Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Α’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ Π. ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΕΣΣΕΧ




Η προσευχή της μετανοίας ενώπιον του Υψίστου συνιστά τον πλέον ενδόμυχον χώρον του πνεύματος ημών. Εκ τούτου γεννάται η επιθυμία να παραμείνωμεν κεκρυμμένοι είς τι μέρος, υπό την γην, ούτως ώστε ουδείς να βλέπη ή να ακούη ημάς, αλλά το παν να διαμείβηται μόνον μεταξύ του Θεού και της ψυχής.
Εκ της πικράς μου πείρας πολλάκις εδιδάχθην ότι είναι απαραίτητον να αποφεύγωμεν και αυτήν εισέτι την επιστροφήν προς ημάς αυτούς, άλλως αποβαίνωμεν θύματα του πνεύματος της κενοδοξίας ή της αυταρεσκείας. Δια }011} τας κινήσεις αυτάς της καρδίας ημών υφιστάμεθα την υπό του Θεού εγκατάλειψιν. }012}
Αι εμπειρίαι μου δεν αφωμοιούντο παρευθύς υπό του λογικού μου. Παρήλθον δεκαετίαι, πριν ή λάβουν αύται μορφήν δογματικής συνειδήσεως. Προ της υπό του Θεού επισκέψεως, αναγινώσκων το Ευαγγέλιον ή τας επιστολάς των Αποστόλων, δεν κατενόουν αληθώς οποία οντολογική πραγματικότης εγκρύπτεται εντός εκάστου λόγου της Αγίας Γραφής. Αυτή αύτη η ζωή κατέδειξεν εις εμέ ότι άνευ της ζώσης πείρας του Θεού και της συναντήσεως μετά των αρχών και κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευμάτων της πονηρίας «εν τοις επουρανίους», μόνη η διανοητική μάθησις δεν οδηγεί προς την οντολογικήν έννοιαν της πίστεως ημών: την γνώσιν του Θεού του ποιήσαντος πάντα τα όντα· «γνώσιν» εννοουμένην ως είσοδον εις αυτήν ταύτην την Ενέργειαν της Αυτού Αιωνιότητος:
Κατόπιν των Άνωθεν επισκέψεων ανεγίνωσκον το Ευαγγέλιον μετά νέας, εν συγκρίσει προς το παρελθόν, συνειδήσεως. Βαθέως και ευγνωμόνως έχαιρον ανακαλύπτων εν αυτώ την επιβεβαίωσιν }013} της προσωπικής μου εμπειρίας. (ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ) Αι θαυμασταί αύται συμπτώσεις των ουσιωδεστέρων στιγμών της περί του Θεού συνειδήσεώς μου μετά των δεδομένων της Αποκαλύψεως της Καινής Διαθήκης υπήρξαν απείρως πολύτιμοι δια την ψυχήν μου. Ήσαν δι’ εμέ δώρον του Ουρανού: Ο Θεός ο Ίδιος προσηύχετο εντός εμού. Ταυτοχρόνως όμως έζων το γεγονός τούτο ως «προσωπικήν» μου κατάστασιν.
Εβαπτίσθην … εναπετέθη εις άπαντα τα μέλη του σώματος μου «σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου». Δεν είναι άραγε η «Σφραγίς» αύτη, ήτις διέσωσεν εμέ από των παραπλανήσεών μου εις άλλοτρίας οδούς; Δεν είναι μήπως αύτη η αιτία των πολλών «θαυμαστών συμπτώσεων» των βιωμάτων μου προς το πνεύμα της Ευαγγελικής Αποκαλύψεως;
… εκάστη παρέκκλισις της νοεράς ημών συνειδήσεως από της ορθής κατανοήσεως της αποκαλύψεως αντανακλά αναποφεύκτως επί των εκδηλώσεων του πνεύματος ημών εις την πράξιν της καθ’ ημέραν ημών υπάρξεως. Άλλαις λέξεσιν: Η αληθώς δικαία ζωή προϋποθέτει ορθήν αντίληψιν περί του Θεού, περί της Αγίας Τριάδος. }014}


Α’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


… είς τινας εξ εκείνων των καταστάσεων οδύνης και απογνώσεως, αίτινες βραδύτερον απεδείχθησαν δι’ εμέ αιτία πολυτίμου γνώσεως και πηγή δυνάμεων δια την επιτέλεσιν του αγώνος, εις όν πάντες ημείς εκλήθημεν. Όσα έπασχον τότε εχαράχθησαν επί του σώματος της ζωής μου, ως χαράσσεται η πέτρα υπό της σμίλης, και τούτο παρέχει εις εμέ την δυνατότητα να ομιλώ περί εκείνου, όπερ εποίησε μετ’ εμού η δεξιά του Θεού. }015}
… ΠΡΩΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1914-1918} … εάν δια της αυθαιρεσίας διεστραμμένων τινών εξουσιαστών δημιουργούνται παρόμοιαι καταστάσεις, πού ευρίσκεται το νόημα της εμφανίσεως ημών εν τω κόσμω τούτω; }016}
Είμαι άραγε αιώνιος, … ή μήπως πάντες ημείς θα καταλήξωμεν εις το σκότος της ανυπαρξίας; Το ερώτημα τούτο, ενώ πρότερον ήτο ήσυχος μελέτη του νου, ταχέως απέβη καυστόν ως άμορφος μάζα πεπυρακτωμένου μετάλλου. Παράδοξον αίσθημα εσκήνωσεν εν τη βαθεία καρδία: η ματαιότης πασών των επί γης κτήσεων.
Εξωτερικώς, εν τούτοις, διετήρουν την ηρεμίαν μου. Συχνάκις εγέλων ευθύμως και έζων ως πάντες εν γένει ζουν. Δι’ ενός ειρηνικού τρόπου εν τη καρδία μου ετελείτο τι, και ο νους, απεκδυόμενος παντός πράγματος, συνήγε την προσοχήν αυτού εις τα έσω.
… Εάν όντως αποθνήσκω, τουτέστι βυθίζωμαι }017} εις το «μηδέν», τότε και πάντες οι άλλοι, οι όμοιοι προς εμέ άνθρωποι, αφανίζονται ωσαύτως ολοσχερώς. Επομένως, τα πάντα είναι ματαιότης· δεν εδόθη εις ημάς αυθεντική ζωή. Τα παγκόσμια γεγονότα ουδέν άλλο είναι, ει μη κακός τις εμπαιγμός του ανθρώπου.
… Εντός μου και μετ’ εμού απέθνησκε παν ό,τι συνέλαβεν η συνείδησίς μου: οι πλησίον μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη αυτών, όλη η εξέλιξις της ιστορίας, σύμπασα η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρον διάστημα· έτι δε και ο Ποιητής του κόσμου, και Αυτός απέθνησκεν εντός εμού· ολόκληρον εν γένει το είναι κατεβροχθίζετο υπό του σκότους της λήθης. Ούτως εξελάμβανον τότε τον θάνατόν μου.
Η αιώνια λήθη ως κατάσβεσις του φωτός της συνειδήσεως, εβύθιζεν εμέ εις την φρίκην. Η κατάστασις αύτη συνέτριβεν εμέ· εκυρίευεν εμού παρά την θέλησίν μου. }018}
Η μνήμη του θανάτου, αυξανομένη βαθμηδόν απέκτησε τοιαύτην έντασιν ώστε εθεώρουν τον κόσμον, ολόκληρον το σύμπαν, ως ένα αντικατοπτρισμόν, πάντοτε έτοιμον να εξαφανισθή εις την αιώνιον άβυσσον του μηδενός.
Εάν ο άνθρωπος δύναται να πάσχη τοσούτον βαθέως, τότε είναι μέγας ως προς την φύσιν αυτού. Το γεγονός ότι δια του θανάτου αυτού αποθνήσκει όλος ο κόσμος, έτι δε και ο Θεός, είναι δυνατόν μόνον, εάν αυτός ο άνθρωπος καθ’ εαυτόν, υπό τινα έννοιαν, είναι το κέντρον του σύμπαντος. }019}
… πολλάκις επειράσθην υπό φρικτών λογισμών οργής κατά του Πλαστουργού μου. Καταπεπονημένος εκ της αδυναμίας μου να κατανοήσω τα εν εμοί διαδραματιζόμενα, κατηρχόμην εις πάλην μετά του Θεού. Εθεώρουν Αυτόν ως Εχθρικόν Δυνάστην, …
… όλοι οι άνθρωποι έχουν μίαν και την αυτήν οντολογικήν ρίζαν … }021}
… Ήτο σκληρός ο τρόπος, αλλ’ απεκάλυψεν εις εμέ ορίζοντας άλλου Είναι. … }022}
… η αιωνιότης … κατ’ εκείνον τον καιρόν ίστατο ενώπιον μου δια της «αρνητικής» αυτής όψεως: Ο θάνατος περιέβαλλε το παν.
… Έβλεπον τους ανθρώπους … υπό το κράτος του θανάτου, αποθνήσκοντας, και η καρδία μου επληρούτο ευσπλαχνίας προς αυτούς. Δεν επεθύμουν ούτε δόξαν εκ των «θνητών», ούτε εξουσίαν επ’ αυτών· δεν ανέμενον την αγάπην αυτών. Κατεφρόνουν τον υλικόν }024} πλούτον και δεν εξετίμων ιδιαιτέρως την διανόησιν … Εάν προσέφερον εις εμέ αιώνας ευδαίμονος ζωής, δεν θα εδεχόμην αυτούς. Το πνεύμα μου απήτει αιωνίαν ζωήν …
… ουδαμού υπήρχεν άλλη διέξοδος, ει μη εν τη αναγεννηθείση εν εμοί προσευχή· προσευχή προς τον Άγνωστον εισέτι, μάλλον Επιλελησμένον υπ’ εμού. Πυρίνη προσευχή περιέπτυξεν εμέ εις τους κόλπους αυτής και εν τη ροή πολλών ετών δεν εγκατέλειπεν εμέ ούτε εν εγρηγόρσει ούτε καθ’ ύπνον. Το μαρτύριόν μου ήτο παρατεταμένον. Έφθασα μέχρις εξαντλήσεως όλων των δυνάμεων μου, ότε, εντελώς απροσδοκήτως δι’ εμέ, λεπτόν τι ως ραφίς διεπέρασε το πάχος του μολυβδίνου τείχους και, δια της δημιουργηθείσης τριχοειδούς σχισμής, εισέδυσεν ακτίς Φωτός.
… Η μνήμη του θανάτου είναι ιδιαιτέρα κατάστασις του πνεύματος ημών, εντελώς διάφορος της φυσικής γνώσεως ότι ημέραν τινά θα αποθάνωμεν. Η θαυμαστή αύτη μνήμη εξάγει το πνεύμα ημών εκ της γηίνης έλξεως. }025}
… Το γεγονός ότι αύτη (Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ) επιτρέπει εις ημάς να ζήσωμεν τον θάνατον ημών ως το τέλος πάσης της κτίσεως, επαληθεύει την δοθείσαν ημίν αποκάλυψιν, κατά την οποίαν ο άνθρωπος είναι εικών του Θεού, και ως τοιούτος είναι ικανός να περιλάβη εν εαυτώ και τον Θεόν και τον κτιστόν κόσμον. Και τούτο αποτελεί ωσαύτως την αρχήν της συγκεκριμενοποιήσεως εν ημίν της υποστατικής αρχής. }026}


Β’ ΠΕΡΙ ΦΟΒΟΥ ΘΕΟΥ


Υπάρχουν πολλοί βαθμοί και μορφαί φόβου του Θεού, αλλ’ ημείς νυν θα ομιλήσωμεν περί μιας εξ αυτών, της πλέον ουσιώδους δια την σωτηρίαν ημών· της «φρίκης» να αποδειχθώμεν ανάξιοι του Θεού, του αποκαλυφθέντος εις ημάς εν τω ανεσπέρω Φωτί. Όσοι διακατέχονται υπό του αγίου τούτου φόβου, ελευθερούνται από παντός άλλου γηίνου φόβου. }029}
Οι αναχωρηταί πενθούν επί τω θεάματι της εντός αυτών ζοφώδους αβύσσου: Είναι βαθείαι αι ρίζαι της «γνώσεως του κακού» (ΕΠΑΡΣΗΣ) και είναι αδύνατον να αποσπασθούν αύται δια μόνης της δυνάμεως ημών.
Εκ της αγάπης του Θεού γεννάται η αγία παρρησία. Ούτω, μικρά τις ομάς Αποστόλων, πρότερον μεν ολιγοψυχούντων, μετά δε την κάθοδον του Αγίου Πνεύματος πεπληρωμένων ανδρείας, εξήλθεν εις πνευματικήν πάλην προς άπαντα τον λοιπόν κόσμον. … Απόστολος Ανδρέας: «Εάν εφοβούμην τον σταυρόν, δεν θα εκήρυττον αυτόν». }030}
Όσοι ζουν εν σαρκική ανέσει ατροφούν πνευματικώς και παραμένουν κλειστοί εις την αγάπην του Χριστού, την θεοπρεπώς περιπτυσσομένην τον κόσμον. Οι τοιούτοι ζουν και αποθνήσκουν μη δυνάμενοι να ανυψώσουν το πνεύμα αυτών εις τον ουρανόν. … Πάντες οι πορευόμενοι δια της οδού των εντολών του Χριστού αναγεννώνται εξ αυτού του γεγονότος ότι ακολουθούν Αυτόν, ο είς πλείον, οι άλλοι ολιγώτερον, αναλόγως του επιδεικνυομένου ζήλου αυτών. Δια της σταυρώσεως του πιστού μετά του σαρκωθέντος Θεού-Λόγου κατέρχεται επ’ αυτόν η χάρις, η εξομοιούσα τον άνθρωπον προς τον Θεάνθρωπον. Το μέγα τούτο δώρον περικλείει εντός αυτού την ζωηφόρον Θεολογίαν, δια της αληθούς διαμονής εν τω Φωτί της αγάπης.
Η χάρις της μετανοίας παρέχεται εις εκείνους, οίτινες δι’ ολοκληρωτικής πίστεως αποδέχονται τον λόγον του Χριστού, Όστις λέγει ότι, εάν δεν πιστεύσωμεν εις την Θεότητα Αυτού και την απόλυτον αλήθειαν παντός εντελλομένου υπ’ Αυτού, το μυστήριον της αμαρτίας δεν θα αποκαλυφθή εις ημάς εν τω οντολογικώ αυτού βάθει, και ημείς «αποθανούμεθα εν ταις αμαρτίαις ημών».
Η αμαρτία είναι πάντοτε έγκλημα κατά της αγάπης του Πατρός. Εκδηλούται ως απομάκρυνσις από του Θεού και ως στροφή της θελήσεως }031} ημών προς τα πάθη. Η μετάνοια συνδέεται πάντοτε μετά της εγκρατείας από των αμαρτωλών έλξεων. Και εκτός του Χριστιανισμού διεξάγεται αγών κατά τινων παθών … Εφ΄ όσον όμως απουσιάζει η επίγνωσις της βαθυτέρας ουσίας της αμαρτίας, ήτοι της υπερηφανίας, και εφ’ όσον η ρίζα αύτη του κακού παραμένει ακατάβλητος η τραγικότης της ιστορίας δεν θα παύση να αυξάνη.
Οι Άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι μόνη η ταπείνωσις δύναται να σώση τον άνθρωπον, και ότι μόνη η υπερηφανία είναι ικανή να κρημνίση αυτόν εις το σκότος του άδου. Η δε νίκη εφ’ όλου του συμπλέγματος των παθών μαρτυρεί την απόκτησιν της θεοειδούς ζωής. Πάντα τα πάθη ενδύονται αναποφεύκτως μορφήν τινα ορατήν, ή νοητήν-φαντασιώδη. Το πνεύμα του χριστιανού, ευρισκόμενον εν φλογερά προσευχή μετανοίας, απεκδύεται τας εικόνας των ορατών πραγμάτων και τας λογικάς εννοίας. (ΜΗΔΕΝ-ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ) Η απέκδυσις του νου από πασών των οπτικών και νοερών παραστάσεων καλλιεργείται και εις άλλας ασκητικάς παραδόσεις. Παρά ταύτα, εν αυτώ τούτω τω «γνόφω της απεκδύσεως» η ψυχή δεν θα συναντήση τον Ζώντα Θεόν, εάν η προσευχή τελήται άνευ της οφειλομένης συνειδήσεως της αμαρτίας και της ειλικρινούς μετανοίας.
Εκ της μεγάλης θλίψεως δια τον απολεσθέντα Θεόν η ψυχή, φυσικώ τω τρόπω, απογυμνούται από των υλικών και νοερών εικόνων, και ο νους-πνεύμα προσεγγίζει εκείνο το όριον, πέραν του οποίου είναι δυνατόν να φανή το Φως. Αλλά και τούτο το όριον δύναται να παραμείνη απρόσβατον, εάν ο νους επιστρέψη εις εαυτόν. Δεν αποκλείονται }032} περιπτώσεις κατά τας οποίας ο νους, εν τη προς εαυτόν στροφή, ορά εαυτόν όμοιον προς φως. Είναι σημαντικόν να γνωρίσωμεν ότι το φως τούτο είναι φυσικόν ιδίωμα του νοός ημών, εφ’ όσον ούτος εκτίσθη κατ’ εικόνα Θεού, του αποκαλυφθέντος εις ημάς ως Φως «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία». Ούτω συντελείται η μετάβασις προς άλλην μορφήν νοήσεως, προς άλλο είδος συνέσεως, ανωτέρας της επιστημονικής εμπειρικής γνώσεως. Το πνεύμα ημών εν τη ορμή της μετανοίας, απεκδυόμενον παν παρερχόμενον, εποπτεύει ως εξ υψηλής τινος κορυφής τον σχετικόν και συμβατικόν χαρακτήρα πάσης ανθρωπίνης γνώσεως. … Ο Θεός γνωρίζεται εν αληθεία είτε ως πυρ καθαίρον, είτε ως Φως καταυγάζον.
Τοιαύτη είναι η ενέργεια του φόβου τούτου (ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ): Θέτει ημάς ενώπιον του Προσώπου του Θεού, ίνα κριθώμεν υπ’ Αυτού· αλλ’ η πτώσις ημών είναι τοιαύτη, ώστε η θλίψις δια την κατάστασιν ημών γίνεται βαθεία οδύνη, βαρυτέρα της βασάνου του οράν εαυτούς εν τη σκοτία της αγνοίας, εν τη παραλυσία της αναισθησίας ή εν τη δουλεία των παθών. Ο φόβος ούτος είναι η ανάνηψις ημών εκ του μακραίωνος ύπνου της αμαρτίας. … Άνευ της καθαρτικής αυτού }033}  ενεργείας δεν θα αποκαλυφθή εις ημάς η οδός προς την τελείαν αγάπην του Θεού. Δεν είναι ούτο μόνον η αρχή της σοφίας, αλλά και της αγάπης. }034}

Γ’ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ


… η ζώσα αύτη γνώσις ηλευθέρωσεν ημάς από του παραλογισμού της διανοητικής πτήσεως προς το Υπερπροσωπικόν Απόλυτον, την Καθαράν Ύπαρξιν, την υπερβαίνουσαν πάντα τα όντα, ήτις κατ’ ουσίαν αποτελεί το μη είναι. }038}
Οι Πατέρες λέγουν ότι η συναίσθησις της αμαρτίας ημών είναι μέγα δώρον του Ουρανού, μεγαλύτερον και της οράσεως αγγέλων. }040}
Εις τον άνθρωπον, ως πρόσωπον μη ετεραρχούμενον, ως πνεύμα πεπροικισμένον δια της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού, δυνάμεθα να διακρίνωμέν τι το απόλυτον, το «θεοειδές», το μη επιδεόμενον, θα έλεγε τις, άλλου Θεού. Δύναται ο άνθρωπος να θεωρήση εαυτόν ως όντα εκ του ιδίου γένους, έτι δε και εκ της αυτής ουσίας του πρωταρχικού Είναι, και ως εκ τούτου να αποφασίση την πράξιν της αυτοθεώσεως ως επιστροφήν εις το πρωταρχικόν αυτού είναι.
Πάντοτε είναι δυνατόν να υψωθή ενώπιον ημών το επιχείρημα, ότι δήθεν η από παντός σχετικού εν τω κοσμικώ είναι απέκδυσις δεν είναι εισέτι ικανοποιητική· ότι εν τη εφέσι ημών προς την τελειότητα οφείλομεν να υπερβώμεν την εν ημίν υποστατικήν αρχήν ως πρόσκαιρον μορφήν υπάρξεως, εισάγουσαν περιορισμούς εις πάσας τας εκδηλώσεις ημών. Εν ενί λόγω, ότι πρέπει να φθάσωμεν εκουσίως εις την διάλυσιν ή την νέκρωσιν της ανθρωπίνης υποστάσεως εν τω ανονομάστω ωκεανώ του Καθαρού Είναι, του Υπερ-προσωπικού Απολύτου. }041}
«Εγώ ειμί ο Ών». Το Είναι είμαι Εγώ. Ο Θεός, ο Απόλυτος Δεσπότης όλων των αστρικών κόσμων, είναι προσωπικός. Εγώ ειμί. }043}
Η μακραίων πείρα των αγίων ασκητών κατέδειξε δι’ ακαταμαχήτου αξιοπιστίας ότι η υπερηφανία είναι το κύριον πρόσκομμα δια τον φωτισμόν ημών υπό του Αγίου Πνεύματος. … Η ταπείνωσις του Θεού είναι ασύλληπτος, απόλυτος, και εν αυτή δεν υπάρχει στοιχείόν τι συγκρίσεως προς ο,τιδήποτε. Αποτελεί αύτη κατηγόρημα της Θείας αγάπης, της παρεχομένης άνευ μέτρου. }045}
Η υπερηφανία είναι εκείνο το «σκότος το εξώτερον», εν τω οποίω διαμένων ο άνθρωπος αποχωρίζεται από του Θεού της αγάπης. … Η σωτηρία εξ αυτού του άδου είναι δυνατή μόνον δια της μετανοίας.
Η υπερηφανία είναι η ζοφώδης εκείνη άβυσσος εν τη οποία εβυθίσθη ο άνθρωπος δια της πτώσεως. Υποκύψας εις αυτήν εκουσίως, κατέστη πνευματικώς τυφλός και ανίκανος να διακρίνη την παρουσίαν αυτής εις τας κινήσεις της καρδίας και του νοός. Μόνον το συγκαταβαίνον εις ημάς δια της πίστεως εις την θεότητα του Ιησού Χριστού άκτιστον Φως παρέχει την δυνατότητα να διακρίνωμεν την μεταφυσικήν ουσίαν της υπερηφανίας. Η χάρις του Αγίου Πνεύματος φωτίζει την καρδίαν του ανθρώπου και ανακαλύπτει ούτος εν εαυτώ την παρουσίαν ενός κακοήθους όγκου, }046} όστις επιφέρει θάνατον.
Ο υπερήφανος –και ο πλέον διανοητικός πεπροικισμένος- θα παραμένη πάντοτε εκτός της τα πάντα περιπτυσσομένης αγάπης του Χριστού. Εν τω παραδείσω ο άνθρωπος, μεμεθυσμένος εκ της θανατηφόρου ηδονής της εωσφορικής αυτο-θεώσεως, εγένετο παράφρων και δέσμιος του άδου. Εστραμμένος προς εαυτόν ως προς κέντρον, θάττον ή βράδιον θα προσκρούση εις το καταθλιπτικόν κενόν, εκ του οποίου εκάλεσεν ημάς ο Δημιουργός εις την ζωήν.
Αναρίθμητοι είναι αι μορφαί εμφανίσεως της υπερηφανίας, αλλ’ άπασαι αλλοιώνουν την εικόνα του Θεού εν τω ανθρώπω. }047}
Το νόημα της υπό του Θεού εγκαταλείψεως είναι να καταδείξη ότι είμεθα εισέτι ανώριμοι· ότι η οδός δεν έχει εισέτι διανυθή έως τέλους· ότι οφείλομεν να διέλθωμεν δι’ αγώνος πληρεστέρας κενώσεως, να πίωμεν έως τέλους το ποτήριον, όπερ Εκείνος έπιε.
Ο επιρρεπής εις την φαντασίαν νους είναι ακατάληλος δια την θεολογίαν. }048}
Η προσευχή δια καθαρού νοός είναι φαινόμενον σπάνιον. Η προσέγγισις εις αυτήν συντελείται προ παντός δια της βαθείας θλίψεως του πνεύματος ημών, το οποίον συνειδητοποιεί τον χωρισμόν από του Θεού ως στέρησιν υπ’ ουδενός αναπληρουμένην. Η λύπη αύτη ομοιάζει προς αγωνίαν· η εξ αυτής οδύνη είναι οξυτέρα μαχαίρας.
Δια τοιαύτης προσευχής θεραπεύεται το πνεύμα ημών από της γοητείας των «φαντασμάτων της αληθείας», από του πλήθους των εν τω σκότει της αγνοίας δυσδιακρίτων έλξεων. }049}
… είδον την διανοητικήν μου ενέργειαν ομοίαν προς φως, ουχί ισχυρόν. Το φως τούτο ευρίσκετο εντός της κρανιακής κοιλότητος και πέριξ αυτής· η καρδία όμως δεν συμμετείχεν εις αυτό, ζώσα κεχωρισμένως από του εγκεφάλου. }050}
Αφ’ ής στιγμής εδόθη εις εμέ η χάρις της μετανοίας, ησθάνθην εαυτόν εν τω άδη. Όσον και εάν είναι οδυνηρά κατά καιρούς η οδός αύτη, εν τούτοις, δια τα πεπτωκότα τέκνα του Αδάμ δεν υπάρχει άλλη, ήτις οδηγεί εις τας θύρας της Θείας Αιωνιότητος.  … Εδιδάχθην να αποφεύγω την στομφώδη γλώσσαν. }054}
Ελάχιστοι εκ των ανθρώπων θα γνωρίσουν θα γνωρίσουν τον άδην τούτον (της αγάπης προς τον πλησίον), διότι μικρά είναι η εν ημίν αγάπη προς τον πλησίον, τουτέστι προς πάντα συν-άνθρωπον, προς άπαν το απ’ αιώνος πλήρος των ανθρώπων. Η Θεία Αγάπη του Χριστού κενούται ακριβώς εν τη διακονία προς πάσαν την ανθρωπότητα, από του Αδάμ έως και του εσχάτου, όστις μέλλει να γεννηθή εκ γυναικός. Τέθηκε την ψυχήν Αυτού υπέρ φίλων και εχθρών.
Η σάρξ πάντοτε καλύπτει ημάς διά τινος πέπλου ατελείας και }055} αγνοίας.
… Έμενον άναυδος. Προσηυχόμην δια των αλαλήτων στεναγμών της καρδίας μου.
… Το πνεύμα μου εισήρχετο τότε εις τινα νοεράν σφαίραν, τα όρια της οποίας έμενον απρόσιτα, ίσως και επειδή δεν υπάρχουν όρια. Εν τη πνευματική αυτή αβύσσω η ψυχή μου εζήτει μόνον τον Θεόν. Ήμην μόνος: Δεν υπήρχον «εκεί» μετ’ εμού ούτε αντικείμενα, ούτε άλλου είδους προσωπική ύπαρξις.
Να ονομάσω άρα γε την προσευχήν ταύτην «καθαράν», επειδή το πνεύμα μου απεξεδύετο παν κτιστόν; }058}
Άπασα η επίγειος ημών ζωή, από της γεννήσεως μέχρι και της τελευταίας αναπνοής, θα φανή εν τη υστάτη αυτής τελειώσει ως ενιαία τις άχρονος πράξις. Θα είναι δυνατόν να ίδωμεν το περιεχόμενον και την ποιότητα αυτής εν ριπή οφθαλμού. Αναλογισθήτε καθαρόν τι σκεύος ιδεώδους κρυστάλλου, πλήρες ύδατος. Ευθύς εξ αρχής δυνάμεθα να είπωμεν, εάν το ύδωρ είναι διαυγές ή ουχί, και μέχρι τίνος βαθμού. … Εκάστη κίνησις, και η πλέον παροδική, της καρδίας ή του νοός αφίνει ίχνος τι επί του όλου σώματος της ζωής ημών. … έστω ότι … εισέβαλεν εις την καρδίαν μου πονηρός τις λογισμός … Και η μοναδική αύτη σκέψις θα παραμείνη ως μελανή τις κηλίς επί του συνόλου της ζωής μου, εάν δεν αποβάλω αυτήν δια της μετανοίας και αυτομεμψίας. }059}
       Δια της ειλικρινούς μετανοίας και της αποφασιστικής αυτοκατακρίσεως ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων καθαίρεται ο έσω άνθρωπος, και το ύδωρ εν τω σκεύει, διελθόν δια του πνευματικού φίλτρου της μετανοίας, αποκαθίσταται εν τη καθαρότητι αυτού.
Και πού είναι η εγγύησις, ότι η στιγμιαία επαφή μετά του πονηρού λογισμού δεν θα μετατραπή εις αιωνιότητα;
… εάν μάζα τις δεχθή επαρκώς ισχυράν ώθησιν, δύναται –θεωρητικώς- εκφυγούσα την σφαίραν έλξεως της γης να κινήται αενάως μετά μεγάλης ταχύτητος εις τα αχανή κοσμικά διαστήματα. Δεν θα συμβή άρα γε το αυτό και εις την ψυχήν; Ελκυσθείσα αύτη υπό της Θείας αγάπης, εγκαταλιπούσα το σώμα, θα πορεύηται προς τον Θεόν· ή και αντιθέτως: Απωθήσασα αύτη τον Θεόν, θα βυθίζηται «εις το σκότος το εξώτερον», εις τας ατελευτήτους βασάνους της εναντίας προς την αγάπην καταστάσεως. }060}
Η άμεσος αντιπαράθεσις προς τους πονηρούς, ή έστω και ματαίους λογισμούς, δεν είναι πάντοτε η καταλληλοτέρα μέθοδος υπερνικήσεως αυτών. Συχνάκις ο καλύτερος τρόπος είναι η μνήμη του μεγαλείου της προαιωνίου περί ημών βουλής του Πατρός.
Να υποβαθμίση τις την πρωταρχικήν περί ημών ιδέαν του Θεού αποτελεί ουχί μόνον σφάλμα, αλλά και μέγα όντως αμάρτημα.
Η ψυχή παραδίδεται εις την υπέρ του κόσμου προσευχήν, αλλ’ η προσευχή αύτη ουδέποτε επιτυγχάνει το έσχατον αυτής τέλος, εφ’ όσον ουδείς και ουδέν δύναται να στερήση τους ανθρώπους της ελευθερίας να κλίνουν προς το κακόν, να προτιμούν το σκότος αντί του φωτός.
Η θεοπρεπώς προσφερομένη προσευχή εις τον Κύριον, «εν πνεύματι και αληθεία», είναι ενέργεια άφθαρτος και ακατάλυτος. Ψυχολογικώς είναι δυνατόν, εν μέσω της βιοτικής ματαιότητος, να επιλησθώμεν }061} αυτής αλλ’ Αυτός ο Θεός φυλάττει αυτήν αιωνίως.
Τα αρνητικά εφ’ ημών αποτελέσματα της αμαρτίας θεραπεύονται και αφανίζεται η φθοροποιός ενέργεια των διαπραχθεισών υφ’ ημών πράξεων εναντίον του πλησίον· θεία δυνάμει αποκαθίσταται το πλήρωμα της ζωής, ουχί όμως δια της μονομερούς επεμβάσεως του Θεού, αλλά πάντοτε δια της συνεργίας της μετανοίας και της προαιρέσεως των ανθρώπων, διότι ο Θεός ουδέν ποιεί μετά του ανθρώπου άνευ της συγκαταθέσεως αυτού.
Την συμμετοχήν του Θεού εις την προσωπικήν ημών ζωήν ονομάζομεν Πρόνοιαν. Η Πρόνοια αύτη ουδόλως ομοιάζει προς την ειδωλολατρικήν ειμαρμένην. Εις κρισίμους στιγμάς της ζωής ημών, τω όντι, ημείς οι ίδιοι επιλέγομεν τινα εκ των προτεινομένων δυνατοτήτων.
Η εκλογή αύτη συνδέεται αναποφεύκτως μετά της ετοιμότητος προς θυσίας. … Συχνότατα, δυστυχώς, οι άνθρωποι υποκινούμενοι υπό προσκαίρων παρορμήσεων }062} εκτρέπονται της υπό του Θεού υποδειχθείσης οδού, ήτις οδηγεί εις την Βασιλείαν του Φωτός. Ούτως εμπίπτει ο άνθρωπος εις την δίνην των αποπλανώντων αυτόν παθών, άτινα κωλύουν να ίδωμεν την ποθεινήν αυγήν. Παρά ταύτα, τα παθήματα και αι θυσίαι είναι αναπόφευκτα εις πάσαν εκλογήν.
Είναι ανάγκη δια πάντας ημάς, όπως διέλθωμεν δια του μυστηρίου του θανάτου χάριν τελειοτέρας εξομοιώσεως προς τον Χριστόν. Όπισθεν του ορίου τούτου, αγνώστου εισέτι, ο Θεός και Πατήρ ημών εισάγει ημάς εις την σφαίραν της ανεσπέρου ημέρας.
Το Ευαγγέλιον, η Καλή Αγγελία, και άρχεται και καταλήγει δια της κλήσεως προς μετάνοιαν. … οσάκις ο άνθρωπος προσφέρει προσευχήν εις τον Θεόν ουχί ως αμαρτωλός, η προσευχή αυτού δεν φθάνει εις τον θρόνον του Υψίστου, διότι ο Υιός του Θεού ήλθε να καλέση ουχί τους «πεποιθότας εφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι» και συνεπώς ευρισκομένους εκτός της αληθείας …
«Την θάλασσαν την οζομένην, την τεθείσαν μεταξύ ημών και του νοερού παραδείσου, δια καράβου της μετανοίας }063} παρελθείν δυνάμεθα, της εχούσης τους κωπηλάτας του φόβου. … Η μετάνοια εστι το πλοίον· ο φόβος δε, ο κυβερνήτης αυτού· η αγάπη, ο λιμήν ο θεϊκός …» (Ισαάκ Σύρου, Λόγος οβ’).
Να ίδη τις την αμαρτίαν αυτού … η πράξις αύτη είναι η εν ημίν ενέργεια του Ιδίου του Θεού, Όστις είναι Φως.
Κατά την επί δεκαετίας διακονίαν μου ως πνευματικού παρετηρησα μετά λύπης ότι σπάνιοι είναι οι άνθρωποι οι κατανοούντες εν αισθήσει καρδίας την αληθινήν φύσιν της αμαρτίας. Συνήθως οι πλείστοι παραμένουν επί του επιπέδου της ανθρωπίνης ηθικής, και εάν ποτε αρθούν υπεράνω αυτής, πράττουν και τούτο πάλιν ανεπαρκώς.
Εκ των οδών, αίτινες οδηγούν προς την επίγνωσιν των αμαρτιών ημών, ασφαλεστέρα είναι η πίστις εις την Θεότητα του Χριστού, χάριν της οποίας κατέρχεται επί του ανθρώπου η αγάπη του Αγίου Πνεύματος.  … εάν διαπράξη ο,τιδήποτε, είτε }064} εν έργω είτε μόνον δι’ εσωτερικής κινήσεως αυτού, όπερ συνεπάγηται εξασθένησιν της αισθήσεως της Θείας Αγάπης, τότε αυτή αύτη η μείωσις της χάριτος, άνευ ουδεμιάς λογικής ψυχαναλύσεως, αποτελεί ένδειξιν παρεκκλίσεως εκ της δικαιοσύνης του Θεού. Τότε το πνεύμα ημών στρέφεται ορμητικώς προς τον Θεόν εν προσευχή μετανοίας, δια της οποίας έρχεται η άφεσις ως αποκατάστασις εν τη αγάπη. … Ο τοιούτος άνθρωπος ζη ενώπιον του Θεού εν απλότητι και τρόπον τινά άνευ ορθολογισμού, αγόμενος υπό της αγάπης και του φόβου του Θεού. Ο τοιούτος δύναται να ανέλθη εις ύψη αγιότητος έτι και εις την τελειότητα, μη υποπτευόμενος ο ίδιος το γεγονός τούτο.
Ετέραν οδόν προς επίγνωσιν της αμαρτίας συνιστά η υποβολή του πνεύματος του ανθρώπου εις την κρίσιν του λόγου του Θεού. Δια συνετού ελέγχου της εσωτερικής αυτού καταστάσεως, ο άνθρωπος πείθεται ότι δεν τηρεί τας εντολάς, και ένεκα τούτου έρχεται εις μετάνοιαν.
Είναι αναγκαίον προς επίτευξιν του πληρώματος της μετανοίας να ακολουθήσωμεν τας δύο ταύτας οδούς, της καρδίας και του }065} νοός, αίτινες βραδύτερον εν τη πράξει της γνησίας αιωνίου ζωής συνενούνται εις έν. … ο άνθρωπος οφείλεινα εισχωρήση εις την προαιώνιον βουλήν του Θεού περί του ανθρώπου.
Η συνένωσις βιώματος και γνώσεως εισάγει εις την ζωήν ημών την αξιοπιστίαν και την σταθερότητα.
Μέγα και άρρητον το δώρον της μετανοίας: Μετ’ αυτού συνδέεται η διείσδησις του πνεύματος ημών εις τα Μυστήρια του Ανάρχου Θεού, του Πατρός ημών. Ουχί }066} άλλως, ει μη δια μετανοίας αφομοιούμεν υπαρκτικώς την Αποκάλυψιν, τίνι τρόπω συνελήφθη ο Άνθρωπος εν τη προαινίω Βουλή του Τριαδικού Θεού προ καταβολής κόσμου.
Η γνώσις του πανταχού παρόντος Θεού είναι εφικτή υπό των λογικών κτισμάτων εν παντί τόπω. Προς απόκτησιν όμως ταύτης δεν επαρκεί η προσφορά των θεολογικών σχολών και συγγραμμάτων. Η αληθής γνώσις εισδύει ανερμηνεύτω τρόπω εις αυτήν ταύτην την ύπαρξιν ημών, όταν Ούτος ευρίσκηται μεθ’ ημών. … Το ασφαλέστερον μέσον προς απόκτησιν του αγαθού τούτου είναι η προσευχή της μετανοίας, ήτις παρέχεται εις ημάς κατά το μέτρον της εις Χριστόν πίστεως.
Εάν δεν εμβαθύνωμεν εις την πρωταρχικήν ιδέαν του Θεού περί της δημιουργίας του Ανθρώπου, εάν δεν βιώσωμεν την αγιότητα του Θεού, δεν θα έλθη εις ημάς μετά της οφειλομένης ισχύος η μεταμέλεια δια την απώλειαν, την οποίαν υπέστημεν εκ της πτώσεως. … εντελώς άλλη μετάνοια, ολοκληρωτική πλέον, καταλαμβάνει ισχυρώς άπασαν την ύπαρξιν ημών, όταν το άκτιστον Φως επιτρέψη εις ημάς να ίδωμεν τον εν ημίν άδην και εν ταυτώ να αισθανθώμεν την Αγιότητα του Ζώντος Θεού. }067}
Η αφόρητος δίψα δια τον Ζώντα Θεόν, όταν υπερβή τα μέτρα των δυνάμεων της αντοχής ημών, αποσπά το πνεύμα ημών από παντός κτιστού και εισάγει αυτό εις τινα ανείκαστον άβυσσον πνευματικού χώρου, όπου ουδέν και ουδείς υπάρχει, }068} ει μη μόνον ο Θεός της αγάπης και η θέα της Αυτού απειρότητος. Εκεί το Φως δεν οράται ως τοιούτον, αλλ’ εκεί ούτε και σκότος υπάρχει, διότι η άβυσσος αύτη είναι παραδόξως διαφεγγής, και ο νοερός οφθαλμός ακωλύτως διαπερνά το αχανές και ουδαμού συναντά τα όρια αυτής.
Η μετάνοια δεν είναι απλώς νοητική πράξις, ως αλλαγή της διανοητικής ημών προσεγγίσεως προς παν το τελούμενον εν τω κόσμω. Η αλλαγή αύτη, η στροφή του νοός, συνοδεύεται κατά φυσικόν τρόπον υπό αισθήσεως πικρίας δια την αχρειότητα ημών και υπό θλίψεως καρδίας δια τον χωρισμόν ημών από του Αγίου Θεού. Δεν υπάρχει οδύνη μεγαλυτέρα της επιγνώσεως ότι είμεθα όντως χείριστοι πάντων. … Ερριμένοι εις τας εκτάσεις του αιωνίου Πνεύματος δια προσευχής, ήτις πηγάζει εκ του αυτομίσους, προσευχόμεθα άνευ επιστροφής της προσοχής ημών προς εαυτούς.
Πάσα θεωρία θείων πραγματικοτήτων είναι δυνατή μόνον, όταν το πνεύμα του ανθρώπου έλθη εις κατάστασιν αντιστοιχούσαν, εν τινι μέτρω, προς το θεωρούμενον. Όντως πως θα ηδύνατο ο δέσμιος της υπερηφανίας να είναι κατοικητήριον του Ταπεινού Αγίου Πνεύματος; }069}
… δια τον απλούν παρατηρητήν, όστις δεν εγνώρισεν εμπειρικώς την χριστιανικήν ζωήν, ουδέν υπάρχει άξιον προσοχής εις τον τοιούτον φορέα του αύλου Φωτός. Ο πιστός άνθρωπος είναι δυνατόν να φαίνηται κατά την εξωτερικήν αυτού εμφάνισιν αξιολύπητος, πτωχός, ρακένδυτος, ανυπεράσπιστος ενώπιον του Άρχοντος του κόσμου τούτου, αλλ’ όμως είναι αληθώς μέγας κατά το ενοικούν εν αυτώ πνεύμα. }070}
Εν τη αρχή της μετανοίας επικρατεί θλίψις, συντόμως όμως διαπιστούμεν ότι διεισδύει εντός ημών ενέργεια νέας ζωής, επιφέρουσα θαυμαστήν αλλοίωσιν του νου. … Ενώπιον του πνεύματος ημών διαγράφεται ευκρινέστερον η απεριγράπτως μεγαλοπρεπής εικών του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου. Ατενίζοντες εις το κάλλος τούτο ανακαλύπτομεν οποίαν φοβεράν διαστροφήν υπέστη εν ημίν η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού περί ημών. … Η χάρις της μετανοίας αποκαλύπτει εν ημίν την εικόνα του Υιού του Πατρός. Ώ, πόσον οδυνηρά είναι η πορεία αύτη! … Η εικών του Μονογενούς και ομοουσίου τω Πατρί Υιού και Λόγου ανάπτει εν ημίν σφοδρόν πόθον να ομοιωθώμεν προς Αυτόν εν πάσι. … Η οδύνη αύτη εμπνέει ημάς, δεν φονεύει. }071}
Πολλάκις εμνήσθην του Προφήτου Μωϋσέως, όστις, μετά την Αποκάλυψιν … απεστάλη εις Αίγυπτον και επί τεσσαράκοντα έτη κατεπονείτο εν τω βορβόρω ευτελών παθών ανθρώπων, τους οποίους ώφειλε να σώση, καίτοι οι ίδιοι δεν επεζήτουν την εαυτών σωτηρίαν. }073}
… ουχί άνευ πάλης μετ’ Αυτού, ουχί άνευ πολυαρίθμων αποπειρών να παρεκκλίνω από του σταυρού Αυτού … }074}

