Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ Ἀρχιμ. Σωφρονίου


Ἡ προσευχή εἶναι ἀτελεύτητος δημιουργία, ἀνωτέρα πάσης τέχνης καί ἐπιστήμης. Δία τῆς προσευχῆς εἰσερχόμεθα εἰς κοινωνίαν μετά τοῦ' Ἀνάρχου Ὄντος. Ἡ ἄλλως: Ἡ ζωή τοῦ ὄντως Ὀντος Θεοῦ εἰσχωρεῖ ἐν ἠμίν διά τοῦ ἀγωγοῦ της προσευχῆς. Αὐτή εἶναι πράξις ὕψίστης σοφίας, ὑπερέχουσα παντός κάλλους καί πάσης ἀξίας.
Ἐν τή προσευχή ἐγκρύπτεται ἡ ἅγία ἀγαλλίασις τοῦ πνεύματος ἠμῶν. Αἵ ὁδοί ὅμως τῆς δημιουργίας ταύτης εἶναι περίπλοκοι.
Μυριάκις θά βιώσωμεν καί τήν φλογεράν ἀνάτασιν πρός τόν Θεόν καί τάς ἐπαναλαμβανομένας ἐκπτώσεις ἀπό τοῦ Φωτός Αὐτοῦ. Συχνάκις καί πολυτρόπως θά αἴσθανθώμεν τήν ἀνικανότητα τοῦ νοός ἠμῶν νά ὕψωθή  πρός Αὐτόν. ἐνίοτε θά ἱστάμεθα ἐπί τῶν ὁρίων, τρόπον τινα, τῆς ἀφροσύνης καί ἐν ὀδύνη καρδίας θά ὅμολογώμεν εἰς Αὐτόν τήν οἰκτρᾶν ἠμῶν κατάστασιν:
«Σύ ἔδωκας τήν ἔντολήν Σου νά ἀγαπῶ, καί ἀποδέχομαι αὔτην μεθ' ὅλης της ὑπάρξεώς μου. ἀλλ' ἰδού, ἐν ἔμοί τῷ ἴδίω δέν εὑρίσκω τήν δύναμιν τῆς ἀγάπης ταύτης... Σύ εἰ η Ἀγάπη. ἔλθέ τοίνυν Σύ Αυτός καί σκήνωσον ἕν ἔμοί καί ποίησον ἕν ἔμοί πᾶν ὅτι Σύ ἔνετείλω ἤμίν, ὅτι ἤ ἔντολή Σου ἀμετρήτως ὑπερβαίνει ἔμέ...  Ἀποκάμνει ὅ νοῦς μου, δέν δύναται νά Σέ ἐννοήση. 'Ἀδυνατεῖ τό πνεῦμα μου νά διεισδύση εἷς τά μυστήρια τῆς ζωῆς Σου... Θέλω ἐν πάσι νά ποιῶ τό θέλημά Σου, ἄλλ' αἵ ημέραι μου παρέρχονται ἐν αδιεξόδοις ἀντιφάσεων... Τρέμω μή ἀπολέσω Σε ἔνεκα τῶν πονηρῶν ἐκείνων λογισμῶν, οἵτινες ἐμφωλεύουν ἐν τή καρδία μου'  καί ο φόβος οὗτος καθηλοί ἐμέ ἐπί σταυροῦ... 'Ἐλθέ οὔν καί σῶσον με τόν καταποντιζόμενον, ὡς ἔσωσας τόν Πέτρον, τόν τολμήσαντα νά πορευθῆ πρός συνάντησίν Σου ἐπί τῶν υδάτων της θαλάσσης» (βλ. Μάτθ. 14,28-31).
...Κοπιώδης εἶναι ο ἀγών διά τήν προσευχήν. Ἐναλλάσσονται αἵ καταστάσεις τοῦ πνεύματος ημών: Ἐνίοτε η προσευχή ρέει ἐν ημίν  ὡς ἰσχυρός ποταμός, ἄλλοτε δέ η καρδία ἀποβαίνει ἀπεξηραμμένη. Ἄς εἶναι ὅμως πάσα ὕφεσις τῆς ευχητικής δυνάμεως κατά  τό δυνατόν βραχεία.
Προσευχή σημαίνει πολλάκις νά ομολογώμεν  εἰς τόν Θεόν τήν ἀθλίαν ημών κατάστασιν: ἀδυναμίαν, ἀκηδίαν, ἀμφιβολίας, φόβους, λύπην, ἀπόγνωσιν, ἐν ἔνί λόγω, πᾶν ὅτι συνδέεται μετά τῶν συνθήκων τῆς ὑπάρξεως ἠμῶν.
Νά ὁμολογῶμεν μή ἐπιζητοῦντες καλλιεπεῖς ἐκφράσεις οὐδέ εἰσέτι λογικόν ειρμόν... Συχνάκις ο τρόπος οὗτος στροφῆς πρός τόν Θεόν ἀποβαίνει ἤ ἀρχή τῆς προσευχῆς-διαλόγου.
...Ὅταν προσευχώμεθα ἕν ἠσύχω καί ἐρήμω τόπω, τότε συχνάκις ὅλοι οἵ μάταιοι λογισμοί συγκεντροῦνται ἐπιμόνως πέριξ του νοός, ἀποσπῶντες τήν προσοχήν ἠμών από της καρδίας. Ἡ προσευχή φαίνεται ἄκαρπος, διότι ὁ νοῦς δέν μετέχει εἰς τήν ἐπίκλησιν τοῦ 'Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, καί μόνον τά χείλη προφέρουν μηχανικῶς τούς λόγους. Ὀταν  δέ λαμβάνη πέρας ἡ προσευχή, τότε συνήθως οἵ λογισμοί  ἀπομακρύνονται καί ἠμεῖς ἐπανευρίσκομεν τήν γαλήνην ἠμῶν. Ἐν τῷ ἀνιαρῶ τούτω φαινομένω ὑπάρχει ἕν τούτοις νόημα: 
Διά τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Θείου'Ὀνόματος θέτομεν εἰς κίνησιν παν τό κεκρυμμένον ἐντός ἠμῶν. Ἡ προσευχή ὁμοιάζει πρός δέσμην ἀκτίνων Φωτός, ἠτις πίπτει εἰς τόν σκοτεινόν τόπον τῆς ἐσωτερικῆς ἠμῶν ζωής  καί ἀποκαλύπτει ὅποια πάθη καί προσκολλήσεις ἐμφωλεύουν ἐντός ἠμῶν. Εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ὀφείλομεν ἐντόνως νά προφέρωμεν τό Ἅγιον Ὄνομα, ὅπως τό αἴσθημα  τῆς μετανοίας αὐξηθῆ ἔν τη ψυχή.
 
Ἀπό τό βιβλίο Περί Προσευχῆς. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου. Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1994.

περί προσευχής (βιβλίο)

Του μακαριστού Γέροντος και κτήτορος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Essex Σωφρονίου Σαχάρωφ από το βιβλίο “ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΉΣ”, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου.




