Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Η Θεία Λειτουργία και το παγκόσμιο δράμα κατά τον γέροντα Σοφρώνιο από Δημήτρης Γ. Ιωάννου

 

Το να εισδύσει κανείς στη θεολογία του Γέροντος, και νυν ανακηρυγμένου Αγίου, Σωφρονίου του Έσσεξ είναι μια δύσκολη υπόθεση, γι’ αυτό ομολογώ στον αναγνώστη ότι στο παρόν κείμενο δεν προβαίνω σε τίποτε περισσότερο από μερικές απλές σκέψεις.

Καταρχήν πρέπει να πούμε ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος, που δέχθηκε την θρησκευτική επίδραση της οικογενείας του, ζούσε από πολύ νωρίς το κοσμικό δράμα πολύ έντονα. Στις δύσκολες ημέρες που διάγουμε, οπότε   και κυριαρχεί ο φόβος παρά η συνειδητοποίηση του κοσμικού κακού, έχει σημασία να γνωρίζουμε ότι ένας άνθρωπος βίωνε την τραγωδία του Αδάμ από την νεότητά του. Το πρόβλημα του κοσμικού δράματος βιώθηκε λοιπόν από το γέροντα Σωφρόνιο σε έντονο βαθμό, από την νεαρή του κιόλας ηλικία. Συνέβη να ζήσει και τους δύο παγκοσμίους πολέμους, ενώ ταυτοχρόνως είχε ζωηρή την επιθυμία για αναζήτηση της αιωνιότητας. «Ότε εξερράγη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, γράφει, το πρόβλημα της αιωνιότητος εκυριάρχει εις την συνείδησίν μου. Αι ειδήσεις περί των χιλιάδων αθώων ανθρώπων, οίτινες εφονεύοντο εις τα πεδία των μαχών, έθετον ενώπιόν μου το άγριον θέαμα της ανθρωπίνης τραγωδίας. Ήτο αδύνατον να συμβιβασθώ προς το γεγονός ότι πλήθος νεαρών υπάρξεων εθερίζετο βιαίως, και δη μετά παράφρονος σκληρότητος»(«Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί», Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1993, σελ.16). Όλες αυτές και άλλες παρόμοιες σκέψεις τον οδηγούσαν προς το ερώτημα: «Και εγώ… διά ποίον λόγον εγεννήθην;» Παράλληλα, έχει μεγάλη σημασία να σημειώσουμε ότι οι αρνητικές αυτές μα εντελώς φυσικές για ένα νέο σκέψεις συμβάδιζαν με την ανάγκη που είχε ο Άγιος τότε «διά την αναζήτησιν της τελειότητος», με «τον ενθουσιασμόν διά το φως της γνώσεως, ήτις εναγκαλίζεται τα πάντα» (αυτόθι). Πώς μπορούσε εξαιτίας των τραγικών γεγονότων που συνέβαιναν γύρω του να εγκαταλείψει την καλή αυτή επιθυμία για το αγαθό;

Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέαμα της ανθρωπίνης τραγωδίας, και το φυσικό κακό, όπως είναι και οι επιδημίες με τα πολυάνθρωπα θύματά τους (πράγμα που μας απασχολεί και σήμερα), επιβάλλει ενίοτε στον άνθρωπο έναν κρυφό και ύπουλο μηδενισμό, που μετατρέπει τον καλό πόθο και επιθυμία για αληθινή ζωή σε σκέτη δίψα για επιβίωση, εις βάρος μάλιστα ή έστω αδιαφορία για την τύχη των άλλων ανθρώπων. Ο φόβος του θανάτου γιγαντώνει στο άτομο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και μαθαίνει κανείς απλώς να επιβιώνει, όχι να ζει. Ωστόσο, ο Γέροντας συνέχισε να παλεύει για το νόημα. Αναφέρεται και στην τραγωδία της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ρωσίας, με την βίαιη μπολσεβίκικη επίθεση στην ορθόδοξη παράδοση, αλλά και γενικότερα στο γεγονός ότι φαινόταν να ανατέλλει μια εντελώς νέα εποχή – πράγμα που μάλλον διαφαίνεται και σήμερα: «Γιγάντιον άροτρον ανέσκαπτε τας αχανείς εκτάσεις της πατρίδος μου αποσπών τας ρίζας του παρελθόντος. Πάντες ετέλουν εν εξεγέρσει. Πανταχού επεκράτει έντασις, ήτις υπερέβαινε τας δυνάμεις του ανθρώπου. Επί πλέον, εν όλω τω κόσμω εσημειούντο γεγονότα, άτινα έθετον την αρχήν μιας νέας εποχής εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος, αλλά το πνεύμα μου δεν έδιδε προσοχήν εις αυτά. Πολλά εκρημνίζοντο πέριξ εμού, η εσωτερική μου όμως κατάρρευσις ήτο το εντονώτερον, ίνα μη είπω, το σημαντικώτερον δι’ εμέ γεγονός» («Οψόμεθα…», σελ. 17). Αλλά γιατί κατάρρευση; Ο λόγος ήταν ότι, έχοντας απομακρυνθεί στην νεότητά του από την χριστιανική πίστη, σκεπτόταν το εξής: αν πράγματι με το θάνατο καταλήγουν όλοι και όλα στο μηδέν, στην ανυπαρξία, τότε όλη αυτή η τραγωδία είναι ένας εμπαιγμός του ανθρώπου. Του ήταν αδύνατον να συμβιβασθεί με το γεγονός του θανάτου, όπως η σύγχρονη κοσμική διανόηση: «Ο αναπόφευκτος θάνατός μου δεν ήτο μόνον μικρόν τι και ατελευτήτως ασήμαντον γεγονός: ‘‘εις ολιγώτερος’’» («Οψόμεθα…», σελ 18). Βίωνε αληθινά την τραγωδία του θανάτου, που αφορά κάθε θάνατο, ακόμη και αυτόν ενός ανθρώπου στην πλέον γεροντική ηλικία. Αν ο θάνατος είναι η είσοδος στο μηδέν, τότε τίποτε δεν έχει νόημα- και αυτό ήταν, εν μέσω παγκοσμίων πολέμων, όχι ένας ψιλός λογισμός, αλλά το αληθινό δράμα ενός νέου ανθρώπου.

Θα παραλείψουμε πολλά άλλα γεγονότα που αναφέρει ο γέροντας, για να σταθούμε μόνο στο γεγονός ότι ως δυνατή λύση στο αδιέξοδο θεώρησε την στροφή στα ανατολικά θρησκεύματα, όπως ο βουδισμός, και άρχισε να καλλιεργεί τον διαλογισμό  («Οψόμεθα…», σελ. 42). Κέρδιζε  μερικές στιγμές «διανοητικής απολαύσεως», ανέβαινε «εις φαινομενικώς πνευματικάς σφαίρας», αλλά ο γέροντας λέγει ότι βαθμηδόν άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η όλη εμπειρία του ήταν περισσότερο διανοητική, «αποκεκομμένη εκ της καρδίας». Αισθάνθηκε ότι βαδίζει σε λανθασμένη οδό, ότι απομακρύνεται από το αληθινό, το πραγματικό Είναι, ότι πορεύεται προς το μη ον.

Και μέσα σε αυτόν τον κλυδωνισμό, σε αυτή την άβυσσο που πότε ο νους του «ανέβαινεν εις την κορυφήν κύματος τινός», και πότε κατακρημνίζονταν στο βάθος «υπό άλλου κύματος», αισθάνθηκε ότι ο Θεός, που πάντα τον αναζητούσε, του έθεσε υπόψη του το γνωστό χωρίο της Σιναϊτικής αποκάλυψης, «Εγώ ειμί ο Ων» (Εξοδ. γ 14). Τότε ξαφνικά κατάλαβε ότι ο Θεός, ο Δεσπότης όλων, ο Κύριος των αστρικών κόσμων, είναι προσωπικός («Οψόμεθα…», σελ 43). Συνειδητοποίησε πια ότι η μόνη οδός για να αγγίξουμε το υπερ-υπερβατικό είναι ο Χριστός. Ο Χριστός είναι το παν. Λέγει ο γέροντας: «Επιμένω πολύ στην Θεότητα του Χριστού, στην ένωση θείας  και ανθρωπίνης φύσεως στον Χριστό, στην Υπόστασή Του. Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι η γέφυρα μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Χωρίς Αυτόν ειναι αδύνατη η απόκτηση της γνώσεως του Θεού» (Μητρ. Ιεροθέου Βλάχου, «Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ», Ι.Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου Πελαγίας, 2013, σελ. 300). Και συνεχίζει αμέσως μετά: «Οι Βουδιστές, οι Μωαμεθανοί πιστεύουν σε ένα υπερπροσωπικό Ον. Έτσι καταργείται η σωτηρία». Το πρόσωπο είναι γι’ αυτόν η έσχατη πραγματικότητα, ο Θεός είναι προσωπικός. Και μάλιστα ο αληθής Θεός είναι η Αγία Τριάς, η τελεία κοινωνία των Τριών Αγίων Προσώπων, με την μεταξύ τους «αλληλοπεριχώρηση», της οποίας εμπειρική γνώση αποκτά ο θεόπτης ασκητής. Ως εικόνα Θεού μάλιστα ο άνθρωπος έχει μέσα του την έφεση για την γνώση του Θείου Όντος και μπορεί να προσλάβει τη θεία ζωή- αυτό γίνεται με το να εγκολπωθεί κανείς τη ζωή του Χριστού.

                       ———————————

Ολόκληρος ο άνθρωπος είναι πλασμένος για την προσευχή, ωστόσο η Θεία Λειτουργία αποτελεί το κορύφωμά της. Καταρχήν ο Γέροντας Σωφρόνιος λέγει ότι «η θεία λειτουργία μας μαθαίνει να ζούμε με την καρδιά» (ό.π. σελ. 363). Με τη ρήση αυτή ο Γέροντας ενώνει την ασκητική με την ευχαριστιακή θεολογία. Ως ασκητής, λέγει πολλά για την καρδιά, τον βαθύτερο άνθρωπο, που εδώ θα παραλείψουμε. Παρόλο που στο παρόν σημείο δεν δίνει πάντως πολλές επεξηγήσεις, μπορούμε να εικάσουμε ότι η Θεία Λειτουργία μας μαθαίνει να ζούμε καρδιακά γιατί, αρχικά, προσερχόμενοι στον Ναό, συναζόμενοι (ας θυμηθούμε και την ευχαριστιακή θεολογία του π. Σμέμαν) δεν αφήνουμε πίσω μόνο τον κόσμο και τα εν τω κόσμω, αλλά , κατά το δυνατόν, οτιδήποτε μας εμποδίζει να κοινωνήσουμε του Θεού. Προσερχόμαστε ως νήπια ενώπιον του Πατρός ημών. Κατόπιν, ο Λόγος του Θεού, το Ευαγγέλιο, μας καθαίρει («ήδη καθαροί εστέ διά τον λόγον ον λελάληκα υμίν», είπε ο Κύριος), ενώ ταυτόχρονα με τον χειρουβικό ύμνο προτρεπόμαστε να εγκαταλείψουμε κάθε βιοτική μέριμνα. Τέλος, με τον λόγο «τοις μισούσιν και αδικούσιν ημάς συγχώρησον, Κύριε» φθάνουμε σε αυτό που ο Άγιος Σιλουανός θεωρούσε κριτήριο της αληθούς χριστιανικής ζωής: την αγάπη για τον εχθρό. Και όλα αυτά είναι δώρο της χάριτος, που βέβαια δεν καταπιέζει την ελευθερία του πιστού.

Αμέσως μετά ο Γέροντα  Σωφρόνιος λέγει: «Τελώντας τη θεία  Λειτουργία τηρούμεν την εντολή του Χριστού: ‘‘τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν’’( Λουκ. κβ 19 και Α Κορ. ια 24). Αυτό δεν ειναι ψυχολογικό γεγονός, αλλά πνευματικό. Έτσι κάθε φορά που τελούμε τη θεία λειτουργία, κάνουμε υπακοή στον λόγο του Χριστού, εισδύουμε στη θεία Μυσταγωγία, στην Λειτουργία του Χριστού» (ό.π. σελ. 363). Είναι εντυπωσιακός ο λόγος ότι με τη δική μας Θεία Λειτουργία, διά του κανονικού ιερέως ασφαλώς, «εισδύουμε στην Λειτουργία του Χριστού». Ο Κύριος ήλθε στον κόσμο αυτό για να νικήσει την αμαρτία και τον θάνατο, έγινε «υπήκοος τω Πατρί» άχρι σταυρού, και ξαναέδωσε ζωή στον νεκρωθέντα Αδάμ. Είναι τρομερός ο λόγος για τους περισσοτέρους από μας ότι πρέπει να εισδύσουμε στη ζωή του Χριστού- που ολόκληρη ήταν μια ευχαριστιακή προσφορά και εκούσια Θυσία υπέρ των ανθρώπων-, ωστόσο ειναι αληθής ο ευαγγελικός λόγος ότι όποιος πιστεύει στον Χριστό «έχει ζωήν αιώνιον». Την οδό της διακονίας και του Σταυρού σύστησε ο Κύριος στον καθένα από μας- και ολόκληρη η ζωή μας, ακόμη και έξω από τη Θεία Λειτουργία, πρέπει να έχει αυτό το σταυρικό χαρακτήρα, της εκουσίου θυσίας για τον συνάνθρωπο.

Ο Χριστός ήλθε να  σώσει όλον τον Αδάμ, καθώς είναι γεγονός ότι μεταξύ των ανθρώπων υφίσταται βαθιά οντολογική συγγένεια και ο άνθρωπος είναι «εις». Ο Άγιος Σωφρόνιος λέγει ότι «η θεία λειτουργία στην τελείωσή της είναι ικεσία και προσευχή για όλο τον κόσμο. Αυτή είναι η λεγομένη ‘‘βασιλική ιερουργία – ιεροσύνη’’» (αυτόθι). Αυτός που προσέρχεται στον Ναό, έχοντας αφήσει πίσω του κάθε βιοτική μέριμνα και συγχωρήσει από καρδίας κάθε εχθρό, κατά το μέτρο της προσωπικής του ελευθερίας, γίνεται ικανός, κατά τον π. Σωφρόνιο, για την λεγομένη υποστατική προσευχή, για την προσευχή υπέρ όλου του Αδάμ. Γράφει σχετικά: «Εν τω κόσμω τούτω η Θεία Λειτουργία εκφράζει πλήρως εκείνο, όπερ ορίζομεν ως υποστατικήν προσευχήν, τουτέστιν προσευχήν ομοίαν εκείνης του ιδίου του Χριστού εν Γεθσημανή» («Οψόμεθα…», σελ. 349). Εκεί ο Κύριος, αγωνιών και χύνοντας ιδρώτα «ωσεί θρόμβους αίματος» προσευχήθηκε για όλον τον κόσμο, υπέρ του οποίου σε λίγο θα θυσιαζόταν. Γι’ αυτό και προσθέτει ότι «ακολουθούντες μετά προσοχής όλην την σειράν και το περιεχόμενον της προς τον Θεόν λατρείας ταύτης, εισαγόμεθα εις την θεωρίαν του Θείου Είναι και του κοσμικού είναι». Στην Θεία Λειτουργία ζούμε την φοβερή τραγωδία του ανθρώπου, η οποία δεν μπορεί να κατανοηθεί αλλιώς παρά μόνο μέσα από την ιστορία του συνόλου ανθρωπίνου γένους. Δίχως ιστορική συνείδηση και γνώση, ακόμη και το χειρότερο κακό μπορεί να θεωρηθεί ως μια αναγκαία «φυσική διαδικασία», όπως ισχυρίζεται μέρος της σύγχρονης διανόησης- ας θυμηθούμε τι λέγουν οι κοσμικοί στοχαστές για τον θάνατο. Ωστόσο, στη Θεία Λειτουργία, καθώς λέγει ο Άγιος Σωφρόνιος, «ποιούμεν ανάμνησιν» των απ’ «αρχής» γεγονότων: της βουλής της Αγίας Τριάδος να κτισθεί ο κόσμος και της κτίσεως αυτού, της φοβερής πτώσεως του Αδάμ, των τραγικών πεπρωμένων όλων «των υιών του Αδάμ» και κατόπιν της έλευσης του Σωτήρος. Ο Γέροντας ζούσε όλα αυτά τα γεγονότα και βίωνε βαθιά μετάνοια…

Το ανθρώπινο κακό συγκεφαλαιώνεται, ανακεφαλαιώνεται (και υπερβαίνεται βέβαια με την  Ανάσταση) στο γεγονός ότι οι υιοί του Αδάμ σταύρωσαν τον Κύριο. Στην Θεία Λειτουργία όντως είναι που «ακολουθούμεν Αυτόν εις Γεθσημανή και Γολγοθάν εισέτι∙ είμεθα μετ’ Αυτού εις την δίκην ενώπιον του Καϊάφα και του Πιλάτου. Μετά φρίκης ακούομεν τας αγρίας φωνάς ‘‘Σταύρωσον Αυτόν’’∙ μένομεν έκθαμβοι και ενισχυόμεθα , όταν Ούτος λέγει προς τον συσταυρωθέντα ληστήν: ‘‘Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω’’» (ό.π. σελ. 350). Ζούμε όλα τα γεγονότα της ιεράς ιστορίας.

                                       —————————–

Ο Γέροντας Σωφρόνιος γράφει ότι «η λειτουργική προσευχή είναι η πλέον επίπονος. Τελούμεν αυτήν όντες εν φοβερά διασπάσει όλης της υπάρξεως ημών» (ό.π. σελ. 351). «Η ακατάπαυστος κίνησις –άλλοτε προς τον Θεόν, άλλοτε δε προς τον κόσμον- χαρακτηρίζει την ιερουργίαν ημών. Και διά των εντολών του Ευαγγελίου και διά του υποδείγματος του Χριστού μανθάνομεν να περιπτυσσόμεθα το πλήρωμα του παγκοσμίου είναι: από της δημιουργίας παντός υπαρκτού μέχρι της συντελείας της επιγείου ιστορίας και πέραν τούτου». Στην Θεία Λειτουργία αυξάνεται και ο πόνος: «Εν τούτοις…, παρατηρούμεν ότι βαθύνεται ο εν τη καρδία ημών πόνος. Βλέπομεν ότι η οικουμένη εν τη ολότητι αυτής, ως και πρότερον, περιβάλλεται υπό του σκότους της αντιπαθείας. Το Πνεύμα του Θεού δεν ευρίσκει απήχησιν εις τα αποξενωθείσας από του Θεού καρδίας, και η προσευχή απερριμμένη τρόπον τινά υπό των ανθρώπων, επιστρέφει εις τον προσευχόμενον επιφέρουσα εις αυτόν πλήγμα» (ό.π. σελ. 351-2).

