερνούσε τα κοινά μέτρα. Το φως άλλαζε, για να χαϊδέψει και να αγκαλιάσει όλα τα αντικείμενα με ένα φωτοστέφανο, όπως λέμε της δόξας, προσδίνοντας σε αυτά παλμούς ζωτικούς, που ήταν όμως αδύνατον για τον καλλιτέχνη να τους αποτυπώσει με τα μέσα που είχε στην διάθεσή του. Τότε γέμισα με μια λατρεία γεμάτη σεβασμό για τον Πρώτο Καλλιτέχνη, τον Δημιουργό των πάντων, και μια επιθυμία να Τον συναντήσω, να μαθητεύσω σ’ Αυτόν, να μάθω πως δημιουργεί.

Οι συναντήσεις μου με τον Γέροντα εστίασαν την προσοχή μου στο πρόσωπο του Χριστού: πως εκείνος, ο Υιός, ενεργούσε; «Ου δύναται ο υιός ποιείν αφ’ εαυτού ουδέν, εάν μη τι βλέπη τον πατέρα ποιούντα· α γαρ αν εκείνος ποιή, ταύτα και ο υιός ομοίως ποιεί. Ο γαρ πατήρ φιλεί τον υιόν και πάντα δείκνυσιν αυτώ α αυτός ποιεί»5. Αλλά ο μονογενής Υιός έγινε ο Υιός του Ανθρώπου, έγινε καθ’ όλα όμοιος με μας. Γι’ αυτό ο,τιδήποτε αναφέρει σχετικά με τον Υιό του Ανθρώπου, σ’ Αυτόν τον ίδιο, μπορεί να εφαρμοσθεί στον κάθε έναν από μας. Έτσι, αν ο Πατήρ μας αγαπά, επακόλουθο είναι ότι θα μας δείξει όλα τα πράγματα που κάνει και με ποιόν τρόπο τα κάνει. Αυτό σημαίνει σε τελική ανάλυση ότι έχουμε όλοι κληθεί να συνεργασθούμε στο αιώνιο έργο της δημιουργίας του Πατρός. Είναι γνώρισμα του ανθρώπου να ποθεί την τελειότητα, να θέλει να εισέλθει στο ζωντανό ρεύμα της θείας αιωνιότητας, εκεί όπου πήγε πρώτος ο Χριστός-Άνθρωπος.

Συνεπώς, σε ο,τι αφορά το δημιουργικό έργο, ο άνθρωπος στην τελική του αναζήτηση εγκαταλείπει σταδιακά ο,τι είναι παροδικό και σχετικό, προκειμένου να φθάσει στην αθάνατη τελειότητα. Σε αυτήν την γη, είναι σίγουρο ότι η τελειότητα δεν είναι ποτέ απόλυτη. Παρ’ όλα αυτά μπορούμε να ονομάσουμε τέλειους αυτούς που λένε μόνο αυτό που τους έχει δοθεί από το Πνεύμα, κατά μίμηση του Χριστού, ο οποίος λέει: «Απ’ εμαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξέ με ο πατήρ μου, ταύτα λαλώ»6.

Ο ναός τού Αγίου Σιλουανού στήν Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Essex.

Το δημιουργικό έργο είναι ανώτερο απ’ οτιδήποτε μπορεί ο άνθρωπος να εκπληρώσει. Ο άνθρωπος τείνει προς αυτό το ιδανικό, όχι παθητικά αλλά με πνεύμα δημιουργικό, ενθυμούμενος πάντα να αποφεύγει κάθε τάση προς το να δημιουργεί τον Θεό κατά την δική του εικόνα.

Ήμουν επίσης απορροφημένος με αυτό το πρόβλημα: Πως εμείς, τόσο στενοί και περιορισμένοι, μπορούμε να κατανοήσουμε σωστά ότι είμαστε η εικόνα του παντοδύναμου Θεού, του Θεού που περιέχει τα πάντα και υπερβαίνει τα πάντα. Εδώ ο Γέροντας Σιλουανός έγινε η σωτηρία μου. Μου έλεγε ότι, αν προσπαθούμε ειλικρινά να φυλάξουμε τις εντολές του Χριστού, η ψυχή θα γεμίσει με την χάρη του Αγίου Πνεύματος∙ και τότε με μια βαθιά αγάπη, γεμάτη συμπόνια, προσευχόμαστε για όλον τον κόσμο όπως για τον ίδιο μας τον εαυτό, και επιθυμούμε πολύ δυνατά την ευημερία του κάθε ανθρώπου περισσότερο από την δική μας. Μας υπέδειξε ότι η προσευχή του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανή περιλάμβανε το σύνολο του ανθρωπίνου γένους, από τον Αδάμ ως το τελευταίο παιδί που θα γεννηθεί από γυναίκα. Η προσευχή που πρότεινε ο Γέροντας Σιλουανός μπορεί δίχως αμφιβολία να παρομοιαστεί με αυτήν την λυτρωτική προσευχή του Κυρίου, και συνεπώς να υπερβεί τα όρια του ατόμου. Αυτή η προσευχή αποτελεί ένα πέρασμα σε μια άλλη διάσταση –την διάσταση του προσώπου-υπόσταση, καθ’ ομοίωσιν της Υποστάσεως του ενσαρκωμένου Λόγου. Ξέρουμε ότι στα μέτρα που ο άνθρωπος γίνεται όμοιος με τον Χριστό στην γήινη ζωή του, έχει ήδη θεωθεί και έχει γίνει μέτοχος της θείας ζωής.

Συνειδητοποιώντας από την προσωπική μου εμπειρία ότι κάθε αλλαγή στην κατανόησή μου του θείου Είναι επηρέαζε αναπόφευκτα ολόκληρη την ζωή μου, μου έδειχνε ότι κάθε ομολογία η μορφή μυστικισμού έχει την δική της συγκεκριμένη πνευματικότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ο χαρακτήρας της ασκητικής ζωής του αγίου Σιλουανού ανήκει καθ’ ολοκληρία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Έγραφε ο ίδιος, όταν κάποιος από τους πατέρες κατέληξε ότι όλοι οι αιρετικοί θα αφανισθούν: «Δεν γνωρίζω σχετικά με αυτό το θέμα. Αλλά πιστεύω μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε αυτήν υπάρχει η χαρά της σωτηρίας μέσω της ταπεινώσεως του Χριστού». Η ζωή κάθε χριστιανικής ομολογίας, σε όλα τα επίπεδα, ρυθμίζεται από την κατανόηση της Αγίας Τριάδος. Οι διαφορές στην θεολογική ερμηνεία της Υποστατικής Αρχής εν τω Θείω Είναι αποτελούν διαχωριστική γραμμή, γραμμή οροθεσίας, όχι μόνο μεταξύ των διαφόρων θρησκειών αλλά και μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών. Δυστυχώς, οι περισσότεροι σύγχρονοι θεολόγοι δεν το έχουν ακόμη καταλάβει αυτό, αν και είναι το κατ’ εξοχήν βασικό σημείο που πρέπει να επιλύσουν.

