Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ ο ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ Συνομιλητής: Αρχ. Ζαχαρίας, Ιερομόναχος της Μονής Τιμίου Προδρόμου στο ΕΒΒΟΧ


Κ.Ι.: Θ' ασχοληθούμε με την Πατριαρχική Μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Εssex της Αγγλίας και με τον κτίτορα της Μονής, τον αείμνηστο Γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ. Έχουμε τη χαρά να έχουμε μαζί μας τον ιερομόναχο Ζαχαρία, ο οποίος ήταν στενά συνδεδεμένος με το Γέροντα. Μετέφρασε τα βιβλία του Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί και Περί προσευχής. Ζει εδώ και αρκετά χρόνια στο Εssex της Αγγλίας και διακονεί τη Μονή και συμβάλλει στο έργο της Εκκλησίας.
Πατέρα Ζαχαρία μου, ας ξεκινήσουμε πρώτα από το Γέροντα Σωφρόνιο, ο οποίος είναι μια ξεχωριστή μορφή στη σύγχρονη Ορθοδοξία. Είναι ο άνθρωπος που μετέδωσε το πνεύμα της Ορθοδοξίας στο Δυτικό κόσμο, ξεκινώντας από το βιβλίο του Ο άγιος Σιλουανός και άλλα τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πλείστες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Έτυχε κάποτε να βρεθώ στην κορυφή των Άλπεων, στο σπίτι του Νίτσε και μία κυρία ήρθε κοντά μου για να μου πει ότι διαβάζει το Γέροντα Σιλουανό. Ήταν Ελβετίδα συγγραφεύς. Αυτό δείχνει ότι μέσα από τα εκατομμύρια των ανθρώπων το να έρθει κάποιος να σου μιλήσει για τον άγιο Σιλουανό θεωρώ ότι είναι κάτι σημαντικό. Κάτι σημαίνει.
Μιλήστε μας για την προσωπικότητα του Γ. Σωφρονίου.
Αρχ.Ζ.: Είναι δύσκολο για μένα να μιλήσω για το Γέροντα μου, διότι δεν έχω την δυνατότητα να τον περιγράψω. Έζησα κοντά του, σχεδόν 27 χρόνια, αλλά ποτέ μου δεν τον συνήθισα, ποτέ μου δεν τον θεώρησα ως κοινό άνθρωπο. Η κάθε επαφή μαζί του ήτανε για μένα ένα γεγονός, ένα καινούργιο γεγονός, ενώ, εξωτερικά, η ζωή ήταν πολύ απλή. Εκείνο που με είχε εντυπωσιάσει πολύ στη ζωή του Γέροντα ήταν ο λόγος του και η δύναμη της προσευχής του. Προπαντός ο λόγος του. Οποιαδήποτε ώρα κι εάν πήγαινα (μεσημέρι, μεσάνυκτα, πρωί), καμιά φορά κοιμόταν στην πολυθρόνα και τον ξυπνούσα και τούλεγα: υπάρχει αυτό το πρόβλημα, τι να κάνω; Αμέσως μου έδινε ένα λόγο που ήξερα ότι ήταν από έναν άλλο κόσμο. Αυτό με είχε εντυπωσιάσει περισσότερο από κάθε άλλο. Εξωτερικά ζούσε πολύ απλά μαζί μας,
σαν αδελφός. Ποτέ δεν μας είπε «παιδάκι» μου ή «παιδί μου» ή «τέκνο μου». Συμπεριφερόταν σε μας ως σε ίσους του. Με μεγάλο σεβασμό. Εγώ ήμουνα ένας από τους νεότερους εκεί.
Κ.Ι.: Αυτό δείχνει τη λεπτότητα της ψυχής του, την εσωτερική του καλλιέργεια.
Αρχ.Ζ.: Ο Γέροντας είχε καλλιτεχνική φύση και ιδιοσυγκρασία. Πολλές φορές έλεγε ότι «για νάναι κανείς χριστιανός πρέπει να έχει φύση καλλιτέχνη. Δηλαδή, όπως ο καλλιτέχνης κατέχεται από το αντικείμενο της τέχνης του μέρα και νύκτα και προσπαθεί να εκφράσει στην τελειότητα το αντικείμενο αυτό έτσι και ο χριστιανός κατέχεται από μία και μόνο ιδέα. Πώς να δει το πρόσωπο του ζώντος Θεού, πώς να παρουσιασθεί μπροστά στο ζώντα Θεό και πώς να γίνει καταλληλότερος γι' αυτή τη συνάντηση με τον ζώντα Θεό».
Κ.Ι.: Πρόκειται για το «έσεσθε ούν τέλειοι ώσπερ ό πατήρ ημών τέλειος εστί».
Αρχ.Ζ.: Ναι. Πάντοτε μου έλεγε ότι «όλες οι τέχνες προσπαθούν να εκφράσουν το τέλειο, να αρπάξουν το αιώνιο και όλες αποτυγχάνουν και μένει ένα κενό στην ψυχή του ανθρώπου, διότι το αιώνιο, το τέλειο, δεν μπορεί να το αρπάξει κανένας με ανθρώπινα μέσα, μόνο εάν το ίδιο δοκήσει και παραδοθεί στον άνθρωπο ως δωρεά».
Κ.Ι.: Είναι θέμα χάριτος και ακτίστων ενεργειών, του ακτίστου φωτός, για το οποίο ιδιαίτερα έχει μιλήσει ο Γέροντας.
Μια και μιλάμε για την τέχνη πατέρα Ζαχαρία, κι επειδή ξέρουμε ότι ο Γέροντας ήταν ζωγράφος, ξεκίνησε ως ζωγράφος, κι έκανε και μια μοναδική αγιογραφία, θυμάμαι εκεί στη Μονή σας, τι ωραία πράγματα και τι ωραίες εικόνες, είχε, με το δικό του τρόπο, ζωγραφίσει. Ήταν κάτι το ασυνήθιστο για μένα, ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία οι εικόνες του Γέροντος.
Αρχ.Ζ.: Στην αγιογραφία του φαίνεται ότι προσπαθούσε να εκφράσει εκείνο το οποίο ήθελε να παραδώσει και στα βιβλία του, δηλαδή το νόημα της ανθρώπινης υποστάσεως, το νόημα του προσώπου ή υπόστασης. Προτιμούσε τον όρο υπόσταση, τον ελληνικό, γιατί εκφράζει καλύτερα εκείνο που ήθελε να πει. Όπως στη θεολογία του προσπαθούσε να εκφράσει τη θεολογία του προσώπου έτσι και στις αγιογραφίες του. Βλέπει κανείς σε κάθε πρόσωπο που ζωγραφίζεται στο ναό ή στην τραπεζαρία μια εσωτερικότητα και βλέπει ότι το κέντρο αυτού του προσώπου είναι η καρδιά του ανθρώπου, η βαθιά καρδιά του ανθρώπου, όπου εκεί αυτός ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος έχει την ιδιότητα να χωρεί όλο το είναι, τόσο το θεϊκό όσο και το ανθρώπινο. Έτσι γίνεται η ομοίωση του ζώντος Θεού.
Κ.Ι.: Δηλαδή, προσπαθούσε να αποδώσει τον ένδον Χριστόν, τον εν ημίν Χριστόν. Τον απέδωσε, μπορώ να πω, κατά έναν εκπληκτικό τρόπο.
Αρχ.Ζ.: Ναι. Ο Γέροντας, ό,τι είχε να πει το παραθέτει στα βιβλία του. Μπορεί όποιος ενδιαφέρεται να το βρει στα βιβλία του.
Είναι δύσκολο για μας να μιλάμε για το Γέροντα. Να με συγχωρείτε, δεν ξέρω πώς να το εκφράσω. Ο ίδιος είχε τέτοια δίψα Θεού που έλεγε ότι: «εάν άσκηση είναι ο αγώνας να υπερνικήσουμε το τάδε ή το τάδε πάθος, τότε τέτοιον αγώνα δεν εγνώρισα». Η δίψα του για τον αληθινό Θεό και η μεταμέλεια του για το γεγονός ότι στη νεότητα του παραπλανήθηκε σε άλλους δρόμους...
Κ.Ι.: Στην Ανατολή δηλαδή;
Αρχ.Ζ.: Σε Ανατολίτικες θρησκείες ναι, του έδωσε μια τέτοια δίψα που ακόμα και οι σάρκες του διψούσαν το ζώντα Θεό.
Κ.Ι.: Είναι εκπληκτικό. Μέσα από τα βιβλία του είναι εμφανέστατο το στοιχείο αυτό του ερωτά του, του πάθους του για τα θεία. Νιώθει κανείς ότι αυτός ο άνθρωπος έπασχε σταυρικά, το λέει άλλωστε, ότι έπασχε σταυρικά προκειμένου να γνωρίσει το ζώντα Θεό. Το «εγώ ειμί ό Ών» τον καταφλέγει.
Αρχ.Ζ.: Όταν του απεκαλύφθη, λέει, μέσω αυτού του κειμένου της Εξόδου, το «εγώ ειμί ό Ών», ότι ο Θεός είναι προσωπικός, ότι το απόλυτο, ο Θεός, ο άπειρος Θεός είναι προσωπικός, τότε άλλαξε η ζωή του, τότε αναγεννήθηκε.
Κ.Ι.: Έφυγε από τα αφηρημένα των Ανατολικών λατρειών.
Αρχ.Ζ.: Έπαυσε να υπηρετεί τους θεούς των φιλοσόφων, λέει.
Κ.Ι.: Μάλιστα. Πατέρα Ζαχαρία, μια και μιλήσαμε προηγουμένως για τον καλλιτέχνη σε σχέση με τα θεία και την τελειότητα, θυμάμαι, εάν μου επιτρέπετε να πω κάτι, που ο Γέρων Πορφύριος μου είπε κάτι ανάλογο, όταν τον είχα γνωρίσει. Έμαθε ότι έγραφα ποίηση και μου είπε: «Μα οι άγιοι δεν είναι ποιητές; Φαντάσου τους αποστόλους και το Χριστό εκεί στην Τιβεριάδα, εκεί στη θάλασσα της Γαλιλαίος. Υπάρχει πιο ποιητικό γεγονός από το να τους βλέπεις να πηγαίνουν πάνω στα βουνά ή να περπατούν πάνω στην ακρογιαλιά ή να πορεύονται με το πλοίο. Αυτό είναι ποίηση». Και μου προσέθεσε: «Ο Θεός δεν θέλει δίπλα του χοντροκομμένους ανθρώπους. Θέλει λεπτούς ανθρώπους, όπως τους ποιητές και τους καλλιτέχνες». Η θέση αυτή συμπίπτει πλήρως με όσα είπαμε προηγουμένως για το Γέροντα Σωφρόνιο.
Αρχ.Ζ.: Βέβαια, ο Θεός αυτό που θέλει πάνω από όλα είναι καρδία συντετριμμένη. Μόνο η συντετριμμένη καρδία προδιαθέτει τον άνθρωπο να δεχθεί τις εντολές του Θεού ως νόμο της ζωής του. Και ο Γέροντας έλεγε: «η μεγαλύτερη ποίηση, η μεγαλύτερη και ατελεύτητη δημιουργία, είναι η προσευχή. Στην προσευχή, στην υποστατική προσευχή προς το ζώντα Θεό, γίνεται μια συνεργασία με το Θεό, ώστε να αποκατασταθεί η εικόνα του Θεού και η ομοίωσις του Θεού μέσα στον άνθρωπο που έχουν αμαυρωθεί από την πτώση και την αμαρτία». Αυτό το θεωρούσε ως τη μεγαλύτερη ποίηση. Σ' αυτή συνεργάζεται κανείς με το Θεό, στο να γίνει Θεός κατά χάριν.
Κ.Ι.: Πατέρα Ζαχαρία, ο Γέροντας πόσες ώρες την ημέρα δούλευε; Εσείς τον γνωρίσατε σε προχωρημένη ηλικία, έστω κι αν μείνατε 27 χρόνια δίπλα του.
Αρχ.Ζ.: Τον είχα γνωρίσει γύρω στα 70 του. Πέθανε όταν ήταν σχεδόν 97.
Ξέρετε, η ζωή μας ήταν πολύ εμπερίστατη. Ήταν συνέχεια απασχολημένος με τα πρακτικά της εγκαταστάσεως μας, με τα της ιδρύσεως της Μονής. Συνεχώς ήταν απασχολημένως με τους πολλούς προσκυνητές που έρχονταν σε αυτόν. Πολλές φορές, ασχολείτο και χειρονακτικά μαζί μας. Μέχρι τα 75 του μπορούσε και εργαζόταν χειρωνακτικά, μετά λιγότερο και λιγότερο. Κατόπιν, εργαζόταν, όπως έλεγε «σαν δικηγόρος μπροστά στο Θεό για τους ανθρώπους».
Κ.Ι.: Είναι πολύ ωραίο.
Αρχ.Ζ.: Προσπαθούσε να βοηθήσει τους ανθρώπους για να βρούνε το δρόμο και να κτίσουνε σωστά τη ζωή τους.
Κ.Ι.: Μιλήσαμε προηγουμένως για την προσευχή και έχετε μεταφράσει το βιβλίο του Περί προσευχής. Γι' αυτό ήθελε τη μετάφραση σε αυτήν την αυστηρά εκκλησιαστική γλώσσα, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τη δημοτική αλλ' ούτε και με την αρχαία. Είναι μια ιδιότυπη γλώσσα.
Αρχ.Ζ.: Ο ίδιος έμαθε τα ελληνικά γύρω στα 1925, όταν πήγε στο Άγιον Όρος. Εκεί έμαθε την Αττική διάλεκτο. Την έμαθε καλά, μόλις του ζήτησε ο Ηγούμενος να μάθει τα ελληνικά, διότι τα είχαν ανάγκη ως μοναχοί στον Άγιο Παντελεήμονα, στη Ρωσσική Μονή. Είχαν ανάγκη από μοναχούς που να γνωρίζουν καλά τα ελληνικά για τις σχέσεις τους με τον έξω κόσμο και με τις άλλες Μονές. Ο Γέροντας, είπε, ότι προσευχήθηκε τότε με όλη του την καρδιά στο Θεό να του δώσει να μάθει αυτήν τη γλώσσα τόσο τέλεια ώστε, όταν προσεύχεται σε αυτήν τη γλώσσα να μην αισθάνεται ποτέ ότι είναι ξένη γλώσσα. Και ο Θεός του το χάρισε. Έλεγε: «Όταν λειτουργούσα στα ελληνικά, ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι είναι ξένη γλώσσα για μένα τα ελληνικά».
Κ.Ι.: Τόσο καλά τα έμαθε.
Αρχ.Ζ.: Και αυτή η γλώσσα γι' αυτόν ήτανε...
Κ.Ι.: Η μητρική του.
Αρχ.Ζ.: Ναι. Και όταν μιλούσε, μιλούσε, μάλλον, στην καθαρεύουσα. Κι εσείς το έχετε διαπιστώσει.
Κ.Ι.: Ναι, βέβαια.
Αρχ.Ζ.: Θεωρούσε ότι η δημοτική δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πλήρως ως μέσο εκφράσεως της θεολογίας μας. Προτιμούσε τη γλώσσα των Πατέρων. Διότι, όπως λέει σε μια πραγματεία του, που δεν έχει δημοσιευθεί, για την Αγία Τριάδα: «οι Έλληνες, εκείνο τον καιρό έσπασαν τα όρια όπου η ανθρώπινη διάνοια μπορεί να φθάσει, όσον αφορά την κουλτούρα της γλώσσας».
Κ.Ι.: Πατέρα Ζαχαρία, μεταφράζοντας το Περί προσευχής ασφαλώς συνεργαστήκατε μαζί του.
Αρχ.Ζ.: Στο Περί προσευχής πολύ λίγο, ήταν ήδη πολύ άρρωστος. Στο Οψόμεθα τον Θεόν..., εκεί, είχε ελέγξει κάθε σελίδα.
Κ.Ι.: Πέστε μας λίγα γι' αυτή την συνεργασία και γι' αυτόν τον έλεγχο κάθε σελίδας. Τι σας έλεγε; Πώς ήθελε τα πράγματα;
Αρχ.Ζ.: Εζύγιζε κάθε λέξη ο Γέροντας. Έλεγε πως «ο λόγος του ανθρώπου είναι κατ' εικόνα του λόγου του Θεού και πρέπει πάντοτε να γυρεύουμε τον τέλειο λόγο για να μη χάσουμε τον αιώνιο λόγο». Πάντοτε αναζητούσε, όχι μονό σε λεξικά, αλλά και με την προσευχή. Όταν βρίσκαμε καμιά δυσκολία κατέφευγε σε προσευχή και μετά δινόταν ο λόγος σ' εκείνον ή σε κανένα συνεργάτη του.
Κ.Ι.: Έτσι διετυπώνετο όσο το δυνατό καλύτερα εκείνο που ήθελε να πει.
Αρχ.Ζ.: Βέβαια. Είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχουν λάθη και, αυτό οφείλεται σε μένα, διότι εγώ είμαι αποκομμένος από το περιβάλλον της ελληνικής γλώσσας εδώ και 30 χρόνια.
Κ.Ι.: Ναι. Είναι όμως εκπληκτικές οι μεταφράσεις σας πατέρα Ζαχαρία και πιστεύω ότι είναι και μοναδικές. Έχω σχεδόν διαβάσει όλα τα βιβλία του Γέροντος Σωφρονίου. Το Οψόμεθα τον Θεόν..., όπως και τα υπόλοιπα, είναι από τα συγκλονιστικότερα συγγράμματα του αιώνος μας. Δεν είναι μεγάλη αυτή η κουβέντα που σας λέω. Έτσι το νιώθω και έτσι το εβίωσα. Τα έχω διαβάσει 2 και 3 φορές το καθένα και βρίσκω ότι είναι από τα συγκλονιστικότερα βιβλία του αιώνος μας. Έχω διαβάσει πολλά άλλα πράγματα και φιλοσοφία. Αυτά είναι βιβλία που σε παίρνουν στον ουρανό.
Αρχ.Ζ.: Είναι γεγονός ότι μερικά θέματα που ο Γέροντας αναπτύσσει πέρασαν αιώνες να τα δούμε.
Κ.Ι.: Να τα ξαναπάρουν στα χέρια τους οι άνθρωποι της Εκκλησίας.
Αρχ.Ζ.: Να τα πραγματευτούνε ξανά οι άνθρωποι. Σε πολλά, όσον αφορά την έκφραση, μπορεί να δανείζεται και από τους Πατέρες. Η εμπειρία είναι μία. Όμως και τόσα πολλά έχουν εκφραστεί με τέτοια πρωτοτυπία. Για παράδειγμα τα: Περί προσώπου, περί ακτίστου φωτός, περί διαφόρων θεωριών του ακτίστου φωτός, για την προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή, πώς ο ίδιος την κατανοούσε, πώς τη ζούσε στη λειτουργία. Εκείνο για τη χάρη της μνήμης του θανάτου (δεν βρήκα τέτοια έκφραση πουθενά αυτού του πνευματικού φαινομένου στους Πατέρες, όσο στο Γέροντα).
Κ.Ι.: Είναι το ύψος και είναι δυσθεώρητο, πατέρα Ζαχαρία.
Αρχ.Ζ.: Να με συγχωρείτε, αυτό ίσως να θεωρηθεί περηφάνεια, αλλά ο καθένας μπορεί να το ελέγξει.
Κ.Ι.: Βεβαίως μπορεί να το ελέγξει. Μπορώ να σας πω το εξής: Μερικές φράσεις από την Αγία Γραφή, το νόημα που αποκαλύπτει της Αγίας Γραφής, σε κάνει να λες: «μα εμείς, γιατί δεν το βλέπουμε;» Έχεις την αίσθηση, όπως πολύ σωστά το είπε και κάποιος φίλος καθηγητής, ότι δεν είναι γραμμένο από ανθρώπινο χέρι. Υπάρχει θεοπνευστία.
Αρχ.Ζ.: Ναι. Άλλωστε ο Κύριος χθες και σήμερα ο αυτός και στους αιώνας. Έτσι και η Εκκλησία μας είναι πάντοτε αποστολική. Και όπως ο Θεός απεκαλύπτετο στους προφήτες και στους αποστόλους αποκαλύπτεται και στους δικούς του σε κάθε εποχή. Αλλιώς η Εκκλησία θα έπαυε να είναι Μία, Καθολική και Αποστολική.
Κ.Ϊ.: Θέλω να μας πείτε δύο κουβέντες, για το τι σας είπε για το ά-κτιστο φως. Φυσικά, είναι γραμμένα και στα βιβλία του, αλλά ξέρετε, η ζωντανή μαρτυρία είναι πολύ πιο έντονη.
Αρχ.Ζ.: Ναι. Τι να σας πω; Ο Γέροντας επέμενε στο εξής: ο άνθρωπος για να φτάσει σε τέτοια πνευματικά γεγονότα έπρεπε να υποστεί μια δοκιμασία, μια παιδεία από το Θεό αυτών που παραχωρεί ο Θεός, όταν δει ο Θεός ότι πράγματι πιστεύει κάποιος σε Αυτόν. Όταν είναι στερεωμένος στην αγάπη Του, παραχωρεί να δοκιμαστεί αυτός ο άνθρωπος μέχρι τέλους. Όπως το βλέπουμε στη ζωή των προφητών, των αποστόλων, του δικαίου Ιώβ. Ο Γέροντας έχει ένα αξίωμα γι' αυτό. Το πλήρωμα της κενώσεως προηγείται του πληρώματος της τελειότητος. Όταν ο άνθρωπος υποστεί την κένωση της μετανοίας, τον Αδη της μετανοίας, όπως έλεγε, άμα φθάσει μέχρι τέλους και πείσει το Θεό ότι είναι δικός Του, τότε ο Θεός αποκαλύπτεται στο φως σε αυτόν τον άνθρωπο, τότε του αποκαλύπτει το φως. Με άλλα λόγια, τον τυλίγει με τέτοιο τρόπο η χάρη του και ζει τόσο ενωμένος με το Θεό, ώστε δεν ξέρει αν βρίσκεται εντός σώματος ή εκτός σώματος.
Κ.Ι.: Αυτό που είπε ο απόστολος Παύλος: «γνωρίζω κάποιον άνθρωπο προ ετών δεκατεσσάρων». Η αρπαγή έως τρίτου ουρανού...
Αρχ.Ζ.: Ναι. Έλεγε ότι σε αυτήν την αρπαγή δε φτάνει κανείς εάν δεν έχει μια διπλή θεωρία: τη θεωρία πρώτον της πνευματικής πτωχείας και να πενθήσει γι' αυτή μέχρι τέλους, να κράξει στο Θεό μέχρι τέλους και από την άλλη, το άμωμο της αγάπης του προτύπου του, που είναι ο Χριστός. Και αυτό τον κάμνει να αφομοιωθεί στο πνεύμα του Χριστού.
Κ.Ι.: Πατέρα Ζαχαρία, ένα πολύ κεντρικό σημείο στην όλη διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου είναι η φράση που είπε ο Χριστός στον άγιο Σιλουανό: «άφησε τη σκέψη σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι».
Αρχ.Ζ.: «Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι».
Κ.Ι.: Θα ήθελα, εάν το συζητήσατε με τον πατέρα Σωφρόνιο να μας λέγατε δυο λόγια ζωντανά για το πώς ανέλυε αυτό το κεφάλαιο.
Αρχ.Ζ.: Να σας πω. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε γι' αυτό στους συγχρόνους μας, έλεγε. Δεν το αντέχουν και σχεδόν ποτέ ο Χριστιανισμός στην αυθεντική του διάσταση δεν διδάσκεται. Ζούμε όλοι σε ένα ηθικό επίπεδο. Στο οντολογικό επίπεδο του Χριστιανισμού δεν ανεβαίνουν, παρά ελάχιστοι, κατά γενεάν.
Κ.Ι.: Δεν είναι τα πλήθη που ανεβαίνουν στην κορυφή, είναι οι λίγοι, οι ελάχιστοι.
Αρχ.Ζ.: Πολλοί λένε στις μέρες μας ότι ζούμε σε μια μεταχριστια-νική εποχή.
Κ.Ι.: Είναι πρόκληση εάν νομίζουμε ότι ζούμε.
Αρχ.Ζ.: Ο Γέροντας έλεγε ότι χριστιανική εποχή ποτέ δεν υπήρξε.
Κ.Ι.: Πολύ σωστό.
Αρχ.Ζ.: Για τα πλήθη και τα έθνη.
Κ.Ι.: Ολίγοι οι εκλεκτοί.
Αρχ.Ζ.: Το θέμα αυτό, «κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι» είναι η τελειότητα της οδού στο Χριστό. Όπως ο Χριστός κατέβηκε στα καταχθόνια, για να σώσει τον άνθρωπο εκουσίως, έτσι και ο άνθρωπος, από την πολλή αγάπη προς τον Θεό και με το τέλειο μίσος, το μίσος για τον εαυτό του, για την ξεπεσμένη κατάσταση που βρίσκεται και από την πολλή αγάπη προς το Θεό και από το αυτομίσος που γεννά η χάρις του Θεού στην ψυχή του καταδικάζει τον εαυτό του στην κόλαση. Δέχεται ακόμα και την κόλαση. Είναι μια χαρισματική κατάστασις. Βέβαια, ότι είναι εκούσιο νικά το ακούσιο. Εάν εκουσίως ο άνθρωπος δέχεται να κατεβαίνει με το Χριστό στην κόλαση, τότε ενίκησε την κόλαση. Ενίκησε τα πάντα και η νίκη του Χριστού έγινε και δική του νίκη. Ας το πούμε και σ' ένα άλλο επίπεδο που είναι πιο κατανοητό. Το «κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι» εκφράζει το φαινόμενο της αυτομεμψίας στα τελευταία του όρια. Ο άνθρωπος με την αυτομεμψία παίρνει απάνω του το πταίσμα. Δηλαδή, όλη την ενοχή την ρίχνει απάνω του, δίνει δικαιοσύνη και δόξα στο Θεό και την αισχύνη του προσώπου την δέχεται ο άνθρωπος. Κάνει όπως ο καλός ληστής πάνω στο σταυρό και αμέσως μεταπηδάει από την κόλαση του σκότους στο φως της βασιλείας του Θεού.
Κ.Ι.: Είναι εκπληκτικό αυτό, πατέρα Ζαχαρία.
Αρχ.Ζ.: Και όποιος εκούσια μέμφεται τον εαυτό του μπροστά στο Θεό τρέχει προς τα πάθη του Χριστού. Αφομοιώνεται στα πάθη του Χριστού και επομένως παίρνει και τη χάρη της Αναστάσεως του Χριστού.
Κ.Ι.: Είδατε καθόλου το Γέροντα να δακρύζει, να κλαίει;
Αρχ.Ζ.: Τον είδα μερικές φορές, αλλά προς το τέλος της ζωής του, αφού είχε γεράσει πολύ. Δεν το θεωρούσε καλό να φανεί δακρυσμένος ή να κλαίει μπροστά στους άλλους. Έλεγε ότι «ο αληθινός προφήτης είναι πάντοτε κύριος του πνεύματος του και δεν θα αφήσει τον εαυτό του να εκφράσει το εσωτερικό του μπροστά στους αδελφούς του. Μ' αυτόν τον τρόπο δεν δημιουργεί έπαρση ή πρόκληση στον αδελφό του».
Κ.Ι.: Όλα αυτά που είπαμε, πατέρα Ζαχαρία, δείχνουν μια ψυχή πολύ δυνατή. Το να δεχθείς να μπεις στην κόλαση μαζί με το Χριστό δεν είναι εύκολο και δεν είναι για τον καθένα.
Αρχ.Ζ.: Πάντως όταν κάποιος ζητά το Χριστό με όλη του την ψυχή, με όλη του την καρδιά, θα παραχωρήσει ο Θεός να γνωρίσει την κόλαση, τα βάσανα της κολάσεως, όχι για να καταστραφεί, όχι για να απωλεσθεί, αλλά για να μυηθεί σε ένα μεγάλο μυστήριο, εκείνο της καθόδου του Χριστού. Θα γνωρίσει το Χριστό σε όλο του το βάθος για να μπορέσει μετά να τον γνωρίσει και σε όλο του το ύψος.
Κ.Ι.: Ο αναβάς είναι και ο καταβάς.
Αρχ.Ζ.: Ακριβώς. Αυτό είναι.
Όταν γνωρίσει το Χριστό σε όλο του το βάθος, μετά θα δώσει το δικαίωμα στο Θεό να του δώσει όλο το ύψος, όπως το έδωσε στον Υιό του το μονογενή. Θα του δώσει τέτοια αγάπη, θα πλατυνθεί η καρδία του και θα αγκαλιάσει όλο τον κόσμο. Θα γνωρίσει και το ύψος και το βάθος και το πλάτος, όλο το μυστήριο της κενώσεως, όλο το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού.
Κ.Ι.: Κι έτσι θα προσεύχεται διά παγγενή τον Αδάμ, κάτι που το ζητούσε όλως ιδιαιτέρως ο Γέροντας.
Αρχ.Ζ.: Ο Γέροντας έλεγε ότι «η βασιλεία του Θεού είναι να φέρει κανείς στην καρδιά του και το Δημιουργό και τη Δημιουργία, όλον τον Αδάμ. Αυτή είναι η βασιλεία του Θεού».

