Τετάρτη 14 Αυγούστου 2019

Η αφύπνιση της καρδιάς με τον φόβο του Θεού Προδρόμου, Έσσεξ, Αγγλίας. 2012, σ. 38-48)

Η μνήμη του θανάτου, ως συνάντηση με τη ζώσα αιωνιότητα του Θεού, πλήττει αποφασιστικά τον όλο άνθρωπο, γιατί φανερώνει τον άδη της απουσίας του Θεού από την καρδιά του και αποκαλύπτει την πνευματική πτώχεια και ερήμωση του νου. Η οδυνηρή αυτή εμπειρία γεννά τον φόβο του Θεού, που αρχίζει να περιβάλλει την καρδιά και να αλλάζει το φρόνημά του. Όπως η μνήμη του θανάτου, έτσι και ο θείος φόβος που την διαδέχεται, δεν είναι ψυχολογικό συναίσθημα αλλά πνευματική κατάσταση, δώρο της χάριτος.

Κάθε είδους επαφή με την αιωνιότητα, και μάλιστα στα αρχικά στάδια, προξενεί φόβο στην ψυχή, γιατί η αιωνιότητα βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο. Όπως ήδη αναφέραμε, η μνήμη του θανάτου προκαλεί τη χαρισματική απόγνωση στον άνθρωπο, χάρη στην οποία ελευθερώνεται από την έλξη των παθών και των κτισμάτων. Ομοίως και ο φόβος του Θεού, προερχόμενος από άνωθεν έλλαμψη, βοηθεί τον άνθρωπο να ανανήψει από τον μακραίωνα ύπνο της αμαρτίας και τον οδηγεί σε εγκράτεια. Ενισχύει την καρδιά του, ώστε με σταθερή βούληση να προτιμά «τα μη βλεπόμενα» και «αιώνια» αντί των «βλεπομένων» και «πρόσκαιρων». Ακριβώς στην προτίμηση αύτη έγκειται το νόημα και η αλήθεια του λόγου «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου».
Έχοντας ο άνθρωπος τη σοφή αυτή στάση προς τον Θεό και τα χαρίσματά Του συνάπτει, κατά κάποιον τρόπο, μαζί Του μία πνευματική διαθήκη. Προκρίνει αποφασιστικά να μην παραδοθεί στη φθορά και στον αιώνιο θάνατο που τον κυκλώνουν, αλλά να εκζητήσει διά παντός το Πρόσωπο του Υψίστου, φιλοτιμούμενος να εκπληρώσει «το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον». Για την αγαθή αυτή προαίρεσή του ο άνθρωπος δέχεται τον φωτισμό του Προσώπου του Χριστού που αναζωπυρώνει την καρδιά του.
Με τον εσωτερικό φωτισμό του φόβου του Θεού ο άνθρωπος αποκτά γνώση της αληθινής καταστάσεώς του. Αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του, όπως τον βλέπει ο Θεός. Πείθεται ότι γύρω του βασιλεύει το απαράδεκτο κράτος του θανάτου και ότι μέσα του εδρεύει το σκότος της φθοράς και της άγνοιας, σε βαθμό μάλιστα που προκαλεί μαρτυρική βάσανο στο πνεύμα του. Ανακαλύπτει βαθ¬μηδόν την κρυφή δολιότητα και τους πονηρούς λογισμούς που εμφωλεύουν στην καρδιά του και τρέμει για το ενδεχόμενο της αιώνιας απώλειάς του. Αν και δεν είναι σε θέση να ατενίσει κατά πρόσωπο την πηγή του Φω¬τός, ωστόσο γίνεται ικανός να αποτιμήσει το κατάντημά του. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν απελπίζεται για την αίσθηση της αθλιότητάς του, γιατί δεν την αποκόμισε με τη βοήθεια κάποιας ψυχολογικής μεθόδου, αλλά είναι πολύτιμος καρπός της ενέργειας της χάριτος. Απεναντίας, εμπνέεται να εκχύσει το περιεχόμενο της καρδιάς του στην προσευχή και να συνεργασθεί με τον Θεό για την κάθαρση και τη θεραπεία του.
Από τα πρώτα στάδια του φωτισμού και της θεραπείας της η καρδιά του ανθρώπου συλλαμβάνει μερικές αλήθειες. Διαισθάνεται το άμετρο μεγαλείο της ευαγγελικής κλήσεως και το ανέφικτο ύψος των εντολών του Κυρίου που νομοθετούν την οδό Του. Συνειδητοποιεί εξίσου σαφώς το μέγεθος της ρυπαρότητάς του. Συνέχεται από φόβο μήπως παραβεί τα θεία προστάγματα και κατανοεί ότι η σταύρωση είναι αναπόφευκτη για να εισέλθει στη Βασιλεία. Το ύψος του σκοπού αυτού και τα παθήματα που συνδέονται με την πραγμάτωσή του αυξάνουν τον φόβο. Καρδιά και νους κυριεύονται από την αγωνιώδη μέριμνα να μην αποδειχθεί ο άνθρωπος ανάξιος του Θεού της αγάπης.
Όπως ο Κύριος έδειξε την τελειότητα της αγάπης Του «διά παθημάτων», έτσι και ο μαθητής Του, που επιθυμεί να εισέλθει στην Ουράνια Βασιλεία, πρέπει να υπομείνει θλίψεις και παθήματα, για να εξαγνίσει την καρδιά του. Καθώς όμως τα μετέρχεται με καρτερία, έρχεται σε επίγνωση της αστάθειας της φύσεώς του. Αποδεικνύεται ανίκανος να αγαπήσει με σταθερότητα τον Χριστό, ο Οποίος «πρώτος ηγάπησεν ημάς». Γνωρίζει τότε εμπειρικά την ασθένειά του και βεβαιώνεται ότι «πας άνθρωπος ψεύστης», γιατί δεν μπορεί να σταθεί στο ίδιο μέτρο αγάπης. Η θλιβερή αυτή διαπίστωση εντείνει τον θείο φόβο που συντρίβει και ταπεινώνει την καρδιά, ώστε να γίνει εύθετη για την αγάπη του Θεού.
Ο φόβος του Θεού ενεργεί ποικιλοτρόπως στην καρδιά του ανθρώπου κατά τα διάφορα στάδια της πνευματικής ζωής. Αρχικά του δίδει τη σύνεση να προτιμά τα αιώνια αγαθά και την έμπνευση να τα αναζητεί. Στη συνέχεια τον οδηγεί σε επίγνωση των μέτρων της ασθενικής φύσε¬ώς του, ώστε να μάθει να διαφυλάττει τη χάρη του Θεού.