Δ’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ


Είναι αφελής όστις νομίζει ότι είναι δυνατόν να ακολουθήση τα ίχνη του Χριστού άνευ δακρύων. … Απελιθώθη η καρδία ημών εν τω κτηνώδει αυτής εγωισμώ και, όπερ χείριστον, εν τω υπερηφάνω αυτής σπασμώ. Αλλ’ υπάρχει αληθώς τοιούτον πυρ ικανόν να τήξη έτι και τα πλέον ισχυρά μέταλλα και τους λίθους. }076}
Το πνευματικόν πένθος είναι κατά την φύσιν αυτού διάφορον του ψυχικού πένθους. Συνδέεται μετά της αδιαλείπτου σκέψεως περί του Θεού, εν τη οδυνηρά θλίψει δια τον απ’ Αυτού χωρισμόν. Το εμπαθές, το ψυχικόν, πένθος φονεύει το σώμα, σβεννύει την ζωηρότητα αυτού, εν αντιθέσει προς το πνευματικόν, όπερ καθαίρει τον άνθρωπον εκ των θανατηφόρων παθών, και ούτω ζωοποιεί αυτόν όλον. Δια ζεόντων δακρύων απαλλάσεται ο νους ημών από των εμπαθών εικόνων. Δια του πένθους κατέρχεται επί την ψυχήν ημών η πνευματική ανδρεία, και ο άνθρωπος τίθεται υπεράνω αγωνιών και φόβων.
Μόνον εκείνος, όστις ουδέποτε ησθάνθη την φονικήν εξουσίαν της αμαρτίας επ’ αυτού, δύναται να νομίση ότι η εντελλομένη υπό του Ευαγγελίου μεταμόρφωσις της φύσεως ημών είναι δυνατή άνευ δακρύων. }077}
«Η ψυχή βλέπει εαυτήν ερριμμένην εις το σκότος του θανάτου. Ο φόβος εκ του σκότους τούτου είναι μαρτυρικός, διότι τούτο δεν υπάρχει μόνον πέριξ εμού, αλλ’ εδρεύει εν εμοί. Όταν όμως το άκτιστον Φώς αποδεσμεύη εμέ εκ του εσωτερικού μου άδου, τότε απέρχεται απ’ εμού πάν πάθος». }078}
Το πλήρωμα της κενώσεως προεργάζεται το πλήρωμα της τελειότητος. }081}
… δια παρακλήσεως ουχί ψυχολογικής ή φυσικής τάξεως, αλλά οντολογικής, αναφερομένης εις την Θείαν αιωνιότητα. }082}
Η απουσία δακρύων αποτελεί κατά την διδασκαλίαν των Πατέρων ημών, ένδειξιν ότι η προσευχή ημών δεν έφθασεν εισέτι την πρώτην βαθμίδα της αναβάσεως }083} αυτής προς τον Θεόν. Ενδέχεται όμως εξαντληθέντων των φυσικών δακρύων, να δοθή άλλη προσευχή άνευ λόγων, ως τρυφερά αίσθησις της χάριτος του Αγίου Πνεύματος εντός ημών, οπότε η ειρήνη, «η πάντα νουν υπερέχουσα» πληροί την καρδίαν.
Ο πνευματικός κλαυθμός είναι το «περισσόν ζωής» εν αντιθέσει προς τον «ψυχικόν» κλαυθμόν, όστις αποκτείνει τους γηγενείς. }084}
Είναι αδύνατον όμως να «καλλιεργήσωμεν» το δώρον τούτο (πνευματικό πένθος) διότι δεν περικλείεται εν τοις ορίοις της κτιστής ημών φύσεως. Τούτο είναι χάρις, και η Θεία χάρις δεν υπόκειται εις την εξουσίαν ημών. }085}

Ε’ ΣΑΛΕΥΟΜΕΝΟΙ ΕΝ ΤΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙ ΤΟΥ ΑΣΑΛΕΥΤΟΥ


Την περίοδον εκείνην της ζωής  μου θα ηδύνατο τις να θεωρήση πλήρη εμπνεύσεως, αλλ’ εγώ ουδόλως ενθυμούμαι αυτήν μετ’ αγάπης: Κατενόησα ότι παρεδιδόμην είς τινα ιδιότυπον «ηρεμίαν», ήτις κατ’ ουσίαν δεν ήτο ει μη αυτοκτονία επί μεταφυσικού επιπέδου. }090}
Η οντολογική ένωσις πραγματοποιείται εν τη ενεργεία της αγάπης. }091}
Να αναμιχθώ δια νόθου ταπεινώσεως μετά της περιβαλλούσης εμέ πραγματικότητος και να καταδικάσω εμαυτόν εις φθοράν, ή να αποδεχθώ την φοβεράν κλήσιν του Χριστού.
Οφείλω να ίδω τον Χριστόν «καθώς εστιν», ίνα παραβάλω εμαυτόν προς Εκείνον και εξ αυτής της συγκρίσεως αισθανθώ την α-μορφίαν μου. Δεν δύναμαι να γνωρίσω εμαυτόν, εάν δεν έχω ενώπιόν μου την Αγίαν Αυτού Μορφήν. }092}
Διά μέσου του άδου της απελπισίας μου ήλθεν η ουράνιος λύτρωσις. Ανεδύθησαν εντός μου νέαι δυνάμεις, ετέρα όρασις, άλλη ακοή. Ηδυνήθην να γνωρίσω απερίγραπτον ωραιότητα. Εν τούτοις τούτο δεν ήτο «εμόν».
… η «αιώνιος κόλασις» δεν έγκειται εις το ότι εν τω άδη σκοτειναί υπάρξεις θα υποβάλλουν ημάς εις βασανιστήρια επί πυράς, αλλ’ εις το ότι θα αποδειχθώμεν ανάξιοι να }093} εισέλθωμεν εις την Αγίαν Βασιλείαν της Αγάπης του Θεού.
… ως μοναχός εδιδάχθην να καταδικάζω εμαυτόν εις πάντα, «να κρατώ τον νουν μου εις τον άδην». }094}
Το Πνεύμα το Άγιον, απομακρυνθέν αφ’ ημών, εγκαταλείπει τον οίκον ημών έρημον. }095}
Είμεθα μακάριοι, όταν εκ του σκότους της αγνοίας και του θανάτου μεταφερώμεθα εις το θαυμαστόν Φως· όταν όμως εκπίπτωμεν εκ του Φωτός εις το πρότερον σκότος ημών, τότε βιούμεν αυτό το σκότος μετ’ εντονωτέρας οδύνης. }096}
Αι εσωτερικαί συγκρούσεις εις τας οποίας ευρισκόμην θα ηδύναντο ίσως να φανούν εις πολλούς ως φαινόμενον μικρόν απέχον της παραφροσύνης. Εμέ όμως, κατά τινα τρόπον, επληροφόρει η διαίσθησις ότι η περίπτωσίς μου εξήρχετο της αρμοδιότητος της κοινής ψυχιατρικής επιστήμης. Θα ήτο δε ασυγχώρητος βεβήλωσις εάν απετεινόμην προς επαγγελματίας ιατρούς. }098}

ΣΤ’ ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟΝ ΤΟ ΓΝΩΝΑΙ ΤΗΝ ΟΔΟΝ


… εν τη αρχή της ζωής μου εν τω Άθω, παρεκάλεσα ένα ερημίτην να ομιλήση εις εμέ περί της προσευχής. … «Ας ομιλήσωμεν δι’ ό,τι κείται εντός των ορίων των μέτρων ημών….» Ησθάνθην συστολήν εκ των λόγων αυτού, αλλ’ εν τούτοις ετόλμησα να είπω: «Επιθυμώ όντως να γνωρίσω περί του τελείου, περί εκείνου όπερ υπερέχει του μέτρου μου. Αλλά τούτο, ουχί διότι έχω αξιώσεις πέραν των δυνατοτήτων μου. Ουχί· αλλ’ επειδή θεωρώ αναγκαίον να ίδω τον πλοηγόν αστέρα, ώστε να ελέγχω εαυτόν κατά πόσον ευρίσκομαι εν τη ορθή οδώ. …». Ο άγιος ούτος ανήρ συνεφώνησε μετ’ εμού ότι ο τρόπος ούτος σκέψεως ουχί μόνον επιτρέπεται, αλλά και επιβάλλεται. }099}
Η έλξις προς το ύψιστον αγαθόν είναι φυσική, αλλ’ η πορεία προς αυτό άρχεται δια της καθόδου ημών εις τα καταχθόνια.
Ενσυνειδήτως κατερχόμεθα εις τον άδην, διότι, αφ’ ής στιγμής αποκαλύπτεται εις ημάς η εικών του προαιωνίου Ανθρώπου, ζώμεν οξύτερον το βάθος του σκοτασμού ημών. Μεγάλη θλίψις πλήττει όλον το είναι ημών. Τα εξωχρονικά παθήματα του πνεύματος υπερβαίνουν πάντα φυσικόν πόνον. … Ελθέ και ίασαί με εκ του συνέχοντός με θανάτου … }102}
Η υπερηφανία είναι και κακία και σκότος· εν αυτή η ρίζα πασών των αμαρτιών. … Μετάνοια που σημαίνει ριζικήν αλλαγήν της νοεράς ημών προσεγγίσεως προς την ζωήν εν γένει, μετάβασιν εκ της παλαιάς κοσμοθεωρίας εις την όρασιν της "αντιστρόφου" εικονογραφικής προοπτικής. Επειδή δια της υπερηφανίας εκρημνίσθημεν εις το σκότος το εξώτερον, μόνον δια της ταπεινώσεως αναβαίνομεν προς τον Ύψιστον.
Έρχεται εκείνο, όπερ ούτε εσκέφθημεν, ούτε ηκούσαμεν, ούτε επί την καρδίαν ημών ανέβη· εις την άβυσσον του σκότους ημών διεισδύει ακτίς του ακτίστου Ηλίου. … Η έως τότε τεθανατωμένη ψυχή προσλαμβάνει άφθαρτον ζωήν. }103}
Ένιοι δε, απερροφημένοι υπό της προσευχής, ουδέν παρατηρούν, και δι’ ακατανοήτου εις αυτούς τρόπου «αρπάζονται» εις άλλην σφαίραν του Είναι, επιλανθανόμενοι της γης. Η χείρ του Θεού ποιεί τούτο μετά τοιαύτης λεπτότητος, ώστε ο άνθρωπος ουδόλως αντιλαμβάνεται την στιγμήν καθ’ εαυτήν, όπως ακριβώς συμβαίνει κατά την φυσιολογικήν επέλευσιν του ύπνου. Μόνον μετά την επιστροφήν εις την συνήθη αίσθησιν του κόσμου ανακαλύπτει ότι το πνεύμα αυτού εξήλθε της συνήθους μορφής υπάρξεως και ηνώθη μετά του Θεού. Μετά το γεγονός τούτο, πάντα τα επίγεια κατανοούνται ως παροδικά και εύθραυστα. Η ψυχή σε συνειδητοποιεί ως νόημα της υπάρξεως αυτής την διαμονήν μετά του Θεού, εν Αυτώ, και εν τη αιωνιότητι Αυτού. }104}
Παρόμοιόν τι παρατηρείται εις τον άνθρωπον, όστις εκζητεί την προσευχήν. Ούτος δύναται ωσαύτως να αρπαγή υπό της ορμής αυτής και να αποσπασθή εκ του κόσμου τούτου. Όταν επιστρέψη εκ της αρπαγής ταύτης, είναι πλέον «νεκρός» δια τα εμπαθή ενδιαφέροντα και τας υλικάς κτήσεις: Δεν θα επιδιώξη πλέον ουδεμίαν σταδιοδρομίαν· δεν θα λυπηθή καθ’ υπερβολήν δια την απόρριψιν αυτού υπό των άλλων, ούτε θα επαρθή επαινούμενος· επιλανθάνεται του παρελθόντος, δεν προσκολλάται εις το παρόν, ούτε μεριμνά δια το επίγειον μέλλον. Καινή ζωή, έμπλεος Φωτός, απεκαλύφθη εις αυτόν και εν αυτώ· (ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ) αι αφελείς διασκεδάσεις, αίτινες απασχολούν την μεγίστην πλειονότητα των ανθρώπων, παύουν να ενδιαφέρουν αυτόν. Και εάν κρίνωμεν περί της ποιότητος της ζωής, ουχί κατά την ποσότητα των ευχαρίστων ψυχοφυσικών συναισθημάτων, αλλά κατά το βάθος της γνώσεως ημών περί των κοσμικών πραγματικοτήτων και προ παντός περί της Πρώτης και Εσχάτου Αληθείας … Η ουσία της ειρήνης του Χριστού έγκειται εις την τελείαν γνώσιν του Πατρός. }105}
Ουδεμία πρόσκαιρος ευδαιμονία θα δυνηθή να δώση εις ημάς την αληθινήν ειρήνην, εάν ημείς διαμένωμεν εν τη αγνοία της Αρχής πασών των αρχών.
Τινές εκ των πιστευόντων εις τον Κύριον, ακολουθούντες Αυτόν, οδηγούνται μέχρι του χείλους της αβύσσου, ήτις απροσδοκήτως διανοίγεται έμπροσθεν αυτών, άνευ δυνατότητος οπισθοχωρήσεως. … άβυσσος = το βαθύ βάραθρον της αγνοίας, την άκραν έντασιν της απογνώσεως των εις θάνατον καταδεδικασμένων, την εξουσίαν εφ’ ημών του σκότους του αιώνος τούτου. Δια την πτήσιν επάνω της αβύσσου ταύτης έχομεν χρείαν της δυνάμεως της ευλογημένης απογνώσεως· η ενέργεια της εν ημίν χάριτος λαμβάνει μορφήν «αποφασιστικότητος». Το Φως διαφαίνεται μακρόθεν. Ελκυόμενοι προς αυτό υπό μυστηριώδους δυνάμεως, αποφασίζομεν να ριφθώμεν εις το άγνωστον, επικαλούμενοι το Άγιον Όνομα του Ιησού Χριστού, του Θεού Σωτήρος. Και τί συμβαίνει τότε; Αντί να συντριβή η κεφαλή ημών επί των κεκρυμμένων εις τον γνόφον υφάλων, αόρατός }106} τις χειρ εμφανίζεται, στοργικώς κρατούσα ημάς επάνω της αβύσσου. Άνευ αυτής της φιλικής χειρός του Ζώντος Θεού ουδείς άνθρωπος δύναται να ανταπεξέλθη εις τας συνθήκας εκείνων των θυελλών και αντιξόων περιστάσεων, αίτινες εις παρομοίας περιόδους περικυκλούν την ψυχήν.
Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού … Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως …(Δευτ. ε’ 18} }107}
Ως απάντησις εις την απεγνωσμένην προσευχήν μου ενεφανίσθη εις εμέ το κρεμάμενον επί του σταυρού σώμα του Κυρίου, ως θαυμαστή γέφυρα μεταξύ ουρανού και γης. Οδός του χριστιανού είναι η σταύρωσις: … Ούτω συγκεράννυνται εν τη ψυχή και η λεπτή χαρά «του γνώναι την οδόν», και ο μέγας φόβος δια το υπέρμετρον της εντολής.
Είναι αδύνατον να διηγηθώμεν δια λόγων περί του φοβερού προνομίου της μυστηριώδους αυτής σχοινοβασίας (υπεράνω της αβύσσου, εκ του «ζην» κατά τας ευαγγελικάς εντολάς). Παρομοίως, όσοι απήλθον αφ’ ημών εις τον άλλον κόσμον δεν αποπειρώνται δια των εμφανίσεων αυτών να διηγηθούν εις τους εν σαρκί οικούντας περί εκείνου του }108} μεγαλείου, όπερ διανοίγεται έμπροσθεν αυτών εν τη νέα ζωή.
Ενώσας εν Εαυτώ και τον Θεόν και τον Άνθρωπον, ο Κύριος καλεί ημάς να ακολουθήσωμεν Αυτόν. … (όπως ένα σώμα στο διάστημα) το πνεύμα ημών εισάγεται εις το ατελεύτητον του «νοερού» διαστήματος, εμπλέου Φωτός, … }109}
Ως εκ τούτου δυνάμεθα ασφαλώς να κρίνωμεν πότε ακριβώς ενεργεί εν ημίν Αυτό, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον Πνεύμα, η Τρίτη Υπόστασις, και ουχί άλλο τι πνεύμα δυνάμενον εισέτι να φανή εις τους αδοκίμους ως το ηγεμονικόν. Δια του Χριστού και εν Αυτώ, μετ’ άκρως θετικού τρόπου, εφανερώθη εις ημάς ο Άνρθωπος εν τη πρωταρχική αυτού εικόνι και ομοιώσει προς τον Θεόν. Και ουδένα έχομεν πλέον εκτός Αυτού, όστις θα απεδεικνύετο δι’ ημάς θεμέλιον του είναι, … }110}
Η αυθεντική σωτηρία έγκειται εις το να παραμείνωμεν σταθεροί εν τη αγάπη Αυτού υπό οιασδήποτε συνθήκας, …
Ο αγών του χριστιανού κατ’ αρχάς συγκεντρούται }111} εντός αυτού· ούτος εν τη τελειώσει αυτού γίνεται προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, υπέρ του όλου Αδάμ. Η πρώτη κίνησις της αγάπης κατευθύνεται προς τον Θεόν, η δευτέρα προς τον πλησίον.
Αι εντολαί του Χριστού είναι κατά την ουσίαν αυτών αυτοαποκάλυψις Θεού· … Η εκπλήρωσις των προσταγμάτων τούτων, άτινα δεν ασκούν βίαν εφ’ ημών, υπερβαίνει καθ’ υπερβολήν τας κτιστάς ημών δυνάμεις. … « … χωρίς Εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν».
Η θεία προέλευσις των ευαγγελικών προσταγμάτων φανερούται εισέτι και εκ του ότι οι τηρούντες ταύτα, ανεξαρτήτως του επιπέδου της εξωτερικής αυτών μορφώσεως, προσλαμβάνουν τον Άναρχον εν ταις καρδίαις αυτών: }112}
Είναι αδύνατον να ζήση τις χριστιανικώς. Χριστιανικώς δύναταί τις μόνον να αποθάνη, δια θανάτου όμως κατά την γηίνην μορφήν της υπάρξεως ημών. … ο θάνατος ούτος … Είναι η «στενή πύλη», η «τεθλιμμένη οδός η απάγουσα εις την ζωήν», την οποίαν όμως «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες».
Το Ευαγγέλιον του Χριστού υπερβαίνει εις απίστευτον βαθμόν παν ό,τι γνωρίζει η γη. Πώς να θεραπευθή η φοβερά εκείνη νόσος, δια της οποίας εμόλυνεν ο εχθρός τον Άνθρωπον εν τη αυγή της εμφανίσεως αυτού εις τον κόσμον;
… ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγελίων, είναι αληθώς ο Άναρχος Θεός, ο Δημιουργός πάντων των όντων, ο αποκαλυφθείς εις τον Μωϋσήν δια του ονόματος Εγώ ειμί … }113}
Πιστεύουν εις τον Χριστόν εκείνοι, οίτινες πιστεύουν εις την θέωσιν αυτών. Η πίστις ή η απιστία εξαρτάται εκ της υψηλής ή ταπεινής περί του Ανθρώπου αντιλήψεως. Δια τον πιστεύοντα ο σταυρικός θάνατος του Ιησού, τουτέστι πώς και δια τί Ούτος εσταυρώθη, είναι η ισχυροτέρα μαρτυρία υπέρ Αυτού. }114}
… έκαστος πιστεύων εις Αυτόν, νικών εν τω αγώνι της μετανοίας τον ενεργούντα εν ημίν «νόμον της αμαρτίας» καθίσταται, ομοίως προς τον Χριστόν, υπερκόσμιος.
Ίνα εννοήση τις έστω και εν μέρει, «Τις εστιν Ούτος;» πρέπει απαραιτήτως να ομοιωθή προς Αυτόν δια της παραμονής εν τω πνεύματι των εντολών Αυτού. Όστις δεν ηκολούθησεν ΑυτόνΑς τηρήση έντιμον σιωπήν … }115}
Όστις όμως ωκοδόμησε την ζωήν αυτού επί την πέτραν της διδαχής Αυτού, ούτος θα έλθη βαθμηδόν εις την κατανόησιν του «Τίς εστιν Ούτος».
Καθώς ο Θεός υπερέχει παντός πράγματος εν τη κοσμική πραγματικότητι, ούτω και ο άνθρωπος, θεούμενος δια της ενοικήσεως εν αυτώ του Αγίου Πνεύματος, είναι πολυτιμότερος πάντων των γαλαξιών. Αυτή ακριβώς είναι η συνείδησις, ήτις χαρακτηρίζει τον χριστιανόν, και άνευ αυτής δεν δύναται ούτος «αξίως περιπατήσαι της κλήσεως, ής εκλήθη». }117}
Ίνα σώση τις αιωνίως την ψυχήν αυτού εν τη Βασιλεία, πρέπει να απολέση αυτήν επί του επιπέδου των επιγείων ενδιαφερόντων.
Ο Χριστός οικοδομεί την Εκκλησίαν Αυτού, }118} της οποίας «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν», επί την ομολογίαν της Θεότητος Αυτού. Εάν αρνηθώμεν το εν Αυτώ πλήρωμα της Θεότητος, τότε ούτε η Εκκλησία, ούτε άλλος τις, εν γένει, δύναται να νικήση τον κόσμον ή τον καταχθόνιον άδην.
Μεταμόφρωση-Σταύρωση.
Εν βραχυτάτω χρόνω και η άπειρος δόξα και η κατάβασις εις τον άδην. Και αύτη είναι η οδός δια τον χριστιανόν: Καταδικάζει εαυτόν εις την κόλασιν, και ως απάντησιν δέχεται την απερίγραπτον δωρεάν της Πατρικής ευσπλαχνίας. … Η ζωή του Χριστού περιβάλλει και τον άδην και την Βασιλείαν· χωρεί εντός αυτής και το έσχατον πάθος και την υψίστην μακαριότητα (ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ). Απεργάζεται τον μικρόν άνθρωπον μέγαν, παγκόσμιον, θεοειδή κατά πάντα … Δυστυχώς, «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες (την οδόν) αυτήν». }119}
Εάν αι ρίζαι δεν εισέδυον εις τα σκοτεινά έγκατα της γης -ίσως τοσούτον βαθέως, όσον υψούται και η κορυφή-, εάν ο όγκος των ριζών και η ισχύς αυτών δεν ανταπεκρίνοντο εις τον όγκον και το βάρος του ορατού τμήματος του δένδρου, τότε δεν θα ηδύναντο αύται ούτε να τρέφουν, ούτε να στηρίζουν το δένδρο· και ασθενής τις άνεμος θα ανέτρεπεν αυτό. Το αυτό ισχύει και δια την πνευματικήν ζωήν του ανθρώπου. Εάν έχωμεν επίγνωσιν του μεγαλείου της εν Χριστώ κλήσεως ημών, … δεν υπεραιρόμεθα ένεκα τούτου, αλλ’ όντως ταπεινούμεν εαυτούς. Η κίνησις προς τα κάτω, προς το σκότος το εξώτερον, είναι απαραίτητος εις πάντας ημάς, ίνα παραμείνωμεν σταθεροί εν τω πνεύματι της αυθεντικής χριστιανικής ζωής. Τούτο εκφράζεται εν τη συνεχεί μνήμη της εξ αρχής μηδαμινότητος ημών δια }120} της πλέον αυστηράς αυτομεμψίας εις πάντα. Και όσον βαθύτερον ταπεινούται ο άνθρωπος δια της αυτοκαταδίκης, τοσούτον μάλλον υψούται υπό του Θεού».
Πλείστοι όσοι, μη γνωρίσαντες δια πείρας τας αγαθοποιούς ενεργείας της προσευχής, αγνοούν ότι δι’ αυτής διανοίγεται εις το πνεύμα του ανθρώπου κόσμος απεριγράπτου μεγαλείου: και τα ζοφώδη βάθη του άδου και αι φωτοφόροι σφαίραι των ουρανών. Άνευ της πίστεως εις την ανάστασιν πάσα δοκιμασία αποβαίνει σχεδόν παράλογος: εστερημένη νοήματος· ικανή να δαμάση την δύστροπον ψυχήν, αλλ’ ουχί να θεραπεύση αυτήν εκ της κεκρυμμένης εν τω βάθει αυτής υπερηφανίας. Πλουτεί αύτη την πείραν της ζωής, αλλά άνευ προσευχής δεν ανάγει την ψυχήν εις την απάθειαν· βαθμηδόν αποκτείνει και σώμα και καρδίαν και νουν, πριν ή ταύτα τελειωθούν εν τη γνώσει του Θεού. Όταν το Φως του άνω κόσμου εγγίση την ψυχήν, τότε … Ο άνθρωπος, πεπροικισμένος δια της ευλογίας ταύτης, θεωρεί πάσαν γηίνην κατάστασιν ως πρόσκαιρόν τι «μέσον», και ουδόλως μεριμνά περί της επιγείου αυτού σταδιοδρομίας. Και εάν ούτος επιμείνη εις την ταπεινήν περί εαυτού συνείδησιν, θα δοθή εις αυτόν μεγαλυτέρα εισέτι γνώσις περί των μυστηρίων του μέλλοντος αιώνος.
Ο άνθρωπος ενούμενος δια της προσευχής μετά του Χριστού, λαμβάνει έσωθεν, εν τη καρδία και τω νοί }121} αυτού, την πληροφορίαν ότι εν τη αιωνιότητι θα δοθή εις αυτόν άπαν το περιεχόμενον του Θεανθρωπίνου Είναι, ως αναφαίρετον κτήμα. … Η δόξα του αδελφού θα είναι και δόξα αυτού του ιδίου, η δε θέα προσώπων δεδοξασμένων υπό του Θείου Φωτός, αγαλλίασις· και όσον εντονωτέρα η λάμψις αυτών, τοσούτον θεσπεσιωτέρα η θεωρία. Η ερχομένη Βασιλεία των αγίων συνίσταται εις το περισσόν αγάπης, πρόγευσις της οποίας δίδεται υπό του Θεού ήδη εντεύθεν. Η αγάπη του Θεού περιβάλλει και τον άδην. Και ημείς νυν γνωρίζομεν ότι η κάθοδος ημών εις τον άδην, κατά την διάρκειαν της ζωής ταύτης, είναι η ασφαλής οδός προς την τελειότητα.
Η νίκη επί του άδου διέρχεται δύο στάδια: Το πρώτον συνίσταται εις την υπέρβασιν του εν ημίν σκότους· το δεύτερον, εις την συμπάσχουσαν προς πάσαν την κτίσιν αγάπην, την ιδιάζουσαν εις την Θεότητα. }122}
Η γνώσις της οδού διατηρεί ημάς ζώντας έτι και εν τω άδη, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι τα παθήματα ημών είναι «κατά φαντασίαν»: … Δεν πρέπει να πτοή ημάς καθ’ υπερβολήν η κατάδυσις αύτη εις το σκότος, εφ’ όσον άνευ αυτής, μετά την πτώσιν, το πλήρωμα της γνώσεως είναι ανέφικτον.
… όσω παραμένομεν εν τω σώματι τούτω, κρατούμεν σταθερώς την μέθοδον εκείνην, την οποίαν εδίδαξαν εις ημάς και οι Πατέρες ημών και η εν ημίν ενέργεια του Πνεύματος του Θεού: Μη όντες ελεύθεροι εκ των καταλοίπων του εν ημίν ενεργούντος νόμου της αμαρτίας, αυτοκαταδικαζόμεθα μετ’ οργής και αυτομίσους να κατακαυθώμεν εις το σκότος το εξώτερον· διότι δεν υπάρχει άλλο πύρ, όπερ }123} θα εσβέννυε την εν ημίν ενέργειαν των παθών. Και ιδού: Όταν πυρίνη προσευχή φλέγη τα σπλάγχνα ημών και η καρδία αποκάμνη υπομένουσα, τότε έρχεται απροσδοκήτως δρόσος ουρανίου παραμυθίας.
Δια τι η μετ’ οργής αυτομεμψία ημών δικαιοί ημάς ενώπιον του Θεού; Δεν συμβαίνει άρα γε τούτο, επειδή εις την συνέχουσαν ημάς συναίσθησιν της παγκαταλυτικής δυνάμεως της αμαρτίας περιέχεται κατά τρόπον υπαρξιακόν αυθεντική τις αλήθεια; Τοιαύτη μετάνοια, αφικνουμένη μέχρι των πηγών της παγκοσμίου τραγωδίας διανοίγει εν ημίν «χώρον» δια την έλευσιν του Πνεύματος του Αγίου, του Πνεύματος της Αληθείας, …
… θαυμάσιαι αι οδοί του Θεού! Ο ίδιος ο άνθρωπος δεν δύναται να ανακαλύψη αυτάς, αλλά το Πνεύμα, το εκ του Θεού εκπορευόμενον, δια της εμφανίσεως Αυτού φωτίζει προ ημών την θαυμαστήν ταύτην είσοδον προς την αιώνιον σωτηρίαν. }124}
Δεν είναι δυνατόν να  μη αναμέλψωμεν ύμνον προς τον Θεόν, όταν εξερχώμεθα εκ της φλογός της μετανοίας, ήτις αθεάτως μετεποίησεν ημάς εις νέαν μορφήν του είναι, καταφλέξασα παν ό,τι ήτο εν ημίν φθαρτόν, καταθλιπτικόν δι’ ημάς ως βαρύ φορτίον. … Είναι φυσικόν να ευχώμεθα εις πάντας και εις έκαστον άνθρωπον την ανάβασιν εις το Θείον Είναι· τις όμως θα υπομείνη τας βασάνους του άδου εκφυγών την εσχάτην απόγνωσιν;τείνω να πεισθώ ότι δια πλείστους εκ των συγχρόνων μου ενδέχεται να μη υπάρχη άλλη οδός. }125}
Εν τη Αγία Γραφή συχνάκις ο «ουρανός» υποδηλοί την Θείαν σφαίραν, ενώ το «υπ’ ουρανόν», τον κτιστόν κόσμον. … εις όλας τας βαθμίδας της αναβάσεως ημών προς τον Θεόν ο εχθρός θα ακολουθή και θα πειράζη ημάς. Και όταν ημείς ασθενώμεν σοβαρώς εφ’ όλων των επιπέδων της υπάρξεως ημών, ή παραδιδώμεθα εις υπερήφανον λογισμόν περί ημών των ιδίων, επιχειρεί ούτος να αποτρέψη ημάς από του Θεού. }126}
Ουχί κατά φαντασίαν, αλλά εν αληθεία βυθίζεται εις την σκιάν του θανάτου και μη ευρίσκουσα μετ’ αυτής τον Θεόν, τον Οποίον επικαλείται ημέρας και νυκτός, η ψυχή οδυνάται φρικτώς.
Τον καιρόν της δοκιμασίας η ψυχή δεν δύναται να }127} δεχθή τούτο ως εκδήλωσιν του μεγαλείου της αγάπης ή της εκτιμήσεως του Θεού προς αυτήν, ως επιθυμίαν Αυτού να καταστήση τον ασκητήν κατ’ εικόνα Αυτού κύριον και βασιλέα, να μεταδώση εις αυτόν την αγιότητα και το πλήρωμα της θείας υπάρξεως. Η ψυχή γνωρίζει μόνον έν: Ο Θεός εγκατέλειψεν αυτήν, … Και όταν εξηντλημένη έως τέλους δεν βλέπη τον Θεόν να κλίνη προς αυτήν εν τη ευσπλαγχνία Αυτού, τότε επιπίπτουν επ’ αυτής τοιαύται σκέψεις και αισθήματα, περί ών τηρείται σιωπή».
Ο εχθρός εις παρομοίας περιπτώσεις παρωθεί την ψυχήν μέχρις ανταρσίας κατά του Θεού. Από της στιγμής της πτώσεως ο εχθρός έλαβεν εξουσίαν να εισδύη εις τα εσώτερα βάθη του είναι ημών και εκεί να αιτιάται τον Θεόν δι’ όλα τα παθήματα του κόσμου, διότι Ούτος εδημιούργησεν αυτόν. Η μη κατανόησις τούτων αποβαίνει ομοία προς δεσμά φυλακής· και η καρδία και ο νους ταράσσονται. }128}
Τα πνεύματα ταύτα εισβάλλουν μετά θρασύτητος εντός ημών και ενεργούν δια τοιούτου τρόπου, ώστε να εκλαμβάνωμεν τους υποβληθέντας εις ημάς υπό του εχθρού λογισμούς και τα αισθήματα ως προερχόμενα εξ ημών των ιδίων. }129}
Προσευχόμενος ανέμενον απάντησιν και συγχρόνως δεν είχον το θάρρος να ελπίσω περί αυτής. Παρά πάσαν προσδοκίαν, Ούτος ήλθεν. Όλως ανέλπιστος ήτο ο τρόπος της εμφανείας Αυτού. Οι εχθροί απεχώρησαν. Ούτος ενίκησε και αυτούς και εμέ. Παράδοξον! Δια πρώτην φοράν ησθάνθην ανεκλάλητον χαράν δια την ήτταν μου.
Νυν γνωρίζω εκ πείρας ότι Ούτος διψά την τελείωσιν ημών. Παραχωρών εις ημάς τον βαρύν πόλεμον εναντίον του εχθρού και ημών των ιδίων εν τη πτώσει ημών, επιθυμεί να ίδη ημάς νικητάς. Εάν δεν εγκαταλείψωμεν Αυτόν, έτι και εν τη άκρα εξουδενώσει ημών υπό των εχθρών, τότε Ούτος οπωσδήποτε θα έλθη. Νικά Ούτος, ουχί ημείς. Την νίκην όμως θα αποδώση εις ημάς, διότι ημείς υπεμείναμεν τον πόνον. }132}
Εν τη εσχάτη αυτής τελειώσει εκάστη υπόστασις θα λάβη το οριστικόν δι’ όλην την αιωνίοτητα όνομα, γνωστόν μόνον εις τον Θεόν και εις εκείνον τον άνθρωπον, όστις θα φέρει το όνομα τούτο. Ούτως, καίτοι η ζωή πάντων των σεσωσμένων θα είναι μία, καθώς Μία είναι η Βασιλεία της Αγίας Τριάδος, όμως η υποστατική αρχή εις έκαστον θα παραμείνη αναλλοίωτος.
Εάν τα δεδομένα αυτά της Αποκαλύψεως είναι αξιόπιστα, τότε κατανοείται και εκείνη η άποψις ότι δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρξη έν σύστημα ή πρόγραμμα ή πορεία αναπτύξεως κοινή δι’ όλους. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ουδαμώς υπάρχουν και γενικαί αρχαί. Ούτω παρατηρούμεν έν σχεδόν απαραλλάκτως επαναλαμβανόμενον φαινόμενον εις την τάξιν της πνευματικής ημών ζωής, ουχί εν ταις λεπτομερείαις, αλλ’ ως προς την γενικήν αρχήν: Ο άνθρωπος, άμα τη επιστροφή αυτού προς τον Θεόν, λαμβάνει την χάριν, ήτις συνοδεύει και φωτίζει αυτόν, διδάσκουσα αυτόν πολλά μυστήρια της μυστικής εν τω Θεώ ζωής. Ύστερον όμως η χάρις αναποφεύκτως θα αποχωρήση απ’ αυτού, τουλάχιστον κατά την αισθητήν αυτής δύναμιν, και ο Θεός θα αναμένη την απάντησιν ημών εις την εκχυθείσαν υπ’ Αυτού δωρεάν. Η δοκιμασία αύτη της πιστότητος ημών έχει διπλούν νόημα: Πρώτον μεν, είναι απαραίτητον δι’ ημάς να δείξωμεν την ελευθερίαν και την σύνεσιν ημών· να αναπτύξωμεν και να αναγάγωμεν, ει δυνατόν, μέχρι τελειότητος το προνόμιον της ελευθερίας δια τον αυτοπροσδιορισμόν ημών εν τη σφαίρα της αιωνιότητος. Δεύτερον δε, είναι αναγκαίον να δώσωμεν εις τον Πατέρα ημών τον Ουράνιον την δυνατότητα να παραδώση εις }133} ημάς, εις αιώνιον κληρονομίαν, παν ό,τι Ούτος έχει, διότι πάσα εξ ύψους δωρεά αφομοιούται υφ’ ημών μόνον δια παθημάτων. Μετά τούτο, εάν επιδείξωμεν ασάλευτον πιστότητα, ο Θεός έρχεται εκ νέου και ενοικεί δια παντός εν τω ανθρώπω, όστις κατέστη ικανός να περιλάβη το Πυρ της Πατρικής Αγάπης.
Ούτως, καίτοι δεν υπάρχουν γενικαί αρχαί ως πρότυπα της εν Θεώ ημών ζωής, υπάρχουν όμως θεμελιώδεις αρχαί, τας οποίας οφείλομεν να φέρωμεν εν τη συνειδήσει ημών, ώστε να τελέσωμεν τον δρόμον ημών εν συνέσει και μη γίνωμεν θύματα της αγοίας ημών περί των οδών της σωτηρίας.
Δια τον χριστιανόν, ως ημείς εννοούμεν αυτόν, η οδός προς τον Πατέρα διέρχεται μόνον δια του Υιού. … Εν τη προαιωνίω γεννήσει του Υιού ο Πατήρ εξέχεεν επ’ Αυτόν άπαν το πλήρωμα του Είναι Αυτού, ως εκ τούτου δε ο Υιός είναι εν παντί ίσος προς τον Πατέρα:
Δια του Αγίου Πνεύματος, του εκ του Θεού εκπορευομένου και εν τω Υιώ αναπαυομένου, γνωρίζεται ο }134} Υιός εν τη Θεότητι Αυτού και τη υπ’ Αυτού προσληφθείση ανθρωπότητι. Εν τω Αυτώ δε Πνεύματι ζώμεν και τον Πατέρα. }135}
Ο Θεός, Όστις εν τη ουσία Αυτού είναι επέκεινα πάσης εννοίας, παντός ονόματος ή εικόνος, γνωρίζεται εν τη αιωνοβίω πείρα της Εκκλησίας του Χριστού. Και οι Πατέρες ημών δια της υπερτάτης εφικτής εις τον άνθρωπον εμπειρίας εγένοντο μέτοχοι αυτής της γνώσεως, την οποίαν παρέδωκαν εις ημάς ως πολύτιμον και αναφαίρετον κληρονομίαν.
Η οδός ημών προς την γνώσιν του Θεού δεν διέρχεται δια των βιβλίων, αλλά δια της πίστεως εις τον λόγον του Χριστού· δια της πίστεως ταύτης, εισάγεται ο νους }136} ημών εις την καρδίαν, ήτις συνέχεται υπό της φλογός της αγάπης προς τον Χριστόν. Κατερχόμεθα εις την άβυσσον του ωκεανού τούτου, εις την καρδίαν του ανθρώπου. Γνωρίζομεν το επίπονον της καταδύσεως ταύτης: Προϋποθέτει πλήθος παθημάτων. Εκεί, εις τα βάθη, η χείρ του Θεού εναγκαλίζεται ημάς τρυφερώς και ανάγει ημάς εις τον ουρανόν. Εν τούτοις, η έως του ουρανού ανύψωσις είναι δυνατή, εάν υπάρχη προς τούτο η ενέργεια του πόνου της αγάπης.
Ο πόνος ούτος ουδόλως ομοιάζει προς τον φυσικόν ή τον ψυχικόν, καίτοι, ουχί σπανίως, περιλαμβάνει και τας κατωτέρας ταύτας μορφάς του πόνου. Είναι πόνος Θείας αγάπης, όστις αποσπά τον προσευχόμενον εκ του κόσμου τούτου και εισάγει αυτόν εις έτερον κόσμον. Όσον βαθύτερος είναι ο πνευματικός πόνος, τοσούτον ισχυροτέρα και η έλξις προς τον Θεόν· όσον δυναμική η κατάστασις ημών εις τα βάθη του ατέρμονος ωκεανού των παθημάτων, τοσούτον ασφαλής και η ανάβασις του πνεύματος ημών εις τον ουρανόν. }137}
Αλλ’ όμως όσον }141} παράδοξον και εάν φαίνηται τούτο, αι ακτίνες της φωτοφόρου Βασιλείας των ουρανών φθάνουν μέχρις ημών, ήδη εξ αυτής ταύτης της αρχής της πίστεως εις τον Χριστόν-Θεόν. }142}
Εκείνο όπερ αναζητούν οι οπαδοί άλλων διδασκαλιών, προς το οποίον ελκύονται, το οποίον ούτοι αποδέχονται ως αλήθειαν, τούτο ζη ο χριστιανός ως πτώσιν εκ της αυθεντικής ζωής. Το εμφανισθέν Θείον Φως καθιστά αυτόν ικανόν να βλέπη τας αβύσσους του άδου, αλλά δια τοιούτου τρόπου, ώστε να διακρίνη τα φάσματα της αληθείας, τα οποία έλκουν προς εαυτά τον άπειρον ασκητήν.
Ενίοτε ο πόνος της αγάπης προς τον Θεόν γίνεται προς στιγμήν όμοιος προς τον πόνον της καρδίας, την οποίαν διαπερά πεπυρακτωμένος σίδηρος, αλλά –πάλιν αλλά- ο πόνος ούτος είναι αναμεμιγμένος μετ’ αφάτου γλυκύτητος και αγάπης περιπτυσσομένης αληθώς τα πάντα. Έπεται ότι και ο πόνος μόνος καθ’ εαυτόν και η χαρά άνευ πόνου θα ήσαν θανατηφόροι δια τον ψυχοσωματικόν ημών οργανισμόν. }143}
Τα παθήματα του μετανοούντος δεν είναι ούτε νευρική διαταραχή, ούτε αποτέλεσμα ψυχολογικών συγκρούσεων, ή απωλείας του λογικού ελέγχου· ουδέν το νοσηρόν υπάρχει εν αυτοίς. Απολύτως ουδέν. Τα παθήματα ταύτα, κατά την φύσιν αυτών, ανήκουν εις άλλο επίπεδον του είναι. … Τα πνευματικά κατά Θεόν παθήματα δεν φονεύουν τον άνθρωπον, αλλά ζωοποιούν αυτόν. Δια της οδού ταύτης υπερνικά ο άνθρωπος τας συνεπείας της πτώσεως, ελευθερούται εκ του εν αυτώ ζώντος «νόμου της αμαρτίας». }144}
Έν εκ των δύο είναι αναπόφευκτον: Ή να απομακρυνθώμεν του Θεού, επιδιώκοντες ψυχοφυσικάς απολάυσεις και ανέσεις, και επομένως να αποθάνωμεν πνευματικώς, ή φερόμενοι προς την υπερφυσικήν μορφήν υπάρξεως να νεκρωθώμεν δια τον κόσμον τούτον. Εις την «νέκρωσιν» ταύτην έγκειται ο σταυρός ημών, η σταύρωσις ημών. }145}
Το αγαπάν τον Θεόν μέχρι μίσους προς εαυτόν συνιστά την τελειότητα της αγάπης:
Έκαστος εξ ημών οφείλει να ενθυμήται ότι προς απόκτησιν της Βασιλείας ταύτης παν κτιστόν κατ’ εικόνα Θεού πνεύμα μέλλει να διαβή το κατώφλιον των παθημάτων· παθημάτων εκουσίων χάριν της αγίας αγάπης. Άνευ της δοκιμασίας της ελευθερίας ημών, ούτε ημείς οι ίδιοι θα δυνηθώμεν να συνειδητοποιήσωμεν εαυτούς ως αληθώς ελεύθερα πρόσωπα.
«Να διαβώμεν το κατώφλιον» σημαίνει να αναγεννηθώμεν ριζικώς, να γίνωμεν «καινή κτίσις», να λάβωμεν την δωρεάν της Θείας αιωνιότητος, ούτως ώστε η Θεία ζωή να αποβή αναφαίρετον κτήμα ημών. Η άναρχος χάρις τοσούτον συνενούται μετά της κτιστής φύσεως ημών, ώστε αι δύο αύται γίνονται έν: Και τούτο είναι η θέωσις. }146}
Νίκα πάσαν επίγειον οδύνην βυθιζόμενος εκουσίως εις μεγαλυτέραν οδύνην: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην»· καταδίκασον σεαυτόν εις τον άδην, ως ανάξιον του Θεού, αλλά «μη απελπίζου». }147}