Β ΜΕΡΟΣ
Κ.Ι.: Η Γεροντική σοφία είναι αυτή που έρχεται από το Άγιο Πνεύμα, είναι φωτισμός του Αγίου Πνεύματος και είναι ποτισμένη με το αίμα και τα δάκρυα των αγωνιστών του Πνεύματος.
Στο β' μέρος, με τον πατέρα Ζαχαρία, θα δούμε μερικά σημεία της διδασκαλίας του Γέροντος Σωφρονίου και μέσα από αυτήν την διδασκαλία θα φανεί όλος ο φωτισμός και η κατοχή που είχε από το Άγιο Πνεύμα ο μεγάλος αυτός φωτεινός στύλος της Εκκλησίας μας.
Αρχ.Ζ.: Είναι δύσκολο για μένα να μιλώ για τον Γέροντα μου και δεν ξέρω ακριβώς τι θέλετε, σε ποια σημεία να αναφερθούμε.
Κ.Ι.: Μπορείτε να ξεκινήσετε από τη ζωή της Εκκλησίας, εντός του ναού, δηλαδή, το λειτουργικό μέρος.
Αρχ.Ζ.: Ο Γέροντας έδινε μεγάλη σημασία στη ©.Λειτουργία. Μάλιστα τη λειτουργική προσευχή την ονόμαζε υποστατική προσευχή. Την προσευχή που ανήκει στον άνθρωπο ως εικόνα Θεού, ως πλασμένο κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση Θεού. Μέσα στη Θ. Λειτουργία ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει όλη τη ζωή του Χριστού, να ζήσει το Χριστό. Έδινε μεγάλη σημασία στην προετοιμασία για τη Θ. Λειτουργία και την προσοχή με την οποία έπρεπε εμείς να τελούμε τη Θ. Λειτουργία και να προσευχόμαστε σ' αυτή.
Θεωρούσε ο Γέροντας ότι στις μέρες μας μέσα στη Θ. Λειτουργία ο άνθρωπος μπορεί να βρει το παν. Και ότι όταν τελείται με προσοχή η Θ. Λειτουργία έχει μέσα της όλη τη χάρη του Θεού. Εφ' όσον είναι ο Χριστός που τελεί, στην ουσία, τη Θ. Λειτουργία, όπου είναι ο Χριστός εκεί είναι και όλος ο ουρανός.
Ο Γέροντας έλεγε ότι στις μέρες μας που σχεδόν έχουν εκλείψει οι συνθήκες για την ησυχαστική προσευχή το μόνο που μας έμεινε είναι η Θ. Λειτουργία. Να δώσουμε όλη μας τη δύναμη και όλη μας την προσοχή στο να τελέσουμε τη Θ. Λειτουργία όπως πρέπει για να βρούμε το πλήρωμα της χάριτος, της σωτηρίας.
Κ.Ι.: Άλλωστε, μέσα από τη Θεία Λειτουργία υπάρχει η αποκορύφωση της χαρίτωσης, το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και η ένωση με τον Κύριο. Σώμα και Αίμα Κυρίου λαμβάνει ο πιστός προς ζωήν αιώνιον.
Αρχ.Ζ.: Πάντοτε ο νους του ήταν αιχμαλωτισμένος από την εικόνα του Χριστού ανεβαίνοντας το Γολγοθά. Πώς αυτός ο άνθρωπος, ο Ιησούς Χριστός, στις μέρες της σαρκός Του ανέβαινε στο Γολγοθά, φέροντας μέσα Του όλο το Γολγοθά. Προσευχόμενος για όλο τον Αδάμ, πεθαίνοντας για όλο τον Αδάμ. Γι' αυτό και όταν αναστήθηκε ανέστη-σε μαζί Του και όλο το περιεχόμενο που τον συνόδευσε στον τάφο.
Κ.Ι.: Παγγενή τον Αδάμ.
Αρχ.Ζ.: Ακριβώς. Έτσι έλεγε, κι εμείς στη Θ. Λειτουργία όταν λέμε στο Θεό «τά Σά εκ των σων σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» αργότερα, όταν ο Θεός θ' απαντήσει μέσα στη Θ. Λειτουργία «τά αγία τοις άγίοις» εκείνα που φέραμε μπροστά στο Θεό, μέσα στη καρδιά μας, όλα τα αιτήματα, όλη την πίστη, όλη την αγάπη, θα τα δεχτεί, θα τα αγιάσει, θα τα ευλογήσει και όσα φέρει ο ιερέας μέσα στην καρδιά του, κι όχι μόνο ο ιερέας αλλά και οι πιστοί. (Πίστευε ο Γέροντας ότι και οι πιστοί έχουν ιερωσύνη, είναι το βασίλειο ιεράτευμα). Αν ο ιερέας που τελεί τη Θ. Λειτουργία και οι πιστοί μέσα σ' αυτήν προσφέρουν τα δώρα τους με προσευχή, τότε θα απλώσει την ευλογία του ο Θεός πάνω σε όλο τον κόσμο δι' αυτής της πράξης της Θ. Λειτουργίας.
Κ.Ι.: Έτσι η ανθρωπότης θα γίνει έθνος άγιον δι' αυτού του τρόπου.
Αρχ.Ζ.: Θα λειτουργηθεί. Τώρα, έθνος άγιον, θάναι όσοι είναι βαπτισμένοι και λειτουργούν στη χάρη του βαπτίσματος, το έθνος το άγιον, ο περιούσιος λαός, που λέει ο απόστολος Πέτρος.
Κ.Ι.: Βέβαια. Μόνο που ο Χριστός ζήτησε να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο πάση τη κτίσει. Αν δεχτούν οι άνθρωποι το Ευαγγέλιο και τον λόγο του Θεού τότε θα γίνουν έθνος άγιον.
Αρχ.Ζ.: Ναι.
Κ.Ι.: Πατέρα Ζαχαρία, μιλήσατε για προετοιμασία για τη Θεία Λειτουργία, γεγονός στο οποίο επέμενε ο Γέροντας. Τι εννοούσε;
Αρχ.Ζ.: Αυτό είναι πολύπλοκο θέμα. Περισσότερο ο Γέροντας επέμενε στην προσευχή της μετανοίας. Ο άνθρωπος να προσεύχεται στη Θ. Λειτουργία όπως μας διδάσκουν οι προσευχές που διαβάζομε πριν τη Θεία Ευχαριστία, που είναι προσευχές μετανοίας, προσευχές που δείχνουν ότι ο άνθρωπος είναι άρρωστος ψυχικά. (Είμαστε όλοι πεσμένοι, είμαστε όλοι άρρωστοι και έχουμε την ανάγκη της θεραπείας). Και είναι η χάρις του Θεού που θεραπεύει τα τραύματα της αμαρτίας. Επομένως αν θέλουμε να βρούμε χάρη και έλεος από τη Θ. Λειτουργία θα τα βρούμε κατά το μέτρο που προσφέραμε προσευχή μετανοίας.
Κ.Ι.: Αυτό θεωρούσε ως προετοιμασία προτού εισέλθουμε στη Θεία Λειτουργία και προτού, μετάσχομε των αχράντων μυστηρίων του Κυρίου μας;
Αρχ.Ζ.: Ναι. Όλη μας η ζωή πρέπει να είναι κατά τον τύπο της Θείας Λειτουργίας. Δηλαδή, όπως στη Λειτουργία βασίζομε το Μυστήριο πάνω στο λόγο του Χριστού και καλούμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος με την προσευχή στον Ουράνιο Πατέρα παρακαλώντας ν' αγιασθούν τα δώρα κι εμείς, έτσι πρέπει νάναι και όλη μας η ζωή' να βασίζεται πάνω στο λόγο του Θεού και τη δέηση, στην ικεσία. Τότε αγιάζεται όλη η κτίση, ο άνθρωπος και μαζί του όλη η κτίση. Όπως λέει ο απόστολος Παύλος στην προς Τιμόθεον επιστολή, όλη η κτίση του Θεού είναι καλή όταν τη δεχόμαστε με ευχαριστία στο Θεό και αγιάζεται διά του λόγου του Θεού και της εντεύξεως. Η όλη μας ζωή μπορεί να αγιάζεται εάν την βασίζουμε πάνω στο λόγο του Χριστού και στην επίκληση της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που έδωσε ο Κύριος στον κόσμο μετά την Ανάσταση του.
Κ.Ι.: Πατέρα Ζαχαρία, αναφερθήκαμε στην επίκληση της χάριτος. Ο Γέροντας αυτήν την επίκληση της χάριτος πώς την καταλάβαινε και πώς την ασκούσε;
Αρχ.Ζ.: Πάντοτε ο Γέροντας σε κάθε βήμα που έκανε το συνδύαζε με τη θύρα της μετανοίας. Έβγαινε από το σπίτι και έλεγε: «ευλόγησόν μου την έξοδο και την είσοδο». Όποια πράξη έκανε, όποιο βήμα έκανε στη ζωή του, συνέχεια επεκαλείτο το Θεό.
Κ.Ι.: Ήταν η όλη συμπεριφορά του ιερατική εξ ολοκλήρου. Κινιόταν μέσα στα πλαίσια του ιερού.
Αρχ.Ζ.: Ναι. Έδιδε μεγάλη σημασία στο λόγο του Θεού, ώστε να ζει ο λόγος του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Γι' αυτό, το λόγο προσπαθούσε πάντοτε να τον αρπάξει με την προσευχή επικαλούμενος το όνομα του Χριστού.
Κ.Ι.: Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να έρθουμε πατέρα Ζαχαρία, στην επίκληση του ονόματος του Κυρίου και στη γνωστή καρδιακή προσευχή. Πώς ο Γέροντας δίδασκε να ακολουθούμε την καρδιακή ευχή και πώς ήθελε ο ίδιος τόσο τη ζωή του όσο κι εκείνη των συμμοναστών του;
Αρχ.Ζ.: Γενικά ο Γέροντας είχε οργανώσει τη ζωή γύρω από έναν άξονα μέσα στο μοναστήρι. Η ζωή μας είχε δύο πόλους: τη Θ. Λειτουργία και την επίκληση του ονόματος του Χριστού. Σε αυτά τα δύο ήταν συγκεντρωμένη όλη η προσοχή του. Βέβαια, εάν κατάλαβα καλά την ερώτηση σας, ρωτάτε τι συνιστούσε για την επίκληση. Ζητούσε το ίδιο, όπως και στη Θ. Λειτουργία. Ζητούσε την προσευχή της μετανοίας. Δεν του άρεσαν οι τεχνικές μέθοδοι για τήν επίκληση της ευχής. Επέμενε να μάθει ο άνθρωπος να προσεύχεται με την καρδιά του. Πάντοτε, πίστευε ο Γέροντας, ότι η πίστη προς το Χριστό ως αληθινό Θεό και η μετάνοια του ανθρώπου είναι εκείνα που ανοίγουν την καρδιά του ανθρώπου. Και τότε η προσευχή από μόνη της, οι μονόλογοι στην καρδιακή προσευχή βρίσκουν το δικό τους ρυθμό. Καμιά φορά μας μιλούσε και για τις τεχνικές μεθόδους της προσευχής, αλλά μας έλεγε να μην αποδίδουμε σημασία σε αυτές. Τότε μπορεί να χάσουμε τη χάρη του Θεού, όταν αποδώσουμε υπερβολική σημασία σ' εκείνα
που είναι απλώς μέσα. Ενώ με τη μετάνοια δεν μπορεί να αστοχήσει ο άνθρωπος εάν έχει θέρμη στην καρδιά του. Τότε ο νους μόνος του κολλά στην καρδιά και βρίσκει το ρυθμό της η προσευχή από μόνη της μέσα στην καρδιά.
Κ.Ι.: Επειδή ο Γέροντας διαρκώς ασκούσε αυτό το κεφάλαιο της μετανοίας σ' όλη του τη ζωή και αυτό συνιστούσε και στους υπολοίπους εμάς, που είμαστε ασθενείς, τι ήταν για το Γέροντα η μετάνοια;
Αρχ.Ζ.: Η μετάνοια για το Γέροντα ήταν το να γνωρίζει ο άνθρωπος την προαιώνιο ιδέα που είχε ο Θεός γι' αυτόν.
Δηλαδή, πώς ο Θεός συνέλαβε τον άνθρωπο προ καταβολής κόσμου και ποια είναι η εκπλήρωση του, ποιος είναι ο σκοπός του. Όταν καταλάβει ο άνθρωπος το προαιώνιο σχέδιο του Θεού γι' αυτόν, θα κάνει το παν για να το εκπληρώσει και να συμμορφωθεί προς αυτό.
Κ.Ι.: Είναι πάρα πολύ ωραίο αυτό που μας είπατε. Είναι το όνομα το καινό το γεγραμμένο στη Βίβλο της Ζωής.
Αρχ.Ζ.: Πάντοτε ο Γέροντας είχε θεολογική σκέψη. Όλα είχανε πίσω μια θεωρία θεολογική. Δεν ήτανε απλώς πράξη.
Κ.Ι.: Βεβαίως. Και θυμάμαι την εμπειρία που είχαμε -την ελαχίστη που είχαμε μαζί του- κρατούσε τα πράγματα σ' ένα ύψος θεολογικό, πολύ δύσκολο ίσως για μερικούς, εκείνο το ύψος της θείας υποστάσεως και του προσώπου.
Πατέρα Ζαχαρία, θα ήθελα να σταθούμε για λίγο στο κεφάλαιο λόγος του Θεού. Αναφερθήκατε ήδη μερικώς. Αυτόν το λόγο του Θεού ο Γέροντας πώς τον μετέδιδε σε σας και πώς ήταν αυτό το βίωμα του λόγου του Θεού μέσα στη Μονή και γενικά, πώς ήθελε να το εκδηλώνει προς τους ανθρώπους;
Αρχ.Ζ.: Ο Γέροντας μας μάζευε μία φορά κάθε εβδομάδα. Τα τελευταία 4 χρόνια της ζωής του που αισθανόταν ότι κόντευε ο καιρός της αναχωρήσεως του από τον κόσμο, μας μάζευε κάθε Δευτέρα και μας μιλούσε για μία ώρα. Πριν δεν είχαμε τακτές συνάξεις, αλλά σαν διαβάζαμε στην τράπεζα την ώρα του φαγητού, σταματούσαμε την ανάγνωση και σχολίαζε εκείνα που αναγιγνώσκαμε και εύρισκε ευκαιρία από την ανάγνωση να μας πει όλα όσα ήθελε να μας πει. Ποτέ δεν προετοιμαζόταν. Πάντοτε προσευχόταν κι άνοιγε το στόμα του και ήλκυε Πνεύμα. Πολλές φορές, όταν μιλούσε στην τράπεζα, σε πολλούς από μας κοβόταν η όρεξη, γιατί ήταν τόσο γλυκύς ο λόγος του Θεού από το στόμα του, που η προσοχή μας ήταν αιχμαλωτισμένη στο λόγο που έρρεε από το στόμα του και ήταν κάτι το θαυμαστό. Πίστευε ο Γέροντας σ' αυτό που λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς, ότι όταν μας ζητήσουν απολογία δεν πρέπει να προμελετάμε.
Κ.Ι.: Το είπε ο ίδιος ο Κύριος.
Αρχ.Ζ.: Ναι. Εκείνος θα μας δώσει στόμα και σοφία όταν χρειάζεται. Το πίστευε πολύ ο Γέροντας, γι' αυτό και το εφάρμοζε. Έλεγε: «εάν προσευχόμαστε και η προσευχή μας βρίσκει την καρδιά μας, τότε η κάθε συνάντηση μεταξύ πνευματικού και υποτακτικού ή μεταξύ πνευματικών αδελφών μπορεί να είναι ένα πνευματικό γεγονός». Τι θέλει να πει με αυτό; ότι ο Θεός θα αποκαλύψει το θέλημα Του με αυτή την συνάντηση.
Κ.Ι.: Μάλιστα. Πολύ ωραίο, πάρα πολύ ωραίο.
Αρχ.Ζ.: Και πίστευε ο Γέροντας ότι ο λόγος του Θεού πρέπει να συλλαμβάνεται με την καρδιά του ανθρώπου, να κυοφορείται στην καρδιά του ανθρώπου και να αναγγέλεται στον συνάνθρωπο του ή στον αδελφό του, όταν έρθει η στιγμή της ανάγκης. Τότε πληροφορεί ο θείος λόγος με χάρη την καρδιά αυτού που ακούει. Με αυτόν τον τρόπο αναγεννιέται ο άνθρωπος που ακούει.
Κ.Ι.: Πατέρα Ζαχαρία, ο Γέροντας όταν διαβάζει κανείς τα κείμενα του βλέπει ότι πολλές έννοιες που υπάρχουν μέσα στη Γραφή, μέσα στα ίδια τα γραφικά κείμενα τις ερμηνεύει με τη θεοπνευστία. Έχεις την εντύπωση ότι αυτά τα βιβλία έχουν γραφτεί όχι από ανθρώπινο χέρι, αλλά από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Προσωπικά τουλάχιστον, νιώθω δέος, μια θεία έκπληξη όταν διαβάζω τα κείμενα του Γέροντος, προπαντός στον τρόπο που αντιμετώπιζε κάποια χωρία της Γραφής. Συχνά έλεγα στον εαυτό μου: «μα γιατί εγώ δεν μπορούσα να το σκεφτώ έτσι;»
Αρχ.Ζ.: Ο λόγος του Θεού έχει μεγάλο βάθος. Όλοι συλλαμβάνουμε κατά το μέτρο της πίστεως και της ζωής που έχουμε κατά Θεόν. Ναι, ο Γέροντας πίστευε μάλιστα κάτι πολύ τολμηρό, το οποίο λέει στο βιβλίο του για τον άγιο Σιλουανό: «κι εάν όλες οι άγιες Γραφές χανόντουσαν, εξαφανίζοντο, μέσα στην Εκκλησία υπάρχει το βίωμα, υπάρχει η εμπειρία. Οι άγιοι της Εκκλησίας θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν πλήρως τις άγιες Γραφές. Ίσως όχι με την ίδια μορφή αλλά τις ίδιες αλήθειες. Διότι ο άγιος άνθρωπος έχει δει το φως του άνω κόσμου, έχει αρπαγεί στον άνω κόσμο και έχει δει, έστω και σε κλάσματα δευτερολέπτου, εκείνο το φως. Εκείνος ο άνθρωπος τότε γίνεται φορέας του λόγου του Θεού και νιώθει το λόγο του Θεού ως συγγενικό λόγο. Νιώθει το λόγο του Θεού ως οικείο. Αυτός ο λόγος εκπορεύεται από εκείνη τη ζωή στην οποία έχει αρπαγεί, στην οποία έχει μετατεθεί όλη του η ύπαρξη.
Κ.Ι.: Άλλωστε ο αιώνιος λόγος (η αλήθεια) είναι πάντοτε παρών.
Αρχ.Ζ.: Είναι ο Χριστός.
Κ.Ι.: Είναι όντως ο Χριστός. Επομένως, εμείς πηγαίνουμε προς το λόγο του Θεού και συχνά έρχεται και ο λόγος προς ημάς, νοουμένου
ότι προσφέρουμε το κατάλληλο δοχείο. Και ο Γέροντας ήταν ένα τέτοιο δοχείο της χάριτος και του λόγου του Θεού.
Αρχ.Ζ.: Είναι μεγάλο το θέμα του λόγου του Θεού. Ο Γέροντας πολλές φορές θεωρούσε σαν πνευματικό γεγονός το να ηχήσει ένα λόγο του Θεού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου.
Κ.Ι.: Βεβαίως.
Αρχ.Ζ.: Αυτή είναι η συνάντηση με το ζώντα Θεό, με το ζώντα Λόγο και Υιό του Θεού. Έλεγε, ότι αυτό είναι ένα γεγονός το οποίο δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Είναι ένα πραγματικό γεγονός. Όλοι οι προφήτες είχανε αυτήν την εμπειρία. Όταν ερχόντουσαν να μιλήσουν στους συγχρόνους τους, επειδή έπρεπε να εκφράσουν ένα γεγονός, το οποίο δεν εκφράζεται με ανθρώπινα λόγια, φαινόταν μειωμένο μπροστά στα μάτια των συγχρόνων τους. Ενώ ήταν γεγονός που γνώριζαν όλοι οι Ουρανοί, τόσο μεγάλο γεγονός. Γι' αυτό και η εμπειρία των προφητών, μπροστά στα μάτια των συγχρόνων τους, φαινόταν μειωμένη. Ακόμα και ο ίδιος ο Κύριος αναγκάστηκε να πει στους Εβραίους ότι «ό Πατήρ μου μείζων μού εστί». Όχι γιατί ήτανε μείζων ο Πατήρ Του, ήτανε ίσος με τον Πατέρα, αλλά εκείνη τη στιγμή αυτό μπορούσαν να καταλάβουν κι αυτό τους είπε.
Κ.Ι.: Πατέρα Ζαχαρία, σε αυτές τις συνάξεις που είχατε με το Γέροντα, μας δώσατε ήδη μια εικόνα του πως ο Γέροντας σας έλεγε κάποιες αλήθειες από το Χριστό, από τα άνω. Έχετε στη μνήμη σας κάποιες απ' αυτές τις ωραίες κουβέντες του Γέροντα;
Αρχ.Ζ.: Ο Γέροντας σε αυτές τις συνάξεις προσπαθούσε να δώσει μια θεωρία της πνευματικής ζωής, προπαντός για τους αρχαρίους (είχαμε μερικούς δοκίμους που ήρθανε όλοι μαζί και έκανε αυτές τις συνάξεις για να καταρτιστούνε οι δόκιμοι). Μιλούσε περισσότερο για τα πάθη, για τον καθαρισμό από τα πάθη, τις αμαρτίες, πώς ο άνθρωπος, δηλαδή «να ζήσει κάθε ημέραν αναμάρτητον», όπως έλεγε. Όπως λέμε στις προσευχές: «καταξίωσον Κύριε, εν τη ήμερα ταύτη άναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Ο αγώνας αυτός είναι συνεχής. Αν έχουμε σωστή θεωρία και φυλαχτούμε από την αμαρτία τότε νικήσαμε το θάνατο.
Κ.Ι.: Άλλωστε τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος. Όμως ο πατήρ Σωφρόνιος είχε πάντοτε την ανάγκη να ανεβάζει τους ανθρώπους στα ύψη στα οποία ζούσε ο ίδιος. Και βλέπω και από το βιβλίο το οποίο κυκλοφορήσατε με τη ζώσα διδασκαλία του Γέροντος την τρομακτική του ανάγκη, την υπαρξιακή ανάγκη, να σηκώσει τον άνθρωπο απ' αυτό το βάρος, από τη χονδρότητα της ύλης. Ήθελε να τον κάνει ει δυνατόν επίγειον άγγελο.
Αρχ.Ζ.: Αυτό όμως δεν γίνεται με λόγια. Ο Γέροντας σήκωνε όλους μας με τη δύναμη της προσευχής του. Αυτή είναι η προσευχή των αγίων. Επειδή οι άγιοι έχουν μέσα στην καρδιά τους όλον τον Αδάμ και προσεύχονται συνέχεια για όλο τον κόσμο και όταν του μιλάνε, ο κόσμος, αισθάνεται και αναγνωρίζει τους φίλους του Θεού, τους αγίους. Γι' αυτό, πολλές φορές, βλέπουμε με τρόπο πολύ εκπληκτικό να ευλαβούνται μερικοί άνθρωποι και να τιμώνται ως άγιοι, γιατί ο κόσμος έρχεται, αισθάνεται τη δύναμη της προσευχής που αυτοί οι άγιοι προσέφεραν στο Θεό υπέρ όλου του κόσμου. Είναι αυτό που ανεβάζει τους ανθρώπους κι εμείς οι απλοί άνθρωποι, αν προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλο, η κάθε συνάντηση που θα έχουμε μεταξύ μας θα μας ανεβάζει σε ανώτερο επίπεδο ζωής.
Κ.Ι.: Νοουμένου ότι είναι ο Χριστός ανάμεσα μας.
Αρχ.Ζ.: Ακριβώς.
Κ.Ι.: Και κοινωνούμε όλοι από το ίδιο Ποτήριον.
Αρχ.Ζ.: Συναντιόμαστε στο Όνομα Του και με την επίκληση του Ονόματος Του.
Κ.Ι.: Πατέρα Ζαχαρία, δύο λόγια ακόμη για το Γέροντα. Πόσο σας λείπει ο Γέροντας ύστερα από την εκδημία του;
Αρχ.Ζ.: Να σας πω. Δεν μας λείπει καθόλου.
Κ.Ι.: Αυτό ήθελα ν' ακούσω.
Αρχ.Ζ.: Έχουμε τον τάφο του εκεί στο μοναστήρι και η παρουσία του είναι ζωντανή. Επίσης και ο λόγος του είναι ζωντανός. Μας έχει μιλήσει από το Α έως Ω. Μας έχει μεταδώσει όλη τη γνώση που είχε για το Χριστό που είναι και το Α και το Ω.
Κ.Ι.: Ευχαριστώ όλως ιδιαιτέρως πατέρα Ζαχαρία γι' αυτήν την αναφορά στο μεγάλο Γέροντα Σωφρόνιο. Το θεωρώ ως μεγάλη ευλογία να σας έχουμε μαζί μας και να μας μιλάτε για τα στόματα αυτά του Θεού, για τους ακατάβλητους αγωνιστές της κατά Χριστόν ζωής, τα πρότυπα της Εκκλησίας μας, τα οποία, τόση μεγάλη ανάγκη έχει ο σημερινός κόσμος. Εύχομαι τα βιβλία του Γέροντος να είναι άρτος επιούσιος για τους πιστούς. Έχω προσέξει στα διάφορα ταξίδια μου στο εξωτερικό ότι το Γέροντα τον διαβάζουν και πολλοί ξένοι. Αυτό αποτελεί χαρμόσυνο είδηση για το σύνολο της Εκκλησίας.
 