Η ΑΣΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Εις το παρόν κεφάλαιον θα αποπειραθώ να εκθέσω κατά το δυνατόν συντομώτερον τας πλέον ουσιώδεις απόψεις περί της προσευχής του Ιησού, της μεγάλης αυτής ασκήσεως της καρδίας, ως και την πλέον υγιαίνουσαν περί της ασκήσεως ταύτης διδασκαλίαν την οποία συνήντησα εν Αγίω Όρει.



   Επί πολλά έτη οι μοναχοί προφέρουν την προσευχήν αυτήν δια του στόματος, μη αναζητούντες τεχνητούς τρόπους ενώσεως του νου μετά της καρδίας. Η προσοχή αυτών συγκεντρούται εις την συμμόρφωσιν της καθ’ ημέραν ζωής αυτών προς τας εντολάς του Χριστού. Η αιωνόβιος πείρα της ασκήσεως ταύτης έδειξεν ότι ο νους ενούται μετά της καρδίας δια της  ενεργείας του Θεού, όταν ο μοναχός διέλθη την σταθεράν πείραν της υπακοής και της εγκρατείας, όταν ο νους αυτού, η καρδία και αυτό το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν επαρκώς εκ της εξουσίας της αμαρτίας.



Εν τούτοις και κατά το παρελθόν και κατά τον παρόντα καιρόν οι Πατέρες ενίοτε επιτρέπουν να προσφεύγωμεν εις την τεχνητήν μέθοδον εισαγωγής του νου εις την καρδίαν. Προς τούτο ο μοναχός, δίδων κατάλληλον θέσιν εις το σώμα και κλίνων την κεφαλήν προς το στήθος, νοερώς προφέρει την προσευχήν εισπνέων ησύχως τον αέρα μετά των λέξεων: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, (Υιέ του Θεού)» και έπειτα εκπνέων τελειώνει την προσευχήν: «ελέησον με (τον αμαρτωλόν)». Κατά τον χρόνον της εισπνοής η προσευχή του νου κατ’ αρχάς  ακολουθεί την κίνησιν του εισπνεομένου αέρος και συγκεντρούται εις το άνω μέρος της καρδίας. Κατά την εργασίαν ταύτην επί τι χρονικόν διάστημα η προσοχή δύναται να διαφυλαχθή αδιάχυτος και ο νους να παραμείνη πλησίον της καρδίας, έτι δε και να εισέλθη εντός αυτής. Η πείρα θα δείξη ότι ο τρόπος ούτος θα δώση εις τον νουν την δυνατότητα να ίδη ουχί αυτήν την φυσικήν καρδίαν, αλλά εκείνο όπερ τελείται εν αυτή: Οποία αισθήματα εισδύουν εν αυτή· οποίαι νοεραί εικόνες προσεγγίζουν αυτήν εκ των έξω. Η τοιαύτη άσκησις θα οδηγήση τον μοναχόν να αισθάνηται την καρδίαν αυτού και να διαμένη εν αυτή δια της προσοχής του νοός μη προσφεύγων πλέον εις οιανδήποτε «ψυχοσωματικήν τεχνικήν».



Η τεχνητή μέθοδος δύναται να βοηθήση τον αρχάριον να ανεύρη τον τόπον, όπου οφείλει να σταθή η προσοχή του νοός κατά την προσευχήν και εν γένει εν παντί καιρώ. Εν τούτοις η πραγματική προσευχή δεν επιτυγχάνεται δια του τρόπου αυτού. Αύτη έρχεται ουχί άλλως, ει μη δια της πίστεως και της μετανοίας, αίτινες είναι η μόνη βάσις δι’αυτήν. Ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής, ως κατέδειξεν η μακρά πείρα, έγκειται εις το ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, οίτινες αποδίδουν καθ’υπερβολήν μεγάλην σημασίαν εις την μέθοδον καθ’εαυτήν. Προς αποφυγήν της επιβλαβούς παραμορφώσεως της πνευματικής ζωής του προσευχομένου συνιστάται από παλιών χρόνων εις τους αρχαρίους ασκητάς  άλλος τρόπος, κατά πολύ βραδύτερος, αλλ’ασυγκρίτως ορθότερος και ωφελιμώτερος και δη: να συγκεντρούται η προσοχή εις το Όνομα του Ιησού Χριστού και εις τους λόγους της ευχής.



Όταν η συντριβή δια τας αμαρτίας φθάση εις ωρισμένον βαθμόν, τότε ο νους φυσικώ τω τρόπω ενούται μετά της καρδίας.



Ο πλήρης τύπος της προσευχής είναι: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εις τους αρχαρίους ακριβώς αυτός ο τύπος προτείνεται. Εις το πρώτον μέρος της προσευχής ομολογούμεν τον Χριστόν-Θεόν, τον σαρκωθέντα δια την ημών σωτηρίαν. Εις το δεύτερον μέρος εν μετανοία αναγνωρίζομεν την πτώσιν ημών, την αμαρτωλότητα και την λύτρωσιν ημών. Ο συνδυασμός της δογματικής ομολογίας μετά της μετανοίας απεργάζεται την προσευχήν πληρεστέραν κατά το θετικόν αυτής περιεχόμενον. Είναι δυνατόν να καθορίσωμεν στάδια τινα εν τη αναπτύξει της προσευχής ταύτης:



Πρώτον, είναι η προφορική. Λέγομεν την προσευχήν δια των χειλέων, ενώ προσπαθούμεν να  συγκεκντρώσωμεν την προσοχήν ημών εις το Όνομα και τας λέξεις.

Δεύτερον, νοερά. Δεν κινούμεν πλέον τα χείλη, αλλά προφέρομεν το όνομα του Ιησού Χριστού και το λοιπόν περιεχόμενον της προσευχής νοερώς.

Τρίτον, νοερά-καρδιακή. Ο νους και η καρδία ενούνται κατά την ενέργεια αυτών· η προσοχή περικλείεται εντός της καρδίας και εκεί προφέρεται η ευχή.

Τέταρτον, αυτενεργουμένη. Η προσευχή στερεούται εν τη καρδία, και άνευ ιδιαιτέρας προσπαθείας της θελήσεως προφέρεται αφ’ εαυτής εντός της καρδίας, ελκύουσα προς τα εκεί την προσοχήν του νοός.

Πέμπτον, χαρισματική. Η προσευχή ενεργεί ως  τρυφερά φλοξ εντός ημών, ως έμπνευσις ’νωθεν, γλυκαίνουσα την καρδίαν δια της αισθήσεως της αγάπης του Θεού και αρπάζουσα τον νου εις πνευματικάς θεωρίας. Ενίοτε συνοδεύεται μετά της οράσεως του Φωτός.



Η βαθμιαία ανάβασις εν τη προσευχή είναι η πλέον αξιόπιστος. Εις τον εισερχόμενον εις το στάδιον του αγώνος δια την προσευχήν επιμόνως προτείνεται να αρχίζη δια της προφορικής προσευχής, έως ότου αύτη αφομοιωθή υπό του σώματος, της γλώσσης, της καρδίας και της διανοίας αυτού. Η διάρκεια της περιόδου ταύτης διαφέρει εις έκαστον. Όσον βαθυτέρα είναι η μετάνοια, τοσούτον συντομωτέρα η οδός.