Μας έχει κάνει εντύπωση ο πλούτος και η υπερβολική απλότητα της διδασκαλίας του αγίου Σιλουανού. Εχουμε ακόμα πολλά να μάθουμε και να πάρουμε από αυτόν…

Ο άγιος Σιλουανός ήταν ένας άνθρωπος που είχε μόνον ένα όραμα, εμπνευσμένο από την φανέρωση του Θεού που είχε φωτίσει ολόκληρο το είναι του, χωρίς εκείνος να το ζητήσει. Όταν ο Κύριος του είχε εμφανισθεί, είχε νιώσει ότι ο Θεός ήταν άπειρη αγάπη, οικουμενική αγάπη. Το Άγιο Πνεύμα του είχε αποκαλύψει την Θεότητα του Χριστού. Το Άγιο Πνεύμα του είχε διδάξει την ταπείνωση και μια αγάπη τέτοιας χωρητικότητος που αγκάλιαζε κάθε δημιούργημα. Νύκτα και ημέρα αναζητούσε να βιώσει πάλι αυτήν την εμπειρία της θείας αιωνιότητας.

Η μαρτυρία ενός ανθρώπου σαν τον άγιο Σιλουανό, που ήταν εντελώς άδεια από διανοητικά επινοήματα, η μαρτυρία ενός ανθρώπου που σε ολόκληρη την ζωή του έχυσε το αίμα της καρδιάς του μέσα στην προσευχή για όλον τον κόσμο, δεν μπορεί παρά να έχει μια ιδιαίτερη δύναμη και μια ιδιαίτερη σημασία.

Μου φαίνεται ότι ο Γέροντας ήταν τόσο δεκτικός και αυθόρμητος όσο και οι πρώτοι απόστολοι. Το γεγονός ότι μπόρεσε να παραμείνει ανέπαφος από τις πλαστότητες του σύγχρονου πολιτισμού μας τον κάνει ακαταμάχητα πειστικό. Τόσο αυτοί που δεν τον γνώρισαν προσωπικά, αλλά που μπορούν να τον κρίνουν από τα γραπτά του, όσο και εκείνοι που τον γνώρισαν και είδαν την γνήσια απλότητα και ταπείνωσή του έχουν πεισθεί ότι ήταν ένας άνθρωπος του Θεού.

Και σήμερα η Εκκλησία πιστοποίησε αυτήν την βεβαιότητα…

Γέροντας Σωφρόνιος: Ο Γέροντας Σιλουανός «κρατούσε τον νου του στον Άδη και δεν απελπιζόταν». Αγωνιζόταν ενάντια στο «πνεύμα το μέγα και κραταιόν, τον συσσεισμό και την φωτιά» του πειρασμού. Και τώρα μας μιλάει μέσα από την «φωνή αύρας λεπτής» του Κυρίου7.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 1. Βλ. Ματθ. 5, 43-48. 2. Ιω. 14, 30. 3. Εβρ. 2, 18. 4. Α’ Ιω. 4, 1. 5. Ιω. 5, 19-20. 6. Ιω. 8, 28. 7. Βλ. Α’ Βασ. 11-12. pemptousia.gr 

Σχετικό θέμα: Ομιλεί ο ίδιος ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ στα Ελληνικά!

Εικόνα Παναγίας τέμπλου τού ιερού ναού τού Αγίου Σιλουανού. 
Έργο τού Γέροντα Σωφρονίου.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Από το ευλογημένο Essex...Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί...

Από το ευλογημένο Essex...Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί...

Από το ευλογημένο Essex...Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί...
«Ο καθηγιασμένος γάμος, ο πειθαρχημένος, ο χωρίς διαστροφήν, διατηρεί τον άνθρωπον φυσικώς και ηθικώς, ενώ πάσα άλλη μορφή σαρκικής απολαύσεως, έστω και υπό ονειρώδη μόνον μορφήν, διαφθείρει ολόκληρον τον άνθρωπον ήτοι την ψυχήν και το σώμα» «Όσο μεγαλύτερη η αγάπη τόσο μεγαλύτερη η οδύνη της ψυχής. Όσο πληρέστερη η αγάπη τόσο πληρέστερη η γνώση. Όσο πιο φλογερή η αγάπη τόσο πιο πύρινη η προσευχή. Όσο τελειότερη η αγάπη, τόσο αγιότερος ο βίος» «Η Χριστιανική διακονία συνεπάγεται ευσπλαχνία αγάπης. Είναι αναγκαίο ή να δεχθούμε μέσα στην καρδιά μας τις δυσκολίες και τη θλίψη αυτών που προσέρχονται σε εμάς ή αλλιώς να εισέλθουμε εμείς στην καρδιά, στα βάσανά τους, να ταυτισθούμε μαζί τους.» *** «Κατά την διάρκεια της προσευχής υπέρ των ανθρώπων η καρδιά αισθάνεται μερικές φορές την πνευματική ή την ψυχική κατάσταση εκείνων για τους οποίους απευθύνει στο Θεό την προσευχή. Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές, ανοίξτε την καρδιά σας, για να χαράξει εκεί το Αγιο Πνεύμα την εικόνα του Χριστού. Τότε θα γίνετε σιγά-σιγά ικανοί να έχετε μέσα σας τη χαρά και το πένθος, το θάνατο και την ανάσταση. Κοιτάξτε το μεγαλειώδες θέαμα που ο Θεός μας φανέρωσε στη δημιουργία του κόσμου, στην κατασκευή του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Του. Εκείνο που αναζητούμε δεν περιορίζεται στη μικρή μας καθημερινή ζωή. Αναζητούμε να είμαστε με τον Θεό και να αποκτήσουμε μέσα μας τη ζωή σε όλο το πλάτος, το κοσμικό και το θείο. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η σωτηρία του ανθρώπου είναι η θέωσή του. Μην έχετε υπερβολική εμπιστοσύνη στην ανώτερη μόρφωση που αποκτήσατε στον κόσμο. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε είναι κουλτούρα της πτώσεως. Τι σημαίνει σωτηρία; Ο θάνατος του σώματος είναι άραγε η προϋπόθεση για την είσοδο στη Βασιλεία του Χριστού; Πως μπορούμε να αναπτύξουμε την ικανότητά μας να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, σύμφωνα με το Αγιο Πνεύμα; Ενα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της προσευχής και της μετάνοιας. Τότε ο θάνατος δε θα είναι ρήξη, αλλά μετάβαση στη Βασιλεία, για την οποία θα έχουμε ετοιμασθεί με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, με την προσευχή και την επίκληση του Ονόματός Του: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου». *** «Η απελπισία είναι η απώλεια της συνειδήσεως ότι ο θεός θέλει να μας δώσει την αιώνεια ζωή. Ο κόσμος ζει στην απελπισία. Οι άνθρωποι έχουν καταδικάσει οι ίδιοι τον εαυτό τους στο θάνατο. Πρέπει να παλέψουμε σώμα προς σώμα με την ακηδία.» «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Πολλές φορές επανέλαβα αυτή την προσευχή της Εκκλησίας. Η επί γης αναμάρτητη ζωή μας ανοίγει τις πύλες του Ουρανού. Δεν είναι ο πλούτος των γνώσεων που σώζει τον άνθρωπο. Είναι η αναμάρτητη ζωή που μας προετοιμάζει για τη ζωή με τον Θεό στο μέλλοντα αιώνα. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος μας διδάσκει τις αιώνειες αλήθειες κατά το μέτρο που ζούμε σύμφωνα με τις εντολές: «Αγαπήσεις τον Θεό σου, τον Δημιουργό σου, με όλο το είναι σου και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ναί, κρατείτε πάντοτε αυτές τις εντολές. «Ποια στάση να κρατάμε στην εκκλησία; Πρέπει να στεκόμαστε με ένταση και αυτοσυγκέντρωση. Να έχουμε ένταση, δηλαδή μεγάλη προσοχή, ώστε να μην διαχέεται ο νους μας με επιφανειακά πράγματα και αλλότριες σκέψεις.» «Οι πιστεύοντες εις τον Χριστόν διά πίστεως ελευθέρας πάσης αμφιβολίας ως Θεόν δημιουργόν και Θεόν σωτήρα ημών, εν παραφορά μετανοίας, λαμβάνουν πείραν και του Αδου και της Αναστάσεως, πρίν ή γευθούν του σωματικού θανάτου».