Η κενοδοξία αφανίζει τον τόπο της βαθειάς καρδιάς. Ο φόβος του Θεού είναι συνεπώς απαραίτητος, για να διδάξει τον άνθρωπο «μη υπερφρονείν παρ’ ο δει φρονείν», αλλά με ταπείνωση να διατηρεί ζωντανή την αίσθηση του Θεού στην καρδιά του. Τελικά, όταν η μεγάλη αγάπη του Χριστού πληθύνει στην καρδιά, τότε ο θείος φόβος γίνεται προστατευτικός. Μεταδίδει το τέλειο φρόνημα της ταπεινώσεως, τη βαθειά αίσθηση της αναξιότητας του ανθρώπου ενώπιον ενός τέτοιου Θεού, Θεού της αγάπης, όπως είναι ο Χριστός. Η ταπεινή ευγνωμοσύνη δεν παύει τότε να αυξάνει το πλήρωμα της θείας αγάπης, ωσότου επιτελεσθεί το μεγαλύτερο θαύμα στην ιστορία του κόσμου: «Ο Θεός ενώνεται με τον άνθρωπο σε ένα».
Κατά το μέτρο που έχει τον φόβο του Θεού ο άνθρωπος, μπορεί να έχει και την αγάπη. Έτσι συναγωνίζεται τα Χερουβίμ, τα οποία τρέμουν και φρίττουν, αλλά και αγαπούν τον Κύριο με όλο τους το είναι. Και οι δύο αυτές αισθήσεις οφείλουν να συνοδεύουν τον άνθρωπο καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ώστε να κατορθώσει να διαφυλάξει εκείνη την καρδιά την οποία αναγνωρίζει ο Θεός, και στην οποία αναπαύεται το Πνεύμα του Κυρίου.
Ο φόβος του Θεού είναι κατά κάποιον τρόπο φυσικός για τον άνθρωπο που δεν γεύθηκε τη θεία χάρη, γιατί δεν γνωρίζει το μέγεθος της ταπεινώσεως, της πραότητας και της αγάπης του Κυρίου. Ωστόσο, και όταν ακόμη ο νους και η καρδιά αρπαγούν στη φωτοφόρο απειρότητα του Ουρανού, και επιστρέψει έπειτα ο άνθρωπος από το πανηγύρι της θείας αγάπης στην καθημερινή πραγματικότητα, εισβάλλει εκ νέου ο φόβος με τη σκέψη: θα επιστρέψει άραγε ποτέ ο Απελθών;
Στην αρχή ο άνθρωπος έχει φόβο, γιατί δεν είναι οικείος με το έλεος του Κυρίου. Όταν όμως γνωρίσει το μέγεθος της ευσπλαχνίας Του, τότε τρέμει και συντρίβεται για το κενό που μπορεί να δημιουργήσει η αποχώρη¬σή Του. Αυτός είναι ο τέλειος φόβος των δικαίων. Καίτοι οι Άγιοι μετά την αρπαγή τους και την όραση του Θείου Φωτός ελευθερώνονται από τον φόβο του θανάτου, παρ’ όλα αυτά διατηρούν τη σύνεσή τους, ώστε και τότε να μην έχουν υπερβολική παρρησία και έτσι να φυλάγουν αταλάντευτη την παράστασή τους ενώπιον του Κυρίου. Συνεπώς η ταπείνωση του τέλειου φόβου κατασφαλίζει το χάρισμα του Θεού και αποθησαυρίζει στην καρδιά την πνευματική γνώση.
Ο άγιος φόβος διακατέχει την ψυχή του πιστού καθ’ όλη την πορεία του πίσω από τον Κύριο. Σε κάθε βαθμίδα της πνευματικής αναβάσεως ο φόβος αυτός προηγείται της αγάπης και ακολουθεί πάντοτε ως ακόμη πιό βαθειά ταπείνωση. Όταν τελικά ο άνθρωπος αξιωθεί να κατοπτεύσει το Πρόσωπο του Κυρίου, τότε εμφορείται εξ ολοκλήρου από το διπλό και υγιές αίσθημα του φόβου και της αγάπης. Αισθάνεται φόβο, γιατί ο Κύριος είναι ο Δημιουργός και η αγιωσύνη Του ανέφικτη. Αισθάνεται αγάπη, γιατί ο Θεός είναι πολυέλεος Πατέρας που συγκαταβαίνει από το ύψος της δόξας Του να κατοικήσει στην καρδιά του. Η τέλεια όμως αυτή αγάπη, όπως μαρτυρεί ο μεγάλος μαθητής της αγάπης Ιωάννης, διώχνει τον ατελή εκείνο φόβο, που «κόλασιν έχει».
Βλέπουμε, επομένως, ότι ο θείος φόβος αφυπνίζει την καρδιά του ανθρώπου, την καλλιεργεί και την τελειοποιεί με τη θεία αγάπη, για να καταστεί ικανή να δεχθεί τον ανεκτίμητο θησαυρό της γνώσεως και της σοφίας του Θεού. Χωρίς αναγεννημένη καρδιά ο άνθρωπος «ματαιούται εν τοις διαλογισμοίς αυτού» και αποδεικνύεται αδόκιμος για την απόκτηση σοφίας.
Ακόμη και αν η ευχάριστη διάθεση του ανθρώπου έχει αγνά ελατήρια, ο φόβος του Θεού τον συμβουλεύει να καλλιεργεί πάντοτε τη σύνεση, κατά το ρήμα Του: «Δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε Αυτώ εν τρό-μω». Βαδίζοντας σοφά πάνω στη γη με τον φόβο του Θεού, κάθε μέρα επιτελεί αγιωσύνη και λαμβάνει την κληρονομιά του Θεού, σύμφωνα με την αδιάσειστη υπόσχεσή Του: «Έδωκας κληρονομίαν τοις φοβουμένοις το Όνομά Σου, Κύριε».
Ακόμη και κατά τις μεγάλες στιγμές της επισκέψεως του Θεού και της εξάρσεως από τη χάρη Του, ο άνθρωπος διδάσκεται να περιορίζει με διάκριση τον ενθουσιασμό του περιφρουρώντας ταπεινά τον φόβο του Θεού. Βαδίζει έτσι μέσα στην ευδοκία της επισκέψεως του Θεού, χωρίς να μολύνεται από την ανθρώπινη τόλμη. «Επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμο¬ντα τους λόγους μου;» λέει ο Κύριος. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο οποίος συνιστά σύνεση κατά τις μεγαλειώδεις στιγμές της επισκέψεως του ανθρώπου από τη χάρη του Θεού, συμβουλεύει τα εξής: «Μη παρρησιάζου, καν καθα¬ρότητα κέκτησαι· ταπεινοφροσύνη δε μάλλον πολλή πρόσελθε, και πλέον παρρησιασθήση». Δυστυχώς, τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος αποβαίνουν επικίνδυνο όπλο, όταν υπερισχύσουν στον άνθρωπο η άγνοια και η υπερηφάνεια.
(Αρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, «Ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος», εκδ. Ι. Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, Αγγλίας. 2012, σ. 38-48)