Τα πρόσφατα γεγονότα της πανδημίας καθιστούν σαφές και ένα άλλο γεγονός: ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, ακόμη και όταν πονά, δεν θέλει να καταφεύγει στον Θεό, ο Κύριος είναι γι’ αυτόν πια ξένος. Ειναι πράγματι περίεργο ότι σε καιρούς μεγάλης οδύνης αυτό που περιθωριοποιεί η σύγχρονη κοινωνία είναι πρωτίστως οι ναοί.

«Η ανθρωπότης, λέγει ο Γέροντας, νοσεί ανιάτως∙ ματαία πάσα ελπίς όπως ίδωμεν την θεραπείαν αυτής∙ το κακόν δεν παύει να εντείνηται, να εισχωρεί συνεχώς βαθύτερον εις τας καρδίας των ανθρώπων». Και ο Γέροντας μιλά πια από την προσωπική του λειτουργική πείρα: «Άμυνα εναντίον αυτών των αποθαρρυντικών σκέψεων είναι να έχωμεν εν τη μνήμη ημών τον Χριστόν, Όστις μόνος επάλαισεν εναντίον όλου του κόσμου. Η νίκη θα έλθη αναποφεύκτως, αλλ’ ουχί εις το ορατόν επίπεδον της ιστορίας της Γης. Η νίκη είναι ήδη ανυπέρβλητον Γεγονός: «Εγώ νενίκηκα τον κόσμον», είπε ο Κύριος» (αυτόθι).

Η Θεία Λειτουργία ειναι αυτή που σώζει τα πάντα, που δίδει όχι την επιβίωση αλλά την αληθή ζωή: «Εν όσω όμως προσφέρεται η αναίμακτος θυσία, εν όσω η λειτουργική προσευχή εναγκαλίζεται πάντας τους ανθρώπους, ζώντας, τεθνεώτας και μέλλοντας εισέτι να γεννηθούν, εν όσω υπάρχουν ψυχαί προσευχόμεναι υπέρ των έχθρων, κατ’ έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος, η Γη θα διαφυλάττηται από του αποκαλυπτικού πυρός» (αυτόθι).

Το Άγιον  Ποτήριον ειναι η πηγή της ζωής, γιατί το σώμα του Ζώντος Χριστού δεν είναι φορέας, αλλά η πηγή της χάρης. «Αι πραγματικαί διαστάσεις της Λειτουργίας ειναι αληθώς θείαι και ουδέποτε ημείς εξαντλούμεν το περιεχόμενον αυτής, ιδιαιτέρως εν όσω ζώμεν εν τη σαρκί. Κτισθέντες εκ του ‘‘μηδενός’’ βαθμηδόν αυξανόμεθα, αναπτυσσόμεθα, τελειούμεθα. Όσον εντονωτέρα είναι η προς τον Θεόν δίψα ημών, τοσούτον αφθονώτερα τα κύματα νέων διεισδύσεων της καρδίας ημών εις το περιεχόμενον αυτής. Μετέχοντες του Ποτηρίου του Χριστού διά της μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος Αυτού, δεχόμεθα ωσαύτως και την Θεότητα Αυτού, καθώς αύτη εφανερώθη υπ’ Αυτού επί της Γης εν σαρκί και καθώς αύτη αιωνίως παραμένει εν τοις ουρανοίς. Τοιαύτη είναι η οδός: Διά της εν αγάπη ενώσεως μετά της Θείας Υποστάσεως του Μονογενούς Υιού καθιστάμεθα όμοιοι προς Αυτόν και, ως υποστάσεις εν τη πληρότητι της ‘‘κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν’’ Αυτού τελειώσεως ημών, υιοθετούμεθα υπό του Ουρανίου Πατρός εις ατελευτήτους αιωνας» (ό.π. σελ.354-5).

Και συνεχίζει ο π. Σωφρόνιος: «Η Λειτουργία έχει τοιαύτην δομήν, ώστε να εγχαράττη εν τη συνειδήσει ημών, κατά το δυνατόν πληρέστερον, το ‘‘έργον’’ του Χριστού επί της Γης (Ιωαν. ιζ 4). Διά της συνεχούς επαναλήψεως της Πράξεως ταύτης, το καθολικόν νόημα αυτής καθίσταται επί μάλλον και μάλλον προσωπική ημών θεωρία, κοσμοθεωρία ημών. Η θεωρία αύτη είναι άκρως πλουσία∙ κατ’ ουσίαν ουδέποτε εξαντλείται, αλλά παραμένει αιωνίως νέα και ζώσα. Εν τη χρονικώς βραχεία ιερουργία της Λειτουργίας περιέχεται η ανάμνησις (Λουκ. κβ 19) γεγονότων, άτινα διήρκεσαν επί σειράν χιλιετιών και περιέλαβον αναρίθμητον πλήθος ανθρώπων, υιών και θυγατέρων του Αδάμ. Πάντα τα  γεγονότα –από της δημιουργίας του κόσμου και της εμφανίσεως του ανθρώπου, από της στιγμής της πτώσεως του Αδάμ, ήτις  συνεκλόνισε το κοσμικόν είναι, μέχρι της επί Γης ελεύσεως του Θεού-Σωτήρος και της εκφωνήσεως ‘‘τετέλεσται’’, στιγμής κατά την οποίαν εγεύθη Ούτος θανάτου εν τη προσληφθήση υπ’ Αυτού ανθρωπίνη φύσει και κατά την οποίαν ήρξατο η αποκατάστασις του κτισθέντος υπό του Θεού όντος –ενούνται εις μίαν θεωρίαν και προσευχήν. Ολίγον προ της τελέσεως της πρώτης και τελευταίας Αυτού Λειτουργίας εν τω Μυστικώ Δείπνω, και κατά την ώραν της εν Γεθσημανή αγωνίας Αυτού, ο Κύριος συνωμίλει περί πάντων τούτων μετά των μαθητών Αυτού (βλ. Ματθ. κστ 38), φέρων τα πάντα εν εαυτώ ως ‘‘ασθενείας ημών’’ (βλ. Ησ. νγ 3-4). 358-9

                               —————————————-

Η Θεία Λειτουργία προσφέρεται υπέρ πάντων ανθρώπων, αλλ’ απ’ ό,τι λέγει και ο Γέροντας Σωφρόνιος, φαίνεται να ζούμε σε μια εποχή με αντιλειτουργικό ήθος. Ο ίδιος κάνει μνεία του λόγου του Κυρίου, ότι θα αποψυχούν οι άνθρωποι «από φόβου και προσδοκίας των επερχομένων (συμφορών) τη οικουμένη… Αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι, ανακύψατε και επάρατε τας κεφαλάς ημών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις ημών… γινώσκετε ότι ήδη εγγύς η βασιλεία του Θεού… αιφνίδιος… η ήμερα εκείνη… επελεύσεται επί πάντας τους καθημένους επί πρόσωπον πάσης της γης (Λουκ. κα 26-35) (ό.π. σελ. 356). 

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου ο φόβος και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης έχουν χτίσει τον δικό τους μεγάλο καθεδρικό και έχουν παραμερίσει τον ταπεινό ναό του Εσταυρωμένου Σωτήρος. Παρά την αυτοθυσία ορισμένων, τις ημέρες αυτές της επιδημίας, φαίνεται να κυριαρχεί η αγωνιώδης προσπάθεια για ατομική εξασφάλιση και σωτηρία εις βάρος της κενώσεως του Σταυρού του Χριστού. Αλλά αληθινή αγάπη για όλους, και για τα θύματα της επιδημίας και για όσους είναι έρμαια του φόβου, αληθινή αγάπη για το γένος του Αδάμ, εμπνέει μόνο η Θεία Λειτουργία: «Ο Κύριος ελκύει ημάς (στην Λειτουργία) , ίνα εν πνεύματι περιβάλωμεν όλον τον κόσμον, ένθα εκατομμύρια ανθρώπων καθ’ εκάστην δεδομένην στιγμήν συντρίβονται υπό των πληγμάτων της σκληρής πραγματικότητος ή κείνται προ των θυρών του θανάτου και μετά βαθέων στεναγμών επικαλούνται την άνωθεν βοήθειαν. Εν τω μέτρω της προσωπικής ημών πείρας παντός είδους παθημάτων, δυνάμεθα να βυθισθώμεν εν τη αχανεί θαλάσση των παθημάτων των ανθρώπων, και διά της προσευχής να μοιρασθώμεν μετ’ αυτών τους φόβους, ενίοτε δε και την χαράν αυτών» (ό.π. σελ. 361).

Το Άγιο Ποτήριο ειναι η πηγή της ζωής και της  Αγάπης, είναι η σωτηρία εν μέσω του αποκαλυπτικού αυτοκαταστροφικού πυρός που ζώνει ήδη την ανθρωπότητα και την διαβρώνει. Σώζει από την ασθένεια και δεν την μεταδίδει.

Η πνευματική διαθήκη του Οσίου Γέροντος Σωφρονίου του Έσσεξ στο «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…»

 

You are currently viewing Η πνευματική διαθήκη του Οσίου Γέροντος Σωφρονίου του Έσσεξ στο «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…»

Ο Γέροντας, μαρτυρεί ότι τελικώς η θεολογία δεν είναι λόγια και θεωρίες, αλλά πράξη και έργο. Την ώρα που θα «πειραματιστεί» κανείς στις άγιες εντολές του Θεού, εκείνη και μόνο την ώρα θα δει τον Θεό παρόντα στη ζωή του.

Ομιλία με θέμα «Η πνευματική διαθήκη του Οσίου Γέροντος Σωφρονίου του Έσσεξ», πραγματοποίησε ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δορμπαράκης, στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, την Τετάρτη 28 Νοεμβρίου.

Της ομιλίας, που ήταν η τρίτη κατά σειρά που δόθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…», προηγήθηκε Ιερά Παράκληση προς την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Βηματάρισσα.

Για τον μεγάλο Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ, τον τόσο αγαπητό και στον άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη, με τον οποίο διατηρούσε μία ιδιαίτερη πνευματική και στενή σχέση, έστω κι αν δεν είχαν ποτέ συναντηθεί προσωπικά, έχουν γράψει, γράφουν και θα συνεχίσουν πολλοί να γράφουν πολλά, τόνισε στην αρχή του λόγου του ο π. Γεώργιος.

Η πνευματική του πορεία δεν ήταν καθόλου εύκολη. Πέρασε μέσα από τίς συμπληγάδες της αμφισβήτησης, της αναζήτησης σέ εξωχριστιανικά θρησκεύματα, της φιλοσοφικής και θεοσοφικής περιπέτειας, για να καταλήξει εκεί που πράγματι αναπαύτηκε η ψυχή του, στην εύρεση του Κυρίου Ιησού Χριστού μέσα στον ευλογημένο λειμώνα των μονών του αγίου Άθωνα.

Στη συνέχεια, αφού ανέγνωσε την πνευματική διαθήκη του Γέροντα, στάθηκε σε ορισμένα σημεία, αναλύοντας τα.

Και κατά πρώτον, ότι ο σκοπός είναι “ίνα πάντες εν ώσι…”». Ο Γέρων Σωφρόνιος την ενότητα των ανθρώπων μεταξύ τους την θεωρεί ως τον σκοπό που ο Θεός έχει θέσει στον άνθρωπο, έναν σκοπό που υπερβαίνει κατά πολύ ασφαλώς ότι θεωρεί ως σκοπό της ζωής του ο συνήθης άνθρωπος, ακόμη και ο εντός της Εκκλησίας.

Τι θέτει ως σκοπό ο περισσότερος κόσμος; Την απόκτηση θέσεως, χρήματος, δόξας, τη δημιουργία ίσως μιας καλής οικογένειας, μπορεί σε λίγες περιπτώσεις και την καλλιέργεια ενός καλού και ηθικού χαρακτήρα.

Πάντως ο σκοπός δεν εκφεύγει των ορίων του παρόντος κόσμου, ως εάν ο κόσμος να εξαντλεί και το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ τελικώς ο σκοπός αυτός χαρακτηρίζεται έντονα από μία ατομιστική διάθεση, η οποία ακυρώνει αυτονόητα και οποιαδήποτε έννοια ενότητας, αφού ο ατομιστής και στην ενότητα με τους άλλους κοιτάει μόνο τον εαυτό του κι ότι τον εξυπηρετεί!

«Ο Γέροντας υπενθυμίζει όμως ότι εφόσον μιλάμε για τον άνθρωπο που θέλει να είναι χριστιανός, ο σκοπός δεν μπορεί να είναι διαφορετικός από εκείνον που ο ίδιος ο Δημιουργός του έχει θέσει ήδη απαρχής της Δημιουργίας του, του πρόβαλε μέσα από την προφητική παράδοση της πρώτης αποκάλυψης στην Παλαιά Διαθήκη, κατεξοχήν δε του απεκάλυψε όταν ο Ίδιος ενσαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος.

Έτσι ο σκοπός αυτός κατανοούμενος μέσα στο πλαίσιο της ανθρωπολογίας της Αγίας Γραφής και της Εκκλησίας κινείται σε υπέρ φύσιν χαρισματικό επίπεδο, συνεπώς σε καταστάσεις που οποιαδήποτε φιλοσοφία, θεοσοφία ή και θρησκεία αδυνατούν έστω και να υποψιαστούν.»

Κι αυτό περαιτέρω σημαίνει ότι η έννοια της ενότητας δεν είναι αυτό που έχουν στον νου τους οι πολλοί, οι οποίοι την αναφέρουν και την περιγράφουν ως μία εξωτερικού τύπου συνύπαρξη των ανθρώπων, αλλά εκείνη η ενότητα που κατανοείται κατά το πρότυπο της αγίας Τριάδος, δεδομένου ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού».

Ότι ο Θεός μας είναι, αυτό καλείται να γίνεται και ο άνθρωπος, συνεπώς η ενότητα των τριών υποστάσεων του Θεού γίνεται το θεμέλιο και για την ενότητα των ανθρώπων μεταξύ τους.

Η αλληλοπεριχώρηση αυτή των προσώπων-υποστάσεων της αγίας Τριάδος, κατά την οποία το κάθε θείο πρόσωπο ζει όλη την ουσία της θεότητος , η αλληλοπεριχώρηση του Χριστού και των ανθρώπων, κατά την οποία ο Κύριος προσλαμβάνει όλη την ανθρώπινη φύση και συνεπώς και όλους τους ανθρώπους ώστε να ζει μέσα σ’ αυτούς και αυτοί να ζουν μέσα σ’ Αυτόν, προκαλεί τη χαρισματική κίνηση του χριστιανού ανθρώπου ως μέλους και άρα ως συνέχειας του Χριστού.

«Ώστε να περιλάβει και αυτός τον κάθε άνθρωπο, όπου γης και κάθε χρόνου, και να τον εντάξει στη δική του υπόσταση, δηλαδή ο κάθε άνθρωπος, ως μέλος της Εκκλησίας και με τη δύναμη του Θεού, να μπορεί να ζει ως παγκόσμιος άνθρωπος, πραγματώνοντας διαρκώς την κεντρική εντολή του Θεού «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν».»

Δεύτερο σημείο, αυτό που τονίζει ο Γέροντας στην διαθήκη, ότι «δεν υπάρχει ούτε μείζον ούτε έλαττον».

Η αγκαλιά του χριστιανού για όλους τους ανθρώπους, συνέχεια της αγκαλιάς του ίδιου του Χριστού, υπερβαίνει κατά τρόπο φυσικό οποιαδήποτε επιλεκτική, ελιτίστικη και ρατσιστική αντιμετώπιση του κόσμου.

«Οι πάντες, ότι και να είναι, περιέχονται μέσα στη χαρισματική ύπαρξη του εν επιγνώσει χριστιανού και αγαπώνται από αυτόν. Η στάση του χριστιανού δεν ακολουθεί το γνωστό ανθρώπινο σχήμα «δράση – αντίδραση». Δεν δρα δηλαδή ο πιστός ανάλογα με το τι στάση κρατάει ο άλλος απέναντί του.

Το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» ξεπερνιέται, γιατί ο άλλος είναι ο Χριστός, είναι ο «άγνωστος» εαυτός. Πρόκειται για την άλλη λογική της «καινής κτίσεως» που έφερε ο Χριστός.»

Στη συνέχεια, ως τρίτο σημείο ανέφερε αυτό που καταγράφει ο Γέροντας, ότι «το ένα μέλος επηρεάζει ευεργετικά το άλλο· ανάβαση στην πνευματική σφαίρα της βασιλείας της Αγίας Τριάδος».

Ο Γέρων Σωφρόνιος στο βάθος αυτό της θεολογίας και της εν Χριστώ εμπειρίας στο οποίο βρίσκεται και το οποίο περιγράφει, επισημαίνει κι αυτά που επίσης δεν πρέπει να μας διαφεύγουν.

Πρώτον· ο πιστός που ζει την αγάπη του Χριστού επιτελεί και το σπουδαιότερο κοινωνικό έργο. Γιατί «το ένα μέλος επηρεάζει ευεργετικά το άλλο.

«Ο χριστιανός ως μέλος Χριστού διοχετεύει κατά τρόπο «υπόγειο» και μυστικό, αφανώς για τα δεδομένα των ανθρώπων, την αγάπη του αυτή, την αληθινή και γνήσια, προς όλους ανεξαιρέτως, που σημαίνει ότι μεταφέρει τη χάρη και το έλεος του Θεού όχι μόνο στους εν Χριστώ αγωνιζομένους αδελφούς του, αλλά ακόμη και σ’ αυτούς που λόγω αμαρτίας και ανταρσίας τους προς τον Θεό «κανονικά» δεν έπρεπε να την εισπράττουν.

Με άλλα λόγια η σπουδαιότερη συμβολή στον κόσμο ενός πιστού είναι όχι τόσο ένα κοινωνικό έργο που πιθανόν επιτελεί, όσο το να ζει με συνέπεια τις εντολές του Κυρίου, την εν Χριστώ αγάπη πρωτίστως, γιατί αυτή είναι που κινητοποιεί την παντοδυναμία της αγάπης του Θεού.»

Δεύτερον· την ώρα που αρχίζει ο πιστός να ενεργοποιεί τη δωρεά του αγίου βαπτίσματός του με την αγάπη του Χριστού, εκείνη την ώρα μετατίθεται στη βασιλεία της Αγίας Τριάδος. Τι τονίζει ο άγιος Γέροντας; Την ώρα που τηρεί κανείς τις άγιες εντολές Του, εκείνη την ώρα ανοίγεται η ύπαρξή του και γίνεται δεκτικός της αγάπης του Θεού, κυριολεκτικά κατοικητήριο της αγίας Τριάδος.

Η αγάπη του χριστιανού προς κάθε συνάνθρωπό του λειτουργεί δηλαδή αναγωγικά: γίνεται η σκάλα που στήνει με τη χάρη του Θεού ο ίδιος, προκειμένου να «κατέβει» ο Θεός σε αυτόν.