Ζ’ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΗΜΩΝ


Η αυθεντική χριστιανική ζωή ρέει «εν πνεύματι και αληθεία». Ως εκ τούτου είναι αύτη δυνατή εν παντί τόπω, εν παντί καιρώ, εν οιαδήποτε ιστορική εποχή. Αι θείαι εντολαί του Χριστού φέρουν απόλυτον χαρακτήρα. Δεν υπάρχουν και δεν δύνανται να υπάρξουν εν όλω τω κόσμω συνθήκαι υπό τας οποίας η τήρησις των εντολών θα ήτο εντελώς αδύνατος.
… το Πνεύμα οικοδομεί δι’ Εαυτό κατοικητήριον, }149} όπερ εν τοις ορίοις της γης έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, άτινα αποτελούν έκφρασιν του Πνεύματος και σκεύος διαφυλάξεως των χαρισμάτων Αυτού. Το θαυμαστόν τούτο σκήνωμα του Αγίου Πνεύματος είναι η Εκκλησία, ήτις δια μέσου πολυταράχων αιώνων διέσωσε τον πολύτιμον θησαυρόν της υπό του Θεού αποκαλυφθείσης Αληθείας. Ας αντιπαρέλθωμεν εκείνους οίτινες, λόγω ανεπαρκούς συνέσεως, αποβαίνουν υπέρθερμοι οπαδοί των εξωτερικών «σχημάτων», παραθεωρούντες κατά συνέπειαν την εν αυτοίς πνευματικήν ουσίαν. … Η αποστολή της Εκκλησίας συνίσταται εις την χειραγώγησιν των τέκνων αυτής προς την σφαίραν του Θείου Είναι. Η Εκκλησία αποτελεί το πνευματικόν κέντρον του κόσμου, το συγκεφαλαιούν άπασαν την ιστορίαν της ανθρωπότητος από της κτίσεως του πρώτου ανθρώπου έως του εσχάτου, όστις μέλλει να γεννηθή εκ γυναικός. … Όσοι ανετράφησαν εν τοις κόλποις Αυτής, δια μακρού αγώνος παραμονής εν τω πνεύματι των ευαγγελικών εντολών, συνειδητοποιούν την ελευθερίαν των υιών του Θεού και δεν δεσμεύονται πλέον ούτε υπό γεωγραφικού τόπου, ούτε υπό εξωτερικών παραδόσεων· καθιερωμένα έθιμα και θεσμοί δεν περιορίζουν, ούτε ζημιούν αυτούς. Έχουν ως πρότυπον τον Ίδιον τον Χριστόν, Όστις εξεπλήρωσε την εντολήν του Πατρός, μη «καταλύσας» το «δυσβάστακτον φορτίον» των ενταλμάτων του Μωσαϊκού Νόμου. }150}
Ο Θεός της αγάπης είναι Τριάς ομοούσιος και αδιαίρετος· το Απόλυτον Όν είναι Υποστατικόν, και αι σχέσεις ημών μετά του Υποστατικού Θεού είναι ωσαύτως κατ’ εξοχήν υποστατικαί· η αμαρτία είναι πάντοτε έγκλημα ή απόκλισις από της Πατρικής αγάπης … }153}
ο μόνος πόλεμος ημών, τον οποίον ημείς εξελέξαμεν, είναι η αγία πάλη προς τον κοινόν εχθρόν εις πάντας ανθρώπους, εις πάσαν την ανθρωπότητα: τον θάνατον. Κατ’ ουσίαν ο άνθρωπος δεν έχει άλλον εχθρόν. Παλαίομεν δια την ανάστασιν, την προσωπικήν και παντός άλλου συν-ανθρώπου. }155}
Εν τη κατωτέρα βαθμίδι της κλίμακος των πνευματικών καταστάσεων του χριστιανού κείται το «σκότος το εξώτερον»· εν δε τη ανωτέρα, η «βασιλεία του Θεού εληλυθυία εν δυνάμει». Δυστυχώς, η αυτάρκης στενότης του πνεύματος πλείστων όσων ουχί μόνον είναι ανίκανος να προσλάβη τον αυθεντικόν Χριστιανισμόν, αλλά και αποστρέφεται αυτόν. Εν τούτοις είναι δυνατόν, και επί των ημερών ημών, να συναντήσωμεν ασκητάς της ευσεβείας, η πείρα των οποίων προσεγγίζει εκείνην την πληρότητα, ήτις περιπτύσσεται τα πάντα. … Εγνώρισαν καταστάσεις βασάνων του άδου, το βαρύ σκότος της απογνώσεως, την απερίγραπτον αθυμίαν και την πικρίαν της Θεο-εγκαταλήψεως. }155}
Η εκλεπτυνθείσα δια της νηστείας και της προσευχής καρδία ευκόλως αποβαίνει διορατική κατά χάριν, και τότε αποκαλύπτονται εις αυτήν τα βάθη των ψυχών και αι οδοί προς θεραπείαν αυτών δια της μετανοίας. Τα άλλα είδη διορατικότητος δεν ελκύουν την προσοχήν ημών. Εν αρχή κατέρχεται συνήθως η χάρις της «μνήμης του θανάτου»: Είναι ιδιαιτέρα τις κατάστασις κατά την οποίαν η αιωνιότης κρούει την θύραν της καρδίας του διαμένοντος εν τω σκότει της αμαρτίας ανθρώπου. Τότε το Πνεύμα του Θεού μη γνωστόν εισέτι, ανεξιχνίαστον και κρυπτόμενον, μεταδίδει εις το πνεύμα του ανθρώπου την δυσερμήνευτον θεώρησιν του περιβάλλοντος κόσμου: Άπαν το κτιστόν είναι, εσφραγισμένον απ’ αρχής δια της φθοράς, παρουσιάζεται άνευ νοήματος, βεβυθισμένον εις τον γνόφον του θανάτου.
… Το πνεύμα του ανθρώπου εκτείνεται μεταξύ δύο ορίων: του άδου και της Βασιλείας, … }156}
… όταν η έλξις προς τον κόσμον (τόν οποίον δεν είναι δυνατόν να μη αγαπώμεν) υπερβαίνη την αγάπην ημών προς τον Θεόν, τότε οφείλομεν να ανεύρωμεν εν εαυτοίς δυνάμεις και να μιμηθώμεν τον Αβραάμ: Να λάβωμεν εις τας χείρας πυρ και μάχαιραν και να προσφέρωμεν ως θυσίαν πάν πολύτιμον εις ημάς, χάριν του θριάμβου της αγάπης του Θεού εν ημίν.
Γνωρίζομεν ότι ο Θεός εκάλεσεν ημάς, όπως συνεργήσωμεν μετ’ Αυτού εις την Πράξιν της υπ’ Αυτού δημιουργίας αθανάτων θεών. }159}
Είμεθα μηδαμινότης εκ του «μηδενός» ειλημμένη, αλλά και μεγαλείον εν τη χάριτι της σωτηρίας. Συνοικούν εν ημίν η εξάρτησις και η ελευθερία, η φθορά και η αθανασία, η δουλεία και η κυριότης. Εν τη πτώσει αυτών οι άνθρωποι εγένοντο θύματα ολεθρίου πλάνης: Θαυμάζουν ως μεγαλειώδες ό,τι είναι «βδέλυγμα» ενώπιον του Θεού, αποφεύγουν δε και καταφρονούν ό,τι είναι «πολυτελές» ενώπιον Αυτού. }160}
Όστις αποπειράται να ακολουθήση τον Χριστόν, «όπου αν υπάγη» εκείνος αναποφεύκτως θα κλονισθή πολλάκις: εν εκάστη αναβάσει αυτού εξ ελάσσονος προς κρείσσονα γνώσιν, εκ του ήσσονος προς το μείζον μέτρον αγάπης.
Ποσάκις παραιτούμεθα εν εξαντλήσει, ανίκανοι να εννοήσωμεν το θέλημα Αυτού, την πρωταρχικήν και εσχάτην περί ημών βουλήν Αυτού! Δυσκόλως εγκαταλείπομεν τας «οδούς ημών», και μετά μεγάλουξ κόπου ευρίσκομεν τας «οδούς Αυτού». }161}
Ως κτισθέντες εκ του «μη όντος», και επομένως υπάρχοντες μόνον «εν δυνάμει», οφείλωμεν δια της βαθμιαίας γνώσεως των μυστηρίων να διέλθωμεν την διαδικασίαν της ωριμάνσεως και του γίγνεσθαι ημών εν τη αληθεία. Τοιαύτη είναι η οδός: Πάντα τα χαρίσματα του Δημιουργού είναι καθαραί δωρεαί, διότι ημείς ουδέν έχομεν προ της εμφανίσεως ημών εν τω κόσμω τούτω, … Η αφομοίωσις όμως των δωρεών συνδέεται μετ’ οδυνηράς εντάσεως όλης της υπάρξεως ημών. Μόνον υπ’ αυτάς τας συνθήκας δίδεται εις τον Θεόν η δυνατότης να αποδώση εις ημάς την επίτευξιν αυτών, να θέση υπό την πλήρη κατοχήν ημών την εξ Αυτού εκπορευομένην ζωήν καθ’ όλην την αιωνιότητα: Η ζωή Αυτού γίνεται ζωή ημών. }162}
Το άναρχον Απόλυτον –ο Θεός- εφανερώθη εις ημάς ως Υποστατικόν Όν. Ημείς όμως δημιουργούμεθα ως υποστάσις μόνον εν δυνάμει. Η γνώσις του Θεού υφ’ ημών των κτιστών υποστάσεων είναι διμερής πράξις: του Παρέχοντος και του αποδεχομένου. Η γνώσις αύτη φέρει πάντοτε προσωπικόν και ουχί αντικειμενικόν χαρακτήρα. Ημείς, η εικών του Θεού, φέρομεν εν εαυτοίς την ακατάβλητον ορμήν προς μύησιν εις το αποκαλυπτόμενον εις ημάς Αυτούσιον Θείον Είναι.
… Δίδεται εις ημάς κατά τον βαθμόν καθ’ όν είμεθα έτοιμοι εν τη ελευθερία ημών να δεχθώμεν Αυτόν.
Ο Θεός ούτως ενούται μετά του ανθρώπου, ώστε ο τελευταίος ουδόλως βιοί Αυτόν ως «αντικείμενον» γνώσεως }163}, αλλά ως την εαυτού ζωήν. Η επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να εφαρμοσθή επ’ Αυτού. … Ούτος λέγει περί Εαυτού: «Εγώ ζω»· ονομάζει Εαυτόν «Εγώ ειμί», και μεταδίδει εις ημάς την ζωήν ταύτην ούτως, ώστε και ημείς δυνάμεθα να είπωμεν εν αισθήσει περί ημών αυτών: «εγώ ειμί». }164}
Η αγία εκείνη αγάπη, της οποίας η πνοή δύναται τότε να επισκεφθή ημάς, εμφανίζεται εις ημάς εσωτερικώς –υποκειμενικώς- ως μη επιδεχομένη αμφιβολίαν περί της Θείας προελεύεσεως αυτής. Εν τούτοις όμως, παρά την ορμήν της τα πάντα περιπτυσσομένης θαυμαστής αγάπης, της φανερουμένης εν τω Φωτί, θα ήτο ουχί μόνον σφαλερόν, αλλά και επικίνδυνον να εμπιστευθώμεν εις εαυτούς. (ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ) Εκ των Γραφών γνωρίζομεν ότι η Υπέραγνος Παρθένος Μαρία έσπευσε προς την δικαίαν Ελισάβετ, όπως μάθη εξ αυτής εάν ήτο αληθής η εις Αυτήν γενομένη αποκάλυψις περί της εξ Αυτής γεννήσεως Υιού, … }165} … Εκκλησίας ημών, ήτις εθέσπισεν ως υποχρεωτικόν κανόνα να θέτωμεν εαυτούς υπό την κρίσιν άλλων, εμπειροτέρων, πρεσβυτέρων, αποδεκτών υπό των πιστών.
Εν τη βάσει της υπάρξεως ημών κείται η σφραγίς της εκ του «μη όντος» δημιουργίας ημών, ήτις αποστερεί ημάς της δυνατότητος να εκφέρωμεν οιανδήποτε υποκειμενικήν κρίσιν περί του Είναι καθ’ Εαυτό της Απολύτου Υπάρξεως. Εκτός τούτου φέρομεν εν εαυτοίς τας συνεπείας της «πτώσεως του Αδάμ», εν ή εκφράζεται η τάσις προς αυτοθέωσιν. Η πείρα της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού ημών μαρτυρεί, βεβαίως, περί του απολύτου ημών, αλλ’ ημείς ευκόλως είναι δυνατόν να απολέσωμεν την συνείδησιν ότι είμεθα κτίσματα, … και ότι το «απόλυτον» ημών δεν είναι ει μη αντανάκλασις του Πρώτου Απολύτου. Η παραπλάνησις εις το σημείον τούτο είναι δυνατή δι’ ημάς και επί του διανοητικού και επί του ψυχολογικού επιπέδου. Δυνάμεθα να αποβώμεν θύματα της «φαντασίας» ημών και να εκπέσωμεν εκ της αυθεντικής πραγματικότητος, ήτις δεν είναι ατομική αλλά «καθολική». Εκλήθημεν να περιλάβωμεν εν εαυτοίς άπαν το πλήρωμα του ανθρωπίνου και Θείου έτι Είναι, αλλ’ οφείλομεν να αναγνωρίζωμεν ότι είμεθα μακράν }166} «τούτου». Και ούτως είναι απολύτως απαραίτητον δι’ έκαστον εξ ημών, οιονδήποτε προφητικόν χάρισμα και εάν κατέχωμεν, να βεβαιούμεθα δια της μαρτυρίας άλλων προσώπων ότι περικλειόμεθα εις το καθολικόν είναι, το κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού.
Πιστεύομεν ότι εις εκάστην δεδομένην ιστορικήν στιγμήν υπάρχουν εν τη Εκκλησία ζώντες μάρτυρες· ότι έως της συντελείας των ημερών του κόσμου τούτου δεν θα εκλείψη εκ της ανθρωπότητος η αυθεντική Θεογνωσία.
Μόνον μετά την ανεύρεσιν αυθεντικής επιβεβαιώσεως της ατομικής εμπειρίας ημών δυνάμεθα να εμπιστευθώμεν εαυτούς, και πάλιν ουχί υπερμέτρως. … εις έκαστον νέον βήμα είναι απαραίτητον να ενθυμώμεθα ότι η μετά αυτοπεποιθήσεως απομόνωσις ημών εγκυμονεί την δυνατότητα να αμαρτήσωμεν κατά της αληθείας. }167}
Η ψυχή αυτού (Γέροντος Σιλουανού) ήτο προσηλωμένη εις την θέαν του άδου, πέραν των ορίων της γης. Εθεώρει τον άδην τούτον δυνάμει της δοθείσης εις αυτόν πείρας της πραγματικότητος της πνευματικής καταστάσεως }169} του ανθρωπίνου πνεύματος. … Εμέ όμως προσωπικώς κατείχεν η θεωρία του άδου εν τω κόσμω τούτω, εν τη ιστορία. Ζων εν τη ερήμω, ουχί μόνον δεν απηλλάγην της καταστάσεως ταύτης, αλλά τουναντίον ηυξήθη το μαρτύριον μου υπέρ του κόσμου, ως συνέπεια των γεγονότων, εν γένει, της εποχής ημών, και προ παντός της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Η έρημος έδιδεν εις εμέ την ελευθερίαν να παραδοθώ εις την προσευχήν υπέρ της ανθρωπότητος, ιδιαιτέρως τας νυκτερινάς ώρας. Συνείχεν εμέ, κατά τινα τρόπον, η αίσθησις των παθημάτων της οικουμένης. Προς τούτο συνέβαλλεν η εμπειρία μου εκ του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και της μετ’ αυτόν Ρωσικής Επαναστάσεως. Έζων επί έτη εν πνιγηρά ατμοσφαίρα αδελφοκτόνου μίσους, … Έκτοτε θα προετίμων μάλλον να ακούω περί χιλιάδων ίσως θυμάτων εκ σεισμών, πλημμυρών, επιδημιών και άλλων θεομηνιών και καταστροφών, αίτινες προκαλούν συνήθως την συμπάθειαν πάντων, ή περί πολέμων, οίτινες σχεδόν ανεξαιρέτως παρασύρουν πάντας εις ηθικήν συμμετοχήν εις τους φόνους. Δεν υπάρχει μεγαλυτέρα αμαρτία εκείνης του πολέμου. }170}
«Τετέλεσται» … εάν υποθέσωμεν ότι εν τη σφαιρική οράσει Αυτού εισήρχετο ουχί μόνον η έως και της εις άδου καθόδου άκρα κένωσις Αυτού, αλλ’ ωσαύτως και η όρασις της νίκης Αυτού επί του θανάτου. Διέβλεπε το πλήθος των υπ’ Αυτού σεσωσμένων εν τω Φωτί της Βασιλείας του Πατρός. Ό,τι ο δημιουργικός νους του Θεού συνέλαβε δια τον Άνθρωπον «προ καταβολής κόσμου» νυν αποβαίνει δυνατόν, πραγματοποιείται. Ο Χριστός εξεπλήρωσε το έργον, το οποίον ανέθεσεν εις Αυτόν ο Πατήρ.
Φόβος και φρίκη κυριεύουν ημών, όταν διανοίγωνται προ ημών τα έσχατα όρια των παθημάτων. Η ιδιομορφία όμως της χριστιανικής οδού έγκειται εις το ότι, παραλλήλως προς την κατάβασιν εις την χώραν των βασάνων, γίνεται δυνατή και η ανάβασις του ανθρωπίνου πνεύματος εις την σφαίραν του ακτίστου Φωτός. Όταν εμπίπτουν εις ημάς αφόρητοι, ως φαίνονται, οδύναι, τότε απροσδοκήτως ανοίγεται η είσοδος προς το όντως άπειρον «περισσόν» ζωής· τότε αρχόμεθα να γνωρίζωμεν βαθύτερον τον Χριστόν και εν τη Ανθρωπότητι και εν τη Θεότητι Αυτού. Το πνεύμα ημών πανηγυρίζει και εκπλήττεται προ του θαύματος, όπερ εποίησε μεθ’ ημών ο Θεός. }171}
Εις τον πιστεύοντα δίδονται καταστάσεις, αίτινες εξομοιούν αυτόν προς τον Σαρκωθέντα Θεόν· δεν ομιλούμεν περί πλήρους ταυτότητος, αλλ’ ούτε αρνούμεθα αναλογίαν τινά. Το πρώτον θα ήτο αφροσύνη· ασέβεια και αγνωμοσύνη θα ήτο το δεύτερον.
Η ορμή του νοός ημών στρέφεται προς τον Όντα, την Αρχήν του παντός, τον Πρώτον και τον Έσχατον. Και πως θα ηδυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τον «ιστορικόν» Χριστόν παρόμοια κατηγορήματα, εάν η τήρησις των εντολών Αυτού δεν προσέφερεν εκείνους τους καρπούς, περί ών μετά τοιαύτης ευλαβείας και εμπνεύσεως ομιλούν οι Πατέρες ημών από γενεάς εις γενεάν; }172}
Εν αυτή τη ανεξιχνιάστω αιωνία στιγμή, και ημείς, κατά την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, θα περιλάβωμεν εν αγάπη την πληρότητα της απ’ αιώνος κτίσεως δια μιάς στιγμιαίας, αθανάτου, πράξεως όλης ημών της υπάρξεως. Και τότε ο Θεός θα είναι τα πάντα εν πάσι.
Το είναι της λογικής κτίσεως οφείλει να τελειωθή κατ’ εικόνα της Τριαδικής Θεότητος. Εις τούτο έγκειται το νόημα, ο προορισμός και το έργον της Εκκλησίας του Χριστού: «Ίνα πάντες έν ώσι καθώς Συ, Πάτερ, εν Εμοί καγώ εν Σοί, ίνα και αυτοί εν Ημίν έν ώσιν». Είναι φανερόν ότι έκαστον μέλος της Εκκλησίας οφείλει να φθάση εις το πλήρωμα της ομοιώσεως προς τον Χριστόν, μέχρι και της ταυτότητος μετ’ Αυτού (κατ’ ενέργειαν βεβαίως, ουχί κατ’ ουσίαν), άλλως δεν θα πραγματοποιηθή η ενότης της Εκκλησίας καθ’ ομοίωσιν της ενότητος της Αγίας Τριάδος. }174}

Η’ ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ


Το πνεύμα του ανθρώπου, ως εικών του Πνεύματος του Θεού, κτισθέν ακαταλήπτως υπ’ Αυτού, γεννάται, κατά τινα τρόπον, εντός του υλικού σώματος ημών, ενώ κατά την φύσιν αυτού ίσταται υπεράνω της κοσμικής ύλης. Εκ της συναντήσεως αυτού μετά του Χριστού, αυξάνει κατά την υποστατικήν αυτού συνείδησιν έως εκείνης της ωριμότητος, καθ’ ήν καταργείται η εξάρτησις αυτού εκ των φυσικών νόμων της γης, και άρχεται να προσλαμβάνη ενεργώς την πνοήν της Θείας αιωνιότητος. }175}
Καίτοι είναι κτίσμα του Θεού, εν τούτοις ο Δημιουργός απευθύνεται προς αυτόν ουχί ως προς «ενέργημα» Αυτού, αλλ’ ως προς καθωρισμένον γεγονός, έτι και δι’ Αυτόν τον Ίδιον. … Ούτως, η Εκκλησία απορρίπτει έτι και την Θείαν αιτιοκρατίαν, τουτέστι την «ωριγενιστικήν», κατά την οποίαν η Θεία αγαθότης θα ανεύρη οδούς να σώση τους πάντας, άνευ παραβιάσεως της αρχής της ελευθερίας.
Η ελευθερία αύτη, της οποίας η εμπειρία δίδεται εις τον χριστιανόν, ανήκει εις την ενυπάρχουσαν εν τω ανθρώπω προσωπικήν αρχήν. Τα δύο ταύτα, το Πρόσωπον και η ελευθερία, είναι αρρήκτως ηνωμένα: Όπου δεν υπάρχει ελευθερία, εκεί δεν υπάρχει Πρόσωπον. … Αυτός ο τρόπος αιωνίου υπάρξεως χαρακτηρίζει αποκλειστικώς το Πρόσωπον και ουδόλως το άτομον. }176}
Ως προς τον έσχατον αυτοπροσδιορισμόν ημών, εν αναφορά προς τον Θεόν, είμεθα αυτεξούσια πρόσωπα. … το μοιραίον τούτο αυτεξούσιον αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια το κτιστόν πρόσωπον, προς ανάβασιν δια την πρόσληψιν της Θείας Ζωής.
Ημείς κτισθέντες εκ του «μηδενός», δεν έχομεν το είναι εν εαυτοίς:
Ο χριστιανός εκλήθη να έχη την τόλμην να πιστεύη ότι δυνάμεθα να οικειοποιηθώμεν το Θείον Είναι. Τούτο δεν ανήκει εις ημάς, ούτε διαθέτομεν δυνάμεις να δημιουργήσωμεν αυτό, διότι είμεθα κτίσματα. }177}
Θεωρεί εαυτόν ως πληρότητα, ως ολοκληρωμένην προσωπικότητα. Εν ενί λόγω λέγει: «Ζω εγώ». … Έχει μόνον την συνείδησιν ότι εκείνη η ζωή, την οποίαν είχον οι γονείς αυτού, μετεδόθη εις αυτόν, εχύθη εις τας φλέβας αυτού, εγένετο ιδική του, εύρε την ιδίαν αυτής πορείαν. }178}
Όταν η άναρχος αύτη ζωή μεταδίδηται υπαρκτικώς εις ημάς, αισθανόμεθα αυτήν ως ιδίαν ημών ζωήν. Γνωρίζομεν εκ προγενεστέρας πείρας ότι η ζωή αύτη εδόθη υπό του Θεού· δεν ανήκει εις ημάς κατά την ουσίαν αυτής, χαρίζεται όμως εις τους σωζομένους ως αναφαίρετος κληρονομία, γίνεται όντως η ζωή ημών. Δυνάμεθα να ομιλώμεν περί αυτής δια των λόγων του αποστόλου Παύλου: "Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός". Επαναλαμβάνω εκ νέου: Γνωρίζω ότι Εκείνος ζη εν εμοί, αλλ’ η ζωή Αυτού εγένετο ο εσώτατος πυρήν όλης της υπάρξεώς μου, ώστε δύναμαι να ομιλώ περί αυτής ως περί ιδίας ζωής: Ζη Κύριος, ζω και εγώ.
Η είσοδος ημών προς κατοχήν της αθανάτου ταύτης ζωής προϋποθέτει την τήρησιν των εντολών του Κυρίου.
Η ομοίωσις της φύσεως ημών προς τον Θεόν γεννά εν ημίν φυσιολογικώς την δίψαν προς γνώσιν της Αληθείας, προς αγώνα δια την Θείαν τελειότητα. Η τελειότητα }179} αύτη δεν υπάρχει εν ημίν, αλλ’ εν τω Πατρί, Όστις είναι Πηγή παντός υπάρχοντος.
Η βουλή αύτη είναι οικεία εις το πνεύμα ημών, καίτοι υπερβαίνει την κτιστήν ημών φύσιν. Η υπερβατικότης του Πατρός εξηγεί το απαραίτητον της πάλης δια την πλήρη αφομοίωσιν αυτής υφ’ ημών· και ημείς πορευόμεθα ελευθέρως προς τον αγώνα τούτον τον μαρτυρικόν και ταυτοχρόνως πλήρη εμπνεύσεως. }180}
… επικαλούμενοι τον Πατέρα ημών, υπό την λέξιν «ημών» εννοούμεν όλην την ανθρωπότητα, και δια της αυτής καρδίας εκζητούμεν την χάριν δια πάντας ανθρώπους, ως και δι’ ημάς αυτούς:
Κατά την χριστιανικήν αντίληψιν το κακόν, ως και το αγαθόν, είναι παρόν μόνον εκεί, όπου υπάρχει υποστατική μορφή του είναι. Εκτός του είδους αυτού της ζωής δεν υφίσταται το κακόν, αλλά μόνον καθωρισμέναι φυσικαί διαδικασίαι. }182}
… ο Κτίστης περιφρουρεί την ανθρωπίνην ελευθερίαν ως την θεμελιώδη αρχήν εν τη δημιουργία θεοειδών υπάρξεων. Η επέμβασις του Θεού εις την ζωήν των ανθρώπων, οσάκις η θέλησις αυτών θα έκλινε προς τας οδούς των ανοσιουργημάτων, θα ισοδυνάμει προς στέρησιν της δυνατότητος του αυτοπροσδιορισμού·
Ο Θεός βεβαίως σώζει και μεμονωμένα πάσχοντα άτομα και ολοκλήρους λαούς, όταν ούτοι κατευθύνουν τα διαβήματα αυτών εις τας οδούς Αυτού, επικαλούμενοι την παρ’ Αυτού βοήθειαν. }183}
Η προσευχή υπερέχει κατ’ αξίαν πάσης άλλης δραστηριότητος εις τον κοινωνικόν, πολιτικόν, επιστημονικόν ή και καλλιτεχνικόν τομέα.
Το πρώτον γνώρισμα της ελευθερίας είναι η απροθυμία ημών να εξουσιάζωμεν οιουδήποτε. Η επομένη βαθμίς αυτής είναι η εσωτερική ημών χειραφέτησις από της εξουσίας των άλλων εφ’ ημών· }184}
Μέγας και θαυμαστός ο κόσμος της αγίας ελευθερίας! Άνευ αυτής είναι αδύνατος η σωτηρία ως θέωσις του ανθρώπου. Είναι ανάγκη ο ίδιος ο άνθρωπος να διατεθή ελευθέρως δια την αιωνιότητα. }185}
… το πάθος της κυριαρχίας επί του αδελφού έχει ως άμεσον συνέπειαν την απώλειαν της ημετέρας ανεξαρτησίας, και επί πλέον, πράγμα φοβερόν, τον χωρισμόν από του Θεού της αγάπης, την στέρησιν της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Εν τω βάθει της ψυχής του «κατακτητού» ετοιμάζεται πτώσις εις το κενόν της ανυπαρξίας. }186}
Η ασκητική έννοια «έρημος» δεν αναφέρεται εις γεωγραφικόν τόπον, αλλά εις τρόπον ζωής: Είναι η απομάκρυνσις από των ανθρώπων, κατά την οποίαν ουδείς βλέπει ή ακούει τον ασκητήν, ουδεμία ανθρωπίνη εξουσία ασκείται επ’ αυτού, και ο ίδιος ουδένα εξουσιάζει. Η ελευθερία αύτη είναι απαραίτητος δια την πλήρη κατάδυσιν του πνεύματος, αλλά και όλης της υπάρξεως ημών, εις την Θείαν σφαίραν. Τότε είναι δυνατόν να μεταδοθή εις ημάς η υπερτέρα πασών των αξιών της γης Θεία απάθεια. Εν αυτή ο άνθρωπος ουδόλως διανοείται υπεροχήν έναντι του αδελφού αυτού. Ουδόλως επιδιώκει τιμήν, δόξαν, έτι μάλλον, υλικόν πλούτον.  … η ελευθερία των τέκνων του Θεού … όταν ο άνθρωπος αληθώς κατανικά την επ’ αυτού εξουσίαν της αμαρτίας και του θανάτου. … Δεν λέω ότι προσέλαβον την δωρεάν ταύτην … Κατά καιρούς όμως διέμενον εν τω μεθορίω εκείνω, εν τω οποίω κατενόουν ότι το πλήρωμα της ελευθερίας έρχεται, όταν καταλυθή ο θάνατος.
Όστις δεν πτοείται υπό του θανάτου, ούτος βαδίζει επί της οδού προς την ελευθερίαν. Ο άνθρωπος κρατείται }187} εν δουλεία, εάν εν αυτώ υπερισχύη η «προσπάθεια» εις τα γήινα. }188}

Θ’ ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΩΣ


Η αυθεντικώς αγία έμπνευσις, η Άνωθεν εκ του Πατρός εκπορευομένη, εις ουδένα επιβάλλεται δια της βίας, αλλ’ αποκτάται, ως και παν άλλο δώρον του Θεού, δι’ εντατικού αγώνος προσευχής. Τούτο δεν σημαίνει ότι ο Θεός, τρόπον τινά, αμείβει δια τους κόπους, αλλ’ ότι παν το δια συνέσεως και δια παθημάτων αποκτώμενον γίνεται αναφαίρετον κτήμα του ανθρώπου δια την αιωνιότητα. Είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς, όπως αναγεννηθώμεν πλήρως δια της ενεργείας της χάριτος και αποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητα να προσλάβωμεν την θέωσιν. … Ο Θεός παραδίδει όντως εις ημάς την ζωήν Αυτού, ως προσωπικόν ημών κτήμα, υπό την πλήρη έννοιαν της λέξεως. Η προαιώνιος Θεία δόξα κατοικεί εντός των λελυτρωμένων υπ’ Αυτού, και τούτο, ουχί ως τι επιπρόσθετον –αλλότριον της φύσεως ημών-, ουχί ως παρουσία εν ημίν πράγματος «ξένου» και «αδίκου». Ουχί. Η αληθής θέωσις έγκειται εις το ότι η λογική φύσις μετέχει της ανάρχου ζωής του Ιδίου του Θεού κατά τρόπον ενεργόν και αναφαίρετον εις τους αιώνας. Εν άλλαις λέξεσιν, η ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπω δια του αυτού τρόπου, δι’ ου σαρκωθείς ο Θεός ενυποστασίασε –προσέλαβεν εν τη υποστάσει Αυτού- την κτισθείσαν υπ’ Αυτού μορφήν της υπάρξεως ημών. Εν τω μέλλοντι αιώνι η ενότης του Θεού μετά του ανθρώπου θα καταστή πλήρης εν παντί τω περιεχομένω του Είναι Αυτού, εκτός, εννοείται, της ταυτότητος κατά την Ουσίαν. Η τελευταία αύτη είναι αμέθεκτος υπό των κτισμάτων και παραμένει }190} πάντοτε απρόσιτος εις πάσαν κτισθείσαν ύπαρξιν: Αγγέλους και ανθρώπους.
Δια της συνεπούς διαμονής εν τη σφαίρα των εντολών του Χριστού θεραπεύεται ο εκ της αμαρτίας ημών θάνατος, και η ζωή ημών άπασα διαπεράται υπό του Ακτίστου Φωτός της Θείας Αιωνιότητος.
Όταν η ψυχή κατά τρόπον υπαρκτικόν άπτηται της αιωνιότητος ταύτης, τότε εκπίπτουν αφ’ ημών τα χαμερπή πάθη. Απαλλασόμεθα της αδελφοκτόνου πάλης προς απόκτησιν επιγείων προνομίων, κατέρχεται εφ’ ημάς η «ειρήνη του Χριστού» και λαμβάνομεν την δύναμιν «να αγαπώμεν τους εχθρούς». … Η ειρήνη του Χριστού είναι πολυτιμοτέρα παντός θησαυρού, πάσης χαράς και απολαύσεως επί της γης. }191}
Είναι αρκετόν εις ημάς να έχωμεν ολίγην τροφήν, να είμεθα υπό στέγην και το σώμα ημών να είναι κεκαλυμμένον ένεκα του ψύχους και της αιδούς, προκειμένου ο νους ημών –το πνεύμα ημών- να είναι ελεύθερος να βυθίζηται εν τη μελέτη του Θείου Είναι, του υπό του Χριστού αποκαλυφθέντος εις ημάς. }192}

Ι’ ΠΕΡΙ ΚΕΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΘΕΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΩΣ


Δια της υπερηφανίας η ανθρωπότης υπετάγη εις την φθοράν. Είναι απαραίτητον όπως χειραγωγηθώμεν υπό της Ευαγγελικής διδαχής, ίνα αναγεννηθώμεν εν τω Θεώ και επανέλθωμεν εις το πρωτόκτιστον πνευματικόν κάλλος. }193}
Η πίστις ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Σωτήρ του ανθρώπου δεν θα επιτρέψη να εκπέσωμεν απ’ Αυτού κατά την διάρκειαν της απροβλέπτου και ακαταλήπτου διαδικασίας της καθάρσεως ημών εκ του «πλούτου» της αμαρτίας. … Χάριν αυτών, των Αποστόλων και των Πατέρων, κατέχομεν την γνώσιν του μυστηρίου των οδών της σωτηρίας. Αι αδιόρατοι αύται οδοί κρέμανται υπεράνω αβύσσων. Επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει άλλη δύναμις, άλλη σύνεσις, ικανή να αποτρέψη την εκτροπήν ημών εκ των οδών τούτων και τον καταποντισμόν εις τας ζοφώδεις αβύσσους, ει μη η ακατάλυτος πίστις εις τον Χριστόν-Θεόν. «Αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών».

ΑΙ ΟΔΟΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
Αι εντολαί θέτουν ημάς πρόσωπον προς Πρόσωπον ενώπιον του Απολύτου Είναι. Πάσαι αι προσπάθειαι ημών, όπως τηρήσωμεν αυτάς, αναποφεύκτως αποτυγχάνουν. Ανακαλύπτομεν την πλήρη ανικανότητα ημών δια την πορείαν ταύτην. Παρατηρούμεν εν ημίν δολιότητα πνεύματος-νου και πάθη καρδίας, άτινα φονεύουν ημάς. Ο φόβος εκ της εκπτώσεως από του Θεού, εις τον Οποίον επιστεύσαμεν, είναι μέγας. Εκ του φόβου τούτου ερχόμεθα εις συντριβήν }194} καρδίας δια την κατάστασιν ημών. Απορρίπτομεν εκείνα, τα οποία εθεωρούμεν κατά το παρελθόν ως πλούτον ημών. Απογυμνούμεθα από πασών των γηίνων προσκολλήσεων και γνώσεων, έτι δε και από του ιδίου θελήματος. Πτωχεύομεν και «κενούμεθα». Βεβαίως η πλέον βαρεία δοκιμασία έγκειται εις το ότι, παρά την άκραν έντασιν όπως παραμείνωμεν πιστοί εις τον Θεόν, υπομένομεν περιόδους εγκαταλείψεως υπό του Θεού. Η πνευματική πτωχεία, ομού μετά της οδύνης της Θεοεγκαταλείψεως, βυθίζει ημάς εις απόγνωσιν. Αισθανόμεθα ως να βαρύνη εφ’ ημών φοβερά τις κατάρα. Είναι δυνατόν να πάσχωμεν εις πάντα τα επίπεδα του είναι ημών: το πνεύμα, τον νουν, την καρδίαν, το σώμα. Εις παρομοίας ακριβώς στιγμάς το πνεύμα ημών συλλαμβάνει την βιβλικήν αποκάλυψιν περί της αυθεντικής τραγωδίας της πτώσεως του Ανθρώπου, και η πίστις εις την αγάπην του Χριστού παροτρύνει ημάς, όπως παραδοθώμεν εις πλήρη κατά το δυνατόν μετάνοιαν. Όσον βαθυτέρα είναι η μετάνοια ημών, τοσούτον ευρύτερον διανοίγονται ενώπιον ημών τα έως τότε κεκαλυμμένα βάθη του είναι ημών. Συνειδητοποιούντες εναργώς το άπελπι της καταστάσεως ημών, αρχόμεθα να μισώμεν εαυτούς ως είμεθα.
Αύτη η μορφή κενώσεως ή ταπεινώσεως δεν επιτυγχάνεται δι’ ανθρωπίνων προσπαθειών. Είναι δώρον του Θεού Σωτήρος. Είναι η χάρις της μετανοίας «εις άφεσιν αμαρτιών». Δεν κατανοούμεν την εν ημίν ενέργειαν Αυτού, αλλ’ εν τούτοις δια της δυνάμεως Αυτού σμικρυνόμεθα μέχρι του μηδενός· και τούτο είναι δι’ ημάς φρικτόν: Ούτος εγκατέλιπεν ημάς. Αυτός, η μόνη αναζήτησις ημών και αγάπη, εκρύβη αφ’ ημών.
Δι’ αυτού του τρόπου επιτελείται η κάθαρσις ημών εκ της «κατηραμένης» κληρονομίας. }195} Δι’ αυτής της οδού εισδύει βαθμηδόν εντός ημών ήδη νέα άκτιστος ενέργεια: Μετέχομεν του Θείου Είναι. Τότε έρχεται το Θείον Φως και περιπτύσσεται ημάς.
Επιστρέφοντες εις το μηδέν γινόμεθα «ύλη», εξ ής ίδιον εις τον Θεόν ημών είναι να δημιουργή. Ούτος, και ουδείς άλλος, εφανέρωσεν εις ημάς το μυστήριον τούτο. … Αναζητώ λόγους ίνα εκφράσω μυστήριον απολεσθέν υπό των ανθρώπων (ΚΑΙ ΣΤΗΝ 211}. … Δεν είμαι εγώ όστις επενόησε την διδαχήν ταύτην, αλλ’ εμυήθην εις αυτήν, Θεία συγκαταβάσει, υπό του εκλεκτού (αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου) Αυτού. }196}