Συνομιλητής: Ι Ιερομόναχος Παύλος,
Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού Θρόνου
διδάκτωρ της θεολογίας, συγγραφέας (κατά κόσμον Βενέδικτος Εγγλεζάκης)
Κ.Ι.: Πατέρα Παύλο1, ανήκετε στην αδελφότητα της ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου, στο Έσσεξ της Βρεττανίας. Ποια θα ήταν, τα ελάχιστα έστω, που θα μπορούσατε να μας πείτε για το Γέροντα Σωφρόνιο; Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι ελάχιστα μπορούν να ειπωθούν για το μεγάλο αυτό Γέροντα των ημερών μας, ώστε να μην προσκρούσουμε στη μεγάλη ταπείνωση του και να τον στενοχωρήσουμε. Γι' αυτό, μοιραία, θα περιοριστούμε στο συγγραφικό κυρίως έργο του.
Αρχ.Π.: Παλιός αγιορείτης ο Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Ρώσ-σος2, πνευματικός διαφόρων Μονών του Αγίου Όρους, λόγω σοβαρότατων προβλημάτων υγείας πήγε αργότερα στην Ευρώπη και, τελικά, κατέληξε στη Βρεττανία, όπου ίδρυσε την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Η Μονή βρίσκεται στο Έσσεξ, είναι πατριαρχική και σταυροπηγιακή Μονή και υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Πρόκειται για μια πολυεθνική Μονή θα έλεγα, στην οποία ασκούνται πατέρες από διάφορες εθνικότητες. Ο Γέρων Σωφρόνιος είναι ο κτίτωρ και ο προηγούμενος της Μονής.
Ο Γέρων Σωφρόνιος, ο οποίος είναι ο γηραιότερος πνευματικός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υπήρξε μαθητής του αγίου Σιλουανού για δέκα χρόνια και είναι ο συγγραφέας του πασίγνωστου και πολυμεταφρασμένου βιβλίου Ο Γέροντας Σιλουανός.
Είναι ίσως ο γνωστότερος στο δυτικό κόσμο Ορθόδοξος συγγραφέας. Τα βιβλία του είναι όλα Ορθόδοξης πνευματικότητας και έχουν μεταφραστεί σε κάπου δεκαέξι γλώσσες" όχι δε μόνο ευρωπαϊκές αλλά και άλλες γλώσσες, όπως η ιαπωνική, η κορεατική και άλλες παρόμοιες, γεγονός πολύ σπάνιο για Ορθόδοξους συγγραφείς.
Ένα κλασσικό βιβλίο, για την Αγγλία κυρίως και τη Γαλλία, είναι το βιβλίο του  Ηis life is mine,  δηλαδή, η ζωή του Χριστού είναι η δική μου ζωή. Με τον τίτλο Η ζωή Τον ζωή μου μεταφράστηκε στα ελληνικά. Πρόκειται για ένα βιβλίο, που προσπαθεί να διδάξει το δυτικό κυρίως άνθρωπο πώς να προσεύχεται και του παρουσιάζει, σε συντομία, τον τρόπο με τον οποίο βίωσαν την προσευχή οι Ορθόδοξοι στην Ανατολή από αιώνες τώρα. Το βιβλίο αυτό γνώρισε τεράστια εκδοτική επιτυχία μεταξύ των Γάλλων και Αγγλων ετεροδόξων, καθώς και στην Αμερική επίσης, ακριβώς διότι προσφέρει αυτό, που λείπει σήμερα από τη Δύση' τη γνώση της τέχνης αυτής των τεχνών, της προσευχής.
Το τελευταίο μεγάλο βιβλίο του Γέροντος Σωφρονίου, το οποίο θεωρήθηκε από τους κριτικούς επίσης κλασσικό έργο της Ορθόδοξης πνευματικότητας, είναι μια πνευματική αυτοβιογραφία του με τίτλο Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, στο οποίο περιγράφει, όχι τα εξωτερικά γεγονότα της πολύ μακράς ζωής του, αλλά την πνευματική του εμπειρία. Πώς μέσα από τη μετάνοια έφτασε να εγκαταλείψει το Παρίσι, όπου στις αρχές του αιώνα μας ήταν ένας από τους μεγάλους Ρώσσους ζωγράφους του Παρισιού, όπου εξέθετε έργα του στις μεγαλύτερες γκαλερί και να φύγει για το Άγιον Όρος, όπου έμεινε δέκα χρόνια στη ρωσσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος ως υποτακτικός του αγίου Σιλουανού και μετά, για άλλα δέκα χρόνια, στα Καρούλια ως σπηλαιώτης ερημίτης. Σ' αυτό, λοιπόν, το βιβλίο, περιγράφει πώς μέσα από την μετάνοια μπόρεσε ο ίδιος -άρα μπορεί και ο κάθε άνθρωπος-να φτάσει στη γνώση του Θεού.
Μου είναι δύσκολο να επαινώ τον ιδρυτή της Μονής, στην οποία ανήκω, διότι, άλλωστε, αυτό δεν σημαίνει και τίποτε" ποιος είμαι εγώ, για να μιλήσω για εκείνον;
Ο πατήρ Σωφρόνιος θεωρείται από το Άγιον Όρος, που είναι το ιδεωδέστερο κριτήριο, ως, αν όχι ο μεγαλύτερος Γέροντας, που ζει σήμερα στην Ορθοδοξία, πάντως ένας από τους τρεις μεγαλύτερους εν ζωή.
Πού βρίσκεται η αξία αυτών των ανθρώπων; Είναι οι άνθρωποι εκείνοι, οι οποίοι αποδεικνύουν, ότι ο Χριστιανισμός είναι αληθινός και ότι μπορεί να βιωθεί. Είναι ανάγκη να το δούμε αυτό, όσοι πιστεύουμε, διότι συνήθως βλέπουμε ότι δυσκολεύονται οι γύρω μας κι εμείς οι ίδιοι, να βιώσουμε το Χριστιανισμό. Και σε στιγμές αγωνίας ή μεγάλου αγώνα διερωτάται ο άνθρωπος; «Είναι δυνατό να εφαρμοστούν τα λόγια του Χριστού;»
Αυτοί λοπόν, οι άνθρωποι, όπως ο πατήρ Σωφρόνιος, ο πατήρ Πορφύριος και οι άλλοι που ανέφερα, μας αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι βιώσιμο το Ευαγγέλιο και ότι, αφού εκείνοι το πέτυχαν αυτό, όλοι μπορούμε να το επιτύχουμε, όλοι είμαστε ικανοί να το επιτύχουμε.
Τί ζητεί ο άνθρωπος από την Εκκλησία; Εγώ εργάστηκα για χρόνια, και στην Κύπρο και αλλού, μέσα στην Εκκλησία. Ο άνθρωπος
δεν ζητεί πλέον τόσο πολύ τη φιλανθρωπία ή τις άλλες μορφές βοήθειας που η Εκκλησία προσέφερε στους ανθρώπους στη διάρκεια του Μεσαίωνα ή της Τουρκοκρατίας.
Αυτό που αναζητεί ο σημερινός άνθρωπος είναι η πνευματικότητα" πώς να προσευχηθεί, πώς να επικοινωνήσει με το Θεό, απάντηση στο ερώτημα του αν υπάρχει Θεός, πώς υπάρχει, αν κανείς φαίνεται να έχει βιώσει τα λόγια Του, αν τον γνωρίζει προσωπικά, άμεσα. Γι' αυτό η μαρτυρία των μεγάλων αυτών Γερόντων είναι αναντικατάστατη, διότι ουδείς λόγος μπορεί ν' αντικαταστήσει μια ζωή.

1. Ο αρχιμανδρίτης Παύλος εξεδήμησε προς Κύριον στις 13.11.1992, σε ηλικία 45 ετών. Η συνομιλία αυτή ηχογραφήθηκε λίγο καιρό πριν από την κοίμηση του.
2. Ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σαχάρωφ) γεννήθηκε, όπως διαβάζουμε στα βιογραφικά του, το 1896 στη Μόσχα. Σπούδασε στην Κρατική Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας κι επιδόθηκε στη ζωγραφική. Μετά από μικρή περίοδο σπουδών στο Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι, αναχώρησε, το 1925, για το Άγιον Όρος κι εγκαταβίωσε στην ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Εκεί γνωρίστηκε και συνδέθηκε στενά με τον άγιο Σιλουα-νό, πλησίον του οποίου έμεινε μέχρι την τελευτή του. Ακολούθως, αφού έλαβε την ευλογία του Ηγουμένου και των Γερόντων της Μονής, αποσύρθηκε στην έρημο του Αγίου Όρους, όπου διακονούσε ως πνευματικός των ιερών Μονών Αγίου Παύλου, Οσίου Γρηγορίου, Οσίου Σίμωνος Πέτρας και Οσίου Ξενοφώντος, καθώς και πολλών άλλων κελλιών και ασκητών. Το 1948 εξέδωσε στη Γαλλία τα χειρόγραφα, τα οποία του είχε παραδώσει ο άγιος Σιλουανός, επισυνάπτοντας εκτενή ανάλυση της διδασκαλίας, καθώς και μερικά βιογραφικά στοιχεία του αγίου. Από το 1959 εγκαταβίωσε στην ιερά πατριαρχική και σταυροπηγιακή Μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας, της οποίας υπήρξε ιδρυτής, κτίτωρ και πνευματικός πατέρας. Εξεδήμησε προς Κύριον το 1993.
 