«Η θεοκοινωνία αυτή είναι μία άλλη μορφή θείας κοινωνίας με τον Χριστό. Όπως υπάρχει η μυστηριακή κοινωνία – να τρώει κανείς το σώμα του Χριστού και να πίνει το αίμα Του – έτσι υπάρχει και η θεία κοινωνία μέσω των εντολών Αυτού.»

Τελευταίο σημείο, ότι είναι στενή οδός. Ο άγιος Γέρων Σωφρόνιος τονίζοντας όλα τα παραπάνω περί της ενότητας ως του σκοπού των χριστιανών, αφού η ενότητα αυτή τους συνδέει με τον Θεό και τους φτάνει στο όριο της τελειότητας, είναι απολύτως προσγειωμένος.

Η προσωπική του εμπειρία, όπως και η γνώση της εμπειρίας των άλλων ασκητών χριστιανών, έχει δείξει ότι πρέπει κανείς να «ματώσει» προκειμένου να φτάσει σ’ αυτό το χαρισματικό πνευματικό μέγεθος· «να δώσει αίμα και να λάβει Πνεύμα»!

Γι’ αυτό και την άσκηση του πιστού για την τήρηση των εντολών του Χριστού, και δη της αγάπης, την χαρακτηρίζει ως «τη στενή οδό».

Ο Γέροντας και εκ πείρας βεβαιώνει ότι το να θέτει ο πιστός τον εαυτό του πάνω στην οδό του Κυρίου, πάνω δηλαδή στην άσκηση της αγάπης, της αγάπης που ενώνει τους ανθρώπους μεταξύ τους αλλά και με τον Κύριο, είναι δύσκολο πράγμα, γιατί υπάρχουν τα εμπόδια που δεν είναι άλλα από τα πάθη του ανθρώπου, κυρίως το κεντρικό πάθος της φιλαυτίας και του εγωισμού, τα στοιχεία του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου, όπως και ο ίδιος ο διάβολος.

Η άσκηση αυτή είναι εκείνη η «στενή οδός». Πάνω στην άσκηση αυτή όμως καταλαβαίνει ο πιστός και τη δυσκολία της πνευματικής ζωής, αλλά και το μεγαλείο της πίστεως, τη δωρεά του Θεού, την εγκατοίκησή Του στην ύπαρξη του ανθρώπου.

Έτσι ο Γέροντας, μαρτυρεί ότι τελικώς η θεολογία δεν είναι λόγια και θεωρίες, αλλά πράξη και έργο. Την ώρα που θα «πειραματιστεί» κανείς στις άγιες εντολές του Θεού, εκείνη και μόνο την ώρα θα δει τον Θεό παρόντα στη ζωή του.

Του Σταμάτη Μιχαλακόπουλου

Η έννοια του προσώπου και του ατόμου στην θεολογική σκέψη (πρωτοπρεσβύτερος Ευστράτιος Καρατσούλης)

 

Ένα πρόσωπο της εποχής μας με μεγάλη θεολογική εμπειρία που μελέτησε την έννοια του προσώπου είναι ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ο οποίος υποστήριξε ότι πνευματικά το πρόσωπο με το άτομο είναι δύο αντίθετες έννοιες [34]. Το άτομο φανερώνει τον άνθρωπο ως μία μονάδα του είδους στο οποίο ανήκει, υποτασσόμενο στην ίδια του την φύση. Αυτή η αντίληψη όμως εγκλωβίζει τον άνθρωπο σε μια υποτιθέμενη οντολογική αυτάρκεια και τον εμποδίζει να δει την τραγική του κατάσταση, η οποία τον οδηγεί στον θάνατο [35]. Ο γέροντας κατανόησε μετά από ασκητικούς αγώνες ότι ο Θεός εμφανίζεται ως πρόσωπο μέσα από την φράση Εγώ ειμί ο ων [36]. Η υποστατική αυτή διατύπωση έδωσε την δυνατότητα στον Σωφρόνιο να κατανοήσει ότι ο Θεός είναι πρόσωπο. Δεν είναι μία αφηρημένη έννοια, ούτε η ουσία Του παίζει τον πρωταρχικό λόγο. Η υποστατική αρχή αποτελεί την εσώτατη αρχή του Είναι του Θεού. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες στην χριστιανική ανθρωπολογία και την δυνατότητα της προσωπικής ύπαρξης για τον άνθρωπο [37].

Ο Σωφρόνιος ερμήνευσε χριστολογικά το ανθρώπινο πρόσωπο. Υποστήριξε ότι ο άνθρωπος για να κατασταθεί πρόσωπο πρέπει να φτάσει στο καθ’ ομοίωσιν, αφού πρώτα κενωθεί κατά τρόπο παρόμοιο που ο Θεός κενώθηκε δια του Ιησού Χριστού [38]. Η κένωση, η οποία αποτελεί μια ησυχαστική επιρροή, πραγματοποιείται α) με την θεοεγκατάλειψη, η οποία βιώνεται κυρίως από διανοούμενους, ασκητές ή πιστούς αλλά και β) με την περιχώρηση [39]. Με την θεοεγκατάλειψη ο άνθρωπος παιδαγωγικά εγκαταλείπεται από την Χάρη του Θεού, με αποτέλεσμα να αισθανθεί την κενότητα και την απόλυτη μοναξιά. Τότε η καρδία του ανθρώπου αισθάνεται την ανάγκη να βγει από την εγωιστική του αυταρέσκεια και να ανοιχθεί προς τον Θεό, τον συνάνθρωπο και την κτίση. Η κίνηση αυτή προς τον άλλο οδηγεί τον άνθρωπο στην περιχώρηση, την προσευχή, την ασκητική και λειτουργική του άνθρωπου για όλη την δημιουργία. Ο άνθρωπος τότε με την προσευχή του ανεβάζει όλη τη δημιουργία στο Θεό και ο τελικός σκοπός του είναι η εν-χρίστωση των πάντων δια της Χάριτος. Ο σταυρός αυτής της καθόδου, της θεοεγκατάλειψης, είναι η απαράβατη προϋπόθεση για την αναστάσιμη άνοδο του ανθρώπου προς τον Θεό [40]. Έτσι η κένωση, αν δεν φέρει την απελπισία στον άνθρωπο, ελκύει την θεία Χάρη. Τότε γεννιέται η δοξολογία και η ευγνωμοσύνη στην καρδιά του ανθρώπου φέρνοντας στον άνθρωπο την οντολογική του ολοκλήρωση ως προσώπου. Ανατέλλει, όπως αναφέρει ο γέροντας Σωφρόνιος, ο πνευματικός ήλιος το όνομα του οποίου είναι υπόστασις (πρόσωπον). Αυτή είναι η αρχή μίας καινούργιας μορφής ύπαρξης του ανθρώπου με την Αγία Τριάδα, όχι επιφανειακά ή διανοητικά, αλλά οντολογικά [41]. Η λειτουργική προσευχή και ο ασκητισμός βοηθούν τον άνθρωπο να καταστεί πρόσωπο [42].

Ένας άλλος σύγχρονος θεολόγος, ο οποίος ασχολήθηκε με την μελέτη του προσώπου είναι ο Ιωάννης Ζηζιούλας, μητροπολίτης Περγάμου. Ο Ζηζιούλας υποστηρίζει ότι στη σύγχρονη εποχή η έννοια του ανθρώπινου προσώπου έχει χάσει την ιερότητά του. Η υποβάθμιση του ανθρώπου σε άτομο στέρησε την δυνατότητα στον δυτικό κόσμο να διασώσει την έννοια του ανθρώπινου προσώπου. Ο άνθρωπος υποστατικά μπορεί να υπάρξει μόνο ως πρόσωπο. Η έννοια του προσώπου δεν είναι μία πρόσθετη ιδιότητα του ανθρώπου, ως προσωπείο σύμφωνα με την ελληνική φιλοσοφία, αλλά είναι στην φύση του να υπάρχει ως πρόσωπο. Ο Θεός είναι ελεύθερος οντολογικά και μπορεί να υπάρξει ως πρόσωπο. Ο άνθρωπος υπάρχει ως πρόσωπο μόνο σε σχέση με τον Άλλο και κατ’ επέκταση με τον συνάνθρωπο. Αλλιώς καταντά άτομο [43].

Ο ίδιος θεολόγος υποστηρίζει ότι το Τριαδικό δόγμα αποτελεί μία εικόνα της κοινωνίας των ανθρώπων ως πρόσωπα. Τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας ζουν αρμονικά, ισότιμα, αλληλοπεριχωρούνται χωρίς να κινδυνεύει η ενότητα τους από την αδιάλειπτη κοινωνία μεταξύ τους. Η ετερότητα αποτελεί βασικό συστατικό της ταυτότητας του Θεού και δεν είναι αποτέλεσμά της [44]. Η αιτία της οντολογικής ελευθερίας βρίσκεται στον τρόπο ύπαρξης του κάθε προσώπου. Ο Πατέρας, ο οποίος είναι η αρχή της θεότητας, από αγάπη γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Πνεύμα. Έτσι η ελευθερία της ύπαρξης του Θεού βασίζεται στην αγάπη. Αυτή αποτελεί έναν τρόπο της άσκησης της ελευθερίας του Θεού. Η αγάπη δεν έχει ηθική έννοια αλλά οντολογικό βάθος και περιεχόμενο. Ο ίδιος ο Θεός είναι Αγάπη και η αγάπη δεν είναι απλά µία ιδιότητα του Θεού αλλά είναι ο ίδιος ο Θεός. Είναι μέρος της ουσίας Του, ένα οντολογικό συστατικό Του [45]. Η αγάπη ως βασικό χαρακτηριστικό του προσώπου του Θεού είναι αυτή που οδηγεί στην οντολογική ελευθερία και κατ’ επέκταση στην ελευθερία του ανθρώπου [46]. Ο άνθρωπος ζει ως πρόσωπο μέσα στην κοινωνία της αγάπης. Εάν βρεθεί έξω από αυτήν, χάνει την μοναδικότητά του και γίνεται άτομο, χωρίς όνομα και ταυτότητα. Ουσιαστικά ο πνευματικός θάνατος είναι η απουσία της αγάπης με τα άλλα πρόσωπα, ενώ ζωή είναι η επιβεβαίωση του προσώπου με την αγάπη [47].

Η αγάπη στην πληρότητά της έχει ένα ευχαριστιακό υπόβαθρο. Στην Ευχαριστία, δεν υπάρχει ατοµική ωφέλεια, ατοµική ευσέβεια, ή μία ψυχολογική ικανοποίηση. Αποτελεί ένα εκκλησιαστικό γεγονός, ολόκληρης της κοινότητας, μέσα στην οποία όλα τα ατοµικά χαρακτηριστικά, διατηρώντας την ετερότητά τους, εγκεντρίζονται στο Σώµα του Χριστού. Σ’ αυτό βοηθά το Άγιο Πνεύµα, το οποίο µοιράζει τα χαρίσµατα και καθιστά εφικτή την εµπειρία της θέωσης. Η Εκκλησία, ως σώμα του Χριστού και η συσσωμάτωση του ανθρώπου σ΄ Αυτόν, δίνει την δυνατότητα να βιώσει την αγάπη ως θυσία του εγώ χάριν του άλλου. Μέσω της Θείας Ευχαριστίας, πραγματοποιείται η ενωτική σχέση της εκκλησιαστικής υπόστασης με την βιολογική ύπαρξη του ανθρώπου. Στη Θεία Ευχαριστία ο άνθρωπος μετέχει ψυχοσωματικά, χωρίς να απολέσει την βιολογική ύπαρξή του, ενδύεται και την εκκλησιαστική υπόστασή του, διαφυλάττοντας την ακεραιότητά του. Ο άνθρωπος τότε παύει να είναι άτομο και νοείται ως πρόσωπο, ως πραγματικότητα [48].

Σ’ αυτές τις θέσεις του Ζηζιούλα αξίζει να σημειωθούν οι ενστάσεις του Νικόλαου Λουδοβίκου και συγκεκριμένα για την έννοια του προσώπου. Ο Λουδοβίκος δεν συμφωνεί με την ταύτιση της φύσης με την αναγκαιότητα και του προσώπου με την ελευθερία. Διότι με το διαχωρισμό αυτό η φύση ταυτίζεται με την πτώση, με την αρνητικότητα, την σχεσιαστικότητα, την αμαρτία, ενώ το πρόσωπο ανήκει στο χώρο της ελευθερίας και της Χάρης. Αυτή η άποψη κατά τον Λουδοβίκο αποτελεί έναν νέο υπερβατικό υποκειμενισμό, ο οποίος είναι ξένος με την πατερική θεολογία .

Έτσι το ερώτημα, το οποίο γεννιέται είναι αν η φύση αποκλείεται της Χάρης και της σωτηρίας. Οι πατέρες της Εκκλησίας υποστηρίζουν ότι το ανθρώπινο πρόσωπο, όχι μόνο είναι αδιανόητο χωρίς τα φυσικά ιδιώματα του, αλλά και η ετερότητα του προσώπου δεν μπορεί να υφίσταται χωρίς την φύση. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει ότι η φύση είναι αναπόσπαστο μέρος του προσώπου και είναι στοιχείο της ταυτότητάς του . Ο ορισμός του Μάξιμου για το πρόσωπο αναφέρεται στον τρόπο ύπαρξης της φύσης, η οποία είναι προσωπική. Έτσι η φύση είναι και αυτή δημιουργημένη από τον Θεό και προσκαλείται να συμμετάσχει στην κλήση για διάλογο του ανθρώπου με τον Θεό. Ο προσωπικός τρόπος ύπαρξης του ανθρώπου δεν αποκλείει την φύση και δεν προσπαθεί να απελευθερωθεί από αυτήν, αλλά συμμετέχει ενεργά σ’ αυτόν τον διαλογικό τρόπο ύπαρξης για το αληθινό έσχατο νόημα της ύπαρξης. Η φύση και το πρόσωπο δεν είναι δύο αντίθετα και εχθρικά στοιχεία αλλά αποτελούν την μία πραγματικότητα του ανθρώπου ως προσωπικό διαλογικό γεγονός. Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο δεν αναφέρεται μόνο στο πρόσωπο του, αλλά και την φύση του [51]. Έτσι η ελευθερία αποτελεί υπόθεση και της φύσης και όχι μόνο του προσώπου [52].

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

 

Παραπομπές:

34. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Άσκησις και θεωρία, (Έσσεξ Αγγλίας : Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, 2010) σ. 165.
35. Νικόλαος Κόιος, Θεολογία και Εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο (Άγιον Όρος : Ι. Μ. Βατοπαιδίου, 2007) σ. 75.
36. «Εγώ ειμί ο ων» Έξοδ. 3 : 14.
37. Νικόλαος Κόιος ο.π., σ. 76.
38. Ιωάννης Ζηζιούλας, «Η περί προσώπου αντίληψη του Γέροντος Σωφρονίου σε σχέση με τα σύγχρονα θεολογικά ρεύματα.» http://istologio.org/?tag=%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%-B4%CF%81%CE%B9%CE%BF (ανάκτηση 25-2-2016).
39. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί (Έσσεξ Αγγλίας : Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, 1992) σσ. 193-220.
40. Νικόλαος Λουδοβίκος, Οι τρόμοι του προσώπου και τα βάσανα του έρωτα : κριτικοί στοχασμοί για μια μετανεωτερική θεολογική οντολογία, ο.π., σσ. 167-169.
41. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ο.π., σ. 301.
42. Ιερόθεος Βλάχος, Το πρόσωπο στην Ορθόδοξη παράδοση (Λιβαδειά : Ιερά Μονή Γενεθλίου Θεοτόκου, 2005) σσ. 88-102.
43. Ιωάννης Ζηζιούλας, Χαριστήρια εις τιμήν του Μητρ. Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, ο.π., σ. 299.
44. Ο ίδιος, «Κοινωνία και ετερότητα» Σύναξη τεύχ. 76 (Αθήνα : Σύναξη, 2000) σσ. 9-10.
45. «῾Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν. ῞Οτι ο Θεός αγάπη εστίν.» Α΄ Ιω. 4, 8. και «Και ημείς εγνώκαμεν και πεπιστεύκαμεν την αγάπην ην έχει ο Θεός εν ημίν. ῾Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ.» ο.π., 4, 16.
46. Ιωάννης Ζηζιούλας Χαριστήρια εις τιμήν του Μητρ. Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, ο.π., σ. 302.
47. ο.π., σ. 307.
48. Ο ίδιος, Η Κτίση ως Ευχαριστία : θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας3 (Αθήνα : Ακρίτας, 1998) σσ. 29-30.
49. Νικόλαος Λουδοβίκος, Οι τρόμοι του προσώπου και τα βάσανα του έρωτα : κριτικοί στοχασμοί για μια μετανεωτερική θεολογική οντολογία, ο.π., σ. 23.
51. Νικόλαος Λουδοβίκος, Ορθοδοξία και Εκσυγχρονισμός : Βυζαντινή Εξατομίκευση, Κράτος και Ιστορία στην Προοπτική του Ευρωπαικού Μέλλοντος (Αθήνα : Αρμός, 2006) σσ. 166-172.
52. «ουκ άρα ηναγκασμένα τα των νοερών φυσικά» Μάξιμος ο Ομολογητής, Συζήτησις μετά Πύρρου, ο.π., 293 BC.

Η έκσταση ως κάθοδος: Το Παλαμικό υπόβαθρο της Θεολογίας του π. Σωφρονίου

 

Φωτογραφία για Η έκσταση ως κάθοδος: Το Παλαμικό υπόβαθρο της Θεολογίας του π. Σωφρονίου
Η θεολογική συζήτηση για τη θεολογία του π. Σωφρονίου, παρότι μόλις άρχισε, προμηνύεται εξόχως σημαντική για την ταυτότητα της Ορθόδοξης θεολογίας στο άμεσο μέλλον. Και τούτο διότι ο π. Σωφρόνιος δεν είναι, όπως ελπίζω να φανεί στη συνέχεια, απλά ένας 

«ασκητικός συγγραφέας», όπως επικράτησε να ονομάζεται μια μερίδα συγγραφέων οι οποίοι επικεντρώνουν την προσοχή τους πάνω σ’ αυτό που κακώς ονομάζεται «πνευματικότητα» και ορθότερα ίσως «νηπτική παράδοση».