Η άσκησις της νοεράς προσευχής δύναται προς καιρόν να συνδέηται μετά της ψυχοσωματικής μεθόδου, τουτέστι να φέρη χαρακτήρα ρυθμικής ή αρρύθμου προφοράς της ευχής δια του νοερού μέσου της εισπνοής κατά το πρώτον μέρος και της εκπνοής κατά το δεύτερον, καθώς περιεγράφη ανωτέρω. Η τοιαύτη εργασία δύναται να είναι ωφέλιμος, εάν έχωμεν πάντοτε κατά νουν ότι εκάστη επίκλησις του Ονόματος του Χριστού πρέπει να συνδέηται αδιαστάτως μετ’Αυτού, του Προσώπου του Χριστού-Θεού. Αλλέως η προσευχή μετατρέπεται εις τεχνητόν γύμνασμα και καταλήγει εις αμαρτίαν εναντίον της εντολής: «Ου λήψει το Όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (Εξ. 20,7 και Δευτ. 5,11).



Όταν η προσοχή του νοός στερεούται εν τη καρδία, τότε είναι δυνατός ο πλήρης έλεγχος των τελουμένων εντός της καρδίας, η δε πάλη προς τα πάθη διεξάγεται μετά συνέσεως. Ο ευχόμενος βλέπει τους εχθρούς προσεγγίζοντας εκ των έξω και δύναται να εκδιώξη αυτούς δια της δυνάμεως του Ονόματος του Χριστού. Δια της ασκήσεως ταύτης η καρδία λεπτύνεται και γίνεται διορατική: Διαισθάνεται την κατάστασιν του προσώπου εκείνου, περί του οποίου προσφέρεται δέησις. Κατ’ αυτόν τον τρόπον τελείται η μετάβασις εκ της νοεράς προσευχής εις την νοεράν-καρδιακήν, μετά την οποίαν δίδεται η αυτενεργούμενη προσευχή.



Αγωνιζόμεθα να παρασταθώμεν ενώπιον του Θεού εν τη ενότητι και ολότητι της υπάρξεως ημών. Η εν φόβω Θεού επίκλησις του Ονόματος του Σωτήρος συνδεομένη μετά της ακαταπαύστου προσπαθείας τηρήσεως των εντολών , οδηγεί βαθμηδόν εις την μακαρίαν ενότητα όλων των δυνάμεων ημών, των πρότερον εξησθενημένων εκ της Πτώσεως. Κατά τον θαυμαστόν, αλλά δύσκολον και οδυνηρόν αυτόν αγώνα ουδέποτε πρέπει να βιαζώμεθα. Είναι σημαντικόν να αποβάλωμεν τον λογισμόν, όστις εισηγείται εις ημάς την επιτυχίαν του μεγίστου εις τον βραχύτερον δυνατόν χρόνον. Ο Θεός  δεν βιάζεται την θέλησιν ημών, αλλ’ ούτε εις Αυτόν είναι δυνατόν να επιβάλωμεν δια της βίας να πράξη ο,τιδήποτε. Τα επιτυγχανόμενα δια της βίας της θελήσεως μέσω της ψυχοσωματικής μεθόδου δεν διατηρούνται επί μακρόν, και το κυριώτερον, δεν οδηγούν εις την ένωσιν του πνεύματος ημών μετά του Πνεύματος του Ζώντος Θεού.



Εν ταις συνθήκαις του συγχρόνου κόσμου η προσευχή απαιτεί υπεράθρωπον ανδρείαν, διότι εις αυτήν ανθίσταται το σύνολον των κοσμικών ενεργειών. Διαμονή εν απερισπάστω προσευχή  σημαίνει νίκην εφ’ όλων των επιπέδων της φυσικής υπάρξεως. Η οδός αύτη είναι μακρά και ακανθώδης, αλλ’ έρχεται στιγμή κατά την οποίαν ακτίς του Θείου Φωτός διαπερά το πυκνόν σκότος και δημιουργεί ενώπιον ημών ρωγμήν, δια μέσου της οποίας βλέπομεν την Πηγήν του Φωτός τούτου. Τότε η προσευχή του Ιησού λαμβάνει κοσμικάς και υπερκοσμίους διαστάσεις.



«Γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν· η γαρ σωματική γυμνασία προς ολίγον εστίν ωφέλιμος, η δε ευσεβεία προς πάντα ωφέλιμος εστίν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος· εις τούτο γαρ και κοπιώμεν... ότι ηλπίκαμεν επί Θεώ ζώντι, Ος εστί Σωτήρ πάντων ανθρώπων... Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε» ( Α’ Τιμ. 4,7-11). Η τήρησις της διδαχής ταύτης του Αποστόλου αποτελεί την πιστοτέραν οδόν προς τον Αναζητούμενον. Είναι αδύνατον να διανοηθώμεν ότι δια τεχνητών μέσων αποκτάται η θέωσις. Πιστεύομεν ότι ο Θεός ήλθεν εις την γην, απεκάλυψε το μυστήριον της αμαρτίας και έδωκεν εις ημάς την χάριν της μετανοίας, ημείς δε προσευχόμεθα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», επ’ ελπίδι της συγχωρήσεως και της καταλλαγής εν τω Ονόματι Αυτού. Τους λόγους «ελέησόν με τον αμαρτωλόν» δεν εγκαταλείπομεν καθ’ όλην την ζωήν ημών. Η τελεία νίκη επί της αμαρτίας είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ενοικήσεως εν ημίν του Ιδίου του Θεού. Τούτο αποτελεί την θέωσιν ημών, ένεκα της οποίας καθίσταται δυνατή η άμεσος θεωρία του Θεού «καθώς εστί». Το πλήρωμα της χριστιανικής τελειότητος είναι ακατόρθωτον εν τοις ορίοις της γης. Ο ’γιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωαν. 1,18). Ο ίδιος δε διαβεβαιοί ημάς ότι εν τω μέλλοντι αιώνι θα συντελεσθή η θέωσις ημών, διότι «οψόμεθα Αυτόν καθώς εστί» (Α’ Ιωαν. 3,2). «Πας ο έχων την ελπίδα ταύτην... αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστί... πας ο εν Αυτώ μένων ουχ αμαρτάνει· πας ο αμαρτάνων ουχ  εώρακεν Αυτόν ουδέ έγνωκεν Αυτόν» (Α’ Ιωαν. 3,3 και 6). Είναι ωφέλιμον να διαποτισθώμεν υπό του περιεχομένου αυτής της Επιστολής, ίνα η επίκλησης του Ονόματος του Ιησού γένηται ενεργός, σωτήριος, ίνα «μεταβώμεν» εκ του θανάτου εις την ζωήν» (πρβλ. Α’ Ιωαν. 3,14) και λάβωμεν «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24,49).



Εν εκ των πλέον θαυμασίων βιβλίων των ασκητών Πατέρων είναι η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Αναγινώσκεται υπό των αρχαρίων μοναχών, αλλά χρησιμεύει και ως αυθεντικόν κριτήριον δια τους τελείους. (Είναι ίσως περιττόν να είπωμεν ότι η τελειότης επί της γης ουδέποτε είναι πλήρης). Παρόμοιόν τι δυνάμεθα να διαπιστώσωμεν και εις ό,τι αφορά εις την προσευχήν του Ιησού.



