Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

«Ἡ ἀλληλογραφία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου μὲ τὸν Δ. Μπάλφουρ»



ΠρεσβυτέρουΣταύρου Τρικαλιώτη
ἐφημερίου ῾Ι. Ν. ῾Αγ. Παρασκευῆς ᾿Αττικῆς
«ΑΓΩΝΑΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ»
Τὰ πρῶτα πνευματικὰ κείμενα τοῦ ἠγιασμένου Γέροντος τοῦ ῎Εσσεξ
᾿Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ.


Ὅταν διαβάζω κείμενα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, μένω ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ θεολογικὸ τους βάθος  καὶ κυρίως ἀπὸ τὶς θεοεμπειρίες ποὺ ἐκφράζουν. Εἶναι κείμενα ποὺ σὲ βάζουν νὰ προβληματιστεῖς, νὰ στοχασθεῖς σὲ ὑψηλὰ πνευματικὰ θέματα, ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶναι καὶ κείμενα ποὺ ξεπερνοῦν τὰ ὅρια τῶν συνηθισμένων θεολογικῶν μελετῶν.
Ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ τῶν θεολογικῶν κειμένων τοῦ Γέροντος Σωφρονίου ἀπὸ τὶς ἄλλες σύγχρονες θεολογικὲς μελέτες εἶναι, νομίζω, ἡ ὑπέρβαση – ὄχι κατάργηση- τοῦ διανοητικοῦ ἐγκλωβισμοῦ τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου – τοῦ θεολογικῶς «στοχαζομένου» - καὶ ἡ ἀναγωγή του στὴ σφαῖρα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Πολὺ διαφωτιστικὰ εἶναι κι ὅσα γράφει σχετικὰ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος: «…ὁ ἀνθρώπινος νοῦς, ὄντας ἄκρως περιορισμένος, δὲν εἶναι ἱκανὸς μόνος του νὰ διεισδύει στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. (Προσθήκη Γέροντος Σωφρονίου: Ἐκεῖ ἰσχύει ἄλλη τάξη πραγμάτων, θεόσδοτη). Προηγεῖται ἡ πίστη (προσθήκη:ὄντας πνεῦμα), ποὺ εἶναι ἀσύγκριτα λεπτότερη καὶ τελειότερη καὶ πιὸ ἀπέραντη ἀπὸ τὸν νοῦ. Μόνο ἀργότερα, μὲ τὴν πνευματικὴ πεῖρα, ὁ ἄνθρωπος φθάνει ἐκεῖνο, ποὺ καὶ μὲ τὸ νοῦ του ἀρχίζει νὰ κατανοεῖ ὡς ἀλήθεια. Εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο νὰ τὸ ἐξηγήσει αὐτό, ἐνόσω δὲν γνωρίζει ἐμπειρικὰ τὴν πνευματικὴ ζωή» («Ἀγώνας Θεογνωσίας», σ. 109). 
Ὁ λόγος τοῦ Γέροντος Σωφρονίου εἶναι λόγος ἁγιοπνευματικός, ἀπόρροια ἔντονης προσωπικῆς ἀσκήσεως καὶ πνευματικῶν ἀγώνων. Ὁ ἴδιος θὰ πεῖ στὸν Δ. Μπάλφουρ: «Σᾶς μιλῶ γιὰ ὅσα εἶμαι βέβαιος, ἐπειδὴ τὰ ἔζησα ὁ ἴδιος» (σ. 198).  Εἶναι λόγος καθαρθέντος ἀνθρώπου, σύγχρονος πατερικὸς λόγος. Λόγος ποὺ δροσίζει καὶ ξεκουράζει τὸ σύγχρονο ἄνθρωπο, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ λόγος ἀπαιτητικός, «δύσκολος», «στενός». Λόγος, σὲ τελευταία ἀνάλυση, ποὺ μᾶς ἀνοίγει εὐρεῖς θεολογικοὺς ὁρίζοντες, στὰ αὐστηρὰ πάντα πλαίσια τῆς πατερικῆς παραδόσεως  καὶ τῆς ὀρθόδοξης δογματικῆς τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Σαχάρωφ ἔχει γίνει γνωστὸς στὸν ὀρθόδοξο θεολογικὸ χῶρο ἀπὸ τὰ κυκλοφοροῦντα καὶ στὴν ἑλληνικὴ ἔργα του: «Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης», «Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι», «Περὶ προσευχῆς», «Ἄσκησις καὶ θεωρία», «Περὶ Πνεύματος καὶ ζωῆς» κ. ἄ.
Πρόσφατα (2004) ἐκδόθηκε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σταυροπηγιακὴ καὶ Πατριαρχικὴ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου ῎Εσσεξ ᾿Αγγλίας τὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου: «ΑΓΩΝΑΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ», ποὺ περιλαμβάνει τὴν ἀλληλογραφία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου μὲ τὸν Δαβὶδ Μπάλφουρ, σὲ μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικὰ στὰ ἑλληνικὰ τοῦ Ἀρχιμ. Ζαχαρία.
Ὁπωσδήποτε, ὅπως κάθε ἀλληλογραφία, ἔτσι κι αὐτή, ἔχει βαθιὰ προσωπικὸ χαρακτήρα.  ῞Οπως ἐπισημαίνει κι ὁ Γέροντας Σωφρόνιος: «Ὅ,τι γράφεται σὲ συγκεκριμένο πρόσωπο καὶ κάτω ἀπὸ εἰδικὲς συνθῆκες…ἀπὸ κάθε ἄποψη προορίζεται γιὰ κάποια μεταβατικὴ περίοδο» . ῞Οπως εὔστοχα παρατηρεῖ στὴν ἐκτενὴ καὶ κατατοπιστικὴ εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου (σ.15- 46) ὁ ἱεροδιάκονος Νικόλαος: «Οὐσιαστικὰ τὸ περιεχόμενο τῶν ἐπιστολῶν ἀνταποκρινόταν στὶς τρέχουσες πνευματικὲς ἀνάγκες τοῦ παραλήπτη τους, τοῦ Δαβὶδ Μπάλφουρ» (σ. 18). Ὁ ἱεροδιάκονος Νικόλαος τονίζει τὴν ἀξία τῶν «ἐμπειρικῶν» αὐτῶν ἐπιστολῶν ἀλλὰ καὶ τὸν κίνδυνο γενικεύσεων: «Οἱ ἐπιστολὲς αὐτὲς ἀντανακλοῦν μὲ ἀλάθητο τρόπο τὴν ἐσωτερικὴ ζέση τοῦ πνεύματος τοῦ νεαροῦ τότε ἀσκητοῦ Σωφρονίου. Ἀποκαλύπτουν ἐν μέρει τὰ μυστικὰ τῆς καρδίας του, ποὺ κατακλύζεται ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς ἀγάπης του πρὸς τὸν Χριστό. Διαβάζοντάς τα ὁ καθενὰς μπορεῖ  νὰ ἀντλήσει κάτι ψυχικὰ ὠφέλιμο, νὰ ἐνισχυθεῖ στὴν πίστη καὶ νὰ γευθεῖ  πνευματικὴ παρηγορία. Δύσκολα μπορεῖ κάποιος νὰ ἐκλάβει τὶς ἐκδιδόμενες ἐπιστολὲς ὡς μέσο γενικῆς ποδηγετήσεως στὴν πνευματικὴ ζωή» (σ. 18).
Τὰ θέματα ποὺ θίγονται στὴν ἐπιστολὴ δὲν ἐξαντλοῦνται. Δὲν ὑπάρχει ἡ συστηματικὴ ἀνάλυση ἐννοιῶν καὶ ὅρων. Δίνονται ὅμως σὲ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ οἱ γενικὲς γραμμές, ποὺ βοηθοῦν τόσο τὸν παραλήπτη (Δ. Μπάλφουρ), ὅσο καὶ κάθε ἀναγνώστη στὴν ἀναζήτηση τῆς ἀληθείας σὲ θέματα τῆς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς ζωῆς, σὲ θέματα ποὺ ἀφοροῦν στὸν ἀγώνα τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ, «στὸν ἀγώνα τῆς Θεογνωσίας», κατὰ τὸν εὔστοχο τίτλο τοῦ βιβλίου.
Παράλλληλα θίγονται καὶ θέματα γενικότερου ἐνδιαφέροντος, ὅπως τὸ θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ ὁ Γέροντας τὸν χαρακτηρίζει ὡς «ἐπικίνδυνη αἵρεση» (βλ. Σ. 160- 162). Ἐπίσης, σὲ πολλὰ σημεῖα γίνεται ἀναφορὰ στὸν Καθολικισμό, μιὰ καὶ ὁ Δ. Μπάλφουρ ἦταν πρὼην Καθολικὸς καὶ μάλιστα ἱερωμένος, ποὺ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἀσπάσθηκε τὴν Ὀρθοδοξία, ὅπως βεβαίωσε κι ὁ Γέροντας Σιλουανός, ἅγιος πλέον τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας: «Ὁ Μπάλφουρ μεταστράφηκε στὴν Ὀρθοδοξία μὲ θαῦμα» (σ.22).
Ὅπως ἐπισημαίνει στὴν εἰσαγωγὴ ὁ ἱεροδιάκονος Νικόλαος: « Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, μὲ τὴ σεμνότητα ποὺ  τὸν χαρακτήριζε, δὲν ἤθελε, ὅσο ζοῦσε, νὰ διαβαστοῦν τὰ γράμματα αὐτὰ ἀπὸ ἄλλους, καθὼς μέσα ἀπὸ  αὐτὰ ἀποκαλύπτονται πολλὰ βαθειὰ προσωπικά του βιώματα» (σ.17). Ὁ ἴδιος, μάλιστα, εἶχε γράψει γιὰ τὶς ἐπιστολὲς αὐτές: «Τώρα δὲν θὰ ἔγραφα πολλὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἐπέτρεψα τότε στὸν ἑαυτό μου. Τὸ παρελθὸν ὅμως ὡς «γεγονός» δὲν διαγράφεται ἀπὸ τὴ ζωή» (σ. 17).

Δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ κατανοήσουμε τὸ πνεῦμα τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, ἂν δὲν γνωρίσουμε ὁρισμένα στοιχεῖα ἀπὸ τὴν πολυκύμαντη ζωὴ καὶ τὴν ψυχολογία τοῦ Δ. Μπάλφουρ, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Γέροντας Σωφρόνιος προσευχόταν ἔντονα ἡμέρα καὶ νύκτα κατὰ τὴ διάρκεια ἀρκετῶν μηνῶν.
῾Ο Δ. Μπάλφουρ γεννήθηκε στὶς 20/1/1903 - ἦταν δηλαδὴ σχεδὸν συνομίληκος μὲ τὸν Γέροντα Σωφρόνιο-  ἀπὸ γονεῖς Καθολικούς. Ἀκολούθησε τὸν Καθολικισμὸ καὶ ἔγινε μοναχὸς καὶ καθολικὸς ἱερέας. Παράλληλα ἐκδηλώνει τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸν ὀρθόδοξο μοναχισμό.   
Ἕνα ταξίδι του στὸ Ἅγιον Ὅρος (τὸ 1932) - μὲ σκοπὸ νὰ μελετήσει ὁρισμένα χειρόγραφα- καθὼς καὶ ἡ ἐκεῖ συνάντησή του μὲ τὸν Γέροντα Σιλουανὸ καὶ τὸν Γέροντα Σωφρόνιο,  θὰ ἀποβοῦν καθοριστικὰ γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς μετέπειτα πνευματικῆς του πορείας.
Τελικά, χάρη στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀσπάζεται τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ξεκινᾶ ἡ «ἀδελφικὴ ἀλληλογραφία» μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Γέροντος Σωφρονίου. «Χειραγωγούμενος ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ π. Σωφρονίου καὶ τὶς πατρικὲς συστάσεις τοῦ Γέροντος Σιλουανοῦ ὁ Μπάλφουρ ἀσπάσθηκε τὴν Ὀρθοδοξία στὶς 12 Σεπτεμβρίου τοῦ 1932 καὶ τοῦ ἀναγνωρίσθηκε ἡ ἱερατικὴ του ἰδιότητα (ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἐλευθέριο, ἔξαρχο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη).  Ἡ ἐκκλησιαστικὴ αὐτὴ  πράξη γεννᾶ ὁρισμένα ἐρωτηματικά, ποὺ δὲν εἶναι τῆς παρούσης νὰ διερευνηθοῦν.
Γιὰ νὰ μὴ μακρυγορήσω, δὲν θὰ ἀναφερθῶ σὲ λεπτομερειακὰ βιογραφικὰ τοῦ Μπάλφουρ, θὰ ἀναφέρω, ὅμως, μερικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ὅλης του ψυχολογίας, καθὼς καὶ τὴν πνευματικὴ σχέση μεταξὺ Γέροντος Σωφρονίου καὶ Μπάλφουρ.
῾Ο Γέροντας Σωφρόνιος στὶς ἐπιστολές του  ἀναφέρεται πάντοτε στὸν Μπάλφουρ μὲ πολλὴ ἀδελφικὴ ἀγάπη, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὶς προσφωνήσεις, καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπιλόγους τῶν ἐπιστολῶν του: «Ἀγαπητὲ καὶ περιπόθητε ἐν Κυρίῳ ἀδελφέ, Βαθυσέβαστε πάτερ Δαβίδ, εὐλογεῖτε», «Μὲ ἀγάπη ἐν Κυρίῳ…», «Ἀφοσιωμένος σὲ σᾶς ὥς τὸ τέλος τῆς ζωῆς μου, μὲ τὴν ἐν Κυρίῳ ἀγάπη». Σὲ κάποια ἐπιστολὴ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τὸν σκλαβώνει κυριολεκτικὰ μὲ τὴν πολλή του ἀγάπη: «Σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι θὰ προσεύχομαι γιὰ σᾶς ὡς τὸν τάφο καί, ἂν ὁ Κύριος δώσει σὲ μένα τὸν ἄθλιο τέτοια χάρη, τότε καὶ μετὰ τὸν θάνατό μου θὰ προσεύχομαι γιὰ σᾶς, ὡς τὴν πιὸ ἀγαπητὴ καὶ συγγενὴ σὲ μένα ψυχή» (σ. 111).
Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τὸν ἐλέγχει μὲ τὸ χάδι τῆς εἰλικρινοῦς ἀγάπης, προσέχοντας μὲ πολλὴ λεπτότητα καὶ εὐγένεια νὰ μὴν τὸν πληγώσει, ἀλλὰ νὰ τὸν βοηθήσει στὴ συνειδητοποίηση τῶν ἐλλείψεών του καὶ στὴ διόρθωση τῶν σφαλμάτων του. Θὰ τοῦ πεῖ χαρακτηριστικά: «Ἐγὼ δὲν εἶμαι γιὰ σᾶς οὔτε γέροντας οὔτε πατέρας, ἀλλὰ ἀδελφός. Νομίζω ὅτι στὴν εἰλικρινή μου φροντίδα γιὰ σᾶς, καὶ ἄν πῶ κάτι δυσάρεστο, ἐσεῖς ὡς σοφὸς ἄνδρας, ποὺ γνωρίζει καλὰ ὅτι οἱ γνήσιες ἐπιπλήξεις καὶ ἐπιτιμήσεις ἀπὸ κάποιον ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ εἶναι καλύτερες ἀπὸ τοὺς δολίους ἀσπασμοὺς τοῦ κόλακα (Βλ. Παροιμ. κζ΄, 6), θὰ ἀποκομίσετε ὄφελος ἀπὸ τὸν ταπεινό μου λόγο» (σ.116). Γι’  αὐτὸ καὶ δὲ διστάζει νὰ τοῦ πεῖ: «… ἡ πεῖρα σας εἶναι πεῖρα ἀρχαρίου, καὶ μαζὶ σας δὲν μπορῶ ἀκόμη νὰ μιλήσω γιὰ πολλά» (σ. 104). ῎Η κάπου ἀλλοῦ: «…δὲν γνωρίζετε ποιὰ  εἶναι τὰ πάθη σας οὔτε πῶς νὰ παλέψετε μὲ αὐτά» (σ. 106).
Παράλληλα, ὅμως, ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, μὲ τὸ ποιμαντικὸ χάρισμα ποὺ τὸν διέκρινε, δὲν δίσταζε κάποτε σ’ αὐτὸν τὸν «ἄπειρο καὶ ἐμπαθή» νὰ ἐξομολογηθεῖ βαθειὲς πνευματικὲς ἐμπειρίες του: «Μέχρι καὶ τώρα μοῦ φαίνεται ὅτι κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς τὰ ζέοντα δάκρυα ἔρρεαν ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ μάτια μου ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλη τὴν ὑπάρξή μου. Ὅλο μου τὸ σῶμα γέμιζε ἀπὸ  τὸν παράδοξο πόθο νὰ καρφωθεῖ, νὰ σταυρωθεῖ, προκειμένου νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τὸ φῶς τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ (καὶ δὲν σᾶς τὰ διηγοῦμαι ὅλα)»  (σ. 107- 108).
Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἀναμόρφωσε πνευματικὰ καὶ ἀναγέννησε τὸν Μπάλφουρ: «διὰ πολλῆς ὑπομονῆς καὶ πόνου σφοδροῦ, καὶ καθημερινῶν δακρύων, ἀγκαλὰ καὶ σὺ δὲν ἐγνώρισες κανένα ἀπὸ τοῦτα ὁποῦ ἐδοκίμασα ἐγὼ διὰ σέ» (λόγια τοῦ ἁγ. Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, ποὺ τὰ ἀπευθύνει ὁ Γέροντας στὸν Μπάλφουρ, σ. 124).
Ὁ Μπάλφουρ, ὅπως εἴπαμε, δὲν ἦταν σταθερὸς στὴν πίστη του· πολλὲς φορὲς ἀμφιταλαντευόταν καὶ ἀμφέβαλλε: «Ναί, ἔχω κλίση πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ τί γίνεται, ἂν ὁ Καθολικισμὸς εἶναι ἀλήθεια; Πῶς θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ καταλάβω ὁριστικά, ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ποῖος εἶναι ὁ ὀρθὸς δρόμος;» (σ. 125). Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ ἀπαντοῦσε: «Γνωρίζετε, ἀγαπητὲ πάτερ Δαβίδ, ὅτι ἂν δὲν στερεωθεῖτε μὲ πίστη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ παραδίδεσθε ἀκόμη σὲ ἐνδοιασμοὺς καὶ ἀμφιβολίες, δὲν θὰ γνωρίσετε τὴν ἀληθινὴ πνευματικὴ ζωή» (σ. 126). Σὲ κάποια ἄλλη περίσταση θὰ τοῦ πεῖ ἁπλὰ καὶ ἀπερίφραστα: «…δὲν «ὑπάρχει     σὲ  αὐτοὺς     (στοὺς Καθολικοὺς) ἡ ἀλήθεια. Στὴ δεδομένη μάλιστα περίπτωση μπορῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ταράζεται ἡ ψυχὴ σας βλέποντας τὴ σημαντική, ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴ ὀργάνωση καὶ πειθαρχία, ὑπεροχὴ τοῦ Καθολικισμοῦ σὲ σύγκριση μὲ τὴν Ὀρθόδοξη  ᾿Εκκλησία, γιατὶ αὐτὸ εἶναι «γῆ». Ἐπίσης μὴ σκανδαλίζεσθε γιατὶ στὴν ἐποχή μας ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι πραγματικὰ σταυρωμένη. (Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸν προθάλαμο τοῦ οὐρανοῦ)» (σ. 85). Αὐτὰ ἄς τὰ βλέπουν ὁρισμένοι δικοί μας "παπολιγούρηδες" καὶ θιασῶτες τῆς ρωμαιοκαθολικῆς πειθαρχίας καὶ τάξεως.
Ὁ Μπάλφουρ ἀποτελεῖ, πραγματικά, μία τραγικὴ φιγούρα. Κάποτε θὰ ὁμολογήσει: «Ἡ ζωή μου εἶναι μία θλιβερὴ ἀμφιταλάντευση» (σ. 379).  Οἱ ἀμφιταλαντεύσεις τοῦ Μπάλφουρ φτάνουν στὸ ἀποκορύφωμα τους, ὅπως ὁ ἴδιος μαρτυρεῖ: «Ἔχασα τὴν πίστη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη ποὺ κατέχει τὴν ἀλήθεια σὲ ὅλο τὸ πλήρωμά της».