Πράγματι, πολλοί απ’ τους «νηπτικούς», όπως συνήθως λέγονται, συγγραφείς, ελάχιστο ή μηδαμινό ενδιαφέρον επιδεικνύουν για την ενσωμάτωση του συνόλου της θεολογίας στο έργο τους. Αυτό φυσικά κάθε άλλο παρά μειώνει το έργο αυτό, αφού πράγματι αυτό που εξίσου ενδιαφέρει την Ορθόδοξη θεολογία είναι η άκρως εμπειρική, νηπτική και μετανοιακή, θεολογική γνωσιολογία, άνευ της οποίας κάθε είδους ευχαριστιακής ή εκκλησιολογικής οντολογίας κινδυνεύει ν’ αποτελεί έωλο και ακατανόητο υπερβατικό εκστατισμό. Πολύ λίγοι πάντως από τους Πατέρες, μεταξύ των οποίων οι άγιοι Γρηγόριος Νύσσης, Βασίλειος ο Μέγας, Μάξιμος Ομολογητής και Γρηγόριος Παλαμάς, επιχειρούν την βαθιά συναίρεση της νηπτικο-ασκητικής παράδοσης με τις ανθρωπολογικές και θεολογικές προϋποθέσεις και συνέπειές της. Ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ φρονώ πως ανήκει σ’ αυτήν την τελευταία ακριβώς κατηγορία Πατέρων (διότι πράγματι πρόκειται για ένα νεότερο Πατέρα της Εκκλησίας) και αυτό είναι κάτι το οποίο θα επιθυμούσα, εντελώς εισαγωγικά, να δείξω στην παρούσα εισήγηση. Σκοπός πράγματι του κειμένου που ακολουθεί, είναι ν’ αποδείξει προεισαγωγικά πως η θεολογία του π. Σωφρονίου ανήκει ειδικά στην παράδοση του Ορθοδόξου Ησυχασμού, όπως μάλιστα αυτός εκφράστηκε, με τη δημιουργική συναίρεση των προ αυτού Πατέρων, από τον αγ. Γρηγόριο Παλαμά, καθώς επίσης πως η θεολογία αυτή ανήκει στην παράδοση των μεγάλων θεολογικών συνθέσεων, όπου ακριβώς, με τον εγκυρότερο τρόπο, ολόκληρο το φάσμα της πατερικής θεολογίας (ειδικότερα μάλιστα, εν προκειμένω, της θεολογικής ανθρωπολογίας) αναδεικνύεται ξανά.

ΙΙ

Κάτι τέτοιο μας υποχρεώνει να ανιχνεύσουμε καταρχήν το νόημα της εκστάσεως, της ασκητικής ανάβασης δηλαδή προς τον Θεό, στα όρια της ελληνικής πατερικής παράδοσης. Προς τον σκοπόν αυτό, είμαστε νομίζω υποχρεωμένοι ν’ ανιχνεύσουμε δυο είδη τέτοιας εκστάσεως προς το Θεό, στα όρια πάντοτε της παραπάνω παράδοσης: α) την πλατωνίζουσα έκσταση και β) την ησυχαστική έκσταση, της οποίας η έκφραση κορυφώνεται πράγματι στο παλαμικό έργο (αν και αποτελεί περιεχόμενο του μεγαλύτερου μέρους της παλαιότερης πατερικής γραμματείας). Ας δούμε τα δυο αυτά είδη έκστασης χωριστά.

Η πλατωνίζουσα έκσταση είναι αυτή η οποία έλαβε την κορυφαία έκφρασή της στα έργα του Ωριγένη. Είναι συγγενής με την ανάλογη θεωρία φιλοσοφικής γνώσης του Ενός, του νεοπλατωνικού φιλοσόφου Πλωτίνου (ο οποίος υπήρξε, κατά πάσα πιθανότητα, συμμαθητής του Ωριγένη στη φιλοσοφική σχολή του πρώην χριστιανού και μετέπειτα νεοπλατωνικού φιλοσόφου Αμμωνίου Σακκά). Υπενθυμίζω πως ο Πλωτίνος θεωρεί πως η ψυχή του ανθρώπου, που αποτελεί και την ουσία του, είναι κατά φύσιν συγγενής με το θείο και, περιπολώντας καταρχήν σε ουράνιους τόπους, εξέπεσε από λάθος της σε τούτη τη γη και τιμωρήθηκε προσδενόμενη στο υλικό αυτό σώμα το οποίο είναι παντελώς ξένο προς την πραγματική «θεία» ουσία του ανθρώπου. Ο φιλόσοφος οφείλει να ξαναβρεί το θείον μέσω της εκ-στατικής θεωρίας, (η οποία ακριβώς εξέρχεται από την ύλη και τη δημιουργία, αφού αυτές ουσιαστικά ταυτίζονται με το μη – ον ή το κακό), είναι «ο δια θεωρίας το είναι έχων», κατά το φιλόσοφο. Η ψυχή λοιπόν στον Πλωτίνο χωρίζεται σε ανώτερη ψυχή, της οποίας ουσία είναι ο νους, και σε κατώτερη ψυχή, συνδεόμενη με το παθητικό μέρος της ψυχής και προσδεδεμένη στις ανάγκες του σώματος. Ο φιλόσοφος οφείλει να εγκαταλείψει τόσο το σώμα όσο και την κατώτερη αυτή ψυχή και δια του νοός του να αναμειχθεί με το Εν ωσότου αφομοιωθεί ολοκληρωτικά απ’ αυτό, εις τρόπον ώστε να γίνει ένα μ’ αυτό – «έν άμφω». Παρόμοια ο χριστιανός Ωριγένης θεωρεί πως η ψυχή του ανθρώπου είναι κατά φύσιν συγγενής με το Θεό και χωρίζεται σε ανώτερη η οποία έχει ως ουσία της το νου και προϋπήρχε του συγκεκριμένου ανθρώπου, ουρανοδρομώντας αΰλως μέχρι τη φοβερή στιγμή του κόρου, όπου ακριβώς λόγω κορεσμού θα επισυμβεί και η πτώση της στην υλικότητα και σε κατώτερη ψυχή, αποτελούμενη από το θυμικό και το επιθυμητικό μέρος της ψυχής. Αυτό το κατώτερο μέρος υποτίθεται πως προσετέθη μετά την πτώση (η οποία δεν είναι άλλη από τη δημιουργία του ανθρώπου, αφού στον Ωριγένη η δημιουργία και η πτώση ταυτίζονται) και οφείλεται ακριβώς στην πτωτική τάση της ψυχής να συνδέεται μ’ ένα σώμα. Πνευματικότητα και εδώ είναι η θεωρία του Θεού, μέσω της εκ-στατικής αναχώρησης από την σωματικότητα, δια του συγγενούς προς τον Θεό ανθρώπινο νου. Ο Ωριγένης είναι τριχοτομιστής: παραδέχεται, πλην της ψυχής και του σώματος, την παρουσία επίσης και πνεύματος στον άνθρωπο. Πνεύμα ανθρώπινο είναι εδώ ένα είδος κτιστής συμμετοχής στο Πνεύμα του Θεού, καθώς και ο τόπος αυτού του τελευταίου μέσα στον άνθρωπο, ασχέτως αν αυτός είναι βαπτισμένος ή όχι – μια ακόμη πλατωνική κληροδοσία. Το σώμα είναι βεβαίως μόνον τιμωρία της ψυχής, πλην όμως ο χριστιανός Ωριγένης δεν μπορεί παρά να θεωρεί πως θα υπάρξει μια μορφή επιβίωσής του στα έσχατα, υπό τη μορφή του «αιθερίου» σώματος των αγγέλων. Το «αιθέριο» σώμα είναι μια εφεύρεση που μας απαλλάσσει τόσο από την υλικότητα, όσο και από την πιθανότητα της τέλειας πνευματοκρατικής εξαφάνισης της υλικής δημιουργίας στα έσχατα – δεν ανήκει όμως επ’ ουδενί στη χριστιανική θεολογία III

Αυτή η μονοδιάστατη πλατωνίζουσα πνευματικότητα που αφήνει έξω από την κοινωνία με το Θεό το σώμα και την υλική δημιουργία καθώς και το παθητικό μέρος της ψυχής είναι το ακριβώς αντίθετο του Ησυχασμού. Η διόρθωσή της δεν περίμενε φυσικά τον αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά, αλλά άρχισε αμέσως και μάλιστα με τους Καππαδόκες Πατέρες. Ακόμη και ο θεωρούμενος ως δήθεν πλατωνικότερος όλων, ο αγ. Γρηγόριος Νύσσης, καταδικάζει τη θεωρία πως ο νους του ανθρώπου είναι κατά φύσιν συγγενής με το Θεό: ο νους, όπως και η ψυχή είναι κτιστός, δημιουργημένος, ενώ Εκείνος είναι άκτιστος. Το χάσμα μεταξύ τους είναι απέραντο και γεφυρώνεται μόνο από τη χάρη του Θεού. Η μετοχή στο Θεό συμβαίνει όχι μόνον δια του νοός αλλά δια του όλου ανθρώπου, λέγει ο Γρηγόριος, αν και κάποτε μοιάζει να αμφιταλαντεύεται για το αιώνιο μέλλον του παθητικού της ψυχής.

Εκείνος που καθοριστικά μίλησε για ένωσιν ανθρώπου και Θεού, ως «συνέργεια» (κάτι που ο Νύσσης αποκαλούσε «συνενέργειαν») μεταξύ τους, είναι βεβαίως ο αγ. Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και κορυφώνεται η τάση αυτή αναμφίβολα στον αγ. Μάξιμο τον Ομολογητή. Ο Ομολογητής αρνείται ρητώς πως ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή μόνη ή το σώμα μόνον ή ακόμη το άθροισμα των δυο, και αποφαίνεται αινιγματικά ότι ο άνθρωπος είναι το «όλον αυτού». Η τελευταία αυτή φράση σημαίνει πως ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα ψυχοσωματικό σύνολο αλλά είναι επίσης και ο τόπος του Όλου, έχει τη δυνατότητα δηλαδή να γίνει μια ξεχωριστή, ιδιαίτερη και ανεπανάληπτη υπόσταση όλου του κτιστού και ακτίστου είναι, κατά χάρη. Ας μην λησμονούμε πως η θεολογία του αγ. Μαξίμου περί των ακτίστων λόγων μας λέγει τελικά ακριβώς αυτό: πως ο Θεός «λέγει», προτείνει δηλαδή στα όντα τον τρόπο του είναι τους, αναμένοντας από αυτά το δικό τους κτιστό λόγο, την απάντησή τους δηλαδή, η οποία θα οδηγήσει, μέσω αυτού του θεανθρωπίνου (συνεργητικού ή συνενεργητικού) διαλόγου, του οποίου η Ενσάρκωση του Λόγου είναι το έσχατο πλαίσιο, στην πληρότητα του κατά φύσιν τρόπου υπάρξεως των όντων στα έσχατα, στη Βασιλεία του Θεού.

Λαμπρό άνθος της παράδοσης αυτής είναι αναμφίβολα το έργο του αγ. Συμεώνος του Νέου Θεολόγου. Δεν υπάρχει χώρος στην εισήγηση αυτή για εκτενέστερη αναφορά, πλην όμως όλοι οι αναγνώστες του κορυφαίου αυτού ασκητικοθεολογικού έργου γνωρίζουν πως εδώ η ένωση ανθρώπου και Θεού εν Χριστώ περιγράφεται ως ένα γεγονός στο οποίο λαμβάνει μέρος, στην κυριολεξία, κάθε μέλος του σώματος και κάθε τμήμα της ψυχής του πιστού, χωρίς καμία εξαίρεση. Όλος ο άνθρωπος γίνεται Θεός κατά χάριν, χωρίς σύγχυση κτιστού και ακτίστου αλλά και χωρίς καμία διάσταση μεταξύ τους.

Κληρονόμος λοιπόν και κορυφαίος εκφραστής της πνευματέμφορης αυτής παράδοσης, που δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό που ονομάζουμε Ησυχασμό, είναι αναμφίβολα ο αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς. Οι ορθόδοξοι θεολόγοι έχουμε δυστυχώς ελάχιστα συνειδητοποιήσει το γεγονός πως αυτό που κυρίως πολεμά η παλαμική θεολογία είναι ακριβώς η νεοπλατωνίζουσα ανθρωπολογία και γνωσιολογία (εντός ή εκτός της Εκκλησίας) όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω. Όλος αυτός ο ιερός και συνάμα βαθύτατα αντι-ιδεαλιστικός και θα λέγαμε στην κυριολεξία «υλιστικός» χαρακτήρας του Ησυχασμού, είναι ακριβώς αυτό που τον καθιστά βαθύτατα σύγχρονο και βαθύτατα ικανό ν’ απαντήσει στα πιο συγκλονιστικά ερωτήματα που εγείρουν σήμερα τόσο η φιλοσοφία όσο και οι επιστήμες του ανθρώπου, της νευροεπιστήμης συμπεριλαμβανομένης. Τα κύρια χαρακτηριστικά εν προκειμένω του έργου του Παλαμά είναι τα εξής: πρώτον, πλήρης αποδοχή του παθητικού μέρους της ψυχής, δηλαδή των συναισθημάτων και της επιθυμίας, στην προοπτική της κοινωνίας μετά του Θεού. Οι άγιοι δεν είναι μόνον «θεωροί» αλλά και «κοινωνοί» του Θεού λέγει ο Παλαμάς υπονοώντας εδώ την Μακαριανή ένωση νου και καρδίας: δεν σκεπτόμαστε μόνον το Θεό αλλά επίσης Τον αγαπούμε και Τον ποθούμε και μόνον έτσι μετέχουμε σ’ Αυτόν. Δεύτερον, πλήρης αποδοχή του σώματος. Το σώμα διαθέτει κατά τις Τριάδες υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων «ενσημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις» μπορεί δηλαδή να πνευματοποιηθεί ως ευλογημένο δημιούργημα του Θεού μαζί με την ψυχή και να «συνδιαιωνίσει» μαζί της και συνεπώς, τρίτον, η ένωση μετά του Θεού είναι ένωση καρδιακή και νοερά και σωματική. Τα πάθη μας λέγει ο ησυχαστής αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης, όχι μόνον δεν πρέπει να χαθούν, όπως μας δίδαξαν λόγου χάριν οι Στωικοί, αλλά πρέπει να μεταμορφωθούν εν Αγίω Πνεύματι, αλλάζοντας προσανατολισμό και αντικείμενο, προκειμένου να εναγκαλισθεί όλος ο πραγματικός άνθρωπος όλον τον πραγματικό Θεό κατά χάρη.

Προσεγγίζουμε κατόπιν τούτων την ουσία του θέματός μας. Ποιος είναι ο τρόπος αυτής της νέας, μη πλατωνικής αυτή τη φορά, ανάβασης ή έκστασης προς το Θεό; Η περιγραφή στην οποία προβαίνει ο αγ. Γρηγόριος στο Ζ’ Αντιρρητικό του (11, 36) μοιάζει εκπληκτική. Δυο είδη ανόδου προς το Θεό υπάρχουν μας λέγει. Η πρώτη γίνεται δια του νοός και μόνον. Αυτή είναι η άνοδος των φιλοσόφων προς τον Θεό και ο Παλαμάς δεν διστάζει να την ονομάσει απερίφραστα «φανταστικήν», μη πραγματική δηλαδή και γεμάτη με φανταστικά είδωλα για το Θεό. Το δεύτερο είδος ανόδου είναι αυτή των ασκητών-θεολόγων. Αυτή συμβαίνει, όπως συγκλονιστικά το περιγράφει ο ησυχαστής άγιος, «μετά παντός είδους κτίσεως, ίνα το της εικόνος απηκριβωμένον ή» – με ολόκληρη τη δημιουργία, ούτως ώστε να είναι πλήρες το κατ’ εικόνα.

Ευρισκόμαστε στη θεολογική και ανθρωπολογική καρδιά του Ησυχασμού. Η έκσταση-άνοδος προς τον Θεό προϋποθέτει, μας λέγει μ’ άλλα λόγια ο Παλαμάς, για να είναι πραγματική και αληθινή, μια προηγούμενη βαθύτατη κίνηση καθόδου ή κένωσης, ούτως ώστε ο άνθρωπος να βαστάσει και να σηκώσει προς το Θεό όχι μόνον εαυτόν αλλά ολόκληρη μαζί τη δημιουργία – του άλλους ανθρώπους αλλά και τα υπόλοιπα κτιστά όντα. Ο σταυρός αυτής της καθόδου αποτελεί τη μόνη απαράβατη προϋπόθεση για την αναστάσιμη άνοδο του πιστού προς τον Θεό. Η έκσταση δεν είναι έτσι μια κίνηση έξω από τη φύση των όντων (όπως ακριβώς αντιλαμβάνονται σήμερα το πρόσωπο οι σημερινοί ορθόδοξοι περσοναλιστές θεολόγοι, θεωρώντας το ακριβώς, κατά πλατωνίζοντα τρόπο, ως έκσταση/έξοδο από την, ταυτιζόμενη με την τυφλή αναγκαιότητα ή και την πτώση, φύση) αλλά είναι μια έκσταση προσωπική της ίδιας της κτιστής φύσεως προς τον Θεό. Επιπλέον η έκσταση/άνοδος αυτή είναι αποφασιστικά και μόνον κοινωνική, όχι υπό την έννοια πως το συγκεκριμένο πρόσωπο καταργείται αλλά, αντιθέτως, τούτο το τελευταίο ακριβώς καθολικοποιείται. Έκσταση και κοινωνική καθολικοποίηση φαίνεται έτσι να συμπίπτουν: η μια αποδεικνύει την αλήθεια της άλλης. Το γεγονός αυτό μας επιτρέπει να ομιλούμε για την έκσταση καταρχήν ως κάθοδο, κίνηση σταυρική προς περιχώρηση και βασταγμό όλου του Είναι, η οποία, αυτή και μόνη, αποδεικνύει ότι η έκσταση ως άνοδος είναι πραγματική και κατά Θεόν αληθινή. Είναι μ’ αυτήν ακριβώς την έννοια που μπορούμε ακριβώς να υποστηρίξουμε πως ο ορθόδοξος Ησυχασμός, όταν είναι θεολογικά υγιής, δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά βιωμένη εκκλησιολογία…

ΙV

Ας έλθουμε λοιπόν τώρα κατόπιν τούτων στην περίπτωση του έργου του π. Σωφρονίου και μάλιστα σ’ ένα ζήτημα το οποίο πολύ απασχολεί τους μελετητές του, το ζήτημα δηλαδή της κένωσης. Είναι νομίζω εφικτό να δείξουμε ότι ο π. Σωφρόνιος είναι ένας ησυχαστής και μάλιστα υπό την έννοια του παλαμικού Ησυχασμού όπως τον είδαμε παραπάνω.