Δι’ αυτής προσεύχονται κατά την διάρκειαν πάσης εργασίας απλοί και ευσεβείς άνθρωποι· δι’ αυτής αντικαθίστανται αι εκκλησιαστικαί ακολουθίαι· αυτήν «νοερώς» προφέρουν οι μοναχοί , ευρισκόμενοι εν τω ναώ κατά τον χρόνον των ακολουθιών· αύτη συνιστά ωσαύτως το κατ’ εξοχήν έργον των μοναχών εν τοις κελλίοις και των ερημιτών-ησυχαστών.



Η εργασία της προσευχής ταύτης συνδέεται στενώτατα μετά της θεολογίας του Θείου Ονόματος. Έχει αύτη βαθείας δογματικάς ρίζας, ως και όλη η ασκητική ζωή των ορθοδόξων: Συμβολίζει αρμονικώς μετά της δογματικής συνειδήσεως. Η προσευχή εις τινας των μορφών αυτής γίνεται αληθώς πυρ καταναλίσκον τα πάθη (βλ. Εβρ. 12,29). Εν αυτή περικλείεται Θεία δύναμις, ήτις ανιστά τους νεκρωθέντας εκ της αμαρτίας. Είναι φως, όπερ λαμπρύνει τον νουν και μεταδίδει εις αυτόν την ικανότητα της διακρίσεως δυνάμεων αίτινες ενεργούν «εν τω κόσμω»· παρέχει ωσαύτως την δυνατότητα της θεωρίας των τελουμένων εντός του νου και της καρδίας ημών: «Διικνουμένη (αύτη) άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτική ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (πρβλ. Εβρ. 4,12).



Η ευλαβής άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί τον άνθρωπον εις συνάντησιν μετά πολλών εναντιουμένων ενεργειών κεκρυμένων εν τη ατμοσφαίρα. Προσφερομένη εν τη καταστάσει βαθείας μετανοίας διεισδύει εις τον χώρον, όστις κείται πέραν των ορίων «της σοφίας των σοφών και της συνέσεως των συνετών» (Α’ Κορ. 1,19). Εις τας πλέον εντατικάς εκδηλώσεις αυτής απαιτεί αύτη ή μεγάλην πείραν ή καθοδηγητήν. Είναι απαραίτητος εις όλους ανεξαιρέτως τους ασκούντας αυτήν η νηπτική περίσκεψις, το πνεύμα της συντριβής και του φόβου του Θεού, η υπομονή εις παν επερχόμενον επ’ αυτούς. Τότε γίνεται αύτη δύναμις, ήτις συνάπτει το πνεύμα ημών προς το Πνεύμα του Θεού, παρέχουσα την αίσθησιν της ζώσης παρουσίας της αιωνιότητος εντός ημών, έχουσα ήδη οδηγήσει ημάς δια μέσου αβύσσων σκότους εν ημίν κεκρυμένων.



Η προσευχή αύτη είναι μέγα δώρον του ουρανού προς τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα.



Πόσο σημαντική είναι η διαμονή (ίνα μη είπω η άσκησις) εν τη προσευχή, μαρτυρεί και αυτή η πείρα. Θεωρώ επιτρεπτόν να παραβάλω ταύτην προς την φυσικήν ζωήν του κόσμου ημών και να φέρω παραδείγματα  εκ των γνωστών εις ημάς γεγονότων της συγχρόνου επικαιρότητος. Οι αθληταί, προετοιμαζόμενοι δια τους προκειμένους εις αυτούς αγώνας, επαναλαμβάνουν επί μακρόν τας αυτάς ασκήσεις, ώστε να εκτελέσουν κατά την στιγμήν της διεξαγωγής αυτών ταχέως και μετά βεβαιότητος, και τρόπον τινά μηχανικώς, πάσας τας κινήσεις, τας οποίας ήδη καλώς αφωμοίωσαν. Εκ του αριθμού των ασκήσεων εξαρτάται και η ποιότης της αποδόσεως. Ιδού, θα διηγηθώ εισέτι γεγονός, όπερ συνέβη εις κύκλον γνωστών εις εμέ προσώπων. Βεβαίως επαναλαμβάνω επί του προκειμένου εκείνα, άτινα ήκουσα εξ ενός εκ των πλησιεστέρων ανθρώπων προς τα πρόσωπα εις τα οποία αναφέρονται.



Εις ευρωπαικήν τινα πόλιν δύο αδελφοί ανυμφεύθησαν σχεδόν συγχρόνως δύο νέας. Η μία εξ αυτών ήτο ιατρός, άνθρωπος οξείας αντιλήψεως και ισχυρού χαρακτήρος. Η άλλη ήτο ωραιοτέρα, δραστήριος, ευγενής αλλ’ ουχί καθ’ υπερβολήν ευφυής. Ότε επλησίαζεν ο καιρός του τοκετού δι’ αμφοτέρας, απεφάσισαν να αποκτήσουν την πρώτην εμπειρίαν ακολουθούσαι την πρότινος εμφανισθείσαν μέθοδον του «ανωδύνου τοκετού». Η πρώτη, η ιατρός, ταχέως κατενόησεν όλον τον μηχανισμόν της πράξεως ταύτης και μετά δύο ή τρία μαθήματα της καθωρισμένης γυμναστικής εγκατέλειψε τας ασκήσεις, πεπεισμένη ότι κατενόησε τα πάντα και ότι κατά την στιγμήν της ανάγκης θα εφήρμοζε τας γνώσεις αυτής. Η άλλη δεν εγνώριζε πολλά περί της ανατομίας του σώματος ούτε διετίθετο να ασχοληθή μετά της θεωρητικής πλευράς της μεθόδου ταύτης, αλλά παρεδόθη απλώς μετά ζήλου εις την επανάληψιν του προδιαγεγραμμένου συμπλέγματος κινήσεων του σώματος. Αφομοιώσασα δε ταύτας επαρκώς, ότε έφθασεν η στιγμή, απήλθε δια το προκείμενον εγχείρημα. Και τί νομίζετε ότι συνέβη; Η μεν πρώτη κατά την στιγμήν του τοκετού εκ των πρώτων ήδη ωδινών δεν ενεθυμήθη τας θεωρίας και έτεκε μετά μεγάλης δυσκολίας, «εν λύπαις» (Γεν. 3,16)· η δε άλλη έτεκεν άνευ πόνων και σχεδόν άνευ δυσκολίας.



Ούτω θα συμβή και εις ημάς. Ο σύγχρονος και πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι εις θέσιν να εννοήση τον «μηχανισμόν» της νοεράς προσευχής. Αρκεί να προσευχηθή δύο ή τρεις  εβδομάδας μετά τινός ζήλου, να αναγνώση ολίγα βιβλία, και ιδού, ο ίδιος δύναται ήδη εις τα γεγραμμένα βιβλία να προσθέση και το ίδιον αυτού. Κατά την ώραν όμως του θανάτου, όταν η όλη σύστασις ημών υποβάλληται εις βιαίαν διάσπασιν, όταν ο νους θολούται και η καρδία αισθάνηται ισχυρούς πόνους ή εξασθένησιν, τότε πάσαι αι θεωρητικαί ημών γνώσεις εκλείπουν και η προσευχή δύναται να απολεσθή.