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2019

Ακόμη και τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη προσπάθησε να πλανήσει ο διάβολος


Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;... Είναι δυνατό αυτό;...

Τον εικοστό αιώνα, με κέντρο το Άγιον Όρος, αναδείχθηκαν μερικοί κορυφαίοι χριστιανοί άγιοι, που μπορούν να χαρακτηριστούν παγκόσμιοι (ή, πιο δόκιμα, «οικουμενικοί») διδάσκαλοι.


Ανάμεσα στους σημαντικότερους είναι χωρίς αμφιβολία δύο Ρώσοι, ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1934) και ο μαθητής και βιογράφος του γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (1896-1993), ιδρυτής της μονής του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας, ενός από τα σπουδαιότερα κέντρα της ορθόδοξης πνευματικότητας στο δυτικό κόσμο.

Οι δύο αυτοί χριστιανοί διδάσκαλοι καταθέτουν τη δική τους εμπειρία για τα ψευδοβιώματα, αντίγραφα των αληθινών, που συνιστούν πειρασμούς:

Ως αρχάριος αγωνιστής (δόκιμος μοναχός ακόμη) ο άγιος Σιλουανός γνώρισε τουλάχιστον δύο φορές βιώματα πλάνης.

Τη μία φορά, ενώ προσευχόταν στο κελλί του, ο χώρος «γέμισε από ένα ασυνήθιστο φως, που διαπέρασε ακόμη και το σώμα του, έτσι που είδε τι ήταν μέσα από το θώρακά του.

Ο λογισμός τού λέει: “Δέξου το, είναι η χάρη”.