Στὴ διάρκεια τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, εὑρισκόμενος ὁ Μπάλφουρ στὸ Κάιρο ξυρίζει τὰ γένεια του, βγάζει τὸ ράσο του καὶ διαρρυγνύει κάθε σχέση μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν τὰ χαρακτηρίζει ὡς «χρόνια τελείας ἀθεΐας» (σ. 388).  Ἀργότερα, ἔχοντας  πλέον χάσει τὴν πίστη του, γίνεται δεκτὸς στὶς ἀνιχνευτικὲς ὑπηρεσίες τοῦ Βρετανικοῦ Στρατοῦ στὸ Κάιρο καὶ προβιβάζεται στὸ βαθμὸ τοῦ ταγματάρχη! Λίγο ἀργότερα, θὰ γίνει διπλωματικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Βρετανικῆς Κυβερνήσεως.
Στὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια για τὸν Μπάλφουρ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος δὲν παύει νὰ προσεύχεται γι’  αὐτόν, συναισθανόμενος τὴν εὐθύνη του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Μπάλφουρ. Ὥσπου ἦρθε ἡ τελευταία μεταστροφὴ στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τοῦ Μπάλφουρ τὸ 1962. Ὁ Μπάλφουρ κάνει αἴτημα νὰ τὸν δεχτεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στοὺς κόλπους της ὡς λαϊκὸ πλέον. ῞Οπως σημειώνει ὁ ἱεροδιάκονος Νικόλαος: «Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὥς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὁ Μπάλφουρ φρόντιζε μὲ κάθε ἐπιμέλεια τὴν πίστη του στὴν Ὀρθοδοξία, μεταλαμβάνοντας συχνὰ τῶν ἁγίων τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων. Πολλοὶ θυμοῦνται τὰ καῦτα δάκρυα μετανοίας, ποὺ ἔχυνε στὴ θεία Λειτουργία.  Ἀπὸ τότε ἀνανεώθηκε καὶ ἡ πνευματικὴ ἐπαφή  του μὲ τὸν Γέροντα Σωφρόνιο. Ἡ πνευματικὴ καθοδήγηση δὲν γινόταν πλέον δι’ ἀλληλογραφίας, ἀλλὰ προφορικὰ κατὰ τὴ διάρκεια τακτικῶν συναντήσεων» (σ. 30).    
Ὁ Μπάλφουρ ἐκοιμήθη τὴν 11η  Ὀκτωβρίου 1989 μετὰ ἀπὸ παρατεταμένη ἀσθένεια. Ὁ ἱεροδιάκονος Νικόλαος μᾶς δίνει τὸ ὁριστικό του ψυχογράφημα: «Πολλοὶ πιστεύουν ὅτι ὁ Μπάλφουρ ἔζησε χρησιμοποιώντας ὑποκριτικὰ  τὴν Ὀρθοδοξία. Καὶ ἡ ἄποψη αὐτὴ ἴσως στηρίζεται στὶς παλινωδίες του, ὅπως καὶ σὲ ὁρισμένες συγκυρίες τῆς περιπετειώδους ζωῆς του. Τὰ κείμενα ὅμως ποὺ διαθέτουμε δὲν ὁδηγοῦν σὲ τέτοια συμπεράσματα» (σ. 30).
Ὁ Γέροντας  Σωφρόνιος κατεύθυνε πνευματικὰ τὸν Μπάλφουρ, χωρὶς νὰ ἀπελπίζεται γιὰ τὶς πολλὲς του πτώσεις. Ζοῦσε τὸ δρᾶμα του ὡς προσωπικὸ του δρᾶμα, ὅπως τονίζει σχετικά: «Ἡ ἐμπειρία τῆς πνευματικῆς πατρότητος εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρουσα, ἀλλὰ ἡ ἄσκησή της, δηλαδὴ ὁ ἀγώνας στὴν καρδία τοῦ ἀδελφοῦ ἐνάντια στὸ πάθος ποὺ τὸν βασανίζει, ὑπερβολικὰ δύσκολη. Μὲ ἄλλα λόγια εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν δεχθεῖς στὴν καρδία σου καὶ νὰ ζήσεις τὸν πειρασμὸ του ὡς προσωπικὰ δικό σου» (σ. 289).
Ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ πάρουμε κάποιο μήνυμα ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Γέροντα Σωφρονίου, εἶναι τὸ μήνυμα τῆς διαρκοῦς μετανοίας, ποὺ θὰ πρέπει νὰ χαρακτηρίζει κάθε ἄνθρωπο. Γιὰ ὅλους ἰσχύουν τὰ λόγια τοῦ Γέροντα στον Μπάλφουρ: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν! Θὰ ὑπομείνουμε. Τέτοια εἶναι ἡ ὁδός μας. Προσέκοψες, ἀνορθώσου! Ἔπεσες, σήκω! Ποτὲ ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἀπελπίζεσαι» (σ. 245).
Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε, ὅτι οἱ ἐπιστολὲς αὐτὲς τοῦ Γέροντος Σωφρονίου πρὸς τὸν Μπάλφουρ γράφτηκαν κατὰ τοὺς χρόνους παραμονῆς του στὸν ῎Αθω, «ὅταν ὅλο του τὸ εἶναι ἦταν συγκεντρωμένο στὴν ἐσωτερικὴ πάλη γιὰ τὴ σύλληψη τοῦ Θείου Προτύπου» (σ. 31). ῾Ο νεαρὸς τότε ἀσκητὴς Σωφρόνιος ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς Βασιλείας, ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς "Θεογνωσίας", ὅπως φαίνεται "ἐν μέρει " ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς αὐτές.
῞Οπως ὑπογραμμίζει ὁ ἱεροδιάκονος Νικόλαος: «῾Η πνευματικὴ ἐπικοινωνία τοῦ Γέροντα μὲ τὸν ἅγιο Σιλουανὸ ἀναμφίβολα ἐπέδρασε καθοριστικὰ στὴ θεολογικὴ μορφὴ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν» (σ. 31). Εἶναι σημαντικὲς καὶ διαφωτιστικὲς οἱ πληροφορίες ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς καὶ γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ.  Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα μᾶς λέει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος γιὰ τὸν ἅγιο: «᾿Εγὼ ὁ ἴδιος κατὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τὸν εἶδα πολλὲς φορὲς τόσο πλούσια ἐπισκιασμένο ἀπὸ τὴ χάρη, ὥστε ἡ δύναμη τοῦ πνεύματός μου δέν ἀρκοῦσε νὰ ἀτενίσει τὸ πρόσωπό του. ῾Ο ἄνθρωπος αὐτὸς  εἶναι πλήρης Πνεύματος Χριστοῦ, θείας ἀγάπης. ῎Εζησε μὲ τέτοιον ἀγώνα  ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ καὶ μὲ τέτοια ἄσκηση γιὰ τὸν Θεό, ποὺ πολὺ σπάνια κατορθώνεται» (σ. 59). Αὐτὸς "ὁ ὀλιγογράμματος καὶ ἁπλὸς ἄνθρωπος" γνώριζε τὴν πνευματικὴ ζωὴ "ἕως τὰ ἔσχατα ἴσως ὅριά της ποὺ μποροῦν νὰ γίνουν ἐφικτὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (σ. 59).
Γιατί, ἄραγε, θὰ ἄξιζε νὰ διαβάσει κάποιος τὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς τοῦ Γέροντος Σωφρονίου; Θὰ προσπαθήσω νὰ δώσω μερικὲς λακωνικὲς ἀπαντήσεις.
·         γιατὶ εἶναι ἔργο τῆς νεότητάς του, ποὺ περιέχει σπάνιες ἐξομολογήσεις καὶ ἴσως ἀποτελέσει τὸ "κλειδὶ" γιὰ τὴν εἰσαγωγή μας στὸ μετέπειτα βαθὺ θεολογικό του ἔργο.
·         γιατὶ  στὶς ἐπιστολὲς κρύβεται ὁ θυσιαζόμενος στὴν προσευχὴ "ὑπὲρ τοῦ ἄλλου" ἀδελφός, αὐτὸς ποὺ δίνει, γιατὶ πραγματικὰ "ἔχει". «Οὐκ ἄν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος ».
·         γιατὶ μᾶς δίνει τὴ σοφία τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ἰδίως τῶν λεγομένων "Νηπτικῶν καὶ ᾿Ασκητικῶν",  μ᾿  ἕνα τρόπο σύγχρονο, ἁπλό, καὶ  ἐπαγωγικό. Διδάσκει βάσει τῶν ἐμπειριῶν του.
·         γιατὶ θέτει μιὰ τομὴ στὰ ὑποπροϊόντα τῆς πλάνης καὶ ὁριοθετεῖ τὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ θέωση.
·         γιατὶ θὰ ἀνακαλύψουμε ἕναν ταπεινὸ νεαρὸ μοναχό, ποὺ περιγράφει, κάποτε μὲ ἁπλότητα μικροῦ παιδιοῦ, ἐμπειρίες ὑψηλῆς πνευματικῆς ζωῆς, χωρὶς νὰ ταπεινολογεῖ ὑποκριτικά.
·         γιατὶ βλέπουμε πῶς ὁ νεαρὸς Σωφρόνιος ἔκανε πράξη τή ρήση τοῦ Γέροντος Σιλουανοῦ: «ἔχε τὸ νοῦ σου στὸν ᾅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι». Τὸν βλέπουμε, πράγματι, νὰ βυθίζεται στὸν ἐσωτερικό του ᾅδη, νὰ φτάνει σὲ ὁριακὲς καταστάσεις, ποὺ ὅμως τὶς ὑπερέβαινε διὰ τῆς προσευχῆς.
·         γιατὶ μᾶς διδάσκει τὸ "δύσκολο" ἔργο τῆς προσευχῆς -τὸ βαρύτερο κατὰ τοὺς Πατέρες- ποὺ ὅμως, ἄν ὁ ἄνθρωπος ξεπεράσει τὴ δυσκολία του, τότε αὐτὴ (ἡ προσευχὴ) «γίνεται τόσο γλυκειά, ὅσο τίποτε ἄλλο στὸν κόσμο» (σ. 240).
·         καὶ τέλος, γιατὶ στὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς βλέπουμε ἕναν ὁμοιοπαθὴ μὲ μᾶς ἀδελφό, ὁ ὁποῖος μᾶς παρέχει "πνευματικὴ βοήθεια" καὶ γιατὶ ἀνακαλύπτουμε ὅτι: «δὲν πάσχουμε μόνο ἐμεῖς ἀπὸ τὴν πίεση κάθε εἴδους κακίας, ὅτι ὅλους μᾶς πολεμεῖ ὁ διάβολος μὲ τὸν ἴδιο τρόπο,ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι κάθε ἡμέρα μὲ πόνο ὑποβάλλονται σὲ δοκιμασίες» (Πρβλ. σ. 246-447).