Συνομιλητής: Γιώργος Δημητρίου
Κ.Ι.: Η Ορθοδοξία γνώρισε στη διάρκεια των αιώνων πολύ σημαντικές μορφές, άγιες μορφές. Γέροντες, όπως και ομολογητές της πίστεως, οσίους, μάρτυρες και άλλες εκπληκτικά άγιες μορφές οι οποίες ανεβάζουν το Ορθόδοξο ήθος και το Ορθόδοξο πνεύμα στον ουρανό. Η μορφή του Γέροντος Σωφρονίου στάθηκε μοναδική, όπως και του Γέροντος Πορφυρίου. Έχουμε την αγαθή τύχη να έχουμε μαζί μας σήμερα, ένα συμπατριώτη μας, τον κύριο Γιώργο Δημητρίου, ο οποίος θα μας δώσει τη μαρτυρία του για το Γέροντα Σωφρόνιο (στάρετς), ο οποίος με τα βιβλία του και με τις εκλάμψεις του Αγίου Πνεύματος έχει δώσει την Ορθόδοξη κατάθεση του Θεού στο σημερινό κόσμο της Δύσεως. Τα βιβλία του έχουν βοηθήσει πολλούς Δυτικούς στο να έρθουν κοντά στην Ορθοδοξία, την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Γ.Δ.: Το Γέροντα Σωφρόνιο τον γνώρισα, γιατί ο πνευματικός μου πατέρας, ο πατήρ Χερουβείμ, ηγούμενος και ιδρυτής της Μονής του Παρακλήτου στον Ωρωπό της Αττικής, ήτανε παλιός του φίλος. Ζούσανε μαζί όταν ο πατήρ Σωφρόνιος απεσύρθη από τη μονή του Αγίου Παντελεήμονα και ζούσε στην έρημο, όπου διακονούσε ως πνευματικός των ασκητών της ερήμου. Επειδή ταξίδευα τακτικά στο Λονδίνο, ο μακαριστός Γέρων Χερουβείμ μου είπε: «Κύριε Δημητρίου, δεν πας να πάρεις και την ευχή του πατρός Σωφρονίου και να τον γνωρίσεις;». Τότε είχα διαβάσει το βιβλίο του Ο Γέρων Σιλουανός, που είχε μεταφραστεί στα Ελληνικά. Πήγα στο Έσσεξ, αφού είχα τηλεφωνηθεί μαζί του και με δέχθηκε σε ένα πολύ σεμνό και απλό γραφείο. Ο τοίχος του γραφείου αυτού ήταν ζωγραφισμένος από τον πατέρα Σωφρόνιο, ο οποίος ήταν και άριστος ζωγράφος.
Κ.Ι.: Βέβαια. Ξεκίνησε ως ζωγράφος στη Γαλλία.
Γ.Δ.: Κάθησα κοντά του για μία ώρα. Κι επειδή πήγαινα σταλμένος από πνευματικό του αδελφό ξανοίχτηκα μαζί του. Μου μίλησε αρκετά και οικοδομήθηκα πάρα πολύ. Είχα την τύχη να τον ξαναδώ πριν μερικά χρόνια. Πήγα πάλι με ένα φίλο μου, ο οποίος ήτανε κι αυτός από τα πνευματικά τέκνα του πατρός Πορφυρίου. Πήγαμε στο Έσσεξ. Τότε θυμήθηκα μια ιστορία που μου έλεγε ο πατήρ Χερουβείμ γι' αυτόν τον άγιο άνθρωπο, ο οποίος φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα. Τα έργα του, όποιος τα διαβάσει καταλαβαίνει ότι είναι γεμάτα αποκάλυψη.
Κ.Ι.: Φως. Διανοίγουν το νου.
Γ.Δ.: Αισθάνεται ο άνθρωπος που τα διαβάζει ότι δεν προέρχονται τα γραφόμενα από άνθρωπο.
Κ.Ι.: Θυμίζουν εκείνο που έγινε στην Καινή Διαθήκη με το Χριστό και τους μαθητές Του. «Διήνοιξε αυτών τόν νουν τοϋ συνιέναι τάς Γραφάς». Όταν διαβάζω τα βιβλία του Γέροντος Σωφρονίου μου συμβαίνει αυτό το πράγμα. Φωτίζει τη Γραφή με τέτοιο τρόπο που λες, εδώ ομιλεί το Άγιο Πνεύμα.
Γ.Δ.: Αισθάνεσαι ότι είναι κάτι διαφορετικό από το κοινό γράψιμο.
Κ.Ι.: Οπωσδήποτε.
Γ.Δ.: Εκεί, λοιπόν, θυμήθηκα τι μου έλεγε ο μακαριστός Χερουβείμ. Κάτι που ήξερε και δεν ήθελε ν' αποκαλυφθεί προτού πεθάνει ο ίδιος ο Χερουβείμ.
Κ.Ι.: Δηλαδή;
Γ.Δ.: Αυτό που μου είχε αποκαλύψει ο πατήρ Χερουβείμ ήταν ότι ο πατήρ Σωφρόνιος προσευχόταν με το «Πάτερ ημών». Στεκόταν κι έβλεπε την ανατολή, ξεκινώντας από το βράδυ και σηκώνοντας τα χέρια του στον ουρανό. Έλεγε τόσο αργά την κάθε λέξη, ώστε να συνειδητοποιεί την κάθε σχέση του με τον Πατέρα. Συνέχιζε την προσευχή μέχρι να τελειώσει το «Πάτερ ημών» την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος το πρωί. Από το βράδυ μέχρι το πρωί. Έμενε σε μία στάση προσευχής ακίνητος μέχρι πρωίας.
Κ.Ι.: Με τα χέρια υψωμένα;
Γ.Δ.: Με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό. Τα κατέβαζε το πρωί.
Κ.Ι.: Μοναδικό.
Γ.Δ.: Ήταν πολύ συγκινητικό. Μου είπε και μία ιστορία του, την οποία ιστορία είπα στο Γέροντα, στη δεύτερη μου επίσκεψη, όταν του πήρα και τα χαιρετίσματα από το Γέροντα Πορφύριο. Του είπα: «Γέροντα, άκουσα μια ιστορία για σας. Ότι χαρίσατε όλα τα υπάρχοντα σας και το μόνο που σας έμεινε να χαρίσετε ήταν μία τρύπια φανέλα. Όταν τη χαρίσατε κι αυτήν τη φανέλα, τη χαρίσατε σε έναν οδοιπόρο, ένα ζητιάνο οδοιπόρο του Αγίου Όρους». «Ναι, ρε αδελφέ, σωστά σου τα είπε ο μακαριστός Γέροντας. Κάτι δεν σου είπε». Και μου λέει: «Και αυτός το πρωί την πέταξε και την ξαναβρήκα, γιατί, ντρεπόταν να φορέσει τη φανέλα αυτή». Ήταν τόση η απλότητα του Γέροντα και η σοφία του. Γνώριζα ότι ευρισκόταν σε πνευματική επαφή με τον πατέρα Πορφύριο. Συναντιότουσαν πνευματικά στην προσευχή, χωρίς να επισκεφθεί ο ένας τον άλλο. Πάντοτε ένωναν τις δυνάμεις τους για να βοηθήσουν τον άνθρωπο.
Κ.Ι.: Πώς το ξέρουμε ότι συμπροσεύχονταν και συναντιόντουσαν στις προσευχές τους; Αυτό είναι ορθολογιστικό που σας ρωτώ κ. Δημητρίου. Είναι ο ρόλος μου.
Γ.Δ.: Σωστό. Είχαν αλληλοπροσκληθεί για να επισκεφθεί ο ένας τον άλλο. Φαίνεται, ότι είχαν πολλά πράγματα να πούνε μεταξύ τους. Αλλά, στον πνευματικό χώρο όπου οι άγιοι άνθρωποι δεν περιορίζονται ούτε από τον τόπο, ούτε από το χρόνο και λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι, οι άνθρωποι αυτοί διά Πνεύματος Αγίου είχαν επαφή στην προσευχή τους. Γνωρίζανε, και γινόντουσαν ο ένας κοινωνός των προβλημάτων του άλλου κι αυτό χωρίς να μεσολαβήσει τρίτο πρόσωπο ή άλλος τρόπος επικοινωνίας.
Κ.Ι.: Προσωπικά είχα την ευκαιρία να γνωρίσω για μία φορά τον πατέρα Σωφρόνιο. Διαρκώς ήθελε τη συζήτηση να βρίσκεται στα υψηλά, στη θεολογία του προσώπου. Δεν θα ξεχάσω κάτι που μας είπε για τον άγιο Σιλουανό. Δεν προσευχόταν μόνο για τους ζώντες αλλά και για τους κεκοιμημένους, για το σύνολο του ανθρωπίνου γένους. Ήθελε να σωθεί ο Αδάμ παγγενής. Η αίσθηση που μου άφησε ο πατήρ Σωφρόνιος είναι εκείνο που λέει ο Χριστός για τα παιδιά: «αυτών γάρ εστί ή βασιλεία των ουρανών». Μολονότι βρισκόταν στα 96 του χρόνια ένιωθες ότι είχες να κάνεις με ένα νήπιο του Θεού, με ένα παιδί. Στις 1-2 ώρες που μείναμε μαζί, κρατούσα τα χέρια του, όπως κρατάς τα χέρια ενός μικρού παιδιού. Είχα την ανάγκη να τον αγκαλιάσω και να τον ασπασθώ όπως αγκαλιάζει κανείς το μωρό του ή το εγγονάκι του. Είχα την αίσθηση ότι πρόκειται περί παιδιού της Βασιλείας.
 
 
Συνομιλητής: Γεώργιος Γαλίτης,
Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Κ.Ι.: Θεωρώ ως μια από τις σημαντικότερες, από πνευματικής σκοπιάς, ημέρες της ζωής μου την ημέρα, που συνάντησα στο Έσσεξ της Αγγλίας το μεγάλο Γέροντα του αιώνα μας αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο.
Γ.Γ.: Ο Γέρων Σωφρόνιος ήταν πολύ ακμαίος ψυχικά. Κι όποιος βρέθηκε μαζί του, είχε την ίδια αίσθηση για την αγιότητα του, που είχε και για το Γέροντα Πορφύριο.
Εδώ δεν έχουμε την περίπτωση του απλοϊκού αγίου, αλλά του λογίου αγίου. Ο άγιος Σπυρίδων ήταν ο απλοϊκός άγιος, ενώ ο Μέγας Βασίλειος ήταν ο λόγιος άγιος. Μέσα στην Εκκλησία έχουμε την ποικιλία των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, όπως έχουμε την ποικιλία των δοχείων του Αγίου Πνεύματος.
Ο Γέρων Σωφρόνιος ήταν βαθύς θεολόγος και συγγραφέας. Κι είχα τη μεγάλη ευλογία να τον γνωρίσω για είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια. Τα συγγράμματα του είναι βαθύτατα και πολύ σημαντικά, τόσο από θεολογικής, επιστημονικής, ας το πω έτσι πλευράς, όσο και κυρίως, από πλευράς εμπειριών και εκφράσεως του φρονήματος της Εκκλησίας.
Ο Γέρων Σωφρόνιος ήταν από τους ανθρώπους, που έχουν εμπειρίες και πάσχουν τα θεία. Αυτοί οι άνθρωποι συνήθως δεν γράφουν τις εμπειρίες τους τις πνευματικές, τις εμπειρίες της θεώσεως. Ο πρώτος, που τόλμησε να γράψει αυτές τις εμπειρίες του καθαρά, ήταν ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος1. Πολύ σπάνια, όμως, έχουμε ανθρώπους, που να γράφουν αμέσως τις εμπειρίες τους. Μπορεί να τις περιγράφουν, ότι δήθεν ανήκουν σε κάποιο άλλο άνθρωπο, αλλά και πάλι με πολλή-φειδώ.
Στο τελευταίο του βιβλίο, το τιτλοφορούμενο Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί και που είναι το κύκνειο του άσμα, μεταξύ των άλλων πνευματικών δωρεών, που δίνει ο Γέρων Σωφρόνιος στους Ορθοδόξους, γράφει και τέτοιες εμπειρίες του.
Κ.Ι.: Είναι, όντως, πολύ εξομολογητικός στο βιβλίο του αυτό.
Γ.Γ.: Το βιβλίο αυτό είναι ένας καθρέφτης της ψυχής του.
Θυμάμαι κάποτε, κάνοντας περιπάτους στο μοναστήρι του στο Έσσεξ -μέχρι πριν από μερικά χρόνια ο Γέρων Σωφρόνιος, παρά τις πολλές δεκαετίες των ετών που είχε στην πλάτη του, μπορούσε και περπατούσε άνετα- του είπα:
-Γέροντα, εσείς έχετε κάνει τόσα χρόνια αναχωρητής και άλλα τόσα χρόνια πνευματικός των ασκητών του Αγίου Όρους. Έχετε γράψει για το άκτιστο φως, για τις πνευματικές αυτές εμπειρίες. Έχετε συναντήσει ανθρώπους, οι οποίοι έχουν γνωρίσει, έχουν δει αυτό το άκτιστο φως;
Η απάντηση του ήταν:
-Επτά ανθρώπους.
Τον ρώτησα στη συνέχεια, αν οι άνθρωποι εκείνοι γνώριζαν τι είναι το άκτιστο φως. Μου απάντησε ότι μόνο δύο γνώριζαν. Και μου εξήγησε:
-Υπήρχαν πολλοί, που γνώριζαν τι είναι το άκτιστο φως, τι είναι αυτές οι εμπειρίες της θέωσης κι έρχονταν και μου έλεγαν: «Είχα αυτή κι αυτή την αίσθηση, είχα αυτή την εμπειρία. Μήπως είναι το άκτιστο φως;» «Όχι», τους έλεγα. Άλλοι, όμως, απλοϊκοί άνθρωποι έρχονταν και μου έλεγαν: «Μου συνέβη αυτή η συγκλονιστική εμπειρία. Τι πράγμα ήταν αυτό;» Τους εξηγούσα τότε τι ήταν.
Μπορούμε, επομένως, να καταλάβουμε ότι, για να μπορέσει ο θείος αυτός άνθρωπος να τα ξεχωρίσει, θα πρέπει να ήταν ο ένας από τους δύο ανθρώπους, που μου είπε πως γνώριζαν ότι επρόκειτο περί του ακτίστου φωτός. Πρέπει ο ίδιος να τα είχε βιώσει, για να μπορούσε να κρίνει.
Ο Γέρων Σωφρόνιος, υπήρξε πράγματι, ο θεολόγος της εποχής μας. Δεν έχουν πολλοί άγιοι τον τίτλο του θεολόγου. Είναι ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Δεν είναι απαραίτητο, φυσικά, να είναι κάποιος Θεολόγος -με την έννοια που το λέμε εδώ, είναι θεολόγοι, διότι, όπως λέγει ο όσιος Νείλος, «εί αληθώς προσεύχει, θεολόγος ει καί ει θεολόγος ει, προσεύχει αληθώς». Διότι οι άνθρωποι αυτοί με τη νοερά προσευχή, με την αδιάλειπτη προσευχή, είναι, κατά συνέπεια, οι άνθρωποι της θεολογίας, αλλά και της θεογνωσίας.
Κ.Ι.: Αυτός άλλωστε δεν είναι ο στόχος κάθε ανθρώπου; Να γνωρίσει τα μυστήρια της θεότητος;
Γ.Γ.: Να μας αποκαλύψει ο Θεός τα μυστήρια. Διότι μόνοι μας, χωρίς τη χάρη του Θεού, δεν κάνουμε τίποτε. Ο Απόστολος Παύλος λέει στην προς Φιλιππησίους επιστολή του: «...διώκω δέ ει καί καταλάβω, έφ ώ καί κατελήφθην ύπό του Χριστού Ίησοΰ».
Είχα ένα φοιτητή κάποτε, ο οποίος στο σημείο εκείνο, που έγραφε «θρήσκευμα» έγραφε άθεος. Το κουβέντιασα μαζί του και μου είπε: «Γράφτηκα στη θεολογική σχολή, για να βρω το Θεό. Αφού, όμως, δεν τον έχω βρει ακόμη, δηλώνω άθεος». Του είπα τότε: «Το ότι κυνηγάς να βρεις το Θεό, σημαίνει ότι ο Θεός σε κυνηγά». «Τό έλεος σου, Κύριε, καταδιώξει με πάσας τάς ημέρας της ζωής μου». Νομίζουμε ότι κυνηγούμε το Θεό, ενώ είναι ο Θεός που μας κυνηγά. Και πρέπει ν' αφήνουμε τον εαυτό μας να συλληφθεί από το Θεό.
Κ.Ι.: Είναι ωραίες αυτές οι παρενθέσεις, κύριε Γαλίτη, διότι μας βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα αυτά, για τα οποία μιλούμε.
Επανερχόμενος στο Γέροντα Σωφρόνιο θα έλεγα αυτό, που πολλές φορές έχω πει, διότι το θεωρώ ως μία από τις σημαντικότερες και συγκινητικότερες εμπειρίες μου. Στη διάρκεια της μιάμιση περίπου ώρας, που πέρασα με το Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ το 1991, κρατούσαμε συνεχώς ο ένας τα χέρια του άλλου κι είχα την επιθυμία να τον αγκαλιάσω και να τον φιλήσω, όπως ακριβώς αγκαλιάζουμε και φιλούμε ένα μικρό παιδάκι.
Γ.Γ.: Αυτό, ακριβώς, που είπατε για τα χέρια, και μ' εμένα πολλές φορές έχει συμβεί.
Συμπερασματικά θα έλεγα ότι οι σύγχρονοι άγιοι, όπως και οι άγιοι διαχρονικώς, είναι άνθρωποι σαν κι εμάς. Ένας άνθρωπος, που δεν έχει την εμπειρία των αγίων, μπορεί να τους φαντάζεται κατσούφηδες, καταθλιπτικούς, απόμακρους. Όχι, δεν είναι τίποτε απ' όλα αυτά. Οι άγιοι είναι κεχαριτωμενοι και η αναστροφή μαζί τους σου δίνει την αίσθηση της ηρεμίας, της χαράς, της πληρότητας.
Θυμάστε, μετά την πορεία τους προς Εμμαούς ύστερα από την Ανάσταση οι μαθητές του Χριστού, όταν Εκείνος έγινε άφαντος και κουβέντιαζαν, έλεγαν ότι «ή καρδία ημών καιομένη ην εν ήμϊν». Αυτή είναι η αίσθηση της παρουσίας του Χριστού. Και μέσα απ' αυτούς τους αγίους Γέροντες αισθανόμαστε την παρουσία του Χριστού.
Κ.Ι.: Μια άλλη εμπειρία μου από εκείνη τη συνάντηση με το Γέροντα Σωφρόνιο είναι ότι, στη μιάμιση ώρα που μείναμε μαζί, επέμενε να κρατά τη συνομιλία μας στο υποστασιακό επίπεδο, δηλαδή εκείνο της θεολογίας του προσώπου. Κι ενώ ήσαν παρόντα άλλα τέσσερα πρόσωπα, με τα οποία πήγαμε εκεί και που δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν και να κατανοήσουν το θέμα της συζήτησης και υπέβαλλαν ερωτήματα για απλούστερα θέματα, ο Γέρων Σωφρόνιος δεν δεχόταν να κατεβάσει το επίπεδο της συζήτησης.
Γ.Γ.: Πραγματικά, αυτό διέκρινε το Γέροντα Σωφρόνιο και θα σας πω και γι' αυτό το θέμα κάποιες προσωπικές εμπειρίες μου.
Πολλές φορές πήγα στο μοναστήρι του Γέροντα, ευρισκόμενος
στην Αγγλία υπό την ιδιότητα μου ως μέλους της επιτροπής διαλόγου με τους Αγγλικανούς. Οι συνεδρίες αυτής της επιτροπής γίνονταν τον ένα χρόνο σε Ορθόδοξη χώρα και τον άλλο στην Αγγλία. Έτσι, τουλάχιστον κάθε δύο χρόνια, είχα την ευκαιρία να επισκέπτομαι το Γέροντα Σωφρόνιο, και πριν από την σύναξη με τους Αγγλικανούς και μετά.
Πάντοτε, λοιπόν, ήθελε να του λέω λεπτομέρειες για τα θεολογικά θέματα, τα οποία συνεζητούντο. Καλούσε μάλιστα όλους τους μοναχούς εκεί, για ν' ακούσουν και να μετάσχουν στη συζήτηση. Και έχει μείνει πολύ έντονη μέσα μου η ανάμνηση από το ύψος εκείνων των συζητήσεων, πόσο ψηλά ανέβαζε τη συζήτηση ο Γέροντας. Και με πόση χαρά κουβέντιαζε τα θεολογικά αυτά θέματα, τα οποία στην ουσία είναι τα μεγαλεία της βασιλείας του Θεού, διότι αυτή είναι η πραγματική θεολογία.
Κ.Ι.: Κύριε Γαλίτη, μιλούσατε μαζί του για τον άγιο Σιλουανό;
Γ.Γ.: Βεβαίως. Ο άγιος Σιλουανός ήταν πάντοτε το υπόδειγμα και το πρότυπο του και ο προστάτης άγιος του. Τα πάντα ήταν σ' αναφορά μ' αυτόν. Καταλάβαινες ότι, όπως εμείς δεν έχουμε ύπαρξη χωρίς το φυσικό, το βιολογικό πατέρα μας, στον οποίο οφείλουμε -όπως και στη μητέρα μας- τη φυσική ύπαρξη μας, έτσι κι ο Γέρων Σωφρόνιος ένιωθε ότι όφειλε την πνευματική του ύπαρξη στον άγιο Σιλουανό.
Κ.Ι.: Όπως γράφει στο βιβλίο του Ο Γέροντας Σιλουανός του Ά-θω, «κατά τα τελευταία έτη της ζωής του Γέροντα», δηλαδή του αγίου Σιλουανού, «από το 1931 μέχρι την τελευταία του ημέρα, 11/24 Σε-πτεμβρίου 1938, συνέβη να ήμαστε στο διάστημα αυτό ο πιο κοντινός του άνθρωπος».
Γ.Γ.: Πριν ακόμη ανακηρυχθεί άγιος το 1989 ο Αγιος Σιλουανός2, ο Γέρων Σωφρόνιος τον αποκαλούσε άγιο. Στο ναό, που έκτισε και στον οποίο ζωγράφισε τον Άγιο Σιλουανό, τον ζωγράφισε με φωτοστέ-φανα. Όταν το είδα, του είπα: «Βάλατε φωτοστέφανο στο Γέροντα Σι-λουανό;». Χαμογέλασε και δεν είπε τίποτε. Προείδε και την επίσημη ανακήρυξη του Γέροντα Σιλουανού σε άγιο.
Κ.Ι.: Μας έλεγε ο Γέρων Σωφρόνιος ότι ο άγιος Σιλουανός προσευχόταν «διά παγγενή τόν 'Αδάμ»" αυτή τη φράση χρησιμοποίησε3. Και μας εξήγησε ότι προσευχόταν για όλους τους κεκοιμημένους -για όλους, δηλαδή, τους ανθρώπους, που έζησαν πάνω στη γη από καταβολής κόσμου- για όλους τους ζώντες και για όλους όσους θα γεννηθούν έως της συντέλειας του αιώνος. Πώς αποκτάται, κύριε Γαλίτη, αυτή η συνείδηση της ενότητας των πάντων και πώς τη βιώνουν αυτοί ο άγιοι άνθρωποι μέσα στην προσευχή τους;
Γ.Γ.: Αυτό είναι χαρακτηριστικό της Ορθοδοξίας. Στην Ορθοδοξία αγιάζονται τα σύμπαντα. Η ενότης της Κτίσεως είναι βασικό χαρακτηριστικό της Ορθοδοξίας. Συνεπώς δεν χρειάζεται ένας τίποτε άλλο από το να βιώνει την Ορθοδοξία, για να έχει αυτή την αίσθηση. Βέβαια, απ' εκεί και πέρα υπάρχουν οι βαθμοί αυτής της βιώσεως. Ο Γέρων Ιουστίνος Πόποβιτς ζητούσε απ' όλη την Κτίση να τον ελεήσει. Κι ο απόστολος Παύλος τι μας λέει στην προς Ρωμαίους επιστολή του; «Ή γάρ άποκαραδοκία της Κτίσεως τήν άποκάλυψιν των υιών τοΰ Θεοϋ άπεκδέχεται». Δηλαδή, όλη η Κτίση, και η άψυχη ακόμη, περιμένει με πόθο την ένδοξη φανέρωση, τη σωτηρία, των παιδιών του Θεού. Όπως ο Αδάμ, με την πτώση του, συμπαρέσυρε όλη την Κτίση, η οποία συστενάζει και συνοδύνει μαζί με τον άνθρωπο, τώρα η Κτίση περιμένει την ελευθερία των τέκνων του Θεού στη μέλλουσα ζωή, όπου τα πάντα θα είναι «καλά λίαν», όπως βγήκαν από το χέρι του Θεού.
Κ.Ι.: Πώς θα θέλατε να κλείσετε αυτή τη συνομιλία μας, κύριε Γαλίτη;
Γ.Γ.: Θα ήθελα να πω ότι πρέπει να έχουμε ζωντανή την παρουσία των αγίων, να τους θυμόμαστε και πάντα να τους έχουμε μπροστά μας, ως υπόδειγμα, ως μπροστάρηδες στην πορεία μας προς την άνω Ιερουσαλήμ. Μπροστά η Παναγία κι όλοι οι άγιοι κι εμείς ν' ακολουθούμε το «περικείμενον ήμΐν νέφος μαρτύρων», όπως γράφει ο απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του, βαδίζοντας το δρόμο, που εκείνοι μας δείχνουν και παρακαλώντας τους να πρεσβεύουν για τις ανάγκες μας.
1. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος έζησε από το 949/950 μέχρι το 1022 μ.Χ. Αν και δεν είχε τις θύραθεν γνώσεις, με τη δύναμη της θείας χάριτος θεολόγησε κατά τρόπο μοναδικό κι ανεπανάληπτο, ερμηνεύοντας εν πνευματι και αλήθεια το θείο λόγο.
2. Η μνήμη του αγίου Σιλουανού (1866-1938) επιτελείται στις 24 Σεπτεμβρίου.
3. Ο Γέρων Σωφρόνιος ομιλούσε και την ελληνική γλώσσα.
 
