Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Ανακοινώθηκε η επίσημη Αγιοκατάταξη του Γέροντα Σωφρονίου του Έσσεξ

Ανακοινώθηκε η επίσημη Αγιοκατάταξη του Γέροντα Σωφρονίου του Έσσεξ
Αγιοκατατάχθηκε επίσημα σήμερα έπειτα από απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου μία μεγάλη μορφή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο Γέροντας Σωφρόνιος του ‘Εσσεξ.
Το πνευματικό του έργο υπήρξε σπουδαίο ιδρύοντας μια χριστιανική αδελφότητα και χτίζοντας παράλληλα και ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στο Έσσεξ. Ο Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ έμεινε εκεί μέχρι την κοίμησή του το 1993 σε ηλικία 97 ετών.
Αναλυτικότερα και σύμφωνα με το επίσημο ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου: «Τήν Τετάρτην, 27ην τ. μ. Νοεμβρίου 2019, συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρείαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τάς προγραμματισθείσας δι᾿ ἕν τριήμερον ἐργασίας αὐτῆς.
Μετά τήν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν προγενομένων συνεδριῶν, ἤρξατο ἡ θεώρησις τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θεμάτων.
Εἰδικώτερον, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος, ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τούς ἐγνωσμένης ὁσιακῆς βιοτῆς καί πολιτείας Ἱερομόναχον Ἱερώνυμον Σιμωνοπετρίτην, Καθηγούμενον χρηματίσαντα τῆς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Ἱερᾶς Βασιλικῆς, Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας, καί ἀκολούθως Οἰκονόμον καί Πνευματικόν τοῦ Μετοχίου Ἀναλήψεως Βύρωνος Ἀττικῆς, καί Ἀρχιμανδρίτην Σωφρόνιον Σαχάρωφ, Καθηγούμενον χρηματίσαντα καί κτίτορα τῆς ἐν Ἔσσεξ Ἀγγλίας Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου.
Ένας από τους χαρισματικότερους μοναχούς του 20ου αιώνα
Ο Γέροντας Σωφρόνιος (κατά κόσμον Σεργκέι Σεμιόνοβιτς Σάχαρωφ, ρωσικά: Сергей Семёнович Сахаров‎; 22 Σεπτεμβρίου 1896 – 11 Ιουλίου 1993) ήταν Ρώσος Ορθόδοξος Ιερομόναχος που ξεκίνησε τη μοναχική του ζωή στο Άγιο Όρος, στη Ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος και θεωρείται από την ορθόδοξη παράδοση ως ένας από τους χαρισματικότερους μοναχούς του 20ου αιώνα.
Κατά την επίσκεψη του στο Άγιον Όρος, τον Οκτώβριο του 2019, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ενώπιον της Σύναξης της Ιεράς κοινότητας, ανήγγειλε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα προχωρήσει στη μελέτη αγιοκατάταξης του Γέροντα Σωφρόνιου του Έσσεξ.
Γεννήθηκε στη Μόσχα και ήταν μέλος 9μελούς οικογένειας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Σέργιος, ενώ έδειχνε από μικρός ιδιαίτερη θεολογική κλίση. Στην αρχή ασχολήθηκε με την ζωγραφική, ενώ ασχολήθηκε και με τον Βουδισμό και τον Ινδουισμό. Όταν απογοητεύτηκε από τη φιλοσοφία των Ανατολικών θρησκειών, στράφηκε προς το Χριστιανισμό και πιο συγκεκριμένα την Ορθοδοξία. Σε ηλικία 25 ετών μετακινήθηκε στη Γαλλία, προσπαθώντας να βρει εργασία ως ζωγράφος. Στη Γαλλία κατάφερε να γίνει δεκτός στους καλλιτεχνικούς κύκλους, όμως τελικά στράφηκε προς το χριστιανισμό με περισσότερο ζήλο αφού ούτε αυτό τον γέμιζε όπως ο ίδιος αργότερα ομολόγησε και έτσι στράφηκε σε ηλικία 29 ετών στη θεολογία, εισαγόμενος στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο στο Παρίσι.
Με το πέρας των σπουδών έλαβε την απόφαση να μονάσει. Έτσι εγκαταστάθηκε στη Ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιο Όρος, το 1925. 4 έτη αργότερα γνώρισε τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, ο οποίος έγινε ο πνευματικός καθοδηγητής του. Στη συνέχεια αναχώρησε για τα Καρούλια του Αγίου Όρους το 1938, που ασκήτεψε αυστηρά. Το 1948 έφυγε από το Άγιο Όρος ώστε να χειρουργηθεί στη Γαλλία ενώ εξέδωσε σε βιβλίο το βίο του Αγίου Σιλουανού, που εν τω μεταξύ πέθανε. Στη συνέχεια εξέδωσε και άλλα βιβλία το «Περί προσευχής», το «Άσκηση και Θεωρία» και «Η ζωή Του ζωή μου». Την ίδια εποχή επισκέφτηκε και τη Μόσχα μετά από πολλά χρόνια και έκτοτε είχε πιο στενούς δεσμούς με την πόλη. Το 1963 εγκατέλειψε το Άγιο Όρος και ίδρυσε μια χριστιανική αδελφότητα, χτίζοντας παράλληλα και ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στο Έσσεξ. Εκεί έμεινε μέχρι που κοιμήθηκε το 1993 σε ηλικία 97 ετών.

Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὅπως τόν γνώρισα Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου


Προδημοσίευση ἑνός κεφαλαίου ἀπό τό νέο βιβλίο μέ τίτλο «Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ὁ ἁγιορείτης καί ἡσυχαστής», περίπου 550 σελίδων μεγάλου μεγέθους πού θά κυκλοφορήση λίαν προσεχῶς.
*

Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐκείνους γιά τούς ὁποίους μπορεῖ κανείς νά ὁμιλῆ γιά πολλά χρόνια. Ἀπό τότε πού εἶχα τήν μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Θεό νά τόν γνωρίσω, ὁμιλοῦσα καί ἔγραφα γι’ αὐτόν, καί διάφορα κείμενά μου δημοσιεύθηκαν σέ βιβλία μου. Μέ ἐπηρέασε πολύ στήν θεολογική καί ἱερατική μου ζωή. Ἀλλά πέρα ἀπό τά κατά καιρούς ἄρθρα ἔγραψα ἕνα βιβλίο μέ τίτλο Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ στό ὁποῖο προσπάθησα νά περιγράψω τήν προσωπικότητά του καί τόν προφορικό του λόγο. Ὅμως, ἡ μορφή του εἶναι ἀνεξάντλητη καί δέν μπορῶ νά ἰσχυρισθῶ ὅτι παρουσίασα στήν ὁλότητα τόν ἅγιο Σωφρόνιο, τήν θεολογία καί τήν ζωή του μέ κάποια κείμενα πού ἔγραψα ἕως τώρα.
Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁμιλοῦσε συνεχῶς γιά τό πρόσωπο - ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλη ἡ θεολογία του ὑφαινόταν γύρω ἀπό αὐτό τό σπουδαῖο θέμα. Καί αὐτό συνδέεται μέ τό γεγονός ὅτι ὁ ἴδιος, ὕστερα ἀπό μιά ἀναζήτηση τοῦ ἀπρόσωπου Θεοῦ στήν ἰνδουϊστική φιλοσοφία, συνάντησε τόν Θεό στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μέσα στό ἄκτιστο Φῶς, εἶδε ὅτι ὁ Θεός εἶναι πρόσωπο καί ἔτσι τό θέμα αὐτό κατέχει κεντρικό ρόλο στήν θεολογία του.
Στήν παροῦσα συνάντηση θά προσπαθήσω νά παρουσιάσω μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς ζωῆς του, ἡ ὁποία εἶχε μεταμορφωθῆ ἀπό τήν εὐπρεπεστάτη ἀλλοίωση τοῦ Θεοῦ.
1. Θεολόγος καί Πατέρας
Κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, θεολόγος εἶναι ἐκεῖνος πού γνώρισε ἐμπειρικά τόν Θεό, καί στήν συνέχεια ὁμιλεῖ γι’ Αὐτόν. Στήν κατηγορία αὐτή ἀνήκουν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅλοι οἱ Θεόπτες, πού λέγονται θεούμενοι. Κατά τόν  ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, θεολόγοι εἶναι ὅσοι ἔδωσαν ἐξετάσεις καί πέρασαν στήν θεωρία - θέα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως καθαρίσθηκαν στήν ψυχή καί τήν καρδία, ἤ τό μετριώτατον ὅσοι καθαίρονται. Οἱ ἄλλοι, πού γνωρίζουν τόν Θεό ἀπό τήν φαντασία τους καί τούς στοχασμούς τους, εἶναι «αὐτοχειροτόνητοι θεολόγοι».
Ἐπίσης, Πατέρας, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι ἐκεῖνος πού γεννᾶ πνευματικά παιδιά. Ὁ ἴδιος εἶπε στούς Κορινθίους: «Ἐάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς ἔχητε ἐν Χρι στῷ, ἀλλ’ οὐ πολλούς πατέρας∙ ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα» (Α΄ Κορ. δ΄ 15).
Ἡ θεολογία συνδέεται στενά μέ τήν πνευματική πατρότητα, καί δέν νοεῖται τό ἕνα ἀνεξάρτητο ἀπό τό ἄλλο. Ὅποιος εἶναι θεολόγος, μέ τήν πατερική ἔννοια τοῦ ὅρου πού ἤδη προσδιορίσθηκε, γίνεται πόλος ἕλξεως πολλῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀναγεννῶνται ἀπό τόν θεολογικό του λόγο καί ἔτσι αὐτός γίνεται πνευματικός τους πατέρας.
Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὑπάγεται σέ αὐτήν τήν κατηγορία τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως φαίνεται στά κείμενά του, εἶδε πολλές φορές στήν ζωή του τό ἄκτιστο Φῶς, πού εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς Θεότητος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀλλοιώθηκε ὁλοκληρωτικά ἀπό τήν ἄκτιστη θεία ἐνέργεια καί ἔγινε πραγματικός θεολόγος μέσα στήν Ἐκκλησία. Γνώρισε τίς ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας ὄχι ἁπλῶς ἀπό τήν μελέτη θεολογικῶν βιβλίων, οὔτε ἀπό τίς μελέτες πατερικῶν ἔργων, ἀλλά ἀπό τήν ἴδια τήν ἐμπειρία του.
Ἔτσι, ὁ λόγος του ἦταν ἀναγεννητικός. Χιλιάδες ἄνθρωποι λάμβαναν ἕναν λόγο του καί τρέφονταν πνευματικά σέ ὅλη τους τήν ζωή καί αὐτός ὁ λόγος τούς ἀναγεννοῦσε στήν χριστιανική ζωή. Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι τόν λόγο του τόν δέχονταν καί ἄνθρωποι πού δέν ἦταν μόνον μοναχοί, οὔτε ἀκόμη καί Ὀρθόδοξοι, ὅμως ὅλοι αὐτοί ἀγάπησαν τήν Ὀρθοδοξία, ἔγιναν τίμια μέλη της. Κάθε φορά πού συναντοῦσε κανείς τόν ἅγιο Σωφρόνιο ἄκουγε ἕναν θεολογικό του λόγο καί ἄνοιγε ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του. Ὁ θεολογικός του λόγος ἦταν στήν πραγματικότητα θαυματουργικός καί συνδύαζε στενά τήν θεολογία μέ τήν πνευματική πατρότητα. 
 2. Ἡσυχαστής καί λειτουργός
Ἡ ὀρθόδοξη ἡσυχία εἶναι μιά ὁλόκληρη ἐπιστήμη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἐλέγχει τούς λογισμούς του καί δέν τούς ἐπιτρέπει νά γίνουν ἐπιθυμία καί πράξη, δηλαδή νά μήν εἰσέρχωνται μέσα στήν καρδιά. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν πρέπει νά ἐπηρεάζεται τό ἐπιθυμητικό τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό λογιστικό του, ἀλλά στό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό νά ὑπάρχη ἀδιάλειπτα τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἀγαπᾶ τόν Χριστό καί φροντίζει νά τηρῆ τό θέλημά Του, τίς ἐντολές Του, ἐνῶ στό λογιστικό πρέπει νά παραμένουν οἱ λογισμοί, προκειμένου νά ἀντιμετωπίζη ὁ ἄνθρωπος διάφορα θέματα στήν κοινωνική του ζωή. Ἡ ἡσυχία λέγεται καί νήψη, καί τήν συναντᾶμε στά κείμενα τῶν Ἀποστόλων. Ὁπότε, ὁλόκληρη ἡ εὐαγγελική ζωή εἶναι νηπτική καί ἡσυχαστική ζωή. Γιά τήν νήψη κάνουν λόγο οἱ Ἀπόστολοι στίς ἐπιστολές τους.
Κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ θεία Λειτουργία, στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται στόν σταυρωθέντα καί ἀναστάντα Χριστό καί κοινωνεῖ τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματός Του. Τήν ἀναίμακτη Μυσταγωγία ὁ Χριστός τήν προσφέρει ὡς μέγας Ἀρχιερεύς, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος θυσιάσθηκε γιά τό ἀνθρώπινο γένος καί θυσιάζεται σέ κάθε θεία Λειτουργία γιά νά ζήση ὁ ἄνθρωπος. Δέν νοεῖται ὀρθόδοξος Χριστιανός ἄν δέν συμμετέχη πραγματικά καί οὐσιαστικά στήν θεία Κοινωνία.
Εἶναι ἑπόμενο ὅτι συνδυάζεται στενά ἡ ὀρθόδοξη ἡσυχία μέ τήν θεία Λειτουργία, ἀφοῦ ἡ ἡσυχία ἔχει ἀναφορά στήν θεία Εὐχαριστία, ὅπως ἄλλωστε καί ὅλη ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί τά Μυστήρια, ἀλλά καί ἡ θεία Λειτουργία μετέχεται πραγματικά ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχει τίς ὀρθόδοξες ἡσυχαστικές προϋποθέσεις. Πρέπει κανείς νά ζῆ ἀσκητικά καθ’ ὅλη τήν ἑβδομάδα, γιά νά μπορέση νά ζήση λειτουργικά τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.
Στόν ἅγιο Σωφρόνιο συνδυάζονταν καί τά δύο αὐτά γνωρίσματα πολύ στενά. Ἦταν μεγάλος ἡσυχαστής, ἀφοῦ μέσα στήν καρδιά του ὑπῆρχε ἀπόλυτη ἡρεμία. Γνώριζε πολύ καλά τήν μάχη μέ τούς λογισμούς, τίς εἰκόνες καί τίς φαντασίες. Γνώρισε τόν Χριστό καί, θά μποροῦσα νά πῶ, «πληγώθηκε» βαθειά ἀπό τήν θέα τοῦ δοξασμένου Χριστοῦ. Εἶναι ἀδύνατον κανείς νά γνωρίση τόν Θεό, μέσα στό Φῶς καί στήν συνέχεια νά στρέψη τήν προσοχή του σέ ἄλλες ἀγάπες καί σέ ἄλλα ἐνδιαφέροντα. Μέσα στήν προοπτική αὐτή πρέπει νά δοῦμε τήν ἀδιάλειπτη μετάνοια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, πού ξεκινοῦσε ἀπό τήν ὅραση τῆς ἁγιότητος τοῦ Χριστοῦ. Ζοῦσε διαρκῶς στόν φωτισμό τοῦ νοῦ, πού εἶναι ἡ βάση τῆς ἡσυχαστικῆς καί νηπτικῆς ζωῆς, καί γι’ αὐτό ἦταν ἕνας ἀληθινός ἡσυχαστής.
Αὐτό, ὅμως, ἦταν ἡ πραγματική προϋπόθεση συμμετοχῆς στήν θεία Λειτουργία. Ἐφ’ ὅσον συνεχῶς ζοῦσε «τό ἀληθινό ἱερατεῖο», πού εἶναι ἡ ἀέναη λειτουργία μέσα στήν καρδιά, ἦταν εὔκολο νά ζῆ τήν οὐσία καί τό περιεχόμενο τῆς θείας Λειτουργίας. Βλέποντας κανείς τόν ἅγιο Σωφρόνιο διέκρινε ὅτι ὡς ἡσυχαστής βρισκόταν συνεχῶς μέσα στό πνεῦμα τῆς θείας Λειτουργίας καί ὡς λειτουργός ἦταν μυσταγωγικός, ἀφοῦ ἦταν μέγας ἡσυχαστής.
Αὐτός ἦταν ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁμιλοῦσε στούς συνομιλητές του γιά τήν νοερά προσευχή, ὡς βασική προϋπόθεση τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς, ἀλλά καί γιά τήν θεία Λειτουργία, ὡς ἄνοιγμα στόν πόνο ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας, ὡς βίωση τῆς Γεθσημανῆ. Ἄλλωστε, ὁ Χριστός στήν Γεθσημανῆ προσευχήθηκε γιά ὅλο τόν κόσμο, καί, συγχρόνως, βίωνε τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων, μέ τό ποτήριο, καί αὐτή ἡ πνευματική κατάσταση ἦταν συνέχεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου.
Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔλεγε ὅτι μέ τήν νοερά προσευχή ἡ θεία ἐνέργεια τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ εἰσέρχεται μέσα στά βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας καί μέ τήν θεία Λειτουργία εἰσερχόμαστε μέσα στόν πόνο καί τήν ὀδύνη τοῦ ὅλου Ἀδάμ. Συμβαίνει κατ’ ἀναλογία ὅ,τι μέ τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἀνέβηκε στόν Σταυρό, ἔπειτα τό σῶμα Του μαζί μέ τήν Θεότητα βρισκόταν στό μνημεῖο καί ἡ ψυχή Του μαζί μέ τήν Θεότητα κατέβηκε στόν Ἅδη. Ἄν δέν κενωθοῦμε πνευματικά καί ἐάν δέν ἑλκύσουμε ὅλους τούς ἀνθρώπους μέσα στήν καρδιά μας μέ ἀγάπη καί προσευχή, δέν μποροῦμε νά βιώσουμε τήν θεία Λειτουργία ὡς ἕνα παγκόσμιο γεγονός, ὡς μιά λυτρωτική προσφορά γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. 
 3. Ἐρημίτης καί κοινωνικός
Ἔρημος εἶναι ἕνας ἄγονος τόπος στόν ὁποῖο δέν ὑπάρχει ζωή, δέν ἀναπτύσσεται κοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους, δέν ὑπάρχουν τά βασικά στοιχεῖα τῆς ζωῆς, ὅπως τό νερό, τό φαγητό. Ἔρημος στήν μοναχική ζωή εἶναι ἕνας τόπος ἀπομακρυσμένος ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καί ἀπό τούς ἄλλους μοναχούς, ὅπου ὁ ἀσκητής ἀσκεῖται στήν κατά Χριστόν πολιτεία, δηλαδή ἀναζητᾶ τόν Θεό μέσα ἀπό τήν ξηρασία τοῦ σώματος καί τῆς φύσεως, μέσα στήν νέκρωση τῶν αἰσθήσεων καί τῶν παθῶν. Ἔρημος στό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ὁ χῶρος ἐκεῖνος πού βρίσκεται στό ἄκρο τῆς Χερσονήσου τοῦ Ἄθω, κυρίως τά Καρούλια, τά Κατουνάκια καί ἡ περιοχή γύρω ἀπό τόν Ἄθωνα. Στήν ἔρημο ζοῦν οἱ μοναχοί πού χαρακτηρίζονται ἐρημίτες καί προσεύχονται στόν Θεό μέσα στό ἀδιάλειπτο πνεῦμα τῆς μετάνοιας, τοῦ κλάματος καί τῆς ἀναζητήσεώς Του.
Κοινωνία εἶναι ὁ χῶρος στόν ὁποῖο ζοῦν πολλοί ἄνθρωποι καί ἀσκοῦνται μέ ἄλλο τρόπο στήν προσωπική καί πνευματική τους ζωή, ἀσκοῦν καί καλλιεργοῦν τήν ἀγάπη καί τήν φιλαδελφία. Κοινωνία εἶναι καί τό κοινόβιο Μοναστήρι, ὅπου ζοῦν πολλοί μοναχοί καί ἀγωνίζονται πνευματικά στόν δύσκολο ἀγώνα τῆς τηρήσεως τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν γιά τήν κατά Χάρη θέωσή τους.
Ἡ ἔρημος καί ἡ κοινωνία δέν εἶναι δύο ἀντίθετες καταστάσεις, ἀφοῦ ἡ μία προϋποθέτει τήν ἄλλη. Συνήθως ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά καί ὁ μοναχός, ξεκινᾶ ἀπό τήν κοινωνία, εἶναι κοινωνικό ὄν καί στήν συνέχεια μπορεῖ νά ἀναχθῆ στήν ἔρημο. Στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὅτι συνδυάζεται ἡ ἔρημος μέ τήν κοινωνία. Ὁ Χριστός ἐργαζόταν μέ τούς ἀνθρώπους, τούς δίδασκε, τούς εὐεργετοῦσε ποικιλοτρόπως, ἀλλά πολλές φορές ἐπιδίωκε νά ζῆ καί στήν ἔρημο, ἀνέβαινε στό ὄρος γιά νά προσευχηθῆ. Αὐτό τό ἔκανε ὄχι γιατί τό εἶχε ἀνάγκη, ἀλλά γιά νά μᾶς διδάξη ὅτι καί ἐμεῖς πρέπει νά ἀνατρέχουμε πολλές φορές στήν ἔρημο γιά νά ἀποκτοῦμε ὀρθό προσανατολισμό στήν ζωή μας, νά καθαρίζουμε τό παθητικό τῆς ψυχῆς, νά προσευχόμαστε ὁλοκληρωτικά στόν Θεό.
Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἕνωνε στήν ζωή του πολύ στενά τήν ἔρημο μέ τήν κοινωνία. Αὐτό γινόταν μέ δύο τρόπους: 
Ὁ ἕνας, ἐπειδή ἔζησε καί στό κοινόβιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καί στήν συνέχεια στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στά Καρούλια καί τό σπήλαιο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πλησίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παύλου. Στήν Ἱερά Μονή ζοῦσε ὡς ἐρημίτης, γιατί εἶχε ἔντονη προσευχή, ἀκόρεστο κλάμα, καί ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Καί στήν ἔρημο αὔξησε αὐτήν τήν μετάνοια καί τό πένθος, εἶχε ἀκόρεστη προσευχή καί μεγάλες ἐμπειρίες τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ἐκεῖ στήν ἔρημο, κατά τήν διάρκεια τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, προσευχόταν γιά τό δράμα τῶν ἀνθρώπων πού σκοτώνονταν στά πεδία τῶν μαχῶν καί ὑπέφεραν ποικιλοτρόπως, δηλαδή ζοῦσε τήν ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ στήν Γεθσημανῆ, τήν παγμόσμια ἀγωνία τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ ἄλλος τρόπος εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ἀφοῦ ἔζησε σέ ὅλο τό βάθος της τήν ἔρημο, στήν συνέχεια τήν μετέφερε διαρκῶς ὅπου πήγαινε, στήν Γαλλία κατ’ ἀρχάς καί στήν Ἀγγλία, στήν συνέχεια.
Μέσα στό Μοναστήρι του ζοῦσε καί ὡς ἐρημίτης καί ὡς κοινωνικός. Ἀποσυρόταν ὁλόκληρες ὧρες καί ἡμέρες στό εὐλογημένο σπιτάκι του, καί, ὅταν κυκλοφοροῦσε μεταξύ τῶν μοναχῶν καί τῶν προσκυνητῶν, μετέφερε καί ἀνέδυε αὐτόν τόν ἀέρα τῆς ἐρήμου. Κάθε λόγος του ἦταν ἀπόρροια τῆς προσευχῆς καί ἐλευθερωτικός, ἦταν ξηροί καί εὔχυμοι, εὐλογημένοι καρποί τῆς ἐρήμου. Οἱ προσκυνητές τόν ἔβλεπαν νά συμπεριφέρεται φυσιολογικά μαζί τους, πολύ ἁπλά, δέχονταν τήν ἀγάπη του, ἐξομολογοῦνταν τά ἁμαρτήματά τους, συνομιλοῦσαν μαζί του, καί ἀνέπνεαν τό ἀεράκι τῆς ἐρήμου, ἄκουγαν μιά φωνή μέσα ἀπό τά Καρούλια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καί αὐτό συνέβαινε, γιατί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἦταν ἀπελεύθερος Κυρίου.
4. Σύννους καί εὐχάριστος
Ἡ λέξη σύννοια χρησιμοποιεῖται στά μοναχικά κείμενα καί σημαίνει τήν συγκέντρωση τοῦ νοῦ. Σύννους εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού εἶναι προσεκτικός στήν ζωή του, ὁ νοῦς του εἶναι συγκεντρωμένος στόν Θεό καί τίς ἐντολές Του, δέν διαχέεται στό περιβάλλον, δέν σκορπίζεται σέ κοσμικά θέματα, δέν πλανᾶται. Ὅταν γίνεται λόγος γιά ἀπλανῆ νοῦ, ἐννοεῖται ὅτι ὁ νοῦς δέν περιφέρεται δεξιά καί ἀριστερά, ἀλλά εἶναι πάντοτε συγκεντρωμένος στό ὄνομα  τοῦ Χριστοῦ καί στήν ἐνέργεια πού μεταδίδεται ἀπό τό εὐλογημένο αὐτό Ὄνομα, ἀναπαύεται μέσα στήν καρδιά, μέ τήν ἀσκητική ἔννοια τοῦ ὅρου. Ὁ σύννους ἄνθρωπος δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ σοβαρός, ἀφοῦ ὑπάρχει διαφορά μεταξύ σύννοιας καί σοβαρότητας.
Ὁ σύννους ἔχει συγκεντρωμένο τόν νοῦ του ἀδιάλειπτα στόν Θεό, ἐνῶ ὁ σοβαρός τό κάνει αὐτό ἐπιτηδευμένα, ἐξωτερικά ἴσως καί ὑποκριτικά καί γι’ αὐτό μέ τήν λέξη σοβαρότητα ἀποδίδεται, συνήθως, ὁ ἐγωϊστής, ὁ ὑπερήφανος, πού ἐπιτηδεύεται αὐτό πού κάνει.
Εὐχάριστος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού δημιουργεῖ εὐχάριστο κλίμα στούς γύρω του, πού δέν δημιουργεῖ προβλήματα στούς ἄλλους, δέν γκρινιάζει, δέν παραπονεῖται, δέν ἐλέγχει διαρκῶς τούς ἄλλους. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ στούς Χριστιανούς: «Εὐχάριστοι γίνεσθε» (Κολασ. γ΄, 16). Καί αὐτό, βέβαια, δέν πρέπει νά γίνεται ἐπιτηδευμένα, ἀλλά νά εἶναι ἀπόρροια τῆς ἐσωτερικῆς ἁπλότητας.
Ὑπάρχει μεγάλη σχέση μεταξύ τοῦ σύννου καί τοῦ εὐχάριστου. Ὁ ἄνθρωπος, πού ἔχει ἐλεύθερο νοῦ ἀπό κοσμικά πράγματα, ἀπό ποικίλες διασπάσεις, πού ὁ νοῦς του εἶναι καθαρός, εἶναι συγχρόνως καί εὐχάριστος στούς συνομιλητές του, ἀφοῦ διακρίνεται γιά τήν ἁπλότητα τοῦ νοῦ του.
Στόν ἅγιο Σωφρόνιο βλέπαμε συνδυασμένα καί τά δύο αὐτά γνωρίσματα, τῆς σύννοιας καί τοῦ εὐχάριστου. Ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶχε φθάσει στήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί γνώρισε τόν Θεό, ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του ἦταν ἑνοποιημένη καί δέν ὑπῆρχαν διασπάσεις στήν ἐσωτερική του ζωή. Τό λογιστικό, τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό άναφέρονταν στόν Θεό καί μεταξύ τους ἦταν ἑνοποιημένα. Δέν μποροῦσε νά γίνη διάσπαση στόν ἐσωτερικό του κόσμο. Αὐτό στά νηπτικά καί ἡσυχαστικά κείμενα χαρακτηρίζεται ὡς ἁπλότητα. Ἐπειδή ὁ ἅγιος Σωφρόνιος διακρινόταν γιά τήν ἑνοποίηση καί τήν ἁπλότητα τοῦ ψυχικοῦ του κόσμου, γι’ αὐτό καί συνδύαζε πολύ στενά τήν σύννοια μέ τό εὐχάριστο. Μερικές ὧρες ἦταν σύννους –ὄχι σοβαρός– καί, ὅταν τόν πλησίαζες ἤ ὅταν ἐκεῖνος σέ πλησίαζε, ἦταν εὐχάριστος.
Παρατηροῦσα στόν ἅγιο Σωφρόνιο ὅτι εἶχε ἔντονο χιοῦμορ, ἔλεγε διάφορα διδακτικά ἀνέκδοτα, ἀλλά ἀντί μέ αὐτά νά διαχέη τόν νοῦ τοῦ συνομιλητοῦ του, ἐν τούτοις τόν συγκέντρωνε, τοῦ ἄνοιγε τόν νοῦ του πρός τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία, τοῦ μετέδιδε ἐλπίδα καί ἐνέργεια. Δηλαδή, μέ ἕναν εὐχάριστο λόγο πού ἔβγαινε ἀπό τά χείλη του μετέδιδε καί μιά θαυμαστή ἐνέργεια καί συγκέντρωνε τόν νοῦ τοῦ συνομιλητοῦ του. Ἀλλά καί, ὅταν συζητοῦσε γιά σοβαρά θεολογικά θέματα, καί πάλι ἔβλεπε κανείς τήν ἁπλότητα τῆς σκέψεώς του, ἀλλά καί τό εὐχάριστο τοῦ χαρακτῆρος του.
5. Ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός
 Ἁγιορείτης λέγεται ὁ μοναχός ἐκεῖνος πού ἀσκεῖται στό Ἅγιον Ὄρος μέ τόν ποικιλότροπο τρόπο, εἴτε ὡς κοινοβιάτης, εἴτε ὡς σκητιώτης εἴτε ὡς κελλιώτης εἴτε ὡς ἐρημίτης. Ὁ τίτλος ἁγιορείτης ἔχει βάρος καί βάθος καί εἶναι εὐλογημένος, γιατί διακρίνεται ἀπό μιά ἐξαγιασμένη ζωή, πού βιώνει κανείς σέ ἕναν χῶρο, πού εἶναι κάτω ἀπό τήν προστασία τῆς Παναγίας, γι’ αὐτό καί τό Ἅγιον Ὄρος λέγεται «Τό περιβόλι τῆς Παναγίας».
Ἐνῶ, ὅμως, ὁ ἁγιορείτης μοναχός ζῆ στόν ἄβατο χῶρο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐν τούτοις εἶναι οἰκουμενικός, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μέσα στήν ὕπαρξή του ζῆ τό δράμα ὅλου τοῦ κόσμου, μέ τά πάθη του, τίς στενοχώριες, τίς θλίψεις, τίς ἀγωνίες καί ὅλα τά λεγόμενα ἐσωτερικά προβλήματα. Πέρα ἀπό αὐτήν τήν ἔννοια ὁ γνήσιος ἁγιορείτης μοναχός εἶναι οἰκουμενικός, ἐπειδή ξεπερνᾶ τήν διαίρεση τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου, ἀφ’ ἑνός μέν γιατί στό Ἅγιον Ὄρος ζοῦν ἄνθρωποι ἀπό ὅλα τά κράτη καί τά ἔθνη, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιατί, ὅταν ζῆ κανείς σωστά μέσα στήν Ἐκκλησία, ὑπερβαίνει τόν ἐθνοφυλετισμό, τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία χαρακτηρίζει ὡς αἵρεση.
Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶχε καί τά δύο αὐτά γνωρίσματα ἑνωμένα καί συνδυασμένα, δηλαδή ἦταν καί ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός. Ἔζησε πάνω ἀπό εἴκοσι χρόνια στό Ἅγιον Ὄρος, ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός, ἀλλά τό κυριότερο βίωσε στό βάθος ὅλο τό πνεῦμα τοῦ ὀρθοδόξου ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ, πού συνδέεται μέ τήν μετάνοια, τό κατά Θεόν πένθος, τήν ἀδιάλειπτη νοερά καρδιακή προσευχή, τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τήν ἀγάπη γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. Σέ ὅλη του τήν ζωή, καί τότε πού ἐξαναγκάσθηκε νά μετακινηθῆ ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, μετέφερε ἐκεῖ τό πνεῦμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἰδιαιτέρως στήν Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στό Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας ὅπου καί κοιμήθηκε. Αὐτό τό βλέπει κανείς μέ τήν κοινοβιακή ζωή, τήν θεία Λειτουργία, τήν φιλοξενία, τήν ἀγάπη πρός τούς προσκυνητές, τήν νοερά καρδιακή προσευχή, τήν βαθυτάτη του ταπείνωση.
Συγχρόνως, ὅμως, ἦταν καί οἰκουμενικός, καθολικός, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι, ἐπειδή ἡ Ἱερά Μονή του στό Ἔσσεξ ἦταν κάτω ἀπό τήν κανονική δικαιοδοσία καί προστασία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, δραστηριοποιήθηκε, μέ τόν ἰδιαίτερο τρόπο, σέ ὅλον τόν κόσμο. Αὐτό γίνεται μέ τά κείμενα τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, πού μεταφράσθηκαν σέ πολλές γλῶσσες καί ἀναγεννοῦν πολλούς ἀνθρώπους. Πολλοί πού διάβαζαν γιά τόν ἅγιο Σωφρόνιο καί τήν θεολογία πού μετέφερε, πήγαιναν στό Μοναστήρι του ἀπό τά πέρατα τοῦ κόσμου γιά νά μυηθοῦν σέ αὐτήν τήν εὐαγγελική, ἀσκητική καί πατερική ζωή, δηλαδή τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί νά ἀποκτήσουν τήν πραγματική γνώση τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι συγχρόνως καί ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός, δηλαδή εἶναι ἀληθινά ὀρθόδοξος, στήν ὁμολογία τῆς πίστεως καί στήν ποιμαντική διακονία σέ ὅλο τόν κόσμο, ἀλλά, κυρίως, στήν προσευχή. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ λέγεται Καθολική, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι Μία, Ἁγία καί Ἀποστολική. Καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι ἀληθινά ὀρθόδοξος, εἶναι ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός.
6. Ἁγιογράφος καί ἐμπειρικός
Ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία δέν εἶναι μιά κοσμική τέχνη, ἀλλά ἐκκλησιαστική, γιατί δέν ἀποβλέπει στήν ἀπεικόνιση τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀλλά στήν φανέρωση τῆς ἀκτίστου δόξης καί τοῦ δοξασμένου κόσμου, δηλαδή παρουσιάζει τόν κτιστό κόσμο πού ἔχει ἐμποτισθῆ ἀπό τό ἄκτιστο Φῶς.
Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία διακρίνεται ἀπό τρία βασικά γνωρίσματα. Πρῶτον, παρουσιάζει τήν ἐσωτερική ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία Χάρη ἐνεργεῖ μέσα στήν καρδιά του, γι᾽ αὐτό τό φῶς δέν δημιουργεῖ σκιές. Δεύτερον, ἡ ὅλη παράσταση ἔχει μία μόνον διάσταση, δηλαδή δέν ἔχει βάθος καί τονίζονται τά βασικά πρόσωπα τῆς παράστασης, ἀνεξάρτητα ἄν εἶναι μεγαλύτερα ἀπό ἄλλα δευτερεύοντα πρόσωπα, πού σημαίνει ὅτι ὑπερβαίνεται ὁ χῶρος. Τρίτον, γίνεται ὑπέρβαση τοῦ χρόνου, γι᾽ αὐτό καί γεγονότα πού ἔγιναν σέ διάφορες χρονικές στιγμές παρουσιάζονται σέ μιά ἑνότητα, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. 
Ἔτσι, ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος δέν παρουσιάζει τήν πραγματικότητα πού γίνεται ἀντιληπτή στίς αἰσθήσεις, δέν παίζει μέ τίς φωτοσκιάσεις, πού σημαίνει ὅτι τό φῶς δέν προέρχεται ἀπό ἔξω καί δέν εἶναι κτιστό γιά νά ἀφήνη σκιές, ἀλλ’ εἶναι ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο εἰσέρχεται μέσα στόν θεούμενο ἄνθρωπο καί διά αὐτοῦ διαχέεται καί σέ ὅλη τήν κτίση.
Ὅταν ὁ ἁγιογράφος εἰκονίζη τόν Χριστό, ἐκφράζει, ὅσο εἶναι δυνατόν, τήν Θεότητά Του, πού εἶναι θεία, ἀλλά καί τό Φῶς εἶναι θεῖο καί ἄκτιστο. Τό Φῶς αὐτό προχέεται καί ἀπό τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ καί τό Σῶμα γίνεται πηγή τοῦ ἀκτίστου Φωτός, λόγῳ τῆς ἑνώσεως θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Ὅ,τι συνδέεται μέ τόν Χριστό εἶναι Φῶς καί ὅ,τι δέν μετέχει τοῦ Φωτός, ὅπως ὁ διάβολος, παρουσιάζεται ὡς σκοτεινό. Συγχρόνως, οἱ ἁγιογραφίες τῶν ἁγίων παρουσιάζονται σέ κανονικές διαστάσεις καί μέσα στό ἄπλετο ἄκτιστο Φῶς, ἐνῶ ἡ μορφή τοῦ διαβόλου παρουσιάζεται σμικρυσμένη - συρρικνωμένη, γιατί κάθε ὕπαρξη πού δέν συνδέεται μέ τόν Χριστό εἶναι σκοτεινή καί συρρικνωμένη.