Ο Κύριος, Όστις ευδόκησε κατά τους νηπιακούς μου χρόνους να ίδω το Φως Αυτού μετά παιδικής απλότητος, παρεχώρησε να ζήσω πτώσιν, ομοίαν προς εκείνην του Αδάμ. }197}
Ο άνθρωπος, αποκεκομμένος εκ της Παραδόσεως, δεν είναι εις θέσιν να πορευθή μόνος την οδόν του Χριστού. … Ο έχων σώας τας φρένας θα αποφύγη την αυτάρκειαν και θα αναζητήση αξιοπίστους μάρτυρας, ίνα μάθη «μήπως εις κενόν τρέχει».  … η γνωριμία μετά των έργων των Ασκητών ανταπεκρίνετο όντως εις τας ανάγκας μου. }198}
Ανακαλύπτων εν τοις συγγράμασιν αυτών ομοιότητα προς την εμπειρίαν μου, συνέβαινε να αισθάνωμαι κύμα ικανοποιήσεως, όπερ ως ελώδης ιλύς εκάλυπτε την καρδίαν μου. Τότε απεχώρει, ενίοτε επί μακρόν, η όρασις του ουρανίου Φωτός. Περιέπιπτον εις μεγάλην λύπην εξ αιτίας του φαινομένου τούτου. Εφαίνετο εις εμέ ότι ευρισκόμην προ αδιεξόδου: Δεν ηδυνάμην να είμαι αυτάρκης. Οσάκις όμως κατενόουν εκείνο, όπερ η δεξιά του Θεού απέστελλεν εις εμέ, τότε η «αριστερά» μου κατέστρεφε το παν. «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! Τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;». Προσηυχόμην κατακλυζόμενος υπό δακρύων συντριβής, και ευθύς, ως ενεφανίζετο πλησίον που εν τω αέρι λογισμός κενοδοξίας, ανιστάμην πάραυτα από της γης απεστερημένος πάντων: Δεν υπήρχον δάκρυα, η ψυχή ήτο ηρημωμένη· το σώμα ήτο υγιές, η πνευματική όμως ζωή αφίστατο απ’ εμού.
«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών». Οι λόγοι ούτοι του Χριστού κείνται εις θεμέλιον της ασκητικής ζωής, ήτις οδηγεί προς την σωτηρίαν, εννοουμένην ως θέωσιν. }199}
Είναι θλιβερόν να πειθώμεθα εις έκαστον βήμα περί της αδυναμίας ημών. Ο νους ημών είναι στενός, ίνα συλλάβη τα άγια προστάγματα Αυτού. }200}
Γνωρίζομεν εκ πείρας ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος προς απαλλαγήν εκ του κληρονομηθέντος εν τη πτώσει ειδεχθούς πάθους της υπερηφανίας.
Η μετάβασις εκ της φθοράς, της κληρονομηθείσης παρά του Αδάμ, εις την περιοχήν του ανεσπέρου Φωτός του Χριστού είναι γεγονός σημαντικώτερον πάντων των άλλων γεγονότων της γης. Σημείον της προσεγγίσεως εις το μέγα τούτο μυστήριον αποτελεί η εν ημίν εμφάνισις του αγίου μίσους προς ημάς αυτούς. … Αυστηρώς ελέγχομεν και άνευ οίκτου καταδικάζομεν εαυτούς εις τον άδην ως αναξίους του Θεού. Ούτως υπερνικώμεν την τάσιν να συγκαταβαίνωμεν εις τας αδυναμίας ημών, να συγχωρώμεν ευκόλως τας παραβάσεις ημών, ιδιαιτέρως όταν αύται διαπράττωνται μόνον κατά διάνοιαν. Ο αγών ημών είναι μεγαλειώδης. Εν αυτώ επιστρατεύεται πάσα η ύπαρξις ημών. Εάν κερδήσωμεν, κατακτώμεν την αθανασίαν εν τω ανάρχω Φωτί. «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν».
Η διδαχή του Χριστού πηγάζει «από του Πατρός των Φώτων»· συμφυής μετ’ αυτής είναι η Θεία τελειότης. Ανήκει εις άλλο επίπεδον του είναι. Ουδείς }201} εκ των ανθρώπων δύναται να συμμορφώση την ζωήν αυτού προς το Ευαγγέλιον δια μόνης της δυνάμεως αυτού. Όσον και εάν εντείνωμεν την προσπάθειαν ημών, η εντολή παραμένει ανέφικτος εν τη τελειότητι αυτής.
Η απόλυτος τελειότης δεν είναι εφικτή εν τοις ορίοις της επιγείου ζωής, και είναι επικίνδυνον να αισθανώμεθα ικανοποιημένοι δια τα ήδη κεκτημένα. Όσοι δεν πιστεύουν εις τον Θεόν, δεν γνωρίζουν την Θεοεγκατάλειψιν. Την εξ αυτής θλίψιν διέρχονται μόνον εκείνοι, οίτινες εγνώρισαν ήδη την αγαθότητα του Θεού και αγωνίζονται δι’ όλων των δυνάμεων αυτών, όπως παραμείνουν εν Αυτώ και συν Αυτώ. Όσον εντονώτερον εγεύθη ο άνθρωπος της χαράς της μετά του Θεού ενώσεως, τοσούτον βαθύτερον πάσχει εκ του χωρισμού απ’ Αυτού. … «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί Με εγκατέλιπες;». Η τοιαύτη τελεία κένωσις του «ανθρώπου Χριστού Ιησού» μετετράπη εις εξ ίσου τελείαν θέωσιν της φύσεως ημών, την οποίαν προσέλαβε δια της σαρκώσεως Αυτού. }202}
Οφείλει ο χριστιανός να προσεγγίση, εν τινι μέτρω, εις την κατάστασιν της κενώσεως, όπως αξιωθή να προσλάβη την σωτηρίαν, ήτις είναι πάντοτε ανάλογος προς το βάθος της προσωπικής αυτού κενώσεως. Τοιαύτη είναι η αγάπη του Θεού: Εν τη αιωνιότητι χαρακτηρίζεται υπό της άκρας εντάσεως του Είναι, ουδέποτε ελαττουμένης εν τη πλήρει αυταπαρνήσει αυτής. Η αγάπη αύτη είναι ταπεινή, και είναι φυσικόν εις την Θείαν ταπείνωσιν να προσφέρηται προς πάντας τους ερχομένους προς αυτήν. Εν τη Βασιλεία του Θεού Πατρός ουδείς απομονούται εγωιστικώς εν εαυτώ. Η αγία αγάπη μεταφέρει όλον τον πόθον αυτής εις τους ηγαπημένους. Εναγκαλίζεται εν ταπεινώσει όλον τον κόσμον, τον Θείον και τον κτιστόν. Κατ’ αυτόν τον τρόπον άπαν το Είναι αποβαίνει το περιεχόμενον αυτής(ΣΥΜΒΟΛΟ). Εις τούτο έγκειται το μεγαλείον της αγάπης, ο άμετρος πλούτος και η άφατος μακαριότης αυτής.
Τουναντίον, ο εν αυταρεσκεία εγκλεισμός του ανθρώπου εν εαυτώ αποτελεί την άκραν στέρησιν και το σκότος του άδου. Ο έσχατος βαθμός εγωκεντρικότητος εκφράζεται ως μίσος προς τον Θεόν.
Η Θεία αγάπη αποκτάται δια μακράς πείρας αυτοκενώσεως. }203}
Η χριστιανική τελειότης υπερβαίνει τον άνθρωπον: Είναι Θεία. Ο Κύριος εφανέρωσεν αυτήν εις ημάς δια της σαρκώσεως Αυτού. Ουδείς απεχώρησεν εκ του κόσμου τούτου φθάσας εις ίσον προς Αυτόν μέτρον τελειότητος. … Το ουράνιον πυρ, όπερ διατρέχει την ζωήν της Εκκλησίας και τα Μυστήρια αυτής, συγκρατεί δια μέσου των αιώνων την πίστιν εις το Ευαγγέλιον, «ό ουκ έστι κατ’ άνθρωπον, ουδέ … παρά ανθρώπου…, αλλά δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού». }206}
Πολλοί θα σωθούν και θα ευφρανθούν εν τω ωκεανώ της αγάπης του Χριστού. Ολίγοι όμως θα είναι εκείνοι οίτινες, ουχί άνευ φόβου, θα δεχθούν την φλόγα ταύτην, φέροντες εισέτι την γηίνην σάρκα. … Ενθυμούμαι ότι ο μακάριος Γέρων Σιλουανός, εκ συγκαταβάσεως προς εμέ, τον πένητα, είπέ ποτε: «Η φθαρτή φύσις ημών δεν δύναται να βαστάση το πλήρωμα της χάριτος· ένεκα τούτου η εμφάνισις του Θεού εν τη προαιωνίω δόξη Αυτού είναι δυνατή μόνον εν βραχυτάτη στιγμή· και τούτο ουχί άλλως, ει μη δια της πρότερον ενισχύσεως του σώματος και του ψυχισμού υπό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος … Είναι ευκολώτερον να μεταφέρη τις δια γυμνών χειρών ανημμένους άνθρακας εις απόστασιν, λόγου χάριν, εκατόν μέτρων, ή να ανθέξη την χάριν ταύτην και να παραμείνη εν ζωή».
Οι φορείς τοιαύτης γνώσεως θέτουν την σφραγίδα αυτών επί πλήθους πιστών. Χάριν αυτών διατηρείται η ζώσα παράδοσις του πνεύματος της ζωής ανά τους αιώνας της ιστορικής πραγματικότητος.
Ούτος (ο Χριστός) είναι ο «λίθος» ο αποδοκιμασθείς υπό των αρχόντων του κόσμου τούτου, αλλά κείμενος εν τω πραγματικώ είναι εις θεμέλιον παντός υπαρκτού. Όταν το υπ’ Αυτού ριφθέν }207} επί της Γης Πυρ εγγίση την καρδίαν του ανθρώπου, τότε μόνον ευρίσκει ούτος την δύναμιν να ακολουθήση Αυτόν εις την Γεσθημανή και τον Γολγοθάν. Να ακολουθήση βεβαίως Αυτόν πνεύματι, εν βαθεία οδύνη της συνόλου υπάρξεως αυτού. Τοιούτου είδους γνώσις του Κυρίου, του «κατελθόντος εκ των ουρανών» εις την Γην, έτι δε και εις τον άδην, οδηγεί εις την εν μέρει πρόγευσιν της αναστάσεως.
Δίδεται εις αυτούς (τους χριστιανούς) η δια πείρας γνώσις των ζοφερών αβύσσων, αλλά και η ευφρόσυνος θεωρία του Φωτός της Βασιλείας. Η Βασιλεία αύτη είναι πανταχού παρούσα. Η είσοδος όμως εις αυτήν εξαρτάται μόνον εκ του Θεού, διότι αύτη δεν είναί τι το «αντικειμενικώς» υπάρχον, αλλ’ είναι Αυτός Ούτος ο έχων την εξουσίαν να προσλάβη ημάς προς Εαυτόν ή, όπερ και ταυτόσημον, να σκηνώση εν ημίν σκηνώματι αιωνίω. Τότε μένομεν εν Αυτώ και Αυτός εν ημίν· και η Ζωή Αυτού γίνεται ζωή ημών αναφαίρετος.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ
… Κατ’ εκείνην την Θεοεγκατάλειψιν, την οποίαν εξέφρασεν ούτος δια των λόγων «Θεόν εκδυσωπήσαι αδύνατον», ήτο φανερά η Πρόνοια του Θεού, ήτις έδωκεν εις τον Σιλουανόν να }208} βυθισθή εις το σκότος της απογνώσεως, να γευθή την φρικαλέαν δια την ψυχήν νέκρωσιν, να σμικρυνθή μέχρι του μηδενός ένεκα της απ’ αυτού απομακρύνσεως του Θεού. Αλλ’ αυτή η κάθοδος εις τον άδην ητο η προετοιμασία της ψυχής αυτού, ίνα δεχθή τον εν μεγάλη δυνάμει εμφανισθέντα εις αυτόν Χριστόν.
«Ο Κύριος εδίδαξεν εμέ να κρατώ τον νουν μου εις τον άδην και να μη απελπίζωμαι, και κατ’ αυτόν τον τρόπον ταπεινούται η ψυχή μου, αλλά τούτο δεν είναι εισέτι εκείνη η αληθινή κατά Χριστόν ταπείνωσις, ήτις είναι απερίγραπτος …
Η ταπείνωσις του Χριστού ενοικεί εις τους ελαχίστους, και ούτοι χαίρουν, διότι είναι ελάχιστοι. … Η ταπείνωσις είναι Φως, εν ώ δυνάμεθα να ίδωμεν τον Θεόν-Φως». }209}
… είναι απαραίτητος, ως έδειξεν εις εμέ η πείρα μου ως πνευματικού, η υπόμνησις περί της απολεσθείσης υπό των πολλών γνώσεως των οδών της σωτηρίας (ΚΑΙ ΣΤΗΝ 196}. }211}
«Θεόν εκδυσωπήσαι αδύνατον», εσκέφθη ο Άγιος. Επέπεσεν επ’ αυτόν πνεύμα απογνώσεως. Είχε την αίσθησιν ότι ο Θεός απεστράφη αυτόν έως τέλους και ότι δεν υπάρχει πλέον σωτηρία δι’ αυτόν. Η ψυχή αυτού ενατένιζεν εναργώς εις την αιωνίαν απώλειαν. Γράφει ούτος: «Το πνεύμα τούτο είναι τοσούτον απαίσιον και βασανιστικόν, ώστε είναι φοβερόν και να επαναφέρης αυτό εις την μνήμην. Είναι αδύνατον να βαστάση τούτο η ψυχή επί πολύ … μετέβην εις τον ναόν … και ατενίσας εις την εικόνα του Σωτήρος είπον: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν”. Και ευθύς είδον εις την θέσιν της εικόνος τον Ζώντα Κύριον, και η χάρις του Αγίου Πνεύματος επλήρωσε την ψυχήν και όλον το σώμα μου. Και ούτως εν Πνεύματι Αγίω εγνώρισα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός· και ηδέως επόθουν όπως πάσχω δια τον Χριστόν».
Το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό της εμφανίσεως του Ζώντος Κυρίου εις τον Σιλουανόν, μετά την δοκιμασίαν αυτού, μαρτυρεί περί του ότι εν εκείνη τη ώρα η κατάστασις }212} του Αγίου Γέροντος δεν απείχε πολύ της καταστάσεως του Χριστού επί του Γολγοθά: «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες». Γνωρίζομεν ότι ο ορών ο,τιδήποτε Θείον οφείλει να ευρίσκηται και ο ίδιος εις κατάστασιν ανάλογον του ορωμένου.
… Εν θανασίμω θλίψει μετέβη (ο Σιλουανός) εις τον ναόν, και ευθύς ως προέφερε την προσευχήν «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είδεν Αυτόν Ζώντα· και πάσα η ύπαρξις αυτού επληρώθη του πυρός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος μέχρι των ορίων των δυνάμεων αυτού. Εκ της οράσεως περιήλθεν ούτος εις πλήρη εξάντλησιν, και ο Κύριος εγένετο άφαντος. Δια του Πνεύματος όμως του Θεού ο Σιλουανός ηρπάγη εις τον ουρανόν, όπου ήκουσεν άρρητα ρήματα.
Η ζωή του χριστιανού είναι παράδοξος και εξαιρετικώς ιδιόμορφος. Η Θεοεγκατάλειψις και το σκότος της αιωνίου απωλείας συνυφαίνονται μετά της εμφανείας του Θεού εν τω ακτίστω Φωτί. Ως συμβαίνει και κατά την χάριν της μνήμης του θανάτου, η αιωνιότης παρουσιάζεται κατ’ αρχήν υπό αρνητικήν μορφήν, τουτέστιν ως γενική απόσβεσις της υπάρξεως, ύστερον όμως μεταβάλλεται εις θεωρίαν του Φωτός της αναστάσεως. }213}
Σπανίως, καθ’ όλην την διάρκειαν της ιστορίας της Εκκλησίας, εδόθη εις άνθρωπον να βιώση την κατά παραχώρησιν Θεού εγκατάλειψιν εις τοιούτον μέτρον, ως ο δούλος του Θεού του Υψίστου Σιλουανός. Ότε, κατά την εμφάνισιν του Χριστού, περιέλαμψεν αυτόν το μέγα }215} Φως, τότε, ό,τι εφαίνετο ως θανάσιμος εκ της Θεοεγκαταλείψεως πόνος, μετετράπη εις «ταπείνωσιν Χριστού, ήτις είναι απερίγραπτος». Αύτη είναι η οντολογική πλευρά της ανάρχου αγάπης του Τριαδικού Θεού. Ο Θεός, ο απόλυτος εν τη απείρω Αυτού παντοδυναμία, είναι απόλυτος δι’ ακαταλήπτου τρόπου και εις την «κένωσιν-ταπείνωσιν», Αυτού.
Όστις ηγάπησε φλογερώς τον Ιησούν Χριστόν, τον Θεόν-Δημιουργόν ημών και Θεόν-Σωτήρα, αφεύκτως ζη δύο εκ διαμέτρου αντιθέτους φαινομενικώς καταστάσεις: την εις άδου κάθοδον και την εις ουρανούς ανάβασιν.
Η «διαπασών» της χριστιανικής ζωής υπερβαίνει αμέτρως την συνήθη ακοήν των ανθρώπων. «Υπερβαίνει» αυτήν και κατά το βάθος και κατά το ύψος. Δυστυχώς πλείστοι είναι εκείνοι, οίτινες δεν συλλαμβάνουν τα θαυμαστά κύματα του θείου ύμνου, τα εκπεμπόμενα εκ του ανεξιχνιάστου βάθους του προαιωνίου Είναι. Εις τον πιστεύοντα εις την Θεότητα του Χριστού, και δυνάμει της πίστεως ταύτης οικοδομούντα την ζωήν αυτού επί την πέτραν του λόγου-διδαχής Αυτού, αποκαλύπτονται απόκρυφοι άβυσσοι, ανυποψίαστοι δια τους μη αποδεχθέντας τον Χριστόν ως τον Αληθινόν Θεόν, ως την παναγίαν και απόλυτον Αυθεντίαν· την (άνευ βίας) Αυθεντίαν πρώτον της Αληθείας του Ανάρχου Γεγονότος και δεύτερον της Τελείας Αγάπης.
Ο μακάριος Γέρων διέκρινε δύο είδη ταπεινώσεως: Την ασκητικήν και την Θείαν. Ολίγας στιγμάς προ της τελευτής αυτού, εις ερώτησίν μου: «Γέροντα, θέλετε να αποθάνητε;», απεκρίθη: «Δεν εταπεινώθην εισέτι». Ουδεμίαν αμφιβολίαν έχω ότι ούτος είχεν υπ’ όψιν την απερίγραπτον (Θείαν) ταπείνωσιν του Χριστού, της οποίας ουδέποτε ηδύνατο να επιλησθή. }217}
Αύτη (η Απόλυτος Θεότης) ελκύει προς Εαυτήν την ψυχήν, και η ψυχή πάσχει, διότι δεν είναι εις θέσιν να περιλάβη την ζωήν ταύτην, και ούτω διέρχεται εσταυρωμένη τους χρόνους αυτής επί της γης. Και δεν δύναται να κατέλθη από του αοράτου τούτου σταυρού, διότι, οσάκις «κατέρχεται», έστω και εκ μέρους, ατονεί εν αυτή το ρεύμα της αληθούς αιωνιότητος.
Δυνάμερα να είπωμεν ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι φιλοσοφική τις διδαχή, αλλά κατ’ εξοχήν ζωή. Ζωή και }218} αγάπη «εις τέλος», μέχρι του αυτομίσους.
Εν τη Εκκλησία διδασκόμεθα να ζώμεν την γέννησιν του Υιού εν τη Αγία Τριάδι ως κένωσιν του Πατρός, Όστις προσφέρει Εαυτόν όλον εις τον Υιόν, εν παντί τω πληρώματι του ανάρχου Αυτού Είναι. Και ούτως, ο Υιός είναι ίσος προς τον Πατέρα εν τω απολύτω πληρώματι του Θείου Είναι. Ύστερον βλέπομεν την αντίστροφον κίνησιν: Ο Υιός εν τω αυτώ πληρώματι αυτοκενωτικής αγάπης, παραδίδει Εαυτόν εις τον Πατέρα και κατά την Θείαν και κατά την ανθρωπίνην φύσιν Αυτού. }219}

ΙΑ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΑΥΤΟΜΙΣΟΥΣ


Ο Ιησούς Χριστός, ο άναρχος Θεός, έδωκεν εις ημάς εντολάς, αίτινες έχουν την ιδιότητα να ευρύνουν τον νουν και την καρδίαν του ανθρώπου μέχρι απειρότητος. Κατ’ αρχήν, εν τούτοις, ο πιστεύων εις την αιώνιαν αξίαν του ευαγγελικού λόγου εισάγεται εις τον εσώτερον χώρον της ψυχής θέτων εαυτόν απαύστως υπό την κρίσιν του Θεού. … Η ένθεος προσπάθεια ημών, όπως διαφυλάξωμεν τας εντολάς, θα έχη ως φυσικήν συνέπειαν την πλήρη επίγνωσιν της αδυναμίας ημών. }221}
Όσον εντονώτερος είναι ο τρόμος ημών μη τυχόν αποδειχθώμεν ανάξιοι του Θεού, τοσούτον μάλλον «απογυμνούται» όλος ο έσω ημών κόσμος και ενώπιον ημών αυτών και βεβαίως ενώπιον του Προσώπου του Θεού: … ο χριστιανός ανακαλύπτει εν εαυτώ την παρουσίαν παντός είδους κακίας, είτε εκδήλου είτε τουλάχιστον εν δυνάμει, και ούτω θεωρεί εαυτόν όντως χείριστον πάντων.
Προ της εμφανίσεως εις ημάς του Θείου Φωτός ζώμεν ως τυφλοί. Άνευ του Φωτός τούτου δεν αναγνωρίζομεν την αμαρτίαν. Άνευ της ελλάμψεως Αυτού δεν αποκαλύπτεται εις ημάς η πτώσις του Ανθρώπου εν ταις πραγματικαίς αυτής διαστάσεσι. Μόνον το Πνεύμα το Άγιον εμπνέον ημάς καθιστά ικανούς να ίδωμεν κατ’ αρχήν την τραγικότητα της ιδίας ημών καταστάσεως, και κατόπιν μέσω αυτής να βιώσωμεν το μέγα δράμα της παγκοσμίου ιστορίας της ανθρωπότητος. Αι συνέπειαι της πτώσεως είναι νόσος ήτις δεν θεραπεύεται υπό των ιατρών της γης. }222}
Δεν ήτο γήινος ο φόβος: Δεν επεδίωκον ατελεύτητον παράτασιν της ζωής ταύτης. Η φρίκη μου προήρχετο εκ του ότι, μετά το γεγονός της συγκαταβάσεως του Θεού εις εμέ, έβλεπον υπό ποίων πληγών ήμην όλος ηλκωμένος. Ανεγνώριζον εαυτόν έως τέλους ανίκανον δια την Βασιλείαν του Αγίου Θεού. … «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού Ζώντος». Τούτο ήτο αφορήτως βαρύ δι’ εμέ, και πολλάκις απεπειράθην να εκφύγω των αγίων Αυτού χειρών, αλλά πάσαι αι προσπάθειαι απετύγχανον, διότι δεν είχον που να καταφύγω: Ουδέν εν τω κόσμω είλκυεν εμέ, ουδέν ηδύνατο να ικανοποιήση το πνεύμα μου. }223}
Ευθύς ως ο φόβος ούτος εξησθένει, ησθανόμην να αποχωρή απ’ εμού η ζώσα δύναμις· απεδυναμούτο η προσευχή, ο νους διεχέετο, η αίσθησις του Θείου απήρχετο εις την ομίχλην –απέθνησκον πνεύματι. … Ο τρόμος προ της αιωνίου απωλείας και ο θρήνος της μετανοίας δια τινος μυστηριώδους τρόπου, μετέβαλλον εμέ όλον εις «προσευχήν».
Ενώπιον του πνεύματος μου απεκαλύπτετο η αγαθή }224} αιωνιότης, ούσα εισέτι μακράν απ’ εμού, ωσαύτως όμως και το άχρονον σκότος, όπερ εγένετο γνωστόν δια της παρουσίας αυτού εντός μου. }225}
Εν αυτή ταύτη τη καταστάσει της προσευχής ο άνθρωπος αισθάνεται εαυτόν εκτός των γηίνων κατηγοριών: Είναι έξω πάσης ιεραρχίας κοινωνικής, έτι δε και εκκλησιαστικής. Περί ουδενός άλλου λογίζεται, ει μη μόνον περί του Θεού, και παρίσταται Αυτώ μόνος Μόνω. }226}
Φυσική συνέπεια της τηρήσεως των εντολών του Κυρίου είναι η άκρα σμίκρυνσις ημών, τουτέστιν η κένωσις. Άνευ της βαθείας επιγνώσεως ότι είμεθα αληθώς γεννήματα του άδου εν τη πτώσει ημών, ουδέποτε θα επιτύχωμεν του πληρώματος της μετανοίας. Η ολοκληρωτική μετάνοια αποσπά ημάς από του θανασίμου εναγκαλισμού του εγωκεντρικού ατομισμού και εισάγει εις την θεωρίαν της θείας παγκοσμιότητος του Χριστού, «του αγαπήσαντος ημάς εις τέλος». Όταν μισήσωμεν εαυτούς ένεκα της εν ημίν ζώσης κακίας, τότε διανοίγονται εις ημάς οι ατέρμονες ορίζοντες της εντεταλμένης αγάπης. Άνευ του Χριστού ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός της Άνωθεν κατερχομένης χάριτος, ούτε θα συλλάβωμεν την οντολογικήν διάστασιν της «δευτέρας εντολής»: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Εις τον μακάριον Γέροντα Σιλουανόν εδόθη η προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, ως και περί αυτού του ιδίου. … δι’ αυτής αποκαθίσταται η πρωτόκτιστος εικών του Ανθρώπου. Όστις δεν προσήγγισε τα όρια των καταστάσεων αυτών, ας μη τολμά να ονομάζη εαυτόν χριστιανόν άνευ φόβου και αισχύνης, αλλ’ ας συνειδητοποιή μετά πόνου ότι είναι ανάξιος της κλήσεως ταύτης. }228}
Η αγάπη του Χριστού κατά την φύσιν αυτής είναι Πυρ ζωοποιούν, ερριμμένον από των ουρανών επί της Γης δια της ελεύσεως του Υιού του Θεού. Η αγάπη αύτη είναι η άκτιστος ζωή Αυτού του Θεού. Εντός των ορίων της επιγείου υπάρξεως ημών κατακαίει αύτη εν ημίν παν αλλότριον αυτής και εν ταυτώ πληροί ημάς ενεργείας άλλου είναι, ακαταλήπτου έως τότε. Είναι απαραίτητον να επισκιάση ημάς δύναμις εξ ύψους, καταξιούσα ημάς να γνωρίσωμεν υπαρκτικώς την αγάπην ταύτην.  }229}
Η Θεία Αγάπη συνιστά τον πυρήνα του προαιωνίου Είναι· εν αυτή τη Αγάπη ευρίσκουν την υψηλοτέραν αυτών έκφρασιν πάντα τα λοιπά κατηγορήματα της Θεότητος: Σοφία, Βασιλεία, Δύναμις, Φως. Εν αυτή συνίσταται το κάλλος της ανάρχου και ασαλεύτου Βασιλείας.
Όταν η Αγάπη του Χριστού εύρη καρδίαν ετοίμην να αποδεχθή την φλόγα αυτής, σκηνοί εν αυτή. Η εξαίρετος όμως αύτη ευλογία δεν δίδει ανάπαυσιν εις τον διάκονον αυτής εν τω κόσμω τούτω, έως ότου επιτελέση ούτος το έργον αυτού.
Επώδυνος είναι η οδός η άγουσα εις την απόκτησιν της αγίας Αγάπης. Δεν είναι άραγε αυτός ο λόγος ένεκα του οποίου πολλοί εκπίπτουν του Χριστιανισμού …, αποκλίνουν από της σταυρικής οδού της αγάπης ταύτης προς άλλας οδούς;
Εις προνομιακάς στιγμάς είναι δυνατόν να εγγίση την γηίνην καρδίαν το άκτιστον Φως της αγάπης του Χριστού. Εν αυτή ευρίσκεται η Θεία αιωνιότης, }230} εν αυτή και ο μόνος και έσχατος σκοπός της ασκήσεως ημών.
Ο βαθύς θρήνος της συνόλου ημών υπάρξεως, όστις γεννάται εκ της καιομένης εν ημίν αγάπης κατά την ώραν της υπέρ του κόσμου προσευχής, δύναται να φθάση εις έντασιν υπερβαίνουσαν την αντοχήν ημών. Τότε το πνεύμα ημών εξέρχεται προς την Θείαν αιωνιότητα και η προσευχή παύει.
Όταν ο άνθρωπος ακολουθή τον Χριστόν δι’ όλων των δυνάμεων της υπάρξεως αυτού, το πνεύμα αυτού αισθάνεται τον ορατόν τούτον κόσμον ως στενόν κελλίον φυλακής. Πάσα αγαθή κίνησις του πνεύματος αυτού προσκρούει εις την αγρίαν αντίστασιν των δυνάμεων του σκότους.
«Ο Θεός ημών αγάπη εστίν … Ούτος Πυρ εστι καταναλίσκον». Ουδόλως είναι εύκολον να πλησιάση τις το Πυρ τούτο. Ουδόλως είναι ακίνδυνον να επεκταθή τις }231} ομιλών περί του αγίου τούτου Πυρός. Ο φόβος συνθλίβει την ψυχήν, μη τυχόν αποδειχθή αναξία τούτου, κατά την εντεύθεν έξοδον αυτής. }232}

ΙΒ’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ


Ως θεμέλιον της χριστιανικής ζωής κείται το γεγονός της Σαρκώσεως του Θεού. Εν τη σαρκί ημών, τη υπ’ Αυτού κτισθείση, εφανέρωσεν Ούτος εις ημάς την άναρχον τελειότητα Αυτού. }235}
Προ της Άνωθεν όμως ελλάμψεως, παραμένοντες εν τω σκότει της αγνοίας, διερχόμεθα μετά καταθλιπτικής απορίας την οδυνηράν οδόν της αυξήσεως ημών εν τω Είναι: Δια ποίον λόγον ήτο αναγκαία η πολύπλοκος αύτη διαδικασία δια την «εκ του μηδενός» δημιουργίαν των υιών του Θεού, τουτέστιν η γέννησις του πνεύματος ημών εν σώματι αποτελουμένω εκ των στοιχείων της γης; Πώς είναι δυνατόν να συζευχθή το πνεύμα, το ομοίωμα τούτο του Απολύτου, μετά της γης; Το πνεύμα ημών συσφίγγεται ως εν μαγγάνω: Είναι αθάνατον κατά την φύσιν αυτού, το δε σώμα ημών υπόκειται εις την αποσύνθεσιν και τον θάνατον. Ως εκ τούτου άρχεται έντονος πάλη: Το πνεύμα ορμά προς τον Θεόν, θέλει να ίδη και το σώμα αυτού άφθαρτον και ικανόν να ακολουθήση αυτό εις την ανάβασιν. Το σώμα όμως έλκειται προς τα κάτω, προς την γην «εξ ής ελήφθη», και μεταδίδει εις το πνεύμα την θνητότητα αυτού. }236}
… δυσωπούμεν Αυτόν (τον Θεόν) να θεραπεύση ημάς εκ του πλήξαντος ημάς θανάτου. Είμαθα έτοιμοι να διαρρήξωμεν τον στενόν κλοιόν της ατομικής ημών θελήσεως και να παραδοθώμεν εν πάσιν εις το άγιον και τέλειον Αυτού θέλημα. Ω, πόσον επώδυνος είναι η άσκησις αύτη, ιδιαιτέρως εν τη αρχή, αλλά εν αυτή δίδεται εις ημάς η δυνατότης να ενταχθώμεν εις το ρεύμα της αιωνιότητος Αυτού! Ελπίζοντες επί τον Θεόν κατά τας ώρας του κινδύνου, έχοντες το πνεύμα προσηλωμένον προς Αυτόν, θα δυνηθώμεν και ημείς να αισθανθώμεν εν ημίν την επαφήν της αθανάτου Αυτού πνοής. Το μέγα τούτο δώρον έρχεται δια της ταπεινής, αλλά πυρίνης μετανοίας. Παράδοξον θαύμα: Όσον εναργέστερον βλέπω τον Θεόν, τοσούτον φλογερωτέρα γίνεται η μετάνοιά μου, διότι τότε συνειδητοποιώ σαφέστερον την αναξιότητά μου, διότι τότε συνειδητοποιώ σαφέστερον την αναξιότητά μου ενώπιον Αυτού. Και το θαύμα τούτο επαναλαμβάνεται απαραλλάκτως ανά τους αιώνας. }239}
… ό,τι πρότερον έζη (ο απόστολος Παύλος) ως φως και δικαιοσύνην Θεού, παρουσιάσθη εις την πνευματικήν αυτού όρασιν ως σκοτία και έχθρα εναντίον του Θεού. Και μετ’ οξέος πόνου ωμολόγησεν εαυτόν αμαρτωλόν πλείον πάντων:  }240}
Η θέα της ατελευτήτου αγιότητος του ταπεινού Θεού αφ’ ενός, και η συναίσθησις του εν ημίν ζώντος εωσφορικού σκότους αφ’ ετέρου, οδηγούν τον άνθρωπον εις τοιαύτην κατάστασιν, ώστε όλη η ύπαρξις αυτού συνθλίβεται εκ της ακράτου οδυνηράς ορμής προς τον Άγιον Θεόν. Εν ταυτώ κατέχεται υπό ισχυράς προς εαυτόν αποστροφής, και βαθύς κλαυθμός κυριεύει της ψυχής. Ο πόνος ούτος είναι πνευματικός, μεταφυσικός, αφόρητος. Ο πόθος προς συγχώρησιν-συμφιλίωσιν μετά του Θεού ομοιάζει προς θανατηφόρον δίψαν. Τούτο δυσκόλως ερμηνεύεται εις τους μη έχοντας πείραν. Ο κλαυθμός ούτος κατά την φύσιν αυτού είναι φαινόμενον εντελώς διάφορον του ψυχικού κλαυθμού, όστις συνδέεται μετά συμφορών εν τοις ορίοις της επιγείου ζωής.
… ο γήινος }241} ούτος κόσμος περιέρχεται εις λήθην· και αυτό τούτο το σώμα παύει πλέον να είναι αισθητόν. Οι Πατέρες ημών ωνόμασαν την κατάστασιν ταύτην «άδην μετανοίας». Δι’ αυτής γινόμεθα όμοιοι προς τον Χριστόν, τον κατελθόντα εις τον Αυτού «άδην της Αγάπης». Όσον βαρεία και εάν φαίνηται αύτη «βάσανος του Αδάμ», όσον μεγάλα και εάν είναι τα παθήματα, συνοδεύονται εν τούτοις υπό της χαράς της κλήσεως του Θεού και του Φωτός της νέας ζωής.
Οι Πατέρες ημών, δια της δωρεάς της χάριτος εν τη αιωνοβίω πείρα ήτις επαναλαμβάνεται από γενεάς εις γενεάν, βεβαιούν κατηγορηματικώς ότι δεν υπάρχει άλλη οδός προς τον Πατέρα των φώτων. Η χάρις της τοιαύτης μετανοίας εδόθη εις τον κόσμον δια της εν Γεθσημανή προσευχής, δια του σταυρικού θανάτου του Χριστού επί του Γολγοθά και δια της Αναστάσεως Αυτού.
Δεν είναι ακίνδυνον να ομιλή τις ανεπιφυλάκτως περί του θέματος τούτου μεταξύ των απίστων, επειδή δεν είναι ούτοι ικανοί να συλλάβουν την ουσίαν αυτού, ως ώφειλον. Οι «ψυχικοί» άνθρωποι αναποφεύκτως θα εκλάβουν τον λόγον τούτον κατά τρόπον εσφαλμένον, ανταποκρινόμενον εις την κατάστασιν αυτών (ΜΟΡΦΗ ΖΩΗΣ). }242}
Κατά τους χρόνους της ωρίμου νεότητος συνέβαινε ενίοτε, εν καταστάσει εντόνου στοχασμού περί των μυστηρίων του Είναι, να αισθάνωμαι-να βλέπω την διανοητικήν μου ενέργειαν ομοίαν προς φως. Ο κόσμος των νοερών διαλογισμών είναι φωτεινός κατά ιδιάζοντα τρόπον. Αλλά και ο νους ημών είναι ωσαύτως «εικών του Νοός του Πρώτου», όστις είναι Φως. Όταν η διάνοια συγκεντρωθή επί των μεταφυσικών προβλημάτων, είναι δυνατόν να απολέση την αντίληψιν του χρόνου και του υλικού χώρου, να εξέλθη, τρόπον τινα, των ορίων αυτών. Εν τοιαύτη ακριβώς καταστάσει είδον τον νουν μου ως φως. Αυτού του είδους η κατάστασις είναι φυσικώς προσιτή εις τον άνθρωπον. (ΑΥΤΟΘΕΩΣΗ-ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ) }243}
Έτυχε να βιώσω είδη τινά φωτός και φώτων: το «φως» της καλλιτεχνικής εμπνεύσεως, όπερ προκαλείται υπό της ωραιότητος του ορατού κόσμου· το «φως» του φιλοσοφικού στοχασμού, όπερ ανάγεται εις μυστικήν θεωρίαν· ας προσθέσωμεν εις αυτά και το «φως» της επιστημονικής γνώσεως, όπερ έχει πάντοτε και αναποφεύκτως σχετικήν αξίαν. Επειράσθην ωσαύτως υπό φωτοειδών εμφανίσεων προερχομένων εκ των εναντίων πνευμάτων. Αλλ’ ότε εις ώριμον ήδη ηλικίαν επέστρεψα εις τον Χριστόν ως τον τέλειον Θεόν, περιέλαμψεν εμέ το άναρχον Φως. Το θαυμαστόν τούτο Φως, έστω και εν τω μέτρω εν τω οποίω εδόθη εις εμέ να γνωρίσω δια της Άνωθεν ευδοκίας, επεσκίασε πάντα τα άλλα, ως ο ανατέλλων ήλιος δεν επιτρέπει να ίδωμεν εισέτι και τους πλέον λαμπρούς αστέρας.
Η Εκκλησία είναι τεθεμελιωμένη επί την πέτραν της ομολογίας της Θεότητος του Ιησού Χριστού. }244}
Το γεγονός της Ενανθρωπήσεως του Θεού κατέχει κεντρικήν θέσιν εν όλη τη ιστορία του γένους ημών και εν πάση τη κτίσει. Το γεγονός τούτο ανατρέπει πάσαν ανθρωπίνην απόπειραν γνώσεως της Ανάρχου Αρχής τη βοηθεία δυνάμεων προερχομένων εκ των κάτω, όσον και εάν αύται φαίνωνται ενίοτε ότι φέρουν πνοήν μεγαλοφυίας. Νυν εδιδάχθημεν ότι δεν πρέπει να αποδίδωμεν εις τον Θεόν τα αποκυήματα της γηίνης διανοίας ημών και της νοσηράς φαντασίας. Πάσαι αι ιδέαι ημών, πάσα αναγνώρισις ή απόρριψις ημών, ουδόλως δύνανται να αλλοιώσουν τον Θεόν εν τω ανάρχω Αυτού Είναι. Όταν αγωνιζώμεθα να γνωρίσωμεν την αλήθειαν, οφείλομεν να απαντήσωμεν εις το ερώτημα: Είμεθα άρα γε διατεθειμμένοι να δεχθώμεν ως αλήθειαν Εκείνο ή Εκείνον, Όστις ή Ό,τι αποτελεί όντως το Πρωταρχικόν Είναι, την Αρχήν παντός υπαρκτού, ανεξαρτήτως εάν τούτο συμπίπτη ή ουχί μετά των ιδεών ημών, ή αποκλείομεν εκ των προτέρων παν ό,τι δεν ανταποκρίνεται εις την περί «Αληθείας» αντίληψιν ή εις τας επιθυμίας ημών; }245}
Τα προστάγματα Αυτού προς ημάς είναι τελείως ανέφικτα·
Επίστευσα εις Αυτόν ολοτελώς. Και τούτο ουχί διότι Εκείνος προσηρμόσθη εις τον ιδικόν μου τρόπον σκέψεως, ή διότι αι εντολαί Αυτού εφάνησαν εις εμέ εύκολοι· ή διότι εδέχθην επιπολαίως να εξομοιωθώ προς Αυτόν εν τοις παθήμασιν. Ουχί. … Εις το πλέον ενδόμυχον βάθος της καρδίας μου ηγέρθη μυστηριώδες τι, οικείον εν τούτοις εμοί εκ της τρυφεράς παιδικής μου ηλικίας. Η διαδικασία αύτη ήτο ιδιόμορφος: Άλλοτε ελάμβανε μορφήν βραδείας και οδυνηράς πορείας, άλλοτε δε δι’ αιφνιδίων αναλαμπών εχώριζεν εμέ από παντός, ό,τι δεν ήτο Εκείνος. Υποθέτω ότι τούτο δεν ήτο άλλο τι, ει μη η Αυτό-αποκάλυψις του Θεού εντός του πνεύματός μου.
«Ουδείς δύναται ελθείν προς Με, εάν μη ο Πατήρ ο }246} πέμψας Με ελκύση αυτόν …» … Όπως και εάν είχε το πράγμα, ότε αδιστάκτως επίστευσα εις την Θεότητα του Χριστού, περιέλαμψεν εμέ Φως ουχί εκ του κόσμου τούτου. … Πρώτον επίστευσα δια ζώσης πίστεως και κατόπιν απεκαλύφθη εις εμέ το Φως. … τολμώ να είπω ότι η όρασις τυ ακτίστου Φωτός συνδέεται αρρήκτως μετά της πίστεως εις την Θεότητα του Χριστού. Ουχί δε μόνον συνδέεται, αλλά και κατά παράδοξον τρόπον εξαρτάται το έν εκ του άλλου. … Το Φως τούτο μαρτυρεί περί της Θεότητος του Χριστού, διότι είναι αδύνατον να μη αναγνωρίσωμεν τον Θεόν εν τω Φωτί εκείνω περί του οποίου γίνεται λόγος. Αι ενέργειαι αυτού είναι απερίγραπτοι· }247} εν αυτώ η αιωνιότης, εν αυτώ και η ανεκλάλητος μακαριότης της αγάπης. Εν αυτώ το πνεύμα ημών βλέπει απεράντους ορίζοντας. Και ουχί αιφνιδίως, αλλά βαθμηδόν, το πνεύμα ανακαλύπτει συνεχώς και νέα βάθη εν εκείνω τω φωτοφόρω ρήγματι του Ουρανού, «ου εστίν ο Θεός».
Κατ’ ουσίαν ο Θεός παραμένει πάντοτε ο αυτός εν πάση φανερώσει Αυτού εις τον άνθρωπον, ημείς όμως δεν δεχόμεθα Αυτόν κατά τον οφειλόμενον τρόπον. Δεν δυνάμεθα να προσλάβωμεν Αυτόν εις το απόλυτον πλήρωμα Αυτού εντός των ορίων της γης, εν τούτοις όμως «βλέπομεν» Αυτόν, έστω και «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι». Και το «έσοπτρον» τούτο δεν είναι πάντοτε εις τον αυτόν βαθμόν «αινιγματώδες». Εξαρτάται εκ του μέτρου της τηρήσεως των εντολών του Χριστού, …
Η αποδοχή της αληθείας συντελείται μόνον εν ελευθερία. Ουδείς και ουδέν δύναται να επιβάλη αυτήν εις τον άνθρωπον-πρόσωπον. Να άρη δε τις ταύτην δια της βίας είναι αδύνατον. }248}
Η ένωσις μετ’ Αυτού μεταδίδει και εις ημάς την Θείαν μορφήν του Είναι, αμετάθετον εις τους αιώνας. Ο Ευαγγελικός λόγος δια της εν αυτώ παραμονής γίνεται διαφανής ως κρύσταλλος και αφομοιούται υφ’ ημών τοσούτον, ώστε να κατέχωμεν αυτόν, ως κατέχομεν την μητρικήν ημών γλώσσαν.
Όταν ο Ευαγγελικός λόγος ουδόλως εφαρμόζηται εν τη πράξει της ζωής ημών, τότε παραμένει κατά την αιωνίαν αυτού φύσιν ακατανόητος υπό του ανθρώπου και αποβαίνει αδιαφανές τι προπέτασμα ανά μέσον του Θεού και ημών.
Δεν επιτυγχάνομεν το πλήρωμα της τελειότητος του Χριστού· ως εκ τούτου όλαι αι κρίσεις ημών περί Αυτού παραμένουν ατελείς. }249}
… ο Δημιουργός του κόσμου … συγκατέβη μέχρις ημών και υπέδειξεν εις ημάς τας οδούς προς απόκτησιν της αιωνιότητος Αυτού· εφανέρωσε εις ημάς το μυστήριον του θανάτου, τουτέστι της αμαρτίας· απεκάλυψεν εις ημάς το νόημα του είναι, την αγάπην.
Εάν δια του όρου «άσκησις» εννοώμεν τον εκούσιον αγώνα προς υπερνίκησιν εκείνων ή των άλλων εμπαθών τάσεων ημών, τότε εν τη αυθεντικώς χαρισματική ζωή άσκησις δεν υπάρχει. Η έλευσις εν ημίν της Θείας δυνάμεως έχει ως αποτέλεσμα να λαμβάνουν πάσαι αι εκδηλώσεις της ζωής ημών θετικόν χαρακτήρα, ελεύθερον εσωτερικών αντιφάσεων.
«όσον μεγαλυτέρα η αγάπη, τοσούτον μεγαλυτέρα η οδύνη της ψυχής» (άγιος Σιλουανός) }250}
Πάσαι αι εμφανίσεις (του ακτίστου Φωτός) συγκλίνουν εις έν: εις την Αποκάλυψιν της Θεότητος του Ιησού Χριστού. }251}
Η πτώσις του ανθρώπου ήτο βαρεία, ουχί όμως και απόλυτος. Ένεκα τούτου υπάρχει δυνατότης μετανοίας και σωτηρίας. … δεν υπάρχει άνθρωπος εντελώς ξένος του Φωτός.
Είναι γνωστόν ότι όστις ομιλεί πρεπόντως περί Θεού λαμβάνει χάριν, εκείνος όμως όστις κηρύττει ψευδή κρημνίζεται εις την άβυσσον του σκότους. }252}
Ο Θεός ημών είναι ο Βασιλεύς της ταπεινής αγάπης.
Η μακραίωνη πείρα του Χριστιανισμού έδειξεν ότι, ευθύς ως ο άνθρωπος αισθανθή μετ’ οδυνηράς πικρίας απέχθειαν δια την εωσφορικήν αυτού αξίωσιν να υπερέχη των άλλων και αποστραφή το σκοτεινόν τούτο πνεύμα, η καρδία αυτού εισάγεται εις σφαίραν ελευθερίας, αγνώστου έως τότε, και το Θείον Φως φέρει αυτόν εις μακαρίαν εξάντλησιν εκ της θεωρίας της Θείας αγαθότητος. }253}
Ο άνθρωπος ως εικών του Απολύτου έλκεται κατά φυσικόν τρόπον προς την Αρχήν πασών των αρχών, το Πρωταρχικόν Όν. Εν τούτοις η πορεία αύτη άρχεται δια της καθόδου ημών εις τα κατώτατα βάθη. … Αύτη ακριβώς είναι η οδός ημών μετά την πτώσιν, και δεν υπάρχει άλλη. Δια της αυτομεμψίας καταβαίνομεν εις ζοφώδη χάσματα, διότι, αφ’ ής στιγμής εν Χριστώ και δι’ Αυτού αποκαλύπτεται εις ημάς η εικών του Ανθρώπου, καθώς υπάρχει προαιωνίως εν τω δημιουργικώ νοΐ του Θεού, κατανοούμεν την άβυσσον του σκοτασμού ημών. Ως η αστραπή φωτίζει την νύκτα, όταν δε αύτη σβεσθή, το σκότος γίνεται πλέον αδιαπέραστον, κατά τον ίδιον τρόπον η εμφάνισις του Φωτός της Θεότητος επιτρέπει να ίδωμεν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν απεχθούς ακαθαρσίας. }254}
Ούτω γεννάται εν ημίν η μετάνοια. Εν αρχή συνοδεύεται αύτη υπό βαθείας λύπης. Ύστερον δε μεταβαλλομένη κατά την έντασιν και την μορφήν αυτής, δεν εγκαταλείπει πλέον ημάς. Επί της γης η μετάνοια δεν γνωρίζει τέλος. Το τέλος αυτής θα εσήμαινε την τελείωσιν της θεώσεως ημών δια της πλήρους ομοιώσεως προς τον Αναληφθέντα Χριστόν.
Κατά καιρούς η ορμή της μετανοίας καταβροχθίζει το παν. Εν τω νοί και τη καρδία ουδέν άλλο υπάρχει, ει μη η πάσχουσα συνείδησις: «Είμαι αιχμάλωτος του πονηρού σκότους». Και ιδού, απροσδοκήτως το Φως του ακτίστου Ηλίου … εισδύει εις την σκοτεινήν φυλακήν της ψυχής. Τούτο εναγκαλίζεται εν αγάπη τον νουν και την καρδίαν ημών. }255}
Ότε κατά την Άνωθεν δωρεάν ηξιώθην να ίδω το άκτιστον Φως της Θεότητος, τότε εις τον κυανούν ουρανόν του «κυανού πλανήτου» ημών μετά χαράς ανεγνώρισα το σύμβολον της ακτινοβολίας της υπερκοσμίου δόξης. Η λάμψις αύτη πληροί τα πάντα, όλας τας αβύσσους του σύμπαντος (ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ), παραμένουσα αναλλοιώτως ασύλληπτος και απρόσιτος εις τα κτίσματα. Το κυανούν είναι το χρώμα του επέκεινα, της υπερβατικότητος. Πολλοί επί της γης εδέχθησαν την μακαριότητα της θέας του θαυμαστού τούτου Φωτός. }256}
Η φύσις του Φωτός τούτου είναι μυστηριώδης. Ακατάληπτον, αόρατον, ενίοτε γίνεται ορατόν και δι’ αυτών εισέτι των σωματικών οφθαλμών. Ιλαρόν και τρυφερόν, … Καίτοι είναι πράον, εν τούτοις είναι ισχυρότερον παντός ό,τι περιβάλλει ημάς. Περιπτύσσεται τον άνθρωπον κατά παράδοξον τρόπον εκ των έξω· βλέπομεν τούτο, αλλ’ η προσοχή στρέφεται εις τα ενδότερα του έσω ανθρώπου, εις την καρδίαν την φλεγομένην υπό της αγάπης, αγάπης άλλοτε ευσπλάγχνου και άλλοτε ευγνώμονος. Δύναται να συμβή ώστε να μη αισθάνεται τις την υλικότητα, ούτε την εαυτού ούτε την του περιβάλλοντος αυτόν κόσμου (ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ), και βλέπει εαυτόν ως φως.
Το άγιον τούτο Φως, όταν εμφανίζηται εν δυνάμει, φέρει την ταπεινήν αγάπην. }257} … Ο άνθρωπος γίνεται τρόπον τινά «ουδείς»: Δεν ίσταται επί της οδού των αδελφών αυτού· ουδεμίαν θέσιν επιδιώκει δι’ εαυτόν εν τω κόσμω τούτω. Το Φως τούτο είναι καθ’ εαυτό η ακήρατος ζωή, πεπληρωμένη υπό της ειρήνης της αγάπης. Δίδει εις το πνεύμα ημών την γνώσιν ενός άλλου, απεριγράπτου Είναι· ο νους σιγά καθιστάμενος υπεράνω της διανοήσεως εξ αιτίας αυτού τούτου του γεγονότος της εισόδου αυτού εις νέαν μορφήν ζωής. Το Φως;τούτο είναι ελαφρόν, λεπτότερον παντός ό,τι γνωρίζει η γη, απεργάζεται δε την ψυχήν άτρωτον και απρόσβλητον από παντός ό,τι συνέθλιβεν αυτήν πρότερον. Ο θάνατος τρέπεται εις φυγήν ενώπιον Αυτού»
Σωστική δύναμις περικλείεται εντός της ανενδοιάστου πίστεως εις τον Χριστόν-Θεόν. }258}
Το Φως τούτο, φυσικόν ιδίωμα του «Πατρός των φώτων» αναγεννά και εισέτι ανα-δημιουργεί ημάς. }259}
Όταν περιβάλλη ημάς το ανονόμαστον και απαραβίαστον κατά την φύσιν αυτού Φως και εισδύη εις την ψυχήν ημών, τότε και ημείς γινόμεθα τρόπον τινάξ άχρονοι. … Η αγάπη συνενοί ημάς εν αυτώ τω Είναι, μετ’ αυτού τούτου του Είναι. }260}
Κατά παράδοξον τρόπον «η διήγησις», η μαρτυρία περί του Φωτός της Θείας αγάπης, διεγείρει εν ταις καρδίαις }261} πλείστων ανθρώπων την αντιπάθειαν. }262}
Η προσευχή αύτη συγγενειάζει την ψυχήν προς το Πνεύμα της Αληθείας. Όταν δε γνωρίση Αυτό, έκτοτε θα αναγνωρίζη Αυτό «εκ της γεύσεως», ως έλεγεν ο Άγιος Σιλουανός, και θα παραδίδηται εις Αυτό.
Το Φως όπερ εμφανίζεται εις τον άνθρωπον δια της εις Χριστόν πίστεως, μαρτυρεί περί της Θεότητος Αυτού του Χριστού. … Δια της εμπειρίας ταύτης γνωρίζομεν το ομοούσιον των Τριών. Προσευχόμενοι εις αυτόν τον Θεόν, βιούμεν το έν είναι των Τριών. Εν αυτή ταύτη τη ενότητι ζώμεν όμως και }263} τας διακρίσεις: Άλλον χαρακτήρα φέρει η αναφορά μου προς τον Πατέρα, άλλως προσεύχομαι εις το Πνεύμα το Άγιον και κατά διάφορον τρόπον απευθύνομαι εις τον Χριστόν. Μεθ’ ενός εκάστου συνδέεται ιδιαίτερον τι πνευματικόν αίσθημα, ουδαμώς θραύον την Ενότητα του Είναι. Η σχέσις ημών προς εκάστην υπόστασιν της Αγίας Τριάδος διαφέρει κατά τινας αποχρώσεις.
Ενίοτε το Θείον Φως οράται δια τοιούτου τρόπου ώστε ο άνθρωπος ουδόλως πλέον αντιλαμβάνεται τι των αισθητών.
Συχνότερον συμβαίνει να διατηρήται η φυσική όρασις της υλικής πραγματικότητος· εν παρομοία καταστάσει ο άνθρωπος δύναται να έχη ανοικτούς τους οφθαλμούς και να βλέπη συγχρόνως δύο φώτα: το φυσικόν και το Θείον. Το τοιούτον φαινόμενον έχουν υπ’ όψιν οι Πατέρες, όταν ομιλούν περί της οράσεως του ακτίστου Φωτός δια των φυσικώ οφθαλμών. Όντως ορώνται δύο φώτα, αλλ’ ουχί κατά τον αυτόν τρόπον. Το άκτιστον }264} Φως, κατά την φύσιν αυτού είναι διάφορον και η θεωρία αυτού δεν είναι ομοία προς την φυσικήν όρασιν. Κατ’αυτήν το φως προκαλεί τον γνωστόν ερεθισμόν του οπτικού νεύρου και ακολουθεί ύστερον η ψυχοσωματική διαδικασία της οράσεως, ήτις δεν προξενεί εν ημίν πνευματικήν αντίδρασιν. Άλλως συμβαίνει μετά του Θείου Φωτός. Η έλευσις αυτού συνδέεται πάντοτε μετ’ ιδιαιτέρας καταστάσεως χάριτος, αισθητής εις την καρδίαν, τον νουν, έτι και εις το σώμα. Αόρατον κατά την φύσιν αυτού γίνεται ανερμηνεύτως ορατόν.
… εν αυτή ταύτη τη καταστάσει της θεωρίας ουδεμία διαδικασία σκέψεως γίνεται αντιληπτή, τουτέστιν ουδεμία εμφάνισις εννοιών ή παραστάσεων εν τω νοί … όμως μετά την λήξιν της καταστάσεως ταύτης, και ο νους και η καρδία έχουν την αίσθησιν ότι είναι πεπληρωμένοι νέας γνώσεως·(265}
Όταν το Φως τούτο έρχηται εν δυνάμει τότε ως έλεγεν ο Άγιος Σιλουανός είναι αδύνατον να μη αναγνωρίσωμεν ότι τούτο είναι ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, ο Ποιητής παντός υπαρκτού. … Ο άνθρωπος γίνεται όμοιος προς τον Θεόν. Η ομοίωσις είναι κατά το περιεχόμενον και ουχί κατά το Άναρχον του Αυτο-Είναι. }266}
… ως το πλήρωμα της Θείας ζωής μετεδόθη εις τον Άνθρωπον-Χριστόν, ούτω το αυτό πλήρωμα μεταδίδεται και εις τους σεσωσμένους εν Χριστώ. … «Και Εγώ την δόξαν ήν δέδωκας Μοι δέδωκα αυτοίς ίνα ωσιν έν καθώς Ημείς έν εσμέν» }267}
Πολλάκις ανέφερον ότι παρόμοιαι διάνοιαι εν καταστάσει εντόνου αυτοσυγκεντρώσεως αισθάνονται εαυτάς ως φως· ασαφές μεν, αλλά φως. Και εάν η διάνοια εκλάβη εαυτήν ως την υψίστην εκδήλωσιν του ανθρώπου και παραδοθή εις αφηρημένας αναβάσεις προς το Απόλυτον Είναι, άνευ της καρδιακής αγάπης, τότε είς τινας περιπτώσεις δύναται να φθάση μέχρι εωσφορισμού· εωσφορισμού συνοδευομένου υπό του ανθρωποκτόνου αυτού ψυχρού φωτός και της αμειλίκτου καταφρονήσεως των παθημάτων εκατομμυρίων ανθρώπων. }268}
Ο νους ημών εκτίσθη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Νοός του Πρώτου, του Θεού. Το φως είναι ίδιον του νοός ημών, διότι εδημιουργήθη κατ’ εικόνα Εκείνου, Όστις είναι το άναρχον Φως. … ο άνθρωπος διατρέχει  τον κίνδυνον να εκλάβη το φυσικόν τούτο φως του κτιστού νοός ως Άκτιστον, Θείον. Εν καταστάσει τοιούτων αποκλίσεων ο ανθρώπινος νους απεργάζεται μυστικάς θεωρίας, αίτινες είναι εφικταί εις αυτόν κατά την κτιστήν αυτού φύσιν, απομακρύνουν όμως αυτόν εκ της αυθεντικώς υπαρχούσης αιωνιότητος.
Είναι δυνατόν ο χριστιανός διαμένων υπαρκτικώς εν τη σφαίρα του Ακτίστου Φωτός, να μη κατανοή εισέτι τί είναι το Φως τούτο. … Η γνώσις του Θεού, η οντολογική γνώσις, συνδέεται αναποφεύκτως μετά της ελεύσεως του Θεού εντός του ανθρώπου. }269}
Είναι απαραίτητος η επιβεβαίωσις άλλου προσώπου της αυτής πίστεως, το οποίον όμως ηξιώθη προ ημών της Θείας επισκέψεως.
Αι εμφανίσεις του Ακτίστου Φωτός δεν είναι τοσούτον σπάνιαι ως τινες νομίζουν. }270}
Η εντολή καλεί ημάς "να αγαπήσωμεν". Επομένως η αγάπη δεν είναι ήδη δεδομένη εις ημάς. Οφείλομεν να αποκτήσωμεν αυτήν δια του αγώνος του προσωπικού ημών αυτοπροσδιορισμού. Η κλήσις του Κυρίου απευθύνεται πρωτίστως εις την καρδίαν, το πνευματικόν κέντρον του προσώπου. Ο νους-λογικόν είναι μία εκ των ενεργειών της ανθρωπίνης προσωπικότητος. … Η φλόξ της αγάπης ταύτης ελκύει ολοτελώς τον νουν }272} εις την καρδίαν· και τακείς ούτος δια της φλογός ταύτης, ενούται μετά της καρδίας εις έν και θεωρεί το Είναι εν τω Φωτί της Θείας Αγάπης. Ο άνθρωπος "ενοποιείται": θεραπεύεται.
Δεν υπάρχει αγών πλέον δυσχερής, πλέον επώδυνος, της πάλης δια τον θρίαμβον της αγάπης του Χριστού. Άρχεται αύτη εν ημίν αυτοίς, ύστερον δε εκχέεται προς όλον τον κόσμον. Όντως, η αγάπη αύτη δεν είναι εκ της γής, αλλά εκ του Ουρανού. Η πνευματική ανάβασις εις την Βασιλείαν της Ακτίστου Αγάπης του Θεού απαιτεί λίαν παρατεταμένον ασκητικόν αγώνα. "Η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν"». }273}