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

                    

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου – Για την απώλειας της χάριτος του Θεού υπεύθυνοι είμαστε μόνο εμείς, η λάθος αγάπη του εαυτού μας

Ενώ όλα πάνε καλά στην ζωή μας, στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους και με τον Θεό, έρχεται μία μέρα όπου χάνουμε αυτή την χάρη, ξαφνικά ή σταδιακά.
Τις περισσότερες φορές δεν καταλαβαίνουμε αυτό που μας συμβαίνει. Όλα πήγαιναν τόσο καλά, και τώρα είναι όλα τόσο οδυνηρά. Η επιθυμία να προσευχηθείς μειώνεται, η προσευχή γίνεται στεγνή και κοπιώδης, η πνευματική προσοχή χαλαρώνει.
Οι σχέσεις μας με τους άλλους περιπλέκονται: τους κρίνουμε και τους κατακρίνουμε αντί να κοιτάμε τα δικά μας προσωπικά λάθη. Η καρδιά μας μένει κλειστή, σκληραίνει.
Η ψυχή ταράζεται, σκοτεινιάζει, γίνεται λεία των παθών και των λογισμών που την περικυκλώνουν. Η ύπαρξη δεν αναζητά να ανέλθει προς τον Θεό, αλλά βυθίζεται στην καθημερινότητα ή στα κοσμικά πάθη, περιορίζεται σε πράξεις ρουτίνας, μέσα στις ανάγκες και τις καθημερινές έγνοιες. Η υπομονή μας απέναντι στις αντιξοότητας και στον πόνο αποδυναμώνεται.
Για όλη αυτήν την κατάσταση λοιπόν, της απώλειας της χάριτος του Θεού υπεύθυνοι είμαστε μόνο εμείς, η λάθος αγάπη του εαυτού μας. Όσο γιγαντώνεται μέσα μας το εγώ τόσο καταλαμβάνει τον χώρο της ύπαρξής μας που δεν μένει τελικά χώρος για τον Θεό.
Έχουμε λοιπόν ευθύνη για την απώλεια αυτής της Χάριτος. Αυτή η ευθύνη απαιτεί επαγρύπνηση, απαιτεί προσοχή, αφού αρκεί ένα τίποτα, μία μόνο σκέψη ματαιοδοξίας, γι να εγκαταλειφθεί η ψυχή από το φως του Πνεύματος.
Η υπερηφάνεια ενεδρεύει στην καρδιά μας, ακόμα κι όταν είμαστε εν μέσω πνευματικών προσπαθειών. Τελικά χαρακτηριστικό του εγώ είναι η ικανότητά του να διαστρέφει τα πάντα σε αντικείμενα ατομικής χρήσης και οφέλους.
Είναι πιθανόν να προσεύχεσαι, να συμμετέχεις στη θεία λειτουργία, να μελετάς την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά αυτή σου η συμπεριφορά να προέρχεται είτε από μία προσπάθεια καλλωπισμού της «βιτρίνας» του εγώ σου με ένδοξα ψιμύθια, είτε από την προσπάθεια να θέσεις υπό την κατοχή σου τον Θεό! Σ’αυτές τις περιπτώσεις, ζούμε μία ολοκληρωτική πνευματική ψευδαίσθηση.
Τα πάθη της υπερηφάνειας και οι αμαρτίες είναι όπως τα σύννεφα που κρύβουν το φως της Χάριτος και του Θείου Ελέους. Αλλά πίσω από τα σύννεφα, ο ήλιος δεν λάμπει λιγότερο.
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να χάνουμε το κουράγιο μας και να μην εξασθενεί ποτέ ο αγώνας μας για να γευθούμε και εμείς το ανέσπερο Φως της τρισηλίου Θεότητος.
Posted in Μέλισσα Ισοκράτη | Tagged , |     

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Συγχώρηση των αμαρτιών

Συγχώρηση των αμαρτιών

Σύμφωνα με τη διδαχή των αγίων Αποστόλων, στον άνθρωπο δίδεται«άφεσις αμαρτιών». Γι’ αυτό ακριβώς μαρτυρούν σε όλους τους αιώνες οι άνθρωποι που το γνώρισαν αυτό εμπειρικά, λαμβάνοντας τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτό παρέχει αναμφίβολα στον έσω άνθρωπο μαρτυρία για το θαυμαστό αυτό γεγονός.
Να μερικά σημεία αναμφισβήτητης εσωτερικής μαρτυρίας: κάποια αληθινά «ιδιαίτερη» ενέργεια Πνεύματος, που προκαλεί θαυμαστή αλλοίωση του νου και της καρδιάς· ιδιαίτερη ενέργεια, ως τότε άγνωστη, ξεχωριστή από όλα τα άλλα «φυσικά» βιώματα, και ως εκ τούτου δυνάμενη να εκληφθεί ως συνέπεια φαντασίας ή καρπός τεχνητής αυτοδιεγέρσεως· ήσυχη, αλλά ισχυρή και αγία χαρά και εσωτερική ειρήνη, που αποκτά τέτοια δύναμη, ώστε η ψυχή να λησμονεί όλο τον κόσμο, να περιέρχεται σε κατάσταση απώλειας της αισθήσεως του υλικού κόσμου. Μετά από αυτό αλλάζει ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου με τον ριζικότερο τρόπο· η καρδιά φέρεται τρυφερότερα προς τους ανθρώπους και ο νους αντιλαμβάνεται όλα τα πράγματα διαφορετικά.
 Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ)ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ» Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ» Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου



η) «Ελεύσεις και αποκρύψεις του θείου Φωτός»

Η όραση του ακτίστου Φωτός γίνεται με πολλές εναλλαγές. Στην αρχή γίνεται ασαφώς, με την αποκάλυψη του εσωτερικού σκότους, στην συνέχεια γίνεται λαμπρότερη και μεταδίδει την θεία ζωή, αλλά μετά από αυτά παρατηρούνται αυξομοιώσεις, άρσεις της θείας Χάριτος, απομακρύνσεις του Θεού και εκ νέου ελεύσεις της θείας Χάριτος. Όλα αυτά παρουσιάζονται από έναν εμπειρικό θεολόγο, που γνώρισε αυτές τις επισκέψεις και τις απομακρύνσεις του Θεού.