Η ψυχή όμως του δόκιμου ταράχθηκε και έμεινε σε μεγάλη απορία.

Η προσευχή συνέχισε να ενεργείται μέσα του και μετά από αυτό, αλλά το πνεύμα της συντριβής απομακρύνθηκε τόσο, που σε ώρα προσευχής του ήρθε γέλιο. Χτύπησε δυνατά το μέτωπο με τη γροθιά του.

Το γέλιο έπαψε, αλλά το πνεύμα της μετάνοιας δεν ξαναγύρισε και η προσευχή του συνεχίσθηκε χωρίς κατάνυξη. Τότε κατάλαβε πως του συνέβη κάτι ανάρμοστο».

Την άλλη φορά, κατά την ώρα της λειτουργίας, ένιωσε ότι άνοιξαν οι ουρανοί και άκουσε τον προφήτη Δαβίδ από τον παράδεισο να υμνεί το Θεό. Αντιλαμβανόμενος ότι πρόκειται περί απάτης, ο άγιος αρνήθηκε και αυτό το βίωμα.

Ας σημειωθεί ότι το γέλιο, που ο άγιος αξιολόγησε όχι ως αποτέλεσμα αυθεντικής θεϊκής χαράς, αλλά ως «ανάρμοστο» ψυχοσωματικό ξέσπασμα, υπενθυμίζει το «γέλιο του Αγίου Πνεύματος», που καταγράφεται ως «πνευματικό βίωμα» στο κίνημα των «αναγεννημένων χριστιανών»:

«Ήμουν τόσο χαρούμενος, που το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να γελώ σωριασμένος στο πάτωμα».

«Άρχισα να γελώ… Ήθελα μόνο να γελώ και να γελώ, όπως κάνεις όταν νιώθεις τόσο καλά, που δε μπορείς να μιλήσεις γι’ αυτό. Κρατούσα τα πλευρά μου και γελούσα ώσπου διπλώθηκα στα δύο».

Ιστορίες πλάνης Του Θεόδωρου Ι. Ρηγινιώτη

Τρίτη 30 Ιουλίου 2019

Το άκτιστο θείο φως και οι τρόποι θεωρίας του Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ιδρυτού της Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης (1866-1938), Αθήνα 1988, δ΄ εκδ. σελ. 195-200