Εν τη αρχή της περιόδου ταύτης το Φως ενεφανίζετο μάλλον ως Πυρ καταφλέγον, και επί της επιφανείας του σώματός μου και εντός της ψυχής μου, ό,τι ησθανόμην κατά την καύσιν ταύτην ως αλλότριον του Θεού. }274}
Ιλαρόν, πλήρες ειρήνης και αγάπης το Φως παρέμεινε μετ’ εμού επί τρεις ημέρας. Διέλυσε τον γνόφον της ανυπαρξίας, όστις ίστατο ενώπιόν μου. Ανέστην, και εντός μου μετ’ εμού ανέστη ο κόσμος όλος.
… το γεγονός παραμένει γεγονός: Ο Θεός Πατήρ ηυδόκισεν εν εμοί, ως εν γένει είναι ίδιον Αυτού να ευδοκή εν πάσι τοις συντετριμμένοις τη καρδία.
Νυν γνωρίζω ότι άνευ τοιαύτης πίστεως αι βιωθείσαι υπ’ εμού καταστάσεις θα απεκλείοντο. Η πίστις είναι δυνατόν να υπάρχη και εν ατελεί εισέτι εμπειρία. Αυξάνει εν συνεχεία δια των εκχύσεων της χάριτος επί τον άνθρωπον. Μαρτυρώ ότι όταν όλον το είναι του ανθρώπου εν εντόνω αποστροφή προς εαυτό, ως όντως είναι, βυθίζηται εις προσευχήν προς τον Χριστόν … τότε η αίσθησις της Θείας αιωνιότητος καθίσταται τοσούτον εναργής, ώστε ουδεμία λογική ή ψυχανάλυσις δύναται να κλονίση το οφθαλμοφανές. … η πρώτη (λογική) δεν επιτρέπει να πιστεύσωμεν ότι είς ιστορικός άνθρωπος, τον οποίον είναι δυνατόν να ίδωμεν, να ψηλαφήσωμεν, να φονεύσωμεν, κρεμώντες επί σταυρού ως ληστήν, είναι ο Δημιουργός σύμπαντος του απείρου κόσμου. Η δε δευτέρα (ψυχανάλυσις) πειράται να πείση ημάς ψυχολογικώς ότι είναι αναγκαίον να μη εμπιστευώμεθα εις τας εμπειρίας ημών. }276}
… ο Χριστός είναι το ύψιστον, το άναρχον γεγονός του Είναι. }277}
Άγιος Σιλουανός: «Λέγουν τινές ότι τούτο ήτο τω καιρώ εκείνω, νυν δε πάντα ταύτα απηρχαιώθησαν. Όμως παρά τω Κυρίω ουδέν μειούται, ούτε μεταβάλλεται ποτέ, και μόνον ημείς αλλοιούμεθα, γινόμεθα κακοί και ούτω στερούμεθα της χάριτος. Εις τους εκζητούντας όμως αυτήν, ο Κύριος δίδει το παν, ουχί διότι είμεθα άξιοι, αλλά }278} διότι ο Κύριος είναι ελεήμων και αγαπά ημάς».
… Από της στιγμής της ελλάμψεως των Αποστόλων υπό του Φωτός τούτου επί το Θαβώρ, το Φως εισήλθεν εις την ιστορίαν του κόσμου και εγένετο «αναφαίρετος κληρονομία» δια τας επερχομένας γενεάς }279} των πιστευόντων εις τον Χριστόν-Θεόν.
Δια της ελεύσεως του Φωτός τούτου το πνεύμα του ανθρώπου εισάγεται εις την σφαίραν όπου δεν υπάρχει θάνατος.
… το Θείον Φως αποκαλύπτον ημίν νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών ημών την θέαν του υλικού κόσμου. … Όταν τούτο εκχέηται αφθόνως επί τον άνθρωπον, παύει ούτος να αντιλαμβάνηται την υλικότητα του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, έτι δε και την του σώματος αυτού. Επί πλέον βλέπει εαυτόν ως φως. }280}
Μετά την αποχώρησιν του Φωτός, ήτις συντελείται τοσούτον ησύχως, ως και η έλευσις αυτού, η ψυχή επανέρχεται βραδέως εις την συνήθη αίσθησιν της υλικής πραγματικότητος.
Η διαμονή μετά του Κυρίου φονεύει τα πάθη. Τότε δεν ελκύει ημάς ούτε η δόξα, ούτε ο πλούτος, ούτε η εξουσία, ούτε ο,τιδήποτε γήινον, αναποφεύκτως εμπαθές και πάντοτε φέρον την σφραγίδα του τραγικού και του εφήμερου.
Επανειλημμέναι επισκέψεις της χάριτος εις την ψυχήν οδηγούν εις την παρατήρησιν ομοιότητος τινος μεταξύ της καταστάσεως της θεωρίας και της εντυπώσεως, ήτις προκαλείται εκ του Ευαγγελικού λόγου. Την τελευταίαν ταύτην αποδεχόμεθα ωσαύτως ως Φως, ως ζωοποιόν δύναμιν, ως νέαν πράξιν δημιουργίας, ουχί πλέον υπό μορφήν της προσταγής «γενηθήτω», αλλά ως κλήσιν προς το λογικόν δημιούργημα. Ο Ουράνιος Πατήρ καλεί τα τέκνα Αυτού άνευ βίας προς θαυμαστήν }281} ανάβασιν προς την βασιλείαν της Πατρικής αγάπης, ένθα ούτε θάνατος, ούτε αρχή, ούτε τέλος υπάρχει. Το πνεύμα ημών κατανοεί ότι αληθώς ο λόγος του Χριστού εκπορεύεται «από του Πατρός των φώτων» … Ο λόγος του Χριστού περιέχει Θείαν ζωήν, και όστις ανοίγει εις αυτόν έως τέλους την εαυτού καρδίαν γίνεται θεοειδής. }282}
Εάν ο κόσμος ηγάπα τον Χριστόν και τας εντολάς Αυτού, τότε το παν θα μετεμορφούτο ριζηδόν και η γη θα μετεβάλλετο εις θαυμαστόν παράδεισον. }283}
Οι Ευαγγελικοί λόγοι προήλθον εξ Αυτού του Αγίου των αγίων, και φέρουν τον απόλυτον χαρακτήρα της Θείας παγγνωσίας.
Κατ’ εκείνας τας ημέρας έβλεπον το εσπερινόν φως του ηλίου, και εν ταυτώ έν άλλο Φως, όπερ τρυφερώς περιέβαλλεν εμέ και ειρηνικώς εισεχώρει εις την καρδίαν μου κατά παράδοξον τρόπον, δίδον εις εμέ να αισθάνωμαι ευσπλαχνίαν και αγάπην προς τους ανθρώπους, οίτινες εφέροντο προς εμέ μετά τραχύτητος. Ησθανόμην ωσαύτως ανώδυνόν τινα συμπάθειαν προς πάσαν την κτίσιν εν γένει. }284}
Ούτως εγνώρισα επανειλημμένως, δια πικράς πείρας, ότι η καθαρά προσευχή διδεται τότε μόνον, όταν το πνεύμα ημών βυθίζηται ολοτελώς εν τω Θεώ, άνευ στροφής προς εαυτό. Παράδοξον! Συνομιλών μετά του π. Ιουβεναλίου δεν παρετήρησα κίνησιν κενοδοξίας εντός μου … Και όμως! }285}
Παλαιότερον ο ήλιος εφαίνετο εις εμέ ως άυλος, αλλά μετά την θεωρίαν του Ακτίστου Φωτός της Θεότητος και αυτός –το φυσικόν φως- εγένετο δι’ εμέ τραχύς και κατά καιρούς επιθετικός. }286}
… αναλογία κτιστού και ακτίστου φωτός … Τούτο παραμένει ωσαύτως αόρατον, εάν δεν εύρη το αντικείμενον, όπερ θα προσλάβη και θα αντικατοπτρίση αυτό. … Τα πλέον κοινά πρόσωπα, αχρειωθέντα υπό της αμαρτίας, φωτίζονται εν τη προσευχή της μετανοίας υπό του Φωτός και φαίνονται νέα και εύμορφα εισέτι.
… το απρόσιτον Φως της Θεότητος Αυτού, ζωοποιεί τα πάντα, εναγκαλίζεται πάσαν την κτίσιν. Δεν υπόκειται εις την έννοιαν του χώρου, ούτε και του όγκου, και όμως είναι αχωρήτως πανταχού παρόν. Η έλλαμψις υπό του Φωτός τούτου δίδει εις τον άνθρωπον την πείραν της αναστάσεως ως πρόγευσιν της μελλούσης μακαριότητος. … ο άνθρωπος … εν τη εσχάτη τελειώσει αυτού θα αποβή φορεύς του πληρώματος της θεανθρωπίνης ζωής, θα τελειωθή καθ’ ομοίωσιν του Χριστού, του Θεανθρώπου. Δια της ενεργείας του Φωτός τούτου εντός του μετανοούντος προβάλλει έν θαυμαστόν άνθος: το Πρόσωπον-Υπόστασις. Και γνωρίζομεν ότι ίδιον αυτής της εν ημίν υποστατικής αρχής είναι να περιλάβη δια αγάπης εν }287} τη αιωνιότητι ανεκφράστως μεγαλειώδη και αγίαν ζωήν.
Το Φως του Χριστού είναι «ενέργεια» της Θεότητος, άκτιστος, άναρχος ζωή του εν Τριάδι Θεού. Η ενέργεια αύτη είναι ίδιον και του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. … Όταν το Φως τούτο δια της ευδοκίας του Θεού επισκιάση ημάς, τότε η εν ημίν δυνάμει μόνον κατά την γέννησιν ημών υποστατική αρχή ενεργοποιείται και αξιούται να ίδη τον Θεόν, να προσλάβη τον οντολογικήν δύναμιν Αυτού, τον πλούτον της ζωής του Ιδίου του Θεού.
Μέγας είναι ο άνθρωπος όταν ευρίσκηται εν τω Μεγάλω Θεώ. Δια της δυνάμεως της Θείας αγάπης περιπτύσσεται τον κόσμον άπαντα και ο ίδιος, υπό τινα έννοιαν, αποβαίνει «κέντρον του κόσμου». }288}
«Εν εμοι» δια του θανάτου μου αποθνήσκει άπαν το γένος των ανθρώπων μετά πάντων των παθημάτων και της χαράς, των πόθων και των γνώσεων αυτού. Επί πλέον ο Ίδιος ο Θεός, άγνωστος εισέτι αλλ’ εν μέρει οικείος, αποθνήσκει και Αυτός εν εμοί και μετ’ εμού. Άπαν το κτιστόν και άκτιστον είναι εξαφανίζεται εις τον αβυσσώδη γνόφον της λήθης. Αι εμπειρίαι τοιαύτης καταστάσεως ήσαν κατ’ ουσίαν θεωρία του «απολύτου», της υποστατικής εν ημίν αρχής (εικών-αντανάκλασις του Απολύτου), αλλ’ υπό την αρνητικήν αυτής μορφήν.
Ότε όμως ήλθε το άκτιστον Φως μαρτυρούν εις το πνεύμα μου την υπέρβασιν του θανάτου, τότε, παν ό,τι πρότερον απέθνησκεν εν εμοί, δια της ενεργείας του Φωτός τούτου συνανίστατο μετ’ εμού. }289}
Δια πολλών παθημάτων ελευθερούμεθα από της εφ’ ημών εξουσίας παντός ό,τι πρότερον εβιώσαμεν. Πεπλουτισμένοι δια της πείρας της νίκης μέσω της μετανοίας, γινόμεθα όμοιοι προς τον Μονογενή Υιόν κατά την Κυριότητα Αυτού: Ο άδης ουκέτι ημών κυριεύει και ημείς ατενίζομεν εις αυτόν άνευ της προτέρας φρίκης. }290}
Σπανίως εν τη ιστορία της Εκκλησίας αι οράσεις του Φωτός φθάνουν εκείνο το πλήρωμα κατά το οποίον, εν τη ελλάμψει, το πνεύμα του ανθρώπου αξιούται εισέτι και της προσωπικής αποκαλύψεως του Θεού.
Έτι συχνότερον το Φως τούτο περιβάλλει τον άνθρωπον, όταν ούτος διαμένη εν καταστάσει προσευχής ολοκληρωτικής μετανοίας, επί των ορίων της απογνώσεως. }291}
… Εγώ ειμί ο Ων.
Έκαστος αντιλαμβάνεται τους αγιωτάτους τούτους λόγους κατά το μέτρον μόνον της πραγματικής αυτού πείρας. Και ουδείς εκ των βροτών δύναται να ισχυρισθή ότι εγνώρισεν «εις τέλος» οποίον Είναι κρύπτεται εν τοις λόγοις τούτοις. }292}