 
Συνομιλητής: Στυλιανός Παπαδόπουλος,
Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συγγραφέας
Κ.Ι.: Μια σύντομη, αλλά περιεκτική και σημαντική μαρτυρία για το Γέροντα Σωφρόνιο της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Έσ-σεξ της Αγγλίας έχουμε από τον Καθηγητή κ. Στυλιανό Παπαδόπουλο.
Στ.Π.: Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης και ο Γέρων Πορφύριος, για τους οποίους μιλήσαμε προηγουμένως, δεν υπήρξαν θεολόγοι, με τη στενή έννοια της λέξης και δεν δοκίμασαν να εμφανιστούν στη ζωή τους ως θεολόγοι. Δεν μίλησαν δηλαδή για προβλήματα και για θέματα με σκοπό η λύση αυτή να μείνει στη ζωή της Εκκλησίας ως πρωτότυπη, ως παραδειγματική. Είπαν κι οι δύο πολλά και σπουδαία πράγματα. Αλλά είχαν πάντοτε την εντύπωση πως απλώς έλεγαν ό,τι βίωναν στη ζωή, στην παράδοση της Εκκλησίας.
Είναι, όμως, κάποιοι άλλοι Γέροντες, οι οποίοι έχουν την αίσθηση ότι πρέπει να γράψουν πια το κείμενο τους' οι απαντήσεις που δίνουν στα προβλήματα, να μείνουν παραδειγματικές. Σ' αυτές τις περιπτώσεις μπορούμε ν' αναζητήσουμε συνείδηση στον ίδιο το Γέροντα ότι εργάστηκε, αναλογίστηκε, μελέτησε, προσευχήθηκε στο Θεό κι έγραψε την απάντηση στο άλφα ή το βήτα πρόβλημα.
Κ.Ι.: Έτσι και ο Γέρων Σωφρόνιος του 'Εσσεξ θεολογεί μέσα από την εμπειρία του ακτίστου φωτός. Είναι ο λόγιος Γέρων.
Στ.Π.: Ακριβώς έτσι.
Όσο τον γνώρισα -και πιστεύω ότι είναι ασφαλώς έτσι- μπορώ να πω ότι ήταν ένας όσιος άνδρας, ο οποίος είχε και το χάρισμα του θεολογείν. Τι εν συνεχεία θα δείξει ο Θεός, είναι ένα θέμα, στο οποίο εμείς δεν πρέπει να υπεισέλθουμε.
Ο Γέρων Σωφρόνιος ήταν μία χαριτωμένη φυσιογνωμία, ένα πρόσωπο ιερό, χαρισματούχο, γεγονός το οποίο φαίνεται στην ίδια τη φυσιογνωμία του, στον τρόπο με τον οποίο καθοδηγούσε, κατηύθυνε και προσευχόταν.
Κ.Ι.: Έχω την εντύπωση ότι το τελευταίο του βιβλίο, το τιτλοφορούμενο Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί είναι από τα συγκλονιστικότερα κείμενα του αιώνα μας.
Στ.Π.: Δεν μπορώ εύκολα να κρίνω κείμενα, τα οποία έχουν προέλθει με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος. Φρονώ, λοιπόν, ταπεινότατα ότι το έργο αυτό δεν εξήλθεν άνευ Πνεύματος Αγίου.
Κ.Ι.: Αυτό τα λέει όλα, κύριε Παπαδόπουλε.
Δίνουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γέροντος Σωφρονίου Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί. Ομιλεί περί του ακτίστου φωτός.
«Διάφοροι περιστάσεις ήνάγκασαν έμέ νά αναχωρήσω εκ τοΰ Αγίου Όρους. Έν Ευρώπη έστερήθην βαθμηδόν πολλών έξ εκείνων, διά των οποίων ήτο πεπληρωμένη ή ζωή μου έν τω 'Άθω. Ή διακονία των ανθρώπων, ώς δεικνύει ή πείρα, συνδέεται μετά της άναγκαιότητος νά είσέρχηται τις είς τάς θλίψεις, τά παθήματα, τόν αγώνα κατά των παθών, καί λίαν συχνάκις είς τάς στοιχειώδεις αυτών άνάγκας. Δυστυχώς, τοΰτο δέν βοηθεΐ νά παραμένη τις έν τη θεωρία καί τη ησυχαστική προσευχή. Ή ροή τών γεγονότων δεικνύει μετά πειστικότητος δτι ή επιστροφή μου είς τόν κόσμον ήτο θέλημα "Ανωθεν. 'Αλλά καί έν τη περιπτώσει ταύτη δέν παύω νά θλίβωμαι διά τήν άπώλειαν εκείνων τών δωρεών, τάς οποίας έξέχεεν έπ' έμέ ό Κύριος πέραν τών προσδοκιών μου.
Ή ενέργεια τοΰ Φωτός, περί τοΰ οποίου γράφω, επί τοΰ πνεύματος τοΰ ανθρώπου μαρτυρεί περί της Θεότητος Αύτοΰ: Είναι ακτιστον, άνονόμαστον, άκράτητον' είναι μυστηριώδες, άϋλον, άπαραβίαστον. Απορώ. Πώς νά σκεφθώ ή νά ομιλήσω περί αύτοΰ;
Τό Φως τοΰτο είναι ώς προς τήν φύσιν αύτοΰ ύπερκόσμιον. Ή κάθοδος αύτοΰ έφ' ημάς δέν είναι άλλο τι, εϊ μη ή φανέρωσις τοΰ Θεοΰ είς τόν ανθρωπον: άποκάλυψις ουρανίων μυστηρίων. Κατά τήν Μεταμόρφωσιν επί τοΰ Θαβώρ διά της δωρεάς τοΰ Φωτός τούτου έδραιώθη ή Θεογνωσία. 'Από της στιγμής της έλλάμψεως τών Αποστόλων ύπό τοΰ Φωτός τούτου επί τοΰ Θαβώρ, τό Φώς είσήλθεν είς τήν ίστορίαν τοΰ κόσμου καί έγένετο «αναφαίρετος κληρονομιά» διά τάς έπερχομένας γενεάς τών πιστευόντων είς τόν Χριστόν-Θεόν. Άνευ τοΰ Φωτός τούτου ή γη θά παρέμενε έξω της άληθοΰς Θεογνωσίας. Βάσει της προσωπικής μου πείρας, επέτρεψα είς εαυτόν νά όνομάση τό Φώς τοΰτο Φώς αναστάσεως. Διά της έλεύσεως τοΰ Φωτός τούτου τό πνεϋμα τοΰ άνθρωπου εισάγεται είς τήν σφαίραν όπου δέν υπάρχει θάνατος. Άνευ της έλλάμψεως τοΰ Φωτός τούτου δέν κατανοείται ορθώς τό μυστήριον τών οδών της σωτηρίας" ό κόσμος, οί άνθρωποι, θά παρέμενον έν τω σκότει της αγνοίας. Ή αφηρημένη θεολογική μόρφωσις, ετι καί ή πλέον έκλελεπτυσμένη, δέν σώζει, διότι παρέχει διανοητικήν μόνον γνώσιν καί δέν ανάγει όντως είς τόν χώρον τοΰ Θείου Είναι.
Ενίοτε, δυνάμεθα νά παρομοιάσωμεν τό Φως τοΰτο προς νεφέλην καλύπτουσαν τήν κορυφήν όρους, επί τοΰ οποίου ιστάμεθα: Ή νεφέλη καθ' έαυτήν είναι έμπλεος Φωτός, άλλ' ημείς ουδέν βλέπομεν, ει μή μόνον αυτήν. "Απας ό λοιπός κόσμος δεν όραται. Κατά τόν αυτόν τρόπον τό Θείον Φώς, άποκαλύπτον ήμϊν νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών ημών τήν θέαν τοϋ ύλικοΰ κόσμου. Τό Φώς τοΰτο είναι όμοιόφορφον, άκέραιον, πλήρες βαθείας ειρήνης. Έν αύτω ή ψυχή θεωρεί τήν Άγάπην καί τήν Αγαθότητα τοϋ Θεοϋ. Όταν τοΰτο έκχέηται άφθόνως επί τόν άνθρωπον, παύει ούτος νά αντιλαμβάνεται τήν ύλικότητα τοΰ περιβάλλοντος αυτόν χώρου, ετι δέ καί τήν τοΰ σώματος αύτοϋ. Έπΐ πλέον βλέπει εαυτόν ώς φώς. Τό Φώς τοΰτο έρχεται ίλαρώς, τρυφερώς, ούτως ώστε νά μήν παρατηρώμεν πώς τοϋ-τό περιέβαλεν ήμας. Ούχΐ αίφνης, άλλ' ήρέμα' ό κόσμος συνήθως «λησμονείται». Τό φαινόμενον τοΰτο ομοιάζει προς ήρεμον έπέλευσιν ύπνου είς φυσιολογικώς υγιά ανθρωπον' όμως, βεβαίως, δέν πρόκειται περί ύπνου, αλλά περί πληρώματος ζωής.
Μετά τήν άποχώρησιν τοΰ Φωτός, ήτις συντελείται τοσοΰτον ήσύχως, ώς καί ή έλευσις αύτοΰ, ή ψυχή επανέρχεται βραδέως είς τήν συνήθη αϊσθησιν της υλικής πραγματικότητος. Εντός της άπαλυνθείσης καρδίας βασιλεύει βαθεία ειρήνη. Τό πνεΰμα τοΰ ανθρώπου διαμένει συγχρόνως καί έν τη υψίστη Θεία ατμόσφαιρα καί έν τή γηΐνη. Ή πρώτη έν τούτοις υποχωρεί βαθμηδόν καί είς τήν ψυχήν εισέρχεται θλϊψις, αίσθημα λύπης τινός, διότι μειοΰται ή δύναμις της άφάτως αγαθής επαφής αυτής μετά τοΰ Πνεύματος τοΰ Θεοΰ, καθ' όν χρόνον αποκαθίσταται ή αϊσθησις της φυσικής πραγματικότητος. Τά ευώδη ϊχνη της οράσεως έξασθενοΰν, αλλά δέν απαλείφονται εντελώς. Παρά ταΰτα καί έξησθενημένη αύτη γεννά λεπτήν νοσταλγίαν διά τόν Θεόν, καί ή προσευχή ρέει είρηνικώς καί εξ όλης της υπάρξεως. Ή διαμονή μετά τοΰ Κυρίου φονεύει τά πάθη. Τότε δέν ελκύει ημάς ούτε ή δόξα, ούτε ό πλοΰτος, ούτε ή εξουσία, ούτε οτιδήποτε γήϊνον, άναποφεύκτως εμπαθές καί πάντοτε φέρον τήν σφραγίδα τοΰ τραγικοΰ καί τοϋ έφημέρου.
Επανειλημμένοι επισκέψεις της χάριτος είς τήν ψυχήν όδηγοΰν είς τήν παρατήρησιν ομοιότητας τίνος μεταξύ της καταστάσεως της θεωρίας καί τής έντυπώσεως, ήτις προκαλείται εκ τοϋ Ευαγγελικού λόγου. Τήν τελευταίαν ταύτην άποδεχόμεθα ωσαύτως ώς Φώς, ώς ζωοποιόν δύναμιν, ώς νέαν πράξιν δημιουργίας, ουχί πλέον υπό τήν μορφήν τής προσταγής «γενηθήτω», αλλά ώς κλήσιν προς τό λογικόν δημιούργημα. Ό Ουράνιος Πατήρ καλεί τά τέκνα Αύτοΰ άνευ βίας προς θαυμαστήν άναβάθμισιν προς τήν βασιλείαν τής Πατρικής αγάπης, ένθα ούτε θάνατος, ούτε αρχή, ούτε τέλος υπάρχει. Τό πνεΰμα ημών κατανοεΐ ότι αληθώς ό λόγος τοϋ Χριστού εκπορεύεται «από τοϋ Πατρός των φώτων», Όστις «βουληθείς άπεκύησεν ημάς λόγφ αληθείας» (Ίακ. α' 17-18). Ό λόγος τοϋ Χριστού περιέχει Θείαν ζωήν, καί όστις ανοίγει είς αυτόν έως τέλους τήν έαυτοϋ καρδίαν γίνεται θεοειδής.
Έν τη αρχή της μοναστηριακής μου ζωής εν "Αθω ό Κύριος έχαρίσατο είς έμέ τήν άδιάλειπτον προσευχήν, ήτις, διατηρούσα τήν εντασιν αυτής, μετέβαινε από καιροΰ είς καιρόν εκ τοΰ ενός θέματος είς τό άλλο. Θά διηγηθώ περί τίνος, όπερ ενθυμούμαι έναργώς, έφ' όσον γίνεται λόγος περί προσευχών, αϊτινες άφήκαν ανεξίτηλα ϊχνη επί τοϋ είναι μου.
Πολλάκις συνέβαινε τό άκόλουθον: Τό εσπέρας, μετά τήν δύσιν τοϋ ηλίου, έκλειον τελείως τό παράθυρον τοϋ κελλίου μου καί έκάλυπτον τοΰτο διά τριών παραπετασμάτων, ώστε νά δημιουργηθούν κατά τό δυνατόν καλύτεραι συνθήκαι ησυ

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ 96 ΕΤΩΝ ΟΜΙΛΕΙ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ !

Του μακαριστού Γέροντος και κτήτορος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Essex Σωφρονίου Σαχάρωφ από το βιβλίο “ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΉΣ”, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου. Η ΑΣΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ


Εις το παρόν κεφάλαιον θα αποπειραθώ να εκθέσω κατά το δυνατόν συντομώτερον τας πλέον ουσιώδεις απόψεις περί της προσευχής του Ιησού, της μεγάλης αυτής ασκήσεως της καρδίας, ως και την πλέον υγιαίνουσαν περί της ασκήσεως ταύτης διδασκαλίαν την οποία συνήντησα εν Αγίω Όρει.

   Επί πολλά έτη οι μοναχοί προφέρουν την προσευχήν αυτήν δια του στόματος, μη αναζητούντες τεχνητούς τρόπους ενώσεως του νου μετά της καρδίας. Η προσοχή αυτών συγκεντρούται εις την συμμόρφωσιν της καθ’ ημέραν ζωής αυτών προς τας εντολάς του Χριστού. Η αιωνόβιος πείρα της ασκήσεως ταύτης έδειξεν ότι ο νους ενούται μετά της καρδίας δια της  ενεργείας του Θεού, όταν ο μοναχός διέλθη την σταθεράν πείραν της υπακοής και της εγκρατείας, όταν ο νους αυτού, η καρδία και αυτό το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν επαρκώς εκ της εξουσίας της αμαρτίας.

Εν τούτοις και κατά το παρελθόν και κατά τον παρόντα καιρόν οι Πατέρες ενίοτε επιτρέπουν να προσφεύγωμεν εις την τεχνητήν μέθοδον εισαγωγής του νου εις την καρδίαν. Προς τούτο ο μοναχός, δίδων κατάλληλον θέσιν εις το σώμα και κλίνων την κεφαλήν προς το στήθος, νοερώς προφέρει την προσευχήν εισπνέων ησύχως τον αέρα μετά των λέξεων: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, (Υιέ του Θεού)» και έπειτα εκπνέων τελειώνει την προσευχήν: «ελέησον με (τον αμαρτωλόν)». Κατά τον χρόνον της εισπνοής η προσευχή του νου κατ’ αρχάς  ακολουθεί την κίνησιν του εισπνεομένου αέρος και συγκεντρούται εις το άνω μέρος της καρδίας. Κατά την εργασίαν ταύτην επί τι χρονικόν διάστημα η προσοχή δύναται να διαφυλαχθή αδιάχυτος και ο νους να παραμείνη πλησίον της καρδίας, έτι δε και να εισέλθη εντός αυτής. Η πείρα θα δείξη ότι ο τρόπος ούτος θα δώση εις τον νουν την δυνατότητα να ίδη ουχί αυτήν την φυσικήν καρδίαν, αλλά εκείνο όπερ τελείται εν αυτή: Οποία αισθήματα εισδύουν εν αυτή· οποίαι νοεραί εικόνες προσεγγίζουν αυτήν εκ των έξω. Η τοιαύτη άσκησις θα οδηγήση τον μοναχόν να αισθάνηται την καρδίαν αυτού και να διαμένη εν αυτή δια της προσοχής του νοός μη προσφεύγων πλέον εις οιανδήποτε «ψυχοσωματικήν τεχνικήν».

Η τεχνητή μέθοδος δύναται να βοηθήση τον αρχάριον να ανεύρη τον τόπον, όπου οφείλει να σταθή η προσοχή του νοός κατά την προσευχήν και εν γένει εν παντί καιρώ. Εν τούτοις η πραγματική προσευχή δεν επιτυγχάνεται δια του τρόπου αυτού. Αύτη έρχεται ουχί άλλως, ει μη δια της πίστεως και της μετανοίας, αίτινες είναι η μόνη βάσις δι’αυτήν. Ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής, ως κατέδειξεν η μακρά πείρα, έγκειται εις το ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, οίτινες αποδίδουν καθ’υπερβολήν μεγάλην σημασίαν εις την μέθοδον καθ’εαυτήν. Προς αποφυγήν της επιβλαβούς παραμορφώσεως της πνευματικής ζωής του προσευχομένου συνιστάται από παλιών χρόνων εις τους αρχαρίους ασκητάς  άλλος τρόπος, κατά πολύ βραδύτερος, αλλ’ασυγκρίτως ορθότερος και ωφελιμώτερος και δη: να συγκεντρούται η προσοχή εις το Όνομα του Ιησού Χριστού και εις τους λόγους της ευχής.