Ο Θεός, όντας φως στο οποίο «σκοτία οὐκ ἔστιν οὐδεμία», εμφανίζεται πάντοτε στο φως και ως φως.
Το άκτιστο φως είναι ως προς την φύση του θεία ενέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό από το φυσικό φως. Κατά τη θέα του επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που απορροφά ολόκληρο τον άνθρωπο· άϋλη αίσθηση του ’ϋλου· αίσθηση νοερή και όχι λογική· αίσθηση μ' εξουσιαστική δύναμη που αρπάζει τον άνθρωπο σ' άλλο κόσμο, αλλά τόσο γαλήνια, που αυτός δεν αντιλαμβάνεται την στιγμή που του συνέβηκε αυτό και δεν ξέρει αν ο ίδιος βρίσκεται στο σώμα ή εκτός του σώματος. Αποκτά τότε συνείδηση του εαυτού του τόσο ενεργητική και βαθειά , όσο ποτέ άλλοτε στην συνηθισμένη ζωή, και συγχρόνως λησμονεί τον εαυτό του και τον κόσμο, πλημμυρισμένος από τη γλύκα της αγάπης του Θεού. Βλέπει με το πνεύμα τον Αόρατο, Τον αναπνέει, βρίσκεται όλος κοντά Του.
Μ' αυτήν την υπέρλογη αίσθηση του ζωντανού Θεού που ξεχειλίζει τα πάντα συνενώνεται θέα φωτός, αλλά φωτός διαφορετικού στη φύση του από το φυσικό φως. Ο ίδιος ο άνθρωπος μένει τότε στο φως κι εξομειώνεται με το φως που βλέπει, πνευματοποιείται απ' αυτό και δεν βλέπει και δεν αισθάνεται ούτε την δική του υλικότητα ούτε την υλικότητα του κόσμου.
Η όραση έρχεται με ακατάληπτο τρόπο. Σε ώρα που δεν προσμένεται· δεν έρχεται ούτε απ' έξω ούτε από μέσα, αλλ' αγκαλιάζει με ανέκφραστο τρόπο το πνεύμα του ανθρώπου, εισάγοντάς τον στον κόσμο του θείου φωτός. Και δεν μπορεί να πη αν βρέθηκε σ' έκσταση, δηλαδή αν η ψυχή του ήταν έξω από το σώμα, γιατί δεν αντιλαμβάνεται ούτε την επιστροφή στο σώμα. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτε το παθολογικό σ' αυτό το φαινόμενο.
Ο Θεός ενεργεί, ο άνθρωπος δέχεται. Και τότε δεν ξέρει ούτε διάστημα ούτε χρόνο ούτε γέννηση ούτε θάνατο ούτε φύλλο ούτε ηλικία ούτε κοινωνική ή ιεραρχική θέση ούτε άλλες συνθήκες και σχέσεις του κόσμου τούτου. Ήλθε ο Κύριος, η άναρχη Ζωή και το Φως της ζωής να επισκεφθή με έλεος τη μετανοούσα ψυχή.
Το Θείο Φως θεωρείται άσχετα από συνθήκες, και στο σκοτάδι της νύχτας και στο φως της ημέρας. Η ευδοκία του Θεού κατεβαίνει μερικές φορές με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρήται η αντίληψη και του σώματος και του γύρω κόσμου. Τότε ο άνθρωπος μπορεί να μένη με τα μάτια ανοιχτά και να βλέπη ταυτόχρονα δύο φώτα, και το φυσικό φως και το Θείο φως. Αυτήν την όραση οι ’γιοι Πατέρες την ονομάζουν όραση με τους φυσικούς οφθαλμούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η πράξη της οράσεως του Θείου φωτός είναι ανάλογη σ' όλα με τη συνήθη ψυχοφυσιολογική πορεία της φυσικής οράσεως. Δεν σημαίνει δηλαδή πως το Θείο φως είναι όμοιο με το φυσικό, το οποίο- ανεξάρτητα από το ποια επιστημονική θεωρία για το φως δεχόμαστε- προκαλεί τη γνωστή διέγερση του οπτικού νεύρου και στη συνέχεια περνά στην ψυχολογική διαδικασία της οράσεως. Το Θείο φως είναι διαφορετικό στη φύση του, είναι φως νοερό, φως πνευματικό, φως αγάπης, φως ζωής.
Εικόνα του Θείου φωτός στο φυσικό κόσμο είναι το φυσικό φως. Η θέα των γύρω μας αντικειμένων είναι δυνατή, μόνον όταν υπάρχη φως, κι αν το φως είναι αμυδρό, το μάτι μόλις που διακρίνει τα αντικείμενα· αν είναι αφθονότερο, βλέπει καθαρότερα· τέλος η όραση φτάνει στην πληρότητά της στο πλήρες ηλιακό φως. Παρομοίως και στον πνευματικό κόσμο κάθε αληθινή όραση είναι δυνατή μόνο στο Θείο φως, κι όχι αλλιώς. Αυτό το φως παρέχεται στον άνθρωπο σε διαφορετικό μέτρο. Κι η πίστη είναι φως, αλλ' ανεπαρκές. Κι η ελπίδα είναι φως, αλλ' ακόμη ατελές. Κι η αγάπη είναι φως, αλλά τέλειο πια.