Θεωρώ πως δυο είναι οι μορφές της κένωσης, αλληλοσυμπληρούμενες μάλιστα, στο έργο του π. Σωφρονίου. Πρώτη είναι η μορφή της θεοεγκατάλειψης. Αν η θεοεγκατάλειψη θεωρηθεί ως μια σοφή παιδαγωγία της αγάπης του Θεού προς τον ασκητή, τότε αυτή η παιδαγωγία τι άλλο είναι παρά μια προσπάθεια να μας θεραπεύσει ο Θεός από κάθε ίχνος μιας «ηδυπαθούς» ατομιστικής απόλαυσης της χάρης, μια τάση η οποία ενδημεί ασυνειδήτως μέσα στον πεπτωκότα άνθρωπο, ωθώντας τον ανεπίγνωστα σ’ έναν πιθανό πειρασμό ναρκισσικής αδολεσχίας, ακόμα και μέσα στο φως της χάρης του Θεού; Τι άλλο είναι δηλαδή αυτή η σοφή παιδαγωγία της θεοεγκατάλειψης παρά μια φιλάνθρωπη ώθηση του Θεού για ένα κοινωνικό άνοιγμα της ψυχής του ασκητή προς τον κενωτικό εναγκαλισμό του πάσχοντος συνανθρώπου και της πάσχουσας κτίσης, προκειμένου ν’ ανεβεί μαζί τους, και μόνο μαζί τους, στο Θεό; Έτσι εξηγείται ίσως και το γεγονός ότι την μεγαλύτερη θεοεγκατάλειψη δεν την υφίστανται συνήθως οι απλοί πιστοί αλλά κυρίως οι διανοούμενοι ασκητές και πιστοί (και τέτοιοι βεβαίως είναι συνήθως οι περισσότεροι των Πατέρων) αφού αυτοί κυρίως έχουν μεγαλύτερο πειρασμό από τους άλλους να αδολεσχήσουν σε μιαν ατομική-νοητική θεωρία του Θεού με τον πιθανό ναρκισσισμό της, αφήνοντας την υπόλοιπη δημιουργία κάπως στο περιθώριο.

Όπως φάνηκε ήδη, το δεύτερο είδος κένωσης, στο οποίο οδηγεί παιδαγωγικά και φιλάνθρωπα, ως θεοεγκατάλειψη, είναι η χάρη της περιχωρήσεως, είναι μ’ άλλα λόγια ακριβώς αυτό το οποίο ο π. Σωφρόνιος ονομάζει γένεση της υποστάσεως μέσα στη Γεθσημάνειο προσευχή – ασκητική και λειτουργική – για όλον τον κόσμο. Υπ’ αυτήν την έννοια, χάρις στην πρώτη κένωση δίδεται η χάρη για τη δεύτερη. Ως σοφή θεραπεία της ρίζας της φιλαυτίας, η θεοεγκατάλειψη, έτσι, όχι μόνο δε γεννά απελπισία αλλά ευγνωμοσύνη και δοξολογία για την εν αληθεία αγάπη του Θεού η οποία οδηγεί στην οντολογική ολοκλήρωσή του τον άνθρωπο: 

«Φερόμενοι πνεύματι Θεού προς την υπέρ όλου του κόσμου προσευχήν, προς συμμετοχήν εις την εν Γεθσημανή προσευχήν του Κυρίου, βλέπομεν αίφνης εν εαυτοίς Θείον θαύμα: Ανατέλλει εντός ημών ο πνευματικός ήλιος, το όνομα του οποίου είναι υπόστασις (πρόσωπον). Τούτο είναι εν ημίν η αρχή καινής μορφής υπάρξεως, ήδη αθανάτου. Τότε δεχόμεθα την Αποκάλυψιν της Υποστατικής Αρχής εν τη Αγία Τριάδι, ουχί επιφανειακώς, ουχί διανοητικώς, αλλ’ εν τοις εγκάτοις του είναι ημών. Ενορώμεν εν τω Φωτί το μέγιστον μυστήριον του Ανάρχου Είναι: τον Υποστατικόν Θεόν, τον Ζώντα· τον Ένα εν Τριάδι Υποστάσεων· τον Θεόν της αγάπης, τον Μόνον αληθινόν».

Με την προσευχή υπέρ όλου του κόσμου δίνουμε πλέον υπόσταση στην κοινήν ανθρώπινη ουσία. Με την προσευχή της αγάπης προς την ομοούσιά μας ανθρωπότητα γινόμαστε δυναμικά υποστάσεις της όλης ανθρώπινης ουσίας καθώς και όλης της κτίσης, ενώ προηγουμένως υπαρξιακά ήμασταν απλώς λογικά τμήματα της ανθρώπινης και της κτιστής εν γένει ουσίας. Έχουμε εδώ ξανά δηλαδή την ουσία του παλαμικού Ησυχασμού: έκσταση δια καθόδου, ο άνθρωπος να δίδει ταπεινά υπόσταση σ’ όλη τη δημιουργία, ανεβάζοντάς την στο Θεό, μιμούμενος δηλαδή κατά χάρη το έργο ακριβώς και την κίνηση του ενανθρωπήσαντος Λόγου. Ή, με τα λόγια του π. Σωφρονίου:

«δι’ Αυτού (του Χριστού) απεκαλύφθη εις ημάς ο χαρακτήρ του Θεού της αγάπης. Η τελειότης αυτή έγκειται εις το ότι η αγάπη αυτή είναι ταπεινή, τουτέστι προσφέρεται άνευ επιφυλάξεως. Ο Πατήρ εν τη γεννήσει του Υιού κενούται ολοτελώς. Αλλά και ο Υιός επιστρέφει το παν εις τον Πατέρα. Αυτήν ακριβώς την πράξιν της τελείας κενώσεως ετέλεσεν ο Κύριος εν τη σαρκώσει Αυτού, εν τη Γεθσημανή και επί του Γολγοθά». 

Αυτό το οποίο συνεπώς διδάσκει τελικά ο Θεός τον άνθρωπο δεν είναι τίποτε λιγότερο από τον ίδιο τον δικό Του τρόπο υπάρξεως. Δεν πρόκειται όμως για αφηρημένη αποκάλυψη αρχών αλλά για συγκλονιστική κοινωνία Θεού εν τη υπάρξει: το πρόσωπο-υπόσταση είναι ενεργούμενο γεγονός εν-χριστώσεως δια της χάριτος και όχι αναπαυτική έκσταση προς μια φανταστική ελευθερία η οποία στο βάθος περιφρονεί και ταυτίζει με την πτώση και την τυφλή αναγκαιότητα, κατά Πλατωνικό ή Καντιανό τρόπο, την φύση των όντων, όπως θέλουν κάποιοι περιώνυμοι σύγχρονοι ορθόδοξοι προσωπολόγοι. Με τον μαρτυρικό-ασκητικό αυτό τρόπο καθίσταται ο άνθρωπος

«φορεύς του πληρώματος του θεανθρωπίνου είναι δια της ενώσεως μετά του Χριστού εν τη προσευχή, ήτις εξομοιοί αυτόν προς Εκείνον. Σπάνιον προνόμιον συνδυάζοντας ακραίας καταστάσεις των παθημάτων της αγάπης και τον θρίαμβον αυτής. Ο άνθρωπος, αναγεννηθείς εκ τοιαύτης προσευχής, δια μέσου του ζωοποιού πόνου εισέρχεται βραδέως εις ενεργόν αίσθησιν της αναστάσεως της εαυτού ψυχής».

Βρισκόμαστε στον βαθύ πυρήνα του Ησυχασμού. Βλέπουμε εδώ την ταύτιση της προσωπικής ανάστασης, της εκστατικής δηλαδή ανόδου προς τον Θεό, με την ζώσα περιχώρηση των πάντων, με το κουβάλημα δηλαδή όλης της πάσχουσας δημιουργίας στα πόδια του Θεού. Η ανθρώπινη εσωτερικότητα συμβαδίζει εδώ με την πιο βαθιά κοινωνικότητα, εις τρόπον μάλιστα ώστε η μια να επαληθεύει την άλλη. Η αυθεντική εσωστρέφεια εκφράζεται έτσι ως ταπεινή κενωτική – σταυρική κοινωνικότητα, η οποία με τη σειρά της, μόνο με την ταπεινή κένωση του έσω ανθρώπου είναι δυνατόν να επιτευχθεί.

Στη σκέψη των νεότερων ορθόδοξων προσωπολόγων συναντά κανείς μιαν αγιάτρευτη αλλεργία προς οποιαδήποτε μορφή εσωτερικότητας, εσωστρέφειας ή ακόμα και συνειδητής ασκητικής ζωής, πράγματα τα οποία εκλαμβάνονται συλλήβδην ως δήθεν ψυχολογισμός. Οι θεολόγοι αυτοί ελάχιστα δυστυχώς κατανοούν την πατερική ασκητική παράδοση και, εν προκειμένω, τη θεολογία του π. Σωφρονίου. Εδώ η εσωτερικότητα ή η εσωστρέφεια δεν είναι ψυχολογισμός αλλά καθαρή οντολογία. Ο «έσω άνθρωπος» (έκφραση καθαρά ως γνωστόν Βιβλική) δεν είναι εδώ παρά ο χώρος του γνωμικού θελήματος, της ελευθερίας δηλαδή του ανθρώπου, ο χώρος δηλαδή όπου τελεσιουργείται (συνειδητά βεβαίως και εν συναισθήσει και όχι ασυνειδήτως ή ασυναισθήτως!) το μυστήριο της καθολικοποίησης του ανθρώπου, μέσω της ταπεινής και κενωτικής «συνεργίας» του θελήματος του ανθρώπου με το θέλημα του Θεού εν Χριστώ.

V

Μια έσχατη παρατήρηση: έχει διατυπωθεί η άποψη πως ο π. Σωφρόνιος ως προς τη θεολογία της κένωσης ακολουθεί την Ρωσική θρησκευτικοφιλοσοφική γραμμή όπως αυτή εκφράζεται κυρίως στη θεολογία του Σεργίου Μπουλγκάκωφ. Πράγματι ο π. Σωφρόνιος μπορεί να έλαβε μιαν εξωτερική έμπνευση από το Μπουλγκάκωφ, διόρθωσε όμως βαθιά το πρόσλημμα το οποίο, ούτως ή άλλως, αρδεύεται από τις φιλοσοφίες του Χέγκελ και του Σέλλινγκ. Στις φιλοσοφίες αυτές τόσο η ενότητα όσο και η κένωση είναι λογικά προεπινοημένες διαλεκτικές αναγκαιότητες, αναγκαστικά αφηρημένες και απράγματες. Στον π. Σωφρόνιο, αντίθετα, η ενότητα, ως κενωτική περιχώρηση των όντων και ανύψωσή τους στο Θεό δεν είναι προεπινοημένη αναγκαιότητα ούτε αφηρημένη διανοητική έκσταση, αλλά βήμα προς βήμα θυσιαστικά ενεργούμενη αγάπη. Όπως στον αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά, το ομοούσιο εδώ ενεργείται μέσα στην κτίση σταυρικά, μ’ όλη την ψυχή, με νου, με καρδιά, με αγάπη και μ’ όλο το σώμα που μαρτυρικά μετέχει κι αυτό στον ασκητικό αγώνα. Όλος ο άνθρωπος γίνεται αγάπη εισερχόμενος, εν κοινωνία με ολόκληρη την κτίση στο φως της πραγματικής θείας γνώσης. Υπάρχει όμως μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στην κένωση του Χριστού και στη δική μας κένωση: ενώ ο Χριστός κενούται υπέρ ημών, εμείς κενούμεθα, όπως είπαμε, πρώτον υπέρ της ατέλειας του εαυτού μας (θεοεγκατάλειψη) και δεύτερον υπέρ των άλλων (περιχώρηση). Μόνο μετά την πρώτη φάση, ως παιδαγωγία στην υπαρξιακή διάνοιξη, είναι δυνατόν για τον άνθρωπο ν’ ακολουθήσει το Χριστό στον Άδη του υπέρτατου ναρκισσικού τραύματος που είναι η ανανταπόδοτη αγάπη της ομοούσιας περιχώρησης των άλλων. Μόνον όμως έτσι, μόνον δηλαδή μετά απ’ αυτήν την παράδοξη εκστατική κάθοδο είναι δυνατή η πραγματική άνοδος προς τον Θεό…

VI

Δεν μπορώ ωστόσο να κλείσω την εισήγηση αυτή χωρίς δυο ακροτελεύτια λόγια για την οικουμενική σημασία της θεολογίας του π. Σωφρονίου. Μια ολόκληρη εισήγηση θα μπορούσε ν’ αφιερωθεί στο θέμα αυτό, αλλά δεν υπάρχει χώρος για κάτι τέτοιο πλέον. Άκρως ενδεικτικά θα ήθελα να τονίσω πως η Δυτική θεολογία γνωρίζει πολύ καλά τη διανοητική άνοδο προς το Θεό, χωρίς το σώμα και την κοινότητα, μέσω κυρίως του Θωμά Ακινάτη. Βρίσκεται στο κρίσιμο σημείο μάλιστα του ν’ αρχίσει να κατανοεί τον μάταιο ιδεαλισμό, τον φρούδο ατομικισμό αλλά και την παθητικότητα που εγκλείει η άνοδος αυτή, αφού δεν διαθέτει ούτε πραγματική κοινωνικότητα, ούτε διαλογική συνεργία Θεού και ανθρώπου. Είναι μεγάλη ανάγκη να βρεθούν ορθόδοξοι θεολόγοι σήμερα να μιλήσουν στη Δύση γι’ αυτήν την άνοδο δια της περιχωρητικής καθόδου, για την ψυχοσωματική και κοινωνητική μετά πάντων των όντων μετοχή στο Θεό η οποία διορθώνει την ολέθρια φανταστική – διανοητική θέα Του. Η ορθόδοξη θεολογία έχει απίστευτα καθυστερήσει στο να τα καταλάβει και να εξηγήσει όλα αυτά…

VII

Όσο μεγαλύτερος είναι ο διανοητικός πλούτος, μας λέγει ο π. Σωφρόνιος, τόσο πιο ανεξήγητα επώδυνη είναι η θεοεγκατάλειψη προς κοινωνική διάνοιξη της ψυχής. Αλλά βρισκόμαστε πάντα στα ευλογημένα πλαίσια του Ησυχασμού. Όπως ο αγ Γρηγόριος ο Παλαμάς έτσι και ο π. Σωφρόνιος ανεβαίνει στο Θεό χωρίς κανένα εσωτερικό διχασμό, καμιά ψυχοσωματική διαίρεση, κανένα χωρισμό από τους άλλους, καμιά απώθηση κανενός πάθους – αφού είναι δυνατόν όλα να μεταμορφωθούν. Όπως ο αγ Γρηγόριος ο Παλαμάς, έτσι και ο π. Σωφρόνιος, υπήρξε μια παρουσία του Χριστού στον κόσμο…

Πηγή: Γέροντας Σωφρόνιος, Ο Θεολόγος του ακτίστου φωτός, Πρακτικά Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου, σ. 585-596)

Αναμνήσεις από τον Γέροντα Σωφρόνιο –Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

 

Σήμερα συμπληρώνονται 20 συναπτά έτη από την κοίμηση μιας κορυφαίας προσωπικότητας της σύγχρονης Ορθόδοξης πνευματικότητας, του Γέρ. Σωφρονίου. Εις μνήμην του δημοσιεύουμε ένα προσωπικό κείμενο του ανθρώπου που κατάλαβε – ίσως νωρίτερα και σε μεγαλύτερο βάθος από οποιονδήποτε άλλον στην Ελλάδα – τη βαρύτητα και τη σημασία του μηνύματος που κόμιζε ο λόγος του σεβαστού Γέροντα για το σύγχρονο άνθρωπο, του Ομότιμου Καθηγητή Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Γ. Μαντζαρίδη. Ο καθ. Μαντζαρίδης, επιπλέον, συνετέλεσε αποφασιστικά στη γνωριμία του σύγχρονου ελληνόφωνου κόσμου με τη θεολογία του Γέρ. Σωφρονίου. Το κείμενο αυτό, δημοσιευμένο στο «Οδοιπορικό Ορθοδόξου Ανθρωπολογίας», αποτελεί το μοναδικό, στο οποίο ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αποκλειστικά πρώτο ενικό πρόσωπο – γεγονός που χρωματίζει ανάλογα τη σύνδεσή του με τη μορφή του πολιού Γέροντος.

elder-sophrony

Ο Γέροντας Σωφρόνιος αποτυπώθηκε στη συνείδησή μου ως κορυφαία εκκλησιαστική φυσιογνωμία, που έζησε και παρουσίασε στην πράξη την ορθόδοξη χριστιανική ζωή με τη θεολογική της πληρότητα. Από τον σεβασμό που σου έδειχνε μπορούσες να καταλάβεις, πως και πόσο οφείλεις να σέβεσαι τον εαυτό σου και τους άλλους. Από την ελευθερία που σου έδινε μπορούσες να αισθανθείς, πόσο πρέπει να εκτιμάς την ελευθερία κάθε ανθρώπου. Από τους ορίζοντες που άνοιγε μπροστά σου μπορούσες να αναλογισθείς, πόσο απεριόριστες είναι οι δυνατότητες που έχεις.

Με μια μικρή παρέμβασή του, με μια απλή υπόδειξη μπορούσε να χαράξει γραμμή πλεύσεως για ολόκληρη τη ζωή σου. Πριν καταλάβεις καλά εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου, πριν συνειδητοποιήσεις εντελώς τον χαρακτήρα σου, μπορούσες να ακούσεις επισημάνσεις η προτροπές με καίρια σπουδαιότητα για τη συμπεριφορά και για την όλη πορεία σου.

Κοντά στον Γέροντα έβλεπες θαύματα, όχι μόνο ως έκτακτες υπερφυσικές επεμβάσεις και θεραπείες ανθρώπων, αλλά κυρίως ως συμπαράσταση και συμπόρευση στον πόνο και τις δυσκολίες που είχαν η γνώριζε εκείνος ότι θα έχουν στο διάβα της ζωής τους, χωρίς ίσως οι ίδιοι να το υποψιάζονται. Μολονότι είμαι βέβαιος ότι θα προσκρούσω στο πνεύμα και την αρχή της μονής του, δεν μπορώ να μη σημειώσω έστω, ότι γνωρίζω πολλά αναμφισβήτητα θαύματά του. Για τους πνευματικούς όμως απογόνους και συνεχιστές του έργου του, το μεγαλύτερο θαύμα του είναι τα συγγράμματά του, με τα οποία πολλοί οικοδομούνται η και οδηγούνται στη μοναχική ζωή.

Είχε πραγματική πείρα της χάριτος του Θεού και διατύπωνε υπεύθυνα, όταν έπρεπε, λόγον Κυρίου. Κυρίως όμως διατύπωνε καθαρό, επίκαιρο και ακαινοτόμητο τον ορθόδοξο θεολογικό λόγο μέσα στη σύγχρονη κοινωνία με την τόση ασυναρτησία.

Στην αδιέξοδη προσπάθεια του ανθρώπου της εποχής μας να προσεγγίσει και να παρουσιάσει την αλήθεια του προσώπου, ο Γέροντας Σωφρόνιος πρόβαλε την απάντηση της ορθόδοξης θεολογίας, βιωμένη και βεβαιωμένη με την προσωπική του εμπειρία. Κινούμενος πέρα από περσοναλισμούς και θετικισμούς, δρασκελίζοντας με άνεση τους φιλοσοφικούς και ψυχολογικούς περιορισμούς, έβλεπε το ανθρώπινο πρόσωπο σε σχέση κοινωνίας όχι μόνο με τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα, αλλά πρωτίστως με το απόλυτο πρόσωπο του Θεού.