Ο Γέροντας στα κείμενά του κάνει λόγο για την απροσδόκητη έλευση του θείου Φωτός που «εναγκαλίζεται αγαπητικώς» τον άνθρωπο . Έπειτα κάνει λόγο για «συνεχή θέα του φωτός», που παρέμενε σε εκείνον «επί τρεις ημέρας» και άλλοτε παρέμενε μαζί του «επί δύο εβδομάδας» . Εδώ πρέπει να θυμηθούμε την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που είδαμε προηγουμένως, για την έλλαμψη και την διαρκή θέα του Φωτός. Ακόμη αυτή η Χάρη, όπως η Χάρη της βιώσεως της Γεθσημανή, ήταν ένα μεγάλο δώρο, που, όπως ομολογεί, «και μέχρι του νυν δεν παύει αυξανόμενον». Την περίοδο αυτή, που ζούσε μέσα στο Φως και το Φως ήταν μέσα του και μαζί του, ζούσε φυσιολογικά. Και στην συνέχεια κάνει λόγο για την «απώλεια» της Χάριτος του Θεού , για την αποχώρηση «του Πνεύματος του  Κυρίου» και την επί μακρόν αποχώρηση της οράσεως «του ουρανίου φωτός» , για την εγκατάλειψη του Φωτός , για την έκπτωση «εκ της υπερκοσμίου ελλάμψεως» .


Από αυτά φαίνεται ότι η πείρα του Γέροντος Σωφρονίου υπήρξε μεγάλη και γι’ αυτό δυσερμήνευτη. Εμείς δεν μπορούμε να την αναλύσουμε, παρά μόνον να παραθέσουμε τους λόγους του που δείχνουν αυτήν την πραγματικότητα.

Συνήθως ο Γέροντας ζούσε αυτήν την εμπειρία χωρίς να την αξιολογή λογικώς, χωρίς να προσπαθή να την κατανοή και να την ελέγχη συγκρίνοντάς την με την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας. Δεν θεολογούσε πάνω σε αυτήν την εμπειρία, δεν προσκολλάτο στις καταστάσεις αυτές, καίτοι διέμενε «εν τη αμόρφω νοερά σφαίρα», ούτε στρεφόταν στον εαυτό του για να την αναλύση θεολογικά, αλλά μισούσε τον εαυτό του από την βαθειά μετάνοια και συντριβή που τον διακατείχε σε όλη του την ζωή. Περνούσε μεγάλες περιόδους χωρίς σκέψεις, οι οποίες όμως του δημιουργούνταν όταν συνομιλούσε με τους ανθρώπους .
Η «ακατάσχετος ορμή» προς οδυνηρή μετάνοια είλκυε την ψυχή του «εις τοιαύτην ακόρεστον προσευχήν, ώστε η ψυχή να επιλανθάνηται των πάντων, ουδέν να ενθυμήται, αλλά να στρέφηται ακατασχέτως προς τον Θεόν, τον αόρατον αλλ’ ηγαπημένον, τον άγνωστον αλλ’ οικείον, τον απρόσιτον αλλ’ εγγύς» .

Όταν ερχόταν ακόμη και ένας λογισμός κενοδοξίας, τότε στερείτο του Φωτός. Γράφει: «Προσηυχόμην κατακλυζόμενος υπό δακρύων συντριβής, και ευθύς, ως ενεφανίζετο πλησίον που εν τω αέρι λογισμός κενοδοξίας, ανιστάμην πάραυτα από της γης απεστερημένος πάντων: Δεν υπήρχον δάκρυα, η ψυχή ήτο ηρημωμένη· το σώμα ήτο υγιές, η πνευματική όμως ζωή αφίστατο απ’ εμού» . Όμως, αυτό τον δίδαξε να αντιμετωπίζη με ανδρεία, ακόμη και  την προσέγγιση του λογισμού της κενοδοξίας. Γράφει: «Κατόπιν πολλών επαναλήψεων παρομοίων συμφορών, και εκ του ελαχίστου σημείου προσεγγίσεως του εχθρού τούτου, της κενοδοξίας, ηρχόμην εις φόβον. Τότε εδιπλασίαζον τον κλαυθμόν της μετανοίας: “Κύριε ήλθον οι φονείς μου, σώσον με”. Ούτω κατενόησα, δια ποίον λόγον οι Πατέρες αποφεύγουν τους επαίνους: Και οι τέλειοι εισέτι δεν δύνανται να εξέλθουν άνευ ζημίας τινός της προς τον Θεόν αγάπης αυτών» .

Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο έγραφε ότι «ο επιρρεπής εις την φαντασίαν νους είναι ακατάλληλος δια την θεολογίαν». Εκείνος που θέλει να «παρίσταται τω Θεώ καθαρώ νοΐ», πρέπει να απομακρύνεται από την «σφαίραν της φαντασίας» .
Η προσέγγιση προς τον Θεό συνδέεται με οδυνηρή ένταση που δεν είναι εύκολο να βιωθή από τους έχοντες πεπτωκυία φύση που αποστρέφονται τον πόνο. Ταλαντευόταν «μεταξύ δύο θέσεων». Ή να συμβιβασθή με την υπάρχουσα πραγματικότητα με μια «νόθον ταπείνωσιν» ή να αποδεχθή «την φοβεράν κλήσιν του Χριστού». Και γράφει: «Ότε επέλεξα το δεύτερον, τότε ανεγεννήθην δια ζωήν εν τω Ζώντι Θεώ» .

Ο Γέροντας Σωφρόνιος δίνει την μαρτυρία του για την πορεία της αναβάσεως της ψυχής προς τον Θεόν:
«Εις οιονδήποτε σημείον και αν υψώση ημάς η δι’ όλου του είναι ημών ακράτητος ορμή προς Αυτόν, αισθανόμεθα χαράν κατά την πορείαν της αναβάσεως, συγχρόνως όμως ο Ίδιος εμφανίζεται διαρκώς και πλέον απρόσιτος. Συχνάκις αποκάμνομεν, απόγνωσις κυριεύει ημών, βλέπομεν εαυτούς ετοίμους προς πτώσιν, και αίφνης Ούτος, όλως απροσδοκήτως, είναι μεθ’ ημών και εναγκαλίζεται ημάς αγαπητικώς. Ο Θεός είναι εκπληκτικώς παράδοξος» .
Στα κείμενα του Γέροντος προσδιορίζονται και τα βασικά αίτια της απωλείας του Φωτός της θείας Χάριτος που ονομάζεται εγκατάλειψη του Θεού.
 Γενικά, λόγω της φθαρτότητος και της θνητότητος, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξη για πολύ στην θεωρία. Ακόμη, ο Θεός οικονομεί αυτήν την στέρηση για την ανωριμότητα του ανθρώπου και την καλύτερη ανταπόκριση της ελευθερίας σε πληρέστερη κένωση, καθώς επίσης για να πιή το ποτήριο που Εκείνος έπιε και έτσι η ψυχή ταπεινώνεται και αυξάνει την γνώση των οδών του Θεού .
Σε άλλες περιπτώσεις ευθύνεται ο ίδιος ο άνθρωπος, γιατί δεν ανταποκρίνεται, όπως θα έπρεπε σε αυτό το μεγάλο δώρο του Θεού.