Το άκτιστο φως φωτίζει, σαν τον ήλιο, τον πνευματικό κόσμο κι αποκαλύπτει στον άνθρωπο τις πνευματικές οδούς, που είναι αθέατες μ' άλλον τρόπο. Χωρίς αυτό το φως δεν μπορεί ο άνθρωπος ούτε να εννοήση ούτε πολύ περισσότερο να εκπληρώση τις εντολές του Χριστού, γιατί μένει στο σκοτάδι. Το άκτιστο φως φέρει μέσα του την αιώνια ζωή και την πνοή της Θείας αγάπης. Μάλλον το ίδιο είναι η αιώνια ζωή και η Θεία αγάπη.
Όποιος δεν είδε με δύναμη και πληροφορία το άκτιστο φως, αυτός δεν γεύτηκε ακόμη την αληθινή θεωρία. Κι όποιος, πριν από την όραση του άκτιστου φωτός, απλώνεται μ' αυθάδεια «με το νου του» στη θεωρία των μυστηρίων του πνεύματος, αυτός όχι μόνο δεν πετυχαίνει τον σκοπό του, αλλά φράζει και τον δρόμο ακόμα προς αυτά μπροστά του. Θα δη μόνο τα προσωπεία της αλήθειας, που τα φαντάζεται ο ίδιος ή του προσφέρουν απατηλές δαιμονικές δυνάμεις.
Η πραγματική θεωρία έρχεται άνωθεν, με ηρεμία. Η υπαρξιακή θεωρία δεν είναι σαν την αφηρημένη, τη διανοητική. Είναι ποιοτικά διαφορετική, είναι το φως της ζωής που δίνεται από την ευδοκία του Θεού κι η οργανική οδός προς αυτό είναι όχι η διανόηση, αλλ' η μετάνοια.
Το Θείο φως είναι η αιώνια ζωή, η βασιλεία του Θεού, η άκτιστη ενέργεια της Θεότητας. Δεν περιλαμβάνεται φυσικώς μέσα στον άνθρωπο, γιατί είναι άλλης φύσης από τη δική μας κτιστή φύση· γι' αυτό δεν μπορεί να ξετυλιχτεί μέσα μας μ' οποιαδήποτε ασκητικά μέσα, αλλ' έρχεται αποκλειστικά σαν δώρο του Ενός Αγαθού.
Ρωτήσαμε τον Γέροντα: με ποιο τρόπο μπορεί να το αντιληφθή αυτό ο άνθρωπος με την πείρα του; Ο μακαριστός Γέροντας εβεβαίωνε πως όταν ο Θεός εμφανίζεται σε μέγα φως, τότε ο άνθρωπος δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι αυτός που φανερώθηκε είναι ο Κύριος, ο Δημιουργός, ο Παντοκράτορας. Όποιος όμως αξιώθηκε να έχη αμυδρή ακόμη θεωρία του φωτός, δεν μπορεί ν' αντιληφθή σαφώς πως το φως που θεωρεί είναι διαφορετικό στην υφή του από την ψυχή του· έτσι γι' αυτόν η οδός για βεβαιότερη επίγνωση, μπορεί να είναι η πλήρης εμπιστοσύνη στην πείρα των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που αξιώθηκαν αυτή την θεωρία ή η περαιτέρω επανάληψη των επισκέψεων και των άρσεων της χάρης, που θα τον διδάξουν να διακρίνη την άκτιστη θεία ενέργεια από τη φυσική ενέργεια του ανθρώπου.
Όταν η προσευχή του ανθρώπου περνά για πρώτη φορά στην όραση του Θείου φωτός, τότε το θεώμενο και βιούμενο είναι τόσο νέο και καταπληκτικό γι' αυτόν, που δεν μπορεί να εννοήση τίποτε. Αισθάνεται πως πλάτυναν ανείπωτα τα όρια της υπάρξεώς του, πως το φως που φανερώθηκε τον πέρασε από τον θάνατο στη ζωή, αλλ' από το μεγαλείο του συμβάντος μένει σ' απορία και έκπληξη, και μόνο μετά από επανειλημμένες επισκέψεις εννοεί το δώρο που του χορήγησε ο Θεός.
Η ψυχή κατά την όραση και μετά απ' αυτήν είναι γεμάτη από βαθειά ειρήνη και από την γλυκύτητα της αγάπης του Θεού. Εξαφανίζεται απ' αυτήν κάθε επιθυμία δόξας, πλούτου, οποιασδήποτε γήϊνης ευτυχίας, ακόμη κι αυτής της ίδιας της ζωής. Όλα αυτά θεωρούνται «σκύβαλα» και η επιθυμία της την σύρει προς το ζωντανό άπειρο, το Χριστό, στον οποίο δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος ούτε σκοτάδι ούτε θάνατος.