Ἔτσι, ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος εἰκονογραφεῖ τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ὡς Λόγος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Πατρός καί ἔχει τήν ἴδια οὐσία καί ἐνέργεια μέ τόν Πατέρα, ἀλλά βεβαίως εἰκονογραφεῖ τόν ἐνανθρωπήσαντα Χριστό. Συγχρόνως, εἰκονογραφεῖ καί τούς ἁγίους πού εἶναι εἰκονικά ὄντα, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι δημιουργήθηκαν κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου, καί μέ τήν κοινωνία τους μέ τόν Χριστό ἔφθασαν ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση, στήν θέωση. Αὐτό δηλώνει ὅτι πράγματι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκονικό ὄν. Ἐάν ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου (Κολ. α΄, 15), ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, δηλαδή εἰκόνα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Ἐδῶ πρέπει νά σημειωθῆ κάτι σημαντικό. Ὅταν ὁ Θεόπτης φθάση στήν θέα τοῦ Θεοῦ, τότε βλέπει ἀοράτως τήν ἄκτιστη πραγματικότητα καί ἀκούει ἀνηκούστως ἄρρητα ρήματα, κατά τήν ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Β΄ Κορ. ιβ΄, 4). Στήν συνέχεια ὅμως, προκειμένου νά καθοδηγήση τούς ἀνθρώπους μεταφέρει καί μεταφράζει αὐτά τά ἄκτιστα ρήματα μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα. Ἔτσι, ὁ Μωϋσῆς, βλέποντας τήν ἄκτιστη Σκηνή τοῦ Λόγου, τήν μεταφέρει σέ κτιστή σκηνή, κτιστό ναό, καί μετέχοντας τοῦ ἀκτίστου νόμου, τῆς κοινωνίας μέ τόν ἄσαρκο Λόγο, μεταφέρει αὐτήν τήν ἐμπειρία μέ κτιστό νόμο.
Ἑπομένως, τά ἄκτιστα ρήματα μεταφέρονται μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα, ὥστε στήν συνέχεια μέ αὐτά τά κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα νά ἀνέλθη ὁ ἄνθρωπος στήν ἄκτιστη πραγματικότητα, ὁπότε καταργοῦνται ὅλα τά κτιστά.
Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε καί τήν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία. Δέν εἶναι μιά ζωγραφική, κοσμική τέχνη, ἀλλά ἐκκλησιαστική, πού εἶναι δημιούργημα ἁγίων ἀνθρώπων καί ὁδηγεῖ πρός τήν θέωση. Δέν εἶναι μιά παρουσίαση τοῦ φανταστικοῦ, τοῦ ἰδεατοῦ, τό ὁποῖο εἶναι ἀνύπαρκτο, ἀλλά ἀπεικόνιση, κατά τό δυνατόν, τοῦ πραγματικοῦ κόσμου, τόν ὁποῖο ὁ θεούμενος βλέπει μέσα ἀπό τήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας.
Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος σπούδασε τήν ζωγραφική στήν Σχολή Καλῶν Τεχνῶν τῆς Μόσχας καί ἐξήσκησε τήν τέχνη του αὐτή μέ ἔμπνευση στήν προσπάθειά του νά συναντήση τό αἰώνιο. Ὅμως, τήν ἐγκατέλειψε καί ἐπιδόθηκε στήν ἀναζήτηση καί στήν συνάντηση μέ τόν Θεό καί τήν μέθεξη μαζί Του. Ἀξιώθηκε νά δῆ πολλές φορές στήν ζωή του τό ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο, κατά τήν περιγραφή του, εἶναι ἱλαρό, πράο καί σκορπᾶ εἰρήνη στόν ἄνθρωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι καί ὁ ἴδιος ζοῦσε μέσα στό Φῶς καί γι’ αὐτό ἀξιώθηκε νά τό δῆ, σύμφωνα μέ τό ψαλμικό «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς». Ὅταν καθαρίζεται ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά πάθη, ὅταν φωτίζεται ὁ νοῦς του, τότε ὁ ἄνθρωπος φθάνει, ἐάν καί ὁ Θεός τό ἐπιτρέψη, στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί ζῆ τήν κατά Χάρη θέωση. Ὁπότε, ὅταν χρειάσθηκε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος νά ἁγιογραφήση, τότε, κατά τρόπο φυσικό, πέρασε στήν ἁγιογραφία αὐτήν τήν ζωή πού βίωσε, γι’ αὐτό ἦταν ἁγιογράφος καί εἰκονικός, μέ τήν ἔννοια ὅτι παρουσίαζε τήν εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τό ὁποῖο μεταμορφώνει τά πάντα.
Βέβαια, αὐτό πρέπει νά ἐξετασθῆ ἀπό τήν ἄποψη ὅτι, πέρα ἀπό τήν πνευματική ἐμπειρία πού ἀξιώθηκε νά ἔχη, δηλαδή νά δῆ τό ἄκτιστο Φῶς, πού εἶναι ἡ δόξα τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καί τό κάλλος τῆς ἀκτίστου Βασιλείας Του, συγχρόνως διέθετε ἰδιαίτερο φυσικό χάρισμα γιά νά ἐκφράση αὐτήν τήν ἐμπειρίαμέ τίς ἁγιογραφίες. Πάντοτε ὑπάρχει ὁ συνδυασμός πνευματικῶν καί φυσικῶν χαρισμάτων. Τό ἴδιο γίνεται καί στήν θεολογία. Ὁ Θεός δίνει τό χάρισμα τῆς θεολογίας, ὡς διδασκαλία, στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο πού ἔχει χωρητικότητα δι ανοίας καί τό ἰδιαίτερο χάρισμα γιά νά τήν ἐκφράση. Πολλοί ἀξιώνονται τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ὀλίγοι ὅμως μποροῦν νά διατυπώσουν αὐτήν τήν ἐμπειρία καί νά ἀντιμετωπίσουν τούς φιλοσοφοῦντες θεολόγους. Αὐτή ἡ διατύπωση- ἔκφραση χρειάζεται θεοπτική ἐμπειρία, χωρητικότητα διανοίας, ἰδιαίτερα χαρίσματα καί γνώση τῶν φιλοσοφικῶν ρευμάτων τῆς κάθε ἐποχῆς. Τό ἴδιο μποροῦμε νά ποῦμε καί γιά τόν ἁγιογράφο ἅγιο Σωφρόνιο. Εἶχε μέν τήν θεοπτική ἐμπειρία, ἀλλά διέθετε καί τό καλλιτεχνικό χάρισμα γιά νά τήν ἐκφράση.
Ὅταν ἐπισκεπτόμουν τό Μοναστήρι, πολλές φορές καθόμουν γιά πολλή ὥρα νά βλέπω καί νά παρατηρῶ τίς τοιχογραφίες πού ἔκανε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, μέ τήν βοήθεια τῶν μοναχῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, στήν τραπεζαρία. Δέν ἔχω ἐξειδικευμένες γνώσεις γιά τά θέματα αὐτά, ἐκτός ἀπό τίς γενικές σπουδές μου, ἀλλά καταλάβαινα ὅτι αὐτές οἱ συγκεκριμένες ἁγιογραφίες εἶναι μοναδικές στό εἶδος τους, πρωτότυπες, χωρίς νά ἀλλοιώνουν τήν βυζαντινή τεχνοτροπία. Ἦταν μιά σύνθεση μεταξύ τῆς Κρητικῆς καί τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς ἤ ἀκόμη μιά σύνθεση μεταξύ τῆς αὐστηρῆς βυζαντινῆς τεχνοτροπίας καί τῆς ρωσικῆς τέχνης. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος μέ τίς ἁγιογραφίες αὐτές δημιούργησε μιά ἰδιαίτερη παράδοση.
Θά καταγράψω πῶς ἑρμηνεύω τήν ἁγιογραφική τεχνοτροπία καί, κυρίως, τήν θεολογία τοῦ ἁγιογράφου ἁγίου Σωφρονίου.
Τό πρῶτο εἶναι ὅτι ὅλες οἱ εἰκόνες πού ἁγιογραφοῦσε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, κυρίως στούς τοίχους τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἔχουν ἁπαλότητα καί πραότητα, εἶναι ἁγιογραφημένες μέ ἤρεμα καί ἁπαλά χρώματα. Εἶχε σπουδάσει ζωγραφική καί φυσικά γνώριζε ἀπό καλλιτεχνικῆς πλευρᾶς τήν σημασία καί τήν χρήση τῶν χρωμάτων, ἀλλά, ὅταν ἁγιογραφοῦσε τόν Χριστό καί τούς ἁγίους, ἐνεργοῦσε περισσότερο ὡς Θεόπτης παρά ὡς καλλιτέχνης. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπηρεασμένος περισσότερο ἀπό τήν ἀσκητική καί τήν θεοπτική ἐμπειρία, παρά ἀπό τήν αἰσθητική καλλιτεχνία. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁμιλεῖ γιά τό ἄκτιστο Φῶς πού εἶδε καί τό ὁποῖο εἶναι «ἤρεμο, ἀκέραιο, ὁμοιογενές».
Νομίζω ὅτι ἡ ἁπαλότητα καί πραότητα τῶν χρωμάτων εἶναι ἔκφραση τοῦ ἠρέμου καί πράου Φωτός, πού ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔβλεπε κατά τίς θεοπτικές του ἐμπειρίες. Ὅπως γράφει στά κείμενά του, τό Φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστο, καθαρό, φωτεινό, ἱλαρό καί πράο. Ὡς Θεόπτης πού ἦταν, αὐτό πέρασε, κατά τρόπο φυσικό, καί στίς ἁγιογραφίες του. Μετέφραζε ἁγιογραφώντας τόν μεταμορφωμένο κόσμο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὅταν βλέπη κανείς τό ἄκτιστο Φῶς, τότε καταλαβαίνει ὅτι τίποτε δέν εἶναι ἔντονο, ἀλλ’ ὅλα λειτουργοῦν ἁπαλά, εἰρηνικά, ἀφοῦ καί αὐτό τό ἔντονο κτιστό φῶς τοῦ ἡλίου ἀποκτᾶ μιά ἱλαρότητα. Ὀ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν εἶδε τόν Χριστό μέσα στό Φῶς, πρό τῆς Δαμασκοῦ, εἶπε ὅτι τό θεῖο Φῶς ὑπερέβαινε τήν λαμπρότητα τοῦ φωτός τοῦ κτιστοῦ ἡλίου (Πράξ. κστ΄, 13). Ὁ Θεόπτης βλέπει τό ἄκτιστο Φῶς νά ὑπερβαίνη τήν λαμπρότητα τοῦ κτιστοῦ φωτός, καί ἀφοῦ τό ἄκτιστο Φῶς, «γιά τήν ὑπερέχουσαν λαμπρότητα» - λάμψη, εἶναι γνόφος καί ἱλαρό, αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλα τά ἔντονα κτιστά πράγματα ταπεινώνονται μπροστά του, ἀποκτοῦν καί αὐτά μιά ἱλαρότητα. Βέβαια, σέ ἔντονη φωτοχυσία ὁ κόσμος ὁλόκληρος παρέρχεται καί λησμονεῖται. Πάντως, ὁλόκληρη ἡ κτίση, ὅταν διαποτίζεται ἀπό τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, φανερώνει τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι, τά χρώματα πού χρησιμοποιοῦσε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος στίς ἁγιογραφίες του εἶναι τά ἁπαλά πού δημιουργοῦν εἰρήνη καί πραότητα καί δέν προκαλοῦν σύγχυση καί ταραχή. Ἐμπνέουν καί δέν καθηλώνουν, προβάλλουν τόν μεταμορφωμένο κόσμο ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί δέν προκαλοῦν θαυμασμό, καθησυχάζουν τίς αἰσθήσεις καί δέν τίς ἐξάπτουν. Ὁ καθένας πού εἰσέρχεται στόν Ναό μπορεῖ νά αἰσθανθῆ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ κόσμου τῆς συγχύσεως, τῆς ταραχῆς, τῆς ἀπογνώσεως καί τῆς ὀδύνης, καί τοῦ θαυμαστοῦ κόσμου τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ἀπαύγασμα τοῦ εἰρηναίου πνεύματος.
Πέραν αὐτοῦ, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος σέ σχετική μου παρατήρηση ὅτι τά χρώματα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι γλυκά, μοῦ ἀπάντησε ὅτι δέν φροντίζει νά εἶναι γλυκά, ἀλλά ἁπαλά. Μοῦ ἐξήγησε ὅτι ἄλλο εἶναι τά γλυκά χρώματα καί ἄλλο τά ἁπαλά. Προφανῶς, ὡς ἀσκητής πού ἦταν, δέν ἤθελε νά προκαλέση τόν αἰσθησιασμό καί νά ἐγείρη τό συναίσθημα, ὅπως τό κάνουν τά γλυκά χρώματα. Καί στήν θεολογία του καί στήν ἁγιογραφία του ἐπεδίωκε νά ἀνυψώση τόν ἄνθρωπο ἀπό τό ψυχολογικό στό πνευματικό ἐπίπεδο. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁμιλοῦσε καί ἔγραφε γιά ἀσκητική καί ὄχι γιά αἰσθητική.
Ὅμως, τά χρώματα πού χρησιμοποιοῦσε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος δείχνουν καί κάτι ἄλλο πολύ σημαντικό, δηλαδή τήν κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, τήν ἀναφορά του καί τήν ὁρμή του πρός Αὐτόν. Γι’ αὐτήν τήν ὁρμή τοῦ πνεύματος κάνει πολλές φορές λόγο στά κείμενά του καί θυμίζει τό σχετικό χωρίο τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιήλ: «Καί τό πνεῦμα ἐξῆρέν με καί ἀνέλαβέν με, καί ἐπορεύθην ἐν ὁρμῇ τοῦ πνεύματός μου, καί χείρ κυρίου ἐγένετο ἐπ’ ἐμέ κραταιά. καί εἰσῆλθον εἰς τήν αἰχμαλωσίαν μετέωρος» (Ἰεζ. γ΄, 14-15).
Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ὅταν ἁγιογραφοῦσε, δέν χρησιμοποιοῦσε τά στατικά- σκληρά χρώματα πού εἶναι πολύ πηκτά, ἀλλά τά ἁπαλά χρώματα, τά διάφανα, διότι μόνον αὐτά δείχνουν αὐτήν τήν κίνηση καί τήν ὁρμή. Δέν ἤθελε νά ὑπάρχη στατικότητα στά χρώματα, ἀλλά νά φαίνεται ἡ κίνηση, ἡ ἀναφορά, ἡ ὁρμή. Ὅποιος γνώριζε τόν ἅγιο Σωφρόνιο καί συζητοῦσε μαζί του, καταλάβαινε ἀπό τίς λέξεις πού χρησιμοποιοῦσε πῶς ἑρμήνευε τήν πνευματική πραγματικότητα. Ὅταν ὁμιλοῦσε γιά τήν πνευματική ζωή, δέν χρησιμοποιοῦσε τόν ὅρο «πνευματική κατάσταση», γιατί αὐτός ὁ ὅρος δείχνει στατικότητα καί ἀδράνεια, ἀλλά ἔκανε λόγο γιά «ὁρμή», γιά «θανατηφόρα δίψα». Νομίζω ὅτι αὐτό ἐκφράζεται κατά τόν καλύτερο τρόπο μέ τά ἁπαλά, διάφανα χρώματα τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦσε.