Θεμέλιο της ζωής και της διδασκαλίας του ήταν η αποκάλυψη του Θεού, που ξεκινάει με το Σιναϊτικό «Εγώ ειμι ο ων»[1], και συμπληρώνεται με την έλευση του Χριστού και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Απέρριπτε τη φιλοσοφική μέθοδο προσεγγίσεως του Θεού, που στηρίζεται στην ανθρώπινη λογική και προβάλλει στη θεότητα ανθρώπινες κατηγορίες. Γι’ αυτό ήταν ξένος προς τους θεολογικούς ακροβατισμούς και τις ανθρωπολογικές τους συνέπειες, που αφθονούν στους νεώτερους θεολόγους.

Τα τρία πρόσωπα της Θεότητος, οι τρεις θείες υποστάσεις, δεν είναι ανούσιες παραστάσεις, αλλά υπαρκτοί φορείς της ουσίας τους. Τίποτε δεν υπάρχει έξω από την υπόσταση. Αυτή είναι η πρώτη και έσχατη αρχή που περιβάλλει τα πάντα. Έτσι δίκαια, νομίζω, μπορεί να χαρακτηρισθεί ο Γέροντας Σωφρόνιος ως θεολόγος της υποστατικής αρχής, η της αρχής του προσώπου. Η αρχή αυτή, που θεμελιώνεται στον Τριαδικό Θεό, καθιστά δυνατή και τη θέωση του ανθρώπου με το άνοιγμα της υποστάσεώς του προς τη θεία απειρότητα.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος ζούσε με την παρουσία του Θεού. Γι’ αυτό όμως ήταν και πολύ κοντά στον κάθε άνθρωπο. Όταν μιλούσες μαζί του, μπορούσες να είσαι βέβαιος ότι σε καταλαβαίνει καλύτερα από τον εαυτό σου· ότι μπορεί να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματά σου. Και αν συνέβαινε να μην απαντήσει σε κάτι, μπορούσες να ξέρεις ότι το σφάλμα βρισκόταν στην ερώτησή σου. Συνέβαινε ακόμα να ακούς πράγματα, που απορούσες γιατί σου τα λέει. Έπαιρνες όμως την απάντηση στην απορία σου αργότερα από τα ίδια τα πράγματα, από την εξέλιξη των γεγονότων η από την καλύτερη προσέγγιση και επίγνωση του εαυτού σου.

Στο πρόσωπο του Γέροντα έβλεπε κάποιος τον άνθρωπο του Θεού, τον «ζώντα μάρτυρα» της αυθεντικής θεογνωσίας[2]. Όπως οι άγιοι στην ιστορία της Εκκλησίας, έτσι και ο Γέροντας Σωφρόνιος ήταν το «σημείο του Θεού» για τη γενεά του[3]. Ο γραπτός, όπως και ο προφορικός λόγος του, έχει τη σφραγίδα της πατερικής γνησιότητας και ταυτόχρονα της άκρας επικαιρότητας.

Πολλοί ισχυρίζονται, και όχι αδικαιολόγητα, ότι γνωρίζουν εκ των προτέρων τις απαντήσεις των πνευματικών πατέρων τους στα ερωτήματά τους. Αυτό δεν ίσχυε για τον Γέροντα Σωφρόνιο. «Να ακολουθείτε τον Χριστόν αναβαίνοντα εις τον Γολγοθάν», έλεγε. Η γενική αλλά και ταυτόχρονα τόσο εξατομικευμένη αυτή προτροπή δίνει τον κανόνα για τη ζωή και τη συμπεριφορά του Χριστιανού. Μέτρο του ανθρώπου είναι ο Χριστός, «το άναρχο γεγονός του είναι». Δείκτης για τις ενέργειες του πιστού είναι η ζωή του Χριστού. Προϋπόθεση για την πνευματική προκοπή του η τήρηση των εντολών.

Έβλεπε τον άνθρωπο ως καθαρή δυνατότητα, που μπορεί βαθμηδόν κατά τη διάρκεια της ζωής να περιλάβει μέσα του ολόκληρο το θεανθρώπινο είναι. Ο οποιοσδήποτε αυτοπροσδιορισμός του ανθρώπου απέναντι στον Δημιουργό του, θετικός η αρνητικός, είναι υπόθεση της ελευθερίας του. Ο θετικός όμως αυτοπροσδιορισμός προϋποθέτει ορθή αντίληψη του προτύπου, ορθή θεωρία του Θεού, ορθόδοξο δόγμα.

Δόγμα και ήθος, πίστη και ζωή συνιστούσαν για τον Γέροντα ενιαία πραγματικότητα. Η αληθινή χριστιανική ζωή θεμελιώνεται στην ορθή αντίληψη για τον Χριστό και την Αγία Τριάδα. «Ολόκληρος η πορεία της εν Θεώ ζωής μου», γράφει, «ωδήγησεν εμέ εις την πεποίθησιν, ότι εκάστη παρέκκλισις της νοεράς ημών συνειδήσεως από της ορθής κατανοήσεως της αποκαλύψεως αντανακλά αναποφεύκτως επί των εκδηλώσεων του πνεύματος ημών εις την πράξιν της καθ’ ημέραν ημών υπάρξεως»[4].

Η εμπειρική βίωση της πίστεως τον οδήγησε στη διαμόρφωση αυτού που ο ίδιος ονόμαζε «δογματική συνείδηση». Η συνείδηση αυτή, που χαρακτηρίζει όλους τους αυθεντικούς Γέροντες, τους Στάρετς, τους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γίνεται ο απλανής οδηγός στην πίστη και τη ζωή των Χριστιανών.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος ζούσε την πατρότητα ως συμπόρευση. Τον προσέγγιζες ως πνευματικό πατέρα και τον έβλεπες δίπλα σου ως πιστό συνοδοιπόρο. Δεν ήθελε να καθοδηγεί, αλλά να συνοδοιπορεί. Και η συνοδοιπορία του ήταν η καλύτερη προσωπική καθοδήγηση. Κοντά του ένιωθες άνεση και ελευθερία. Με κάθε λόγο και κάθε πράξη του, με κάθε ενέργεια και εκδήλωσή του προσπαθούσε να σε τιμήσει και να σε στηρίξει· να σε κάνει να αισθάνεσαι πολύτιμο πρόσωπο με ξεχωριστή αξία. Και τα χαριτολογήματά του ακόμα κινούνταν προς αυτήν την κατεύθυνση. Κάποτε τον επισκέφθηκε νεαρός θεολόγος, που υπηρετούσε ως βοηθός καθηγητού Θεολογικής Σχολής. Αυτοσυστήθηκε ως βοηθός του καθηγητού του, και ο Γέροντας στην απάντησή του είπε: Εσύ είσαι βοηθός του καθηγητού σου και σε εσένα βοηθός ο Θεός.



[1] Εξοδ. 3,14.

[2] Πρβλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας 21993, σ. 167.

[3] Πρβλ. Αρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, Έσσεξ Αγγλίας 2000, σ. 352.

[4] Αρχιμ. Σωφρονίου, ό.π., σ. 14.

Η Ακαδημαϊκή Θεολογία κατά τον Αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο τού Έσσεξ Διπλωματική Μεταπτυχιακή εργασία π. Matthew Penney

 


 

Εικόνα: π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Δεύτερο Κεφάλαιο: Οι προϋποθέσεις τής χαρισματικής γνώσεως

B. Η άσκηση της Εκκλησίας

Ο ασκητισμός είναι η μεθοδολογία της Εκκλησίας δια της οποίας εκφράζονται τα πρακτικά βήματα, στα οποία βαδίζοντας ο πιστός ακολουθεί τη διαδικασία την οποία ακολούθησαν οι πριν από αυτόν και πέτυχαν την ένωση με τον Θεό. Αυτό εννοούμε όταν λέμε "επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσιν"· οφείλουμε να ακολουθήσου με όχι μόνο τις διδασκαλίες τους, αλλά και να μιμηθούμε τον τρόπο ζωής τους[101]. Από την πρακτική ενάσκηση των αρετών, υπό την καθοδήγηση ενός έμπειρου οδηγού, να καθαρθούμε, να οδηγηθούμε στο φωτισμό και τη θέωση όπως εκείνοι. [102]

Ωστόσο, όπως ο π. Ζαχαρίας (Ζάχαρος) επισημαίνει, «δεν υπάρχουν συνταγές» στην πνευματική ζωή[103]. Οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν τη γενική ασκητική πορεία με την οποία κάποιος επιτυγχάνει τη σωτηρία και την ένωση με τον Θεό. Ο Θεός ωστόσο, ως Υπόστασις-Πρόσωπον και ως εκ τούτου εκφραζόμενος εν απολύτω ελευθερία, δίνει αυτά τα δώρα στο δικό Του χρόνο και σύμφωνα με την κρίση Του. Ο Χριστιανικός ασκητισμός δεν είναι κάποιο είδος επιχειρηματικής συναλλαγής κατά την οποία ο άνθρωπος κάνει θυσίες προς τον Θεό, με σκοπό την αντιμισθία. Αντίθετα, όπως ο άγιος Μάξιμος διδάσκει, ο στόχος του ασκητισμού είναι ο εξαγνισμός της αγάπης μας. [104] Αν αντιληφθούμε τον ασκητισμό σε αυτή την προοπτική, καθίσταται απαραίτητος ως προετοιμασία για την πρόσωπο με Πρόσωπο συνάντηση του κτιστού με το άκτιστο στη βάση της θεωρίας του Θεού. [105]

Στον π. Σωφρόνιο ωστόσο η θυσιαστική πλευρά του ασκητισμού δεν είναι απούσα. Γράφει:

"Συχνάκις κατά την διάρκειαν της ζωής αυτών, ποιηταί και ζωγράφοι, συγγραφείς και μουσικοί, υπομένουν προθύμως πάσαν στέρησιν εξ αγάπης προς την τέχνην. Ούτως, και έτι πλέον, εκείνοι εις τους οποίους εδόθη το προνόμιον να ψαύσουν της ουρανίου φλογός υφίστανται μετά χαράς τα πάντα". [106]

Καθώς ένα πρόσωπο αγωνίζεται για την προσωπική γνώση του Θεού, η θυσία για την αγάπη απαιτείται[107]. Πρόκειται για μια κατανόηση του ασκητισμού για την οποία ο π. Νικόλαος (Σαχάρωφ) σημειώνει «Γι' αυτόν [π. Σωφρόνιο], η θεολογία πηγάζει από τη θεωρία και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋποθέτει ασκητική προετοιμασία»[108].

 

1. Η τήρηση των εντολών

Κατά τις τελευταίες στιγμές με τους μαθητές Του ο Χριστός, λίγο πριν την σταύρωση, τονίζει ποια θα είναι η απόδειξη της αγάπης τους προς Αυτόν: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάννης 14,15). Σε όλα τα γραπτά του π. Σωφρόνιου επισημαίνεται ότι η «θυσία της αγάπης» που απαιτείται από τον ασκητισμό είναι κυρίως η τήρηση των εντολών του Χριστού. [109] Ενδιαφέρον είναι το εξής χωρίο: «Δεν υπάρχει άλλη οδός προς τη γνώση αυτή [της βιωθείσας εμπειρίας] παρά η οδός της τηρήσεως όλων εκείνων τα οποία έθεσε ως εντολή ο Χριστός (βλέπε Ματθαίος κη' 20)». Η τήρηση των εντολών δεν είναι μόνο η σφραγίδα της πίστης στο Χριστό, ή η βασική προετοιμασία για την κοινωνία στο Είναι με τον Θεό. Πρωτίστως είναι η αυτοαποκάλυψη του Θεού.[110]  Ως εκ τούτου, οδηγούν τον άνθρωπο «στη μεθόριον» μεταξύ κτιστού και Ακτίστου:

"Αι εντολαί του Χριστού είναι κατά την ουσίαν αυτών αυτοαποκάλυψις Θεού· εκπεφρασμέναι δια γηΐνων λέξεων φαίνονται εις ημάς σχετικαί, αλλά θέτουν εκείνον, όστις τηρεί αυτάς, ως ώφειλεν, εις το μεθόριον μεταξύ του σχετικού και του απολύτου, του πεπερασμένου και του απείρου, του αιτιοκρατουμένου και του αυτεξουσίου".111

Σε αυτό το κατώφλι ο άνθρωπος δύναται να λάβει τη χαρισματική γνώση.112 Αυτό πραγματώνεται όχι εκ της λογικής του ανθρώπου αλλά εξαιτίας της ζωντανής μεταμόρφωσης ως το αποτέλεσμα της τήρησης των εντολών για τον πιστό. «Η πίστη … μάς καλεί στη γνώση των Θείων Μυστηρίων, όχι με τη χρήση της λογικής, αλλά με την παραμονή στις εντολές του Χριστού»113. Η προσωπικότητα του Αγίου Σιλουανού δίδει ένα πρωτότυπο παράδειγμα. Σύμφωνα με τον π. Σωφρόνιο:

"Δι' όλου του είναι αυτού ο Γέρων εμαρτύρει ότι η γνώσις των υψίστων πνευματικών αληθειών έγκειται εις την οδόν της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών και ουχί εις την "θύραθεν παιδείαν". Έζη εν τω Θεώ και άνωθεν[114] ελάμβανε τον φωτισμόν, η δε γνώσις αυτού δεν ήτο η αφηρημένη κατανόησις, αλλ' η υπαρκτική, τουτέστιν αυτή αύτη η ζωή". [115]

Καθίσταται σαφές ότι ο βασικός στόχος της ασκητικής ζωής, προϋπόθεση της χαρισματικής γνώσης, είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού. Ο π. Σωφρόνιος το αντιλαμβάνεται αυτό ως γενική αρχή κάθε ασκητικής και γενικότερα εκκλησιαστικής πρακτικής. Στη συνέχεια θα αναλύσουμε τις ιδιαίτερες πτυχές ασκητικής πράξης που ο π. Σωφρόνιος προσδιορίζει.

 

2. Μνήμη θανάτου και φόβος του Θεού

Την αφόρμηση στην ανάλυσή μας από τη μνήμη θανάτου και τον φόβο του Θεού θα τη λάβουμε από τη σειρά, που ακολουθεί ο π. Σωφρόνιος, στο βιβλίο του Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί. Ορίζει τη μνήμη θανάτου:

"Είναι ιδιαιτέρα τις κατάστασις κατά την οποίαν η αιωνιότης κρούει την θύραν της καρδίας του διαμένοντος εν τω σκότει της αμαρτίας ανθρώπου. Τότε το Πνεύμα του Θεού μη γνωστόν εισέτι, ανεξιχνίαστον και κρυπτόμενον, μεταδίδει εις το πνεύμα του ανθρώπου την δυσερμήνευτον θεώρησιν του περιβάλλοντος κόσμου: Άπαν το κτιστόν είναι, εσφραγισμένον απ' αρχής δια της φθοράς, παρουσιάζεται άνευ νοήματος, βεβυθισμένον εις τον γνόφον του θανάτου". [116]

Σκοπός αυτής της κατάστασης είναι να αποσπάσει τον άνθρωπο από τον εφήμερο κτιστό κόσμο καθώς και να αφαιρέσει τις ψευδείς και παράλογες φαντασιώσεις του για τη σταθερότητα - μονιμότητα της φυσικής δημιουργίας. Αυτό αναγκάζει τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο την ανυπαρξία, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει απ' αυτήν[117]. Είτε ζει κανείς μια ώρα είτε χίλια έτη ο άνθρωπος που διακατέχεται από τη χάρη της μνήμης του θανάτου αντικρίζει μόνο την ανυπαρξία, που βρίσκεται αναπόφευκτα μπροστά του. Δίπλα στην αιωνιότητα, το εφήμερο ακόμη και χιλιάδων ετών ανθρώπινης ζωής μοιάζει μοναχά σα μια ανάσα. Προκειμένου για τον άνθρωπο που προσκολλάται τόσο μανιωδώς στη αυτοδιαφύλαξή του μετά την πτώση του Αδάμ για να απελευθερωθεί από τα δεσμά του και να ανοίξει τα μάτια του στην αιωνιότητα, ο Θεός δίνει τη χάρη της μνήμης του θανάτου118.

Εάν η μνήμη του θανάτου διδάσκει στον άνθρωπο να βλέπει μέσα στο χρόνο και την αιωνιότητα, να αντιλαμβάνεται τον κτιστό κόσμο και τη θέση του μέσα σε αυτόν ρεαλιστικά, ο φόβος Θεού καθαρίζει από τις αυταπάτες του μεταβλητού και επαναπροσδιορίζει οντολογικώς τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο π. Σωφρόνιος λέει ότι το πιο σημαντικό είδος φόβου του Θεού είναι «της "φρίκης" να αποδειχθώμεν ανάξιοι του Θεού»119. Αυτό μπορεί να φαίνεται απλό ή ακόμα και παιδαριώδες, αλλά προξενεί τέτοια αλλαγή στην ψυχή του ανθρώπου που ο ίδιος πλέον δεν ανησυχεί για τις επίγειες έγνοιες ούτε μεριμνά για την απόκτηση δόξας από τον συνάνθρωπό του120. Συνέπεια αυτής της συνειδητοποίησης είναι η είσοδος του ανθρώπου στην οδό προς την σοφία (Ψαλμ 111, 10), όπου βιώνει την κατάσταση της κάθαρσης που του επιτρέπει να αντικρίσει τόσο το θάνατο που επέφερε η αμαρτία του όσο και την πλήρη αγιότητα και τελειότητα του Θεού. Αληθινός φόβος Θεού, όπως και πραγματική μνήμη του θανάτου, είναι η χαρισματική εμπειρία της χάριτος, απαραίτητη για τον άνθρωπο να προσεγγίσει τον Τριαδικό Θεό:

Ο φόβος ούτος κατέρχεται εφ' ημάς Άνωθεν. Είναι πνευματική αίσθησις προ παντός του Θεού, ύστερον δε και ημών των ιδίων. Ζώμεν εν καταστάσει φόβου ένεκα της ζώσης παρουσίας του Ζώντος Θεού, έχοντες εν ταυτώ συνείδησιν της ρυπαρότητος ημών… άνευ της καθαρτικής αυτού ενεργείας [του φόβου Θεού] δεν θα αποκαλυφθή εις ημάς η οδός προς την τελείαν αγάπην του Θεού. 121

Το πρώτο στάδιο της πορείας του ανθρώπου προς τον Θεό είναι η αποκόλληση από τον κόσμο και την φανταστική ενατένιση της υπάρξεώς του, δια μέσου της μνήμης του θανάτου και του φόβου του Θεού.