Όταν ο Γέροντας περιγράφη την εμπειρία της οράσεως του ακτίστου Φωτός για δύο εβδομάδες, στην συνέχεια αναφέρει και την αιτία για την οποία έχασε αυτήν την μεγάλη δωρεά, που ήταν η προσπάθεια να κατανοήση λογικά το μεγάλο αυτό δώρο. Γράφει:
«Και ιδού, εσπέραν τινά, επλησίασεν εμέ ο μοναχός π. Ιουβενάλιος (Εγκορώφ), ο μόνος επί του ορόφου εκείνου γείτων μου, και ηρώτησεν εμέ: “Ανέγνωσα προ ολίγου τους Ύμνους του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου … Είπατέ μοι, πώς αντιλαμβάνεσθε υμείς τας περιγραφάς της υπ’ αυτού οράσεως του ακτίστου Φωτός”; Μέχρις εκείνης της στιγμής έζων μετ’ ευγνώμονος καρδίας την εις εμέ συγκατάβασιν της ευλογίας του Κυρίου, αλλ’ ουδέποτε διηρωτήθην σχετικώς προς το φαινόμενον τούτο και η σκέψις μου, εστραμμένη προς τον Θεόν, δεν επέστρεφεν εις εμαυτόν. Ίνα απαντήσω εις τον π. Ιουβενάλιον, νοερώς εστράφην προς εκείνο, όπερ έζων κατ’ εκείνην την στιγμήν. Εν τη προσπαθεία μου να αποκρύψω εμαυτόν, απήντησα δι’ υπεκφυγής: “Δεν ανήκει εις εμέ να κρίνω περί του βιώματος του Αγίου Συμεών …, αλλ’ ίσως, διαμένων ούτος εν καταστάσει χάριτος, ησθάνετο αυτήν ως Φως … δεν γνωρίζω”. Εφάνη εις εμέ ότι ο π. Ιουβενάλιος απήλθε μη υποψιασθείς πλείον τι εκείνου όπερ είπον εις αυτόν. Ευθύς μετά την σύντομον ταύτην συνομιλίαν συνέχισα, ως συνήθως, την προσευχήν μου. Το Φως και η αγάπη δεν ήσαν πλέον μετ’ εμού»

Αυτή η λογική ανάλυση της οράσεως του ακτίστου Φωτός ήταν αιτία απωλείας της δωρεάς αυτής. Ο ίδιος ομολογεί: «Εν τη κατά Θεόν ζωή μου συνέβαινε πολλάκις, ευθύς ως κατενόουν δια της λογικής μου (δια της “αριστεράς μου”) το τελούμενον εν εμοί κατά συγκατάβασιν Θεού, το Φως να εγκαταλείπη εμέ» .

Επειδή θα μπορούσαν μερικοί να θεωρήσουν ως παραφροσύνη την απάρνηση της λογικής ανάλυσης κατά τις ώρες αυτές, με το σκεπτικό ότι ο Θεός μας έδωσε την λογική, όπως έλεγε και ο Βαρλαάμ, ο οποίος αποκαλούσε την όραση των Προφητών «χείρω της ημετέρας νοήσεως», ο Γέροντας γράφει με ωραίο τρόπο ότι όταν αυτή «η παραφροσύνη», δηλαδή η λογική επεξεργασία, αποχωρούσε, τότε κατανοούσε την ανυπολόγιστη ζημία που προξενούσε στην πνευματική του ύπαρξη .
Υπήρξαν περιπτώσεις που γινόταν αυτή η λογική ανάλυση της εμπειρίας σε άλλο χρόνο, από λόγους πνευματικής καθοδηγήσεως, ακόμη και στους μοναχούς εκείνους που είχαν ανάλογη πείρα και έπρεπε ο Γέροντας μερικές φορές να λέγη τί συνέβαινε σε αυτόν, ώστε να τους βοηθήση. Όμως και αυτό ήταν συμφορά, όπως γράφει: «Ιδιαιτέρως εγνώρισα την συμφοράν αυτήν, ότε κατεστάθην πνευματικός εν Αγίω Όρει» .
Άλλες φορές η απώλεια της μεγάλης αυτής Χάριτος γινόταν από λεπτό λογισμό κενοδοξίας. Ο Γέροντας βοηθήθηκε από τα πατερικά κείμενα, γιατί σε αυτά εύρισκε την ομοιότητα προς την εμπειρία του, αλλ’ όμως αυτή η πνευματική ανάγνωση και η γνώση είχε και τους κινδύνους της, γιατί, όπως γράφει, «εισερχόμην εις τον πολύπλοκον πόλεμον κατά της κενοδοξίας» και τότε αποχωρούσε «ενίοτε επί μακρόν, η όρασις του ουρανίου Φωτός». Έτσι περιέπιπτε «εις μεγάλην λύπην εξ αιτίας του φαινομένου τούτου» .


Μετά την απώλεια της ζωής της αθανάτου, την οποία αθάνατη ζωή είχε γνωρίσει κατά την όραση του ακτίστου Φωτός, επανερχόταν στην προηγούμενη κατάσταση και βεβαίως εξακολουθούσε να υπάρχη η μετάνοια και το πένθος. Άλλωστε, από τον [//136] φωτισμό του νοός και την αδιάλειπτη νοερά προσευχή ο θεούμενος ανέρχεται στην θεωρία του Θεού, και όταν αυτή για διαφόρους λόγους σταματά, τότε επανέρχεται στην νοερά προσευχή. Μετά την απώλεια της θεωρίας του Φωτός, που είναι το φως της Βασιλείας του Θεού και της αιωνίου ζωής, καταλάμβανε την ψυχή του Γέροντος μεγάλη λύπη , και μια αθυμία και ταραχή εισερχόταν στην καρδιά του . Αυτήν την απώλεια, κυρίως όταν γίνεται από λεπτούς λογισμούς κενοδοξίας και λογικής επεξεργασίας, την χαρακτηρίζει στα κείμενά του ως «συμφοράν» , ως «ανυπολόγιστον ζημίαν εν τω πνευματικώ μου είναι» .


θ) «Κήρυγμα περί του ακτίστου Φωτός»


Συνοπτική παρουσίαση της εμπειρίας του ακτίστου Φωτός έκανε ο Γέροντας σε λόγο-ομιλία του στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Χριστού «Περί του Θαβωρίου Φωτός». Ο λόγος αυτός εκφωνήθηκε κατά πάσα πιθανότητα στο Παρίσι, μετά την επιστροφή του από το Άγιον Όρος. Με τον λόγο αυτό αναλύεται η φράση των Ευαγγελιστών σχετικά με την αποκάλυψη της δόξης του Χριστού: «Ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς, και ιδού φωνή εκ της νεφέλης λέγουσα· Ούτός εστιν ο Υιός Μου ο αγαπητός, εν Ώ ευδόκησα· Αυτού ακούετε» (Ματθ. ιζ’, 5).

Ο λόγος αυτός είναι καταπληκτικός. Όσες φορές τον διαβάζω μου προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση, γιατί αφ’ ενός μεν είναι εφάμιλλος των λόγων-ομιλιών των αγίων Πατέρων, διότι καταγράφει το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Χριστού μέσα από την προσωπική πείρα, αφ’ ετέρου δε στην πραγματικότητα είναι μια «αυτοβιογραφία» του Γέροντος Σωφρονίου .