Τό δεύτερο, πού ἔχω ἐντοπίσει, εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἁγιογράφησε τόν ἔνθρονο Χριστό, τόν Ὁποῖο συναντᾶμε καί στό ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου His life is mine. Χρειάζεται μεγάλη ἀνάλυση αὐτῆς τῆς εἰκόνος, γιατί νομίζω ὅτι εἶναι τό χαρακτηριστικότερο δεῖγμα τῆς ἁγιογραφίας τοῦ ἁγίου Σωφρονίου πού εἶναι ἀπαύγασμα τῆς θεοπτίας του.
Κατ’ ἀρχάς ἡ τεχνοτροπία τῆς εἰκόνας αὐτῆς δέν θυμίζει οὔτε τήν βυζαντινή οὔτε τήν ρωσική τέχνη, ἀλλά εἶναι κάτι ἰδιαίτερο καί πρωτότυπο, πού συνδέεται ἀφ’ ἑνός μέν μέ τήν θεολογία του, ἀφ’ ἑτέρου δέ μέ τήν προσωπικότητά του. Περισσότερο δείχνει τήν οἰκουμενικότητα τοῦ ἁγίου Σωφρονίου καί τήν ὑπέρβαση τῶν ἐθνικιστικῶν διαιρέσεων.
Ἰδιαίτερη προσοχή πρέπει νά δοθῆ στήν ἔκφραση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχουν εἰκόνες διαφόρων ἁγιογράφων πού δείχνουν ἄλλοτε τήν ἱλαρότητα, ἄλλοτε τό ἔλεος, ἄλλοτε τήν δικαιοσύνη, ἄλλοτε τήν παντοδυναμία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εἰκόνα πού ἁγιογράφησε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος φανερώνει, κατά ἕναν θαυμαστό τρόπο, ὅλες αὐτές τίς ἰδιότητες τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τήν ἱλαρότητα, τήν ἐλεημοσύνη, τήν ἀγάπη, τήν δικαιοσύνη, τήν παντοδυναμία, τήν κρίση κλπ. Πρόκειται γιά ἔκφραση ἑνός ὑπερτάτου ὄντος τῶν πάντων. Αὐτή ἡ ἔκφραση τοῦ προσώπου συνδέται ἀναπόσπαστα μέ τίς φράσεις «ὁ Ὤν» (ὁ Ὑπάρχων) καί «Ἐγώ εἰμι», πού δείχνουν τό συναΐδιο τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ἀσφαλῶς εἶναι ἀπεικόνιση, κατά τό δυνατόν, τῆς ἐμπειρίας πού εἶχε ὁ ἅγιος Σιλουανός καί ὁ ἴδιος, κατά τήν ὁποία ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκοή καί ἡ ἀκοή τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅραση, ἀφοῦ κατά τήν θεοπτία οἱ αἰσθήσεις τοῦ Θεόπτου ἑνοποιοῦνται.
Τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτεινό, ἀφοῦ καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πηγή τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί χαρακτηρίζεται «ὁμόθεον». Παρατηροῦμε ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος γιά νά εἰκονογραφήση τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀκολουθεῖ τήν μέθοδο νά θέτη τά φωτίσματα καί τίς ψιμιθιές πάνω στό πρόπλασμα, ἀλλά διατηρεῖ τό σῶμα- πρόπλασμα καί τό καλύπτει ἐξ ὁλοκλήρου μέ φώτισμα. Αὐτό νομίζω ὅτι τό κάνει γιά νά δείξη ὅτι ὅλο τό πρόσωπο φωτίζεται ἀπό τόν ἔσωθεν φωτισμό, τήν δόξα τῆς Θεότητος, χωρίς νά ἀφήνη φωτοσκιάσεις. Ἔτσι ἐκφράζεται κατά τόν καλύτερο τρόπο ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου «ὅτι ὁ Θεός φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α΄ Ἰω. α΄, 5). Πρόκειται γιά μεταφορά μέ εἰκονίσματα τῆς ἀκτίστου φωτεινῆς πραγματικότητος.
Ἐνδιαφέρον ἔχει καί ὁ τρόπος ἁγιογραφήσεως τῶν ἱματίων τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι λευκά. Στόν χιτώνα τοῦ Χριστοῦ δέν τίθενται διάφοροι χρωματισμοί. Πρόκειται γιά τά λευκά ἱμάτια τοῦ Χριστοῦ κατά τήν Μεταμόρφωση, ἀφοῦ καί αὐτά ἔγιναν «λευκὰ ὡς τό φῶς» (Ματθ. ιζ΄, 2) καί τά ἱμάτιά Του μετά τήν Ἀνάσταση. Βέβαια, πρωτοτυπία ἀποτελεῖ τό νά ἁγιογραφῆται ὁ Χριστός ἔνθρονος μέ λευκά ἱμάτια, διότι προφανῶς πρόκειται γιά ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ἅγιο Σωφρόνιο καί συνδυάζεται, ὅπως εἴπαμε πιό πάνω, ὁ ἔνθρονος Χριστός μέ τόν Μεταμορφωθέντα καί Ἀναστάντα Χριστό.
Ἡ ὅλη ἁγιογράφηση τοῦ ἐνθρόνου Χριστοῦ, πού εἶναι φωτεινός μέ φόντο τό κυανοῦν χρῶμα, πρέπει νά τεθῆ στήν προοπτική τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Σωφρονίου περί τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Σέ ἕνα σημεῖο τοῦ βιβλίου του γράφει τό πῶς ἐνατένιζε ἐπίμονα τόν καθαρό καί κυανοῦν οὐρανό, προσήλωνε τό βλέμμα του σέ μιά κατεύθυνση καί πολλές φορές διέτρεχε τόν οὐρανό ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρου. Ὅταν ἔφθανε στόν ὁρίζοντα, μετέβαινε νοερῶς καί πέραν αὐτοῦ καί τότε ἔβλεπε τόν κυανοῦν οὐρανόν νά περιβάλλη τόν πλανήτη τῆς γῆς. Συγχρόνως, προσπαθοῦσε νά εἰσχωρήση στά βάθη του καί νά ἀνιχνεύση τά ὅριά του. Αὐτή ἡ ἐνατένιση τῆς οὐράνιας σφαίρας, γεμάτης ἀπό τό φῶς, τόν ἔθελγε διά τοῦ μυστηρίου της. Στήν συνέχεια γράφει: «Ὅταν ὅμως ἀξιώθηκα μέ Ἄνωθεν δωρεά νά δῶ τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Θεότητος, τότε στόν κυανό οὐρανό τοῦ "κυανοῦ πλανήτου" μας ἀναγνώρισα μέ χαρά τό σύμβολο τῆς ἀκτινοβολίας τῆς ὑπερκόσμιας δόξης». Καί συμπληρώνει ὅτι «τό κυανό εἶναι τό χρῶμα τοῦ ἐπέκεινα, τῆς ὑπερβατικότητας».
Ἔτσι, ὁ ἔνθρονος Χριστός εἶναι πλήρης φωτός, τά ἱμάτιά Του φωτεινά, ὅπως ἐμφανίσθηκε κατά τήν Μεταμόρφωση, καί στό βάθος τῆς εἰκόνας (φόντο) εἶναι τό κυανοῦν φῶς καί τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀλλά καί τοῦ ἐπέκεινα. Ἄλλωστε, κατά τήν θεοπτική ἐμπειρία ὁ Θεόπτης βλέπει δύο φῶτα, τό κτιστό καί τό ἄκτιστο και ἀντιλαμβάνεται σαφέστατα τήν διαφορά καί τήν ποιότητά τους. Κατά τήν μαρτυρία τοῦ ἁγίου Σωφρονίου «Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι διαφορετικό κατά τή φύση του, καί ἡ θεωρία του δέν εἶναι ὅμοια μέ τή φυσική ὅραση».
Πάντως, κυριαρχοῦσα μορφή στήν εἰκόνα αὐτή εἶναι ὁ ἀποκαλυφθείς Χριστός μέσα στό ἄκτιστο Φῶς, ὅπως ὁ ἴδιος τόν εἶδε καί γράφει σέ κείμενά του ὅτι μέ τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός «Γεννήθηκαν μέσα μου νέες δυνάμεις, ἄλλη ὅραση, ἄλλη ἀκοή. Μπόρεσα νά γνωρίσω ἀπερίγραπτη ὡραιότητα». Τό ἄκτιστον Φῶς εἶναι «Φῶς καταυγάζον».
Τό τρίτο πού διέκρινα βλέποντας τίς ἁγιογραφίες τοῦ ἁγίου Σωφρονίου εἶναι ὅτι ἡ καρδιά εἶναι τό κέντρο στά σώματα τῶν ἁγιογραφημένων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων. Ὁ νοῦς τους δέν βρίσκεται συγκεντρωμένος στήν λογική καί τόν ἐγκέφαλο, ἀλλά ἔχει κατεβῆ στήν καρδιά. Σέ ἕνα σημεῖο τῶν γραπτῶν του ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁμιλώντας γιά τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός γράφει: «Τό βλέπουμε, ἀλλά ἡ προσοχή στρέφεται στά ἐνδότερα τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, στήν καρδιά πού φλέγεται ἀπό τήν ἀγάπη, ἀγάπη ἄλλοτε τῆς εὐσπλαχνίας καί ἄλλοτε τῆς εὐγνωμοσύνης». Αὐτή ἡ θεολογία του ἁγιογραφεῖται κατά τόν καλύτερο τρόπο στίς εἰ κόνες τῶν Ἀποστόλων κατά τόν Μυστικό Δεῖπνο.
Τά ἁγιογραφημένα πρόσωπα τῶν Ἀποστόλων δείχνουν ὅτι ὁ ἐγκέφαλος ἔχει ἀδειάσει, ἀφοῦ δέν ὑπάρχουν μέσα οἱ λογισμοί, καί ὁ νοῦς, εὑρισκόμενος στήν καρδιά, προσεύχεται. Οἱ ἐλαφρές, ἐξωτερικές κινήσεις τοῦ προσώπου δείχνουν τήν ἔκσταση ἀπό αὐτήν τήν ὅραση τῆς καρδιᾶς πού προσεύχεται. Αὐτήν τήν διαδικασία τήν συναντᾶμε στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ὅταν ὁ νοῦς εὑρίσκεται στήν καρδιά καί προσεύχεται αὐτοκινήτως, ὡς πρός τήν δική του ἐνέργεια, ἑτεροκινήτως δέ ὡς πρός τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ λογική παρακολουθεῖ ἐκστατική τήν ἐργασία τοῦ νοῦ, διότι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι λογική καί νοερά, καί οἱ δύο αὐτές ἐνέργειες κινοῦνται παραλλήλως.
Ἔτσι, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι στήν ἁγιογραφία τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου βρίσκονται κοντά στόν Χριστό, βλέπουν τόν Χριστό, προσέχουν τόν λόγο Του, μετέχουν τῆς Χάριτος ἡ ὁποία προχέεται ἀπό τόν Χριστό, ὅμως αὐτό γίνεται ὄχι μέ τήν λογική, ἀλλά μέ τήν καρδιά. Διαφέρει, βέβαια, ἡ στάση τοῦ Ἰούδα, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει οὔτε κοινωνία μέ τόν Χριστό, ἀλλά οὔτε καί ὁ νοῦς του βρίσκεται μέσα στήν καρδιά. Ἄλλωστε, ἡ ἕνωση νοῦ καί καρδιᾶς γίνεται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἐν κοινωνίᾳ μέ τόν Χριστό.
Μέ τήν ἀπεικόνιση τοῦ κέντρου τοῦ προσώπου νά βρίσκεται στήν καρδιά, ἐκτός τοῦ ὅτι δείχνει ὅτι τό πρόσωπο εἶναι ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος (Α΄ Πέτρ. γ΄, 4), συγχρόνως, φαίνεται καθαρά ἡ διαφορά μεταξύ τῆς ἡσυχαστικῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς σχολαστικῆς θεολογίας ἀκόμη καί τῆς ἠθικολογίας πού ἀναπτύχθηκε στήν Δύση. Κατά τήν ὀρθόδοξη ἡσυχαστική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐκεῖνος πού ἀποκτᾶ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καί ὁρᾶ τόν Θεό, ἐνῶ κατά τόν σχολαστικισμό ἡ λογική ἀναζητᾶ, ἐρευνᾶ καί ἐπεξεργάζεται τόν Θεό, καί κατά τόν ἠθικισμό ἡ χριστιανική ζωή ἐξαντλεῖται μόνον ἐξωτερικά. Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης κάνει λόγο γιά τήν κυκλική κίνηση τοῦ νοῦ πρός τόν Θεό, ὅταν ὁ νοῦς ἀποσπᾶται ἀπό τόν αἰ σθητό κόσμο, ἐπιστρέφει στήν καρδιά καί ἀπό ἐκεῖ ἀνέρχεται στόν Θεό. Αὐτό φαίνεται εὐδιάκριτα στίς ἁγιογραφίες τοῦ ἁγίου Σωφρονίου πού παρουσιάζουν ὅλην τήν ἡσυχαστική μέθοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Τό τέταρτο σημεῖο εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἁγιογραφώντας τά πρόσωπα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἴσως χωρίς νά τό συνειδητοποιῆ, ἁγιογραφοῦσε τόν ἑαυτό του, καί ὡς πρός τόν ἐξωτερικό καί τόν ἐσωτερικό κόσμο του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ μορφή τῶν ἁγιογραφημένων Ἀποστόλων ὁμοιάζει μέ τήν μορφή τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, ἀλλά καί στά πρόσωπά τους ἀποτυπώνεται ἡ σύννοια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. Βεβαίως, αὐτό εἶναι τό πρόβλημα κάθε ζωγράφου, ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά ἀποδεσμευθῆ ἀπό τήν κατάσταση τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλά ἐδῶ γίνεται κατά ἕναν φυσικό τρόπο, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ζοῦσε ἔντονα τό μυστήριο τῆς πνευματικῆς μεταμορφώσεώς του καί αὐτό περνοῦσε, χωρίς νά τό συνειδητοποιῆ, καί στίς ἁγιογραφίες.
Ἔτσι, ὅταν ἐξετάζη κανείς προσεκτικά τίς ἁγιογραφίες τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, θά διασπιστώση ὅτι τά πρόσωπα τῶν περισσοτέρων Ἀποστόλων, ἰ διαιτέρως στόν Μυστικό Δεῖπνο, εἶναι προσωπογραφίες τοῦ ἰ δίου τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, σέ διάφορες ἡλικίες του, ἀλλά καί σέ διάφορες πνευματικές του καταστάσεις. Ἄλλωστε, τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ὅταν τά διαβάζη κανείς προσεκτικά, διαπιστώνει κάθε φορά τήν πνευματική κατάστασή τους.
Γενικά, ἡ ἁγιογραφία τοῦ ἁγίου Σωφρονίου εἶναι ἀπαύγασμα ὅλης τῆς θεολογίας του. Βλέποντας τίς ἁγιογραφίες αὐτές καταλαβαίνει κανείς τήν θεολογία του, καί διαβάζοντας τήν θεολογία του τήν βλέπει ἁγιογραφημένη στούς τοίχους τῆς Μονῆς του. Οἱ ἁγιογραφίες του δείχνουν ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α΄, 15) καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκών τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά πρέπει νά φθάση καί στό καθ’ ὁμοίωση γιά νά ἐκπληρώση τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του.
Μέ ὅσα ἀνέφερα προηγουμένως, φαίνεται τό πῶς γνώρισα τόν ἅγιο Σωφρόνιο, πῶς τόν εἶδα, ὅταν λειτουργοῦσε, ὅταν ὁμιλοῦσε, ὅταν συζητοῦσε, ὅταν γελοῦσε, ὅταν σιωποῦσε, ὅταν προσευχόταν, ὅταν ἁγιογραφοῦσε. Ἔτσι, προσπάθησα νά σᾶς τόν μεταφέρω μέ τόν πενιχρό μου λόγο. Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή του.–