Είναι αναγκαίον να προσευχώμεθα επί έτη. Να αναγινώσκωμεν ολίγον, και μόνον ό,τι κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον άπτεται της προσευχής και συνεργεί, κατά το περιεχόμενον αυτού, εις την ενίσχυσιν της έλξεως προς προσευχήν μετανοίας δια της εσωτερικής φυλακής του νοός. Εκ της μακροχρονίου επαναλήψεως η προσευχή γίνεται φύσις της υπάρξεως ημών, φυσική αντίδρασις εις παν φαινόμενον εν τη πνευματική σφαίρα, είτε τούτο είναι φως, είτε σκότος, είτε εμφάνισις αγίων αγγέλων ή δαιμονικών δυνάμεων, χαρά ή λύπη – εν ενί λόγω, εν παντί καιρώ και πάση περιστάσει.



Μετά τοιαύτης προσευχής η γέννησις ημών δια την ουράνιον ζωήν δύναται όντως να αποβή ανώδυνος.



Η βίβλος της Καινής Διαθήκης, ήτις αποκαλύπτει εις ημάς τα έσχατα βάθη του ανάρχου Όντος, είναι σύντομος, αλλά και η θεωρία της προσευχής του Ιησού δεν απαιτεί ανάπτυξιν εις πλάτος. Η δια του Χριστού φανερωθείσα τελειότης είναι ανέφικτος εν τοις ορίοις της γης· το πλήθος των πειρασμών, τους οποίους διέρχεται ο ασκών την προσευχήν ταύτην, είναι απερίγραπτον. Η άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί κατά παράδοξον τρόπον το πνεύμα του ανθρώπου εις συνάντησιν μετά των κεκρυμμένων εν τω «Κόσμω» δυνάμεων. Η δια του Ονόματος του Ιησού προσευχή προκαλεί εναντίον αυτής επίθεσιν εκ μέρους των κοσμικών δυνάμεων, κάλλιον δ’ ειπείν, την πάλην μετά «των κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευματικών της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (πρβλ. Εφεσ.  6,12). Αύτη, ανυψούσα τον άνθρωπων εις σφαίρας κειμένας πέραν των ορίων της γηίνης σοφίας, εις τα υψίστας μορφάς αυτής, απαιτεί «άγγελον πιστόν οδηγόν».



Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσίαν αυτής υπέρκειται παντός εξωτερικού σχήματος, εν τη πράξει όμως οι πιστοί ένεκα της ανικανότητος αυτών να σταθούν εν αυτή «καθαρώ νοΐ» επί μακρόν χρόνον, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνιον χάριν πειθαρχίας. Εν τω Αγίω Όρει του ’θω το πλέον διαδεδομένον κομβοσχοίνιον φέρει εκατό κόμβους διηρημένους εις τέσσαρα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών καθ’ ημέραν και νύκτα ορίζεται αναλόγως της δυνάμεως εκάστου και των πραγματικών συνθηκών της ζωής αυτού.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Αναμνήσεις από τον Γέροντα Σωφρόνιο.