Διαβάζοντας το κείμενο αυτό διακρίνουμε ότι χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος θέτει τις θεολογικές βάσεις του γεγονότος αυτού και στο δεύτερο αναλύει πώς κάποιος ασκητής  του ανέλυσε τα σχετικά με την Μεταμόρφωση του Χριστού. Προφανώς ο ασκητής αυτός είναι ο ίδιος ο Γέροντας, ο οποίος θέτει μερικά ερωτήματα και απαντά ο ίδιος σχετικά με το μεγάλο αυτό γεγονός. Και αυτό το έκανε για να κρύψη την μεγάλη εμπειρία που είχε δεχθή από τον Θεό των Φώτων.

Στο πρώτο μέρος ο Γέροντας προτρέπει τους ακροατές του να παραβλέψουν εκείνη την ώρα την μηδαμινότητά του και να κλείστουν τους οφθαμλούς τους στην αμάθεια και το άκομψη του λόγου του και να τον θεωρήσουν ως έναν απλό κήρυκα.
Έπειτα, αναφέρεται στην μεγάλη δωρεά που έχουν λάβει οι Χριστιανοί με το Βάπτισμα, το Χρίσμα, την θεία Ευχαριστία, τον θείο λόγο και την ζωή της Εκκλησίας. Στην συνέχεια κάνει λόγο για την «ακόρεστον πείναν και άσβεστον δίψαν θεογνωσίας» που διακρίνει τους ανθρώπους. Η ορμή του ανθρώπου προς τον Θεό αυξάνεται μετά την θεωρία του Θεού, έως ότου ο άνθρωπος «εμπλησθή της Ακορέστου Τροφής», ώστε το Φως και η ψυχή να γίνουν ένα, που προκαταγγέλλει την θέωση του ανθρώπου στην θεία δόξα.

Η Μεταμόρφωση του Χριστού «αποτελεί στερεόν θεμέλιον της ελπίδος δια την μεταμόρφωσιν της ζωής ημών όλης» –που τώρα είναι γεμάτη κόπο, ασθένεια και φόβο– στην άφθαρτη και θεοειδή ζωή.

Χρειάζεται αγώνας εκ μέρους του ανθρώπου. Οι Πατέρες διήνυσαν αυτήν την οδό. Στην ζωή μας πρέπει να επαναληφθή ό,τι έγινε στην ζωή του Χριστού και αυτή η ζωή είναι κοινή για όλους. Πρέπει να διέλθουμε από τους πειρασμούς του Χριστού, την καταδίωξη, την μεταμόρφωση, το πάθος, την σταύρωση σε αοράτους σταυρούς, τον θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψη. Δεν χρειάζεται δειλία, διότι αυτό γίνεται με την δύναμη του Χριστού.
Αυτά είναι τα ρήματα της αιωνίου ζωής, «των Αποστόλων το κήρυγμα» και «των Πατέρων τα δόγματα», η ασάλευτη ελπίδα, το θεμέλιο της πίστεώς μας, «το μόνιμον πολίτευμα της ζωής του πνεύματος ημών». Πάντοτε υπάρχουν μάρτυρες αυτής της ζωής, οι οποίοι ακολουθούν τον Χριστό στο Θαβώρ, τον Γολγοθά, το Όρος των Ελαιών, όχι με την σοφία του κόσμου τούτου και με υπερήφανη παρρησία, «αλλά μετά φόβου και τρόμου, ως ανάξιοι  της αναβάσεως και οράσεως ταύτης», με την ελπίδα όμως ότι και σ’ εμάς τους αμαρτωλούς μπορεί να λάμψη το αΐδιο Φως της Θεότητος, «κατά την άμετρον αγαθότητα του Ουρανίου Πατρός».

Στο δεύτερο μέρος του λόγου του ο Γέροντας, παρουσιάζοντας την σημασία του μεγάλου γεγονότος της Μεταμορφώσεως του Χριστού για την ιστορία του κόσμου, αναλύει το πώς προετοιμάσθηκαν οι Μαθητές γι’ αυτήν την θεοπτία, τί έγινε κατά την διάρκεια της «Θαβωρίου Θεοφανείας» και τί ακολούθησε στην πράξη του Χριστού και στην συνείδηση των Αποστόλων που υπήρξαν μάρτυρες της Μεταμορφώσεως. Πέραν των άλλων, το κείμενο αυτό είναι και ένα δείγμα ορθοδόξου ερμηνευτικής της Αγίας Γραφής, αφού ερμηνεύονται τα όσα συνέβησαν στο όρος Θαβώρ με βάση την παρόμοια πείρα του ερμηνευτού.
Το σημαντικό όμως, είναι ότι ο Γέροντας, όπως αναφέραμε πιο πάνω, θέτει την όλη ανάπτυξη του θέματος αυτού στα λόγια ενός εμπείρου ασκητού, ο οποίος, όπως πιστεύει, «πολλάκις ηξιώθη της οράσεως του Φωτός τούτου». Ασφαλώς πρόκειται για περιγραφή που κάνει ο ίδιος ο Γέροντας και την βάζει στο στόμα του «ανωνύμου» ασκητού, σύμφωνα με τους λόγους του Αποστόλου Παύλου: «οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων …» (Β’ Κορ. ιβ’, 2). Αυτό φαίνεται από όσα γράφονται σε άλλα κεφάλαια του παρόντος βιβλίου. Οι εμπειρίες ταυτοποιούνται στο πρόσωπο του Γέροντα.
Ο Γέροντας Σωφρόνιος στον λόγο του λέγει ότι συζήτησε με κάποιον ανώνυμο θεωρό της δόξης του Θεού, κατά την ημέρα της εορτής της Μεταμορφώσεως του Χριστού, και ο οποίος του έλυσε τρεις ερωτήσεις-απορίες.

Η πρώτη ερώτηση είναι: «Εις τί έγκειται η φωτεινή αύτη νεφέλη, ήτις περιέλαμψε κατ’ εκείνην την νύκτα το Άγιον Θαβώρ;».

Η απάντση στο ερώτημα αυτό αναφέρεται στο μυστήριο του Θαβωρίου Φωτός, δηλαδή «πώς τούτο οράται και πώς είναι δυνατόν να αποκτήση τις την δωρεάν ταύτην».
Ο ασκητής εκείνος του ανέφερε ότι, όταν ήταν νέος, το Φως αυτό εμφανιζόταν σε αυτόν «ασαφώς, εις βραχείας στιγμάς», άλλοτε ως «ακατάληπτος πυρίνη φλοξ» που έκαιγε την καρδιά του με την αγάπη και άλλοτε «ως απαύγασμά τι» που διείσδυε με την λάμψη του στον νου του κατά την διάρκεια της προσευχής, ιδίως στον Ναό. «Αλλ’ ημέραν τινα, κατόπιν εκτενούς, κατά την διάρκειαν πολλών μηνών, διαπύρου προσευχής συνοδευομένης υπό βαθείας λύπης δια την αθλιότητα αυτού, το φως τούτο κατέβη ιλαρώς επ’ αυτόν και παρέμεινε μετ’ αυτού τρεις ημέρας». Με την θέα του ακτίστου Φωτός έγινε υπέρβαση του θανάτου και γέμισε με την χαρά της εκ νεκρών αναστάσεως, γι’ αυτό και ονόμασε το φως αυτό «πρωΐαν αναστάσεως». Τότε ζούσε στον κόσμο μεταξύ των ανθρώπων. Αργότερα, όμως, όταν έγινε μοναχός και λειτουργός «πολλάκις συνέβαινε η προσευχή αυτού να μεταβάλληται εις θεωρίαν φωτός, ούτως ώστε να μη αισθάνηται τότε ούτε το σώμα αυτού, ούτε τον περιβάλλοντα αυτόν υλικόν κόσμον».