ΙΓ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ


Το πνεύμα ημών εκτείνεται μεταξύ δύο αντιθέτων πόλων: των σκοτεινών εγκάτων του άδου αφ’ ενός, και της κατηυγασμένης υπό του αδύτου Ηλίου Βασιλείας του Θεού, αφ’ ετέρου. Το περιεχόμενον του είναι ημών ευρύνεται αρρήτως(ΣΥΜΒΟΛΟ). }293}
Η Υπόστασις(προτιμώ τον όρον «υπόστασις» ως δηλούντα το όντως όν, το κείμενον εις θεμέλιον παντός του είναι)-Πρόσωπον εν τω Θείω Είναι δεν συνιστά αρχήν περιοριστικήν. Και εν τω κτιστώ ημών είναι η υπόστασις αποτελεί αρχήν προσλαμβάνουσαν εν εαυτή το άπειρον. Εν τοις ορίοις της γηίνης πραγματικότητος το υποστατικόν ημών πνεύμα έχει ως προορισμόν να υπερβή το τείχος του χρόνου και να διαρρήξη τα δεσμά του χώρου. … Ούτω το πνεύμα του ανθρώπου εισερχόμενον εις τον κόσμον της Θείας αιωνιότητος, συγκλονίζεται υπό του μεγαλείου της αποκαλυφθείσης εις αυτό θεωρίας. Η οικουμένη ζη τότε αλλαγήν εις τα πεπρωμένα αυτής. «Εγεννήθη Άνθρωπος εις τον κόσμον» -γεγονός όπες αναγγέλλει εις όλην την κτίσιν καινήν, αμετάθετον αξίαν. Ο άνθρωπος ως υποστατικόν πνεύμα ανήκει εις την αιώνιον οντολογίαν. Οι εν Χριστώ σεσωσμένοι, οι άγιοι, είναι φορείς της Θείας αιωνιότητος. Προσλαμβάνουν την άναρχον και άκτιστον ζωήν ως αναφαίρετον αυτών κτήμα, κατά την φύσιν όμως αυτών παραμένουν αναλλοιώτως κτίσματα. }294}
Ο άνθρωπος αισθάνεται αυτήν (την εντολήν του Θεού) ως τινα έξωθεν επιβαλλόμενον περιορισμόν εν τη ορμή αυτού προς απόλυτον αυτοβεβαίωσιν, προς αυτοθέωσιν.
Άλλοι μεν επιδιώκουν να απεκδυθούν την γηίνην μορφήν της υπάρξεως: Εν τη φαντασία αυτών εικονίζεται η βαθεία ησυχία του μυστηριώδους πανυπερβατικού μη Όντος. Άλλοι δε εμπνεόμενοι εκ του λόγου του Χριστού, «η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», αναλαμβάνουν οδυνηρόν ασκητικόν αγώνα προς υπερνίκησιν του φθαρτού της κτιστής ημών φύσεως:
Χαρακτηριστικόν των πρώτων είναι ότι εκλαμβάνουν το Πρώτον Απόλυτον ως υπερ-προσωπικόν. Δι’ αυτούς η προσωπική αρχή εν τη καλυτέρα περιπτώσει είναι η πρώτη βαθμίς υποβιβασμού αυτοπεριορισμού του Απολύτου. Δια τους δευτέρους αυτό ακριβώς το Πρόσωπον-Υπόστασις κείται εις θεμέλιον παντός του είναι. }295}
Η Υπόστασις συνιστά την εσωτάτην αρχήν του Απολύτου Είναι, την αρχικήν και τελικήν Αυτού διάστασιν: «Εγώ ειμί το Α και το Ω, …».
Η Υπόστασις του Θεού εκφεύγει παντός ορισμού, διότι ευρίσκεται πέραν των ορίων παντός ό,τι φέρει σφραγίδα οιουδήποτε προσδιορισμού. Ακατάληπτος εις την διάνοιαν γνωρίζεται υπαρκτικώς και μόνον κατά το μέτρον της αυτοαποκαλύψεως του Θεού εις τον άνθρωπον.
Εν τω ανθρώπω ωσαύτως τη εικόνι του Υποστατικού Θεού, η αρχή της υποστάσεως είναι αυτός ο «κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πραέος και ησυχίου πνεύματος, ό εστιν ενώπιον του Θεού πολυτελές. Και η κτιστή αύτη υπόστασις υπέρκειται παντός ορισμού. Η επιστημονική και φιλοσοφική γνώσις εκφράζεται δι’ εννοιών και ορισμών. Η υπόστασις όμως είναι όν ασύλληπτον εις την φιλοσοφικήν ή την επιστημονικήν μορφήν γνώσεως. Ως ο Θεός ούτω και η ανθρωπίνη υπόστασις μένει έως τέλους αδιαφανής εκ των έξω, εκτός εάν η ιδία αποκαλυφθή εις ετέραν υπόστασιν. }296}
Ο τελευταίος (ο άνθρωπος) εκτίσθη εν δυνάμει ικανός να ιδιοποιηθή και να φέρη εν εαυτώ την άκτιστον Ζωήν της θεότητος.
Κατά την θέωσιν η ανθρωπίνη υπόστασις εκτείνεται από των διαστάσεων και των σχημάτων της γης εις διαστάσεις και μορφάς Θείας Ζωής. Εν άλλαις λέξεσι ο άνθρωπος υποστασιάζει εν εαυτώ τα θεία κατηγορήματα, ως είναι η αιωνιότης, η αγάπη, το φως, η σοφία, η αλήθεια. Η κτιστή υπόστασις γινομένη θεός κατά το περιεχόμενον του είναι αυτής ουδόλως αποβαίνει Θεός δια τα άλλα λογικά κτίσματα. }297}
Μεταξύ Θεού και Ανθρώπου παραμένει αιωνίως ανυπέρβλητο οντολογική απόστασις:
Κατά την «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Αυτού δημιουργίαν, ο Ποιητής ημών επαναλαμβάνει, κυρίως ειπείν, Εαυτόν, και υπ’ αυτήν την έννοιαν είναι «Πατήρ ημών». … Δια της ενσαρκώσεως Αυτού ο προαιώνιος Λόγος του Πατρός δίδει εις ημάς να κοινωνήσωμεν του Αίματος και της Σαρκός Αυτού, ώστε δια της οδού ταύτης να χύση εις τας φλέβας ημών την άναρχον Αυτού Ζωήν, και ούτω να γίνωμεν τέκνα Αυτού,
Ο Χριστός εφανέρωσεν εις ημάς την τελειότητα της εικόνος του Θεού εν τω ανθρώπω και την δυνατότητα της φύσεως ημών να προσλάβη το πλήρωμα της θεώσεως εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ο Ίδιος, μετά την ανάληψιν Αυτού ενεθρόνισεν «εν δεξιά του Πατρός» την φύσιν ημών. Αλλ’ έτι και εν Αυτώ η φύσις ημών δεν εταυτίσθη μετά της Ουσίας του ακτίστου Θεού. Εν τω Χριστώ τω σαρκωθέντι Υιώ του Πατρός, θεωρούμεν την προαιώνιον ιδέαν του Θεού περί του Ανθρώπου.
Η αποκάλυψις «Εγώ ειμί ο Ών» δεικνύει ότι η υποστατική διάστασις εν τη Θεότητι έχει θεμελιώδη σημασίαν. Η αρχή της Υποστάσεως εν τω Θεώ δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλ’ ουσιώδης πραγματικότης κατέχουσα ιδίαν φύσιν και ενέργειαν ζωής.
Η ουσία δεν είναι το πρωτεύον ή έστω το υπερέχον }298} εν τω Θεώ, το καθορίζον τας υποστάσεις εις τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις. Εν τω Θείω Είναι ουδέν υπάρχει έξω της Υποστατικής Αρχής. Το βάθος του μυστηρίου των Θείων Υποστάσεων είναι ανεξερεύνητον. Ο αυτοπροσδιορισμός Αυτών εν τη αιωνιότητι αποτελεί άναρχον Γεγονός: Ουδέποτε υπήρξε τοιαύτη στιγμή κατά την οποίαν δεν είχεν ο Πατήρ τον Υιόν και δεν εξεπορεύετο απ’ Αυτού το Άγιον Πνεύμα. Η αρχή του παντός είναι ο Πατήρ, Όστις εν τη προαιωνίω γεννήσει του Υιού μεταδίδει εις Αυτόν άπαν το πλήρωμα της Φύσεως, της Ουσίας Αυτού. Το αυτό συμβαίνει και εις την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος.
Η γνώσις του Αγίου Πνεύματος ως Προσώπου έρχεται βραδύτερον. Τούτο ζωοποιεί απαύστως ουχί μόνον την Εκκλησίαν και τα τέκνα Αυτής, αλλά και πάντα τον κόσμον, άπασαν την κτίσιν. Θεραπεύει ημάς εκ των συνεπειών της πτώσεως· αναγεννά ημάς και αγιάζει. Τα πάντα όμως ποιεί αοράτως, ως τις κρυπτόμενος θαυμαστός Φίλος, μη θέλων να επιβαρύνη ημάς δια της ευγνωμοσύνης προς Αυτόν, διότι γνωρίζει ότι εν τη παρούση καταστάσει ημών το ευγενές αίσθημα της ευγνωμοσύνης γίνεται φορτίον. Η μεγάλη μακαριότης της γνώσεως Αυτού έρχεται βαθμηδόν, κατά το μέτρον }299} κατά το οποίον αναδύεται εντός ημών δια της συνεργείας Αυτού η υποστατική αρχή. Δυνάμει αυτής αρχόμεθα να προσλαμβάνωμεν το παν, και το Θείον Πρωταρχικόν Είναι και το κοσμικόν είναι, δι’ άλλου τρόπου προσιδιάζοντος εις τον άνθρωπον-υπόστασιν, την τετελειωμένην εικόνα Εκείνου, Όστις απεκαλύφθη εις τον Μωυσήν δια του Ονόματος Εγώ Ειμί. Επομένως ο Θεός ο Ίδιος είναι Υποστατικός και ημείς δημιουργία «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Αυτού, και ως εκ τούτου η τελική κλήσις ημών είναι προς την υποστατικήν μορφήν του είναι.
Η Υπόστασις είναι Εκείνος, Όστις μόνον και όντως ζη. Έξω της ζώσης ταύτης Αρχής ουδέν δύναται να υπάρχη: Το ουσιώδες περιεχόμενον της ζωής ταύτης είναι η Αγάπη: «Ο Θεός αγάπη εστίν». Η υποστατική ύπαρξις έρχεται εις αυτοεπίγνωσιν δια της εν αγάπη συναντήσεως μετά μιας ή πολλών υποστάσεων. … Εις αυτήν ακριβώς την εν ημίν υποστατικήν αρχήν επηγγείλατο ο Κύριος την αιωνιότητα. Αύτη η αρχή, και μόνον αύτη, κατέχει την ικανότητα να γνωρίζη το αρχέτυπον αυτής τον Ζώντα Θεόν. Ο άνθρωπος είναι πλείον τι ή μικρόκοσμος. Είναι «μικροθεός». Κτιστός ών έλαβε την εντολήν να γίνη θεός. Εάν ο Δημιουργός ωμοιώθη κατά πάντα προς τον άνθρωπον, τούτο σημαίνει ότι και ο άνθρωπος εκτίσθη μετά της δυνατότητος να γίνη όμοιος κατά πάντα προς τον Θεόν(ΣΥΜΒΟΛΟ): }300}
Κατά την υπερτάτην εφικτήν εις την φύσιν ημών έντασιν προσευχής, όταν ο Ίδιος ο Θεός προσεύχηται εν ημίν, δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη πάσης εικόνος. Τότε η ανθρωπίνη υπόστασις προσεύχεται προς τον Άναρχον όντως πρόσωπον προς Πρόσωπον. Εν τη συναντήσει ταύτη μετά του Υποστατικού Θεού ενεργοποιείται εν ημίν εκείνο όπερ εν αρχή υπήρχε μόνον δυνάμει, η υπόστασις.
Φερόμενοι Πνεύματι Θεού προς την υπέρ όλου του κόσμου προσευχήν, προς συμμετοχήν εις την εν Γεθσημανή προσευχήν του Κυρίου, βλέπομεν αίφνης εν εαυτοίς Θείον θαύμα: Ανατέλλει εντός ημών ο πνευματικός ήλιος, το όνομα του οποίου είναι υπόστασις (πρόσωπον). Τούτο είναι εν ημίν η αρχή καινής μορφής υπάρξεως, ήδη αθανάτου. Τότε δεχόμεθα την Αποκάλυψιν της Υποστατικής Αρχής εν τη Αγία Τριάδι, ουχί επιφανειακώς, ουχί διανοητικώς, αλλ’ εν τοις εγκάτοις του είναι ημών. Ενορώμεν εν τω Φωτί το μέγιστον μυστήριον του Ανάρχου Είναι: τον Υποστατικόν Θεόν, τον Ζώντα· τον Ένα εν Τριάδι Υποστάσεων· το Θεόν της αγάπης, τον Μόνον αληθινόν.
Κατέβαλον μέγα τίμημα δια τας παραπλανήσεις μου εις τας οποίας ενεπλάκην επί επτά ή οκτώ έτι. Κρίνων κατ’ άνθρωπον, δεν θα ηδυνάμην δια μόνης της δυνάμεώς μου να αποσπασθώ από της αβύσσου του υπερβατισμού του ανατολικού μυστικισμού τουτέστι του Υπερ-προσωπικού Απολύτου. Κατά την φυσικήν και διανοητικήν μου νεότητα, η φιλοσοφία αύτη ενεφανίζετο εις το πνεύμα μου }301} πλήρης μεγαλείου, υπερβαινόντος τον χριστιανικόν συναισθηματικόν ψυχισμόν του «Αγαπήσεις τον Θεόν και τον πληρίον».
Ότε όμως, κατά την Άνωθεν δωρεάν, εδόθη εις εμέ να εννοήσω την οντολογικήν θέσιν της αρχής της Υποστάσεως εν τω Θείω Είναι, τότε κατά τρόπον φυσικόν το παν ήλλαξε και παρουσιάσθη εν αντιθέτω προοπτική: Είμεθα κτίσματα· ως κτίσματα φέρομεν εντός ημών την υποστατικήν αρχήν δυνάμει, ουχί ενεργεία. Δεν είμαι το Πρωταρχικόν Όν, αλλ’ η κτιστή εικών Αυτού. Καλούμαι δια της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών να ενεργοποιήσω, να πραγματοποιήσω εν εμοί την υποστατικήν ομοίωσιν μου προς τον Θεόν· να γίνω υπόστασις, υπερβαίνων τον περιορισμόν του ατόμου, όπερ ουδόλως δύναται να κληρονομήση την Θείαν μορφήν υπάρξεως.
«ουκ έστι κτίσις αφανής ενώπιον Αυτού, πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού». Ημείς δεν κατανοούμεν αυτό το είδος της γνώσεως: της αμέσου, της άνευ εξελίξεως, της ολοκληρωτικής. Πιστεύομεν όμως εις την αγαθήν περί ημών πρόνοιαν του Θεού. Κατά την διάρκειαν χρόνων επιμόνου ασκήσεως, όπως ζήσωμεν κατά το θέλημα Αυτού, }302} πολλάκις θα μείνωμεν έκθαμβοι δια την μαθηματική ακρίβειαν της περί ημάς Προνοίας του Θεού.
Εάν ο Θεός δεν ήτο Όν Υποστατικόν, τότε ούτε και ημείς η εικών Αυτού, θα ηδυνάμεθα να εισέλθωμεν εις την υποστατικήν μορφήν του είναι· και αυτή εισέτι η προσωπικότης ημών δεν θα ήτο πλείον επιφαινομένου τινός. Επειδή όμως η υπόστασις γεννάται εν ημίν εν καταστάσει υπερφυσικής προσευχής προσώπου προς Πρόσωπον ενώπιον του Ζώντος Θεού, δεν υπόκειται αύτη εις τα στοιχεία της φύσεως: Υπερβαίνει τα γήινα όρια και κινείται εις σφαίραν άλλων διαστάσεων. Μία και μόνη, ανεπανάληπτος και άτρεπτος εις οτιδήποτε άλλο, δεν υπόκειται εις αριθμητικόν υπολογισμόν.
Το Απόλυτον Πρωταρχικόν Όν είναι Υποστατικόν, και ο άνθρωπος, η ομοίωσις του Απολύτου, είναι ωσαύτως υπόστασις. Ο Θεός είναι Πνεύμα και ο άνθρωπος-υπόστασις είναι ωσαύτως πνεύμα. Και το πνεύμα τούτο δεν είναι αφηρημένον, κεχωρισμένον, διότι κέκτηται ιδίαν φύσιν. Επί του γηίνου επιπέδου λαμβάνει συγκεκριμένην μορφήν δια της σαρκός, μετά της οποίας αποκτά την πρώτην αυτού εμπειρίαν του είναι. Ο Θεός-Λόγος προέλαβε την ανθρωπίνην σάρκα, και ούτως απέδειξεν ότι δεν είναι επινόησις του λογικού ημών, ουδέ αποκύημα της εξημμένης υπό μυστικού τινος φόβου ενώπιον αγνώστων και εχθρικών δυνάμεων φαντασίας ημών. Ο Θεός είναι η πρώτη ουσιαστική Πραγματικότης· και η ανθρωπίνη υπόστασις είναι ωσαύτως ουσιαστική ζωή.
Αι σχέσεις αγάπης είναι ίδιον της Υποστάσεως, της εικόνος του Θεού της αγάπης. Η Υπόστασις δεν ορίζεται αντιθετικώς, δια της αντιπαραθέσεως προς αυτήν }303}, όπερ «δεν είναι Εγώ». Η αγάπη είναι το βαθύτερον περιεχόμενον και η καλυτέρα έκφρασις της ουσίας αυτής. Η Υπόστασις περιβάλλουσα εν προσευχή αγάπης ολόκληρον τον κόσμον αποτελεί την προς τα έσω (ad intra) ενότητα των πάντων. Εν τη δημιουργική ενεργεία αυτής όπως αναπτυχθή, επιδιώκει την καθολικήν ενότητα και προς τα έξω (ad extra). Εν τη αγάπη ευρίσκεται η ομοίωσις αυτής προς τον Θεόν, Όστις είναι αγάπη.
Ο Ποιητής του κόσμου ο Κύριος κρατεί εν τη παλάμη Αυτού πάντα τα όντα· και ο άνθρωπος-υπόστασις αποτελεί κέντρον ικανόν να περιλάβη εν εαυτώ ουχί μόνον την πολλαπλότητα των πραγματικοτήτων του σύμπαντος, αλλά και πλέον τούτου: άπαν το πλήρωμα του θεανθρωπίνου είναι. Η υπόστασις καθ’ εαυτήν είναι αξία μη παρερχομένη, πολυτιμοτέρα ολοκλήρου του λοιπού κόσμου. Εν τη χαρά της ευρέσεως της ελευθερίας της αθανασίας ατενίζει εις καινήν μορφήν του είναι.
Ο άνθρωπος, αναγεννηθείς υπό του Θεού εν τη προσευχή, ουδέποτε μένει μόνος. Η υπόστασις δεν γνωρίζει μοναξίαν: Διαμένει πάντοτε ενώπιον του πανταχού παρόντος Θεού. Πριν ή φθάση εις την πληρότητα αυτής, «υπομένει» ενίοτε Αυτόν μετά μεγάλου κόπου, ως ο Μωυσής, όστις «τον αόρατον ως ορών εκαρτέρησεν». Άλλοτε πάλιν αύτη πληρούται ησύχου και ειρηνικής χαράς έχουσα την συνείδησιν ότι ευρίσκεται εις χείρας του Αγίου Φύλακος.
Ο άνθρωπος-υπόστασις δεν γνωρίζει μοναξίαν, έτι και διότι, εν οιαδήποτε ερήμω και εάν ευρίσκηται, προσεύχεται υπέρ όλου του κόσμου, είτε ο κόσμος ούτος πάσχει, είτε ευτυχεί. }304}
Δι’ ευχών του Οσίου Πατρός μου Σιλουανού, ο Χριστός εφανέρωσε και εις εμέ, έστω και «εκ μέρους» το μυστήριον του προσώπου-υποστάσεως. Διήλθον μακροχρόνιον περίοδον απεγνωσμένης προσευχής. … Κατ’ αρχήν ενήργει επ’ εμέ ο ευαγγελικός Αυτού (του Κυρίου) λόγος. Ο λόγος ούτος, ο εκ του Πατρός εκπορευόμενος, δια των ριζών αυτού εισεχώρει εις την καρδίαν μου διαρρηγνύων τους πεπωρωμένους ιστούς αυτής. Εν οδύναις εγεννάτο η νέα ζωή μου. Κατά τον πρώτον καιρόν ήμην μόνος, εκτός της Εκκλησίας εισέτι. Ουδέν εγνώριζον τότε, αλλ’ αόρατον πυρ κατέφλεγεν εμέ και η ψυχή μου εν μεγάλη θλίψει εστρέφετο προς τον «Δυνάμενον σώσαι με». Είς τι μέρος εντός μου διετηρείτο αμυδρά ελπίς, ήτις υπερενίκησε τον φόβον όπως εισέλθω εις την επίπονον οδόν. Ο πόνος ούτος, περί του οποίου προσπαθώ να ομιλήσω, είναι δι’ εμέ ιερός. Παράδοξον θαύμα! Η οδύνη αύτη της καρδίας μου εις τινας στιγμάς συνήρπαζε μετ’ ενθουσιασμού το πνεύμα μου. Εθαύμαζον πως ο Θεός εδημιούργησε την φύσιν μου ικανήν να υπομείνη παθήματα, δι’ ων απεκαλύπτοντο εις εμέ τα άγνωστα πρότερον βάθη της προσευχής. Υπήρχον στιγμαί κατά τας οποίας πιεζόμενος υπό δυνατού πόνου, μεθ’ ησύχου φωνής αλλά και μετά θάμβους, «έκραζον»: «Δόξα Σοι, πάνσοφε Δημιουργέ …». … Άνευ των παθημάτων τούτων ουδέποτε θα ηδυνάμην να εννοήσω περί ποίας αγάπης ωμίλει ο Κύριος όταν έλεγεν: «Έρχεται ο του κόσμου άρχων, και εν Εμοί ουκ έχει ουδέν· αλλ’ ίνα γνω ο κόσμος ότι αγαπώ τον Πατέρα, και καθώς ενετείλατό Μοι ο Πατήρ, ούτω ποιώ». }305}
Εάν η αγάπη την οποίαν εντέλλεται το Ευαγγέλιον, ήτο φυσική εν τη καταστάσει της πτώσεως ημών, τότε θα ήτο περιττή η κλήσις: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου … αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Όταν όμως η αγάπη εκείνη εγγίση την καρδίαν, τότε το πνεύμα ημών βλέπει τον Θεόν εν Φωτί και ζη δι’ Αυτού και εν Αυτώ. Ο Θεός υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην διάνοιαν. Ουδεμία αφηρημένη έννοια προσιδιάζει εις Αυτόν. Είναι Ζων. Η παντοδύναμια Αυτού είναι άμετρος· η αγάπη Αυτού ανεκδιήγητος. Η μετ’ Αυτού ζωή είναι πλούτος άρρητος.
Να είναι τις τυφλός είναι μεγάλη στέρησις. Δεν υπάρχει όμως μεγαλυτέρα συμφορά και βαθυτέρα οδύνη της αγνοίας του Θεού.
Εάν ο «άνθρωπος Χριστός Ιησούς», ο παραδούς εαυτόν εκουσίως δια την λύτρωσιν πάντων, προσηύχετο προς τον Πατέρα: «Πάτερ Μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ Εμού, εάν μη αυτό πίω, γεννηθήτω το θέλημά Σου», τότε τι δυνάμεθα να είπωμεν περί εαυτών ημείς οι ολιγόψυχοι; }306}
Ως βάσις της ασκήσεως ημών κείται ο πόθος να αποκτήσωμεν την επηγγελμένην αγάπην του Χριστού. Όταν το Πνεύμα της αγάπης του Χριστού εισέλθη εντός ημών, η ψυχή διψά την σωτηρίαν πάντων των ανθρώπων. Μετά τρόμου διαπιστοί ότι ουχί πάντες επιθυμούν δι’ εαυτούς εκείνο περί του οποίου αύτη δέεται προσευχομένη υπέρ αυτών. Έτι πλέον συναντώμεν εις αυτούς άρνησιν, εισέτι δε και έχθραν. Και πως είναι δυνατόν να σωθή ο άνθρωπος ευρισκόμενος εν τοιαύτη διαστροφή; }307}
… τι άλλο θα ικανοποιήση ημάς εν όλη τη κτίσει; Αληθώς, ουδέν όντως υπάρχει, όπερ θα ηδύνατο να χωρίση ημάς απ’ Αυτού, όσον βαρύς και εάν είναι ο αγών ημών. Διήνοιξε τους οφθαλμούς ημών προς το άπειρον και είναι αδύνατον πλέον να κλείσωμεν αυτούς εκ νέου και να προτιμήσωμεν την τυφλότητα των αρτιγεννήτων:
Εν τω κόσμω τούτω η ζώσα πείρα της υποστάσεως σπανίως δίδεται εις τους ανθρώπους: Έρχεται δια της χριστομιμήτου προσευχής υπέρ του σύμπαντος κόσμου ... Εν τοιαύτη προσευχή βιούται το ομοούσιον του ανθρωπίνου γένους. Δι’ αυτής αποκαλύπτεται εις ημάς το οντολογικόν νόημα της "δευτέρας εντολής". Όλος ο Αδάμ γίνεται είς Άνθρωπος-Ανθρωπότης.
Παν ότι είναι κατώτερον τούτου, είναι κατώτερον και της ευαγγελικής εντολής. Ευλόγως θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι η εν ταις εντολαίς του Χριστού ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ εις τας αληθινάς αυτής διαστάσεις. Εν τη οντολογική αυτού αξία ο Χριστιανισμός υπερβαίνει αμέτρως την σύνεσιν εκείνων, οίτινες εκ ραθυμίας δεν θέλουν να αποκτήσουν την αγίαν θεογνωσίαν, ήτις και είναι η αιώνιος ζωή. }309} Οι άνθρωποι αναζητούν την αλήθειαν. Πολλοί αγαπούν τον Χριστόν, αλλά συχνάκις επιχειρούν να υποβιβάσουν το Ευαγγέλιον εις το επίπεδον της ηθικής διδασκαλίας. … Ίνα πληρωθώμεν αληθώς εκ της θεοποιού δυνάμεως του Ευαγγελικού λόγου, είναι ανάγκη να μοχθήσωμεν έτι μάλλον ή δια την επίτευξιν πρακτικών ή επιστημονικών γνώσεων. … «Η μακραίων πείρα της ακαδημαϊκής θεολογίας απέδειξε μετά πειστικότητος ότι είναι δυνατόν να έχη τις ευρείαν πολυμάθειαν επί του πεδίου της επιστημονικής θεολογίας και μη έχων ζώσαν πίστιν, τουτέστιν αγνοών πλήρως τον Θεόν. Εν τοιαύταις περιπτώσεσιν η θεολογία αποβαίνει διανοητική ενασχόλησις, ως και η νομική επιστήμη. Ως αύτη διαφέρει εις εκάστην χώραν, ούτω και η θεολογία διαφοροποιείται εν τω πλήθει των διηρημένων ομολογιών». }310}
Εν καταστάσει υψίστης δεκτικότητος ελάβομεν την πληροφορίαν περί ενός ιδιαιτέρας τάξεως Είναι, το οποίον δι’ Εαυτό ουδεμίαν έχει εξωτερικήν αιτίαν, αρχήν ή τέλος. Είναι αδύνατον δι’ ιδίων δυνάμεων να φανερώσωμεν μετ’ αξιοπιστίας τον βαθύν χαρακτήρα του Είναι τούτου. Έχομεν όμως έμφυτον την ορμήν προς Αυτό. Και εις το ερώτημα: «Τι εστι το Είναι;» ελάβομεν την απάντησιν: «Εγώ ειμί ο Ών». Ουχί «τι», αλλά «τις». Και ο «Τις» ούτος έρχεται εις κοινωνίαν ζώσαν και αισθητήν μεθ’ ημών.
Το Υποστατικόν τούτο Είναι, το ευρισκόμενον πέραν παντός περιορισμού και ρυθμίζον καθ’ Εαυτό τα πάντα, είναι ο Αίτιος της ελεύσεως ημών εις τον κόσμον. Η Αποκάλυψις ότι το Είναι τούτο είναι υποστατικόν μαρτυρεί οφθαλμοφανώς ότι η περί Αυτού γνώσις, μάλλον η γνώσις Αυτού, δύναται να δοθή μόνον μέσω προσωπικής κοινωνίας Αυτού μεθ’ ημών, ως προσώπων. Εις στιγμάς ζώσης κοινωνίας μετ’ Αυτού ο Ίδιος μεταδίδει εις ημάς την γνώσιν περί Εαυτού αποκαλυπτόμενος εν ημίν μέσω των ενεργειών Αυτού. }311}
Εν τη συνήθει πορεία της σκέψεως σχετικώς προς την γνώσιν, διακρίνομεν το γνωρίζον υποκείμενον και το γνωριζόμενον αντικείμενον. Εν τη ημετέρα όμως αντιλήψει περί της γνώσεως του Θεού καταργείται η πορεία της αντικειμενοποιήσεως του γνωριζομένου, διότι Ούτος γνωρίζεται πάντοτε «εν τω συνδέσμω της αγάπης», εν τη καταστάσει της καθαράς προσευχής. Η κτιστή ημών υπόστασις εισάγεται δια του Αγίου Πνεύματος εις την σφαίραν του ακτίστου Θείου Είναι κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να αισθανώμεθα εν ημίν τον Θεόν ως την ζωήν ημών.
Εις τούτο έγκειται η βασική διαφορά μεταξύ επιστημονικής και πνευματικής γνώσεως. Η τελευταία αύτη κατανοείται ως κοινωνία εν τη υπάρξει, ως ένωσις εν αυτώ τω είναι.
Η καθαρά προσευχή είναι η ασφαλεστέρα οδός προς την γνώσιν του Θεού. Ο ούτω προσευχόμενος απεκδύεται πάσας τας εξωτερικάς γνώσεις και τας εμπαθείς εικόνας, ώστε, κλίνας ενώπιον Εκείνου Όστις είναι η Αρχή του παντός να λάβη την εξ Αυτού εκπορευομένην ζωήν. Άνευ λόγων, «στεναγμοίς αλαλήτοις» εκδυσωπεί τον άγνωστον εισέτι Θεόν να σώση αυτόν όπερ εν τελευταία αναλύσει σημαίνει να δεχθή το πνεύμα αυτού εις αιώνιον παραμονήν μετ’ Αυτού. Η δέησις αυτού ενούται μετά του μακραίωνος στεναγμού πάσης της κτίσεως. Αι κραυγαί αυτού συμβάλλουν }312} εις τον ενιαίον χορόν της οικουμένης, ήτις ικετεύει δια την σωτηρίαν. Η προσευχή αύτη είναι ανέκφραστος, απερίγραπτος. Δεν ενσαρκούται δια των λόγων ημών. Η οδύνη επί της οποίας θεμελιούται είναι βαθυτέρα παντός στεναγμού.
Ο Ίδιος δια της δυνάμεως Αυτού ελκύει ημάς εις ανάβασιν προς Αυτόν. Η θαυμαστή αύτη άνοδος, παρά την οδυνηράν έντασιν της υπάρξεως ημών, βιούται ως μακάριον «περισσόν» Νέας Ζωής εκχεομένης εφ’ ημάς. Όταν το πνεύμα ημών γίνηται όλον προσευχή, αξιούται να αισθανθή εναργώς την πνοήν της Θείας αιωνιότητος. Δια μεγάλης οδύνης μετανοίας αναγεννάται ο άνθρωπος δια της «ασάλευτον βασιλείαν».
Ο Θεός αποκαλύπτει το Όνομα Αυτού: «Εγώ ειμι ο Ών». Δια τον άνθρωπον, την εικόνα του Υψίστου, η λέξις αύτη εγώ είναι μία των πολυτιμοτέρων, διότι μαρτυρεί την αρχήν της υποστάσεως εν ημίν. Έξω της αρχής ταύτης τα πάντα αποβαίνουν παράλογα, μη όντα (ανύπαρκτα), διότι ο Ών είναι αφεύκτως «εγώ». Έκαστος εξ ημών ας φυλάξη την υποστατικήν αυτού αξίαν: Εν αυτή και μόνον εν αυτή ο πλούτος και το κάλλος του είναι ημών. … Ο Κύριος εδωρήσατο εις }313} ημάς το φως της αποκαλύψεως της Υποστάσεως, ημείς όμως εγεννήθημεν και αφέθημεν να ζώμεν εντός της αμόρφου μάζης των ατόμων, ίδιον των οποίων είναι ο εγωϊσμός και η φιλαυτία. Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός της αγάπης του Χριστού. Συνδεόμεθα μετά του κόσμου τούτου, ως είναι εν τη πτώσει αυτού, και ταυτοχρόνως έχομεν ανάγκην να παλαίσωμεν δια την εν Θεώ ελευθερίαν ημών. Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει ατομικιστικόν χαρακτήρα. Ο ατομικισμός καλλιεργείται εις τους ανθρώπους καθ’ όλας τας εμπαθείς αυτού εκδηλώσεις. Εμφανέστερον διαπιστούται τούτο εις τον τομέα της τέχνης. Δοξάζονται αι μεγαλοφυίαι, οι πρωτότυποι δημιουργοί του ενός ή του άλλου έργου. Εν άλλας λέξεσι, εκτιμάται η πρωτοτυπία, ή ατομικότης του καλλιτέχνου. Η κοινωνία ημών οικοδομείται επί τη βάσει της αρχής ταύτης. Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου. Η καλλιέργεια της πτώσεως οδηγεί εις την αποξένωσιν από του Θεού. Ο άνθρωπος υποβιβάζεται δια της εν αυτώ αμαυρώσεως της εικόνος του Θεού. Αντιθέτως προς τούτο η σύναξις των υποστάσεων είναι «το άλας της γης και το Φως του κόσμου». Τούτο πραγματοποιείται εν τη Εκκλησία του Χριστού μετ’ ιδιαιτέρας δε δυνάμεως εν τη λειτουργική πράξει. Εκεί ακριβώς φανερούται η αληθινή εικών της Αγίας Τριάδος. Δι’ όλου του περιεχομένου της Θείας Λειτουργίας ο λειτουργός καλείται, εν τω πνεύματι της εν Γεθσημανή προσευχής του Χριστού, να προσφέρη εις τον Θεόν λατρείαν αρμόζουσαν εις την υπόστασιν.
Η Υπόστασις εν τω Θείω Είναι δεν νοείται ως στατική }314} τις αρχή εγκεκλεισμένη εν εαυτή. Τούτο θα ήτο δυνατόν εν τη προοπτική του ενοθεϊσμού του Ισλάμ, έτι δε και εν τοις ορίοις της Παλαιάς Διαθήκης, αλλ’ ουδόλως εν τη αποκαλυφθείση εις ημάς Τριάδι, Ήτις είναι Όν άκρως δυναμικόν. Την δυναμικότητα ταύτην εδιδάχθημεν να βλέπωμεν εν τη Αγάπη, ήτις αποτελεί την βαθυτέραν έκφρασιν του Γεγονότος του αιωνίου αυτοπροσδιορισμού των Υποστάσεων της Αγίας Τριάδος. Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι η Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότι εκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλου. Η Ουσία είναι αμέθεκτος υπό των κτισμάτων, και ως εκ τούτου παραμένει αιωνίως άγνωστος. Παν ό,τι δεν κοινωνείται, δεν γνωρίζεται υπό των λογικών κτισμάτων. Η ενέργεια όμως της Θείας Αγάπης εκχέεται εις τα κατ’ εικόνα κτίσματα, και η απόκτησις αυτής εδόθη εις ημάς ως εντολή.
Εν τω Θείω Είναι ο παράγων ο αποκαλύπτων την Ουσίαν ονομάζεται Ενέργεια. Η μετοχή εις την άκτιστον Ενέργειαν πραγματοποιεί την ομοίωσιν ημών προς τον Δημιουργόν, θεοποιεί ημάς. Η Αγάπη, ως άναρχος και αμετάθετος ζωή του Τριαδικού Θεού δια της ενοικήσεως αυτής εν ημίν, δεν καθιστά ημάς μόνον αθανάτους, υπό την έννοιαν ότι η ύπαρξις ημών θα παρατείνηται εις τους αιώνας, αλλά και «ανάρχους», διότι και η ενδοτριαδική Αγάπη είναι καθ’ εαυτήν άναρχος. Το άκτιστον Φως, συγκαταβαίνον εις τον ανθρώπον, δίδει εις αυτόν την ζώσαν πείραν της Αγάπης ταύτης. Η ενέργεια αυτής υπερνικά τον πλήξαντα ημάς θάνατον και βιούται ως εκ νεκρών ανάστασις εις νέαν, άναρχον πλέον ζωήν. Τότε αίρεται η αίσθησις της γηίνης προελεύσεως ημών.
Η εμπειρία αύτη, εν τούτοις είναι μόνον η πρόγευσις }315} της υπεσχημένης θεώσεως, κλήσις εμπνέουσα εις αγώνα, ουχί όμως τετελειωμένη κατάστασις θεώσεως. Η δωρεά αύτη της χάριτος πλουτεί ημάς δια της γνώσεως εκείνων, «ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν», αλλά δεν είναι εισέτι πλήρως κτήμα ημών, και ως εκ τούτου δύναται να αρθή ως «άδικος μαμωνάς». Και ο επιμελής εισέτι ασκητής δεν παραμένει πάντοτε εν ίση εντάσει χάριτος. Μετά περίοδον επισκέψεων αυτής δύναται η χάρις αύτη να μειωθή, και τότε εκ νέου σκιά τις καλύπτει ημάς.
Η γνώσις όμως διατηρείται εν τη ψυχή ως ανάμνησις.
Διακρίνοντες εν τη αποκαλυφθείση ημίν Θεότητι Υποστατικήν αρχή, Ουσίαν, Ενέργειαν, ουδόλως εννοούμεν ότι η Θεότης συνίσταται εκ διαφόρων στοιχείων. Το Θείον Όν είναι ο Ζων Θεός και ουχί η αφηρημένη φιλοσοφική έννοια του «καθαρού είναι». Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα. Ουχί. Έχει δε Ιδίαν Φύσιν και Ιδίαν Ενέργειαν. Και τούτο είναι το όντως Όν. Την Ουσίαν ή Φύσιν δεν εκλαμβάνομεν ως αντικειμενικόν παράγοντα εν τη Θεότητι. Εάν ενίοτε ομιλώμεν περί αυτής της πλευράς του Θείου Είναι, ως να επρόκειτο περί αντικειμενικής πραγματικότητος, πράττομεν τούτο κυρίως υπό την έννοιαν ότι η Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά το αυτό μέτρον.
Εν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και της Ουσίας υπάρχει τελεία ταύτησις. Η Ουσία εγκλείεται }316} εν ταις Υποστάσεσιν. Ουδεμίαν έχει ύπαρξιν «κεχωρισμένην» εκ των Υποστάσεων ή εκτός Αυτών. Εν τω Θείω Είναι –άκρως υποστατικώ- ο αυτοπροσδιορισμός των Θείων Υποστάσεων προέρχεται εξ αυτών των ιδίων των Υποστάσεων και κατ’ ουδένα τρόπον προκαθορίζεται ή επιβάλλεται υπό της Ουσίας.
Εν τη κτιστή ημών ζωή βλέπομεν όντως ότι η φύσις ημών δεν ταυτίζεται εισέτι πλήρως μετά της υποστατικής αρχής. Έτι πλέον ημείς, ως πρόσωπα-υποστάσεις, ευρισκόμεθα εν οξεία αντιφάσει προς τινας εκδηλώσεις της φύσεως ημών. Γεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμει. Όταν η υποστατική αύτη αρχή αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της εκπτώτου φύσεως ημών. Η φύσις δεν είναι πλήρως ενυπόστατος, και όμως δυνάμεθα να ομιλώμεν περί της σχετικής αυτής αντικειμενικότητος. Ουδέποτε αύτη εκδηλούται έξω των συγκεκριμένων ατόμων.
Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις τον Θεόν. Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι ημών. Πιστεύομεν ότι ο Κύριος ανελήφθη εις τον ουρανόν μη χωρισθείς από της ανθρωπίνης Αυτού φύσεως. Εν τη αιωνιότητι υπάρχει Ούτος εν δυσί φύσεσιν ατρέπτως, αλλ’ είναι είς Κύριος εν τη αρμονική ενώσει των δύο Αυτού φύσεων. Ούτως οφείλει να συμβή και εις ημάς: Μετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσιν ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν. }317}
«Εγώ ειμι ο Ών». Το Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες Είναι. Οι προφήται (Ησαίας και Ιερεμίας) εξέφρασαν τούτο δια θαυμαστού τρόπου: «Ζω Εγώ, λέγει Κύριος». Και ο Απόστολος Παύλος επανέλαβε το αυτό. Το παν έγκειται εις αυτό το Εγώ. Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος: «Εγώ ζω και υμείς ζήσεσθε» (ως πρόσωπα: Πέτρος, Ιωάννης Ανδρέας), είπεν ο Κύριος. Μετά την έξοδον ημών εκ της ζωής ταύτης, το υποστατικόν ημών πνεύμα θα διαφυλαχθή ακριβώς ως τοιούτον και δεν θα διαλυθή εις το υπέρ-προσωπικόν απόλυτον, ως η σταγών εις τον ωκεανόν, ή ως η αναπνοή ημών ενούται μετά της ατμοσφαίρας και διαλύεται εν αυτή.
Ο Θεός έκτισε την φύσιν ημών, και ως εκ τούτου Ούτος μόνον γνωρίζει τα όρια των δυνατοτήτων αυτής. Εκάστη υπόστασις τίθεται εντός ενός δεδομένου φυσικού περιβάλλοντος, αλλ’ ημείς δεν γνωρίζομεν αυτό, ως θα έπρεπε. Τούτο βαθμηδόν αποκαλύπτεται εις ημάς, αποβαίνον περιεχόμενον της υποστάσεως, ήτις εκλήθη προς ολοκληρωτικήν κατοχήν της φύσεως αυτής. Εν τη εσχάτη αυτής τελειώσει η κτιστή υπόστασις θα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτης, την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν ικανήν να περιλάβη το πλήρωμα του θεανθρωπίνου είναι. Ο Χριστός, Όστις είναι και το μέτρον του ανθρώπου, εφανέρωσε τούτο εν τη αναλήψει Αυτού. Και εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δεν μετετράπη εις την άναρχον Ουσίαν της Θεότητος, αλλά προσέλαβεν αμείωτον το πλήρωμα της Θεότητος εις τοιούτον βαθμόν, ώστε εν τη Υποστάσει του Χριστού εκάθισεν αύτη εκ δεξιών του Θεού Πατρός(ΣΥΜΒΟΛΟ). }318}
Ενώπιον ημών ευρίσκεται η εντολή να πραγματοποιήσωμεν εν ταις συνθήκαις, αίτινες εδημιουργήθησαν δια της πτώσεως, το αθάνατον είναι της υποστατικότητος ημών. Η διαδικασία αύτη είναι άκρως πολύπλοκος. Η πείρα μαρτυρεί ότι η φύσις ημών ένεκα του προπατορικού αμαρτήματος υπέστη ουσιαστικήν αλλοίωσιν. Προέκυψε παράδοξος τις κατάστασις: Η φύσις ημών, καίτοι ημετέρα, έρχεται εις σύγκρουσιν μετά της υποστατικής ημών αρχής, όταν αύτη αγωνίζηται δια της τηρήσεως των Ευαγγελικών εντολών να θεραπευθή εις όλα τα επίπεδα της υπάρξεως, τουτέστι να αποκαταστήση την δια της πτώσεως διασπασθείσαν φύσιν ημών εις την πλήρη «ακεραιότητα» αυτής. Μόνον δια της συνεργίας της χάριτος και της προσευχής ο πνευματικός δυναμισμός της υποστάσεως ημών υπερνικά την επιβολήν οιουδήποτε περιορισμού, ουχί μόνον εκ της πεπερασμένης πεπτωκυίας φύσεως, αλλά και εκ των κοσμικών δυνάμεων εν γένει. Ζωή εν τω κόσμω τούτω, συμφώνως προς την διδαχήν του Χριστού, σημαίνει αδιάκοπον πάλην κατά των παθών, άτινα παρεμποδίζουν την απόκτησιν της αιωνίου ζωής εν τω Φωτί του Θεού και Πατρός ημών. }319}
Και το τελευταίον Τούτο (το άγιον Πνεύμα) έδιδεν εις εμέ να αισθανθώ δι’ όλης της υπάρξεως μου ότι εύρον την Πρωταρχικήν Αλήθειαν. Η μόνη μέριμνα μου μετά την ανεύρεσιν αυτής, ήτο να δικαιώσω την θαυμαστήν ταύτην αλήθειαν εν τη ζωή μου. Μη επιτυγχάνων του αγίου τούτου σκοπού εβυθιζόμην εις τοιαύτην θλίψιν, την οποίαν δεν δύναμαι να εκφράσω. Ένεκα αυτής ωδυρόμην επί έτη. }320} … Δεν υπάρχει συμφορά μεγαλυτέρα της προσβολής της αγάπης του Αγίου των Αγίων. Η καρδία μου εγίνετο ως τηκόμενον κηρίον. Η οδύνη όμως εκείνη της καρδίας ήτο παραδόξως ζωηφόρος. Απαίσιος τις θάνατος εξηλείφετο υπό καυστών δακρύων, ως εξαφανίζονται δια χημικών βιολογικών προϊόντων αι επί παλαιών ενδυμάτων σεσσωρευμέναι κηλίδες.
Ο Άνθρωπος-Υπόστασις εκδηλούται δια της λειτουργίας της αυτοσυνειδησίας, του αυτοπροσδιοριμού, ως και δια της ικανότητος αυτού να γνωρίζη ουχί μόνον τον κόσμον των κτιστών πραγμάτων, αλλά και το Θείον Είναι, τουτέστι τον Ίδιον τον Δημιουργόν. Επιγινώσκει εαυτόν εναργέστερον εν τη φλογί της αγάπης της ενούσης αυτόν μετά του ηγαπημένου Θεού. Η αγάπη, δι’ ιδιαιτέρου τρόπου ενούσα τον άνθρωπον μετά του Θεού, χαρίζεται εις αυτόν και την Θεογνωσίαν. Εις την εν ημίν υποστατικήν αρχήν αποκαλύπτεται ο Θεός εν τω φωτί και ως Φως, εν τη ζέσει της αγάπης και ως Αγάπη. Εν τη καταστάσει του Άνωθεν φωτισμού ο άνθρωπος θεωρεί την ευαγγελικήν αλήθειαν ως αντανάκλασιν της ζωής του Ιδίου του ανάρχου Θεού επί του επιπέδου της Γης. Εν τη εμφανίσει του ακτίστου Φωτός γνωρίζεται η δόξα του Χριστού, «ως Μονογενούς παρά Πατρός». Το άκτιστον τούτο Φως εφανερούτο δια μέσου των αιώνων εις εκείνους, οίτινες εδέχοντο δια βαθείας και αδιστάκτου πίστεως τον Χριστόν ως Θεόν. Το Φως τούτο είναι Θεία Ενέργεια, και ως τοιαύτη είναι το Ενιαίον Φως της Αγίας Τριάδος. Το Φως τούτο εκπορεύεται εκ του Πατρός. Είναι το Φως του συναϊδίου προς τον Πατέρα Λόγου. Είναι η εν ημίν ενέργεια του }321} Αγίου Πνεύματος. Η συγκατάβασις του Φωτός τούτου έως ημών αποτελεί τρόπον τινά, «προσωπικήν αποκάλυψιν», δι’ όσους ηξιώθησαν της χάριτος ταύτης. Δυνάμει της ευδοκίας αυτής του ουρανίου Πατρός αι Γραφαί της Καινής Διαθήκης παρουσιάζονται εις την πνευματικήν όρασιν εν τη αιωνίως αναλλοιώτω αυτών επικαιρότητι. Εξαφανίζεται η αίσθησις ότι ο λόγος ούτος εδόθη ποτέ εις το παρελθόν. Φέρει εν εαυτώ την αιωνιότητα, ήτις περιλαμβάνει άπασαν την διάρκειαν των χρόνων.
Η «προσωπική αποκάλυψις» περί του Υπερκοσμίου Όντος δύναται να έλθη κατ’ αιφνίδιον τινα τρόπον ως λάμψις αστραπής, αλλά το ούτως προσληφθέν αφομοιούται εν τούτοις βαθμηδόν κατά την παρατεταμένην πορείαν του αγώνος της προσευχής. Εκ της πρώτης επαφής της φωτοφόρου χάριτος το ουσιώδες περιεχόμενον της αποκαλυφθείσης γνώσεως καθίσταται εν ημίν σαφές. Η ψυχή δεν αισθάνεται την ανάγκην να εκθέση δια λογικών εννοιών την εμπειρίαν αυτής: Εκπλήττεται δια την αγαθότητα του Θεού και πληρούται ολοτελώς της παρουσίας του εν αυτή Θείου Πνεύματος. Όταν όμως το Φως τούτο απομακρυνθή από της ψυχής, τότε η ήρεμος έκπληξις αυτής αντικαθίσταται υπό λύπης, και τότε, φυσικώ τω τρόπω, αυξάνει η δίψα δια τελειοτέραν, τουτέστιν αμετάθετον και αναφαίρετον ένωσιν μετά του ηγαπημένου Θεού (ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ).
Πρώτος εις τον οποίον απεκαλύφθη ο Απόλυτος Θεός ως Υπόστασις ήτο ο Μωυσής. Και αυτού όμως η εξαίρετος μεγαλοφυία δεν ηδυνήθη να προσλάβη άπαν το βάθος του αποκαλυφθέντος εις αυτόν «Εγώ ειμι». }322} Εκ της ιστορίας της θεοσδότου θρησκείας της Παλαιάς Διαθήκης βλέπομεν ότι ουδείς των προφητών έφθασεν εις άπαν το πλήρωμα, όπερ προσιδιάζει εις την υποστατικήν αρχήν. Την μορφήν της υπάρξεως ταύτης εφανέρωσεν ο Χριστός εις τον κόσμον μετά μεγάλης δυνάμεως. Ολίγοι όμως κατενόησαν αυτήν ως έπρεπε. Και εν τη ιστορική εισέτι χριστιανική Εκκλησία μονάδες μόνον κατά γενεάν εβίωσαν την μορφήν ταύτην του είναι. Οι ήρωες ούτοι της πίστεως είναι σπάνιοι, αλλ’ η επιρροή αυτών εφαπλούται εις άπαν το πλήθος των μελών της Εκκλησίας. Ευλαβείς ασκηταί, ων ο αριθμός δεν δύναται να υπολογισθή ακολουθούντες τα ίχνη των εκλεκτών του Υψίστου Θεού, ετέθησαν επί της αυτής προοπτικής, καίτοι δεν έφθασαν εις τας κορυφάς αυτής. Αύτη είναι και η περίπτωσίς μου.
… Χάρις εις αυτόν (όσιον Σιλουανόν) επί σειράν ετών υπήρξα ο εγγύτατος παρατηρητής έτι δε και μαθητής, μιας ζωής αυθεντικώς χριστιανικής. }323}
… εδόθη εις το πνεύμα μου δια της προσευχής η κατανόησις της οντολογικής θέσεως της υποστατικής αρχής εν τω Θείω Είναι και εν τω ανθρωπίνω είναι.
Ας μη φανή αντιφατικόν ότι εν τη απομονώσει της ερήμου συνειδητοποίησα βαθύτερον την Υποστατικήν Αρχήν. Είμαι πεπεισμένος ότι τούτο ήτο συνέπεια της εφέσεως μου να ζω συνεχώς εν Χριστώ, εν τη Υποστάσει Αυτού. «Χωρίς Αυτού» δεν γνωρίζω ούτε τον Θεόν, ούτε τον Άνθρωπον. Εν τη ερήμω ωσαύτως πλείον ή εις οιονδήποτε άλλον τόπον εδόθη εις εμέ η προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, υπέρ όλης της ανθρωπότητος, υπέρ όλου του Αδάμ. Δια της προσευχής «ο όλος Αδάμ» παύει να είναι το προϊόν των προσπαθειών της φαντασίας(ΣΥΜΒΟΛΟ): Αποβαίνει συγκεκριμένη πραγματικότης, ενεργόν περιεχόμενον της θεωρίας. }324}
Ενώπιον των οφθαλμών Αυτού είναι αποκεκαλυμμένη και διαφανής πάσα η κτίσις. «Ουκ έστι κτίσις αφανής ενώπιον Αυτού πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού». Εκάστη στιγμή της ζωής ημών, έκαστος παλμός της καρδίας ημών, τα πάντα, ευρίσκονται αδιαλείπτως εν τη εξουσία Αυτού (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ). Άπαν το είναι μου και το πρόσκαιρον και το αιώνιον δωρείται υπ’ Αυτού εις εμέ μέχρι και των λεπτομερειών, εκτός των αμαρτιών μου, τας οποίας γνωρίζει αλλά των οποίων δεν μετέχει. Όταν μένω εν Αυτώ δύναμαι ωσαύτως να είπω «εγώ ειμί». Εάν δε είμαι εκτός Αυτού τότε αποθνήσκω. Όταν το Πνεύμα του Θεού κατέρχηται επ’ εμέ τότε αγαπώ Αυτόν δι’ όλης της υπάρξεως μου. Ζω την κατάστασιν ταύτην ως προσωπικήν και ουχί ως τι εκτός εμού υπάρχον. Αλλά και εκ της πείρας μου εισέτι γνωρίζω ότι η ζωή αύτη παρ’ Αυτού κατέρχεται εις εμέ. Δια της ελεύσεως Αυτού εντός μου, επομένως δια της ενώσεώς μου μετ’ Αυτού εν αυτή ταύτη τη Ενεργεία του Είναι, ζω και εγώ ως Εκείνος· είναι η ζωή μου. Η Ζωή Αυτού είναι ζωή μου. Κατά τας ώρας της παραμονής Αυτού μετ’ εμού γνωρίζω ότι Αυτός είναι Αγάπη. Αγάπη εν τούτοις παράδοξος, ιδιαιτέρου γένους, ήτις ουδόλως δύναται να αναβή εις τον νουν ή την καρδίαν του ανθρώπου, εάν ούτος ως προς το θέμα τούτο στηρίζηται εις εαυτόν, ως είναι νυν εν τη πτώσει αυτού. }325}
Η αγάπη του Θεού είναι κενωτική. Ούτος απεκάλυψεν εις ημάς το μυστήριον του Είναι Αυτού, δους εις ημάς την εντολήν να αγαπώμεν τον Θεόν μέχρι και του αυτομίσους. Αποκαλύπτει εις ημάς τα μυστήρια, ουχί δι’ αφηρημένης φιλοσοφίας, αλλ’ υπαρκτικώς, τουτέστι συμπεριλαμβάνων ημάς εν τω Είναι Αυτού ούτως, ώστε να γίνηται τούτο ημέτερον.
Εν τω Αγίω Όρει του Άθωνος συνήντησα το εξής σύνηθες φαινόμενον. Ο μοναχός δυνατόν να είναι όλος εν τω Θεώ, εν τω Φωτί, και το Φως τούτο εν αυτώ, παρ’ αυτώ όμως δεν υπάρχει διανοητική αντίδρασις εις το γεγονός τούτο. Φαίνεται εις αυτόν φυσιολογική κατάστασις.
Το μυστήριον της Θείας Κενώσεως είναι ασύλληπτον υπό των κτισμάτων: Ο άπειρος Θεός παραμένων αναλλοιώτως εν τω πληρώματι της παντοδυναμίας Αυτού ελαττούται εις το έπακρον, «εις τέλος». … Το μυστήριον τούτο είναι απρόσιτον εις ημάς διότι ζώμεν την κένωσιν ταύτην ως θάνατον, και τούτο, μέχρις ότου κατέλθη εφ’ ημάς η ευδοκία του Αιωνίου Θεού. Ουδείς δύναται να ακολουθήση τον Χριστόν εάν δεν είναι μετ’ αυτού η δύναμις του Πατρός. Δεν δύναται ο φυσικός άνθρωπος, εάν δεν γεννηθή Άνωθεν να δεχθή τον ευαγγελικόν λόγον ως την καλήν αγγελίαν περί της θεώσεως του ανθρώπου δια της μεταδόσεως εις αυτόν της Θείας αιωνιότητος ως αναφαιρέτου κτήματος. Αι εντολαί του Χριστού δεν είναι τι άλλο, ει μη η αυτοαποκάλυψις }326} του Θεού ως προβολή του Είναι Αυτού επί του επιπέδου της Γης. Όντως εν ταις εντολαίς αισθανόμεθα οσμήν, ήτις διά τινας είναι «οσμή θανάτου εις θάνατον», δι’ άλλους δε «οσμή ζωής εις ζωήν».
Η συνειδητή επαφή μετ’ Αυτού (του «Εγώ ειμι ο Ών») δεν παρέρχεται άνευ ιχνών: Ο γνωρίσας την αγάπην Αυτού δεν θα χωρισθή πλέον απ’ Αυτού εις τους αιώνας. Ο νους του τοιούτου ανθρώπου αναγεννάται. Πρότερον έτεινε να βλέπη πανταχού αιτιοκρατικάς κοσμικάς διαδικασίας, νυν όμως άρχεται να κατανοή τα πάντα εν τω Φωτί της υποστάσεως (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ).
Το όμοιον γνωρίζεται υπό του ομοίου. Μόνον η υπόστασις-πρόσωπον είναι ικανή να γνωρίση τον Ζώντα Θεόν. Αίρεται το παράλογον της ανακυκλώσεως παντός α-προσώπου.
Ιδού Εκείνος πρώτος επιθυμεί να είναι μεθ’ ημών, όπως μεταδώση εις ημάς το πλήρωμα της αμαράντου Αυτού ζωής. Διψώμεν να λάβωμεν την δωρεάν ταύτην. Αλλά και πάλιν επαναλαμβάνομεν: Ουδέποτε πρέπει να }327} επιλανθανώμεθα ότι η αφομοίωσις «παντός δωρήματος τελείου, Άνωθεν καταβαίνοντος από του Πατρός των Φώτων», συνδέεται μετά της αναποφεύκτου σταυρώσεως ολοκλήρου της υπάρξεως ημών. Οφείλομεν να ομοιωθώμεν προς τον Μονογενή Υιόν του Πατρός, ως και Ούτος ωμοιώθη προς ημάς «κατά πάντα».
Μεγάλη είναι η λέξις «Εγώ»: Σημαίνει το πρόσωπον-υπόστασιν. Το πλέον ουσιώδες περιεχόμενον αυτής είναι η αγάπη, ήτις στρέφεται πρωτίστως προς τον Θεόν. Το «εγώ» δεν ζη εις παροξυσμόν φιλαύτου στροφής προς εαυτό. Δημιουργηθέν «εκ του μηδενός» δια του θελήματος του Θεού-Δημιουργού όταν βυθίζηται εν εαυτώ, παραμένει εν τη μηδαμινότητι αυτού. Η υπό του Χριστού εντεταλμένη αγάπη προς τον Θεόν μέχρι και του αυτομίσους εν τη αποκοπή πασών των ψυχικών και σαρκικών σχέσεων ανάγει το πνεύμα του ανθρώπου εις τας εκτάσεις της Θείας αιωνιότητος. Η αγάπη αύτη είναι κατηγόρημα της Θεότητος. Όταν η δύναμις της αγάπης αυτής εγγίση την καρδίαν του ανθρώπου, ευρύνει αυτήν μέχρις απειρότητος. Δίδει εις αυτόν την χαράν να περιπτυχθή εν αγάπη άπασαν την κτίσιν, τον κόσμον άπαντα.
Το πλήρωμα της αφθάρτου αγάπης προς τον Θεόν και τον πλησίον συνδέεται δια θαυμαστού τρόπου μετά της αποστροφής προς εαυτόν μέχρις εισέτι και του μίσους. Αλλά το μίσος τούτο είναι άγιον: Είναι δώρον του }328} Θεού προς ημάς. Δι’ αυτού υπερνικάται ο θάνατος, όστις εβασίλευσε δια της πτώσεως του Αδάμ. Δια του μίσους τούτου ενεργώς κοινωνούμεν της αιωνιότητος. Η αγάπη μέχρι του αυτομίσους είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη εάν ο Ίδιος ο Θεός ενωθή μεθ’ ημών και γίνη η ζωή ημών.
Εάν ο Κύριος Ιησούς δεν απεκάλυπτεν εις ημάς το θαυμαστόν τούτο μυστήριον ουδείς εκ των θνητών θα ηδύνατο να διανοηθή τοιούτον παράδοξον πράγμα: Μίσησον σεαυτόν εξ αγάπης προς τον Θεόν, και δια της αγάπης ταύτης θα εναγκαλισθής παν ό,τι υπάρχει. Και ο Θεός και άπας ο πλούτος του κτισθέντος υπ’ Αυτού είναι αποβαίνει περιεχόμενον της ζωής σου(ΣΥΜΒΟΛΟ). Το «εγώ», εν τη ορμή αυτού προς τον Θεόν της αγάπης, επιλανθάνεται εαυτού, αν και είναι τούτο ακριβώς το «εγώ», το οποίον φέρει μακαρίως εν εαυτώ και τον ουρανόν και την γην.
Εν τη κατά Θεόν ζωή μου συνέβαινε πολλάκις, ευθύς ως κατενόουν δια της λογικής μου (δια της «αριστεράς μου») το τελούμενον εν εμοί κατά συγκατάβασιν Θεού, το Φως να εγκαταλείπη εμέ. }329}
Όταν ιστάμεθα προ της εντολής ήτις απαιτεί να αγαπήσωμεν τον Χριστόν μέχρι και του μίσους προς ημάς αυτούς και προς πάντα όσα έχομεν εν τω κόσμω τούτω, διατρέχομεν τον κίνδυνον να είπωμεν: «Σκληρός έστιν ούτος ο λόγος· τις δύναται αυτού ακούειν»; Ο Κύριος όμως απαντά εις τούτο: «Ουδείς δύναται ελθείν προς Με, εάν μη ή δεδομένον αυτώ εκ του Πατρός Μου» … Από της ώρας εκείνης πολλοί απήλθον απ’ Αυτού … Ο μακάριος όμως Πέτρος ησθάνθη την δύναμιν των λόγων του Χριστού: «Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις».
Εκείνο το μίσος περί του οποίου ομιλεί ο Κύριος της αγάπης, είναι ως προς }330} την ουσίαν αυτού το πλήρωμα της κενωτικής αγάπης του Θεού. Η αγάπη εκπορευομένη εκ του Πατρός ελκύει ημάς εις τα ίχνη του Χριστού. Βλέποντες εαυτούς εν τοις δεσμοίς των παθών εξ αιτίας ενός εγωϊσμού εστερημένου αγάπης και ανίκανοι να ακολουθήσωμεν Αυτόν, μισούμεν εαυτούς. Η δύναμις του πόνου του αγίου αυτού μίσους εξάγει ημάς εκ των ορίων του χρόνου και του χώρου. Τότε επιλανθανόμεθα και αυτού του πόνου και παντός παρερχομένου, παραμένει δε μεθ’ ημών μόνον η ορμή της αγάπης. Ούτω προσεύχεται η υπόστασις η ανταύγεια του Θεού εν ημίν και η ομοίωσις προς τον Χριστόν, τον προσευχόμενον εν Γεθσημανή.
«Ο Θεός αγάπη εστίν» και ο άνθρωπος-υπόστασις είναι πεπροικισμένος δια της ικανότητος να αφομοιώση την εκ του Θεού φλόγα της αγάπης ταύτης. … Εις τον Θεόν τα πάντα είναι τελείως αποκεκαλυμμένα, τα πάντα είναι γνωστά έως τέλους· και ο άνθρωπος-υπόστασις περικλειόμενος εν τη Ενεργεία του Θείου Είναι, δια του Θεού και εν τω Θεώ, αποβαίνει φορεύς της παγγνωσίας. … Ο Θεός πληροί τα πάντα, είναι πανταχού παρών, ουχί δια της Ουσίας, ήτις δι’ απολύτου τρόπου υπερβαίνει παν κτιστόν, αλλά δια της ζωηφόρου Ενεργείας Αυτού. Και οι υιοί της Βασιλείας εν Πνεύματι Αγίω γίνονται, κατά τινα τρόπον, πανταχού παρόντες: Εστραμμένοι προς τον Μόνον Θεόν, οι Άγιοι βλέπουν εν Αυτώ όλον τον κόσμον. (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ)
Ο άνθρωπος είναι κτιστή υπόστασις. Εν τούτοις κατά την εσωτερικήν αυτού φύσιν ως εικών του Απολύτου }331} Θεού εμφανίζεται και αυτός ως παγκόσμιον τι κέντρον, μέγα και θαυμαστόν εν τη εσχάτη αυτού τελειώσει δια του Υιού, του συνανάρχου τω Πατρί. Τούτο εν μέρει προαναγγέλεται εν τη καταστάσει της εν χάριτι μνήμης του θανάτου· τότε ο άνθρωπος ζη εν πνεύματι τον θάνατον αυτού ως καταστροφήν του κόσμου παντός: Εν αυτώ τω ιδίω, δι’ αυτόν τον ίδιον, τα πάντα αποθμήσκουν δια του θανάτου αυτού, εισέτι και ο Θεός, γνωστός ήδη εις αυτόν μέχρι τινός. Ο αρνητικός χαρακτήρ της εμπειρίας ταύτης μετατρέπεται εις θετικήν πείραν αναστάσεως της ψυχής, όταν το κατερχόμενον επί τον προσευχόμενον άκτιστον Φως γεννά εν αυτώ την βαθείαν προσευχήν υπέρ όλου του Αδάμ.
Η κτιστή υπόστασις αποτελεί θεοειδές κέντρον. Ο Δημιουργός συμπεριφέρεται προς αυτήν ουχί ως προς ενέργημα Αυτού, αλλ’ ως προς τι γεγονός έτι και δι’ Αυτόν. Δια την υπόστασιν δεν υπάρχει εξωτερική αυθεντία. Δυνάμει τούτου ουδέν και ουδείς υπάρχει εν όλω τω κοσμικώ είναι, όστις θα ηδύνατο να επιβάλη εις τον άνθρωπον την θέλησιν αυτού ή να αναγκάση αυτόν δια της βίας εις την μίαν ή την άλλην εκλογήν, είτε νύν, είτε εν τη αιωνιότητι.
Σωζόμεθα μόνον δια της πίστεως εις τον Χριστόν, ως την προαιώνιον Αλήθειαν του ακαταλύτου Είναι. }332}
«τετέλεσται» … τότε ακριβώς ωλοκληρώθη η αποκάλυψις περί του κενωτικού χαρακτήρος της Θείας αγάπης· αγάπης, ήτις προσιδιάζει εις την Υποστατικήν Αρχήν.
Εάν νοήσωμεν την αμαρτίαν ως παρέκκλισιν από του Θεού και Πατρός, είτε εκ πεπλανημένης νοεράς θεωρίας του Είναι, είτε εξ εγκλήματος εναντίον της αγάπης Αυτού, τότε η αμαρτία του Αδάμ, τουτέστιν εμού, περικλείει και τας δύο ταύτας όψεις.
Ο άνθρωπος όστις ησθάνθη εντός αυτού την αντανάκλασιν, την ανταύγειαν της Απολύτου Φύσεως, διατρέχει τον κίνδυνον να υπερεκτιμήση εαυτόν και να απαιτήση τι υπερβαίνον το μέτρον αυτού. Ευρισκόμενος εν τοιαύτη πλάνη αγωνίζεται να εδραιωθή εν αυτή, εκλαμβάνων εσφαλμένως ταύτην ως την περί εαυτού αλήθειαν.  Ακριβώς τούτο έπαθεν ο Αδάμ, και επί τα ίχνη αυτού πολλοί εκ των απογόνων αυτού επανέλαβον και συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν την αυτήν αμαρτίαν. Υπερήφανοι εξάρσεις αλογίστου ελευθερίας δεν υπήρξαν ξέναι εις τον Άνθρωπον. Είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς να γνωρίζωμεν την περί ημών αλήθειαν ταύτην. Η μοιραία όμως αφροσύνη ήτις εχώρισεν ημάς από της }333} Πατρικής αγάπης, δύναται και οφείλει να εμπνεύση εις ημάς τον άγιον φόβον και την μετά βαθέος κλαυθμού προσευχήν. Είμεθα κτίσματα. Το Απόλυτον αληθινόν Όν εχαρίσατο εις ημάς το είναι και υπεσχέθη να καταστήση ημάς μετόχους της ανάρχου και ατελευτήτου Αυτού Ζωής. Απερρίψαμεν την επαγγελίαν ταύτην και παρεπλανήθημεν εις οδούς ετέρου φανταζομένου υφ’ ημών Απολύτου, η μετά του οποίου ένωσις συνεπάγεται τον υποστατικόν ημών θάνατον.
Όταν όμως πιστεύσωμεν εις Αυτόν ως την Αλήθειαν του ακαταλύτου Είναι, τότε το Πνεύμα του Θεού ανάγει ημάς εις τον χώρον του Θείου Φωτός. }334}
Ο Θεός Ούτος ελκύει ημάς απαύστως προς υψηλοτέραν ανάβασιν, αναγκάζων ημάς, τα τέκνα Αυτού, να υπερβώμεν τα στάδια, άτινα επιπόνως διηνύσαμεν. Είναι Πανάγαθος, αλλά τρόπον τινά ουδέποτε ικανοποιείται υπό των επιτευχθέντων υφ’ ημών μέτρων. Ο πόνος του ανθρώπου, όστις ακολουθεί Αυτόν, φαίνεται ως να μη διεγείρη εις Αυτόν την αναμενομένην υφ’ ημών συμπάθειαν.
Είναι φυσικόν εις τον άνθρωπον να φέρηται προς την Θείαν μορφήν του Είναι. Άρα γε δεν συνίστατο εις τούτο ο «πειρασμός», τουτέστιν εις την εκμετάλλευσιν της «φυσικής» στροφής του ανθρώπου προς την αμετάθετον αιωνιότητα, και εις την υπό του εχθρού εισήγησιν της ιδέας του δυνατού της επιτεύξεως της ποθουμένης }335} Θεώσεως άνευ του «σκληρού» τούτου Θεού; Να πορευθή ουχί δια της μαρτυρικής σταυρώσεως, αλλά δια της βρώσεως του απολαυστικού καρπού της γνώσεως του καλού και του κακού; «Και είδεν η γυνή, ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον εστι του κατανοήσαι, και λαβούσα από του καρπού αυτού έφαγε· και έδωκε και τω ανδρί αυτής μετ’ αυτής και έφαγον». Και εν ταις ημέραις ημών συχνάκις είναι δυνατόν να συναντήσωμεν φορείς της αυτής ιδέας, ήτοι της αποκλίσεως από της σταυρικής οδού του Ευαγγελίου και της επιδιώξεως της ενώσεως μετά του Απολύτου μέσω της γνώσεως.
Πεπεισμένος περί της σχετικότητος της λίαν ατελούς εν αυτώ υποστατικής αρχής ο άνθρωπος συμπεραίνει λογικώς ότι είναι ανεπίτρεπτον να προβάλη την αρχήν ταύτην εις το Απόλυτον. Ως εκ τούτου είναι αναπόφευκτος η ολίσθησις της φυσικής διανοίας εις την ιδέαν μιάς Υπερ-προσωπικής Αρχής, ήτις υπερβαίνει παν το σχετικόν. Εν τη κινήσει αυτού προς την υπερώνυμον ταύτην Αρχήν, ο νους του ανθρώπου μετά κόπου επιτυγχάνει να αποδεσμευθή από της αντιλήψεως περί Αυτής ως τινος «συμπαντικού» (το Παν, το Έν). Όταν όμως υπερπηδήση το κατώφλιον τούτο της φαντασίας των κοσμικών πραγματικοτήτων, οδηγείται εις την ιδέαν του «Καθαρού Είναι». }336}
Πάσα η πολύμορφος πείρα της ζωής, πάσαι αι κοσμικαί διαδικασίαι αι υποπίπτουσαι εις ην συνείδησιν ημών, οφείλουν να υπηρετήσουν την προετοιμασίαν της πρόσωπον προς Πρόσωπον μετά του Θεού συναντήσεως, ήτις κατά το είδος αυτής ανήκει εις την μετα-ιστορίαν, επειδή εισάγει ημάς εις την πραγματοποιουμένην αιωνιότητα. Όστις εδέχθη την ευλογίαν της συναντήσεως ταύτης ούτος έλαβε συγχρόνως και την κατανόησιν των θεοφανειών των περιγραφομένων εν τη Παλαιά και τη Καινή Διαθήκη. }337}
Η Παλαιά Διαθήκη είναι υψηλή και αγία δι’ ημάς, όταν εννοώμεν αυτήν ως διδάσκει ημάς ο Ίδιος ο Χριστός και οι Απόστολοι Αυτού, και ο Μωυσής εισέτι. … Ο ίδιος μάλιστα ο Μωυσής αφήκεν εντολήν να αναμένουν άλλον Προφήτην, όστις «όταν έλθη … αναγγελεί ημίν πάντα». }338}
Ο Χριστός ωμίλει προς τον λαόν εις γλώσσαν κατανοητήν και υπό των απλουστέρων. Το περιεχόμενον όμως των ομιλιών Αυτού ήτο πραγματικότης απρόσιτος εις πάντα χοϊκόν, εισέτι δε και εις τους Αποστόλους:
Ο Χριστός εφανέρωσεν εις ημάς το Μυστήριον του Πρωταρχικού Είναι, του εν αρχή Όντος: Οι Τρείς, αμείωτοι και άτρεπτοι ο Είς προς τον Άλλον, είναι το Έν Όν, τα μάλιστα Απλούν, εις το Οποίον εν τούτοις δεν αντιφάσκει η πολλαπλότης των «διακρίσεων». Η διαλεκτική ημών διανόησις δεν συμπίπτει προς τα δεδομένα της Αποκαλύψεως. Και ο Κύριος δεν προσεπάθησε καθ’ υπερβολήν να εξηγήση το Μυστήριον τούτο, αλλ’ υπέδειξεν εις ημάς την οδόν προς την υπαρκτικήν κατανόησιν του Προαιωνίου Όντος: την οδόν των εντολών. }339}
Εν τη βαθεία προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, «ως και περί αυτού του ιδίου», εν προσευχή ήτις εξομοιοί τον άνθρωπον προς τον Χριστόν Ιησούν προσευχόμενον εν τω κήπω της Γεθσημανή, ο άνθρωπος ζη αληθώς όλην την ανθρωπότητα ως μίαν ζωήν, μίαν φύσιν εν τη πολλαπλότητι των υποστάσεων. Εξ αυτού του είδους της γνώσεως της μυριοϋποστάτου ενότητος τελείται η μετάβασις εις την θεολογικήν αφομοίωσιν του δόγματος περί της Ενότητος της Αγίας Τριάδος.
Μετά την εμπειρίαν της «υποστατικής» προσευχής εγκαταλείπομεν εις τα οπίσω τας κατηγορίας της τυπικής λογικής και αναγόμεθα εις την οντολογικήν πρόσληψιν, τουτέστιν εις τας κατηγορίας αυτού τούτου του είναι. Η αλήθεια δεν είναι εκείνο, όπερ επαγωγικώς οικοδομεί η φιλοσοφία του πεπτωκότος ανθρώπου. Η Αλήθεια είναι ο προ πάντων των αιώνων όντως Ών.
«Επιστρέφοντες» εκ της καθαράς προσευχής εις την παχύτητα της σαρκός του κόσμου τούτου εκπίπτομεν του βιώματος του ενός ανθρώπου και βλέπομεν εκ }340} νέου μετά λύπης ότι οι άνθρωποι δεν είναι πλήρως διαφανείς ο είς εις τον άλλον. Το όριον μεταξύ των ανθρωπίνων προσώπων δεν καταργείται εις τοιούτον βαθμόν, ως τούτο αποκαλύπτεται εν τη Θεία Τριάδι, όπου εκάστη Υπόστασις είναι ολοτελώς ανοικτή προς τας άλλας. Εκεί η κενωτική αγάπη είναι ο θεμελιώδης χαρακτήρ της Θείας Ζωής, ένεκα της οποίας η ενότης της Τριάδος είναι απολύτως τελεία. Τούτο εκφράζεται εν τη θεολογία δια του όρου «περιχώρησις». Η ανθρωπότης καλείται να γίνη είς άνθρωπος κατ’ εικόνα της Τριαδικής Ενότητος.
Οι θεοί οι επινοηθέντες υπό των ανθρώπων είναι νεκροί. Η γνώσις όμως του Ζώντος Θεού είναι δώρον ασύγκριτον. Τούτο παραδίδεται εις τον άνθρωπον δια της εμφανίσεως του Θεού και τίθεται ύστερον ως θεμέλιον όλης της ζωής αυτού. Εκάστη φανέρωσις του Θεού εις τον άνθρωπον, ούσα Θεία ενέργεια κατά την φύσιν αυτής, αντανακλάται εις τα πεπρωμένα του σύμπαντος κόσμου· είς τινας μάλιστα περιπτώσεις επηρεάζει σημαντικώς τον ρουν των ιστορικών γεγονότων. }341}
Η εμπειρική επιστήμη πορεύεται προς την γνώσιν του φυσικού κόσμου δια της επαγωγικής μεθόδου. Εκ της παρατηρήσεως επί μέρους φαινομένων καταλήγει εις την διατύπωσιν γενικού νόμου. Δεν συμβαίνει όμως ούτως εις τας Άνωθεν κατερχομένας αποκαλύψεις. Η ψυχή δια της διαισθήσεως αυτής αναγνωρίζει «πόθεν» ήλθε το ορώμενον. Μη δυναμένη εισέτι να συλλάβη το πλήρωμα της εκχυθείσης επ’ αυτήν ευλογίας άρχεται εν τούτοις να οικοδομή το μέλλον επί τον βράχον της δια θαυμαστού τρόπου δοθείσης γνώσεως: … Κατά τον αυτόν τρόπον και ο χριστιανός οικοδομεί την επίγειον και αιώνιον αυτού ζωήν συμφώνως προς την δοθείσαν εις αυτόν δια της χάριτος θεωρίαν. (ΟΙΚΟΔΟΜΕΙ)
Όταν γίνηται λόγος περί οντολογικής γνώσεως του υποστατικού Θεού, έχομεν υπ’ όψιν την κοινωνίαν εν τω είναι και ουχί την γυμνήν διανοητικήν αντίληψιν του θέματος. Ο άνθρωπος-υπόστασις ζη δια του Θεού και εν }342} τω Θεώ. Η πραγματικότης αύτη δύναται να εκφρασθή και δι’ άλλου τρόπου: Ο Θεός περιπτύσσεται τον όλον άνθρωπον, νουν, καρδίαν και σώμα. Το γινώσκον-πρόσωπον και ο Γινωσκόμενος-Θεός ενούνται εις έν. Ούτε ο είς ούτε ο Άλλος γίνονται «αντικείμενον» εν αυτή τη ενώσει. Η αμοιβαία γνώσις του ανθρώπου υπό του Θεού και του Θεού υπό του ανθρώπου φέρει χαρακτήρα «προσωπικόν», αποκλείοντα την «αντικειμενοποίησιν». Ο σύνδεσμος ούτος της αγάπης είναι πνευματική πράξις, κατά την οποίαν ο Ηγαπημένος γίνεται το είναι ημών. Ίδιον της αγάπης είναι να μεταφέρη την ζωήν εις Εκείνον τον Οποίον αγαπά μέχρι και λήθης αυτής. Η Θεία αγάπη κατά το είδος αυτής, το μεγαλείον, την αρμονίαν, την εξουσίαν, υπερέχει παντός ό,τι γνωρίζει η γη. Είναι προς τούτο θαυμαστόν ότι η τοιαύτη κατάστασις κατανοείται ως η μόνη αληθώς και μοναδικώς φυσική δια τον άνθρωπον. Παράδοξον πράγμα: Ο Θεός είναι ο Έτερος και, συγχρόνως ο εμός.
Η επίτευξις της αγάπης ταύτης είναι κατ’ ουσίαν «η απόκτησις της χάριτος του Αγίου Πνεύματος», περί ής ωμίλει ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Η πορεία προς αυτήν διέρχεται δια τριών σταδίων:
Η πρώτη ένωσις μετά του Θεού είναι δυνατή ως δώρον ευδοκίας εις τινα στιγμήν την οποίαν ο Θεός ευρίσκει ευνοϊκήν, όταν ο άνθρωπος δύναται να δεχθή μετ’ αγάπης την επίσκεψιν Αυτού. Τούτο είναι πράξις Αυτοαποκαλύψεως του Θεού εις δεδομένον πρόσωπον. Το Φως του Θεού χαρίζεται την αυθεντικήν πείραν της Θείας αιωνιότητος. Τούτο όμως δεν είναι εισέτι η τελείωσις της θεώσεως του ανθρώπου. Δυνάμεθα να ορίσωμεν το δώρον τούτο ως τον «άδικον μαμωνάν»· η Θεία χάρις δεν }343} αφωμοιώθη εισέτι υφ’ ημών τοσούτον, ώστε να γίνη μετά της φύσεως ημών έν εις τους αιώνας.
Το δεύτερον στάδιον είναι η παρατεταμένη περίοδος της μετά ποικίλης εντάσεως Θεοεγκαταλείψεως. Εις τας ακραίας αυτής μορφάς είναι φοβερά. Η ψυχή αισθάνεται την έκπτωσιν αυτής εκ του Φωτός ως πνευματικόν θάνατον. Το εμφανισθέν Φως δεν είναι εισέτι αναφαίρετος κληρονομία της ψυχής. Ο Θεός έτρωσε την καρδίαν ημών δι’ αγάπης, ύστερον όμως απεχώρησεν. Αναμένει ημάς αγών δυνάμενος να διαρκέση επί έτη, και επί δεκαετίας εισέτι. Ενίοτε η χάρις επανέρχεται, και ούτως ενισχύει την ελπίδα, καινοποιεί την έμπνευσιν και πάλιν απομακρύνεται. Η εναλλασομένη αύτη κατάστασις είναι άκρως σημαντική περίοδος αναπτύξεως του ανθρώπου μέχρι της δυνατότητος αυτοπροσδιορισμού εν τη αιωνιότητι. Ο Θεός εγκαταλείπει ημάς, ίνα εκδηλωθή το αυτεξούσιον ημών. Την γνώσιν δε της «οδού» προς την τελειότητα εκληρονομήσαμεν εκ των Πατέρων ημών. Παρετηρήθη ότι πλείστοι αγνοούντες τα περί της τάξεως της πνευματικής αυξήσεως του χριστιανού γευθέντες πρώτον της χάριτος, κατόπιν δε στερηθέντες αυτής, εκπίπτουν από του Θεού. Την εμπειρίαν της Άνωθεν επισκέψεως τείνουν ούτοι να δεχθούν ως παροδικήν ψυχικήν έξαρσιν, ιδιαιτέρως χαρακτηριστικήν εν τη αρχή της ενηλικιώσεως. … Ο Άγιος Σιλουανός λέει: « … εάν όμως ο άνθρωπος δεν βιάζη εαυτόν εις το έργον της ασκήσεως τότε η χάρις }344} εγκαταλείπει αυτόν, ενώ εάν δείξη την προαίρεσιν αυτού, τότε η χάρις θα αγαπήση αυτόν και πλέον δεν θα εγκαταλείπη αυτόν».
«Η χάρις θα αγαπήση αυτόν και πλέον δεν θα εγκαταλείπη αυτόν». Η κατάστασις αύτη είναι η τελείωσις του αγώνος προς απόκτησιν της χάριτος. Τούτο είναι το τρίτον στάδιον, το τελικόν. Ο άνθρωπος δεν δύναται να παραμένη διαρκώς εν τη τελειότητι, ως εν τη πρώτη περιόδω, διότι το γήινον σώμα δεν δύναται να ανθέξη την δια της χάριτος κατάστασιν της θεώσεως: Αναποφεύκτως θα ακολουθήση «η μετάβασις εκ του θανάτου εις την ζωήν». Αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος δεν επιθυμεί «να επιστρέψη» εις εκείνην την καταθλιπτικήν εναλλαγήν των καταστάσεων· εάν όμως ευδοκήση ο Κύριος να παρατείνη την παραμονήν του ασκητού εν τω κόσμω τούτω τότε συγκρατεί αυτόν εις τοιούτον μέτρον χάριτος ώστε να διατηρή την ικανότητα να ενεργή και επομένως την δυνατότητα «παραθείναι πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι», όσα ο Ίδιος παρέλαβεν εκ των Πατέρων και αμέσως παρά του Θεού.
Η τελειοτάτη ζωή εν τω αληθινώ Θεώ εκφράζεται δια των απλών λόγων του Ευαγγελίου, αλλ’ η διδαχή αύτη αφομοιούται δια μεγάλου καμάτου. Χιλιάκις επανερχόμεθα εις τους αυτούς λόγους της Γραφής, και όμως μετά βίας συλλαμβάνομεν το αιώνιον νόημα αυτών. }345}
Πρέπει να αναχθώμεν εκ των νηπιωδών συλλογισμών εις την επίγνωσιν «του τελείου ανδρός εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», μέχρι της ικανότητος να ποιήσωμεν εν ελευθερία την συνετήν «εκλογήν» δια τον αυτοπροσδιορισμόν ημών, πράγμα όπερ θα κρίνη όλον το μέλλον ημών. Η ελευθερία άνευ του πληρώματος της συνέσεως, μετατρέπεται ευκόλως εις κακίαν.
Ο Θεός, αποκαλυφθείς εις ημάς εν τω Φωτί Αυτού, κρύπτεται ύστερον αφ’ ημών. Η ψυχή εκ της αμέτρου θλίψεως δια την απώλειαν ταύτην φθάνει εις ολοκληρωτικήν μετάνοιαν μέχρι του αυτομίσους. Άνευ τούτου θα ήτο σχεδόν αδύνατον εις τον άνθρωπον, τον κληρονόμον του Πρωτοπλάστου Αδάμ, να απαλλαγή των συνεπειών της εωσφορικής πτώσεως. Μόνον τότε θα δυνηθή να εισέλθη εις την σφαίραν του ανεσπέρου Φωτός, … Το τελευταίον τούτο θα είναι η τελείωσις της θεώσεως, κατά την οποίαν αποκλείεται νέα πτώσις.
Τα σημεία του «πληρώματος της ηλικίας του Χριστού» εν τοις ορίοις της Γης είναι προσευχή ομοία εκείνης του Χριστού εν Γεθσημανή, και θάνατος όμοιος εκείνου του επί του Γολγοθά. Τότε συντελείται η αυθεντική εισαγωγή του ανθρώπου εις την Θείαν αιωνιότητα·
Εν προσευχή ομοία εκείνης της εν Γεθσημανή δίδεται εις ημάς η οντολογική πείρα της «υποστάσεως»· η ομοίωσις δε του θανάτου ημών προς τον θάνατον του }346} Χριστού είναι η οδός της «κενώσεως». Όσον πληρεστέρα είναι η τελευταία αύτη, τοσούτον τελειοτέρα είναι η ανάβασις του πνεύματος ημών εις τον φωτοφόρον χώρον της Προαιωνίου Θεότητος. … Νυν εν Χριστώ δύναται και αυτός να είπη «εγώ ειμι». }347}