Τὸ μόνο ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἀπὸ αὐτὴ τὴ θέση εἶναι ἕνα ταπεινὸ εὐχαριστῶ στὸν μεταφραστὴ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν στὴν ἑλληνικὴ, τὸν παν/το ᾿Αρχιμ. Ζαχαρία, ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ ἔρθουμε σὲ ἐπικοινωνία μὲ "τὰ  πρῶτα πνευματικὰ κείμενα" τοῦ Γέροντος Σωφρονίου.

Ὁ Γέροντας  Σωφρόνιος ἐκοιμήθη ξημερώματα Κυριακῆς τῆς 11ης  Ἰουλίου 1993, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ὁ ἴδιος ἀναφέρει σὲ κάποια του ἐπιστολή: «Γνωρίζω κάποιον στὸ Παρίσι, ὁ ὁποῖος, ἀπὸ τὸ Μεγάλο Σάββατο ὥς τὴν τρίτη ἡμέρα τοῦ Πάσχα, κατὰ τὴ διάρκεια τριῶν ἡμερῶν, βρισκόταν σὲ καταστάση θεωρίας, γεγονὸς ποὺ μὲ τὶς μορφὲς τῆς γήινης ὑπάρξεως μας μποροῦσε νὰ τὸ ἐκφράσει λέγοντας μόνο ὅτι εἶδε τὴν πρωΐα τῆς ἀνέσπερης ἡμέρας. Πρωΐα, γιατὶ τὸ φῶς ἦταν παράδοξα τρυφερό, λεπτό, ἱλαρό, κάπως κυανό.  Ἡ ἀνέσπερη λοιπὸν ἡμέρα εἶναι ἡ αἰωνιότητα» (σ. 257).
Πιστεύω, ὅτι αὐτός ποὺ εἶχε αὐτὴν τὴν ἐμπειρία τῆς πρωΐας τῆς ἀνέσπερης ἡμέρας, δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν «ἡγιασμένον Γέροντα τοῦ Ἔσσεξ», τὸν Ἀρχιμανδρίτη Σωφρόνιο Σαχάρωφ.
῎Ας ἔχουμε τὴν εὐχή του κι ἄς ἐπικαλούμαστε τὶς πρεσβεῖες του γιὰ τὴ μαρτυρικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας καὶ γιὰ τὸν καθένα μας προσωπικά.

Νουθεσίες γέροντος Σωφρονίου - Από το ευλογημένο Essex...Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί...