Από τους δύο αυτούς τρόπους θεωρίας του Θείου φωτός που περιγράψαμε, ο Γέροντας προτιμούσε εκείνον κατά τον οποίον «ο κόσμος λησμονείται παντελώς», όταν δηλαδή την ώρα της προσευχής το πνεύμα του ανθρώπου βγαίνη έξω από τις εικόνες του κόσμου και εισέρχεται στη σφαίρα του ατελείωτου φωτός, γιατί μια τέτοια όραση παρέχει μεγαλύτερη γνώση για τα μυστήρια του «μέλλοντος αιώνος». Στην κατάσταση αυτής της οράσεως η ψυχή αισθάνεται ενεργώς την κοινωνία στη Θεία ζωή και δοκιμάζει υπαρξιακώς μια τέτοια έλευση του Θεού, για την οποία είναι αδύνατο να μιλήση η ανθρώπινη γλώσσα. Όταν η όραση αυτή τελειώση, για λόγους άγνωστους στον άνθρωπο κι ανεξάρτητα από την θέλησή του, όπως κι άρχισε ανεξάρτητα, τότε επιστρέφει σιγά-σιγά η ψυχή στην αντίληψη του γύρω κόσμου και στην γλυκειά χαρά της αγάπης του Θεού προστίθεται μια λεπτή λύπη, γιατί θα βλέπη και πάλι το φως του φυσικού τούτου ήλιου.
Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Αλλ' ερωτάται: τι είναι σ' αυτόν η εικόνα του Θεού; Ή αλλιώς: σε τι έγκειται αυτή η εικόνα; Στο σώμα; Στην ψυχική ή στην ψυχοφυσική σύσταση του ανθρώπου; Στο τριαδικό των ψυχικών του δυνάμεων και εκδηλώσεων;... Η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Μερικές διαθλάσεις και ανταύγειες της εικόνας του Θεού δεν αποκλείονται σ' όλα όσα απαριθμήσαμε, αλλά το πιο ουσιαστικό είναι η μορφή της υπάρξεως. Το κτιστό ον κοινωνεί κατά τη δωρεά της ευδοκίας με την άκτιστη άναρχη Ύπαρξη...Πώς είναι δυνατόν αυτό; Είναι τόσο ανεξήγητο όσο ακατάληπτο και ανεξιχνίαστο είναι το μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου « εκ του μηδενός». Κι όμως είναι τέτοια η ευδοκία του ουράνιου πατέρα, ώστε ο κτισθείς «κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωση » είναι προικισμένος με την ικανότητα να δεχθή την θέωση , να γίνη κοινωνός δηλαδή της θείας ζωής, να λάβη το θείο τρόπο υπάρξεως, να γίνη Θεός κατά χάρη.
Τη θέωση ο άνθρωπος την επιδέχεται, δηλαδή ο Θεός είναι η ενεργούσα αρχή στην πράξη της θεώσεως κι ο άνθρωπος η προσλαμβάνουσα. Η πρόσληψη όμως αυτή δεν είναι καθαρά παθητική και η πράξη της θεώσεως δεν μπορεί να τελεσθή αλλιώς παρά με τη συμφωνία και την συνεργασία του ίδιου του ανθρώπου. Στην αντίθετη περίπτωση χάνεται και η ίδια η δυνατότητα της θεώσεως. Σ' αυτό έγκειται η ουσιώδης διαφορά της αρχικής πράξεως της δημιουργίας από το ακόλουθο στάδιό της. Της θεώσεως της λογικής κτίσεως.
Αν είναι απερινόητο το μέγα μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου γενικώς, το μυστήριο της δημιουργίας αιωνίων θεών είναι ακόμη περισσότερο απείρως πιο μεγαλειώδες. Αν όλη η ζωή γύρω μας είναι θαύμα που μας καταπλήσσει με το μεγαλείο του, η συνείδηση του Θείου θαύματος, μέσα στον άνθρωπο που εισέρχεται στον κόσμο του Ακτίστου φωτός, αποκτά ασύγκριτα μεγαλύτερη δύναμη και βάθος.
Για κάθε άνθρωπο που θ' αναλογισθή το γεγονός της υπάρξεώς του, αυτό θα είναι αντικείμενο μεγάλου θαυμασμού. Έτυχε να συναντήσωμε ανθρώπους που μπαίνοντας στη νοερή σφαίρα, που προσιδιάζει φυσικά στον άνθρωπο, εκπλήσσονταν από το φωτόμορφο κάλλος της. Όταν όμως ο άνθρωπος με τη Θεία ενέργεια εισάγεται στον κόσμο του ακτίστου φωτός, τότε το « θάμβος Θεού» φτάνει να γίνη τελείως ανέκφραστο και δεν βρίσκει πια λόγια ούτε τρόπους ούτε στεναγμούς ευγνωμοσύνης.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Το άκτιστο φως στη ζωή & διδασκαλία του Γ.Σωφρονίου