Όταν η συντριβή δια τας αμαρτίας φθάση εις ωρισμένον βαθμόν, τότε ο νους φυσικώ τω τρόπω ενούται μετά της καρδίας.

Ο πλήρης τύπος της προσευχής είναι: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εις τους αρχαρίους ακριβώς αυτός ο τύπος προτείνεται. Εις το πρώτον μέρος της προσευχής ομολογούμεν τον Χριστόν-Θεόν, τον σαρκωθέντα δια την ημών σωτηρίαν. Εις το δεύτερον μέρος εν μετανοία αναγνωρίζομεν την πτώσιν ημών, την αμαρτωλότητα και την λύτρωσιν ημών. Ο συνδυασμός της δογματικής ομολογίας μετά της μετανοίας απεργάζεται την προσευχήν πληρεστέραν κατά το θετικόν αυτής περιεχόμενον. Είναι δυνατόν να καθορίσωμεν στάδια τινα εν τη αναπτύξει της προσευχής ταύτης:

Πρώτον, είναι η προφορική. Λέγομεν την προσευχήν δια των χειλέων, ενώ προσπαθούμεν να  συγκεκντρώσωμεν την προσοχήν ημών εις το Όνομα και τας λέξεις.
Δεύτερον, νοερά. Δεν κινούμεν πλέον τα χείλη, αλλά προφέρομεν το όνομα του Ιησού Χριστού και το λοιπόν περιεχόμενον της προσευχής νοερώς.
Τρίτον, νοερά-καρδιακή. Ο νους και η καρδία ενούνται κατά την ενέργεια αυτών· η προσοχή περικλείεται εντός της καρδίας και εκεί προφέρεται η ευχή.
Τέταρτον, αυτενεργουμένη. Η προσευχή στερεούται εν τη καρδία, και άνευ ιδιαιτέρας προσπαθείας της θελήσεως προφέρεται αφ’ εαυτής εντός της καρδίας, ελκύουσα προς τα εκεί την προσοχήν του νοός.
Πέμπτον, χαρισματική. Η προσευχή ενεργεί ως  τρυφερά φλοξ εντός ημών, ως έμπνευσις ’νωθεν, γλυκαίνουσα την καρδίαν δια της αισθήσεως της αγάπης του Θεού και αρπάζουσα τον νου εις πνευματικάς θεωρίας. Ενίοτε συνοδεύεται μετά της οράσεως του Φωτός.

Η βαθμιαία ανάβασις εν τη προσευχή είναι η πλέον αξιόπιστος. Εις τον εισερχόμενον εις το στάδιον του αγώνος δια την προσευχήν επιμόνως προτείνεται να αρχίζη δια της προφορικής προσευχής, έως ότου αύτη αφομοιωθή υπό του σώματος, της γλώσσης, της καρδίας και της διανοίας αυτού. Η διάρκεια της περιόδου ταύτης διαφέρει εις έκαστον. Όσον βαθυτέρα είναι η μετάνοια, τοσούτον συντομωτέρα η οδός.

Η άσκησις της νοεράς προσευχής δύναται προς καιρόν να συνδέηται μετά της ψυχοσωματικής μεθόδου, τουτέστι να φέρη χαρακτήρα ρυθμικής ή αρρύθμου προφοράς της ευχής δια του νοερού μέσου της εισπνοής κατά το πρώτον μέρος και της εκπνοής κατά το δεύτερον, καθώς περιεγράφη ανωτέρω. Η τοιαύτη εργασία δύναται να είναι ωφέλιμος, εάν έχωμεν πάντοτε κατά νουν ότι εκάστη επίκλησις του Ονόματος του Χριστού πρέπει να συνδέηται αδιαστάτως μετ’Αυτού, του Προσώπου του Χριστού-Θεού. Αλλέως η προσευχή μετατρέπεται εις τεχνητόν γύμνασμα και καταλήγει εις αμαρτίαν εναντίον της εντολής: «Ου λήψει το Όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (Εξ. 20,7 και Δευτ. 5,11).

Όταν η προσοχή του νοός στερεούται εν τη καρδία, τότε είναι δυνατός ο πλήρης έλεγχος των τελουμένων εντός της καρδίας, η δε πάλη προς τα πάθη διεξάγεται μετά συνέσεως. Ο ευχόμενος βλέπει τους εχθρούς προσεγγίζοντας εκ των έξω και δύναται να εκδιώξη αυτούς δια της δυνάμεως του Ονόματος του Χριστού. Δια της ασκήσεως ταύτης η καρδία λεπτύνεται και γίνεται διορατική: Διαισθάνεται την κατάστασιν του προσώπου εκείνου, περί του οποίου προσφέρεται δέησις. Κατ’ αυτόν τον τρόπον τελείται η μετάβασις εκ της νοεράς προσευχής εις την νοεράν-καρδιακήν, μετά την οποίαν δίδεται η αυτενεργούμενη προσευχή.

Αγωνιζόμεθα να παρασταθώμεν ενώπιον του Θεού εν τη ενότητι και ολότητι της υπάρξεως ημών. Η εν φόβω Θεού επίκλησις του Ονόματος του Σωτήρος συνδεομένη μετά της ακαταπαύστου προσπαθείας τηρήσεως των εντολών , οδηγεί βαθμηδόν εις την μακαρίαν ενότητα όλων των δυνάμεων ημών, των πρότερον εξησθενημένων εκ της Πτώσεως. Κατά τον θαυμαστόν, αλλά δύσκολον και οδυνηρόν αυτόν αγώνα ουδέποτε πρέπει να βιαζώμεθα. Είναι σημαντικόν να αποβάλωμεν τον λογισμόν, όστις εισηγείται εις ημάς την επιτυχίαν του μεγίστου εις τον βραχύτερον δυνατόν χρόνον. Ο Θεός  δεν βιάζεται την θέλησιν ημών, αλλ’ ούτε εις Αυτόν είναι δυνατόν να επιβάλωμεν δια της βίας να πράξη ο,τιδήποτε. Τα επιτυγχανόμενα δια της βίας της θελήσεως μέσω της ψυχοσωματικής μεθόδου δεν διατηρούνται επί μακρόν, και το κυριώτερον, δεν οδηγούν εις την ένωσιν του πνεύματος ημών μετά του Πνεύματος του Ζώντος Θεού.

Εν ταις συνθήκαις του συγχρόνου κόσμου η προσευχή απαιτεί υπεράθρωπον ανδρείαν, διότι εις αυτήν ανθίσταται το σύνολον των κοσμικών ενεργειών. Διαμονή εν απερισπάστω προσευχή  σημαίνει νίκην εφ’ όλων των επιπέδων της φυσικής υπάρξεως. Η οδός αύτη είναι μακρά και ακανθώδης, αλλ’ έρχεται στιγμή κατά την οποίαν ακτίς του Θείου Φωτός διαπερά το πυκνόν σκότος και δημιουργεί ενώπιον ημών ρωγμήν, δια μέσου της οποίας βλέπομεν την Πηγήν του Φωτός τούτου. Τότε η προσευχή του Ιησού λαμβάνει κοσμικάς και υπερκοσμίους διαστάσεις.

«Γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν· η γαρ σωματική γυμνασία προς ολίγον εστίν ωφέλιμος, η δε ευσεβεία προς πάντα ωφέλιμος εστίν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος· εις τούτο γαρ και κοπιώμεν... ότι ηλπίκαμεν επί Θεώ ζώντι, Ος εστί Σωτήρ πάντων ανθρώπων... Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε» ( Α’ Τιμ. 4,7-11). Η τήρησις της διδαχής ταύτης του Αποστόλου αποτελεί την πιστοτέραν οδόν προς τον Αναζητούμενον. Είναι αδύνατον να διανοηθώμεν ότι δια τεχνητών μέσων αποκτάται η θέωσις. Πιστεύομεν ότι ο Θεός ήλθεν εις την γην, απεκάλυψε το μυστήριον της αμαρτίας και έδωκεν εις ημάς την χάριν της μετανοίας, ημείς δε προσευχόμεθα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», επ’ ελπίδι της συγχωρήσεως και της καταλλαγής εν τω Ονόματι Αυτού. Τους λόγους «ελέησόν με τον αμαρτωλόν» δεν εγκαταλείπομεν καθ’ όλην την ζωήν ημών. Η τελεία νίκη επί της αμαρτίας είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ενοικήσεως εν ημίν του Ιδίου του Θεού. Τούτο αποτελεί την θέωσιν ημών, ένεκα της οποίας καθίσταται δυνατή η άμεσος θεωρία του Θεού «καθώς εστί». Το πλήρωμα της χριστιανικής τελειότητος είναι ακατόρθωτον εν τοις ορίοις της γης. Ο ’γιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωαν. 1,18). Ο ίδιος δε διαβεβαιοί ημάς ότι εν τω μέλλοντι αιώνι θα συντελεσθή η θέωσις ημών, διότι «οψόμεθα Αυτόν καθώς εστί» (Α’ Ιωαν. 3,2). «Πας ο έχων την ελπίδα ταύτην... αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστί... πας ο εν Αυτώ μένων ουχ αμαρτάνει· πας ο αμαρτάνων ουχ  εώρακεν Αυτόν ουδέ έγνωκεν Αυτόν» (Α’ Ιωαν. 3,3 και 6). Είναι ωφέλιμον να διαποτισθώμεν υπό του περιεχομένου αυτής της Επιστολής, ίνα η επίκλησης του Ονόματος του Ιησού γένηται ενεργός, σωτήριος, ίνα «μεταβώμεν» εκ του θανάτου εις την ζωήν» (πρβλ. Α’ Ιωαν. 3,14) και λάβωμεν «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24,49).

Εν εκ των πλέον θαυμασίων βιβλίων των ασκητών Πατέρων είναι η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Αναγινώσκεται υπό των αρχαρίων μοναχών, αλλά χρησιμεύει και ως αυθεντικόν κριτήριον δια τους τελείους. (Είναι ίσως περιττόν να είπωμεν ότι η τελειότης επί της γης ουδέποτε είναι πλήρης). Παρόμοιόν τι δυνάμεθα να διαπιστώσωμεν και εις ό,τι αφορά εις την προσευχήν του Ιησού.

Δι’ αυτής προσεύχονται κατά την διάρκειαν πάσης εργασίας απλοί και ευσεβείς άνθρωποι· δι’ αυτής αντικαθίστανται αι εκκλησιαστικαί ακολουθίαι· αυτήν «νοερώς» προφέρουν οι μοναχοί , ευρισκόμενοι εν τω ναώ κατά τον χρόνον των ακολουθιών· αύτη συνιστά ωσαύτως το κατ’ εξοχήν έργον των μοναχών εν τοις κελλίοις και των ερημιτών-ησυχαστών.

Η εργασία της προσευχής ταύτης συνδέεται στενώτατα μετά της θεολογίας του Θείου Ονόματος. Έχει αύτη βαθείας δογματικάς ρίζας, ως και όλη η ασκητική ζωή των ορθοδόξων: Συμβολίζει αρμονικώς μετά της δογματικής συνειδήσεως. Η προσευχή εις τινας των μορφών αυτής γίνεται αληθώς πυρ καταναλίσκον τα πάθη (βλ. Εβρ. 12,29). Εν αυτή περικλείεται Θεία δύναμις, ήτις ανιστά τους νεκρωθέντας εκ της αμαρτίας. Είναι φως, όπερ λαμπρύνει τον νουν και μεταδίδει εις αυτόν την ικανότητα της διακρίσεως δυνάμεων αίτινες ενεργούν «εν τω κόσμω»· παρέχει ωσαύτως την δυνατότητα της θεωρίας των τελουμένων εντός του νου και της καρδίας ημών: «Διικνουμένη (αύτη) άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτική ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (πρβλ. Εβρ. 4,12).

Η ευλαβής άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί τον άνθρωπον εις συνάντησιν μετά πολλών εναντιουμένων ενεργειών κεκρυμένων εν τη ατμοσφαίρα. Προσφερομένη εν τη καταστάσει βαθείας μετανοίας διεισδύει εις τον χώρον, όστις κείται πέραν των ορίων «της σοφίας των σοφών και της συνέσεως των συνετών» (Α’ Κορ. 1,19). Εις τας πλέον εντατικάς εκδηλώσεις αυτής απαιτεί αύτη ή μεγάλην πείραν ή καθοδηγητήν. Είναι απαραίτητος εις όλους ανεξαιρέτως τους ασκούντας αυτήν η νηπτική περίσκεψις, το πνεύμα της συντριβής και του φόβου του Θεού, η υπομονή εις παν επερχόμενον επ’ αυτούς. Τότε γίνεται αύτη δύναμις, ήτις συνάπτει το πνεύμα ημών προς το Πνεύμα του Θεού, παρέχουσα την αίσθησιν της ζώσης παρουσίας της αιωνιότητος εντός ημών, έχουσα ήδη οδηγήσει ημάς δια μέσου αβύσσων σκότους εν ημίν κεκρυμένων.

Η προσευχή αύτη είναι μέγα δώρον του ουρανού προς τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα.

Πόσο σημαντική είναι η διαμονή (ίνα μη είπω η άσκησις) εν τη προσευχή, μαρτυρεί και αυτή η πείρα. Θεωρώ επιτρεπτόν να παραβάλω ταύτην προς την φυσικήν ζωήν του κόσμου ημών και να φέρω παραδείγματα  εκ των γνωστών εις ημάς γεγονότων της συγχρόνου επικαιρότητος. Οι αθληταί, προετοιμαζόμενοι δια τους προκειμένους εις αυτούς αγώνας, επαναλαμβάνουν επί μακρόν τας αυτάς ασκήσεις, ώστε να εκτελέσουν κατά την στιγμήν της διεξαγωγής αυτών ταχέως και μετά βεβαιότητος, και τρόπον τινά μηχανικώς, πάσας τας κινήσεις, τας οποίας ήδη καλώς αφωμοίωσαν. Εκ του αριθμού των ασκήσεων εξαρτάται και η ποιότης της αποδόσεως. Ιδού, θα διηγηθώ εισέτι γεγονός, όπερ συνέβη εις κύκλον γνωστών εις εμέ προσώπων. Βεβαίως επαναλαμβάνω επί του προκειμένου εκείνα, άτινα ήκουσα εξ ενός εκ των πλησιεστέρων ανθρώπων προς τα πρόσωπα εις τα οποία αναφέρονται.

Εις ευρωπαικήν τινα πόλιν δύο αδελφοί ανυμφεύθησαν σχεδόν συγχρόνως δύο νέας. Η μία εξ αυτών ήτο ιατρός, άνθρωπος οξείας αντιλήψεως και ισχυρού χαρακτήρος. Η άλλη ήτο ωραιοτέρα, δραστήριος, ευγενής αλλ’ ουχί καθ’ υπερβολήν ευφυής. Ότε επλησίαζεν ο καιρός του τοκετού δι’ αμφοτέρας, απεφάσισαν να αποκτήσουν την πρώτην εμπειρίαν ακολουθούσαι την πρότινος εμφανισθείσαν μέθοδον του «ανωδύνου τοκετού». Η πρώτη, η ιατρός, ταχέως κατενόησεν όλον τον μηχανισμόν της πράξεως ταύτης και μετά δύο ή τρία μαθήματα της καθωρισμένης γυμναστικής εγκατέλειψε τας ασκήσεις, πεπεισμένη ότι κατενόησε τα πάντα και ότι κατά την στιγμήν της ανάγκης θα εφήρμοζε τας γνώσεις αυτής. Η άλλη δεν εγνώριζε πολλά περί της ανατομίας του σώματος ούτε διετίθετο να ασχοληθή μετά της θεωρητικής πλευράς της μεθόδου ταύτης, αλλά παρεδόθη απλώς μετά ζήλου εις την επανάληψιν του προδιαγεγραμμένου συμπλέγματος κινήσεων του σώματος. Αφομοιώσασα δε ταύτας επαρκώς, ότε έφθασεν η στιγμή, απήλθε δια το προκείμενον εγχείρημα. Και τί νομίζετε ότι συνέβη; Η μεν πρώτη κατά την στιγμήν του τοκετού εκ των πρώτων ήδη ωδινών δεν ενεθυμήθη τας θεωρίας και έτεκε μετά μεγάλης δυσκολίας, «εν λύπαις» (Γεν. 3,16)· η δε άλλη έτεκεν άνευ πόνων και σχεδόν άνευ δυσκολίας.

Ούτω θα συμβή και εις ημάς. Ο σύγχρονος και πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι εις θέσιν να εννοήση τον «μηχανισμόν» της νοεράς προσευχής. Αρκεί να προσευχηθή δύο ή τρεις  εβδομάδας μετά τινός ζήλου, να αναγνώση ολίγα βιβλία, και ιδού, ο ίδιος δύναται ήδη εις τα γεγραμμένα βιβλία να προσθέση και το ίδιον αυτού. Κατά την ώραν όμως του θανάτου, όταν η όλη σύστασις ημών υποβάλληται εις βιαίαν διάσπασιν, όταν ο νους θολούται και η καρδία αισθάνηται ισχυρούς πόνους ή εξασθένησιν, τότε πάσαι αι θεωρητικαί ημών γνώσεις εκλείπουν και η προσευχή δύναται να απολεσθή.

Είναι αναγκαίον να προσευχώμεθα επί έτη. Να αναγινώσκωμεν ολίγον, και μόνον ό,τι κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον άπτεται της προσευχής και συνεργεί, κατά το περιεχόμενον αυτού, εις την ενίσχυσιν της έλξεως προς προσευχήν μετανοίας δια της εσωτερικής φυλακής του νοός. Εκ της μακροχρονίου επαναλήψεως η προσευχή γίνεται φύσις της υπάρξεως ημών, φυσική αντίδρασις εις παν φαινόμενον εν τη πνευματική σφαίρα, είτε τούτο είναι φως, είτε σκότος, είτε εμφάνισις αγίων αγγέλων ή δαιμονικών δυνάμεων, χαρά ή λύπη – εν ενί λόγω, εν παντί καιρώ και πάση περιστάσει.

Μετά τοιαύτης προσευχής η γέννησις ημών δια την ουράνιον ζωήν δύναται όντως να αποβή ανώδυνος.

Η βίβλος της Καινής Διαθήκης, ήτις αποκαλύπτει εις ημάς τα έσχατα βάθη του ανάρχου Όντος, είναι σύντομος, αλλά και η θεωρία της προσευχής του Ιησού δεν απαιτεί ανάπτυξιν εις πλάτος. Η δια του Χριστού φανερωθείσα τελειότης είναι ανέφικτος εν τοις ορίοις της γης· το πλήθος των πειρασμών, τους οποίους διέρχεται ο ασκών την προσευχήν ταύτην, είναι απερίγραπτον. Η άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί κατά παράδοξον τρόπον το πνεύμα του ανθρώπου εις συνάντησιν μετά των κεκρυμμένων εν τω «Κόσμω» δυνάμεων. Η δια του Ονόματος του Ιησού προσευχή προκαλεί εναντίον αυτής επίθεσιν εκ μέρους των κοσμικών δυνάμεων, κάλλιον δ’ ειπείν, την πάλην μετά «των κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευματικών της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (πρβλ. Εφεσ.  6,12). Αύτη, ανυψούσα τον άνθρωπων εις σφαίρας κειμένας πέραν των ορίων της γηίνης σοφίας, εις τα υψίστας μορφάς αυτής, απαιτεί «άγγελον πιστόν οδηγόν».

Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσίαν αυτής υπέρκειται παντός εξωτερικού σχήματος, εν τη πράξει όμως οι πιστοί ένεκα της ανικανότητος αυτών να σταθούν εν αυτή «καθαρώ νοΐ» επί μακρόν χρόνον, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνιον χάριν πειθαρχίας. Εν τω Αγίω Όρει του ’θω το πλέον διαδεδομένον κομβοσχοίνιον φέρει εκατό κόμβους διηρημένους εις τέσσαρα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών καθ’ ημέραν και νύκτα ορίζεται αναλόγως της δυνάμεως εκάστου και των πραγματικών συνθηκών της ζωής αυτού.

σχετικά
νοερά προσευχή συλλογή στοιχείων (330 σελίδες)

νοερά προσευχή Νικηφόρου του Αγιορείτου και άλλων πατέρων (εκτυπωθέν το 1852) περί νήψεως και προσοχής νοός...