«Ο καθηγιασμένος γάμος, ο πειθαρχημένος, ο χωρίς διαστροφήν, διατηρεί τον άνθρωπον φυσικώς και ηθικώς, ενώ πάσα άλλη μορφή σαρκικής απολαύσεως, έστω και υπό ονειρώδη μόνον μορφήν, διαφθείρει ολόκληρον τον άνθρωπον ήτοι την ψυχήν και το σώμα»
«Όσο μεγαλύτερη η αγάπη τόσο μεγαλύτερη η οδύνη της ψυχής. Όσο πληρέστερη η αγάπη τόσο πληρέστερη η γνώση. Όσο πιο φλογερή η αγάπη τόσο πιο πύρινη η προσευχή. Όσο τελειότερη η αγάπη, τόσο αγιότερος ο βίος» «Η Χριστιανική διακονία συνεπάγεται ευσπλαχνία αγάπης. Είναι αναγκαίο ή να δεχθούμε μέσα στην καρδιά μας τις δυσκολίες και τη θλίψη αυτών που προσέρχονται σε εμάς ή αλλιώς να εισέλθουμε εμείς στην καρδιά, στα βάσανά τους, να ταυτισθούμε μαζί τους.»
«Κατά την διάρκεια της προσευχής υπέρ των ανθρώπων η καρδιά αισθάνεται μερικές φορές την πνευματική ή την ψυχική κατάσταση εκείνων για τους οποίους απευθύνει στο Θεό την προσευχή. Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές, ανοίξτε την καρδιά σας, για να χαράξει εκεί το Αγιο Πνεύμα την εικόνα του Χριστού. Τότε θα γίνετε σιγά-σιγά ικανοί να έχετε μέσα σας τη χαρά και το πένθος, το θάνατο και την ανάσταση. Κοιτάξτε το μεγαλειώδες θέαμα που ο Θεός μας φανέρωσε στη δημιουργία του κόσμου, στην κατασκευή του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Του. Εκείνο που αναζητούμε δεν περιορίζεται στη μικρή μας καθημερινή ζωή. Αναζητούμε να είμαστε με τον Θεό και να αποκτήσουμε μέσα μας τη ζωή σε όλο το πλάτος, το κοσμικό και το θείο. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η σωτηρία του ανθρώπου είναι η θέωσή του. Μην έχετε υπερβολική εμπιστοσύνη στην ανώτερη μόρφωση που αποκτήσατε στον κόσμο. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε είναι κουλτούρα της πτώσεως. Τι σημαίνει σωτηρία; Ο θάνατος του σώματος είναι άραγε η προϋπόθεση για την είσοδο στη Βασιλεία του Χριστού; Πως μπορούμε να αναπτύξουμε την ικανότητά μας να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, σύμφωνα με το Αγιο Πνεύμα; Ενα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της προσευχής και της μετάνοιας. Τότε ο θάνατος δε θα είναι ρήξη, αλλά μετάβαση στη Βασιλεία, για την οποία θα έχουμε ετοιμασθεί με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, με την προσευχή και την επίκληση του Ονόματός Του: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».
«Η απελπισία είναι η απώλεια της συνειδήσεως ότι ο Θεός θέλει να μας δώσει την αιώνεια ζωή. Ο κόσμος ζει στην απελπισία. Οι άνθρωποι έχουν καταδικάσει οι ίδιοι τον εαυτό τους στο θάνατο. Πρέπει να παλέψουμε σώμα προς σώμα με την ακηδία.»
«Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Πολλές φορές επανέλαβα αυτή την προσευχή της Εκκλησίας. Η επί γης αναμάρτητη ζωή μας ανοίγει τις πύλες του Ουρανού. Δεν είναι ο πλούτος των γνώσεων που σώζει τον άνθρωπο. Είναι η αναμάρτητη ζωή που μας προετοιμάζει για τη ζωή με τον Θεό στο μέλλοντα αιώνα. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος μας διδάσκει τις αιώνειες αλήθειες κατά το μέτρο που ζούμε σύμφωνα με τις εντολές: «Αγαπήσεις τον Θεό σου, τον Δημιουργό σου, με όλο το είναι σου και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ναί, κρατείτε πάντοτε αυτές τις εντολές.
«Ποια στάση να κρατάμε στην εκκλησία; Πρέπει να στεκόμαστε με ένταση και αυτοσυγκέντρωση. Να έχουμε ένταση, δηλαδή μεγάλη προσοχή, ώστε να μην διαχέεται ο νους μας με επιφανειακά πράγματα και αλλότριες σκέψεις.» «Οι πιστεύοντες εις τον Χριστόν διά πίστεως ελευθέρας πάσης αμφιβολίας ως Θεόν δημιουργόν και Θεόν σωτήρα ημών, εν παραφορά μετανοίας, λαμβάνουν πείραν και του Αδου και της Αναστάσεως, πρίν ή γευθούν του σωματικού θανάτου».

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ: «Όταν είστε αδύνατοι πνευματικά να λέτε αυτή την προσευχή..»


«Πώς να πολεμούμε εναντίον των κακών λογισμών»; δεν μου είναι δύσκολο να σας πω το πώς, διότι η απάντηση βρίσκεται στα γραπτά του Γέροντος Σιλουανού. Εξαρτάται από εμάς να αλλάξουμε μια σκέψη, αν συγκεντρώσουμε τον νου μας σε κάτι άλλο.

Αν σκέφτομαι ότι κάποιος από τους αδελφούς μου με πλήγωσε με τον λόγο του, αντί να ζήσω οδυνηρά αυτή την πληγή, σκέφτομαι κάτι άλλο και δεν επιτρέπω στον νου μου να «κολλήσει» σε αυτό που συνέβη. Αν είμαστε πραγματικά ενωμένοι εδώ στο μοναστήρι μας, αυτό που γράφει ο Σιλουανός είναι πολύ απλό:
«Σκέφτομαι κάτι άλλο».

Και έτσι απομακρύνουμε αυτό τον πόνο που συνδέεται με τον λόγο του αδελφού, και ζούμε μια άλλη πραγματικότητα. Αυτό εξαρτάται από μας. Αν δεν θέλουμε να αλλάξουμε τη σκέψη μας και αν δεν θέλουμε να προσευχηθούμε για τον αδελφό μας, κανένας δεν μπορεί να μας πιέσει να το κάνουμε. Ακόμη και ο Θεός δεν θα το κάνει. Αλλά αν εκδηλώσουμε τη θέλησή μας να αλλάξουμε, ο Θεός, το Πνεύμα το Άγιο, μπορεί να έρθει για να μας βοηθήσει.

Σήμερα ήθελα να σας πω ότι δεν εκπλήττομαι που υποφέρετε. Σκεφθείτε αυτό που σας λέω, όταν είστε μόνοι σας. Αν προσανατολίσουμε τον νου μας με αρνητικό τρόπο, κινδυνεύουμε να χάσουμε και τη ζωή μας και τη σωτηρία μας.

Όταν είστε αδύνατοι πνευματικά, να προσεύχεστε σαν για κάτι που δεν είναι παρά η συνέπεια των παθών μας. Να λέτε αυτή την προσευχή που σας συνέστησα πολλές φορές:

«Κύριε, θεράπευσε την καρδιά μου από αυτό τον πονηρό λογισμό, Κύριε, θεράπευσε τον νου μου, να μη σκέφτεται αυτό που είναι εναντίον του νόμου της αγάπης του Πατρός Σου.

Κύριε, θεράπευσε όλο μου το είναι, για να μπορέσω να πορευθώ με αυτό τον άγιο πόνο πίσω από τα βήματά Σου».

Αν προσεύχεσθε έτσι, θα εκπλαγείτε για την ευκολία της νίκης. (αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας το ναό του Θεού και στους αδελφούς μας , τόμος Β, σελ. 342-343)

πηγή: iconandlight.wordpress.com

Ιερομόναχος Νικόλαος Σαχάρωφ, ανεψιός του Γέροντα Σωφρονίου Σαχάρωφ του Έσσεξ, λέγει για τις εμπειρίες ζωής που είχε από τον Γέροντα.