προφητικός λόγος & χαρισματική εμπειρία- Γ.Σωφρόνιος

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος Ζαχάρωφ (†11 Ιουλίου 1993) ὁμιλεῖ γιὰ τὴ ζωή του

Να στέκεσαι στο χείλος της αβύσσου της απογνώσεως, και όταν δεις ότι αρχίζεις να αποκάμνεις, τραβήξου λίγο πίσω και πιές ένα φλυτζάνι τσάι..Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ του Έσσεξ




Σωφρόνιος του Έσσεξ_Elder Sophrony of Essex_მამა სოფრონი_ Старец Софроний (Сахаров) Эссекс_ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ-ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ του Έσσεξ
Ο Γέροντας Σωφρόνιος έζησε περίπου πέντε χρόνια στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, πριν ακόμη γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Σιλουανό. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1930. Κάθε φορά που έβγαινε να θυμιάσει τους μοναχούς αισθανόταν δέος και ντροπή, όταν περνούσε μπροστά από τον Άγιο. Μέχρι τότε όμως δεν έτυχε να συνομιλήσει μαζί του.
Λίγο χρόνο μετά την χειροτονία του Γέροντος ήλθε να τον επισκεφθεί ο ερημίτης μοναχός π. Βλαδίμηρος, με τον οποίο συζήτησαν διάφορα πνευματικά θέματα. Κατανυγμένος από την συζήτηση και την όλη πνευματική ατμόσφαιρα της συνομιλίας, ο π. Βλαδίμηρος απευθύνει ξαφνικά στον Γέροντα το ερώτημα: 
“Πάτερ Σωφρόνιε, πες μου έναν λόγο για τη σωτηρία της ψυχής μου”.
 Εκείνη τη στιγμή ο Γέροντας, που ετοίμαζε τσάι για τον π. Βλαδίμηρο, λέει: ” Να στέκεσαι στο χείλος της αβύσσου της απογνώσεως, και όταν δεις ότι αρχίζεις να αποκάμνεις, τραβήξου λίγο πίσω και πιές ένα φλυτζάνι τσάι”. 
Τότε του έδωσε το τσάι. Ο λόγος αυτός και προπαντός η ενέργεια που μετέδωσε, χτύπησε τον ερημίτη, που αποχώρησε συντετριμένος, για να συμβουλευθεί τον Άγιο Σιλουανό και να ελέγξει την αλήθεια και την ασφάλεια της προτροπής.Σιλουανός ο Αγιορείτης_st.Silouan the Athonite_прп. Силуан Афонский-10Την επομένη της συναντήσεως ο Γέροντας κατέβαινε από τη σκάλα του πολυώροφου κτιρίου της Μονής προς την κεντρική αυλή και ο Άγιος Σιλουανός ανέβαινε από τον αρσανά πρός την αντίθετη κατεύθυνση. Κανονικά θα έπρεπε να συναντηθούν έξω από την είσοδο του Καθολικού. Ο Γέροντας όμως, από ευλάβεια όπως πάντοτε λοξοδρόμησε για να μην συναντήσει τον Άγιο. Αλλά και ο Σιλουανός άλλαξε πορεία, και η συνάντηση μπροστά στην τράπεζα ήταν αναπόφευκτη. Τη στιγμή εκείνη ο Άγιος Σιλουανός ρώτησε τον Γέροντα:
” Πάτερ Σωφρόνιε, ήλθε σε σένα χθές ο π. Βλαδίμηρος ; ”
 Και ο Γέροντας, αποφεύγοντας όλα τα ενδιάμεσα στάδια του κοινού διαλόγου, απάντησε:
 ” Έσφαλα ;”.
Και ο άγιος Σιλουανός, με τον ίδιο τρόπο, λέει σε αυτόν:
” Όχι αλλά ο λόγος υπερέβαινε τα μέτρα και την δύναμη του αδελφού. έλα αύριο να συζητήσουμε από κοντά” 
Έτσι ο π. Σωφρόνιος επισκέφθηκε τον Άγιο Σιλουανό, που του διηγήθηκε τη ζωή του. Ανιστόρησε σε αυτόν τα δεκαπέντε χρόνια της πάλης του με τα πνεύματα της πονηρίας. Εμπιστεύθηκε σε αυτόν τον αποκαλυπτικό λόγο του Χριστού ” Κράτει τον νούν σου εις τον άδην και μη απελπίζου”, που αποτέλεσε σταθμό στον πνευματικό του αγώνα, και με την δύναμη του οποίου διασώθηκε από κάθε δαιμονική προσβολή και καθαρίσθηκε από λογισμούς υπερηφανείας. 
Ο Γέροντας Σωφρόνιος απέκτησε τέτοια πίστη και ευλάβεια προς τον Σιλουανό, ώστε με το πνεύμα του να προσκυνεί και τα αχνάρια των ποδιών του. Όπως ο ίδιος δηιγόταν και έγραφε, θεωρούσε τη γνωριμία και τον σύνδεσμο με τον άγιο Σιλουανό ως την μεγαλύτερη προς αυτόν δωρεά του Θεού. Το ιστορικό αυτό γεγονός είχε καθοριστική σημασία για τη μετέπειτα πνευματική εξέλιξη και θεολογία του. Η επικοινωνία του με τον Άγιο έδωσε στον Γέροντα τη διαβεβαίωση για το πνεύμα της μετάνοιας με το οποίο εμφορείτο ως τότε. Πληροφορήθηκε στη διδαχή του και με ακλόνητη πίστη στον λόγο του απέκτησε σταθερότητα στην ασκητική ζωή του και οδηγήθηκε στην απάθεια. Έζησε το υπόλοιπο των ημερών του, στην έρημο και αργότερα στην διακονία του μέσα στον κόσμο, μαρτυρώντας ότι μόνο με την εκούσια κατάβαση στον Άδη, χάριν της εντολής, ο πιστός τοποθετείται στην οδό του Θεού, μαθαίνει την απερίγραπτη ταπείνωση του Χριστού και ενώνεται μαζί Του.
Απόσπασμα από το αφιέρωμα:¨Ο ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ¨του Essex του Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία Ζαχάρου στο περιοδικό “Πεμπτουσία”  Τεύχος 3 Αυγ.- Νοεμ. 2000ΝΩΕ-the-flood-from-the-atrium-detail-of-noah-receiving-the-white-dove (1)Σας επαναλαμβάνω συνέχεια αυτό τον λόγο: «Κράτα τον νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι »Είναι η πιο τέλεια αποκάλυψη για την οδό της ασκητικής ζωής προς τον Χριστό. Η ιστορία της Εκκλησίας και η κάθε είδους άσκηση στον κόσμο δεν γνωρίζει πιο υψηλή αρχή από αυτήν. Σε σχέση με αυτό που είπα στον π. Βλαδίμηρο ,ένας αδελφός μας μου διηγήθηκε ότι κάποιος φίλος μας του είχε πει [γελά]: Εμείς πίνουμε συνέχεια τσάι !… Πρέπει όμως να κρατήσουμε την αρχή αυτή. «Διαβάστε προσεκτικά τον Σιλουανό, για να μη χάνετε την οδό».
Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας, τόμος Α, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2013, κεφάλαιο 14: σελ.199)

Ο Άγιος Σιλουανός μαζί με τον Γέροντα Σωφρόνιο είθε να επισκέπτονται εκεί κάτω στον Άδη της αβύσσου της απόγνωσης όλους τους απελπισμένους και σε κατάσταση μεγάλης απόγνωσης ευρισκομένους,να παρηγορούν και θεραπεύουνΓέννηση του Ιησού Χριστού_ Рождество Христово_ Nativity of Christ333Ωδη ζ’ Ιαμβικός

Την αγριωπόν, ακρατώς γαυρουμένην,
Άσεμνα βακχεύουσαν εξοιστρουμένου,
Κόσμου καθείλες πανσθενώς αμαρτίαν.
Ούς είλκυσε πριν, σήμερον των αρκύων,
Σώζεις δε, σαρκωθείς εκών Ευεργέτα
Ωδη θ’ Ιαμβικός
Τύπους αφεγγείς και σκιάς παρηγμένας,
Ω Μήτερ αγνή, του Λόγου δεδορκότες,
Νέου φανέντος, εκ πύλης κεκλεισμένης,
Δοξούμενοί τε, της αληθείας φάος,
Επαξίως σην ευλογούμεν γαστέρα..