alt


 Καθηγητής Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης 
Σήμερα συμπληρώνονται 20 συναπτά έτη από την κοίμηση μιας κορυφαίας προσωπικότητας της σύγχρονης Ορθόδοξης πνευματικότητας, του Γέρ. Σωφρονίου. Εις μνήμην του δημοσιεύουμε ένα προσωπικό κείμενο του ανθρώπου που κατάλαβε - ίσως νωρίτερα και σε μεγαλύτερο βάθος από οποιονδήποτε άλλον στην Ελλάδα - τη βαρύτητα και τη σημασία του μηνύματος που κόμιζε ο λόγος του σεβαστού Γέροντα για το σύγχρονο άνθρωπο, του Ομότιμου Καθηγητή Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Γ. Μαντζαρίδη. Ο καθ. Μαντζαρίδης, επιπλέον, συνετέλεσε αποφασιστικά στη γνωριμία του σύγχρονου ελληνόφωνου κόσμου με τη θεολογία του Γέρ. Σωφρονίου. Το κείμενο αυτό, δημοσιευμένο στο "Οδοιπορικό Ορθοδόξου Ανθρωπολογίας", αποτελεί το μοναδικό, στο οποίο ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αποκλειστικά πρώτο ενικό πρόσωπο - γεγονός που χρωματίζει ανάλογα τη σύνδεσή του με τη μορφή του πολιού Γέροντος.
elder-sophrony
Ο Γέροντας Σωφρόνιος αποτυπώθηκε στη συνείδησή μου ως κορυφαία εκκλησιαστική φυσιογνωμία, που έζησε και παρουσίασε στην πράξη την ορθόδοξη χριστιανική ζωή με τη θεολογική της πληρότητα. Από τον σεβασμό που σου έδειχνε μπορούσες να καταλάβεις, πως και πόσο οφείλεις να σέβεσαι τον εαυτό σου και τους άλλους. Από την ελευθερία που σου έδινε μπορούσες να αισθανθείς, πόσο πρέπει να εκτιμάς την ελευθερία κάθε ανθρώπου. Από τους ορίζοντες που άνοιγε μπροστά σου μπορούσες να αναλογισθείς, πόσο απεριόριστες είναι οι δυνατότητες που έχεις.
Με μια μικρή παρέμβασή του, με μια απλή υπόδειξη μπορούσε να χαράξει γραμμή πλεύσεως για ολόκληρη τη ζωή σου. Πριν καταλάβεις καλά εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου, πριν συνειδητοποιήσεις εντελώς τον χαρακτήρα σου, μπορούσες να ακούσεις επισημάνσεις η προτροπές με καίρια σπουδαιότητα για τη συμπεριφορά και για την όλη πορεία σου.
Κοντά στον Γέροντα έβλεπες θαύματα, όχι μόνο ως έκτακτες υπερφυσικές επεμβάσεις και θεραπείες ανθρώπων, αλλά κυρίως ως συμπαράσταση και συμπόρευση στον πόνο και τις δυσκολίες που είχαν η γνώριζε εκείνος ότι θα έχουν στο διάβα της ζωής τους, χωρίς ίσως οι ίδιοι να το υποψιάζονται. Μολονότι είμαι βέβαιος ότι θα προσκρούσω στο πνεύμα και την αρχή της μονής του, δεν μπορώ να μη σημειώσω έστω, ότι γνωρίζω πολλά αναμφισβήτητα θαύματά του. Για τους πνευματικούς όμως απογόνους και συνεχιστές του έργου του, το μεγαλύτερο θαύμα του είναι τα συγγράμματά του, με τα οποία πολλοί οικοδομούνται η και οδηγούνται στη μοναχική ζωή.
Είχε πραγματική πείρα της χάριτος του Θεού και διατύπωνε υπεύθυνα, όταν έπρεπε, λόγον Κυρίου. Κυρίως όμως διατύπωνε καθαρό, επίκαιρο και ακαινοτόμητο τον ορθόδοξο θεολογικό λόγο μέσα στη σύγχρονη κοινωνία με την τόση ασυναρτησία.
Στην αδιέξοδη προσπάθεια του ανθρώπου της εποχής μας να προσεγγίσει και να παρουσιάσει την αλήθεια του προσώπου, ο Γέροντας Σωφρόνιος πρόβαλε την απάντηση της ορθόδοξης θεολογίας, βιωμένη και βεβαιωμένη με την προσωπική του εμπειρία. Κινούμενος πέρα από περσοναλισμούς και θετικισμούς, δρασκελίζοντας με άνεση τους φιλοσοφικούς και ψυχολογικούς περιορισμούς, έβλεπε το ανθρώπινο πρόσωπο σε σχέση κοινωνίας όχι μόνο με τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα, αλλά πρωτίστως με το απόλυτο πρόσωπο του Θεού.
Θεμέλιο της ζωής και της διδασκαλίας του ήταν η αποκάλυψη του Θεού, που ξεκινάει με το Σιναϊτικό «Εγώ ειμι ο ων»[1], και συμπληρώνεται με την έλευση του Χριστού και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Απέρριπτε τη φιλοσοφική μέθοδο προσεγγίσεως του Θεού, που στηρίζεται στην ανθρώπινη λογική και προβάλλει στη θεότητα ανθρώπινες κατηγορίες. Γι' αυτό ήταν ξένος προς τους θεολογικούς ακροβατισμούς και τις ανθρωπολογικές τους συνέπειες, που αφθονούν στους νεώτερους θεολόγους.
Τα τρία πρόσωπα της Θεότητος, οι τρεις θείες υποστάσεις, δεν είναι ανούσιες παραστάσεις, αλλά υπαρκτοί φορείς της ουσίας τους. Τίποτε δεν υπάρχει έξω από την υπόσταση. Αυτή είναι η πρώτη και έσχατη αρχή που περιβάλλει τα πάντα. Έτσι δίκαια, νομίζω, μπορεί να χαρακτηρισθεί ο Γέροντας Σωφρόνιος ως θεολόγος της υποστατικής αρχής, η της αρχής του προσώπου. Η αρχή αυτή, που θεμελιώνεται στον Τριαδικό Θεό, καθιστά δυνατή και τη θέωση του ανθρώπου με το άνοιγμα της υποστάσεώς του προς τη θεία απειρότητα.
Ο Γέροντας Σωφρόνιος ζούσε με την παρουσία του Θεού. Γι' αυτό όμως ήταν και πολύ κοντά στον κάθε άνθρωπο. Όταν μιλούσες μαζί του, μπορούσες να είσαι βέβαιος ότι σε καταλαβαίνει καλύτερα από τον εαυτό σου· ότι μπορεί να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματά σου. Και αν συνέβαινε να μην απαντήσει σε κάτι, μπορούσες να ξέρεις ότι το σφάλμα βρισκόταν στην ερώτησή σου. Συνέβαινε ακόμα να ακούς πράγματα, που απορούσες γιατί σου τα λέει. Έπαιρνες όμως την απάντηση στην απορία σου αργότερα από τα ίδια τα πράγματα, από την εξέλιξη των γεγονότων η από την καλύτερη προσέγγιση και επίγνωση του εαυτού σου.
Στο πρόσωπο του Γέροντα έβλεπε κάποιος τον άνθρωπο του Θεού, τον «ζώντα μάρτυρα» της αυθεντικής θεογνωσίας[2]. Όπως οι άγιοι στην ιστορία της Εκκλησίας, έτσι και ο Γέροντας Σωφρόνιος ήταν το «σημείο του Θεού» για τη γενεά του[3]. Ο γραπτός, όπως και ο προφορικός λόγος του, έχει τη σφραγίδα της πατερικής γνησιότητας και ταυτόχρονα της άκρας επικαιρότητας.
alt
Πολλοί ισχυρίζονται, και όχι αδικαιολόγητα, ότι γνωρίζουν εκ των προτέρων τις απαντήσεις των πνευματικών πατέρων τους στα ερωτήματά τους. Αυτό δεν ίσχυε για τον Γέροντα Σωφρόνιο. «Να ακολουθείτε τον Χριστόν αναβαίνοντα εις τον Γολγοθάν», έλεγε. Η γενική αλλά και ταυτόχρονα τόσο εξατομικευμένη αυτή προτροπή δίνει τον κανόνα για τη ζωή και τη συμπεριφορά του Χριστιανού. Μέτρο του ανθρώπου είναι ο Χριστός, «το άναρχο γεγονός του είναι». Δείκτης για τις ενέργειες του πιστού είναι η ζωή του Χριστού. Προϋπόθεση για την πνευματική προκοπή του η τήρηση των εντολών.
Έβλεπε τον άνθρωπο ως καθαρή δυνατότητα, που μπορεί βαθμηδόν κατά τη διάρκεια της ζωής να περιλάβει μέσα του ολόκληρο το θεανθρώπινο είναι. Ο οποιοσδήποτε αυτοπροσδιορισμός του ανθρώπου απέναντι στον Δημιουργό του, θετικός η αρνητικός, είναι υπόθεση της ελευθερίας του. Ο θετικός όμως αυτοπροσδιορισμός προϋποθέτει ορθή αντίληψη του προτύπου, ορθή θεωρία του Θεού, ορθόδοξο δόγμα.
Δόγμα και ήθος, πίστη και ζωή συνιστούσαν για τον Γέροντα ενιαία πραγματικότητα. Η αληθινή χριστιανική ζωή θεμελιώνεται στην ορθή αντίληψη για τον Χριστό και την Αγία Τριάδα. «Ολόκληρος η πορεία της εν Θεώ ζωής μου», γράφει, «ωδήγησεν εμέ εις την πεποίθησιν, ότι εκάστη παρέκκλισις της νοεράς ημών συνειδήσεως από της ορθής κατανοήσεως της αποκαλύψεως αντανακλά αναποφεύκτως επί των εκδηλώσεων του πνεύματος ημών εις την πράξιν της καθ' ημέραν ημών υπάρξεως»[4].
Η εμπειρική βίωση της πίστεως τον οδήγησε στη διαμόρφωση αυτού που ο ίδιος ονόμαζε «δογματική συνείδηση». Η συνείδηση αυτή, που χαρακτηρίζει όλους τους αυθεντικούς Γέροντες, τους Στάρετς, τους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γίνεται ο απλανής οδηγός στην πίστη και τη ζωή των Χριστιανών.
Ο Γέροντας Σωφρόνιος ζούσε την πατρότητα ως συμπόρευση. Τον προσέγγιζες ως πνευματικό πατέρα και τον έβλεπες δίπλα σου ως πιστό συνοδοιπόρο. Δεν ήθελε να καθοδηγεί, αλλά να συνοδοιπορεί. Και η συνοδοιπορία του ήταν η καλύτερη προσωπική καθοδήγηση. Κοντά του ένιωθες άνεση και ελευθερία. Με κάθε λόγο και κάθε πράξη του, με κάθε ενέργεια και εκδήλωσή του προσπαθούσε να σε τιμήσει και να σε στηρίξει· να σε κάνει να αισθάνεσαι πολύτιμο πρόσωπο με ξεχωριστή αξία. Και τα χαριτολογήματά του ακόμα κινούνταν προς αυτήν την κατεύθυνση. Κάποτε τον επισκέφθηκε νεαρός θεολόγος, που υπηρετούσε ως βοηθός καθηγητού Θεολογικής Σχολής. Αυτοσυστήθηκε ως βοηθός του καθηγητού του, και ο Γέροντας στην απάντησή του είπε: Εσύ είσαι βοηθός του καθηγητού σου και σε εσένα βοηθός ο Θεός.
alt


[1] Εξοδ. 3,14.
[2] Πρβλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας 21993, σ. 167.
[3] Πρβλ. Αρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, Έσσεξ Αγγλίας 2000, σ. 352.