ΙΖ’ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, ΕΝ ΤΗ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ-ΑΛΗΘΕΙΑ




Η αλήθεια δεν τεκμηριούται επαγωγικώς δια λογικών αποδείξεων, αλλά η οντότης αυτής είναι δι’ ημάς αναμφισβήτητος, διότι εδόθη ως άμεσος γνώσις, ήτις μεταβάλλει πάσαν την σκέψιν ημών· εκτός της συνειδήσεως ταύτης θα ήτο αδύνατος εν γένει η διαλεκτική, στόχος της οποίας είναι πάντοτε η ανεύρεσις της αληθούς λύσεως. }392}
Ο Άνθρωπος εκ της φύσεως αυτού δεν δύναται να μείνη εις το μέσον της οδού: Οφείλει να φθάση εις το τέλος: Έχει υπ’ όψιν την Πρώτην-Αλήθειαν, την κειμένην εις θεμέλιον παντός ό,τι υπάρχει.
Τι είδους είναι η Πρώτη και Εσχάτη αύτη Αλήθεια, η τα πάντα περιπτυσσομένη και αιωνίως αναλλοίωτος; Ιδού το μόνον ερώτημα του οποίου «εστί χρεία». }392}
Πεπεισμένος δια την ανεπάρκειαν πασών των ανθρωπίνων προσπαθειών προς επίτευξιν της ποθουμένης υφ’ ημών αιωνίου Αληθείας, ούτως ώστε να ταυτισθώμεν μετ’ Αυτής, να έχωμεν Αυτήν ως προσωπικήν ημών κληρονομίαν, εστράφην εις προσευχήν, κατ’ αρχάς μη χριστιανικήν, τύπου υπερβατικού διαλογισμού της Άπω Ανατολής. Παρήλθον περί τα επτά έως οκτώ έτη, ότε «μετά μεγάλης δυνάμεως» κατενόησα την πλάνην της οδού ταύτης. Εις το πνεύμα μου απεκαλύφθη Εκείνος, Όστις είπεν: «Εγώ ειμι η Αλήθεια», η φωτοφόρος αύτη στιγμή, ήτις εξήγαγεν εμέ εκ του άδου του θανατηφόρου σκότους! Ησθανόμην δι’ όλης της υπάρξεώς μου ότι εισήλθον εις την ασφαλή οδόν. Όσον όμως μεγαλοπρεπής και εάν είναι η πορεία, ταυτοχρόνως είναι και πλήρης πολλών θλίψεων, πριν ή φθάσωμεν τον Ποθούμενον.
Ότε το πυρ της εις Αυτόν πίστεως, εισεχώρησεν εις την καρδίαν μου ως αιχμή μαχαίρας, τότε επλήσθην ζωηφόρου εμπνεύσεως και χαράς. Δεν είχον εισέτι αποκτήσει την Ζώσαν Αλήθειαν, αλλ’ η ιδία εκείνη έμπνευσις μετεβάλλετο εις αίσθησιν, εις παρουσίαν Αυτής εντός μου. Προσεπάθουν κατά το δυνατόν να προσαρμόσω ούτω την νοεράν μου όρασιν, ώστε να συλλάβω εναργέστερον τα χαρακτηριστικά της εμφανισθείσης εις εμέ Αγίας Αληθείας. Ταχέως όμως ηννόησα ότι τούτο ήτο αφροσύνη εκ μέρους μου: Όσον περιειργαζόμην Αυτήν μετά προσοχής, τοσούτον απεριόριστος εγίνετο.
Δεν προτίθεμαι να γράψω περί τινος Αληθείας ανακαλυφθείσης υπ’ εμού και αγνώστου μέχρι τούδε εις τον κόσμον. Γράφω περί του πως εδόθη εις εμέ να ζήσω την }393} μετάνοιάν μου. Το πνεύμα ημών πεινά και διψά να γνωρίση την Αλήθειαν, τουτέστιν εκείνο το Πρωταρχικόν Όν, όπερ υπό ουδενός περιορίζεται: το απόλυτον όντως Όν, περί του οποίου ωμίλησαν οι Προφήται της Παλαιάς και εμαρτύρησαν οι Απόστολοι της Καινής Διαθήκης.
Απεκαλύφθη εις τους πατέρας και προπάτορας ημών, και ημείς ευλαβώς διαφυλάττωμεν ως πολύτιμον μαργαρίτην την κληρονομηθείσαν εξ αυτών μαρτυρίαν. Εμπιστευόμενοι εις αυτούς δίδομεν πίστιν εις την παρακαταθήκην αυτών, αλλά συγχρόνως, ως ο Μωυσής, κράζομεν προς Αυτόν: «Δος ημίν του γνώναι Σε, καθώς Συ εί εν τη αιωνιότητί Σου». Άλλο πράγμα είναι «η πίστις εξ ακοής» και εντελώς άλλο «το γνώναι Σε».
Ευθύς ως αποφασίσωμεν να παραδοθώμεν «εις χείρας Θεού Ζώντος», αι χείρες αύται ρίπτουν ημάς εις τοιούτους απεράντους χώρους, περί ών ουδόλως είχομεν ποτε υποψιασθή. Φρίκη κυριεύει ημών προ των αποκαλυπτομένων εις ημάς αβύσσων. Ο Θεός φαίνεται «σκληρός». Και όμως μέσω του «πόνου», τον οποίον υφιστάμεθα, }394} ανεξιχνιάστός τις διαδικασία αναπτύσσει εν ημίν την ικανότητα να θεωρώμεν Αυτόν «καθώς εστίν», επέκεινα πάσης εικόνος, έστω και άρτι «εκ μέρους».
Ούτος είναι ο Φως και η Αλήθεια. Και όταν το αληθινόν τούτο Φως περιβάλλη ημάς τότε ζώμεν την Αγάπην και την Σοφίαν Αυτού. Είμεθα περιχαρείς και βαθεία γνώσις κατέρχεται εφ’ ημάς, ουχί ως σκέψις, αλλά ως κατάστασις του πνεύματος ημών.
Ούτος είναι ο Ών. Εν Αυτώ δεν υπάρχει ούτε αρχή, ούτε τέλος. Αυτός Ούτος είναι η Αρχή παντός ό,τι υπάρχει, και το ατελεύτητον Τέλος πασών των προσδοκιών ημών. «Γνωρίζομεν» εν τη καρδία ημών ότι θέλει να ίδη ημάς τελείους, ουχί ολιγώτερον εκείνου όπερ ο Ίδιος είναι.
Καταπεπονημένοι εκ της τυραννίας των χαμερπών παθών, είναι φυσικόν να προσευχώμεθα εις τον Αγαθόν Κύριον, όπως το Πνεύμα Αυτού, το Πνεύμα της επιγνώσεως των οδών του Σωτηρίου Αυτού, αναπαυθή εφ’ ημών. Ενδυναμούμενοι υπό του Πνεύματος τούτου, βλέπομεν ότι δια τραγικών δοκιμασιών ελευθερούμεθα εκ των συνεπειών της πτώσεως· ότι δια των παθημάτων πλατύνεται το είναι ημών και διανοίγομεν εαυτούς δι’ άλλους μεγάλους κόσμους. Υπερνικώμεν την φίλαυτον απομόνωσιν του θηριώδους ατόμου: Εξερχόμεθα εκ της ημι-κτηνώδους καταστάσεως, ήτις συνίσταται εις την άγνοιαν του Δημιουργού ημών. Όταν συναισθανθώ ότι είναι απαραίτητον δι’ εμέ, τον «εκ του μηδενός» κτισθέντα, να διέλθω δια του πυρός του πόνου, ίνα γνωρίσω βαθύτερον τον εν πληγή όντα Άνθρωπον, δέχομαι τον άγιον τούτον πόνον μετ’ ευγνώμονος αγάπης. Είναι ούτος πλήρης νοήματος. Μυσταγωγεί εμέ εις τα μυστήρια }395} του Είναι, ουχί μόνον του κτιστού, αλλά και του Ακτίστου. Χάριν του πόνου τούτου γίνομαι εύσπλαχνος· δι’ αυτού βλέπω εν πνεύματι όλους τους άλλους πάσχοντας· κατέρχεται εντός μου Θεία αγάπη, κατ’ αρχάς ως ευσπλαχνία προς πάσαν την κτίσιν, εν δε τω μέλλοντι αιώνι ως μακαριότης επί τη θέα των σεσωσμένων εν τη Αφθάρτω Δόξη.
Θα ηδυνάμεθα, εν μικρά παρενθέσει να είπωμεν ότι εκ των μέχρι τούδε λεχθέντων ουδόλως σημαίνει ότι ημείς καλλιεργούμεν έν είδος «οδυνισμού» (dolorism) ψυχολογικού τύπου. Απολύτως ουχί. … ο «πόνος» ούτος είναι τι ποιοτικώς διάφορον: Είναι απαραίτητος «σταθμός» εν τη πορεία της αυξήσεως ημών εκ των επιγείων μέχρι των διαστάσεων του σύμπαντος και έτι πλείον, των αιωνίων. Δεν είναι τούτο άραγε το μόνον θέμα της Καλής Αγγελίας του Χριστού, του Ευαγγελίου;
Βραδύτερον όταν ο άνθρωπος εννοήση την θέσιν του Σταυρού εν τη κατά Θεόν ζωή ημών, κατά διάφορον τρόπον «βαστάζει τον εαυτού σταυρόν» και κατά διάφορον τρόπον αντιλαμβάνεται αυτόν. Ούτος γίνεται δεκτός ως Άνωθεν κλήσις του ουρανίου Πατρός. Εν τω σταυρώ ως και εν τω ποτηρίω του Κυρίου, το κτιστόν είναί μου συνδέεται μετά του ακτίστου Θείου Είναι. Προς ένδειξιν τούτου ασπαζόμεθα τον σταυρόν δια του οποίου ο λειτουργός ευλογεί τους πιστούς εν τω ναώ.
Δεν αρνούμεθα την πραγματικότητα των προσκαίρων. Είναι ίδιον των χριστιανών να παραμένουν ταυτοχρόνως }396} επί δύο επιπέδων: επί του προσκαίρου και επί του αιωνίου. Και αυτόν τούτον τον χρόνον κατανοούμεν ως θαυμαστήν τινα διαδικασίαν, καθ’ ήν ο Θεός δημιουργεί «εκ του μηδενός» θεούς ομοίους προς Αυτόν. Όταν η κτιστή φύσις φθάση εις την τελείωσιν αυτής, τότε θα ακούσωμεν τον Άγγελον να ομνύη «εν τω Ζώντι εις τους αιώνας των αιώνων … ότι χρόνος ουκέτι έσται».
Ο Κύριος είπε περί Εαυτού: «Εγώ ειμι η Αλήθεια». Επεκαλέσθη ωσαύτως ως μάρτυρας τον Πατέρα Αυτού και το Πνεύμα το Άγιον. Η κατανόησις της πλευράς ταύτης του Θείου Είναι δεν έρχεται, ει μη κατόπιν μεγάλων προσπαθειών και μακροχρονίου παραμονής εν τη προσευχή της μετανοίας. Όσον πιστότερον ακολουθούμεν τον Κύριον τηρούντες τας εντολάς Αυτού, τοσούτον ευρύνεται και βαθύνεται η προσωπικότης ημών. Όταν επομένως οι ίδιοι προσεγγίζωμεν την πραγματοποίησιν της εν ημίν υποστατικής αρχής –εν τη οποία πρωτίστως εκδηλούται η εικών του Θεού- τότε εκ της πείρας ημών διαπιστούμεν ότι η υπόστασις ημών προς πραγμάτωσιν αυτής έχει ανάγκην συναντήσεως μετ’ άλλης ή και άλλων εισέτι υποστάσεων. Εν τη αυθεντική «συναντήσει» αντανακλάται εν ημίν ουχί μόνον η ομοίωσις προς την αρχήν της Υποστάσεως εν τη Θεότητι, αλλά και ο τρόπος της ενδοτριαδικής ζωής. Κατά την προσευχήν υπέρ όλου του κόσμου δίδεται εις ημάς να αγαπήσωμεν το ομοούσιον ημίν γένος των ανθρώπων, να ζήσωμεν πάσαν την ανθρωπότητα ως Ένα Άνθρωπον. Δια της πείρας ταύτης λαμβάνομεν νέαν γνώσιν, οντολογικήν: Το πρόσωπον-υπόστασις, κατά την φύσιν την δομήν και τον χαρακτήρα αυτού, δεν ζη μόνον }397}, εν απομονώσει, αλλ’ απαραιτήτος φέρεται εν αγάπη προς άλλην ή άλλας ομοίας προς αυτό υποστάσεις. Εν τη πράξει της αγάπης το πρόσωπον φέρει εν εαυτώ απάντησιν εις το άλλο πρόσωπον και ούτω μαρτυρεί περί αυτού.
Ουχί μόνον εν τη Θεότητι, εν τη Αγία Τριάδι, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα μαρτυρούν ο Είς περί του Άλλου, αλλά μαρτυρούν ωσαύτως και προς ημάς τους ανθρώπους ο Είς περί του Άλλου. Έτι πλέον, ο Κύριος ενεπιστεύθη εις τους Αποστόλους το έργον της περί Αυτού μαρτυρίας:
Τοιούτου είδους είναι αι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Η μαρτυρία, ως αληθινή ζωή εν τη αγάπη, κινείται αιωνίως προς πάσας τας κατευθύνσεις.
«Επεκαλεσάμην το όνομα Αυτού εκ λάκκου κατωτάτου και Αυτός εισήκουσε της κραυγής μου». Η αγάπη Αυτού ήγγισε την καρδίαν μου. Προ εμού απεκαλύφθη η απεριγράπτως θαυμαστός κόσμος της χριστιανικής προσευχής. Δι’ αυτής εδόθη εις εμέ η κοινωνία μετά του Αληθινού και Ζώντος Θεού. Γράφω περί της προσευχής της μετανοίας μου. Αύτη ελάμβανε ποικίλας μορφάς. Το είναι μου συνεκεντρούτο ενίοτε εις τα έσω, συνήγετο εις έν απείρως μικρόν κέντρον χώρου. }398} Άλλοτε συνέβαινε τρόπον τινά το αντίθετον. Το πνεύμα μου εισήγετο εις τινα νοεράν σφαίραν μη έχουσαν όρια, και ο θρήνος της μετανοίας μου, κατά παράδοξον τρόπον, εγίνετο έν μετά της αβύσσου, εις την οποίαν ητένιζον. Συνέβαινεν ωσαύτως να περιπτύσσωμαι εν τη προσευχή, ως ησθανόμην τον κόσμον άπαντα. Ο Κύριος έδιδεν εις εμέ στιγμάς καθαράς προσευχής πρόσωπον προς Πρόσωπον, και η αιωνιότης ηρέμα αλλ’ εξουσιαστικώς εισέδυεν εις την καρδίαν μου. Και εις τον νουν μου μετεδίδετο η μακαριότης να τήκηται ούτος εν τη φλογί της αγάπης της εξερχομένης εκ της καρδίας. Η εκ της τήξεως ανάκρασις όλης της υπάρξεώς μου –νου, καρδίας και σώματος- εις έν εδημιούργει αίσθησιν ακεραιότητος του είναι, καταστάσεως κατά πολύ διαφόρου εκείνης της εκ της συνήθους διαιρέσεως μεταξύ πνεύματος, ψυχής και σώματος.
Νυν μαρτυρώ περί της Αληθείας την οποίαν εγνώριζον οι πατέρες και οι προπάτορες ημών. Μαρτυρώ περί του πώς αύτη ηυδόκησε να εμφανισθή εις εμέ ως απάντησις εις τον παρατεταμένον θρήνον της μετανοίας μου, όστις κατέκαιεν εμέ ως πυρ. Έζησα την Αλήθειαν ταύτην ως αυθεντικώς αιωνίαν, και κατά το μέτρον της πίστεώς μου ομιλώ και γράφω.
Γνωρίζω ότι η γνώσις μου δεν είναι απόλυτος. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει άλλη τις αλήθεια. Πιστεύω ότι ήγγισεν εμέ η άναρχος Αλήθεια, αλλά γνωρίζω ωσαύτως ότι δεν επραγματοποίησα εν τη πράξει της ζωής μου το γνωσθέν εν τη πείρα της προσευχής … Πού ευρίσκεται όμως το κριτήριον δια την βεβαίωσιν των δοθεισών }399} εις ημάς εμπειριών του Θεού-Αληθείας;
Είναι αναφαίρετος η ορμή ημών προς Αυτόν, τον Όντα προ πάντων των αιώνων. Ούτος εισχωρεί εις πάντα τα όντα και δια της εξουσίας Αυτού συγκρατεί αυτά εις το είναι. Είναι δύσκολον εις ημάς τους μηδαμινούς να πιστεύσωμεν ότι ο άπειρος Ούτος Δεσπότης δεν καταφρονεί ημών. Όσον όμως παράδοξον και εάν φαίνηται τούτο, όταν στραφώμεν προς Αυτόν εν αληθεί προσευχή, τουτέστιν εν προσευχή μετανοίας, σπεύδει εις συνάντησιν ημών και εν αγάπη προσλαμβάνει ημάς προς Εαυτόν. Το γεγονός τούτο δεν δύναται να είναι καρπός φαντασίας διότι υπερβαίνει την ικανότητα της φαντασίας ημών.
Συμφώνως προς την Αποκάλυψιν, ο Άνθρωπος εκτίσθη «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Εξ αυτού έπεται ότι ο άνθρωπος είναι δυνάμει πεπροικισμένος δια της ικανότητος να επιτύχη την ομοίωσιν προς τον Δημιουργόν αυτού· ότι η ιδέα του Απολύτου Όντος είναι έμφυτος εις τον άνθρωπον εις τοιούτον βαθμόν, ώστε όταν ο Παντοκράτωρ Θεός εισέλθη εις κοινωνίαν μετά του πνεύματος του ανθρώπου, τούτο δύναται «να αναγνωρίση» Αυτόν, διότι Ούτος είναι συγγενής αυτού. Εισαγόμενον εις την σφαίραν του Νου του Θεού Δημιουργού, το «κτιστόν πνεύμα» του ανθρώπου άρχεται να θεάται τον Θεόν «καθώς εστι», καθ’ Εαυτόν. (Λέγω «κτιστόν πνεύμα» και ουχί «νους», ίνα μη δημιουργηθή σύγχισις των εννοιών νους και διάνοια).
Η πρώτη κίνησις κατευθύνεται προς Εκείνον τον «εν αρχή» Όντα. Η διάθεσις ημών είναι να δεχθώμεν Αυτόν ως την θεμελιώδη Αλήθειαν, ανεξαρτήτως εάν συμπίπτη ή ουχί η τοιαύτη οντολογική Αλήθεια μετά }400} των περί Αυτής ιδεών ημών. Και μεγάλη γίνεται η χαρά ημών, όταν τα δεδομένα της αποκαλύψεως επικυρούνται δια της Άνωθεν παρεχομένης θεωρίας και δη της γνώσεως ότι εκτίσθημεν «κατ’ εικόνα» Θεού: Φανερούται Ούτος εις ημάς ως Θεός αγάπης, και ζώμεν Αυτόν εν ημίν ως την απόλυτον αρμονίαν, και αρχόμεθα να προσκυνώμεν τον Πατέρα «εν πνεύματι και αληθεία».
«Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν». Επομένως, μόνον η προσευχή της μετανοίας ανταποκρίνεται εις την περί ημών αλήθειαν. Δεν παύω να υπογραμμίζω το σημείον τούτο: Ιστάμενοι ενώπιον του Ουρανίου Πατρός, έχοντες συνείδησιν της αμαρτωλότητος ημών, ευρισκόμεθα επί του επιπέδου της Θείας Αληθείας. Όσον βαθύτερον ζώμεν την αμαρτίαν ημών ως θανάσιμον πλήγμα, τοσούτον πληρέστερον παραδιδόμεθα εν προσευχή εις τον Θεόν και δια της ζωοποιού Αυτού δυνάμεως αποσπώμεθα εκ των δεσμών του χρόνου και του χώρου. Είθε να συγχωρήση εμέ ο Κύριος και να μη κρίνουν εμέ αυστηρώς οι αδελφοί μου: Ούτω συνέβη εις εμέ.
Εν παρομοία προσευχή (ως του Αποστόλου Παύλου) ο νους ημών περικλείεται εν τω Νοΐ του Θεού και δέχεται την κατανόησιν πραγμάτων δια τρόπου όστις είναι αδύνατον να εκφρασθή }401} καταλλήλως δια της καθ’ ημέραν ημών γλώσσης. Επί παραδείγματι: Τα πάντα εκτίσθησαν δια του θελήματος Αυτού, δια της σκέψεως Αυτού. Ούτος «νοεί» τον κόσμον και η δημιουργική Αυτού σκέψις γίνεται κτιστόν είναι. Προηγείται η σκέψις του Θεού Δημιουργού και ουχί η ύλη. Ούτω ζώμεν τον κόσμον τούτον ουχί μόνον υπό το πρίσμα της εμπειρικής γνώσεως, αλλά και θεωρούμεν αυτόν εν πνεύματι δι’ άλλου τρόπου. (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ)
«Ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον … διδάξει υμάς πάντα». Θα «διδάξη» ημάς να σκεπτώμεθα καθώς σκέπτεται ο Ίδιος ο Θεός, να αγαπώμεν καθώς αγαπά }402} ο Θεός. Μη εκπλήττεσθε επί τούτω. Τοιούτον είναι το νόημα της ευαγγελικής κλήσεως.
Εγείρεται το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να επιτύχωμεν της ευλογίας ταύτης; Η απάντησις εδόθη υπό του Χριστού: «Τας εντολάς τας Εμάς τηρήσατε, και Εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ ημών εις τον αιώνα». «Γνωρίζομεν», επομένως, το Πνεύμα το Άγιον δια της αγίας παραδόσεως των Πατέρων της Εκκλησίας, καθώς ωσαύτως και δια της προσωπικής ημών πείρας των εν ημίν ενεργειών Αυτού. Εκείνος «υπομιμνήσκει ημάς πάντα».
Επί πλέον: «Εάν τις αγαπά Με, τον λόγον Μου τηρήσει, και ο Πατήρ Μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν (αιώνιον) παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Τί δύναται να σημαίνη τούτο; Σημαίνει ότι εδόθη εις ημάς η υπόσχεσις ότι θα κληρονομήσωμεν το πλήρωμα της Θείας ζωής, το πλήρωμα της γνώσεως και της δυνάμεως της αγάπης, όπερ εφανερώθη εις ημάς δια του Ακτίστου Φωτός, «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία».
Ιδού η μαρτυρία του Παύλου: «Ημείς δε ου το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα είδωμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν». Και εισέτι: «Τις γαρ έγνω νουν Κυρίου, ός συμβιβάσει αυτόν; Ημείς δε νουν Χριστού έχομεν». Δια της σχολικής παιδείας εισήλθομεν είς τινα κοσμικόν τρόπον σκέψεως και αφωμοιώσαμεν τα δεδομένα της εμπειρικής γνώσεως. Ανάλογόν τι συμβαίνει και εν τω χώρω του Πνεύματος. Ζώντες κατά τας εντολάς }403} του Ευαγγελίου εισερχόμεθα εις την πλέον στενήν συγγένειαν μετά του Θείου Νοός. Αι εντολαί αύται είναι ουχί άλλο τι, ει μη η αυτό-αποκάλυψις του Θεού «καθώς εστιν». Όταν αύται αποβούν ο μόνος νόμος παντός του είναι ημών, μεταδίδουν εις ημάς την ποθουμένην «μορφήν» του Θείου Είναι. «Οίδαμεν δε ότι ο Υιός του Θεού ήκει και δέδωκεν ημίν διάνοιαν ίνα γινώσκομεν τον Αληθινόν».
Ο Θεός-Αλήθεια ουδέν ψευδές έπλασεν, ουδέν έναντίον προς την αλήθειαν, και ως εκ τούτου πάσα εξ Αυτού εκπορευομένη ενέργεια είναι αληθινή. Ο Χριστός απεκάλυψεν εις ημάς τον αυθεντικόν Άνθρωπον, καθώς ούτος συνελήφθη εν τω Νοΐ του Δημιουργού. Εν ημίν κατετέθη η Αλήθεια του Ιδίου του Θεού, διότι είμεθα «εικών και ομοίωσις» Αυτού. Η αιωνία Αλήθεια μεταδίδεται εις την εν ημίν υποστατικήν αρχήν. Και καθώς η Υπόστασις γεννάται κατ’ αρχάς εν τω ανθρώπω μόνον δυνάμει, ούτω και το εν ημίν σπέρμα της Αληθείας οφείλει να αναπτυχθή εκ της δυνάμει καταστάσεως αυτού. Εν τη πτώσει του Αδάμ η εν ημίν Αλήθεια υπέστη αλλοίωσιν. Δια της χάριτος της μετανοίας και της εξ αγάπης υπακοής προς τον Πατέρα, η Αλήθεια εν τη πρωταρχική αυτής αγιότητι μεταδίδεται εις ημάς ως ζωή του Ιδίου του Θεού.
Τί συμβαίνει όμως εις τον άνθρωπον όστις προσφέρει την μετάνοιαν αυτού μετά κλαυθμού; Ζη την Αλήθειαν ουχί ως καρπόν των διαλογισμών αυτού, αλλ’ ως κατάστασιν του πνεύματος αυτού, δοθείσαν εις αυτόν υπό του Πνεύματος του Θεού. Η «κατάστασις» αύτη είναι γεγονός του Είναι εκ του οποίου και αυτή αύτη η σκέψις ημών συλλαμβάνει δια του ιδιάζοντος εις αυτήν τρόπου την έννοιαν της Αληθείας. Η κατανόησις αύτη }404} της αληθείας δεν είναι αποτέλεσμα αποδεικτικής σκέψεως, αλλά παρουσιάζεται ως δια διαισθήσεως εμβάθυνσις ή διαπίστωσις γεγονότος, ως γνώσις του Θείου Είναι, ήτις κατέρχεται προς ημάς εκ του Θεού.
Η επίγνωσις των οδών του Κυρίου δεν έρχεται ταχέως. Βαθεία ήτο η οδύνη μου, ότε ησθάνθην την ολιγότητα των ημερών ημών. Η ψυχή μου εκυριεύθη υπό φόβου μη τυχόν απέλθω εις τον τάφον, πριν ή έλθη απάντησις εκ του Θεού, ότι εισηκούσθη η προς Αυτόν κραυγή μου. Αλλά δεν εγκατελείφθην υπ’ Αυτού εις τέλος. Δια της εν ανενδοιάστω πίστει προς τον Χριστόν-Θεόν προσευχής μου, μετεδόθη βαθμηδόν και εις εμέ η ευσπλαχνία Αυτού προς την απολλυμένην ανθρωπότητα. Έζων μετά μεγάλου πόνου τον προσωπικόν μου όλεθρον, και ο πόνος ούτος διερρήγνυε τα τείχη της λιθίνης καρδίας μου. Συνήθιζον εν γένει να προβάλλω τας εμπειρίας μου εφ’ όλης της ανθρωπότητος, και συνέπασχον μεθ’ όλων των ανθρώπων οίτινες, ως και εγώ, έμενον εν καταστάσει χωρισμού από του Θεού. Δια τοιούτου τρόπου τα παθήματα πάντων εγίνοντο «ίδια», και εν τη απομονώσει της ερήμου ήρχετο ενίοτε προσευχή υπέρ όλου του κόσμου μετά του ιδίου κλαυθμού ως και υπέρ εμού του ιδίου. Εν εκείνη τη προσευχή ησθάνθην τον προαιώνιον Θεόν ως τον Πατέρα ημών. Και η αίσθησις αύτη ήτο πειστική μαρτυρία περί της ανάρχου Αληθείας, της παραδοθείσης εις ημάς υπό του Χριστού.
Το θέμα το οποίον μετά δυσκολίας αποπειρώμαι }405} να εκθέσω είναι η Ζώσα Αλήθεια. Αύτη δεν ομοιάζει προς τας επιστημονικάς ή τας φυσιολογικάς αληθείας. Η αποκαλυπτομένη εις ημάς Αλήθεια υπερβαίνει απείρως πάσαν ορθολογικήν θεώρησιν. Δεν είναι αφηρημένη τις διατύπωσις της λογικής ημών σκέψεως, ούτε μαθηματική εξίσωσις, αλλά Πρόσωπον. Είναι πρωτίστως ο «απ’ αρχής» Ών, τουτέστιν ο άναρχος Θεός, η Αγία Τριάς: Πατήρ, Υιός και Πνεύμα Άγιον. Αλλ’ η λογική ημών διάνοια είναι ανίκανος να ακολουθήση δια της σκέψεως το πραγματικόν Είναι του Θεού. Επί παραδείγματι, ζώμεν τον Πατέρα ως την απόλυτον Αλήθειαν. Και ο Υιός ωσαύτως είναι η απόλυτος Αλήθεια, ως και το Άγιον Πνεύμα. Η Αλήθεια όμως είναι Μία και ουχί τρεις απόλυτοι αλήθειαι. Ως ο Θεός είναι Είς και συγχρόνως Τριάς Υποστάσεων, ούτω και ο Άνθρωπος εν τη εσχάτη αυτού τελειώσει οφείλει να γίνη Είς Άνθρωπος εν πολλαπλότητι υποστάσεων.
Ιδού ετέρα τις αντινομία: Ζώμεν την Υπόστασιν εν τω Θεώ ως τον φορέα του απολύτου πληρώματος του Είναι, και συγχρόνως η Υπόστασις δεν υπάρχει μόνη. Δια την τυπικήν λογικήν τούτο είναι ένδειξις ανεπαρκείας της Υποστάσεως καθ’ Εαυτήν και επομένως άρνησις του απολύτου χαρακτήρος Αυτής. Και όμως τοιαύτη ακριβώς είναι η Αγία Τριάς, ο Θεός της τελείας αγάπης. Η τελεία αγάπη δεν απομονούται εν Εαυτή, αλλά ζη εν ετέρα, εν ετέραις Υποστάσεσιν. Εκάστη των Τριών Υποστάσεων κατέχει, αναφαιρέτω τρόπω άπαν το πλήρωμα του Είναι. Αλλ’ η Υπόστασις, ως τοιαύτη, εκδηλούται κατά την πράξιν της τελείας αγάπης, της οποίας ίδιον είναι και η τελεία κένωσις, η αυτοελάττωσις. }406}
… η ιδία αποκεκαλυμμένη εν τη Αγία Τριάδι κενωτική αγάπη εδόθη ως εντολή και εις τους ανθρώπους: Δια της άκρως εφικτής εις ημάς κενώσεως εν τη πράξει της μετανοίας ημών γινόμεθα ικανοί, ίνα προσλάβωμεν το πλήρωμα και της Θείας αγάπης και της αγάπης προς τον πλησίον.
… όταν άπτηται ημών η δύναμις της Θείας ταύτης αγάπης, τότε πέραν πάσης αμφιβολίας ζώμεν, μένομεν, εν τη Αληθεία και εν τη Αιωνιότητι.
Την δογματικήν ημών συνείδησιν δυνάμεθα να εκφράσωμεν εν συνόψει ως εξής: «Εγώ Ειμι ο Ών», Εγώ ειμι το Είναι. «Εγώ Ειμι η Αλήθεια». Η Υποστατική Αρχή εν τω Θείω Είναι αποτελεί τον οντολογικόν πυρήνα Αυτού. Αυτός είναι ο όντως Ζων. Ο Πρώτος και ο Έσχατος, το Α και το Ω, η άναρχος Αρχή και το ατελεύτητον Τέλος των πάντων. Ούτω κατανοούμεν την Σιναϊτικήν Αποκάλυψιν και την μετέπειτα συμπλήρωσιν αυτής δια της σαρκώσεως του Λόγου του Πατρός και της καθόδου του Αγίου Πνεύματος επί την Εκκλησίαν κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. }407}
Ούτος ο Θεός εν τω απ’ αιώνος Είναι Αυτού, είναι η αναζητουμένη υφ’ ημών απόλυτος Αλήθεια. Η γνώσις της Αληθείας ταύτης είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ελεύσεως εν ημίν της δυνάμεως Αυτής, δια της υπαρκτικής ενώσεως μετ’ Αυτής. Η Υποστατική Αλήθεια γνωρίζεται δια της αυτής υποστατικής αρχής, ήτις κατετέθη εν ημίν εν τη πράξει της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού δημιουργίας ημών. Εφ’ όσον αύτη η εν ημίν ελευθέρα αρχή ουδένα επιδέχεται εξωτερικόν εξαναγκασμόν, η ένωσις ημών μετά της Αληθείας εξαρτάται ουχί μόνον εκ του παρέχοντος Θεού αλλά και εκ του αποδεχομένου ανθρώπου.
Το κτιστόν πνεύμα –ο άνθρωπος- δεν δύναται αφ’ εαυτού να φθάση την Αλήθειαν ταύτην. Εν τούτοις, ως εικών του Θεού έχει την ικανότητα να εικάση περί της Αληθείας, αλλ’ ουχί πέραν τούτου. Η υπαρκτική γνώσις της Αληθείας δίδεται εις ημάς ως δώρον αγάπης του Δημιουργού προς την λογικήν κτίσιν. Εν τη προσωπική ημών σχέσει μετά του Προσωπικού Θεού ουδέν τελείται κατά την θέλησιν του ενός μόνον μέρους, αλλ΄ είναι πάντοτε απαραίτητος η συμφωνία, η συνεργία, ο ταυτισμός δύο θελήσεων: της Θείας και της ανθρωπίνης. Εις τούτο συνίσταται η ζωή ημών.
Καθ’ εαυτόν «πας άνθρωπος ψεύστης», ως προελθών εκ του «μη όντος». Μόνον δια της εν ημίν ενοικήσεως του Θεού-Αληθείας γινόμεθα και ημείς «αληθινοί». Η Ζώσα Αλήθεια μεταμορφοί ημάς δια της ελεύσεως Αυτής εντός ημών. Η Αλήθεια, απόλυτος ούσα, εναγκαλίζεται και συγκρατεί τα πάντα. Όστις θα «γνωρίση» την Αλήθειαν ταύτην κατά }408} τον λόγον αυτής ταύτης της Αληθείας, ελευθερούται από της εφ’ ημών θανατηφόρου εξουσίας της αμαρτίας. Είναι Αιώνιος, και καθιστά ημάς αθανάτους. Ο Θεός-Αλήθεια απεργάζεται και ημάς εν αληθεία θεούς. «Θεούς», ουχί δια τα άλλα λογικά κτίσματα, αλλά θεούς κατά την μεταδοθείσαν εις ημάς μορφήν του είναι και κατά το περιεχόμενον της ζωής ταύτης.
Εν τοις ορίοις της γης ουδέν εκ των κτισμάτων δύναται να προσλάβη το πλήρωμα Αυτής της κατά Θείον τρόπον παγκοσμίου Αληθείας. Ως ο Απόστολος Παύλος, γνωρίζομεν και ημείς Αυτήν μόνον «εκ μέρους». Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η Αλήθεια καθ’ εαυτήν είναι εντελώς διάφορος του πως ημείς νοούμεν Αυτήν. Άλλο είναι να γνωρίζη τις την Αλήθειαν, και άλλο να μη κατέχη το απόλυτον πλήρωμα Αυτής, να μη είναι ικανός να φανερώση Αυτήν εν τη τελειότητι Αυτής εις την πράξιν της καθ’ ημέραν ζωής. Ομού μετά του Αποστόλου Φιλίππου λέγομεν άνευ δισταγμού: «Ευρήκαμεν την Αλήθειαν»· γνωρίζομεν Αυτήν: Είναι ο Χριστός.
Η πολυϋπόστατος ανθρωπότης είναι είκών της Αγίας Τριάδος: Μία φύσις εν πολλαπλότητι προσώπων. Έκαστος όμως εξ ημών φέρει εν εαυτώ πρωτίστως την μορφήν του Μονογενούς Υιού, και η ημετέρα σωτηρία πραγματοποιείται δια της υιοθεσίας ημών υπό του Πατρός. }409}
Εν τη ιδική μου περιπτώσει συνέβη το ακόλουθον: Ιδών εν πνεύματι τον Χριστόν, τον αγαπήσαντα ημάς «εις τέλος» προσευχόμενον εν Γεθσημανή και εν συνεχεία επί του Γολγοθά, «μη ανθιστάμενον τω πονηρώ», εμίσησα εμαυτόν, ως ήμην, και εν προσευχή, ήτις εγεννήθη υπό του αγίου τούτου μίσους, ανεγνώρισα Αυτόν ως την απόλυτον Αλήθειαν, ως τον εν αληθεία Παντοκράτορα και Θεόν. Εν τη προσευχή ταύτη εδόθη εις εμέ να υπερβώ «τα βλεπόμενα πρόσκαιρα» και να διεισδύσω εις «τα μη βλεπόμενα αιώνια».
Όταν το Πνεύμα το Άγιον δίδη εις ημάς να ίδωμεν }410} τον Χριστόν «καθώς εστι» δια της αγάπης της εκ του Αγίου Πνεύματος προερχομένης τότε καθίσταται εμφανές εις ημάς ότι ο Χριστός είναι το παν: Εν Αυτώ κατοικεί άπαν το πλήρωμα της Θεότητος και το πλήρωμα του ανθρώπου. Είναι Ούτος η Αλήθεια υπό τας δύο αυτής όψεις: Πρώτον, Ούτος είναι το άναρχον γεγονός του Είναι, και δεύτερος, κατά τον «ηθικόν» Αυτού χαρακτήρα, ο Αληθής. Αληθής τουτέστιν Άγιος· Άγιος, τουτέστιν Αγαθός· Αγαθός, τουτέστι «Φως, εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία».
Ολιγοψυχούμεν όταν δίδηται εις ημάς να ίδωμεν τον υπερκόσμιον χαρακτήρα του Ευαγγελίου. Θα ηθέλομεν να μειώσωμέν πως τας πραγματικάς αυτού διαστάσεις, να προσαρμόσωμεν αυτάς εις την χαρακτηριστικήν δια το εύθραυστον ημών σώμα αδυναμίαν, αλλ’ ο Ίδιος ουδόλως συγκατατίθεται εις τον υποβιβασμόν των εντολών Αυτού. Εν άκρα εντάσει της μετανοίας ημών αρχόμεθα να διαισθανώμεθα ότι η αποκάλυψις αύτη είναι η εσχάτη, διότι είναι η απολύτως τελεία. Εδόθη δι’ όλους τους αιώνας, δι’ όλας τας φυλάς και τους λαούς μέχρι συντελείας της επιγείου ιστορίας.
Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός έλεγεν: «Όστις δεν αγαπά τους εχθρούς, ούτος δεν εγνώρισεν εισέτι τον Θεόν ως οφείλει να γνωρίζη Αυτόν». }411}
Ως το σώμα ημών αισθάνεται την εαυτού δύναμιν ή την έξωθεν θερμότητα των ηλιακών ακτίνων, κατά τον αυτόν άμεσον τρόπον γνωρίζομεν δι’ όλης της υπάρξεως ημών ότι αυτή η αγάπη (προς τους εχθρούς) είναι η αιώνιος Αλήθεια. Γνωρίζει τότε ο άνθρωπος ότι «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν».
Η θαυμαστή αίσθησις της ελεύσεως του Θεού εντός ημών συνοδεύεται μεθ’ ολοκληρωτικής συμφωνίας νου και καρδίας. Η Θεία αρμονία της πνευματικής ταύτης καταστάσεως είναι ευφροσύνη δια την καρδίαν και φως δια τον νουν. Όλος ο άνθρωπος (νους-πνεύμα, καρδία, και σώμα εισέτι) αισθάνεται «την ειρήνην του Θεού, την υπερέχουσαν πάντα νουν». Η ψυχή αναγνωρίζει ότι και η Αγάπη, και το Φως, και η Ειρήνη καταβαίνουσιν εκ του Υψίστου.
Είναι μέγα αγαθόν να γνωρίση τις τον αληθινόν Θεόν και να γνωρίζη Αυτόν γνώσει αναφαιρέτω. Πάντα ταύτα εδόθησαν εις τον κόσμον δια του Σαρκωθέντος Υιού του Πατρός, Χριστού Ιησού, και η ευγνώμων ψυχή έλκεται προς Αυτόν (τον πάλαι επί του Σινά αποκαλύψαντα Εαυτόν δια του Ονόματος «Εγώ ειμι», όπερ επανέλαβε πολλάκις κατά την εν σαρκί επιφάνειαν Αυτού). Μετέδωκεν εις ημάς τούτο το «περισσόν ζωής», και η ψυχή γνωρίζει το τελούμενον εν αυτή και λέγει: «Νυν, Χριστέ μου, εν Σοί και δια Σου και εγώ ειμι». }412}
Όστις χάριν της εις Χριστόν-Θεόν πίστεως αυτού έλαβε την δωρεάν να εισέλθη, έστω και εκ μέρους, εις το αιώνιον ρεύμα της Γεθσημανίου Αυτού προσευχής και εν συνεχεία ωσαύτως, έστω και μόνον εκ μέρους, να υψωθή και επί του αθανάτου Γολγοθά, ούτος δι’ αναμφισβητήτου τρόπου βλέπει να αποκαλύπτηται προ αυτού το «μέγα της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις …». Από της στιγμής ταύτης ο πιστός «ουκέτι γινώσκει κατά σάρκα Χριστόν», τουτέστιν ως φυσικόν άνθρωπον, αλλά γινώσκει Αυτόν ως τον πανταχού παρόντα Παντοκράτορα, «ελθόντα εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι».
Ούτως ο γνησίως «πιστεύων εις τον Υιόν του Θεού έχει την μαρτυρίαν εν αυτώ».(413}