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ : Αναγγελία αγιοκατάταξης από τον Οικ. Πατριάρχη Βαρθολομαίο


Μια έκπληξη πριν την αποχώρηση του από το Άγιον Όρος επιφύλαξε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, την αναγγελία της αγιοκατάταξης του Γέροντα Σωφρόνιου του Έσσεξ



Ο Γέροντας Σωφρόνιος (κατά κόσμον Σεργκέι Σεμιόνοβιτς Σάχαρωφ, ρωσικά: Сергей Семёнович Сахаров‎; 22 Σεπτεμβρίου 1896 – 11 Ιουλίου 1993) ήταν Ρώσος Ορθόδοξος Ιερομόναχος που ξεκίνησε τη μοναχική του ζωή στο Άγιο Όρος, στη Ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος και θεωρείται από την ορθόδοξη παράδοση ως ένας από τους χαρισματικότερους μοναχούς του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε στη Μόσχα και ήταν μέλος 9μελούς οικογένειας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Σέργιος, ενώ έδειχνε από μικρός ιδιαίτερη θεολογική κλίση. Στην αρχή ασχολήθηκε με την ζωγραφική, ενώ ασχολήθηκε και με τον Βουδισμό και τον Ινδουισμό. Όταν απογοητεύτηκε από τη φιλοσοφία των Ανατολικών θρησκειών, στράφηκε προς το Χριστιανισμό και πιο συγκεκριμένα την Ορθοδοξία.

Σε ηλικία 25 ετών μετακινήθηκε στη Γαλλία, προσπαθώντας να βρει εργασία ως ζωγράφος. Στη Γαλλία κατάφερε να γίνει δεκτός στους καλλιτεχνικούς κύκλους, όμως τελικά στράφηκε προς το χριστιανισμό με περισσότερο ζήλο αφού ούτε αυτό τον γέμιζε όπως ο ίδιος αργότερα ομολόγησε και έτσι στράφηκε σε ηλικία 29 ετών στη θεολογία, εισαγόμενος στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο στο Παρίσι.