ΙΔ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


Εν τω κόσμω τούτω η Θεία Λειτουργία εκφράζει πλήρως εκείνο, όπερ ορίζομεν ως υποστατικήν προσευχήν, τουτέστι προσευχήν ομοίαν εκείνης του Ιδίου του Χριστού εν Γεθσημανή. Θα παρέλθη ουχί μικρός αριθμός χρόνων, πριν ή αποκτήσωμεν την ικανότητα να εμβαθύνωμεν πνεύματι εις τας αυθεντικάς διαστάσεις της Λειτουργίας. Ακολουθούντες μετά προσοχής όλην την σειράν και το περιεχόμενον της προς τον Θεόν λατρείας ταύτης, εισαγόμεθα εις την θεωρίαν του Θείου Είναι και του κοσμικού είναι. Ποιούμεν ανάμνησιν πολλών σπουδαίων γεγονότων απ’ «Αρχής»: }349}
Και περαιτέρω αναμιμνησκόμεθα ωσαύτως της ταφής, της αναστάσεως, των εμφανίσεων εις τους Αποστόλους και εις πολλούς άλλους· της αναλήψεως· της αποστολής του Πνεύματος του Αγίου … Εκάστη δε λεπτομέρεια των γεγονότων τούτων είναι πλήρης ανεφίκτου δι’ ημάς νοήματος. Ούτω διδασκόμεθα να ζώμεν επί επιπέδων δύο πραγματικοτήτων: της Θείας και της κτιστής (ΣΥΜΒΟΛΑ). Μένομεν εν αναμονή της Δευτέρας Αυτού Παρουσίας. Εν εκάστη λειτουργική στιγμή είμεθα και εν τω χρόνω και εν τη αιωνιότητι· εν ημίν ρέει εισέτι ζωή διεφθαρμένη εκ της πτώσεως και θανατηφόρος, και εν ταυτώ μεθ’ ημών μένει ο λόγος Αυτού, το Φως και η ζωή Αυτού. Όσον και εάν επαναλαμβάνωμεν την διακονίαν ταύτην την δοθείσαν εις ημάς κατά την αγαθήν περί ημών πρόνοιαν Αυτού, όσον και εάν πληρούμεθα συνεχώς νέας πείρας εκ της διεισδύσεως εις την λειτουργικήν πραγματικότητα, ουδέποτε φθάνομεν το «τέλος» αυτής. Εν τούτοις είμεθα εν χαρά και φόβω κοινωνούμεν της Θείας Ζωής και δεν δυνάμεθα πλέον να αποσπαθώμεν εκ του αποκαλυπτομένου εις ημάς ασυλλήπτως μεγάλου σχεδίου του Δημιουργού και Πατρός ημών. }350}
Νυν γνωρίζομεν δι’ όλων των δυνάμεων του είναι ημών ότι Ούτος «εκ των άνω εστίν … ουκ εκ του κόσμου τούτου». Το Πυρ εκείνο όπερ κατεβίβασεν Ούτος επί την γην των καρδιών ημών, ανήφθη εν τω αίματι ημών δια της κοινωνίας του Αίματος Αυτού. Και, κατά φυσικόν λόγον, είμεθα πεπληρωμένοι ευγνωμοσύνης δια τας αμέτρους προς ημάς δωρεάς Αυτού. Αύτη δε η Λειτουργία ημών ονομάζεται «Ευχαριστία»Αλλά
Η λειτουργική προσευχή είναι η πλέον επίπονος. Τελούμεν αυτήν όντες εν φοβερά διασπάσει όλης της υπάρξεως ημών. Ευλογήσαντες εν αρχή την Βασιλείαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, εν συνεχεία κατερχόμεθα βαθμηδόν μέχρι των προσκαίρων βιοτικών αναγκών, ίνα εκ νέου αναχθώμεν δια της δοξολογίας μέχρι του Θρόνου του Θεού. Η ακατάπαυστος κίνησις –άλλοτε προς τον Θεόν, άλλοτε δε προς τον κόσμον- χαρακτηρίζει την ιερουργίαν ημών. Και δια των εντολών του Ευαγγελίου και δια του υποδείγματος του Χριστού μανθάνομεν να περιπτυσσώμεθα το πλήρωμα του παγκοσμίου είναι: από της δημιουργίας παντός υπαρκτού μέχρι της συντελείας της επιγείου ιστορίας και πέραν τούτου. Εν τούτοις, παραλλήλως προς την εμπνέουσαν ανάβασιν εις την σφαίραν του ουρανίου Φωτός, παρατηρούμεν ότι βαθύνεται ο εν τη καρδία ημών πόνος. Βλέπομεν ότι η οικουμένη εν τη ολότητι αυτής, ως και πρότερον, περιβάλλεται υπό του σκότους της αντιπαθείας. Το Πνεύμα του Θεού δεν ευρίσκει απήχησιν εις τας αποξενωθείσας από του Θεού καρδίας }351} και η προσευχή  απερριμένη τρόπον τινα υπό των ανθρώπων επιστρέφει εις τον προσευχόμενον, επιφέρουσα εις αυτόν πλήγμα. Η κατά το φαινόμενον άκαρπος έκβασις της προσευχής ταύτης είς τινας στιγμάς αποβαίνει κατάλληλον έδαφος δια πικρούς λογισμούς: Η ανθρωπότης νοσεί ανιάτως· ματαία πάσα ελπίς όπως ίδωμεν την θεραπείαν αυτής· το κακόν δεν παύει να εντείνηται, να εισχωρή συνεχώς βαθύτερον εις τας καρδίας των ανθρώπων· πρέπει να εγκαταλείψωμεν την προσευχήν υπέρ της ανθρωπότητος, διότι είναι οδύνη άνευ αποτελέσματος, θύμα της οποίας πρώτοι θα αποβώμεν ημείς οι ίδιοι. Άμυνα εναντίον αυτών των αποθαρρυντικών σκέψεων είναι να έχωμεν εν τη μνήμη ημών τον Χριστόν, Όστις μόνος επάλαισεν εναντίον όλου του κόσμου. Η νίκη θα έλθη αναποφεύκτως, αλλ’ ουχί εις το ορατόν επίπεδον της ιστορίας της Γης. Η νίκη είναι ήδη ανυπέρβλητον Γεγονός: «Εγώ νενίκηκα τον κόσμον», είπεν ο Κύριος.
Εις τα ελεύθερα κτίσματα παραχωρείται η δυνατότης, όπως πορευθούν μέχρι των ακραίων εκδηλώσεων του κακού. Εν όσω όμως προσφέρεται η αναίμακτος Θυσία, εν όσω η λειτουργική προσευχή εναγκαλίζεται πάντας τους ανθρώπους, ζώντας, τεθνεώτας και μέλλοντας εισέτι να γεννηθούν, εν όσω υπάρχουν ψυχαί προσευχόμεναι υπέρ των εχθρών, κατ’ έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος, η Γη θα διαφυλάττηται από του αποκαλυπτικού πυρός, όπερ μέλλει να κατακαύση τα πάντα. }352}
Δια της λειτουργικής προσευχής η ψυχή βυθίζεται εν τω ωκεανώ των ανθρωπίνων παθημάτων. … δεν υπήρξεν εν ταις πράξεσι της ζωής μου κανονικόν κώλυμα δια την αποδοχήν της ιερωσύνης. Εν τούτοις, εν πνεύματι ησθανόμην εαυτόν άξιον μόνον της καταδίκης εις το σκότος το εξώτερον. Ο Θεός όμως εποίησε μετ’ εμού το εναντίον. Όσον μεγαλυτέρα ήτο η επίγνωσις της αναξιότητός μου, τοσούτον δαψιλώτερον έδιδεν εις εμέ να ψηλαφήσω την αιώνιον Αυτού Αρχιερωσύνην. }353}
Σωζόμεθα κατ’ εξοχήν δια της κοινωνίας εις τα παθήματα του Χριστού υπέρ ημών. Συμμετέχοντες εις την επίγειον ζωήν του Κυρίου αποκτώμεν την Θείαν αιωνιότητα, την πεπληρωμένην αγάπης. Εν ταις συνθήκαις των ιστορικών ημών δεδομένων η αγάπη αύτη είναι αναποφεύκτως πάσχουσα, συμ-πάσχουσα, και τούτο «εις τέλος», μέχρι πλήρους κενώσεως. Κατά την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος καταπέμπεται εις ημάς παράδοξος ευλογία: η δια πείρας γνώσις των καταστάσεων του Ιησού Χριστού κατά το μέτρον της ευδοκίας του Πατρός περί ημών. … Και εν τη συμμετοχή ταύτη εις την πορείαν του Χριστού έγκειται ο σταυρός ημών, αόρατος, αλλά πραγματικός και γνωστός εις τον Θεόν.
Όταν δε κατέρχηται εφ’ ημάς το Άκτιστον Φως, τότε μεταδίδεται εις ημάς η χαρά της αναστάσεως, και ο νους ημών θεωρεί τον Κύριον «αναβαίνοντα, όπου ήν το πρότερον».
Αι πραγματικαί διαστάσεις της Λειτουργίας είναι αληθώς θείαι και ουδέποτε ημείς εξαντλούμεν το περιεχόμενον αυτής, ιδιαιτέρως εν όσω έτι ζώμεν εν τη σαρκί, }354} Κτισθέντες εκ του «μηδενός» βαθμηδόν αυξάνομεν, αναπτυσσόμεθα, τελειούμεθα. Όσον εντονωτέρα είναι η προς τον Θεόν δίψα ημών, τοσούτον αφθονώτερα τα κύματα νέων διεισδύσεων της καρδίας ημών εις το περιεχόμενον αυτής. Μετέχοντες του Ποτηρίου του Χριστού δια της μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος Αυτού, δεχόμεθα ωσαύτως και την Θεότητα Αυτού, καθώς αύτη εφανερώθη υπ’ Αυτού επί της Γης εν σαρκί και καθώς αύτη αιωνίως παραμένει εν τοις ουρανοίς. Τοιαύτη είναι η οδός: Δια της εν αγάπη ενώσεως μετά της Θείας Υποστάσεως του Μονογενούς Υιού καθιστάμεθα όμοιοι προς Αυτόν και ως υποστάσεις εν τη πληρότητι της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Αυτού τελειώσεως ημών, υιοθετούμεθα υπό του Ουρανίου Πατρός εις ατελευτήτους αιώνας.
Επί του σταυρού κατά την τελευταίαν στιγμήν ο Χριστός ανεφώνησε: «Τετέλεσται». … γνωρίζομεν ότι τότε επήλθε μεγάλη αλλαγή εις όλον το κοσμικόν είναι. Το «τετέλεσται» τούτο αναφέρεται εις την εν τοις κόλποις της Αγίας Τριάδος προαιώνιοιν Βουλήν. … Δι’ ημάς δεν ετελέσθη εισέτι πλήρως εκείνο, όπερ ημείς αναμένομεν επ’ ελπίδι παρά του Θεού. }355}
«Καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω», «Ευλόγησον Δέσποτα». Δια τοιούτων λόγων απευθύνεται ο διάκονος προς τον ιερέα προ της ενάρξεως της Θείας Λειτουργίας. Οι λόγοι ούτοι σημαίνουν ότι «είναι καιρός, όπως ο Ίδιος ο Κύριος ενεργήση». Επομένως η Λειτουργία είναι πρωτίστως Θεία Πράξις. Πάντα τα εν αυτή τελούμενα λαμβάνουν άλλην διάστασιν και άλλο νόημα. Η λέξις «καιρός», επί παραδείγματι, τι δηλοί; Η Θυσία του Αμνού προαπεφασίσθη εν τη προαιωνίω Βουλή του Τριαδικού Θεού: … Εδόθησαν εις ημάς δύο υπαρκτικά επίπεδα: το έν είναι εκείνο, όπερ υπάρχει «προ καταβολής κόσμου», το έτερον, το ημέτερον, είναι ο ιστορικός ημών καιρός (ΣΥΜΒΟΛΟ). Τελείται η Θεία Λειτουργία εφ’ όλου του προσώπου της Γης ημέραν εξ ημέρας, απ’ αιώνος εις αιώνα. Κατά συνέπειαν ο «καιρός» της Λειτουργίας είναι: «Νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Ο Χριστός, «μίαν υπέρ αμαρτιών προσενέγκας θυσίαν εις }357} το διηνεκές εκάθισεν εν δεξιά του Θεού … μιά γαρ προσφορά τετελείωκεν εις το διηνεκές τους αγιαζομένους».
Τοιούτος αιώνιος-πρόσκαιρος και πρόσκαιρος-αιώνιος είναι ο χαρακτήρ του Μυστηρίου τούτου. Εν αυτώ δια της ιερουργίας συναντώμεθα μετά τινων υπερβάσεων της χρονικής ακολουθίας· εν αυτώ αι παρερχόμεναι ημών ανάγκαι συνυφαίνονται μετά των αιωνίων Θείων καταστάσεων. Η Λειτουργία δεν είναι ψυχολογική «ανάμνησις» γεγονότος πάλαι ποτέ τελεσθέντος, αλλά δύναμις απαύστως διαμένουσα εν τη ιστορία. Παρέρχονται χιλιετίαι, αλλά το επίκαιρον της Λειτουργίας δεν αλλοιούται(ΣΥΜΒΟΛΟ): … Δι’ ημάς ο ιστορικός χρόνος είναι, τρόπον τινα, ο «τόπος» της πρώτης συναντήσεως ημών μετά του Θεού και της αιωνιότητος Αυτού. Η τελευταία αύτη περιβάλλει όλους τους κτιστούς αιώνας άνευ διαρκείας, αλλά καθ’ ολοκληρίαν. Εν τη Λειτουργία ζώμεν συγχρόνως ως έν συνόλω, και το φθαρτόν της γηϊνης ημών υπάρξεως και την  πρόγευσιν της Βασιλείας, της «εληλυθυίας εν δυνάμει». Εν τη Λειτουργία προγευόμεθα του εν τη Βασιλειά του Ουρανίου Πατρός «Γαμηλίου Δείπνου». Νυν κατέχομεν ήδη «εκ μέρους» την δωρεάν ταύτην, αναμένομεν δε εν υπομονή την έλευσιν «του τελείου», οπότε «το εκ μέρους καταργηθήσεται».
Η Λειτουργία έχει τοιαύτην δομήν, ώστε να εγχαράττη εν τη συνειδήσει ημών, κατά το δυνατόν πληρέστερον, το «έργον» του Χριστού επί της Γης. Δια της συνεχούς επαναλήψεως της Πράξεως ταύτης, }358} το καθολικόν νόημα αυτής καθίσταται επί μάλλον και μάλλον προσωπική ημών θεωρία, κοσμοθεωρία ημών. Η θεωρία αύτη είναι άκρως πλουσία· κατ’ ουσίαν ουδέποτε εξαντλείται, αλλά παραμένει αιωνίως νέα και ζώσα. … Πάντα τα γεγονότα –από της δημιουργίας του κόσμου και της εμφανίσεως του Ανθρώπου, από της στιγμής της πτώσεως του Αδάμ, ήτις συνεκλόνισε το κοσμικόν είναι, μέχρι της επί Γης ελεύσεως του Θεού-Σωτήρος και της εκφωνήσεως «τετέλεσται», στιγμής κατά την οποίαν εγεύθη Ούτος θανάτου εν τη προσληφθείση υπ’ Αυτού ανθρωπίνη φύσει και κατά την οποίαν ήρξατο η αποκατάστασις του κτισθέντος υπό του Θεού όντος- ενούται εις μίαν θεωρίαν και προσευχήν.
Η Λειτουργία είναι Ενέργεια του Ιδίου του Θεού ανήκει ολοτελώς εις τον χώρον της αιωνιότητος. Εν αυτή φανερούται η αγάπη του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος εν τη ευσπλαχνία αυτής προς τους απολλυμένους αμαρτωλούς. Η Θεία αγάπη είναι αγάπη }359} θυσίας. Δια της θυσίας ταύτης συγκρατείται η ανθρωπότης από του αφανισμού. Δια της ζωοποιού δυνάμεως αυτής διαφυλάττεται η ζωή του κόσμου. Η Θεία αγάπη παραδίδει την ζωήν αυτής εις τους ηγαπημένους υιούς των ανθρώπων:
Ο αιώνιως χαρακτήρ της Λειτουργίας εκφράζεται εισέτι και δια του ότι ο Κύριος, προ του θανάτου Αυτού επί του Σταυρού, κατά τον Μυστικόν Δείπνον, παρέδωκεν εκ των προτέρων εις τους Αποστόλους το Σώμα και το Αίμα Αυτού. Επί του ιστορικού επιπέδου ηγνοήθη η χρονικά ακολουθία. Απεφασίσθη αύτη εν τη προαιωνίω Τριαδική Βουλή, όπου το παν ενούται εις μιαν Πράξιν άνευ διαρκείας, αλλά τα πάντα περιπτυσσομένην. Εξ αρχής το παν ετελέσθη εν τω Θείω Σχεδίω περί της δημιουργίας του κόσμου. Τότε ο Χριστός ωρίσθη ήδη ως Άμωμος Θυσία. Πολλάκις ωμίλησεν Ούτος εις τους Αποστόλους ότι επίκειται δι’ Αυτόν κρίσις και θάνατος, και εν συνεχεία ανάστασις.
Απέθνησκε μόνος, δι’ επονειδίστου –κατ’ άνθρωπον- θανάτου, αλλά δια της οδού ταύτης έσεισεν όλον τον κόσμον, μετέβαλε ριζηδόν τον ρουν της ιστορίας, έσωσε δια την αγαθήν αιωνιότητα δισεκατομμύρια ανθρώπων, ευηργέτησεν όλην την κτίσιν. }360}
Όσον εγγύτερον πλησιάση προς τα ίχνη του Χριστού ο χριστιανός, τοσούτον ολιγωτέρους συνοδοιπόρους θα ανακαλύψη πέριξ αυτού. Έχοντες εν εαυτοίς την σκέψιν περί της πλήρους μονώσεως του Χριστού, δεν πρέπει άρα γε και ημείς να είμεθα ωσαύτως έτοιμοι να αποθάνωμεν εν μονώσει; Εάν συνέβαινεν εις ημάς, κατά την αγάπην Αυτού να αποθάνωμεν άνευ μαρτύρων εις χείρας βασανιστών, όπισθεν των τοίχων θαλάμου βασανιστηρίων, τότε Ούτος δεν θα εγκατέλειπεν ημάς μόνους, αλλά θα εμοιράζετο μεθ’ ημών τον μέγαν άθλον, όστις έλαχεν εις ημάς·
Η λειτουργική πράξις, όταν φερώμεθα μετά προσοχής και προς την θεμελιώδη αυτής αρχήν και προς τα επί μέρους αυτής στοιχεία, εκδιδάσκει ημάς να παραμένωμεν εν τη ατμοσφαίρα του Χριστού. Ο Κύριος ελκύει ημάς, ίνα εν πνεύματι περιβάλωμεν όλον τον κόσμον, ένθα εκατομμύρια ανθρώπων καθ’ εκάστην δεδομένην στιγμήν συντρίβονται υπό των πληγμάτων της σκληρής πραγματικότητος ή κείνται προ των θυρών του θανάτου και μετά βαθέων στεναγμών επικαλούνται την Άνωθεν βοήθειαν. Εν τω μέτρω της προσωπικής ημών πείρας παντός είδους παθημάτων, δυνάμεθα να βυθισθώμεν εν τη αχανεί θαλάσση των παθημάτων των ανθρώπων, και δια της προσευχής να μοιρασθώμεν μετ’ αυτών τους φόβους, ενίοτε δε και την χαράν αυτών. Είναι δυνατόν, εις τινα στιγμήν, να περιληφθώμεν τοσούτον εις τα ατελεύτητα μαρτύρια πάσης της ανθρωπότητος, ώστε ούτε το σώμα, ούτε ο ψυχισμός, ούτε η σκέψις να είναι εις θέσιν να ακολουθήσουν το αιχμαλωτισθέν υπό της προσευχής }361} πνεύμα, το παριστάμενον ενώπιον του Θεού «στεναγμοίς αλαλήτοις». Τοιαύτη προσευχή είναι δώρον του Αγίου Πνεύματος και ουχί ανθρωπίνων προσπαθειών. Αύτη οδηγεί μέχρι των ορίων του θανάτου και εν ταυτώ ζωοποιεί· οδηγεί ημάς εις την Γεθσημανή και εις τον Γολγοθάν εισέτι, και συγχρόνως δίδει να προγευθώμεν της αναστάσεως. Εν αυτή τη προσευχή γνωρίζομεν τον Χριστόν κατερχόμενον εις τον άδην της απείρου Αυτού αγάπης, της νικητρίας του θανάτου.
Η σωτηρία παρέχεται εις τον κόσμον δια της λειτουργικής ιερουργίας, ιδιαιτέρως εις όσους διψούν να δεχθούν την ευλογίαν του Ουρανίου Πατρός. Ουδέν ισάξιον ή παρόμοιον υπάρχει προς το Έργον του Χριστού δια την απολύτρωσιν του ανθρωπίνου γένους. Εκείνοι δε, εις τους οποίους είναι εμπεπιστευμένη η διακονία της συσταθείσης υπό του Κυρίου Λειτουργίας, βοηθούν τους αδελφούς εν τη πορεία αυτών προς την αθανασίαν. Εν τη διακονία ταύτη η Εκκλησία εύχεται ήδη επί δύο χιλιετίας μεριμνώσα, ως ο Απόστολος Παύλος, όπως δοθή εις τους ανθρώπους η αληθής επίγνωσις των αποκεκαλυμμένων υπό του Θεού πραγμάτων· ίνα δυνηθούν ούτοι «καταλαβέσθαι συν πάσι τοις αγίοις τί το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος» του υπέρ ημών προαιωνίου Σχεδίου του Δημιουργού, του ορισθέντος προ καταβολής κόσμου δια την υιοθεσίαν ημών εν τω ηγαπημένω Αυτού Υιώ.
Παρέρχονται οι αιώνες ο είς μετά τον άλλον, αλλ’ εν Πνεύματι Αγίω ουδέν παλαιούται, και το αυτό Πνεύμα, όπερ έθεσεν εις το στόμα του Παύλου τοιαύτας προσευχάς, κινεί μέχρι σήμερον τας καρδίας των ιερέων και των πιστών εν γένει εις προσευχήν, εν τη οποία γνωρίζεται }362} υπό της βαθείας υπάρξεως ημών ότι ο Θεός είναι Πατήρ ημών, και ότι επί γης εφάνη το Φως του ανάρχου Είναι.
«Πάτερ Άγιε, … κατάπεμψον επί πάντας τους υιούς της Γης πνεύμα αληθούς ευσεβείας, ίνα πληρωθή η οικουμένη δια του ακηράτου Φωτός της Σης θεογνωσίας, δεόμεθά Σου Πάτερ Αγαθέ, επάκουσον ημών και ταχύ ελέησον».
Η Λειτουργία είναι ανεκτίμητον δώρον προς την ανθρωπότητα·  δι’ αυτής γνωρίζομεν το απ’ αιώνος απόκρυφον Μυστήριον της σταυρώσεως της Θείας αγάπης· εν αυτή ζώμεν όντως τον τύπον της αναστάσεως·  δι’ αυτής αναβαίνομεν επί του όρους της θεωρίας της δόξης της Μεταμορφώσεως· αύτη σβεννύει την δίψαν του πνεύματος ημών δι’ άλλου ύδατος, «αλλομένου εις ζωήν αιώνιον». Οι γευσάμενοι εν ερήμω του μάννα απέθανον, οι τρώγοντες δε τον άρτον, τον εκ του ουρανού καταβάντα, «ζήσονται εις τον αιώνα». Οι λειτουργοί της Καινής Διαθήκης, της εσφραγισμένης δια του Αίματος του Χριστού, είναι ελεύθεροι εκ του παλαιού καλύμματος, και «ανακεκαλυμμένω προσώπω» προσφέρουν τας ικεσέας αυτών ενώπιον του Προσώπου του Πατρός. Ο ναός, όπου τελείται η Θεία Λειτουργία, είναι ο προθάλαμος της }363} εν ουρανοίς Αγίας Βασιλείας. Η λατρεία αύτη αποτελεί δι’ ημάς πηγήν αμώμου τρυφής. Ο ιερουργός του Μυστηρίου της Λειτουργίας ίσταται εν αμέσω εγγύτητι προς τον Υιόν του Θεού, Όστις είναι «το πλήρωμα του Νόμου και των Προφητών», και δια του Οποίου εγενόμεθα κάτοχοι «ρημάτων ζωής αιωνίου».
Η εγγυτάτη συνάντησις μετά του Μονογενούς Υιού του Πατρός δεν είναι ανώδυνος δια τους εφθαρμένους υπό της αμαρτίας· πλήττει ημάς, ως είναι φανερόν, μέχρις εσχάτης εξουθενώσεως, αλλ’ εν συνεχεία αναγεννά ημάς ελευθέρους ήδη από της αμαρτίας, καθιστά ημάς κοινωνούς της θεανδρικής παγκοσμιότητος του Χριστού οδηγούσα την εν ημίν εικόνα του Θεού μέχρι της τελειότητος.
Ο ιερεύς ο τελών την Λειτουργίαν, ως και οι παρευρισκόμενοι πιστοί, μανθάνουν να ζουν επί δύο επιπέδων, κατά το παράδειγμα του Ιδίου του Χριστού: να διαμένουν πνεύματι εν τη Θεία σφαίρα και ταυτοχρόνως να συμμετέχουν εις τα τραγικά πεπρωμένα της οικουμένης (ΣΥΜΒΟΛΟ). Κατά καιρούς η προσοχή του ιερέως στρέφεται κατ’ εξοχήν προς το μεγαλειώδες πανόραμα του κτισθέντος κόσμου, όπερ αποτελεί και το περιεχόμενον της λειτουργικής αυτού προσευχής· κατά καιρούς δε το πνεύμα αυτού παραχωρείται να ανέρχηται προς το ατελεύτητον, προς αφομοίωσιν του νοήματος της εκχυθείσης εφ’ ημάς χάριτος, προς το Φως το εκπορευόμενον εκ της Αγίας Τριάδος. Είναι απαραίτητος εις πάντας ημάς η τοιαύτη εμβάθυνσις εις την Λειτουργίαν, ίνα η αιωνία αυτής πραγματικότης συνοδεύη ημάς εις την καθ’ ημέραν ζωήν(ΣΥΜΒΟΛΟ), ίνα η ιερατική προσευχή αποβή φύσις ημών, ίνα αληθώς γενώμεθα «ιερείς και βασιλείς τω Θεώ», ανεξαρτήτως «φυλής και γλώσσης, λαού και έθνους». }364}
Η Λειτουργία, εν τω συνόλω αυτής, περιπτύσσεται ουχί μόνον τα βιβλικά γεγονότα τα αναφερόμενα εις την οικονομίαν της σωτηρίας του ανθρώπου, αλλ’ εν γένει την ζωήν του κόσμου και εισέτι εκείνο, όπερ ήτο προ καταβολής κόσμου και όπερ αναμένομεν, «ίνα ή ο Θεός τα πάντα εν πάσιν»· ότε «χρόνος ουκέτι έσται». Δι’ αυτήν την διάβασιν εκ της προσκαίρου πραγματικότητος εις την αιώνιαν προετοιμάζει ημάς η Θεία Λειτουργία. Το πλήρωμα αυτής αιχμαλωτίζει ημάς ολοτελώς τοσούτον, ώστε ότε ήμην εν τη ερήμω και ετέλουν μόνος την Λειτουργίαν, έχων μετ’ εμού μόνον ένα μοναχόν –όστις ήρχετο, ίνα απαντά εις τας δεήσεις των εκτενών, αναγινώσκη τον Απόστολον και παρέχη την λοιπήν αναγκαίαν συμμετοχήν, εις τόπον λαού- τότε ούτε εγώ ούτε ο μοναχός εκείνος ησθάνθημεν ποτε έλλειψιν τινα: Άπας ο κόσμος ήτο εκεί μεθ’ ημών· ο κόσμος και ο Κύριος· ο Κύριος και η αιωνιότης. Η πείρα αύτη της ερήμου εδίδαξεν εμέ να προσεύχωμαι δια της ιερατικής προσευχής και μετά του λαού και άνευ της ορατής αυτού παρουσίας.
Επιτρέπω εις εμαυτόν να είπω ότι εν τη συνειδήσει μου κυριαρχεί ουχί η παλαιά, αλλ’ η σύγχρονος πείρα. Η τελευταία αύτη ήρξατο τότε, ότε εισέτι ουδόλως εγνώριζον τα έργα των Αγίων Πατέρων. Εμπνευσθείσα ως πιστεύω υπό του αυτού Πνεύματος του εκπορευομένου από του Θεού η πείρα αύτη εν πολλοίς συνέπιπτε μετά των συγγραμμάτων των ασκητών Πατέρων· συγχρόνως όμως και διεκρίνετο απ’ αυτών δυνάμει της καταπληκτικής αλλαγής των συνθηκών ζωής του κόσμου. Τα εσχατολογικά σημεία είναι έντονα εις τον αιώνα ημών εν μείζονι βαθμώ ή ποτε άλλοτε κατά το παρελθόν: }365} «Η γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται». Το πυρ είναι ήδη έτοιμον, και εδόθη εις χείρας αφρόνων. Η ειρήνη εξέλιπεν από προσώπου της οικουμένης. Η θετική πλευρά των φοβερών τούτων γεγονότων έγκειται εις το ότι ουχί μόνον οι χριστιανοί, αλλ’ εισέτι και οι μη πιστεύοντες επιμόνως καλούνται να διευρυνθούν νοερώς και να υπερπηδήσουν τα στενά πλαίσια των εθνικιστικών τάσεων ή πολιτιστικών παραδόσεων και να στοχάζωνται επί πανανθρωπίνων διαστάσεων (ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ). Συμβαίνει να παρατηρώμεν, και μάλιστα συχνάκις, το εναντίον προς το λεχθέν: την τάσιν προς ανεξαρτησίαν εισέτι και ολιγαρίθμων και εντελώς υπαναπτύκτων φυλών. Αλλ’ αι αντιθετικαί αύται τάσεις, εκ διαμέτρου αντίθετοι προς την πραγματικήν ανάγκην, πάντοτε συνώδευον την παράδοξον ιστορίαν της πεπτωκυίας ανθρωπότητος.
Καθίσταται νυν αδύνατον δια τον ιερέα, τον προσφέροντα την αναίμακτον θυσίαν, να παραμείνη εν τοις ορίοις των κατά τόπους μόνον αναγκών, επιλανθανόμενος πάσης της λοιπής ανθρωπότητος, της βασανιζομένης απεγνωσμένως εν τοις δεσμοίς του άδου, του αμοιβαίου μίσους και παντός είδους εκβιασμών. Όσον και αν η εποχή ημών εγκυμονή αποκαλυπτικάς καταστροφάς δια το μέλλον, η προσευχή του χριστιανού δεν πρέπει να εξασθενήση εκ της φαινομενιώς απελπιστικής καταστάσεως, αλλά να αυξηθή η έντασις αυτής: Είμεθα ερριμένοι εις τας πρώτας σειράς της μεγάλης πνευματικής μάχης.
Η επιστήμη του Ευαγγελικού Πνεύματος είναι υψηλή: Είναι ανέφικτος εις τας φυσικάς ημών δυνάμεις εν }366} τη καταστάσει της πτώσεως. Η δισχιλιετής πείρα της Εκκλησίας ημών εν τη ασκήσει της μετανοίας έδειξεν ότι ο άνθρωπος δύναται να λάβη Άνωθεν πνευματικήν δύναμιν, και τότε γίνεται ικανός να βαστάση την υπερφυσικήν ευσπλαχνίαν. Το παρόν σώμα ημών μετά της ψυχοσυνθέσεως αυτού είναι ασυγκρίτως ασθενέστερον του πνεύματος ημών: … Η «σύστασις» του σώματος ημών ακολουθεί την κίνησιν του πνεύματος ημών προς τον Θεόν μόνον μέχρις ωρισμένου βαθμού, πέραν του οποίου επέρχεται η εξάντλησις αυτού. Το συμπάσχειν φονεύει ημάς. Το ένστικτον της αυτοσυντηρήσεως κλείει τους οφθαλμούς ημών, όπως μη βλέπωμεν τας αναριθμήτους συμφοράς, αίτινες επιπίπτουν επί την μοίραν των ομοίων προς ημάς. Αλλ’ ο γευθείς Πνεύματος Χριστού δεν δύναται να αποφύγη την συνάντησιν μετά του ωκεανού των δυστυχιών. Ούτος συμμετέχει εις την προσευχήν του Κυρίου, Όστις έδωκεν εις ημάς το «υπόδειγμα». Καθώς Ούτος προσηύχετο υπέρ όλου του κόσμου, ούτω και ημείς οφείλομεν και να ζώμεν και να αισθανώμεθα. Τούτο είναι ιδιαιτέρως αναγκαίον δια τον ιερέα, τον τελούντα την Θείαν Λειτουργίαν, εάν ούτος αγωνίζηται να εισέλθη πληρέστερον εις την καθολικήν αυτής θεωρίαν.
Κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει άλλο Λειτουργικόν Ποτήριον, ει μη εκείνο μόνον όπερ Αυτός ο Κύριος προσέφερε προ της εξόδου Αυτού δια την θυσίαν της απολυτρώσεως. Μόνον Ούτος είναι αληθώς Αρχιερεύς. Δια της ευλογίας Αυτού η Θεία Λειτουργία, ούσα ανεπανάληπτος, επαναλαμβάνεται εις τους αιώνας. Εν τη επαναλήψει αυτή του αιωνίου κατά την ουσίαν αυτού Μυστηρίου, }367} φανερούται το επίκαιρον αυτού η αναλλοίωτος παρουσία αυτού εν τοις ορίοις της ιστορίας. Η Λειτουργία, αδιαίρετος ούσα μερίζεται και ακαταπαύστως επεκτείνεται εις πάντα τα πέρατα της οικουμένης. … Κτισθέντες «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» εκλήθημεν και εις ενότητα κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδος.
Η Λειτουργία εν τη αιωνίω αυτής πραγματικότητι, φέρει πάντοτε εις ημάς την παρουσίαν του Πάσχα του Κυρίου. … Το χριστιανικόν όμως Πάσχα είναι λύτρωσις εκ της δουλείας της αμαρτίας και του θανάτου: η διάβασις εκ των επί μέρους και περιωρισμένων καταστάσεων εις τας παγκοσμίους και Θείας· η ανάβασις εκ των γηϊνων μορφών υπάρξεως εις τας αιωνίους, εις την αθανασίαν(ΣΥΜΒΟΛΟ). }368} … Εις τούτο έγκειται η ριζική αλλαγή του χαρακτήρος της Πασχαλίου ημών πανηγύρεως. Πάσα η Λειτουργία εν τω ουσιώδει αυτής περιεχομένω δεν είναι άλλο τι ει μη ανάμνησις Αυτού και ουχί οιουδήποτε ιστορικού γεγονότος. Η «ανάμνησις» νοείται ως ζώσα είσοδος εις την σφαίραν του Πνεύματος του Χριστού, κατά την Θείαν και γηίνην Αυτού διάστασιν (ΣΥΜΒΟΛΟ). Ούτος είναι το νόημα και το φως του Χριστιανικού Πάσχα.
Η αιώνιος επικαιρότης της Λειτουργίας υπογραμμίζεται ωσαύτως δια του περιεχομένου της προσευχής, την οποίαν πάντες οι πιστοί προφέρουν προ της μεταλήψεως των αγίων μυστηρίων του Σώματος και του Αίματος του Χριστού: «Του Δείπνου Σου του Μυστικού σήμερον, Υιέ Θεού, κοινωνόν με παράλαβε». Εν τούτω το «σήμερον» -νυν- δεν υπάρχει ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον, αλλά μόνον το παρόν. Και δια της προσευχής ταύτης παρακαλούμεν όπως γίνωμεν δεκτοί εις τους κόλπους της προαιωνίου Θεότητος, της Αγίας Τριάδος.
Η ψυχή του ιερέως αναποφεύκτως θα φθάσει πολλάκις εις εξάντλησιν εκ της θεωρίας παντός είδους παθημάτων αφ’ ενός, και αδικιών και εκβιασμών αφ’ ετέρου. Ακριβώς αι ανάρμοστοι αύται πράξεις των ανθρώπων αποτελούν ένδειξιν της πτώσεως του κόσμου ημών. Δι’ επιπόνου ασκήσεως οφείλομεν να κρατήσωμεν αμείωτον την έμπνευσιν ημών δια την λειτουργικήν προσευχήν υπέρ όλης της ανθρωπότητος. Παν πάθος και πάσα κακοήθεια της αμαρτίας, είτε εντός ημών των ιδίων, είτε εντός των άλλων εκτός ημών, αποτελούν το }369} περιεχόμενον της καθολικής ταύτης προσευχής. Καθήκον του ιερέως είναι η αναλλοίωτος εν χρόνω επανάληψις της Θείας πράξεως της απολυτρώσεως του κόσμου, προς εκπλήρωσιν της εντολής του Χριστού: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν». Είναι ζώσα «ανάμνησις», ως ορατή παρουσία της εν Γεθσημανή προσευχής και του εν Γολγοθά σταυρικού θανάτου του Κυρίου εν τη ιστορία της οικουμένης.
Η Λειτουργία εν τη αιωνίω αυτής πνευματική πραγματικότητι, είναι θυσία υπέρ των αμαρτιών της ανθρωπότητος. Ιδού δια τι, συναντώμενοι μετά της συνθλιπτικής μάζης της αμαρτίας, είτε εντός, είτε εκτός ημών, δεν παύομεν να παραμένωμεν εντός της λειτουργικής πράξεως. Όταν έχωμεν τοιαύτην συνείδησιν περί ιερωσύνης, άπασα η ζωή ημών αποτελεί διακονίαν προς σωτηρίαν του κόσμου. Εις τούτο συνίσταται η ουσία του εις ημάς Θείου δώρου: Του «βασιλείου ιερατεύματος».
Είναι δυνατόν να είναι τις φορεύς της χάριτος του «βασιλείου ιερατεύματος» και όταν δεν φέρη ιερατικόν αξίωμα. Η εσωτερική ουσία της ιερωσύνης ταύτης έγκειται εις την προσευχήν υπέρ όλου του κόσμου κατά το «υπόδειγμα» του Ιδίου του Κυρίου. Δι’ ημάς τους ανθρώπους το ύστατον εφικτόν μέτρον είναι να προσευχώμεθα υπέρ όλου του Αδάμ, ως και υπέρ ημών των ιδίων. Τοιαύτη προσευχή αποτελεί σημείον ότι αποκαθίσταται εν ημίν εκείνη η «εικών», ήτις παρεσχέθη εξ αρχής εις τον άνθρωπον. Τα παθήματα του Χριστού και η ανάστασις Αυτού εκόμισαν εις την ανθρωπότητα την χάριν ταύτην. Πάντες και έκαστος εκ των πιστευόντων εις τον Υιόν του Θεού εκλήθησαν }370} να δεχθούν την δωρεάν ταύτην εκ του Δωρεοδότου: να γίνουν «βασίλειον ιεράτευμα». Δεν υπάρχει τίμημα δια την ευλογίαν ταύτην ήτις αποκτάται δια μακράς και εμπόνου ασκήσεως. }371}