Κάθε λέξη του ήταν για μένα μια αποκάλυψη, γι αυτό και δημιουργήθηκε το μοναστήρι: οι άνθρωποι άκουγαν τα λόγια του γέροντα Σωφρονίου και αποφάσιζαν, «πρός τίνα απελευσόμεθα» (Ιω. 6, 68).
Αυτό που μου έκανε εντύπωση στον πατέρα Σωφρόνιο ήταν η πνευματική ελευθερία, η οποία τόσο μας λείπει, για την οποία γράφει ο Απόστολος Παύλος: «Τη ελευθερία ούν, η Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε»(Γαλάτες 5, 1)….Ο πατέρας Σωφρόνιος γράφει: «Όλα αυτά που επιτυγχάνονται με τη βία, δεν έχουν αιώνια αξία, αλλά μόνο εκείνο που επιτυγχάνεται μέσω της αγάπης και της ελεύθερης συνειδητής υπακοής». Πίστευε ότι ακριβώς αυτή η υπακοή έχει την πνευματική αξία. Νομίζω ότι αυτό, πρωτ’απ ‘όλα, είναι η μεγάλη ευθύνη για τον πνευματικό, για τον στάρετς, διότι η πνευματική καθοδήγηση δεν είναι απλώς μια διοικητική θέση, ή θέση της εξουσίας. Πρωτίστως, ο Γέροντας είναι ένας άνθρωπος που είναι σε θέση να οδηγήσει άλλους εις το Άγιο Πνεύμα. Και μια τέτοια αγάπη που είχαν οι δόκιμοι στον γέροντα τους, δεν μπορείς να επιβάλεις με κανένα κανόνα. Μπορείς μόνο να την κερδίσεις. Ο ίδιος ο άνθρωπος μπορεί να βρει το κλειδί από την καρδιά του άλλου ανθρώπου μόνο μέσω της αγάπης. Και τότε η υπακοή θα ρέει ως «ύδατος ζώντος», συμφωνά με τον Ιωάννη (Ιωαν. 7, 38).
Ακόμα, μου έκανε εντύπωση στον πατέρα Σωφρόνιο η εξαιρετική του ταπεινοφροσύνη
Όπως ο πατέρας Σωφρόνιος ήταν απολύτως ειλικρινής στα πάντα, έτσι ήταν ειλικρινής και στην προσευχή στον Θεό. Έλεγε και εμπιστευόταν στο Θεό τα πάντα. Όλη η ζωή του, δεν ήταν μόνο ο κανόνας της προσευχής, έγινε προσευχή, η κάθε κίνησή του ήταν γεμάτη από την προσευχή. Χωρίς την προσευχή δεν έκανε και, να πω περισσότερο, δεν έλεγε τίποτα.
Ο Άγιος Σιλουανός ρώτησε μια φορά τον γέροντα Στρατόνικο: « Πώς μιλούν οι τέλειοι»; Αυτός εξεπλάγη από αυτή την ερώτηση, και ο γέροντας Συλουανός απάντησε ο ίδιος: « Οι άγιοι, οι τέλειοι, δεν μιλούν από τον εαυτό τους. Φυσικά, όταν άκουσε αυτή τη διαθήκη από τον όσιο Σιλουανό, ο πατέρας Σωφρόνιος έγινε πολύ φειδωλός σε διάφορες λέξεις, αλλά πολύ πλούσιος στο Λόγο του Θεού. Και μας δίδαξε, επίσης, πάνω από όλα, την ειλικρινή προσευχή, για να είναι η προσευχή, ιδιαίτερα η λειτουργική προσευχή, όχι απλώς ένα «ανάγνωσμα» κειμένων, με αφηρημένο μάτι (με ένα μακρινό μάτι). Ήθελε να μας μάθει να ζούμε κάθε λέξη της λειτουργίας, επειδή η προσευχή για μας είναι πρωτίστως μια λειτουργική προσευχή. Αυτό είναι το θεμέλιο της ζωής στο μοναστήρι μας. Όλα είναι γύρω από τη λειτουργία, από τη κοινωνία των Αχράντων Μυστηρίων.
Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ-St. John The Baptist Monastery-Essex-England-Монастырь святого Иоанна Крестителя (Эссекс-Maldon (8)Οι άνθρωποι συχνά λένε: «Τι γίνεται, όμως, με τον κανόνα της προσευχής; Πρέπει να τον διαβάζουμε». Όταν ο πατέρας Σωφρόνιος ήταν ακόμη στο Άγιον Όρος, ρώτησε μια φορά τον γέροντα Σιλουανό, είναι δυνατόν να αντικαταστήσει το ανάγνωσμα του προσευχητικού κανόνα με την προσευχή του Ιησού. Ο πατέρας Σιλουανός απάντησε θετικά. Αυτό το επεισόδιο περιγράφεται στο βιβλίο «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής». Ο Ηγούμενος, βλέποντας το δώρο της προσευχής στον πατέρα Σωφρόνιο, φοβόταν να μιλήσει ανοιχτά γι αυτό. Για το καλό των άλλων μοναχών, δεν συμφωνούσε με τέτοια αντικατάσταση του κανόνα με την προσευχή του Ιησού. Αλλά αυτό δεν ισχύει για τέτοιους ανθρώπους, όπως ο στάρες Σιλουανός και ο πατέρας Σωφρόνιος – για ανθρώπους που έχουν φθάσει σε ένα ορισμένο ύψος του προσευχητικού αγώνα. Ο νους τους μπορούσε ελεύθερα να μένει στο Θεό, χωρίς να επιβαρύνεται με άλλες σκέψεις. Για τον Άγιο Σιλουανό η εκτέλεση της εντολής «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου» (Ματθ. 22, 37) σήμαινε ότι εάν ένας άνθρωπος, ακόμη και για μια στιγμή επιτρέπει κάποια σκέψη εκτός από τη σκέψη για το Θεό στο νου του ή στην καρδιά, αυτό σημαίνει ότι η εντολή δεν εκπληρώθηκε. Φυσικά, για τέτοια τελειότητα, δεν μπορούμε να μιλάμε. Όμως, αυτά ήταν τα ιδανικά, τα ύψη, όπου έμεινε ο πατέρας Σωφρόνιος στο Άγιον Όρος, και τα οποία με μεγάλη δυσκολία και δάκρυα προσπαθούσε να μεταδώσει στους ανθρώπους εκτός του μοναστικού κύκλου.
Ο πατέρας Σωφρόνιος έγραψε κάποτε σε μια ενορίτισσα, η οποία τον ρωτούσε: «Πρέπει να διαβάσω την προσευχή, αλλά έχω μια εντελώς διαφορετική διάθεση σε σχέση με το Θεό. Έχω κάποιες ερωτήσεις, θα ήθελα να τον ρωτήσω γιατί είναι έτσι στη ζωή μου. Κύριε, δώσε μου την κατανόηση. Δεν θέλω να διαβάσω «Κύριε, σ’ευχαριστώ», γιατί αυτή τη στιγμή έχω ακόμη ορισμένες διαφωνίες με το Θεό». Ο πατέρας Σωφρόνιος της έγραψε: «Μην φοβάστε να ρωτάτε τον Θεό, φοβάστε να είστε ανειλικρινής με το Θεό». Αυτή η ειλικρίνεια στην προσευχή, την οποία όλους μας δίδασκε ο πατέρας Σωφρόνιος, μας έδωσε να καταλάβουμε ότι ο Θεός δεν είναι κάτι εκεί έξω, ο οποίος μας επιβάλλει την εκτέλεση κάποιων κανόνων. Όχι, ο Θεός είναι ένα ζωντανό Ον, ο ουράνιος Πατέρας μας, με τον οποίον έχουμε ένα διάλογο, όχι ένα λεκτικό διάλογο,αλλά το διάλογο της ζωής. Μας απαντάει όχι μόνο στα λόγια της Γραφής, αλλά και στη ζωή μας. Όπως όλη η ιστορία του Ισραήλ της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ένας διάλογοs με τον Θεό, έτσι και η ζωή του καθενός από εμάς είναι ένας διάλογος με τον Θεό. Αυτόν τον προσωπικό διάλογο με τον Θεό προσπαθούσε να αναπτύξει σε μας ο πατέρας Σωφρόνιος.
Πάντα έλεγε: «Η αγάπη δεν αγαπάει υπεροπτικά, αλλά πάντα ταπεινώνεται μπροστά στον άνθρωπο». Έτσι ταπεινωνόταν πάντα μπροστά σε κάθε άνθρωπο και ο πατέρας Σωφρόνιος.
Για μένα προσωπικά, στη θεολογία του πατέρα Σωφρόνιου γίνεται αισθητή η ανάσα της αιωνιότητας.
Δεν θα ήθελα να τον επαινώ, σαν θείο μου και γέροντά μου, αν και στο Άγιο Όρος υπάρχει μια παράδοση ότι ο δόκιμος πρέπει να έχει τέτοια γνώμη: «Όλοι οι γέροντες είναι άγιοι, αλλά ο γέροντάς μου είναι ο αγιότερος». Με τον πατέρα Σωφρόνιο αυτό είναι εύκολο, γιατί πραγματικά μου έδειξε ένα πρότυπο, ένα πλήρωμα της σύνθεσης της θεολογίας, της ασκητικής και λειτουργικής ζωής.

Μνήμη Γέροντος Σωφρονίου του Essex


Υπάρχουν άνθρωποι που ζωντάνεψαν, με τη ζωή και τη διδασκαλία τους, τη θεολογία της Εκκλησίας όπως την έζησαν και την δίδαξαν οι μεγάλοι Πατέρες. Ένας τέτοιος ήταν ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Ζαχάρωφ, ο γνωστός ως Γέροντας Σωφρόνιος του Essex.
Κοντά στον άγιο Σιλουανό τον Αγιορείτη, γνώρισε εμπειρικά τον πνευματικό αγώνα, τη χάρη και την ευλογία να είσαι παιδί του Θεού που, ως παιδί Του, το παιδαγωγεί και του αποκαλύπτει τον εαυτό Του. Ο λόγος του Χριστού προς τον άγιο Σιλουανό «κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι» θα γίνει, δια μέσου του Γέροντος Σωφρονίου, λόγος προς το σύγχρονο άνθρωπο που θλίβεται, συντρίβεται και διαλύεται από τα ποικίλα και οδυνηρά προβλήματα. Θα γίνει λόγος ελπίδας και δύναμης ώστε, η «τεθλιμμένη του βίου οδός» να έχει νόημα.
Στο πρόσωπο τού Γέροντος Σωφρονίου συνεχίζει η παράδοση της αγιότητος, της πνευματικής πατρότητος και της πατερικής θεολογίας ως ζωντανή παράδοση. Αυτό δηλαδή που χαρακτηρίζει τους Πατέρες της Ορθοδοξίας: το παραδοσιακό προσλαμβάνεται και παραδίδεται με τρόπο κατανοητό για τους ανθρώπους της εποχής τους.