Με το πέρας των σπουδών έλαβε την απόφαση να μονάσει. Έτσι εγκαταστάθηκε στη Ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιο Όρος, το 1925. 4 έτη αργότερα γνώρισε τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, ο οποίος έγινε ο πνευματικός καθοδηγητής του. Στη συνέχεια αναχώρησε για τα Καρούλια του Αγίου Όρους το 1938, που ασκήτεψε αυστηρά. Το 1948 έφυγε από το Άγιο Όρος ώστε να χειρουργηθεί στη Γαλλία ενώ εξέδωσε σε βιβλίο το βίο του Αγίου Σιλουανού, που εν τω μεταξύ εκοιμήθη.

Στη συνέχεια εξέδωσε και άλλα βιβλία το «Περί προσευχής», το «Άσκηση και Θεωρία» και «Η ζωή Του ζωή μου». Την ίδια εποχή επισκέφτηκε και τη Μόσχα μετά από πολλά χρόνια και έκτοτε είχε πιο στενούς δεσμούς με την πόλη. Το 1963 εγκατέλειψε το Άγιο Όρος και ίδρυσε μια χριστιανική αδελφότητα, χτίζοντας παράλληλα και ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στο Έσσεξ. Εκεί έμεινε μέχρι που πέθανε το 1993 σε ηλικία 97 ετών.

Έλεγε χαρακτηριστικά:

«Ήμουν στο Παρίσι, τα είχα όλα, ζούσα με τον καλλιτεχνικό κόσμο του Παρισιού και συμμετείχα σε όλες τις εκδηλώσεις. Όμως τίποτα δεν μου έδινε χαρά και ανακούφιση. Μετά από κάθε εκδήλωση του καλλιτεχνικού κόσμου, είχα μέσα μου κενό και αγωνία. Ο λογισμός μου, μου έλεγε πως κάτι πρέπει να κάμω, για να φύγω από το αδιέξοδο, που με συνείχε. Όμως δεν έβρισκα λύση. Ένα βράδυ, μετά από μία διασκέδαση, ανέβαινα στο σπίτι μου με σκυμμένο το κεφάλι και αργό βήμα. Έλεγα πως αυτή η ζωή είναι βάναυση, είναι ανιαρή. Τότε σκέφτηκα να γίνω μοναχός, όμως πού και πώς δεν είχα ιδέα. Ήμουν Ρώσος εμιγκρέ-πρόσφυγας στη Γαλλία. Εκεί υπήρχαν πολλοί Ρώσοι, οι οποίοι ίδρυσαν το Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου … Στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, όλοι μιλούσαν για Θεό, αλλά Θεό δεν είδα, ενώ όταν πήγα στο Άγιο Όρος, κανείς δεν μιλούσε για Θεό και όλα έδειχναν τον Θεό».

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

Η φύλαξη τών απρόσιτων εντολών τού Θεού και η "κένωση" σε πορεία πίσω από τον Χριστό Τού γέροντα Σοφρωνίου Σαχάρωφ




Πηγή: "Περί Προσευχής" Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ). Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ Αγγλίας 1993.



Είναι φυσικόν εις τον πιστόν να φυλάττη μετά ζήλου την αλήθειαν της δοθείσης εις τον Εκκλησίαν Αποκαλύψεως, ει δυνατόν, εν τη πληρότητι και τη αυθεντικότητι αυτής. Η μακραίων πείρα της Εκκλησίας απέδειξε μετά πειστικότητος ότι πάσα απόκλισις από της οδού των ευαγγελικών εντολών απομακρύνει από της οδού της γνώσεως, εν τη οποία περικλείεται η αιώνιος ζωή (βλ. Ιωάν. 12,50 και 17,3).

Δεν είμεθα εις θέσιν να φθάσωμεν την τελειότητα των εντολών, αλλ’ εξ ημών εξαρτάται να επιδείξωμεν την μεγαλυτέραν δυνατήν φιλοπονίαν, και τότε Εκείνος ο Ίδιος θα επιτελέση το υπόλοιπον. Εν τω αγώνι ημών προς απόκτησιν της αγάπης του Χριστού δίδεται  εις ημάς να θεωρήσωμεν το απρόσιτον της αγιότητος του Θεού, εν ταυτώ δε και το άμετρον της ταπεινώσεως Αυτού. Η δύναμις των ευαγγελικών εντολών έγκειται εις το ότι αύται εισάγουν κατά φυσικόν τρόπον εις την απειρότητα του Θείου Είναι. Η ψυχή εκπλήττεται μακαρίαν έκπληξιν ενώπιον του Θεού· εξίσταται προ του προαιωνίου Αυτού μεγαλείου, εκθαμβείται δια της προς ημάς συγκαταβάσεως Αυτού εν τη ενσαρκώσει.

Εν πάσι τούτοις Διδάσκαλός αυτής είναι ο Χριστός (βλ. Ματθ. 23,8). Χωρίς Αυτού η ανθρωπότης αναποφεύκτως θα απολεσθή εις τον βαθύτατον ζόφον της κακίας αυτής. Ο Χριστός είναι το Φως του κόσμου· δι’ Αυτού εγένετο η αλήθεια και «εκ του πληρώματος Αυτού πάντες ημείς λαμβάνομεν, και χάριν αντί χάριτος» (πρβλ. Ιωάν. 8,12 και 1,16-17).

Ο ταπεινός Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσε χάριν» (Α’ Πέτρ. 5,5· Ματθ. 23,12). Η χάρις είναι η ζωή του Θεού, και Ούτος δίδει την ζωήν Αυτού εις τους ποθούντας την προς Αυτόν ομοίωσιν. «Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14,11). Δυνάμει της ασκητικής ταύτης αρχής παρατηρείται κίνησις προς αυτοσμίκρυνσιν, προς το «ατελευτήτως» μικρόν, και ουδόλως τάσις υπερήφανος προς αυτοεκθειασμόν.

Η οδός ημών είναι οδός αποφατικής ασκήσεως δια «κενώσεως» εν πορεία οπίσω του Χριστού, του κενώσαντος Εαυτόν μέχρι και του σταυρικού εισέτι θανάτου (βλ. Φιλ. 2,5-9). Όσον βαθύτερον πορευόμεθα «προς τα κάτω», τοσούτον ριζικώτερον καθαιρόμεθα εκ των συνεπειών της υπερηφάνου πτώσεως του προπάτορος ημών Αδάμ. Όταν δε καθαρθή η καρδία ημών (βλ. Ματθ. 5,8), τότε ενοικούν εν ημίν και ο Πατήρ και ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον, και ημείς εισαγόμεθα εις την ασάλευτον πραγματικότητα της Θείας Βασιλείας, ένθα το ανεκδιήγητον μεγαλείον συνενούται μετά της αφάτου ταπεινώσεως και του αρρήτου κάλλους.

Αυτή αύτη η ενανθρώπησις του Θεού Λόγου είναι ωσαύτως κένωσις, προσιδιάζουσα οντολογικώς εις την Θείαν Αγάπην. Ο Πατήρ κενοί εαυτόν όλον εν τη γεννήσει του Υιού, ενώ ο Υιός ουδέν αποδίδει εις Εαυτόν, αλλά τα πάντα παραδίδει εις τον Πατέρα. Η δε κένωσις ημών εκφράζεται δια της αρνήσεως πάντων όσα είναι εις ημάς πολύτιμα επί της γής εν τη τηρήσει των εντολών: «… Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού … ός γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ός δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν Εμού, ευρήσει αυτήν» (Ματθ. 16,24-25). Και πάλιν: «Ούτως ούν πας εξ υμών, ός ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσιν, ου δύναται είναι Μου μαθητής» (Λουκ. 14,33).

Και αύτη είναι η οδός του Ζώντος Θεού.

Η κένωση και η θεοεγκατάλειψη στη διδασκαλία του Γέρ. Σωφρονίου

[Προηγούμενη δημοσίευση:http://bitly.com/1fpDCMS]
ΙV
Ας έλθουμε λοιπόν τώρα κατόπιν τούτων στην περίπτωση του έργου του π. Σωφρονίου και μάλιστα σ’ ένα ζήτημα το οποίο πολύ απασχολεί τους μελετητές του, το ζήτημα δηλαδή της κένωσης. Είναι νομίζω εφικτό να δείξουμε ότι ο π. Σωφρόνιος είναι ένας ησυχαστής και μάλιστα υπό την έννοια του παλαμικού Ησυχασμού όπως τον είδαμε παραπάνω.
Θεωρώ πως δυο είναι οι μορφές της κένωσης, αλληλοσυμπληρούμενες μάλιστα, στο έργο του π. Σωφρονίου. Πρώτη είναι η μορφή της θεοεγκατάλειψης. Αν η θεοεγκατάλειψη θεωρηθεί ως μια σοφή παιδαγωγία της αγάπης του Θεού προς τον ασκητή, τότε αυτή η παιδαγωγία τι άλλο είναι παρά μια προσπάθεια να μας θεραπεύσει ο Θεός από κάθε ίχνος μιας «ηδυπαθούς» ατομιστικής απόλαυσης της χάρης, μια τάση η οποία ενδημεί ασυνειδήτως μέσα στον πεπτωκότα άνθρωπο, ωθώντας τον ανεπίγνωστα σ’ έναν πιθανό πειρασμό ναρκισσικής αδολεσχίας, ακόμα και μέσα στο φως της χάρης του Θεού; Τι άλλο είναι δηλαδή αυτή η σοφή παιδαγωγία της θεοεγκατάλειψης παρά μια φιλάνθρωπη ώθηση του Θεού για ένα κοινωνικό άνοιγμα της ψυχής του ασκητή προς τον κενωτικό εναγκαλισμό του πάσχοντος συνανθρώπου και της πάσχουσας κτίσης, προκειμένου ν’ ανεβεί μαζί τους, και μόνο μαζί τους, στο Θεό; Έτσι εξηγείται ίσως και το γεγονός ότι την μεγαλύτερη θεοεγκατάλειψη δεν την υφίστανται συνήθως οι απλοί πιστοί αλλά κυρίως οι διανοούμενοι ασκητές και πιστοί (και τέτοιοι βεβαίως είναι συνήθως οι περισσότεροι των Πατέρων) αφού αυτοί κυρίως έχουν μεγαλύτερο πειρασμό από τους άλλους να αδολεσχήσουν σε μιαν ατομική-νοητική θεωρία του Θεού με τον πιθανό ναρκισσισμό της, αφήνοντας την υπόλοιπη δημιουργία κάπως στο περιθώριο.
essexvat2
Όπως φάνηκε ήδη, το δεύτερο είδος κένωσης, στο οποίο οδηγεί παιδαγωγικά και φιλάνθρωπα, ως θεοεγκατάλειψη, είναι η χάρη της περιχωρήσεως, είναι μ’ άλλα λόγια ακριβώς αυτό το οποίο ο π. Σωφρόνιος ονομάζει γένεση της υποστάσεως μέσα στη Γεθσημάνειο προσευχή – ασκητική και λειτουργική – για όλον τον κόσμο. Υπ’ αυτήν την έννοια, χάρις στην πρώτη κένωση δίδεται η χάρη για τη δεύτερη. Ως σοφή θεραπεία της ρίζας της φιλαυτίας, η θεοεγκατάλειψη, έτσι, όχι μόνο δε γεννά απελπισία αλλά ευγνωμοσύνη και δοξολογία για την εν αληθεία αγάπη του Θεού η οποία οδηγεί στην οντολογική ολοκλήρωσή του τον άνθρωπο:
«Φερόμενοι πνεύματι Θεού προς την υπέρ όλου του κόσμου προσευχήν, προς συμμετοχήν εις την εν Γεθσημανή προσευχήν του Κυρίου, βλέπομεν αίφνης εν εαυτοίς Θείον θαύμα: Ανατέλλει εντός ημών ο πνευματικός ήλιος, το όνομα του οποίου είναι υπόστασις (πρόσωπον). Τούτο είναι εν ημίν η αρχή καινής μορφής υπάρξεως, ήδη αθανάτου. Τότε δεχόμεθα την Αποκάλυψιν της Υποστατικής Αρχής εν τη Αγία Τριάδι, ουχί επιφανειακώς, ουχί διανοητικώς, αλλ’ εν τοις εγκάτοις του είναι ημών. Ενορώμεν εν τω Φωτί το μέγιστον μυστήριον του Ανάρχου Είναι: τον Υποστατικόν Θεόν, τον Ζώντα· τον Ένα εν Τριάδι Υποστάσεων· τον Θεόν της αγάπης, τον Μόνον αληθινόν».
Με την προσευχή υπέρ όλου του κόσμου δίνουμε πλέον υπόσταση στην κοινήν ανθρώπινη ουσία. Με την προσευχή της αγάπης προς την ομοούσιά μας ανθρωπότητα γινόμαστε δυναμικά υποστάσεις της όλης ανθρώπινης ουσίας καθώς και όλης της κτίσης, ενώ προηγουμένως υπαρξιακά ήμασταν απλώς λογικά τμήματα της ανθρώπινης και της κτιστής εν γένει ουσίας. Έχουμε εδώ ξανά δηλαδή την ουσία του παλαμικού Ησυχασμού: έκσταση δια καθόδου, ο άνθρωπος να δίδει ταπεινά υπόσταση σ’ όλη τη δημιουργία, ανεβάζοντάς την στο Θεό, μιμούμενος δηλαδή κατά χάρη το έργο ακριβώς και την κίνηση του ενανθρωπήσαντος Λόγου. Ή, με τα λόγια του π. Σωφρονίου:
«δι’ Αυτού (του Χριστού) απεκαλύφθη εις ημάς ο χαρακτήρ του Θεού της αγάπης. Η τελειότης αυτή έγκειται εις το ότι η αγάπη αυτή είναι ταπεινή, τουτέστι προσφέρεται άνευ επιφυλάξεως. Ο Πατήρ εν τη γεννήσει του Υιού κενούται ολοτελώς. Αλλά και ο Υιός επιστρέφει το παν εις τον Πατέρα. Αυτήν ακριβώς την πράξιν της τελείας κενώσεως ετέλεσεν ο Κύριος εν τη σαρκώσει Αυτού, εν τη Γεθσημανή και επί του Γολγοθά».
Αυτό το οποίο συνεπώς διδάσκει τελικά ο Θεός τον άνθρωπο δεν είναι τίποτε λιγότερο από τον ίδιο τον δικό Του τρόπο υπάρξεως. Δεν πρόκειται όμως για αφηρημένη αποκάλυψη αρχών αλλά για συγκλονιστική κοινωνία Θεού εν τη υπάρξει: το πρόσωπο-υπόσταση είναι ενεργούμενο γεγονός εν-χριστώσεως δια της χάριτος και όχι αναπαυτική έκσταση προς μια φανταστική ελευθερία η οποία στο βάθος περιφρονεί και ταυτίζει με την πτώση και την τυφλή αναγκαιότητα, κατά Πλατωνικό ή Καντιανό τρόπο, την φύση των όντων, όπως θέλουν κάποιοι περιώνυμοι σύγχρονοι ορθόδοξοι προσωπολόγοι. Με τον μαρτυρικό-ασκητικό αυτό τρόπο καθίσταται ο άνθρωπος
«φορεύς του πληρώματος του θεανθρωπίνου είναι δια της ενώσεως μετά του Χριστού εν τη προσευχή, ήτις εξομοιοί αυτόν προς Εκείνον. Σπάνιον προνόμιον συνδυάζοντας ακραίας καταστάσεις των παθημάτων της αγάπης και τον θρίαμβον αυτής. Ο άνθρωπος, αναγεννηθείς εκ τοιαύτης προσευχής, δια μέσου του ζωοποιού πόνου εισέρχεται βραδέως εις ενεργόν αίσθησιν της αναστάσεως της εαυτού ψυχής».
Βρισκόμαστε στον βαθύ πυρήνα του Ησυχασμού. Βλέπουμε εδώ την ταύτιση της προσωπικής ανάστασης, της εκστατικής δηλαδή ανόδου προς τον Θεό, με την ζώσα περιχώρηση των πάντων, με το κουβάλημα δηλαδή όλης της πάσχουσας δημιουργίας στα πόδια του Θεού. Η ανθρώπινη εσωτερικότητα συμβαδίζει εδώ με την πιο βαθιά κοινωνικότητα, εις τρόπον μάλιστα ώστε η μια να επαληθεύει την άλλη. Η αυθεντική εσωστρέφεια εκφράζεται έτσι ως ταπεινή κενωτική – σταυρική κοινωνικότητα, η οποία με τη σειρά της, μόνο με την ταπεινή κένωση του έσω ανθρώπου είναι δυνατόν να επιτευχθεί.
Στη σκέψη των νεότερων ορθόδοξων προσωπολόγων συναντά κανείς μιαν αγιάτρευτη αλλεργία προς οποιαδήποτε μορφή εσωτερικότητας, εσωστρέφειας ή ακόμα και συνειδητής ασκητικής ζωής, πράγματα τα οποία εκλαμβάνονται συλλήβδην ως δήθεν ψυχολογισμός. Οι θεολόγοι αυτοί ελάχιστα δυστυχώς κατανοούν την πατερική ασκητική παράδοση και, εν προκειμένω, τη θεολογία του π. Σωφρονίου. Εδώ η εσωτερικότητα ή η εσωστρέφεια δεν είναι ψυχολογισμός αλλά καθαρή οντολογία. Ο «έσω άνθρωπος» (έκφραση καθαρά ως γνωστόν Βιβλική) δεν είναι εδώ παρά ο χώρος του γνωμικού θελήματος, της ελευθερίας δηλαδή του ανθρώπου, ο χώρος δηλαδή όπου τελεσιουργείται (συνειδητά βεβαίως και εν συναισθήσει και όχι ασυνειδήτως ή ασυναισθήτως!) το μυστήριο της καθολικοποίησης του ανθρώπου, μέσω της ταπεινής και κενωτικής «συνεργίας» του θελήματος του ανθρώπου με το θέλημα του Θεού εν Χριστώ.