Γιατί λοιπόν μας δόθηκε αυτή η παράλογη ζωή;






Γιατί λοιπόν μας δόθηκε αυτή η παράλογη ζωή;

Η αποκάλυψη λέγει για τον Θεό «Ο Θεός αγάπη εστίν», «Ο Θεός φως εστί και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστιν ουδεμία» (Α' Ιωαν. δ' 8, α'5)

Πόσο δύσκολο είναι για εμάς τους ανθρώπους να το αντιληφθούμε!

Δύσκολο γιατί η ατομική μας ζωή και η ζωή του κόσμου που μας περιβάλλει μάλλον αποδεικνύει το αντίθετο.

Πραγματικά ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΌ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, άν όλοι σχεδόν σαν φτάνουν στο τέλος της ζωής τους φωνάζουν με πίκρα καρδιάς μαζί με τον Ιώβ:
«Αι ημέραι μου παρήλθον εν βρόμω, ερράγη δε τα άρθρα τής καρδίας μου, άδης μου ο οίκος...Πού ουν έτι εστίν η ελπίς;;», κι αυτό που μυστικά αλλά με δύναμη ζητούσε η καρδιά μου από τα νιάτα της «τις όψεται»;; (Ιώβ ιζ' 11-15)

Ο ίδιος ο Χριστός μας διαβεβαιώνει πως ο Θεός προνοεί στοργικά για όλη την κτίση και ότι δεν λησμονεί ούτε ένα μικρό πουλάκι τ'ουρανού, ότι φροντίζει και για τον καλλωπισμό των αγριόκρινων, για τους ανθρώπους μάλιστα η πρόνοια Του είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη, σε βαθμό ώστε «ημών και αι τρίχες της κεφαλής πάσαι ηριθμημέναι εισί» (Ματθ. ι'30)

Πού είναι λοιπόν η πρόνοια που απλώνεται μέχρι και τα πιο ταπεινά πράγματα και που φροντίζει και για τα πιο ελάχιστα;;

Όλοι πνιγόμαστε ασφυκτικά από το θέαμα του αχαλίνωτου οργίου του κακού στον κόσμο.

Μυριάδες ζωές, συχνά στην αρχή τους και πολλές φορές χωρίς να έχουν φτάσει στην αυτοσυνειδησία, αρπάζονται με απίστευτη σκληρότητα.

Γιατί λοιπόν μας δόθηκε αυτή η παράλογη ζωή;;

Και να, με δίψα ζητά η ψυχή να συναντήση τον Θεό για να Του πή:

Γιατί μού έδωσες τη ζωή;

Χόρτασα από βάσανα...

Με σκέπασε σκοτάδι...

Γιατί κρύβεσαι από μένα;

Ξέρω πως είσαι αγαθός αλλά πώς αδιαφορείς τόσο για την τραγωδία μου;

Δεν μπορώ να σε εννοήσω...

Έζησε στη γη ένας άνθρωπος, άνδρας με άσβεστη πνευματική δίψα, που λεγόταν Συμεών. Προσευχόταν για πολύ καιρό με ασταμάτητο θρήνο «ελέησον με».
Και δεν τον άκουγε ο Θεός.

Πέρασαν μήνες και μήνες με τέτοια προσευχή και οι δυνάμεις τής ψυχής του εξαντλήθηκαν.

Έφτασε στην απόγνωση και φώναξε «Είσαι αδυσώπητος».

Κι όταν μ'αυτές τις λέξεις ράγισε κάτι μέσα στην αποκαμωμένη από την απόγνωση ψυχή του είδε ξαφνικά τον ζώντα Χριστό.

Φωτιά γέμισε την καρδιά του κι όλο του το σώμα με τέτοια δύναμη που, αν κρατούσε ακόμα μια στιγμή η όραση, θα πέθαινε.

Ποτέ πια δεν μπορούσε να λησμονήση το ανείπωτα πράο, το απέραντα αγαπητικό, χαρούμενο και γεμάτο από υπερνοητή ειρήνη βλέμμα τού Χριστού.

Και στα επόμενα χρόνια τής μακράς ζωής του εμαρτυρούσε ακάματα πως «ο Θεός αγάπη εστίν», αγάπη άπειρη, που ξεπερνά κάθε νου.

πηγή: Γέροντος Σωφρονίου, από την εισαγωγή στον βίο του γ.Σιλουανού του αθωνίτου, εκδ 2η, 1978 Ι.Μ.Τ.Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας. misha.pblogs.gr.




Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Γέροντας Σωφρόνιος: Να γίνει ο Θεός η ζωή μας.


Κράτησε πριν απ’ όλα τη μνήμη του Θεού και την ειρήνη της καρδιάς. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για σένα, εφόσον δεν το κατέχεις ισχυρά. Πρόσεχε, μη δαπανάς χωρίς όφελος τις λίγες σωματικές σου δυνάμεις.
Για να βρεις τον σωστό δρόμο, είναι καλύτερο απ’ όλα να το ζητήσεις από τον ίδιο τον Θεό στην προσευχή:
«Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξε με τα πάντα. Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου. Δίδαξέ με να Σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες.

Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο Ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου. Ναι, ακόμη και για μένα, γιατί Εσύ κανέναν δεν ξέχασες και κανέναν δεν έπλασες για απώλεια. Εγώ με αφροσύνη εκδαπάνησα τις δυνάμεις που μου έδωσες, αλλά τώρα, στο τέλος της ζωής μου, διόρθωσέ τα όλα Εσύ ο ίδιος, και ο ίδιος δίδαξε με τα πάντα. Αλλά έτσι, ώστε πραγματικά το θέλημά Σου να πραγματοποιηθεί στη ζωή μου, είτε εγώ το καταλαβαίνω είτε δεν το καταλαβαίνω μέχρι καιρού. Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι. αλλά πριν παραδοθώ στον ύπνο του θανάτου, δώσε σε μένα την ανάξια να δω το Φως Σου, ω Φως του κόσμου».
Κι έτσι, με δικά σου λόγια, να προσεύχεσαι για όλα με τον ίδιο τρόπο. Θα περάσει κάποιος χρόνος και η δύναμη των λόγων αυτών θα εισχωρήσει στο εσωτερικό της υπάρξεώς σου, και τότε θα ρεύσει αυτομάτως ζωή, όπως ακριβώς θέλει ο Κύριος. Κρίνοντας όμως εξωτερικά δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τίποτε.
Αλήθεια, όλο το νόημα της ζωής βρίσκεται στο να ζει ο νους και η καρδιά μας με τον Θεό· να γίνει ο Θεός η ζωή μας. Αυτό και μόνο ο ίδιος ζητά. Γι’ αυτό και δημιουργηθήκαμε, για να ζήσουμε τη ζωή Του, και μάλιστα σε όλη την απειρότητά της. Ο λόγος αυτός μπορεί να μας τρομάζει όταν βλέπουμε την τωρινή οικτρή κατάστασή μας, αλλά έτσι είναι, και δεν πρέπει να χάσουμε την πίστη αυτή. Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους είναι να υποβιβάσουμε και να μειώσουμε την ιδέα του Θεού για τον άνθρωπο. Το κάθε πάθημά μας, ακόμη και το άδικο, το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει και συμπάσχει μαζί μας. Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε “προσωπικές” σχέσεις μαζί Του, σχεδόν “ανθρώπινες”.Ελπίζω ότι με αντιλαμβάνεσαι. Καταλαβαίνεις ότι με τον όρο αυτό εννοώ τον εσωτερικό, ενδόμυχο σύνδεσμο με τον Θεό.
Γιατί ο όλος άνθρωπος κλήθηκε για τη ζωή εν Αυτώ, δηλαδή όχι μόνο η ανώτερη ικανότητά του για θεωρία, το “πνεύμα”, αλλά και τα αισθήματα, η ψυχή, ακόμη και το σώμα. Να ακόμη μία προσευχή:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Μονογενές Υιέ του Ανάρχου Σου Πατρός, διάνοιξε τους οφθαλμούς της εσκοτισμένης ψυχής μου, για να δω συνετά Εσένα, τον Δημιουργό και Θεό μου.
»Σε παρακαλώ: Μη με απορρίψεις από το Πρόσωπό Σου, αλλά, παραβλέποντας όλη την αθλιότητά μου, όλην την ταπεινότητά μου, φανέρωσε μου το Φως Σου, ω Φως του κόσμου, και δος μου να γνωρίσω την αγάπη Σου προς τον άνθρωπο.
»Ω, γλυκύτατε Χριστέ, που εξαπέστειλες από τον Πατέρα στους αγίους μαθητές και Αποστόλους Σου το Πνεύμα το Άγιο, αυτό, Αγαθέ, κατάπεμψε και σε μας τους αναξίους και έτσι δίδαξέ μας τη γνώση Σου και φανέρωσέ μας τις οδούς της σωτηρίας Σου.
»Λάμψε σε μένα, ο Θεός, ο Θεός μου, το Φως Σου το αληθινό, για να δω και εγώ στο Φως Σου τη Δόξα Σου ως Μονογενούς παρά Πατρός, και να μορφωθεί μέσα μου η Εικόνα Σου η ακατάληπτη, σύμφωνα με την οποία δημιούργησες κατ’ αρχάς τον άνθρωπο.
»Ω, ο Θεός, ο Σωτήρας μου, το Φως του νου μου και το κραταίωμα της ψυχής μου, ας σκηνώσει σε μένα η αγαθό­τητά Σου, για να παραμένω και εγώ αδιάλειπτα σε Σένα, φέροντας παντοτινά μέσα μου το Πνεύμα Σου το Άγιο, ώστε να δώσει σε μένα να ομοιωθώ μαζί Σου, τον μόνο Κύριο μου, όπως ομοιώθηκαν μαζί Σου όλοι οι ανά τους αιώνες άγιοί Σου.
»Ναι, Κύριε Ιησού Χριστέ, κατά την αμετάθετη επαγγελία Σου, έλα μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο και σκήνωσε μέσα μου».
 
Αρχιμ. Σωφρονίου
«Γράμματα στη Ρωσία». Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ-Αγγλίας, 2009

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Ο χρόνος γίνεται ένα θαυμάσιο προοίμιο στη θεία αιωνιότητα.Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

By iconandlight
Sophia - Wisdom - София Премудрость Божия Русский IkoneSofia6Sophia_George_vol
Αρχή της Ινδίκτου
Εορτάζει στις 1 Σεπτεμβρίου
Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει την Αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει στον Συναξαριστή του: …κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄). Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα: “Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν». Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν “ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία». Όθεν ο λαός ταύτα ακούων, εθαύμαζε διά τα χαριτωμένα λόγια, οπού εύγαινον εκ του στόματός του, ως τούτο γράφει ο αυτός Eυαγγελιστής Λουκάς
Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ
Προσήλωσε το νου σου στο Θεό και θα ‘ρθει η στιγμή κατά την οποία θα αισθανθείς το άγγιγμα του Αιωνίου Πνεύματος στην καρδιά σου. Αυτό το θαυμάσιο πλησίασμα του πανάγιου Θεού, υψώνει το πνεύμα, ο χρόνος γίνεται ένα θαυμάσιο προοίμιο στη θεία αιωνιότητα.
Όταν η αγάπη του Χριστού μας εγγίζει, αισθανόμαστε την αιωνιότητα.
Ενα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της προσευχής και της μετάνοιας.
Να γίνετε μωροί, μωροί σαν τους αληθινούς ασκητές! Γιατί μωροί; Γιατί να είναι κάποιος χριστιανός σημαίνει να ζει συγχρόνως σε δύο επίπεδα: στο παρόν και στην αιωνιότητα.
Μην ξεχνάτε αυτά τα λόγια. Ο Θεός σας έδωσε χρόνο για να οικοδομήσετε την αιώνια σωτηρία σας. Μην τον σπαταλάτε!
Ο σκοπός που θέτουμε στη ζωή μας εμποτίζει όλες τις πράξεις μας.
Αν η εν Χριστώ σωτηρία είναι ο μοναδικός σκοπός της ζωής μας, ό,τι κάνουμε γίνεται πράξη προσευχής, πράξη λειτουργική.
“Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς». Όταν λέμε την προσευχή αυτή, συνάπτουμε με τον Χριστό μια προσωπική σχέση, που ξεπερνά τη λογική. Η ζωή του Χριστού εισχωρεί σιγά-σιγά μέσα μας.
Μείνετε στην προσευχή, μείνετε στον αγώνα, να περάσετε τη μέρα σας χωρίς αμαρτία. Όλα τα υπόλοιπα θα δοθούν από τον Ίδιο τον Θεό.
Μια σωστή επίκληση αυτού του ονόματος γεμίζει ολόκληρη την ύπαρξη με την παρουσία του Θεού.
Όταν επικαλούμαστε αυτό το όνομα, ο Θεός είναι παρών, όπως σ’ ένα δοχείο γεμάτο άρωμα η γλυκύτητα της οσμής. Με αυτή την οσμή γίνεται κατανοητή η παρουσία του Θεού στον κόσμο.
Ο μακάριος Θεοφάνης ο Εγκλειστος λέει: “Να στρέφουμε τον χρόνο σε όφελος μας για τους αιώνιους στόχους μας».
https://iconandlight.wordpress.com/orthodox_greek_icons_blog/