Ακόμα, ο Γέροντας Σωφρόνιος, μιλώντας για τη θεοεγκατάλειψη, μας φανέρωσε την κοινή ανθρώπινη εμπειρία ως μέσο ελεύθερης σχέσης με το Θεό. Μέσα από την οδύνη της εμπειρίας αυτής, ίδια με την «εἰς ἅδου κάθοδον», αναδύεται η γνώση της ζωής του Χριστού ως προσωπική γνώση και άρα οικεία και αληθινή. Ο άνθρωπος τότε εισέρχεται στη ζωή του Θεού, με ό,τι ευλογίες σημαίνει αυτό. Όπως, βέβαια, μπορεί και μέσα από τη δυσκολία αυτή να εγκαταλείψει το Θεό, εκφράζοντας την ελευθερία του, που και ο Θεός σέβεται. Ώστε, τελικά, να βεβαιώνει ότι « η ελευθερία του ανθρώπου είναι φοβερό πράγμα».
Ζώντας στο Δυτικό κόσμο ως τέλειος μοναχός, έγινε σημείο που έδειχνε το «ετέρως ζην», τόσο με τη σιωπή του όσο και με το λόγο του, τόσο με την ιεραποστολική του δράση όσο και με την προσευχή του. Τα συγγράμματά του, ισάξια με πατερικά κείμενα, έγιναν και γίνονται αποκάλυψη «Θεού ζώντος», Θεού προσωπικού που θέλει να συναντήσει αγαπητικά τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και τα γραφόμενά του δεν προπαγανδίζουν ούτε κρύβουν την πραγματικότητα των δυσκολιών που συνεπάγεται μια τέτοια πορεία
Όταν την 11η Ιουλίου 1993 αναχωρούσε, πλήρης ημερών-97 χρονών, για την Άνω Ιερουσαλήμ, άφηνε στα πνευματικά του παιδιά στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στο Essex τη ζώσα παράδοση της ορθόδοξης διδασκαλίας και ζωής, ώστε και αυτοί να γίνονται όπως ο Γέροντάς τους: σημείο Θεού ζώντος.
Στην εκκοσμικευμένη χριστιανική κοινωνία μας, όπου η πνευματική ζωή άλλοτε εκλαμβάνεται ως ηθική ζωή και άλλοτε ως τήρηση θρησκευτικών νόμων, η παρουσία ανθρώπων που «έχουν δώσει αίμα και πήραν Πνεύμα», αγιασμένων και πνευματοφόρων, γίνεται βεβαίωση ότι η αγιότητα είναι η ουσία και ο στόχος, χωρίς τον οποίο πρόσωπο Θεού δεν βλέπουμε. Γίνεται βεβαίωση ότι το Ευαγγέλιο είναι εφικτό και απλό, για όσους αγαπούν το Θεό.
Τέλος, η συνάντηση με τους αγίους Γέροντες, όπως το Γέροντα Σωφρόνιο, γίνεται μετάγγιση ζωής αιωνίου. Γι’ αυτό και ουράνια ευλογία. Τα συγγράμματά τους, δείκτες νέας ζωής. Η προσευχή τους, πηγή δύναμης και ελπίδας. Η μνήμη τους, υπόμνηση της παρουσίας τους και της κλήσης μας.

Απ΄όλα τα πλησιάσματα προς το Θεό το καλύτερο είναι η προσευχή Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ


Το να προσεύχεται κάποιος έτσι κάθε πρωί δεν είναι εύκολο. Αλλά εάν προσευχόμαστε με όλη την καρδιά μας και με μεγάλη προσοχή, η μέρα μας σφραγίζεται με την προσευχή και κάθε γεγονός παίρνει διαφορετικό χαρακτήρα. Η ευλογία που ζητήσαμε από τον ύψιστο Θεό, θα φέρει μιαν αγάπη, ειρήνη στις ψυχές μας, η οποία θα ενεργήσει και θαυμαστά στον τρόπο κατά τον οποίον αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τον κόσμο. Ο άνθρωπος της προσευχής βλέπει με διαφορετικό φως το περιβάλλον του. Η φροντίδα επιταχύνεται και η πραγματική αξία της ζωής εκτιμάται. Με τον καιρό η προσευχή θα εισέλθει στη φύση μας, μέχρις ότου σιγά-σιγά ένας νέος άνθρωπος γεννηθεί από το Θεό. Η αγάπη για το Θεό που αληθινά στέλνει την ευλογία του σ’ εμάς, ελευθερώνει την ψυχή από εξωτερικές πιέσεις. Αναγκαίο είναι να διατηρήσουμε αυτό το σύνδεσμο αγάπης με το Θεό. Δεν θα νοιαστούμε τί θα σκεφθεί ο κόσμος ή πώς θα μας μεταχειριστεί. Θα παύσουμε να φοβόμαστε ότι θα χάσουμε την εύνοιά του. Θα αγαπάμε τους συνανθρώπους μας χωρίς να αναρωτιόμαστε αν αυτοί μας αγαπούν. Ο Χριστός μας έδωσε την εντολή να αγαπάμε τους άλλους, αλλά η αγάπη των άλλων για μας δεν πρέπει ν’ αποτελεί προϋπόθεση για τη σωτηρία μας. Στην πραγματικότητα μπορεί να μη γίνουμε αρεστοί στους άλλους εξαιτίας της ανεξαρτησίας του πνεύματός μας. Είναι σημαντικό για τις μέρες μας να μπορούμε να μην επηρεαζόμαστε από εκείνους με τους οποίους σχετιζόμαστε, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να χάσουμε και πίστη και προσευχή. Ο κόσμος ας μας κρίνει σαν ανάξιους προσοχής, εμπιστοσύνης και σεβασμού. Αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο, αν είμαστε αρεστοί στο Κύριο. Και το αντίθετο, δεν θα μας ωφελήσει σε τίποτα, αν δηλαδή όλος ο κόσμος μας εκτιμά και μας επαινεί, αλλά ο Κύριος μας εγκαταλείψει. Αυτό αποτελεί μέρος της ελευθερίας του Χριστού στους λόγους του «Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8,32). Η μόνη μας φροντίδα πρέπει να είναι να ζούμε την οδό του Κυρίου, να γίνουμε μαθητές του και να πάψουμε να είμαστε υπηρέτες της αμαρτίας. «Πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος έστι της αμαρτίας. Ο δε δούλος ου μένει εν τη οικία εις τον αιώνα. Ο υιός μένει εις τον αιώνα. Εάν ουν ο υιός υμάς ελευθερώση όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιωάν. 8,34-36). Το αποτέλεσμα της προσευχής είναι να μας καταστήσει υιούς Θεού· ως υιοί θα κατοικήσουμε αιώνια στο σπίτι του πατέρα μας. «Πάτερ υμών ο εν τοις ουρανοίς…».
Η πραγματική προσευχή βέβαια δεν έρχεται αμέσως. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να διατηρούμε την έμπνευση ενώ είμαστε περικυκλωμένοι από τα παγωμένα νερά του κόσμου, ο οποίος δεν προσεύχεται. Ο Χριστός έριξε τη θεία φλόγα στη γη, και προσευχόμαστε σ’ αυτόν να φλογίσει τις ψυχές μας να μην υπερνικηθούμε από το κοσμικό ψύχος και να μην επισκιάσει κανένα μαύρο σύννεφο αυτή τη λαμπρή φλόγα.
Απ’ όλα τα πλησιάσματα προς το Θεό το καλύτερο είναι η προσευχή, που σε τελευταία ανάλυση είναι το μόνο μέσον. Στην πράξη της προσευχής η ανθρώπινη διάνοια βρίσκει την ευγενέστερη έκφρασή της. Η πνευματική κατάσταση του επιστήμονα που ερευνά, του καλλιτέχνη που δημιουργεί έργα τέχνης, του διανοητή που φιλοσοφεί, ακόμα και του επαγγελματία θεολόγου που προβάλλει τις θεωρίες του, όλα αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν με τα πνευματικά βιώματα ενός άνθρωπου της προσευχής που έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον ζωντανό Θεό. Κάθε άνθρωπος και κάθε είδους πνευματική δραστηριότητα παρουσιάζει λιγότερη δύναμη από την προσευχή. Μπορούμε να εργαστούμε δέκα ή δώδεκα ώρες συνέχεια, αλλά λίγες στιγμές προσευχής είναι εξαντλητικές.
Η προσευχή γεμίζει τα πάντα. Είναι δυνατό όσοι από μας έχουν φυσική έλλειψη χαρίσματος ν’ αποκτήσουν με την προσευχή υπερφυσικά χαρίσματα. Όπου παρατηρούμε μια φυσική έλλειψη γνώσεως, πρέπει να θυμόμαστε καλά ότι η προσευχή, ανεξάρτητα από την φυσική ικανότητα του ανθρώπου, μπορεί να φέρει έναν υψηλότερο τύπο γνώσεως. Είναι η περιοχή της ακτινοβολούσας συναισθήσεως, του ισχυρού επιχειρήματος, όπου η προσευχή είναι η είσοδος στην ταχεία θεωρία της θείας αλήθειας.
Μια ροπή που εκδηλώθηκε μεταξύ των επιστημόνων του παρόντος αιώνος είναι να διακηρύσσουν την τέλεια γνώση του φυσικού κόσμου. «Το σύνολο όλων όσων έχουν γίνει ήδη γνωστά, τονίζει την χωρίς όρια ικανότητα του ανθρωπίνου νου και φανερώνει ότι κάθε φυσικό φαινόμενο είναι δυνατόν να γνωσθεί», δήλωσε Ρώσος επιστήμονας το 1958.
Εμείς οι Χριστιανοί ζητάμε επίσης την τέλεια γνώση του όντος στη βαθύτερη και ευρύτερη έννοια. Ο κόσμος της ύλης δεν προσανατολίζεται ακόμα προς την πληρότητα του όντος. Χωρίς να μειώσουμε τη σπουδαιότητα της πειραματικής επιστήμης, ουσιώδους αναγκαιότητας ίσως στον αγώνα για την ύπαρξη, δεν μπορούμε όμως να δούμε πέρα από τα όριά της. Μια φορά άκουσα την πιο κάτω ιστορία ενός καθηγητή της αστρονομίας που μιλούσε με ενθουσιασμό για τα νεφελώματα σ’ ένα πλανητάριο και τα θεωρούσε σαν θαύματα. Παρατηρώντας έναν απλό ιερέα που συνόδευε μια ομάδα μαθητών τον ρώτησε:
-Τί λένε οι Γραφές σας για το κοσμικό διάστημα και τις μυριάδες των αστέρων;
Αντί να του δώσει αμέσως απάντηση ο ιερέας αντερώτησε:
-Πέστε μου, κύριε καθηγητά, νομίζετε ότι η επιστήμη είναι δυνατόν ν’ ανακαλύψει πιο δυνατά τηλεσκόπια για να δει ακόμα πιο βαθιά στο στερέωμα;
-Βέβαια η πρόοδος είναι δυνατή και η επιστήμη πάντοτε θα παρέχει τα απαραίτητα μέσα για την έρευνα του διαστήματος, απάντησε ο αστρονόμος.
-Υπάρχει τότε η ελπίδα ότι μια μέρα θα έχετε τηλεσκόπια να σας δείξουν όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια;
-Αυτό είναι αδύνατο, γιατί ο κόσμος είναι απέραντος, απάντησε ο επιστήμονας.
-Ώστε υπάρχει όριο στην επιστήμη;
-Μάλιστα, με αυτή την έννοια ναι.
-Λοιπόν, κύριε καθηγητά, είπε ο ιερέας, εκεί που η επιστήμη σας σταματά, αρχίζει η δική μας, και αυτό είναι εκείνο που λένε οι Γραφές μας.
(Αρχιμ.Σωφρονίου, «Η ζωή Του, ζωή μου»)