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Εν τη αρχή του αιώνος τούτου εγένετο ρήμα Κυρίου προς τον μακάριον Γέροντα Σιλουανόν: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην και μη απελπίζου». Την ακριβή ημερομηνίαν του γεγονότος τούτου ουδέποτε έμαθον. Είναι δυνατόν να συνέβη εν έτει 1906. Έν έτος περίπου πρότερον, το 1905, εγένετο γνωστή εις τον κόσμον η Εξίσωσις του Αϊνστάϊν: E=mc2. Η τελευταία αύτη έθεσε το θεμέλιον της συγχρόνου επιστήμης και τεχνολογίας. Αφ’ ενός μεν διήνοιξε κολοσσιαίας πηγάς ζωτικής ενέργειας, αφ’ ετέρου δε ήτο η αφετηρία δια την προετοιμασίαν του «αποκαλυπτικού» πυρός του ετοίμου να καταβροχθίση πάσαν ζωήν επί της Γης. Ο λόγος όμως όστις εδόθη εις τον Σιλουανόν, ανυπέρβλητος κατά την αξίαν αυτού, αποτελεί δια πολλούς πιστούς καθοδηγητικόν αστέρα προς την ασάλευτον Βασιλείαν. Ως προς το πνεύμα, το περιεχόμενον του λόγου τούτου ομοιάζει προς την διδασκαλίαν των αρχαίων Πατέρων της Αιγύπτου: Αντωνίου, Μακαρίου, Σισώη, Ποιμένος, των μεγάλων, και πολλών άλλων ολιγώτερον γνωστών, αλλ’ ίσως ουχί ολιγώτερον μεγάλων κατά τα έργα αυτών.
Ο λόγος του Χριστού «και μη απελπίζου» εδόθη δια του Αγίου Σιλουανού εις την εποχήν ημών, ήτις χαρακτηρίζεται υπό γενικής απογνώσεως, εξαιρέτως βαρείας. Οι άνθρωποι του αιώνος ημών συχνάκις, παρά την θέλησιν αυτών, γίνονται ηθικοί συνεργοί ατελευτήτων τοπικών ή και παγκοσμίων εισέτι αδελφοκτονιών. Ως τοιούτοι, αμετανόητοι ηθικοί συνεργοί, στερούνται ούτοι, κατά φυσικόν τρόπον, της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και δεν δύνανται πλέον να πιστεύσουν εις την αθανασίαν αυτών δια της αναστάσεως. Αληθώς, και ούτε επιθυμούν αυτήν. Ακριβώς εν αυτή τη αυτοκαταδίκη εις πλήρη μετά θάνατον εκμηδένισιν έγκειται η πνευματική ουσία της απογνώσεως. }416}