 

3. Μετάνοια

Η μετάνοια είναι μία από τις πλέον σημαντικές πτυχές του ασκητισμού, αν όχι η σημαντικότερη, και θεμέλιό του. 122 Ο π. Σωφρόνιος γράφει στον Δαβίδ Μπάλφουρ ότι μετάνοια είναι «αληθινά η μόνη ορθή αρχή και βάση της πνευματικής ζωής… »123. Αποτελεί, μαζί με την πίστη, μία από τις κυριότερες προϋποθέσεις για τη Θεογνωσία, καθώς, «δια της χάριτος της μετανοίας…., η Αλήθεια εν τη πρωταρχική αυτής αγιότητι μεταδίδεται εις ημάς ως ζωή του Ιδίου του Θεού»124.

O π. Σωφρόνιος δίνει μια εξαιρετική περιγραφή της μετάνοιας:

"Η μετάνοια είναι το Θείον θαύμα δια την αποκατάστασιν ημών μετά την πτώσιν. Η μετάνοια είναι έκχυσις θείας εμπνεύσεως εφ' ημάς, δυνάμει της οποίας ανυψούμεθα προς τον Θεόν, τον Πατέρα ημών, ίνα ζήσωμεν αιωνίως εν τω φωτί της αγάπης αυτού. Δια της μετανοίας συντελείται η θέωσις ημών. Τούτο είναι γεγονός ασυλλήπτου μεγαλείου". 125

Ωστόσο ο άνθρωπος προτού να είναι σε θέση να ανέβει προς τον Θεό, βιώνει μια κατάσταση που παρομοιάζεται με τη κόλαση126, μετά την πτώση του διαστρεβλωμένου εαυτού του, και κατά τη διάρκεια του αγώνα να αποκατασταθεί. Και πάλι όμως βιώνει την κόλαση της αγάπης του Θεού και του πλησίον του, δηλαδή, νοιώθει ανάξιος της κενωτικής αγάπης του Θεού: «Καταυγασθέντες κατ' αρχάς υπό του Φωτός, καθοδηγηθέντες υπό της χειρός του Θεού εις νέαν, άγνωστον μέχρι τότε, και "υψηλήν" οδόν, συναντώμεν δύο μεγαλειώδεις βαθμίδας: Το όνομα της μιας είναι "Άδης μετανοίας", της άλλης δε "Άδης αγάπης"»127.

Η πορευτική διαδικασία δια της μετάνοιας εξηγείται πιο συγκεκριμένα από τον π. Σωφρόνιο.

"Εν τη αρχή της μετανοίας επικρατεί θλίψις, συντόμως όμως διαπιστούμεν ότι διεισδύει εντός ημών ενέργεια νέας ζωής, επιφέρουσα θαυμαστήν αλλοίωσιν του νου. Αυτή καθ' εαυτήν η κίνησις προς μετάνοιαν εμφανίζεται ως ανεύρεσις του Θεού της αγάπης. Ενώπιον του πνεύματος ημών διαγράφεται ευκρινέστερον η απεριγράπτως μεγαλοπρεπής εικών του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου. Ατενίζοντες εις το κάλλος τούτο ανακαλύπτομεν οποίαν φοβεράν διαστροφήν υπέστη εν ημίν η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού περί ημών… Η χάρις της μετανοίας αποκαλύπτει εν ημίν την εικόνα του Υιού του Πατρός. Ω, πόσον οδυνηρά είναι η πορεία αυτή!128

Το σημαντικό αγαθό στην πορεία της μετάνοιας είναι ότι επαναφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να λάβει το άκτιστο Φως129. Αυτό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αποκαλύπτει την ανάγκη ο άνθρωπος να πορευτεί εντός της προσωπικής κοινωνίας στο Είναι και της Θεογνωσίας. Η οπτασία του φωτός πάντα προηγείται, «η άσκησις της μετανοίας, η καθαίρουσα ημας από των παθών»130. Κατόπιν δίδεται ως δώρο στον άνθρωπο η είσοδος στα μυστήρια του Θεού: «Ουχί άλλως, ει μη δια μετανοίας αφομοιούμεν υπαρκτικώς την Αποκάλυψιν, τίνι τρόπω συνελήφθη ο άνθρωπος εν τη προαιωνίω Βουλή του Τριαδικού Θεού προ καταβολής κόσμου»131. Επίσης, όπως σημειώσαμε, με τη μνήμη του θανάτου και το φόβο Θεού, η μετάνοια οδηγεί στο «μεθόριον» μεταξύ [132] Ακτίστου και κτιστού, όπου κάποιος δύναται να βιώσει υπαρξιακά μια «πρόγευσιν της Θείας παγκοσμιότητος»[133]. Η ανάγκη μετάνοιας ως της θεμελιώδους πτυχής του ασκητισμού, για τη είσοδο στη Θεογνωσία, είναι προφανής: «Η οδός προς την αγίαν θεωρίαν διέρχεται δια της μετανοίας»[134]. Καρπός της μετάνοιας είναι τα δάκρυα.

 

4. Δάκρυα

Τα δάκρυα ο π. Σωφρόνιος τα διακρίνει σε δύο κατηγορίες τα ψυχολογικά και τα πνευματικά. Τα πρώτα είναι μία φυσική κατάσταση του ανθρώπου οφειλόμενα στο συναίσθημα ή την περίσταση. Όταν προέρχονται από παροδικά γεγονότα, όπως είναι η κοινωνική ανέλιξη και καταξίωση, ο πλούτος, η υγεία, κ.λπ., χαρακτηρίζονται ως ντροπιαστικά. Αντίθετα, τα πνευματικά δάκρυα είναι ο καρπός εμπειρίας του Ακτίστου Θεού και ένα δώρο της θείας χάρης. [135] Επιπλέον, συντηρούν την ένταση στη μετάνοια. Τα πνευματικά δάκρυα δεν είναι μία παθητική κατάσταση, αλλά καλλιεργούνται ενεργά. Αποτελούν μία δυναμική έκφραση του ασκητισμού. Αυτή η θεώρηση τους δίδει πρωτεύοντα σημασία στη ζωή του Χριστιανού. «Είναι αφελής όστις νομίζει ότι είναι δυνατόν να ακολουθήση τα ίχνη του Χριστού άνευ δακρύων»[136], και «οι ασκητικοί πατέρες… επιμένουν εις το απαραίτητον των πνευματικών δακρύων, άνευ των οποίων δεν απαλύνεται η εκ των παθών πεπωρωμένη καρδία, η ανίκανος να αγαπήση δια της ευαγγελικής αγάπης»[137]. Αυτή η τολμηρή, θα λέγαμε, δήλωση είναι άκρως περιεκτική από πολλές απόψεις για τη γενιά μας για δύο τουλάχιστον λόγους: α') ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί ντροπιαστική την εκδήλωση δια δακρύων για οποιοδήποτε λόγο και β') η απουσία τους αποκαλύπτει τη σκληροκαρδία του σύγχρονου Χριστιανού, η οποία πραγματικά εκπληρώνεται στα λόγια του Χριστού ότι «δια το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη των πολλών» (Ματθαίος 24,12).

Ο άνθρωπος, ο οποίος βιώνει τη χάρη των δακρύων μαζί με τη μνήμη του θανάτου και τη μετάνοια, είναι σε θέση να αντιμετωπίσει το βάρος της αμαρτίας ξεκινώντας τον αγιαστικό αγώνα της κάθαρσης από τα πάθη. Κατά την παράδοση της Εκκλησίας αυτό διατυπώνεται συχνά ως το «δεύτερο βάπτισμα». Στα γραπτά του π. Σωφρόνιου σχετίζεται κυρίως με την κάθαρση που προηγείται της υπαρξιακής κοινωνίας και του φωτισμού από τον Θεό: «Η ψυχή εν τω εντατικώ κλαυθμώ δι' εαυτήν, κατά την δωρεάν του Πνεύματος του Αγίου, εισάγεται οντολογικώς εις την ουσίαν της αμαρτίας η μών… Τούτο δεν είναι φιλοσοφικός στοχασμός, ούτε διανοητική θεολογία. Είναι δεδομένον του είναι ημών…»[138]. Βιώνεται ως αυτό που ο π. Σωφρόνιος αποκαλεί "κατάσταση" στο Είναι, η οποία έρχεται σε αντιπαράθεση με το φιλοσοφική στοχασμό. «Τι συμβαίνει όμως εις τον άνθρωπον, όστις προσφέρει την μετάνοιαν αυτού μετά κλαυθμού; Ζη την Αλήθειαν ουχί ως καρπόν των διαλογισμών αυτού, αλλ' ως κατάστασιν του πνεύματος αυτού, δοθείσαν εις αυτόν υπό του Πνεύματος του Θεού»[139]. Το αποτέλεσμα είναι ο άνθρωπος να οδηγείται μέσω των δακρύων της μετάνοιας στα δάκρυα της αγάπης, να φτάσει στο κατώφλι της υπαρξιακής γνώσης των μυστηρίων του Θεού: «Ο κλαυθμός εξ αγάπης… Διαρρηγνύει τον στενόν κλοιόν της γηΐνης υπάρξεως, εισάγον εις ουρανίους σφαίρας…»[140]. Το αποτέλεσμα των πνευματικών δακρύων και του πένθους είναι ίδια με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω: προδιαθέτουν και προετοιμάζουν τον άνθρωπο για τη χαρισματική γνώση.

 

5. Ταπείνωση 

Το απόσπασμα που θα παραθέσουμε θα καταδείξει τη θέση που κατέχει η ταπείνωση στην ασκητική διδασκαλία κατά τον π. Σωφρόνιο: «… Οι Χριστιανοί ασκητές συγκεντρώνουν όλες τις δυνάμεις τους, στην προσπάθεια να αποκτήσουν την ταπείνωση εκείνη που ελκύει τη χάρη του Θεού»[141]. Αλλού, για τον Άγιο Σιλουανό, ο π. Σωφρόνιος γράφει, «από του νυν εγνώρισεν εν αληθείς ότι όλος ο αγών οφείλει να κατευθύνηται προς απόκτησιν της ταπεινώσεως»[142]. Είναι σαφές ότι ο π. Σωφρόνιος θεωρεί την ταπείνωση ως ένα ακόμη βασικό θεμέλιο της ασκητικής ζωής και της ζωής της Ορθοδόξου πίστεως γενικότερα.

Εξηγώντας τη μεταμορφωτική δύναμη της ταπείνωσης στη ζωή του ανθρώπου και του κόσμου, ο γέροντας χρησιμοποιεί το παράδειγμα της πυραμίδας. Στην βάση της τοποθετεί το πλήθος των ανθρώπων και της κοινωνίας που καταπιέζονται υπό την κοινωνική ανισότητα, που συντηρείται από την εξουσία και τον πλούτο των κοσμικών ηγεμόνων οι οποίοι καταλαμβάνουν την κορυφή της πυραμίδας. Με την ενσάρκωση του Θεού Λόγου και την πλήρη ταπείνωσή και αυταπάρνησή Του, ερχόμενος ως υπηρέτης όλων έτοιμος να πεθάνει για όλους, η πυραμίδα αντιστρέφεται, «ανεστραμμένης»[143] όπως ο π. Σωφρόνιος την περιγράφει. Αυτή η «ανεστραμμένη πυραμίδα» γίνεται το νέο μοντέλο ύπαρξης. Αυτός που είναι πρώτος, καλείται να γίνει ο έσχατος. Αυτός που θέλει να είναι σπουδαίος πρέπει να γίνει υπηρέτης όλων (Ματθ 20, 16, Μάρκος 8, 35). Η πρακτική της ταπείνωσης αποκτά μέγιστη σημασία καθώς αποτελεί ευαγγελική πρόσταγή. «Η θέωσις ημών τελείται εν άκρα θεοειδή ταπεινώσει»[144].

Ωστόσο, όπως και με τις άλλες πτυχές της ασκητισμού, η ταπείνωση αποτελεί μια απαραίτητη προϋπόθεση για την βίωση της χαρισματικής γνώσης. Ο π. Ζαχαρίας στα γραπτά του για την θεολογία του π. Σωφρόνιου σημειώνει τα εξής: «όταν η ταπεινή αγάπη του Χριστού εισδύσει στην καρδιά, φωτίζει το νου και εμπνέει διπλή θεωρία», και «θα λέγαμε ότι η πληρωματική αυτή γνώση της αρπαγής διέρχεται διαμέσου του Άδη της Θεοεγκαταλείψεως, οπότε ο άνθρωπος ταπεινώνεται μέχρι τέλους»145. Πρόκειται για τη θεοειδή γνώση που αυξάνει διαρκώς για τον άνθρωπο, ο οποίος μένει εντός των πλαισίων της ταπείνωσης. 146

 

6. Προσευχή

Άλλη σημαντική πτυχή της ασκητικής ζωής του Χριστιανού είναι η προσευχή. Χωρίς την προσευχή ο άνθρωπος δε μπορεί να επιτύχει την τελειότητα. Είναι η βασικότερη προϋπόθεση για την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Απόστολος Παύλος τονίζει «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Θεσσ. Α΄ 5, 17). Ομοίως αποτελεί τη βάση της χαρισματικής γνώσης. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα στα γραπτά του π. Σωφρόνιου που μαρτυρούν το μεγαλείο της προσευχής και την αναγκαιότητα της για τη Θεογνωσία. Γράφει, λόγου χάρη:

"Απ' όλα τα πλησιάσματα προς τον Θεό το καλύτερο είναι η προσευχή, που σε τελευταία ανάλυση είναι το μόνο μέσον. Στην πράξη της προσευχής η ανθρώπινη διάνοια βρίσκει την ευγενέστερη έκφρασή της. Η πνευματική κατάσταση του επιστήμονα που ερευνά, του καλλιτέχνη που δημιουργεί έργα τέχνης, του διανοητή που φιλοσοφεί, ακόμα και του επαγγελματία θεολόγου που προβάλλει τις θεωρίες του, ολ' αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν με τα πνευματικά βιώματα ενός ανθρώπου της προσευχής που έρχεται πρόσωπο με Πρόσωπο με τον ζωντανό Θεό". 147

Οι άνθρωποι, που δεν προσεύχονται, δεν μπορούν να καταλάβουν την πνευματική σφαίρα που αποκαλύπτεται στο πνεύμα του ανθρώπου μέσω της [148] προσευχής[149]. «Η προσευχή (ενν. Του Χριστιανού) αυτού γίνεται ως αστραπή διασχίζουσα ακαριαίως την οικουμένην απ' άκρου εις άκρον… Η εμπειρία του είδους αυτού [που γεννιέται από αυτήν την προσευχή] αποκαλύπτει εν βραχυτάτη χρονική στιγμή τοιαύτας σφαίρας του Είναι… »[150]. Επιπλέον, είναι «φυσικόν εις την προσευχήν να διαπερνά τους αχανείς χώρους του κοσμικού είναι»[151], διότι, όπως διευκρινίζει ο π. Σωφρόνιος, όταν το Άγιο Πνεύμα αυξάνει την κατανόησή μας, η προσευχή παίρνει κοσμικές διαστάσεις[152]. Το αποτέλεσμα αυτού είναι ότι «[ε]ν παρομοίω προσευχή ο νους ημών περικλείεται εν τω Νοί του Θεού και δέχεται την κατανόησιν πραγμάτων δια τρόπου όστις είναι αδύνατον να εκφρασθή καταλλήλως δια της καθ' ημέραν ημών γλώσσης»[153]. Με την προσευχή εισαγόμαστε στην όντως ύπαρξη και όχι με τη φιλοσοφία ή την φαντασία. [154] Με τον τρόπο αυτό ο πιστός είναι σε θέση «να αφομοιώση την αποκαλυφθεlσαν εις ημάς άναρχον Αλήθειαν»[155].

Η προσευχή αυτού του είδους συνοδεύεται πολλές φορές από οπτασία του Ακτίστου Φωτός[156], η οποία χαρίζει την κατανόηση[157]. Θα μπορούσε να συγκριθεί με τη γνώση ενός τυφλού αν ξαφνικά ήταν σε θέση να αντικρίσει τον κόσμο για την πρώτη φορά. Δεν θα μπορούσε να επεξεργασθεί όλες τις λεπτομέρειες αυτής της καινούριας γνώσης, του χρώματος, του σχήματος, του μεγέθους, της αρμονίας, που ενοποιεί για να παρέχει το νέο όραμα ενώπιόν του. Απλώς θα βίωνε το νέο θέαμα ως άμεση γνώση, κάτι που του ήταν εντελώς αδύνατο προηγουμένως. Κατά τον ίδιο τρόπο η κατάσταση της ζωής του Χριστού μεταδίδεται στον άνθρωπο δια της προσευχής ώστε να κάνει τα πρώτα του βήματα για να γίνει μια πραγματική υπόσταση, ένας πραγματικός άνθρωπος:

"Κατά την υπερτάτην εφικτήν εις την φύσιν ημών έντασιν προσευχής, όταν ο ίδιος ο Θεός προσεύχηται εν ημίν, δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη πάσης εικόνος. Τότε η ανθρωπίνη υπόστασις προσεύχεται προς τον Άναρχον όντως πρόσωπον προς Πρόσωπον. Εν τη συναντήσει ταύτη μετά του Υποστατικού Θεού ενεργοποιείται εν ημίν εκείνο, όπερ εν αρχή υπήρχε μόνον δυνάμει, η υπόστασις". [158]

Με την προσευχή επιτυγχάνεται η αιώνια πραγματικότητα. Είναι εμφανές ότι η προσευχή συνδέεται με τις προαναφερθείσες πτυχές της ασκητισμού.

Πάνω απ' όλα τα είδη προσευχής ο π. Σωφρόνιος έχει κατά νου κυρίως μια μορφή· την ησυχαστική ή καθαρή προσευχή. Σημειώνει: «Η θεωρία είναι υπόθεση όχι λεκτικών τύπων αλλά ζωντανής πείρας· στην καθαρή προσευχή ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα φαίνονται στην συνυποστατική τους ενότητα»159. Εάν η καθαρή προσευχή προσφέρει εμπειρικά την οπτασία περί της Αγίας Τριάδος, πώς μπορεί να εκτιμηθεί η σημασία της ησυχαστικής προσευχής ως θεμελιώδους προϋπόθεσης της χαρισματικής γνώσης; Η ίδια η φύση της προσευχής μέσα από την βίωση της μετάνοιας διεισδύει στη σφαίρα πέρα από την ανθρώπινη σοφία160.