Ο θεόπτης ασκητής ανέλυε ότι το Φως είναι «άνωθεν ευδοκία», έρχεται «απροσδοκήτως», φέρει «εις την ψυχήν γλυκείαν απορίαν» και εξάγεται ο άνθρωπος από το ζοφερό σκότος στις απέραντες εκτάσεις που φωτίζονται από τον ήλιο.

Καίτοι το Φως αυτό είναι αναλλοίωτο κατά την φύση του, εν τούτοις οι ενέργειές του ποικίλλουν, ήτοι βιώνονται ως αίσθηση αγάπης Χριστού, συμπαράσταση θείας δυνάμεως, ανεκλάλητη κίνηση αιωνίου ζωής, «φως συνέσεως ή υπερνοητή νοερά όρασις του Θεού». Άλλοτε το Φως εκχέεται αφθονώτερο και γεμίζει όλο τον άνθρωπο.
Στην συνέχεια ο ασκητής παρέτεινε τον λόγο του και ερμηνεύοντας την Θαβώρια εμπειρία, που είχαν οι Απόστολοι, ανέλυσε τί και πώς έγινε αυτό.

Πράγματι υπάρχει μια σταδιακή πορεία αναβάσεως των Αποστόλων και των ανθρώπων προς την μέθεξη της δόξης του Θεού.
Οι Μαθητές στηρίχθηκαν στην πίστη-ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Ζώντος Θεού, όπως το ομολόγησε ο Πέτρος.
Μετά την ομολογία ακολούθησε η σιωπή, αφού οι Ευαγγελιστές δεν παρεμβάλλουν κανένα γεγονός μεταξύ της ομολογίας του Αποστόλου Πέτρου, που έγινε στην Καισάρεια της Φιλίππου, και της αναβάσεως στο Θαβώρ, δηλαδή μια ολόκληρη εβδομάδα.
Ο Χριστός είναι Φως, διέμεινε στο Φως, χωρίς να φαίνεται από τους Μαθητές. Η φανέρωσή Του, όμως, έγινε κατά την διάρκεια  της προσευχής, η οποία ήταν ομοία με την προσευχή Του στην Γεθσημανή.

Οι Μαθητές εξαντλήθηκαν σε μια τέτοια προσευχή, παρά ταύτα με την εσωτερική προσευχή τους είδαν την δόξα του Χριστού και τους δύο άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωϋσή και τον Ηλία. Αυτή η θεωρία βύθισε τους Αποστόλους «εις ανέκφραστον έκπληξιν και μακαρίαν απορίαν». Μέχρι τότε η όραση του πνευματικού κόσμου και του θείου Φωτός από τους Αποστόλους συνδυαζόταν με τις παραστάσεις του περιβάλλοντος αισθητού κόσμου.

Όμως, στην συνέχεια αυξήθηκε το Φως και ανύψωσε τους Μαθητές πέραν παντός ορατού και προσκαίρου εις τα αόρατα και αιώνια. Τους επεσκίασε νεφέλη που ήταν το φως και η πνοή του πνεύματος, το οποίο εισήγαγε τους Αποστόλους «εις τον κόσμον του φωτός του ακτίστου, του ατρέπτου, του ανεσπέρου, του αναλλοιώτου, του απεράντου, του υπερουρανίου» και εξαφάνισε τις παραστάσεις τους που προέρχονται από τις μορφές του κόσμου τούτου. Δηλαδή, στην αρχή έβλεπαν το Φως που προχεόταν από το Σώμα του Χριστού, που ήταν πηγή του ακτίστου Φωτός, αλλά και τον περιβάλλοντα κόσμο. Μετά όμως ανέβηκαν σε υψηλότερη θεωρία και χάθηκε ο περιβάλλων κόσμος.
Οι Απόστολοι εισήχθησαν δια του Αγίου Πνεύματος στην «θεωρία της απεριγράπτου Θεότητος του Ιησού Χριστού» και άκουσαν την άϋλη και απρόσιτη φωνή του Πατρός: «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός». Αυτό «υπήρξε η υπερτάτη στιγμή ολοκλήρου του θαβωρίου γεγονότος».

Ερμηνεύοντας αυτό το γεγονός ο ασκητής εκείνος ανέφερε ότι, καίτοι ήταν μεγάλη και υψίστη η όραση των Αποστόλων, όμως ακόμη δεν ήταν τελεία, διότι δεν ήταν ικανοί να δεχθούν το πλήρωμα και την τελειότητα του Φωτός. Επίσης, αφομοιώθηκε το Φως αυτό ατελώς από τους Αποστόλους, γι’ αυτό και αμφιταλαντεύθηκαν κατά τα γεγονότα του Γολγοθά. Παρά ταύτα η όραση αυτή στο Θαβώρ ήταν μεγαλύτερη από την όραση του Μωϋσέως και του Ηλία στην Παλαιά Διαθήκη.


Από την ανάλυχη αυτή φαίνονται οι διαβαθμίσεις προς την θεωρία, ήτοι πίστη στην θεότητα του Χριστού, σιωπή, με όλη την σημασία της λέξεως, προσευχή ομοία με την προσευχή του Χριστού στην Γεθσημανή υπέρ όλου του κόσμου, εμφάνιση του Φωτός με έκπληξη και ανύψωση σε μεγαλύτερη θεωρία ήτοι είσοδος στην νεφέλη.

Στην συνέχεια ο Γέροντας καταγράφει και την δεύτερη απορία του, την οποία δεν πρόλαβε να διατυπώση, αφού την αντιλήφθηκε ο σπουδαίος εκείνος ανήρ.

Επειδή αισθάνθηκε θλίψη την ώρα της αναλύσεως αυτής, σκεπτόμενος: «Δεν έχω αυτήν την τύχην», ο ασκητής για να τον παρηγορήση του είπε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ελέγχη-κατηγορή τον εαυτό του, ότι λόγω της αδικίας του στερείται αυτό το δώρο, όμως δεν πρέπει να οδηγηθή στην απόγνωση, γιατί η θεωρία του Φωτός δεν είναι κλήρος μόνον των εκλεκτών. Μια τέτοια σκέψη «δύναται να φονεύση εντός ημών την αγίαν ελπίδα». Όλοι κληθήκαμε στην ίδια τελειότητα που κλήθηκαν οι τρεις Απόστολοι στο Θαβώρ. Όλοι λάβαμε τις ίδιες εντολές. Αυτό φαίνεται από την ιερή ακολουθία της εορτής της Μεταμορφώσεως με την οποία η Εκκλησία «μετά δυνάμεως προσκαλεί και πείθει πάντας προς ανάβασιν εις το αφηλάφητον όρος της νοεράς θεοπτίας». Έτσι, σε όλες τις εποχές, ακόμη και σήμερα, εκχέεται αυτή η δωρεά σε όσους ακολουθούν τον Χριστό με όλη την καρδιά τους. Η άποψη ότι αυτή η θεωρία «δεν είναι δι’ εμέ» είναι «νόθος ταπείνωσις», αλλά και «αδικαιολόγητος απόγνωσις» που γεννάται από την αδικία και την ηδυπάθεια.