Έχει «άραγε το Ευαγγέλιο «πολιτική διάσταση»; (Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ)


Κάθε διεθνής ή ταξική πάλη συνδέεται με τη βία: «Χτυπάτε τους εχθρούς». Η εντολή όμως του Χριστού λέει «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Ματθ. 5,44). Η τελευταία δεν επιτρέπει καθόλου να υποβιβάσουμε το Ευαγγέλιο στο επίπεδο της αδελφοκτόνου διαιρέσεως των υλικών αγαθών. Όταν μπουν στις τάξεις των μαχητών οι επίσκοποι, οι θεολόγοι, οι πιστοί χριστιανοί γενικά, θεωρούν εκείνους που αποφεύγουν τη συμμετοχή στο είδος αυτό των δραστηριοτήτων ως μικρόψυχους και δειλούς. Όσο πιο επικίνδυνη είναι η συμπλοκή με τους καταπιεστές, τόσο περισσότερο θεωρείται η ανθρωπιστική αποστολή ως «μαρτύριο» για τον Χριστό.
Η αποφυγή μας υπαγορεύεται από τη συνείδηση ότι κάθε αλλαγή καταστάσεως στις κοινωνικές σχέσεις με επαναστατικό, δηλαδή εκβιαστικό τρόπο, θα αποδειχθεί τελικά αντικατάσταση της μιας βίας από την άλλη. Η ιστορική πείρα το απέδειξε αυτό σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων. Ήδη εμείς παρατηρήσαμε στη διάρκεια της ζωής μας πως η ιδέα της δικαιοσύνης ενέπνεε τους ανθρώπους στη μάχη με τον δεσποτισμό και την εκμετάλλευση, για την ελευθερία και τα πλήρη δικαιώματα για όλους. Ωστόσο, οι επαναστάσεις κατέληξαν ή μετατράπηκαν σε τρομοκρατικά καθεστώτα με την κατάπνιξη τεράστιων μαζών πληθυσμού, με τη στέρηση των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων και τα παρόμοια. Όσο βαθειά και αν είναι η ταραχή μας για τις αδικίες κάποιου συστήματος, η αλλαγή του πρέπει να
συνδέεται με μακρά διαδικασία ανυψώσεως του ηθικού επιπέδου των ανθρώπων εν γένει. Δεν έχουμε το δικαίωμα να πραγματοποιήσουμε εκβιαστικές πράξεις -ακόμη και επάνω στους εκβιαστές- στο όνομα του Χριστού. Να ελέγξουμε όμως την αδικία, ζώντας με ένταση, για να φυλάξουμε τη δικαιοσύνη προς όλους, μπορούμε και το κάνουμε, όταν βλέπουμε όφελος από τον λόγο μας. Η τέλεση της ίδιας της Λειτουργίας, η οποία είναι θυσία για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, είναι η υψηλότερη από όλες τις συμμετοχές στη δύσκολη διακονία προς την ανθρωπότητα. Δεν μας επιτρέπεται να παρεκκλίνουμε από τον σκοπό να παραμείνουμε στο φως των εντολών του Κυρίου. Αν γίνουμε μία από τις σκοτεινές δυνάμεις που πολεμούν για την επικράτηση επάνω στους αδελφούς, θα επισκιάσουμε το φως που έφερε στη γη ο Θεός. Αυτό ασφαλώς το έγκλημα είναι πιο επιζήμιο για μας από κάθε άλλο. Ο κόσμος δεν χρειάζεται «πολιτική Εκκλησία». Ο υποβαθμισμένος χαρακτήρας της Εκκλησίας του Χριστού κατά τους τελευταίους αιώνες οδήγησε στην απομάκρυνση από αυτήν μεγάλου πλήθους πιστών. Μπορούμε να αποκαταστήσουμε τη μεγάλη λάμψη της Εκκλησίας μόνο με την ακραία προσπάθεια να ζήσουμε χριστιανικά, ευαγγελικά, χωρίς να στρέφουμε την προσοχή μας στο πώς θα μας συμπεριφερθούν οι σύγχρονοί μας. Αν δεν αποκτήσουν οι χριστιανοί τα γνήσια πνευματικά χαρίσματα, και πρωτίστως την αγιότητα, το κήρυγμα με τα λόγια θα παραμένει ως «κύμβαλον αλαλάζον».
Η ολοκληρωτική στροφή προς τη γη δεν επιτρέπει στους ανθρώπους να δουν την Εκκλησία στην αυθεντική της ουσία· ως Βασιλεία της Πατρικής Αγάπης, ως χώρο επιλάμψεως του Αγίου Πνεύματος, ως οδό προς εξομοίωση με τον Παντέλειο Θεάνθρωπο Χριστό-Ιησού.
Δεν πρέπει να φοβόμαστε την πρόσκαιρη απομάκρυνση των ανθρώπων από την Εκκλησία. Το παράδειγμα του Χριστού, που εγκαταλείφθηκε εντελώς μόνος κατά την ήμερα του Γολγοθά του, ας μας ενισχύει να βαδίσουμε στα ίχνη του. Αυτός μόνος στάθηκε καταδικασμένος από το Ρωμαϊκό Κράτος του δικαίου, από το Νομικό Συνέδριο, και ακόμη από τον όχλο του λαού. Συνεπώς, αν θα μας εγκατέλειπαν οι πάντες, και τότε δεν θα άξιζε να υποβιβάσουμε τις αληθινές διαστάσεις της Καινοδιαθηκικής Αποκαλύψεως που μας δόθηκε με τα παθήματα του Χριστού στο επίπεδο της «ηθικής», στο επίπεδο του «άθεου ουμανισμού», στο επίπεδο «κάθε τόπου και είδους διασκεδάσεως». Ενδέχεται η αποστασία να λάβει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Δεν αποκλείεται ο καθένας από μας, για να σταθεί στην πίστη, να πρέπει να είναι έτοιμος να αντισταθεί σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Ας είναι αυτοί δισεκατομμύρια· ας μας θεωρούν μωρούς όλοι οι διανοούμενοι και οι αμαθείς. Η απάντηση μας θα είναι μία: «Όσο μικρός και ασήμαντος και αν είμαι, ωστόσο, εν Χριστώ, εγώ είμαι σωστός και όχι εσείς που είστε μακριά από τον Χριστό».
πηγή: Αρχιμ. Σωφρονίου, «το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, 2010