Ο π. Σωφρόνιος περιγράφει τη διαδικασία αυτή με τα εξής λόγια:

"Ο νους παύει να διασκορπίζεται: Γίνεται όλος προσοχή. Η καρδία δε έρχεται εις κατάστασιν, την οποίαν δυσκόλως δυνάμεθα να περιγράψωμεν. Είναι αυτή πλήρης φόβου, αλλά ευλαβούς φόβου, ζωοποιού. Τότε ο άνθρωπος αναπνέει μετά συστολής: Ο Θεός οράται και εντός και εκτός· πληροί τα πάντα". 161 162

Ο καρπός της εμπειρίας αυτής, της καθαρή προσευχής, δίνει στον ασκητή την αυθεντική θεωρία[163]. Ελευθερώνει τον άνθρωπο από το «της γοητείας των "φασμάτων της αληθείας"» η οποία με πολύ ευκολία μολύνει τον διασκορπισμένο ανθρώπινο νου[164]. Από την χωρίς εικόνες προσευχή φτάνει κανείς στην αυθεντική θεολογία. Αυτό επιβεβαιώνεται στην περιγραφή της φράσης του Αγίου Σιλουανού (και άλλων Αγίων Πατέρων) από τον π. Σωφρόνιο: «Εάν είσαι θεολόγος, προσεύχεσαι καθαρώς. Εάν προσεύχεσαι καθαρώς, τότε είσαι θεολόγος»[165]. Η αναγκαιότητα της προσευχής, και ιδιαίτερα της καθαρής προσευχής, ως ασκητική προϋπόθεση της χαρισματικής γνώσης δεν θα μπορούσε να καταστεί σαφέστερη[166].

 

7. Αγάπη

Το τελευταίο γνώρισμα της ασκητικής ζωής είναι η αγάπη. Για τον π. Σωφρόνιο, «το ύστατον τέλος της Χριστιανικής ασκήσεως είναι η απόκτησις της αγάπης ταύτης»[167]. Ο Ν. Κόϊος σχολιάζοντας αυτήν την πτυχή της θεολογίας του γέροντα γράφει: «Η μετοχή στην θεία αγάπη ταυτίζεται με την Γνώση του Θεού. Το σύνολο των ασκητικών αγώνων έχει ως στόχο την μετοχή σε αυτήν την αγάπη»[168]. Η κοινωνία με τον Θεό εν τη αγάπη συνιστά την όντως Θεογνωσία και βιώνεται ως Θεογνωσία. Περαιτέρω ο γέροντας διευκρινίζει το "πώς;” της αποκτήσης αυτής της προσωπικής, υπαρξιακής κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό στο Είναι. Είναι στην φύση της αγάπης να ενώνει, να ενώνει το αντικείμενο της αγάπης με αυτόν που το αγαπά. Η αγάπη, ευρισκόμενη στο επίκεντρο των εντολών του ευαγγελίου[169] (Α΄ Ιωάν. δ΄ 8), παρέχει τις οντολογικές προϋποθέσεις της θείας επιγνώσεως:

Όταν όμως γίνεται λόγος για την αυθεντική γνώση του Θείου κόσμου, τότε είναι απαραίτητο να συγκαταβεί ο Θεός ως την υπαρκτική ένωση μαζί μας. Η εντολή "αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ισχύος σου" (Μάρκος 12,30) είναι η οδός προς τη γνώση αυτή, γιατί είναι χαρακτηριστικό στην αγάπη να ενώνεται στην ίδια την πράξη της ζωής. [170]

Αυτός ο "δρόμος προς τη γνώση" εξελίσσεται από θεία αγάπη σε γνώση του Θεού και στη συνέχεια στην αυτογνωσία. [171] Το περιεχόμενο αυτής της αγάπης γίνεται επίγνωση της θεωρίας του Θεού, θείο φως, θεία αγάπη. «Η κατάστασις της θέας είναι το φως της αγάπης του Θεού, και τη επενεργεία της αγάπης αυτής γεννώνται εν τη ψυχή νέα αισθήματα και νέαι σκέψεις περί Θεού και κόσμου»[172]. Από αυτήν οδηγείται κανείς «εις αβύσσους και ύψη απρόσιτα εις οιονδήποτε άλλον άνθρωπον… Ρίπτει αυτόν πολλάκις εις απερίγραπτον απειρότητα».

«Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α΄ Ιωάν. δ'4: 19). Σύμφωνα με τον π. Σωφρόνιο το μοντέλο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου απεικονίζει τη διαδικασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος γίνεται κοινωνός της αγάπης και της γνώσης του Θεού: «Όταν το Πνεύμα το Άγιον μεταδίδη εις η μας την αγάπην του Χριστού "αγαπάτε τους εχθρούς υμών", τότε ο νους - πνεύμα ηδύνεται υπό της Αληθείας της αγάπης ταύτης… [Γ]νωρίζομεν δι' όλης της υπάρξεως ημών ότι αυτή είναι η αιώνιος Αλήθεια»[173]. Από εκεί και πέρα στην καρδιά του πιστού γεννάται η αγάπη, και εκεί «θεωρεί το Είναι εν τω Φωτί της Θείας Αγάπης»174.

Είναι επίσης αξιομνημόνευτο ότι για τον π. Σωφρόνιο τα τελικά κριτήρια του βαθμού και της ακρίβειας στη Θεογνωσία είναι η αγάπη και κυρίως αυτή που εκφράζεται προς τον εχθρό. Παραθέτει ο γέροντας τα λόγια του Αγίου Σιλουανού: «Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός έλεγεν: "Όστις δεν αγαπά τους εχθρούς, ούτος δεν εγνώρισεν εισέτι τον Θεόν ως οφείλει να γνωρίζη Αυτόν"»175.

Ο π. Ζαχαρίας συνοψίζει: «Κατ' αυτόν τον τρόπο η αγάπη προς τους εχθρούς αποβαίνει το απλανές κριτήριο της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος και της αληθινής θεοκοινωνίας σε δύο επίπεδα: α) στο προσωπικό επίπεδο και β) στο εκκλησιολογικό η δογματικό επίπεδο»176.

Κλείνοντας θα καταθέσουμε την αιτιολόγηση γιατί τόσο συχνά ο π. Σωφρόνιος αναφέρεται στην αγάπη:

"Επαναλαμβάνομεν συνεχώς την λέξιν "Αγάπη", αλλ' εν αυτή περικλείεται οντολογικώς και η υπερκόσμιος σοφία, και το άπειρον εν τη ιδιαζούση αυτώ άκρα ταπεινώσει μεγαλείον, το τα πάντα υπερέχον κάλλος, και η βαθεία ειρήνη. Επισκεπτόμενος ο Θεός τον άνθρωπον, δι' αυτού τούτου του γεγονότος, καθιστά αυτόν κοινωνόν του απεριγράπτου δι' ανθρωπίνων λόγων Είναι αυτού. 177

Καθίσταται σαφής η αναγκαιότητα της πίστης στο Χριστό και της ζωντανής έκφρασής της, δηλαδή της ασκητικής ζωής της Εκκλησίας, ως προϋπόθεση για χαρισματική γνώση. Στο επόμενο κεφάλαιο θα εξετάσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της πίστης ως της υπέρτατης έκφρασης της αρθρωτής χαρισματικής γνώσης· τα δόγματα της Εκκλησίας. Αυτό είναι απαραίτητο για να κατανοήσουμε την διάκριση της γνώσης σε χαρισματική και φιλοσοφική, καθώς και τις επιπτώσεις της, σύμφωνα με την άποψη του π. Σωφρονίου, περί της ακαδημαϊκής θεολογίας. 178

 

Σημειώσεις:


101. Βλέπε Νικολάου Γ. Κόϊου, Θεολογία και εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, σελ. 71.

102. Ο π. Σωφρόνιος απέφυγε τη χρήση όρων όπως κάθαρσις, φωτισμός και θέωσις. Ανταυτού προτιμά να κάνει λόγο για τις περιόδους της επίσκεψης και της εγκατάλειψης της χάριτος. Αναλυτικότερα βλέπε, Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), The Enlargement of the Heart: "Be ye also enlarged" (2 Corinthians 6:13) in the Theology of Saint Silouan the Athonite and Elder Sophrony of Essex, South Caanan, Pa, 2006, σελ. 53-54. Παράβαλλε Το βιβλίο του ιδίου, Remember Thy First Love (Revelation 2:4-5): The Three Stages of the Spiritual Life in the Theology of Elder Sophrony, South Caanan, Pa, 2010.

103. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), The Enlargement of the Heart, σελ. 135, 189, του ιδίου, The Hidden Man of the Heart (1 Peter 3:4): The Cultivation of the Heart in Orthodox Christian Anthropology, South Caanan, Pa, 2008, σελ. 36, 60, 63, και του ιδίου, Remember Thy First Love, σελ. 402, 414.

104. π. Andrew Louth, Maximos the Confessor, London, 1996, σελ. 38-41. Παράβαλλε Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Επίψαυσις αιωνιότητος. Η γοητεία της ζωγραφικής και η ατελεύτητος δημιουργία της προσευχής», σελ. 390, «άσκηση της αγάπης».

105. Ο π. Σωφρόνιος αποδεικνύει ότι η αγάπη ως ένα θετικό χαρακτηριστικό του Ορθόδοξου ασκητισμού διαφοροποιείται από αυτήν του δυτικού Χριστιανισμού ή της μη Χριστιανικής Ανατολής: «Όπου δεν υπάρχει αγάπη, εκεί δεν υπάρχουν δάκρυα, έστω και εάν ο ασκητικός αγών λαμβάνει ακραίαν μορφήν: εντατικόν διαλογισμόν, παρατεταμένην νηστείαν, αυστηράς συνθήκας ζωής εν απομονώσει εκ του λοιπού κόσμου. Πολλά τοιαύτα παραδείγματα συναντώμεν και εις … Χριστιανικήν Δύσιν και εις την μη Χριστιανικήν Ανατολήν», Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 82(53). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου ασκητισμού και του μη Χριστιανικού ασκητισμού της Ανατολής, βλ: Περί προσευχής, σελ. 189(169).

106. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 141(90), και σελ. 273(177).

107. Βλέπε Ιερομον. Νικολάου Σαχάρωφ, Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 36-37(26).

108. Ιερομον. Νικολάου Σαχάρωφ, Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 78(57), και σελ. 84(62): «Έτσι, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την ασκητική πρακτική ως τη ζώσα προετοιμασία για την αναδοχή της θεογνωσίας, η επίτευξη της οποίας αποτελεί προϋπόθεση της αληθούς θεολογίας. »

109. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 206(84), «Ο Κύριος Ιησούς είναι η απόλυτος οντολογική Αλήθεια. Δεν είναι δυνατόν να γνωρίση τις την Αλήθειαν ταύτην άλλως, ει μη ακολουθών την μέθοδον την οποίαν Αυτός ο ίδιος συνέστησεν: "Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω Εμώ, αληθώς μαθηταί Μου εστε, και γνώσεσθε την αλήθειαν…" (Ιωάννης 8,31)». Παράβαλλε άσκηση και θεωρία, σελ. 117.

110. Άσκηση και θεωρία, σελ. 124-25. Βλέπε Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 339(215), Άσκηση και θεωρία, σελ. 17, Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 96(71), Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η μετοχή στην ενέργεια του Θεού ως όρος πραγματώσεως της υποστατικής αρχής στον άνθρωπο», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2008, σελ. 250.

111. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η Σημασία του δόγματος στους διαλόγους, σελ. 13, «Για να γίνει όμως ο άνθρωπος μέτοχος της άκτιστης δόξας "εν αισθήσει", οφείλει να τηρεί όλες τις εντολές του Θεού, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό πρακτικώς την αγάπη του προς τον Θεό. Τήρηση των εντολών σημαίνει απόλυτη συμφωνία μεταξύ μας, αφού τότε έχουμε ένα και το αυτό φρόνημα, που είναι το φρόνημα του Θεού, όπως εκφράζεται στο θέλημά του. Με τον πρακτικό αυτό τρόπο γινόμαστε ένα Πνεύμα με τον Θεό, "το έν φρονούντες"».

112. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 112(72), 233(149), 403-4 (228-29). Παράβαλλε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 233, «Ο ίδιος ο Χριστός έθεσε ως προϋπόθεση της θεοφάνειας και θεοπτίας, αλλά και της ενοίκησης του Τριαδικού Θεού στον άνθρωπο, την αγαπητική πράξη της τηρήσεως των εντολών του Θεού».

113. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 233, «Η πράξη, που συνδέεται άρρηκτα με την σωματική άσκηση και την κάθαρση των παθών, είναι το θεμέλιο της θεωρίας θεοπτίας, και με τον τρόπο αυτό γίνεται ο θεοδίδακτος τρόπος του απλανώς θεολογείν».

114. Άσκηση και θεωρία, σελ. 118. Παράβαλλε Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 32. Στη σελ. 34 σημειώνει: «Όταν ο πιστός πορεύεται την οδό των εντολών του Χριστού, τότε ό,τιδήποτε ακατανόητο για την λογική μας, γίνεται με την Χάρη του Θεού κατανοητό, διότι δεν υπάρχει πια μέρος για το σκοτάδι, αφού το Φως το αληθινό φωτίζει την διάνοια και την άγνοιά μας… ».

115. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 139(110).

116. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 156(99). Παράβαλλε Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 66-67 και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 112(87).

117. Για ένα ενδιαφέρον άρθρο για την σχέση της μνήμης θανάτου και της σημασίας του κτίστου κόσμου, βλέπε Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Επίψαυσις αιωνιότητος. Η γοητεία της ζωγραφικής και η ατελεύτητος δημιουργία της προσευχής», σελ. 369-390.

118. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 24(16).

119. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 114(75).

120. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 29(19).

121. Βλέπε Περί Πνεύματος και Ζωής, σελ. 81(59).

122. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 33, 34(21,22). Παράβαλλε Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 121, 98 και Περί προσευχής, σελ. 80(54-55).

123. Βλέπε Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 33-34(25).

124. Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 70.

125. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 404(229). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), «Το άκτιστο φως στη ζωή και τη διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός. Σελ. 297: «Η δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση είναι η μετάνοια. ». Παράβαλλε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 232. «Η χαρισματική θεολογία μπορεί να παρέχεται αυθεντικά μόνον από όσους πέρασαν στη θεοπτία ή το λιγότερο από όσους ανήκουν στη βαθμίδα της καθάρσεως από τα πάθη».

126. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 46(30). Παράβαλλε Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η μετοχή στην ενέργεια του Θεού ως όρος πραγματώσεως της υποστατικής αρχής στον άνθρωπο», σελ. 249.

127. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 54(35). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 241-42(179).

128. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 54-55(35-36).

129. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 71(46), 60(39). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 64(49).

130. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 94(60), «Δια του θρήνου της μετανοίας αποκαθίσταται η εκ της αμαρτίας αποκτανθείσα ικανότης ημών να προσλάβωμεν το εκ του Θεού… Εκπορευόμενον Άκτιστον Φως». Παράβαλλε Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 36(26), Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 265-66(195) και Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 37.

131. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 259(168).

132. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 66-67(43). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 84(62).

133. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 138(88).

134. Περί προσευχής, σελ. 161(148). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 79(59) και Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 84(61-62).

135. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 75(49), 77(50), 85(55).

136. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 76(49).

137. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 85(55). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 116, 117(84), «Τα δάκρυα που γεννά το βαθύ αυτό κλάμα της μετάνοιας… Είναι και η πιο κατάλληλη προετοιμασία και προδιάθεση του πνεύματος του ανθρώπου, για να καταξιωθεί του Ακτίστου Φωτός». Παράβαλλε όπου πριν, σελ. 118-19(87).

138. Περί προσευχής, σελ. 247(114, 115).

139. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 404(229) και σελ. 404(229), «Η "κατάστασις" αυτή είναι γεγονός του Είναι, εκ του οποίου και αυτή αύτη η σκέψις ημών συλλαμβάνει δια του ιδιάζοντος εις αυτήν τρόπου την έννοιαν της Αληθείας».

140. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 83(54). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 113(84).

141. Το μυστήριο της Χριστιανικής ζωής, σελ. 225.

142. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 52(43).

143. Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 72-74 (54­55) και Γεωργίου Γαλίτη, «Ο παλαιός και ο καινός Αδάμ στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2008.

144. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 103(67).

145. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 77(58).

146. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 168(123)

147. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 121(79).

148. Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 75.

149. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 121(78-79).

150. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 157(100).

151. Περί προσευχής, σελ. 109(71).

152. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 182(113).

153. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 401-2(227). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 325(242).

154. Περί προσευχής, σελ. 72(49).

155. Περί προσευχής, σελ. 250(117).

156. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 140(134) & 151 -52(143), Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 270(175): «Αι εμφανίσεις του Ακτίστου Φωτός δεν είναι τοσούτον σπάνιαι, ως τινες νομίζουν».

157. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 267(173).

158. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 301(195). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 66(50).

159. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 93(59).

160. Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 36.

161. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 156(146), Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 85(62), Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 29, και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 34-35(25-26).

162. Περί προσευχής, σελ 169(154). Βλέπε Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 65(48), 81(59).

163. Βλέπε Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 184(143).

164. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 49(32), Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου),Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 227(168).

165. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 178(138). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 326(242).

166. Ο π. Σωφρόνιος προειδοποιεί όσους επιδιώκουν τη γνώση του Θεού μέσα στον κόσμο της ακαδημαϊκής θεολογίας: «Η καθαρή προσευχή δε δίνεται σε όσους μελετούν πολύ. Υπό την έννοια αυτή, η οδός της θεολογικής επιστήμης δεν είναι καθόλου αποτελεσματική, και σπάνια οδηγεί στην καθαρά προσευχή,», Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 55(40). Αντίθετα είναι καλύτερα κάποιος να επικεντρώνει την ακαδημαϊκή του καριέρα στην αύξηση της πίστης και της γνώσης που προέρχεται απ' αυτήν και να επιμελείται δια αυτής της πίστης την εντονότερη βίωση της ασκητικής ζωής.

167. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 79(52).

168. Νικολάου Γ. Κόϊου, Θεολογία και εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, σελ. 61. Βλέπε Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 59: «Προικισμένος με αγάπη, ο άνθρωπος αισθάνεται συνδεδεμένος με τον αγαπημένο του Θεό. Με αυτό το σύνδεσμο γνωρίζει τον Θεό, και έτσι αγάπη και γνώση γίνονται μια ενέργεια». Παράβαλλε άσκηση και θεωρία, σελ. 131, Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 34 και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 170(124).

169. Βλέπε άσκηση και θεωρία, σελ. 117, «Ο Θεός είναι Αγάπη, και δεν είναι δυνατόν να γνωρισθεί και να θεωρηθεί παρά μόνο με την αγάπη και μέσα στην αγάπη». Παράβαλλε Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 71 και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 347(258).

170. Το μυστήριο της Χριστιανικής ζωής, σελ. 202. Βλέπε όπου πριν, σελ. 205, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 91(58), 321(206), Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 59, και Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 63(45).

171. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 66(43).

172. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 192(149).

173. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 81(53). Παράβαλλε Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), «Ο μοναχικός βίος κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο Θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, σελ. 95.

174. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 411-412(234). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 75(56): «Η αγάπη δεν είναι φυσικό ιδίωμα του "ψυχικού" ανθρώπου, αλλά το οντολογικό περιεχόμενο της μακαρίας Ζωής των θείων υποστάσεων».

175. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 273(177). Βλέπε όπου πριν, σελ. 306(198).

176. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 411(233).

177. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 348(259).

178. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 80(52).