Επίσης, φραγμός στην θεωρία του ακτίστου Φωτός είναι η προσπάθεια των ανθρώπων να γνωρίσουν τον Θεό και τα Μυστήριά Του με την λογική. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν συναντά κανείς «την φωτεινήν νεφέλην», αλλά «γνόφον και σκότος, αποκρύπτοντα τον Θεόν». Ο Θεός είναι Φως και όσοι αξιώνονται της θεωρίας του Θεού Τον βλέπουν ως Φως. Όταν, όμως, εμφανίσθηκαν φιλόσοφοι που υποστήριζαν την άποψη της πλήρους γνώσεως του Θεού δια της λογικής, τότε οι άγιοι Πατέρες «δια να εκριζώσουν την ασύνετον ταύτην ιδέαν» χρησιμοποίησαν την γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης, ήτοι τον γνόφο.

Πάντως «η αληθής οδός προς θεωρίαν του θείου Φωτός διέρχεται δια μέσου του έσω ανθρώπου». Όταν αγωνιζόμαστε να τηρήσουμε τις εντολές του Χριστού με όλη την δύναμη της επιθυμίας, τότε το θείο Φως «πολυμερώς και πολυτρόπως» μας επισκέπτεται.  Και δεν υπάρχουν όρια της ευδοκίας του Θεού, διότι αυτή «κείται εν αληθεία πέραν παντός ορίου».

Στο τέλος δε αυτής της συνομιλίας ο θεόπτης εκείνος ασκητής, όπως γράφει ο Γέροντας, διέλυσε και μια ακόμη (τρίτη) απορία «εις την δειλήν μου ψυχήν». Επειδή, όπως λέγει, δεν έβλεπε την οδό, δεν γνώριζε πώς να εισέλθη σε αυτήν την ζωή, από πού να αρχίση και αισθανόταν τον εαυτό του μέσα σε γνόφο, ερώτησε: «Τί ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;». Τότε ο ανώνυμος ασκητής απάντησε ότι πρέπει να προσεύχεται με πίστη στον Θεό, σύμφωνα με τους λόγους του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος», τους λόγους της εκκλησιαστικής ωδής: «Λαμψάτω, ώ φωτοδότα, και εμοί τω αμαρτωλώ το φως σου το απρόσιτον» και την προσευχή του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: «Ελθέ, το φως το αληθινόν. Ελθέ η Ζωή η αιώνιος …».


Όταν διαβάση κανείς αυτόν τον λόγο, συγκρίνοντάς τον με όσα έχει γράψει ο Γέροντας Σωφρόνιος αργότερα, θα διαπιστώση ότι το περιεχόμενό του είναι αυτοβιογραφία του Γέροντος Σωφρονίου, του επωνύμου αυτού ασκητού, και σε αυτόν τον λόγο φαίνεται όλη η διδασκαλία του για το άκτιστο Φως, τις ενέργειές του, το τί προηγείται της θεωρίας και πώς προσφέρεται η γνώση του Θεού. Ακόμη, ο Γέροντας μας διδάσκει εμμέσως δια του «ασκητού» ότι η θεωρία του ακτίστου Φωτός είναι ο σκοπός της ζωής μας, ο κλήρος μας και η πορεία μας. Πράγματι, ο Γέροντας ήταν πάντα, όπως και εδώ τον συναντούμε, θεολόγος του ακτίστου Φωτός, μάρτυς του Θαβώρ, μερικές φορές απόλυτος στην διδασκαλία του, επειδή η διδασκαλία αυτή ήταν εμπειρική και αποκαλυπτική, αλλά πάντοτε ήταν ευαίσθητος και ευγενής άνθρωπος, πράγματι άνθρωπος του Θεού.



Σε ένα σημείο του λόγου του, διακατεχόμενος από αυτομεμψία και προσπαθώντας να κρύψη τον εαυτό του, γράφει ότι θα μεταδώση στους ακροατές του «τον επίλογο της αλήστου δι’ εμέ συνομιλίας μετά του σπουδαίου εκείνου ανδρός». Εκφράζει δε φόβο και συστολή, διότι ο Παροιμιαστής προτρέπει: «πίνε ύδατα από σων αγγείων και από σων φρεάτων πηγής» (Παροιμ. ε’, 15). Δεδομένου, όμως, ότι, όπως φαίνεται και από τα προηγούμενα, η ανάλυση που κάνει ο ασκητής εκείνος συνδέεται απόλυτα με την  διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου, τελικά τα όσα περιγράφει σε αυτόν τον λόγο είναι ύδατα από τα αγγεία και τα φρέατα της πηγής του ιδίου του Γέροντος Σωφρονίου. Μέσα στην καρδιά του η Χάρη του Θεού ενστάλαξε θείες αποκαλύψεις και εκείνος έδωσε στην εποχή μας την μαρτυρία αυτής της ζωής.


Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος πέρασε όλες τις βαθμίδες της πνευματικής ζωής, πορεύθηκε από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, από την κάθαρση στον φωτισμό και την θέωση. Έλαβε από τον Θεό το σπάνιο δώρο της εμπειρίας του ακτίστου Φωτός. Προηγουμένως, είδαμε ότι κατά την εμπειρία της καθαράς προσευχής, σε στιγμές που δεν το περίμενε, έφθανε στην θεωρία του ακτίστου Φωτός. Αυτό, βεβαίως, αποτελούσε και έναν πνευματικό κίνδυνο, γιατί, όταν βρισκόταν στην εμπειρία της βαθείας και καθαράς προσευχής, ήταν φυσικό να έλθη ο λογισμός ότι σε λίγο θα δη το Φως. Όμως, η πείρα που είχε αποκτήσει προηγουμένως με το χάρισμα της μνήμης του θανάτου, το βαθύ πένθος και η βίωση των φλογών του Άδου, που δεν τον εγκατέλειπε ποτέ, καθώς επίσης και η πνευματική του ανδρεία να σταματά την προσευχή, όταν εισερχόταν λογισμός κενοδοξίας, λέγοντας «ήλθαν οι φονείς μου», τον έκαναν να μη χάνη την μεγάλη δωρεά του Θεού, και, όταν συνέβαινε κάποια μείωση και κατ’ οικονομίαν άρση, να επανέρχεται σύντομα. Όλη, λοιπόν, η προηγούμενη ιστορία της ζωής του, μέσα στην οικονομία του Θεού, ήταν μια προετοιμασία για μια σταθερή πορεία προς την θέωση και την όραση του Φωτός, χωρίς τους σοβαρούς κινδύνους που έχει μια τέτοια πνευματική κατάσταση.


Από αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι η θεολογία, που είναι έκφραση της εμπειρίας του ακτίστου Φωτός, δεν συνδέεται με τις φαντασίες του πλανωμένου νοός και με τα ποικίλα πάθη. Πράγματι, ο νους που φαντάζεται είναι ανίκανος για την θεολογία. Η πραγματική ορθόδοξη θεολογία συνδέεται με την πορεία του ανθρώπου από την κάθαρση στον φωτισμό και την θέωση.

AHDONI.BLOGSPOT