Η Χάρις του Θεού Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, 1866-1938


Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, 1866-1938
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ
...Ο Κύριος είπε: «Μάθετε απ' εμού την πραότητα και την ταπείνωσιν και ευρήσετε ανάπαυσιν εις τας ψυχάς υμών». Τούτο λέγει ο Κύριος περί του Αγίου Πνεύματος. Μόνον εν Αγίω Πνεύματι ευρίσκει η ψυχή την τελείαν ανάπαυσιν.
Μακάριοι ημείς, οι ορθόδοξοι χριστιανοί, διότι πολύ αγαπά ημάς ο Κύριος και δίδει εις ημάς την χάριν του Αγίου Πνεύματος, και εν Πνεύματι Αγίω βλέπομεν την δόξαν Αυτού. Διά να φυλάττωμεν όμως την χάριν, οφείλομεν να αγαπώμεν τους εχθρούς και εις όλας τας θλίψεις να ευχαριστώμεν τον Θεόν.
Ο Κύριος εκάλεσε μίαν αμαρτωλήν ψυχήν εις μετάνοιαν, και επέστρεψεν η ψυχή προς τον Κύριον, και Αυτός, ως Ελεήμων, προσεδέξατο αυτήν και εφανέρωσεν Εαυτόν εις αυτήν. Ο Κύριος είναι εύσπλαγχνος, ταπεινός και πράος. Κατά το πλήθος της αγαθότητός Του δεν εμνήσθη των αμαρτιών της ψυχής, και αυτή ηγάπησεν Αυτόν έως τέλους, και ποθεί Αυτόν, ως το πτηνόν εις το στενόν κλωβίον, το πράσινον δάσος.
Ο άνθρωπος πριν δεχθή την χάριν ζη και νομίζει ότι όλα εις την ψυχήν του είναι καλά. Όταν όμως επισκεφθή αυτόν η χάρις και μείνη εις αυτόν, τότε βλέπει εαυτόν εντελώς διάφορον, και όταν μετά στερηθή πάλιν της χάριτος, τότε μόνον γνωρίζει εις ποίαν αθλίαν κατάστασιν ευρίσκεται.
Όστις δεν γνωρίζει την χάριν, δεν επιζητεί αυτήν. Ο κόσμος εκολλήθη εις την γην και πολλοί δεν γνωρίζουν, ότι ουδέν γήινον δύναται να συγκριθή προς την γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος.
Η μήτηρ, αποθνήσκουσα αφήνει ορφανά τα τέκνα της, ενώ ο Κύριος δεν άφησεν ημάς ορφανούς, αλλ' έδωκεν εις ημάς Παράκλητον το Πνεύμα το Άγιον (Ιωάν. ιδ' 16-18) και Αυτό εμπνέει εις ημάς να αγαπώμεν τον Θεόν και να ποθούμεν Αυτόν απαύστως.
Όταν ελαττούται η χάρις εις την ψυχήν, τότε πάλιν αρχίζει αυτή να εκζητή το έλεος του Κυρίου. Ταράττεται η ψυχή από την τυραννίαν των κακών λογισμών και επικαλείται την προστασίαν του Θεού, του Πλαστού της, και ικετεύει να δώση εις αυτήν πνεύμα ταπεινώσεως διά να μη εγκαταλείψη αυτήν η χάρις της αδιαλείπτου α­γάπης του Ουρανίου Πατρός.
Ο άνθρωπος αφ' εαυτού είναι ανίκανος να φυλάττη τας εντολάς του Θεού, και διά τούτο ελέχθη: «Αιτείτε, και δοθήσεται». Και εάν δεν παρακαλούμεν, τότε οι ίδιοι βασανίζομεν εαυτούς και στερούμεθα της χάριτος του Αγ. Πνεύματος. Η δε ψυχή χωρίς την χάριν θορυβείται διά πολλά, επειδή δεν εννοεί το θέλημα του Θεού.
Διά να έχη την χάριν ο άνθρωπος, οφείλει να είναι εγκρατής εν παντί: εις τας κινήσεις, εις την ομιλίαν, εις την δράσιν, εις τους λογισμούς, εις την τροφήν. Προς πάσαν εγκράτειαν βοηθεί η μελέτη του λόγου του Θεού, ως εγράφη: «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού».
Ο Κύριος αγαπά ημάς περισσότερον παρά η μήτηρ τα τέκνα της και δίδει δωρεάν εις ημάς την χάριν του Αγίου Πνεύματος, αλλά ημείς οφείλομεν να την φυλάττωμεν επιμελώς, διότι δεν υπάρχει μεγαλυτέρα συμφορά από την απώλειάν της. Όταν η χάρις εγκαταλείπη την ψυχήν, τότε, εις εκείνας τας θλιβεράς στιγμάς, η ψυχή αισθάνεται ως να έπεσεν από τον ουρανόν εις την γην και βλέπει όλα τα δεινά της γης. Δεν υπάρχουν πλέον στιγμαί διά να χαρή η ψυχή, μέχρις ότου ο Κύριος δώση πάλιν εις αυτήν την χάριν Του. Η ψυχή επιποθεί τον Δεσπότην και κλαίει ως ο Αδάμ μετά την έξωσιν αυτού από του παραδείσου. Ουδείς τότε δύναται να παρηγορή­ση αυτήν πλην του Θεού. Τα δάκρυα του Αδάμ ήσαν άφθονα, έρρεον ποταμηδόν, και έβρεχον το πρόσωπον, το στήθος και την γην. Οι στεναγμοί αυτού ήσαν βαθείς και δυνατοί ως φυσερόν σιδηρουργού, και εβόα: «Κύριε, Κύριε, παράλαβέ με πάλιν εις τον παράδεισον».
Η μήτηρ κλαίει πικρώς διά τον αγαπημένον υιόν της, όταν επί πολύ δεν βλέπη αυτόν. Η αγάπη όμως του Θεού είναι ασυγκρίτως μεγαλυτέρα και θαυμαστή, και όταν επισκεφθή την ψυχήν, τότε από την άμετρον χαράν προσεύχεται με δάκρυα αγάπης δι' όλον τον κόσμον, όπως όλοι οι άνθρωποι γνωρίσουν τον Ουράνιον Πατέρα, και ανάπαυσιν δεν έχει, ούτε καν θέλει αυτήν, έως ότου οι πάντες γευθούν της χάριτος της αγάπης Αυτού...
Προσέχετε την χάριν του Θεού. Μετ' αυτής η ζωή είναι εύκολος. Το παν γίνεται καλώς και κατά Θεόν, το παν είναι αγαπητόν και ευχάριστον, η ψυχή αναπαύεται εις τον Θεόν, ωσάν να περιπατή εις ένα ωραίον κήπον, εις τον οποίον ζη ο Κύριος και η Παναγία Θεοτόκος.
Μακάριοι είναι εκείνοι, όσοι ημέρας και νυκτός μεριμνούν πώς να ευαρεστήσουν εις τον Κύριον. Αυτοί εκ πείρας και αισθητώς γνωρίζουν την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Η χάρις δεν έρχεται κατά τρόπον ώστε η ψυχή να αγνοή την έλευσίν της, και οπότε εγκαταλείπη αυτήν η χάρις, τότε η ψυχή, ήτις αγαπά τον Θεόν, αναζητεί τον Κύριον μετά μεγαλυτέρας θλίψεως και εντάσεως, ούτως, ώστε αδυνατεί καν να ενθυμηθή τα συγγενή και προσφιλή πρόσωπα.
Δόξα εις τον Κύριον, ότι διδάσκει ημάς να αισθανώμεθα την έλευσιν της χάριτος και να γνωρίζωμεν την άρσιν αυτής, τουτέστιν πώς αποκτάται και πώς αφαιρείται.
Όστις φυλάττει όλας τας εντολάς, η καρδία αυτού θα αισθάνηται πάντοτε την χάριν έστω και ολίγον. Αφαιρείται όμως η χάρις ένεκα της κενοδοξίας, ένεκα και ενός ακόμη υπερηφάνου λογισμού. Δύναταί τις να νηστεύη πολύ, να προσεύχηται πολύ, να κάμνη πολλά καλά, εάν όμως υπερηφανεύηται δι' αυτά, τότε θα ομοιωθή προς κύμβαλον, το οποίον αλαλάζει, έσωθεν δε είναι κενόν. Η κενοδοξία ερημοί την ψυχήν από της χάριτος, και χρειάζεται πολλή πείρα και μακρός αγών διά να νικήσης το πάθος αυτό.
Ο πόλεμος ημών είναι πολύπονος, είναι μεγάλη και αδιάλειπτος επιστήμη. Απαιτείται και σοφία, αλλά και απλότης. Εάν η ψυχή αγαπήση την ταπείνωσιν, τότε όλα τα δίκτυα των εχθρών διαλύονται και όλα τα οχυρά των κρημνίζονται. Ο πόλεμος είναι μεν πεισματώδης, αλλά μόνον διά τους υπερηφάνους. Διά δε τους ταπεινούς είναι εύκολος, διότι αυτοί έχουν αγαπήσει τον Κύριον, και Αυτός δίδει εις αυτούς το ισχυρόν όπλον Του, την χάριν του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν φοβούνται οι εχθροί, διότι τους κατακαίει.
Ιδού η πλέον σύντομος και εύκολος οδός προς την σωτηρίαν: Έσο υπήκοος, εγκρατής, μη κατακρίνης και φύλαττε τον νουν και την καρδίαν σου από τους κακούς λογισμούς. Σκέπτου, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί και ότι τους αγαπά ο Κύριος. Ένεκα αυτών των ταπεινών σκέψεων η χάρις του Αγίου Πνεύματος θα ενοικήση εν τη καρδία σου, και συ θα λέγης «Ελεήμων ο Κύριος!». Εάν όμως κατακρίνης, είσαι μεμψίμοιρος, αγαπάς να κάμνης το θέλημά σου, τότε έστω και αν προσεύχησαι πολύ, η ψυχή σου θα πτωχεύη και θα λέγης: «Με εγκατέλειψεν ο Κύριος». Όμως δεν είναι ο Κύριος, ό­στις σε εγκατάλειψειν, αλλά συ εξέκλινας εκ της οδού της ταπεινώσεως, και δι' αυτό η χάρις του Θεού δεν μέ­νει εις την ψυχήν σου. Η Παναγία υπήρξεν ταπεινή περισσότερον «παρά πάντας τους ανθρώπους τους όντας επί της γης» και διά τούτο δοξάζεται εις τον ουρανόν και επί της γης. Και κάθε άνθρωπος όστις ταπεινούται, θα δοξασθή υπό του Θεού και θα βλέπη την δόξαν του Κυρίου.
Ψυχή, ήτις εγνώρισε τον Κύριον διά Πνεύματος Αγίου, εκτείνεται ορμητικώς προς Αυτόν. Η μνήμη Του με δύναμιν αρπάζει τον νουν, ώστε λησμονεί τον κόσμον. Και όταν πάλιν μνησθή του κόσμου, τότε διαπύρως ποθεί διά πάντας την ιδίαν χάριν, και προσεύχεται δι' όλον τον κόσμον, ίνα οι πάντες μετανοήσωσι και γνωρίσωσιν, οπόσον ελεήμων είναι ο Θεός.
Μακάριος εκείνος ο οποίος δεν απώλεσε την χάριν του Θεού, αλλά αναβαίνει εκ δυνάμεως εις δύναμιν. Άνευ της χάριτος του Θεού όμοιοι είμεθα προς κτήνη, αλλά κατά την χάριν ο άνθρωπος μέγας είναι παρά Θεώ.
Οι άνθρωποι εκτιμούν καθ' υπερβολήν γηίνας επιστήμας ή γνωριμίας μετ' επιγείου βασιλέως και χαίρουν όταν συνδιάγουν μετ' αυτού, αλλ' αληθώς μέγα είναι μόνον να γνωρίζωμεν τον Κύριον εν Αγίω Πνεύματι και το θέλημα Αυτού. Χωρίς δε Πνεύματος Αγίου η ψυχή παραμένει ως νενεκρωμένη, έστω και αν έμαθεν όλον τον κόσμον.
Εάν οι άνθρωποι εγνώριζον τί είναι η πνευματική επιστήμη, θα εγκατέλειπον τας γηίνας επιστήμας και τέχνας και θα εζήτουν μόνον τον Κύριον. Το θείον κάλλος Του αιχμαλωτίζει την ψυχήν και αυτή επιποθεί αιωνίως να μένη μετ' Αυτού και ουδέν άλλον επιζητεί, και όλα τα βασίλεια της γης θεωρεί ως τα νέφη τα πλανώμενα εις τον ουρανόν.
* * *
Τα επίγεια μανθάνονται διά της επιγείου διανοίας, ενώ ο Θεός και όλα τα επουράνια γνωρίζονται μόνον διά του Αγίου Πνεύματος, και παραμένουν απρόσιτα εις τον μη αναγεννημένον νουν.
* * *
Εις πολλούς ο Κύριος δεν δίδει να γνωρίσουν Αυτόν ένεκα της υπερηφάνειας του νοός των, και όμως αυτοί σκέπτονται, ότι δήθεν γνωρίζουν πολλά. Και τί αξίζει η γνώσις αυτών, εάν δεν γνωρίζουν τον Κύριον, δεν γνωρίζουν την χάριν του Αγίου Πνεύματος, δεν γνωρίζουν πώς έρχεται και διατί αίρεται;
Αλλ' ας ταπεινώσωμεν εαυτούς, αδελφοί, και ο Κύριος θα δείξη εις ημάς τα πάντα, όπως ο στοργικός πατήρ δεικνύει τα πάντα εις τα τέκνα του.
Παρατήρει με τον νουν σου, τί γίνεται εις την ψυ­χήν. Εάν υπάρχη ολίγη χάρις, τότε η ψυχή ειρηνεύει και αισθάνεται αγάπην προς όλους. Εάν η χάρις είναι περισσοτέρα, τότε εις την ψυχήν έρχεται χαρά και φως μέγα, και εάν είναι ακόμη μεγαλυτέρα, τότε και το σώμα αισθάνεται την χάριν του Αγίου Πνεύματος.
Δεν υπάρχει μεγαλυτέρα δυστυχία από την απώλειαν της χάριτος.,.
Σπάνιαι είναι αι ψυχαί, αι οποίαι γνωρίζουν Σε, και ολίγοι είναι εκείνοι, μετά των οποίων δύναταί τις να ομιλή περί Σου. οι περισσότεροι σώζονται διά της πίστεως. Αλλ' ως Συ ο Ίδιος είπας εις τον Απόστολον Θωμάν: «Συ είδας Με και εψηλάφησάς Με, αλλά μακάριοι και εκείνοι, οίτινες δεν είδαν και πιστεύουν». Ούτω δεν αισθάνονται όλοι το Πνεύμα το Άγιον, αλλ' όσοι φοβούνται τον Θεόν και φυλάττουν τας εντολάς Αυτού, όλοι εκείνοι θα σωθούν, διότι απείρως αγαπά ημάς ο Κύριος, και εγώ δεν θα ηδυνάμην να γνωρίζω την αγάπην αυτήν, εάν δεν εδίδασκέ με το Άγιον Πνεύμα, το Οποίον διδάσκει παν αγαθόν...
Τινές ερρίζουν περί της πίστεως και τέλος δεν υπάρχει εις αυτάς τας φιλονεικίας, ενώ, αντί να φιλονικώμεν, πρέπει να προσευχώμεθα μόνον εις τον Θεόν και εις την Παναγίαν, και ο Κύριος χωρίς έριδας θα δώση τον φωτισμόν και μάλιστα ταχέως θα δώση αυτόν.
Πολλοί εμελέτησαν όλας τας θρησκείας, αλλά την αληθινήν πίστιν καθώς πρέπει δεν εγνώρισαν. Όστις όμως προσεύχεται εν ταπεινώσει εις τον Θεόν, διά να φω­τίση αυτόν, εις εκείνον ο Κύριος θα δώση να γνωρίση, οπόσον αγαπά τον άνθρωπον...
Όστις εγνώρισε την αγάπην του Θεού, ούτος αγαπά όλον τον κόσμον και ουδέποτε μεμψιμοιρεί, διότι η πρόσκαιρος θλίψις διά τον Θεόν εργάζεται αιωνίαν χαράν.
Ψυχή ανυπότακτος, η οποία δεν παρεδόθη εις το θέλημα του Θεού, αποβαίνει ανεπίδεκτος θείας γνώσεως. από της μιας σκέψεως μεταφέρεται ολοέν εις την άλλην, και ούτω ποτέ δεν προσεύχεται μετά καθαρού νου και δεν δοξάζει πρεπόντως τα μεγαλεία του Θεού...
Συ ελυπήθης την πτωχείαν μου και έδειξας εις εμέ το Πρόσωπόν Σου, και νυν η ψυχή μου έλκεται προς Σε, Κύριε, και εις ουδέν ευρίσκει ανάπαυσιν, αλλ' ημέρας και νυκτός κλαίω, ως το παιδίον, το οποίον απώλεσε την μητέρα του.
Αλλά και το παιδίον θα λησμονήση την μητέρα του, και η μήτηρ το παιδίον της, όταν Σε ίδουν. Η ψυχή, βλέπουσά Σε, λησμονεί όλον τον κόσμον. Ούτως έλκεται η ψυχή μου προς Σε, και εκλείπει εις Σε, και δεν ορέγεται να βλέπη το κάλλος του κόσμου τούτου.
Όταν η ψυχή εν Πνεύματι Αγίω γνωρίση την Πανα­γίαν Μητέρα του Θεού, όταν εν Πνεύματι Αγίω γίνη συγγενής προς τους αποστόλους, τους προφήτας, τους ιεράρχας, τους οσίους και προς όλους τους αγίους και δικαίους, τότε έλκεται ακρατήτως εις εκείνον τον κό­σμον, και δεν δύναται να σταθή, αλλά νοσταλγεί, καταπονείται και κλαίει μη δυναμένη να αποσπασθή από της προσευχής. και αν και το εξησθενημένον το σώμα έχη ανάγκην να ανακλιθή, αλλά και επί της κλίνης η ψυχή ορμητικώς ανατείνεται προς τον Κύριον και την Βασιλείαν των Αγίων...
Όστις επί της γης διαμένει εν τη αγάπη του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος, ούτος και μετά θάνατον θα είναι μετά του Κυρίου, διότι ακατάλυτος είναι η αγάπη...
* * *
«...Κύριε, δος μοι Σε μόνον να αγαπώ»
Συ με έκτισας. Συ με εφώτισας διά του αγίου βαπτίσματος. Συ συγχωρείς τα αμαρτήματά μου και χαρίζεις εις εμέ να κοινωνώ το τίμιον Σώμα Σου και Αίμα. Δος μοι την δύναμιν να μένω πάντοτε εν Σοι.
Κύριε, δος μοι αδαμιαίαν μετάνοιαν και την αγίαν Σου ταπείνωσιν. Η ψυχή μου πλήττει επί της γης και ποθεί τα ουράνια.
Ο Κύριος ήλθεν εις την γην, διά να προσλάβη ημάς εκεί, όπου μένει Αυτός, η Πανάχραντος Αυτού Μήτηρ, η Οποία υπηρέτησεν Αυτόν επί της γης χάριν της σωτηρίας ημών, και οι μαθηταί και ακόλουθοι του Κυρίου.
Εκεί καλεί ημάς ο Κύριος, παρ' όλας τας αμαρτίας ημών. Εκεί θα ίδωμεν τους αγίους Αποστόλους, οι οποίοι δοξάζονται ως κήρυκες του Ευαγγελίου. Εκεί θα ί­δωμεν τους αγίους προφήτας και ιεράρχας, τους διδασκάλους της Εκκλησίας. Εκεί θα ίδωμεν τους οσίους, οι οποίοι ηγωνίσθησαν να ταπεινώσουν διά της νηστείας την ψυχήν των. Εκεί δοξάζονται οι διά Χριστόν σαλοί, διά το ό,τι ενίκησαν τον κόσμον.
Εκεί θα δοξάζωνται όλοι, όσοι ενίκησαν εαυτούς, όσοι προσηύχοντο δι' όλον τον κόσμον και έφερον επ' αυτών την θλίψιν όλου του κόσμου, διότι είχον την αγά­πην του Χριστού, η δε αγάπη δεν υποφέρει να απολεσθή έστω και μία ψυχή.
Εκεί θέλει να σκηνώση η ψυχή μου. μηδέν όμως το ακάθαρτον θα εισέλθη εκεί, όπου εισέρχονται διά μεγάλων θλίψεων, διά πολλών δακρύων, με συντετριμμένον πνεύμα. Μόνον τα παιδία, τα οποία εφύλαξαν την χάριν του αγίου βαπτίσματος, διαβαίνουν εκεί άνευ θλίψεων, και εν Πνεύματι Αγίω γνωρίζουν τον Κύριον.
Νοσταλγεί η ψυχή μου τον Θεόν και προσεύχεται ημέρας και νυκτός, διότι το όνομα του Κυρίου είναι γλυκύ και περιπόθητον διά την προσευχομένην ψυχήν και έλκει αυτήν εις την αγάπην του Θεού.
Έζησα πολύν καιρόν επί της γης και πολλά ήκουσα και είδα. Ήκουσα πολλήν μουσικήν, ήτις εγλύκαινε την ψυχήν μου, και εφρόνουν ότι, αν αυτή η μουσική είναι τόσον γλυκεία, τότε πόσω μάλλον τέρπει την ψυχήν η ουράνιος μελωδία, εκεί όπου εν Πνεύματι Αγίω δοξά­ζουν τον Κύριον διά τα πάθη Του.
Η ψυχή ζη πολύ επί της γης και αγαπά τα γήινα κάλλη. Αγαπά τον ουρανόν και τον ήλιον, αγαπά τους ωραίους κήπους, την θάλασσαν και τους ποταμούς, τα δάση και τους λειμώνας. αγαπά η ψυχή και την μουσικήν, και όλα αυτά τα επίγεια γλυκαίνουν αυτήν. Αλλ' όταν αύτη γνωρίση τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τότε δεν θέλει πλέον να βλέπη τα επίγεια.
Είδα επιγείους βασιλείς εν δόξη και πολύ εξετίμων αυτό. Αλλ' όταν η ψυχή γνωρίση τον Κύριον, τότε δι' ο­λίγον θα λογίζηται όλην την δόξαν των βασιλέων. Η ψυχή τότε διψά συνεχώς τον Κύριον και απλήστως ημέραν και νύκτα επιποθεί τον Αόρατον να ίδη, τον Αψηλάφητον να ψηλαφίση.
Το Άγιον Πνεύμα, εάν η ψυχή σου γνωρίζη Αυτό, θα δώση εις σε να καταλάβης εκ πείρας πως Αυτό αποκαλύπτει εις την ψυχήν τον Κύριον, και πόσον γλυκεία είναι η πείρα αύτη.
Ω Ελεήμων Κύριε, φώτισον τους λαούς Σου ίνα Σε γνωρίσουν, ίνα γνωρίσουν το μεγαλείον της αγάπης Σου.
Θαυμαστά τα έργα του Κυρίου. Έπλασεν από της γης τον άνθρωπον και εις τον πήλινον έδωκεν να γνωρί­ση Αυτόν εν Πνεύματι Αγίω, ώστε να λέγη ο άνθρωπος «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» και να λέγη τούτο εκ πληρώματος πίστεως και αγάπης.
Τί μεγαλύτερον δύναται να ζητή η ψυχή επί της γης;
Μέγα θαύμα! Η ψυχή αίφνης αναγνωρίζει τον Δημιουργόν της και την αγάπην Αυτού.
Όταν η ψυχή ίδη τον Κύριον, πόσον είναι πράος και ταπεινός, τότε και εκείνη ταπεινούται έως τέλους, και ύστερον ουδέν ποθεί τόσον, όσον την ταπείνωσιν του Χριστού. Και όσον και αν έζη η ψυχή επί της γης, πάντοτε θα επόθη και θα εζήτη αυτήν την ακατάληπτον ταπείνωσιν του Χριστού, την οποίαν είναι αδύνατον να λησμονήση.
Κύριε, πόσον πολύ αγαπάς τον άνθρωπον!...
(Από το βιβλίον «Ο ΓΕΡΩΝ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ» Θεσ/νίκη 1974).
«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»
Τεύχος 10. ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2004. Θεσ/νίκη
Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ 

Πνευματικές Δοκιμασίες - Θεοεγκατάλειψη


Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ
ΘΕΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ
(σελ 259, αποσπάσματα)
Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής.

Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά της χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά».

Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις πού μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό.

Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ' όλες τις δεήσεις.


Για το θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν αυτό πού ανέχονται σ' άλλους, σ' αυτόν δεν το συγχωρούν, η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του.

Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποίηση. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι η ανυπόφορη θλίψη από τη θεία εγκατάλειψη.

Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σ' όλα τα επίπεδα της υπάρξεως του.

Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;... Είναι δυνατό αυτό;...

         Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά.

Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει πάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού.

Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πώς η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σ' όλες τις πτυχές της ζωής του.

Χιλιόχρονη πείρα, πού παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πώς, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι' Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους και ύψη πού είναι απρόσιτα σ' άλλους.

Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο Θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας, πού μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.

Τότε γίνεται ολοφάνερο πώς έφτασε στα όρια, πού δεν μπορεί να ξεπεράσει ο άνθρωπος.