ΙΕ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ


Οι Έλληνες … δια της γλώσσης παρουσίασαν την τελειοτέραν δυνατήν μορφήν εκφράσεως του ανθρωπίνου λόγου. Την μορφήν ταύτην της εκφράσεως προσέλαβε και εχρησιμοποίησε κατά Πρόνοιαν Θεού εις την λατρείαν επί δύο χιλιετίας η Εκκλησία του Χριστού.
Η Λειτουργία ως το κορυφαίον μέσον αναφοράς του ανθρώπου προς τον Θεόν, είναι φυσικόν να έχη ως εκφραστικόν όργανον την κατά το δυνατόν τελειοτέραν γλώσσαν.
Η χρήσις του τελειοτέρου υπάρχοντος γλωσσικού οργάνου εις τας λατρευτικάς συνάξεις βοηθεί τους πιστούς να διατηρούν την αίσθησιν του Τελείου και συμβάλλει εις την πληρεστέραν δυνατήν κοινωνίαν μετ’ Αυτού.
Η επί τοσούτον χρόνον χρησιμοποιηθείσα και καθαγιασθείσα γλώσσα της Θείας Λειτουργίας, ήτις δύναται να χαρακτηρισθή και ως κατηγόρημα της ορθοδόξου λατρείας, είναι αδύνατον να αντικατασταθή άνευ }374} ουσιώδους βλάβης (… η εισαγωγή απλουστέρας λειτουργικής γλώσσης εις την λατρείαν της Αγγλικανικής εκκλησίας ήμβλυνε την λατρευτικήν διάθεσιν των πιστών και εζημίωσε τας λατρευτικάς συνάξεις) αυτής ταύτης της λατρείας.
Δια τους λόγους τούτους είμεθα κατηγορηματικώς πεπεισμένοι ότι είναι αναγκαία η χρήσις της παραδεδομένης Λειτουργικής γλώσσης εν ταις εκκλησιαστικαίς ακολουθίαις· ουδόλως υπάρχει ανάγκη αντικαταστάσεως αυτής υπό της γλώσσης της καθ’ ημέραν ζωής, πράγμα όπερ αναποφεύκτως θα καταβιβάση το πνευματικόν επίπεδον και θα προξενήση ούτως ανυπολόγιστον ζημίαν. Είναι άτοποι οι ισχυρισμοί περί του δήθεν ακατανοήτου δια πολλούς συγχρόνους ανθρώπους της παλαιάς εκκλησιαστικής γλώσσης, μάλιστα δε δι’ ανθρώπους εγγραμμάτους και πεπαιδευμένους εισέτι. Δι’ αυτούς η εκμάθησις εντελώς μικρού αριθμού λέξεων, αίτινες δεν είναι εν χρήσει εις την καθ’ ημέραν ζωήν, είναι υπόθεσις ολίγων ωρών. Πάντες ανεξαιρέτως καταβάλλουν τεραστίας προσπαθείας δια την αφομοίωσιν πολυπλόκων ορολογιών διαφόρων τομέων της επιστημονικής ή της τεχνικής γνώσεως, της πολιτικής, της νομικής και των κοινωνικών επιστημών· γλώσσης φιλοσοφικής ή ποιητικής και τα παρόμοια. Δια τι λοιπόν αναγκάζομεν την Εκκλησίαν να απολέση γλώσσαν απαραίτητον δια την έκφρασιν υψίστων μορφών της θεολογίας και των πνευματικών βιωμάτων;
Πάντες, όσοι ειλικρινώς επιθυμούν να γίνουν κοινωνοί της αιωνοβίου παραδόσεως του Πνεύματος, ευκόλως θα ανεύρουν την δυνατότητα να εξοικειωθούν μετά του ατιμήτου θησαυρού της ιεράς λειτουργικής γλώσσης, }375} ήτις κατά τρόπον υπέροχον προσιδιάζει εις τα μεγάλα μυστήρια της λατρείας. Ολίγαι ιδιαιτερότητες της γλώσσης αυτής μειώνουν τον κόπον της προς καιρόν αποταγής εκ των εμπαθών συνηθειών: «Πάσαν νυν βιοτικής αποθώμεθα μέριμναν».
Εάν κατά την τέλεσιν της Θείας Λειτουργίας εχρησιμοποιούμεν γλώσσαν της καθ’ ημέραν ημών ζωής, τότε θα εγέννα αύτη εν τη ψυχή και τω νοί των παρευρισκομένων αντιδράσεις κατωτέρου επιπέδου, επιπέδου της φυσικής ημών υπάρξεως. Ο ανθρώπινος λόγος είναι εικών του Προαιωνίου Λόγου του Πατρός. «Τω λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν … Αυτός είπε και εγενήθησαν, Αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν». Και ο ημέτερος λόγος κατέχει δημιουργικήν δύναμιν. «Ο λόγος του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα»· και ο λόγος ημών φθάνει την αιωνιότητα, εάν ελέχθη εν ταις οδοίς του θελήματος Αυτού. Δια της επικλήσεως των Ονομάτων του Θεού τελούνται τα Μυστήρια της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης και της μεταβολής του άρτου και του οίνου εις Σώμα και Αίμα Κυρίου.
Οι λόγοι της Λειτουργίας και εν γένει των προσευχών, δεν είναι μόνον ανθρώπινοι, αλλά και Άνωθεν δεδομένοι. Η εκκλησιαστική γλώσσα αναφέρεται εις την σφαίραν του Θείου Είναι· οφείλει αύτη να εκφράζη την Αποκάλυψιν του Πνεύματος και τας εξ αυτής γεννωμένας νοεράς θεωρίας. Δια της «ακοής ρήματος Θεού» εμπνέεται ο άνθρωπος εις πίστιν ήτις «ενίκησε τον κόσμον».

ΙΣΤ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΘΣΗΜΑΝΙΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


… Ως ιστορικόν γεγονός δεν διήρκεσεν επί μακρόν· ως πνευματική όμως πράξις Θείας αγάπης έλαβεν αρχήν προ καταβολής κόσμου και δεν παύει να ενεργή μέχρι σήμερον. Την παρουσίαν της δυνάμεως αυτής αισθανόμεθα κατά τας ώρας της προσευχής υπέρ όλου του κόσμου, κατ’ εξοχήν όμως κατά την τέλεσιν της Θείας Λειτουργίας.
Ο Κύριος εν τη προσευχή ταύτη συμπεριέλαβε παν ό,τι εγένετο από της εμφανίσεως εις την ζωήν του Πρώτου Αδάμ μέχρι του εσχάτου ανθρώπου, όστις μέλλει να γεννηθή εκ γυναικός. … Εστερημένοι υπαρκτικής εμπειρίας παρομοίας αγάπης, }377} δεν δυνάμεθα να συλλάβωμεν την ακαταμάχητον ενέργειαν αυτής ήτις φωτίζει ανά τους αιώνας πάντα άνθρωπον διψώντα να δεχθή την δωρεάν ταύτην.
Άπασα η οικουμένη εν τη πτώσει αυτής μέμφεται τον Θεόν, ενοχοποιούσα Αυτόν δια τα παθήματα αυτής. Μέμφεται εμπαθώς εν τη αναπηρία αυτής, ήτις είναι επακόλουθον της εκπτώσεως από της αγάπης Αυτού.
Εξ επόψεως του ανθρώπου εάν ο Θεός είναι τοιούτος ως εφανέρωσεν Αυτόν ο Χριστός, αρμόζει εις Αυτόν πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις εις πάντας τους αιώνας. Εξ επόψεως όμως του Θεού Πατρός, εάν και ο άνθρωπος είναι τοιούτος ως ήτο ο Χριστός, τότε ο Πατήρ δέχεται αυτόν ως ισότιμον, δίδει εις αυτόν τον θρόνον «εν δεξιά Αυτού εν τοις επουρανίοις».
Η αγάπη του Χριστού νικηφόρος εν τη αιωνιότητι, υποβάλλεται επί του επιπέδου της γης εις βαρυτάτας δοκιμασίας. }378} Ουδείς ουδέποτε έπαθε τοσούτον ως Ούτος. Το βάθος των παθημάτων ευρίσκεται εν αμέσω σχέσει προς το μέτρον της ευαισθησίας εκάστου. Υπάρχει τοσαύτη διαφορά μεταξύ των ανθρώπων, όση και μεταξύ ρινοκέρωτος και σκώληκος. … Παραφωνία ανεπαίσθητος υπό των πολλών, ταράττει οδυνηρώς την ευαίσθητον ακοήν του μουσικού. … Ο πνευματικώς ευαίσθητος άνθρωπος εν τη επαφή αυτού μετά τινος άλλου διακρίνει μέχρι τινος την ηθικήν αυτού κατάστασιν, ενώ πλείστοι όσοι ουδέν αντιλαμβάνονται. … Ο κτίσας την Θείαν κοσμικήν αρμονίαν δεν ηδύνατο να μη θλίβηται συναντών πανταχού την αφόρητον διαστροφήν του πρωτοκτίστου κάλλους εκ των αισχρών και εγκληματικών ανθρωπίνων πράξεων. Πάντες ημείς γνωρίζομεν ότι, όσον βαθύτερον αγαπώμεν τοσούτον οδυνηρότερον ζώμεν και την ελαχίστην εισέτι σύγκρουσιν. }379}
… «Αγαπήσας ημάς εις τέλος» υπέμεινε τους διωγμούς της αδυσωπήτου κακίας των φονευσάντων Αυτόν, «δοκούντων λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ».
Όταν ενσκήπτουν παντός είδους πλήγματα και φόβοι, τότε οφείλομεν να αναγάγωμεν τον νουν ημών εις την θεωρίαν των δεινών πάντων των πασχόντων επί της Γης, να περιλάβωμεν εν τη προσευχή της καρδίας ημών τους πάσχοντας, μέσω του ιδίου ημών πόνου. Κατ’ αυτόν τον τρόπον ευρύνεται η καρδία και περιβάλλει πάντας τους συντετριμμένους εκ των συμφορών αδελφούς, ως η μήτηρ δια της ορμής της μετά πόνου αγάπης περιθάλπει τα ασθενή αυτής τέκνα. Ας γίνη η προσευχή ημών κραυγή όλης της Γης προς τον Θεόν και Πατέρα. }380} Δια μέσου καιρίων πληγμάτων η νεκρωθείσα υπό της αμαρτίας φύσις ημών αναγεννάται εις προσευχήν, ήτις αντικατοπτρίζει αμυδρώς την εν Γεθσημανή προσευχήν. … Ο φυσικός πόνος –αι μαστιγώσεις ή η προσήλωσις επί του σταυρού- ουδόλως κατέχει την πρώτην θέσιν αλλά καθιστά το πάθος Αυτού ωλοκληρωμένον εφ’ όλων των επιπέδων. Και ημείς γνωρίζωμεν ότι η ψυχή εν τη σφαίρα αυτής δέχεται φοβερώτερα τραύματα ή το σώμα.
Άπασα η μεθ’ ημών αναστροφή Αυτού δεν ήτο τι άλλο ει μη έν αδιάλειπτον μαρτύριον. Ο Γολγοθάς είναι μόνον η τελική πράξις εν τη οποία απεκορυφώθη και συνηνώθη το παν: ο φυσικός πόνος, η ψυχική οδύνη ως αποτέλεσμα της υπό }381} των ανθρώπων απορρίψεως του Ευαγγελίου της Πατρικής αγάπης, ο επονείδιστος θάνατος εγκληματίου, ο χαιρέκακος και εκδικητικός χλευασμός όσων ηλέγχθησαν δια τας αδικίας αυτών.
Ο Πατήρ εν τη γεννήσει του Υιού κενούται }382} ολοτελώς. Αλλά και ο Υιός επιστρέφει το παν εις τον Πατέρα. Αυτήν ακριβώς την πράξιν της τελείας κενώσεως ετέλεσεν ο Κύριος εν τη σαρκώσει Αυτού, εν τη Γεθσημανή και επί του Γολγοθά. Τοιαύτην ακριβώς αγάπην εντέλλεται και εις ημάς ο Χριστός:
Το νόημα της θυσίας του Αβραάμ έγκειται εις το ότι ούτος εν τω γήρατι αυτού, τοσούτον προσεκολλήθη εις τον «κατ’ επαγγελίαν υιόν» αυτού Ισαάκ, ώστε η προς τον Θεόν αγάπη αυτού απώλεσε το πλήρωμα αυτής. Ίνα και πάλιν η προς τον Θεόν αγάπη αποβή ο «ακρογωνιαίος λίθος» της ζωής αυτού, ο Αβραάμ ώφειλε να προσφέρη θυσίαν: να σφαγιάση τον ηγαπημένον υιόν. Ότε όμως εσωτερικώς συνετελέσθη η πράξις αύτη τότε ο θάνατος του Ισάακ δεν ήτο αναγκαίος: Ηδύνατο ούτος να παραμείνη πλησίον του πατρός αυτού.
Το αυτό επαναλαμβάνεται και εν τη ζωή του χριστιανού: Όταν το έν ή το άλλο πάθος αποσπά αυτόν από του Θεού, πρέπει να είναι έτοιμος δια πολλάς θυσίας. Και εάν η πράξις αύτη τελειωθή εσωτερικώς, τότε τα πάθη αποχωρούν και η «θυσία» καθίσταται περιττή. }383}
Η ανθρωπότης εν τω προσώπω του Αδάμ υπέστη φοβεράν αλλοτρίωσιν, ήτις απετέλεσε την αρχήν πασών των μεταγενεστέρων. Η πτώσις του Προπάτορος επέφερεν όλεθρον παγκοσμίων διαστάσεων. … Όταν όμως πρόκειται περί φυσικών ασθενειών, τότε οι άνθρωποι μετ’ εμπιστοσύνης παραδίδονται εις χείρας ιατρών, αναμένοντες εν υπομονή βοήθειαν. Το εναντίον παρατηρείται επί του πνευματικού επιπέδου: Πάσα απόπειρα να συναρμολογηθούν τα οστά εις την πρέπουσαν θέσιν, να καθαρισθούν αι πληγαί, εγχείρημα όπερ αναποφεύκτως συνοδεύεται υπό πόνων, αντιμετωπίζεται μετά δυσαρεκείας, ως να ήτο ο ιατρός η αιτία του πόνου. }384}
Ούτως συμβαίνει μετά του Χριστού: Αυτός ο μόνος αληθινός θεραπευτής, δια της εμφανίσεως Αυτού έθλιψε τους πάντας, υποδεικνύων εις όλην την ανθρωπότητα την θανάσιμον ασθένειαν αυτής. Δια τους πεπτωκότας υιούς των ανθρώπων ουδείς και ουδέν υπάρχει φοβερώτερον ει μη ο Χριστός-Αλήθεια. Ο κόσμος όλος φοβείται Αυτόν.
Κατά το μέτρον της υφ’ ημών γνώσεως των απολυτρωτικών παθημάτων Αυτού, θα αναπαυθή εφ’ ημάς και η αιώνιος Αυτού δόξα: «Την δόξαν ήν δέδωκάς Μοι, δέκωκα αυτοίς». Δι’ Αυτού γινόμεθα υιοί του Ανάρχου Πατρός. Νυν «γνωρίζομεν» ότι «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ Αυτού». Τους λόγους τούτους του Χριστού δεχόμεθα εν τη απολύτω αυτών εννοία. }385} Όντως εάν δεν υπήρχεν εν αυτή τη Θεότητι η απ’ αιώνος αρχή της Πατρότητος και της Υιότητος, τότε, ουδεμία ανθρωπίνη άσκησις θα ηδύνατο να επιφέρη ουσιώδη αλλαγήν και εις Αυτό τούτο το Πρωταρχικόν Είναι.
Ο Χριστός είναι το θαύμα το υπερέχον πάντα νουν. Είναι η παν-τελεία αποκάλυψις του Θεού της τρισυποστάτου αγάπης, ωσαύτως δε η φανέρωσις των απείρων δυνατοτήτων του ανθρώπου. Εις τινα στιγμήν, γνωστήν μόνον εις τον Θεόν, θα οδηγηθώμεν εις εκείνο το αόρατον μεθόριον, όπερ κείται μεταξύ χρόνου και αιωνιότητος. Εγγίζοντες τον πνευματικόν τούτον ορίζοντα οφείλομεν οριστικώς να προσδιορίσωμεν εαυτούς δια την επικειμένην εις ημάς αιωνιότητα: ή μετά του Χριστού εξομοιούμενοι προς Αυτόν ή μακράν Αυτού. Μετά την αποφασιστικήν ταύτην και ελευθέραν εκλογήν και η ομοίωσις και ο χωρισμός θα λάβουν χαρακτήρα αιώνιον.
Εν τούτω τω δια βίου αγώνι ημών αποκαλύπτεται εις ημάς βαθμηδόν το μυστήριον του Χριστού, εάν εξ αγάπης προς Αυτόν καταστήσωμεν τον λόγον Αυτού ως τον μόνον νόμον της υπάρξεως ημών. Θα έλθη καιρός, οπότε η θέα της αγιότητος του ταπεινού Θεού Χριστού ως πυρ θα αναλώση την φύσιν ημών, μεταποιούσα αυτήν εις ολοκληρωτικήν ορμήν αγάπης. Πεπληρωμένοι αποστροφής δι’ ημάς αυτούς και δια την εμφωλεύουσαν εν ημίν κακίαν, ποθούμεν να ομοιάσωμεν προς Αυτόν ως προς την ταπείνωσιν Αυτού, ο πόθος δε ούτος είναι όμοιος προς δίψαν μέχρι θανάτου. Αυτή αύτη η καταπόνησις δια την αγιότητα είναι ήδη η απαρχή αυτής. Όταν αυξηθή }386} η αγάπη ημών προς τον Κύριον, τότε κατά φυσικόν τρόπον αύτη θα συγγενειάζη ημάς μετ’ Αυτού εν ταις βαθείαις κινήσεσι της καρδίας και «τη ανακαινώσει του νοός». Προ ημών διανοίγεται θέα, ήτις υπερβαίνει την φαντασίαν ημών. Μεγάλη λύπη δια τα παθήματα των ανθρώπων περισφίγγει την καρδίαν ημών ως οδυνηρός σπασμός. Επιλανθανόμεθα του σώματος και μόνον το πνεύμα, εις το εφικτόν δι’ αυτό μέτρον, εισέρχεται εις το ρεύμα της προσευχής του Χριστού εν Γεθσημανή. Δι’ αυτού του τρόπου καρποφορείται εν ημίν η γνώσις του Κυρίου Ιησού, ήτις είναι κατ’ ουσίαν και η αιώνιος ζωή. Προς επίτευξιν της γνώσεως ταύτης ο Απόστολος Παύλος πάντα ταύτα, «άτινα ήν αυτώ κέρδη (κατά τον νόμον) … ηγείτο δια τον Χριστόν ζημίαν …»
Ο μέγας Παύλος ωμολόγησεν ότι δεν «είχε καταλάβει». Θα επιτρέψωμεν άρα γε εις εαυτούς να διεκδικήσωμεν ισότητα προς τον Χριστόν; Οφείλει εν τούτοις να υπάρχη παράλληλόν τι. Είναι απολύτως αναγκαίον να ομοιωθώμεν, έστω και αμυδρώς προς τον Κύριον, ίνα φέρωμεν εν επιγνώσει το όνομα του χριστιανού. }387}
Αγωνίζομαι απεγνωσμένως να περιγράψω την Επιστήμην, την πλέον μεγαλειώδη εξ όσων γνωρίζει η Γη και ο Ουρανός. Αφομοιούται αύτη ουχί εν ολίγοις χρόνοις ακαδημαϊκών σπουδών, αλλά δι’ όλης της υπάρξεως ημών. Η οντολογική και ουχί αφηρημένη γνώσις αποκτάται δια της συμμετοχής ημών εις το είναι. Δια της φλογεράς μετανοίας και της διαμονής ημών εν τω πνεύματι των εντολών δίδεται εις ημάς η φοβερά αύτη ευλογία.
Όταν επισκεφθή τον άνθρωπον έστω και σκιά τις της Γεθσημανίου προσευχής, θραύονται τα δεσμά του εγωϊστικού ατόμου και εισάγεται ούτος εις νέαν μορφήν προσωπικού, υποστατικού είναι, κατ’ εικόνα της υποστάσεως του Μονογενούς Υιού. Να δεχθή τις την πάσχουσαν αγάπην του Χριστού είναι ανεκτίμητος δωρεά του Αγίου Πνεύματος· δια της δωρεάς ταύτης προσεγγίζει ο άνθρωπος πνευματικώς την αίσθησιν του θανάτου Αυτού επί του σταυρού, και εν ταυτώ της δυνάμεως της αναστάσεως. Εάν τις ενωθή μετ’ Αυτού δια της ομοιώσεως του θανάτου εν βαθεία υπέρ του κόσμου προσευχή και αφορήτω δίψη δια την σωτηρίαν των ανθρώπων, προγεύεται την ομοίωσιν της αναστάσεως. }388}
Η Υπόστασις-Πρόσωπον είναι η πρωταρχική και εσχάτη αρχή, η τα πάντα περιβάλλουσα διάστασις εν τω Θείω Είναι. Το αυτό συμβαίνει και εν τω ανθρωπίνω, τω κατ’ εικόνα Θεού κτιστώ είναι. Έξω της υποστατικής ταύτης αρχής ουδέν υπάρχει, ουδέ δύναται να υπάρχη.
Αι δωρεαί του Θεού είναι απερίγραπτοι. Απεργάζονται τον άνθρωπον φορέα του πληρώματος του θεανθρωπίνου είναι δια της ενώσεως μετά του Χριστού εν τη προσευχή, ήτις εξομοιοί αυτόν προς Εκείνον. Σπάνιον προνόμιον συνδυάζον τας ακραίας καταστάσεις των παθημάτων της αγάπης, και τον θρίαμβον αυτής. Ο άνθρωπος αναγεννηθείς εκ τοιαύτης προσευχής, δια μέσου του ζωοποιού πόνου εισέρχεται βραδέως εις ενεργόν αίσθησιν της αναστάσεως της εαυτού ψυχής. }389}

ΙΖ’ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, ΕΝ ΤΗ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ-ΑΛΗΘΕΙΑ


Η αλήθεια δεν τεκμηριούται επαγωγικώς δια λογικών αποδείξεων, αλλά η οντότης αυτής είναι δι’ ημάς αναμφισβήτητος, διότι εδόθη ως άμεσος γνώσις, ήτις μεταβάλλει πάσαν την σκέψιν ημών· εκτός της συνειδήσεως ταύτης θα ήτο αδύνατος εν γένει η διαλεκτική, στόχος της οποίας είναι πάντοτε η ανεύρεσις της αληθούς λύσεως. }392}
Ο Άνθρωπος εκ της φύσεως αυτού δεν δύναται να μείνη εις το μέσον της οδού: Οφείλει να φθάση εις το τέλος: Έχει υπ’ όψιν την Πρώτην-Αλήθειαν, την κειμένην εις θεμέλιον παντός ό,τι υπάρχει.
Τι είδους είναι η Πρώτη και Εσχάτη αύτη Αλήθεια, η τα πάντα περιπτυσσομένη και αιωνίως αναλλοίωτος; Ιδού το μόνον ερώτημα του οποίου «εστί χρεία». }392}
Πεπεισμένος δια την ανεπάρκειαν πασών των ανθρωπίνων προσπαθειών προς επίτευξιν της ποθουμένης υφ’ ημών αιωνίου Αληθείας, ούτως ώστε να ταυτισθώμεν μετ’ Αυτής, να έχωμεν Αυτήν ως προσωπικήν ημών κληρονομίαν, εστράφην εις προσευχήν, κατ’ αρχάς μη χριστιανικήν, τύπου υπερβατικού διαλογισμού της Άπω Ανατολής. Παρήλθον περί τα επτά έως οκτώ έτη, ότε «μετά μεγάλης δυνάμεως» κατενόησα την πλάνην της οδού ταύτης. Εις το πνεύμα μου απεκαλύφθη Εκείνος, Όστις είπεν: «Εγώ ειμι η Αλήθεια», η φωτοφόρος αύτη στιγμή, ήτις εξήγαγεν εμέ εκ του άδου του θανατηφόρου σκότους! Ησθανόμην δι’ όλης της υπάρξεώς μου ότι εισήλθον εις την ασφαλή οδόν. Όσον όμως μεγαλοπρεπής και εάν είναι η πορεία, ταυτοχρόνως είναι και πλήρης πολλών θλίψεων, πριν ή φθάσωμεν τον Ποθούμενον.
Ότε το πυρ της εις Αυτόν πίστεως, εισεχώρησεν εις την καρδίαν μου ως αιχμή μαχαίρας, τότε επλήσθην ζωηφόρου εμπνεύσεως και χαράς. Δεν είχον εισέτι αποκτήσει την Ζώσαν Αλήθειαν, αλλ’ η ιδία εκείνη έμπνευσις μετεβάλλετο εις αίσθησιν, εις παρουσίαν Αυτής εντός μου. Προσεπάθουν κατά το δυνατόν να προσαρμόσω ούτω την νοεράν μου όρασιν, ώστε να συλλάβω εναργέστερον τα χαρακτηριστικά της εμφανισθείσης εις εμέ Αγίας Αληθείας. Ταχέως όμως ηννόησα ότι τούτο ήτο αφροσύνη εκ μέρους μου: Όσον περιειργαζόμην Αυτήν μετά προσοχής, τοσούτον απεριόριστος εγίνετο.
Δεν προτίθεμαι να γράψω περί τινος Αληθείας ανακαλυφθείσης υπ’ εμού και αγνώστου μέχρι τούδε εις τον κόσμον. Γράφω περί του πως εδόθη εις εμέ να ζήσω την }393} μετάνοιάν μου. Το πνεύμα ημών πεινά και διψά να γνωρίση την Αλήθειαν, τουτέστιν εκείνο το Πρωταρχικόν Όν, όπερ υπό ουδενός περιορίζεται: το απόλυτον όντως Όν, περί του οποίου ωμίλησαν οι Προφήται της Παλαιάς και εμαρτύρησαν οι Απόστολοι της Καινής Διαθήκης.
Απεκαλύφθη εις τους πατέρας και προπάτορας ημών, και ημείς ευλαβώς διαφυλάττωμεν ως πολύτιμον μαργαρίτην την κληρονομηθείσαν εξ αυτών μαρτυρίαν. Εμπιστευόμενοι εις αυτούς δίδομεν πίστιν εις την παρακαταθήκην αυτών, αλλά συγχρόνως, ως ο Μωυσής, κράζομεν προς Αυτόν: «Δος ημίν του γνώναι Σε, καθώς Συ εί εν τη αιωνιότητί Σου». Άλλο πράγμα είναι «η πίστις εξ ακοής» και εντελώς άλλο «το γνώναι Σε».
Ευθύς ως αποφασίσωμεν να παραδοθώμεν «εις χείρας Θεού Ζώντος», αι χείρες αύται ρίπτουν ημάς εις τοιούτους απεράντους χώρους, περί ών ουδόλως είχομεν ποτε υποψιασθή. Φρίκη κυριεύει ημών προ των αποκαλυπτομένων εις ημάς αβύσσων. Ο Θεός φαίνεται «σκληρός». Και όμως μέσω του «πόνου», τον οποίον υφιστάμεθα, }394} ανεξιχνιάστός τις διαδικασία αναπτύσσει εν ημίν την ικανότητα να θεωρώμεν Αυτόν «καθώς εστίν», επέκεινα πάσης εικόνος, έστω και άρτι «εκ μέρους».
Ούτος είναι ο Φως και η Αλήθεια. Και όταν το αληθινόν τούτο Φως περιβάλλη ημάς τότε ζώμεν την Αγάπην και την Σοφίαν Αυτού. Είμεθα περιχαρείς και βαθεία γνώσις κατέρχεται εφ’ ημάς, ουχί ως σκέψις, αλλά ως κατάστασις του πνεύματος ημών.
Ούτος είναι ο Ών. Εν Αυτώ δεν υπάρχει ούτε αρχή, ούτε τέλος. Αυτός Ούτος είναι η Αρχή παντός ό,τι υπάρχει, και το ατελεύτητον Τέλος πασών των προσδοκιών ημών. «Γνωρίζομεν» εν τη καρδία ημών ότι θέλει να ίδη ημάς τελείους, ουχί ολιγώτερον εκείνου όπερ ο Ίδιος είναι.
Καταπεπονημένοι εκ της τυραννίας των χαμερπών παθών, είναι φυσικόν να προσευχώμεθα εις τον Αγαθόν Κύριον, όπως το Πνεύμα Αυτού, το Πνεύμα της επιγνώσεως των οδών του Σωτηρίου Αυτού, αναπαυθή εφ’ ημών. Ενδυναμούμενοι υπό του Πνεύματος τούτου, βλέπομεν ότι δια τραγικών δοκιμασιών ελευθερούμεθα εκ των συνεπειών της πτώσεως· ότι δια των παθημάτων πλατύνεται το είναι ημών και διανοίγομεν εαυτούς δι’ άλλους μεγάλους κόσμους. Υπερνικώμεν την φίλαυτον απομόνωσιν του θηριώδους ατόμου: Εξερχόμεθα εκ της ημι-κτηνώδους καταστάσεως, ήτις συνίσταται εις την άγνοιαν του Δημιουργού ημών. Όταν συναισθανθώ ότι είναι απαραίτητον δι’ εμέ, τον «εκ του μηδενός» κτισθέντα, να διέλθω δια του πυρός του πόνου, ίνα γνωρίσω βαθύτερον τον εν πληγή όντα Άνθρωπον, δέχομαι τον άγιον τούτον πόνον μετ’ ευγνώμονος αγάπης. Είναι ούτος πλήρης νοήματος. Μυσταγωγεί εμέ εις τα μυστήρια }395} του Είναι, ουχί μόνον του κτιστού, αλλά και του Ακτίστου. Χάριν του πόνου τούτου γίνομαι εύσπλαχνος· δι’ αυτού βλέπω εν πνεύματι όλους τους άλλους πάσχοντας· κατέρχεται εντός μου Θεία αγάπη, κατ’ αρχάς ως ευσπλαχνία προς πάσαν την κτίσιν, εν δε τω μέλλοντι αιώνι ως μακαριότης επί τη θέα των σεσωσμένων εν τη Αφθάρτω Δόξη.
Θα ηδυνάμεθα, εν μικρά παρενθέσει να είπωμεν ότι εκ των μέχρι τούδε λεχθέντων ουδόλως σημαίνει ότι ημείς καλλιεργούμεν έν είδος «οδυνισμού» (dolorism) ψυχολογικού τύπου. Απολύτως ουχί. … ο «πόνος» ούτος είναι τι ποιοτικώς διάφορον: Είναι απαραίτητος «σταθμός» εν τη πορεία της αυξήσεως ημών εκ των επιγείων μέχρι των διαστάσεων του σύμπαντος και έτι πλείον, των αιωνίων. Δεν είναι τούτο άραγε το μόνον θέμα της Καλής Αγγελίας του Χριστού, του Ευαγγελίου;
Βραδύτερον όταν ο άνθρωπος εννοήση την θέσιν του Σταυρού εν τη κατά Θεόν ζωή ημών, κατά διάφορον τρόπον «βαστάζει τον εαυτού σταυρόν» και κατά διάφορον τρόπον αντιλαμβάνεται αυτόν. Ούτος γίνεται δεκτός ως Άνωθεν κλήσις του ουρανίου Πατρός. Εν τω σταυρώ ως και εν τω ποτηρίω του Κυρίου, το κτιστόν είναί μου συνδέεται μετά του ακτίστου Θείου Είναι. Προς ένδειξιν τούτου ασπαζόμεθα τον σταυρόν δια του οποίου ο λειτουργός ευλογεί τους πιστούς εν τω ναώ.
Δεν αρνούμεθα την πραγματικότητα των προσκαίρων. Είναι ίδιον των χριστιανών να παραμένουν ταυτοχρόνως }396} επί δύο επιπέδων: επί του προσκαίρου και επί του αιωνίου. Και αυτόν τούτον τον χρόνον κατανοούμεν ως θαυμαστήν τινα διαδικασίαν, καθ’ ήν ο Θεός δημιουργεί «εκ του μηδενός» θεούς ομοίους προς Αυτόν. Όταν η κτιστή φύσις φθάση εις την τελείωσιν αυτής, τότε θα ακούσωμεν τον Άγγελον να ομνύη «εν τω Ζώντι εις τους αιώνας των αιώνων … ότι χρόνος ουκέτι έσται».
Ο Κύριος είπε περί Εαυτού: «Εγώ ειμι η Αλήθεια». Επεκαλέσθη ωσαύτως ως μάρτυρας τον Πατέρα Αυτού και το Πνεύμα το Άγιον. Η κατανόησις της πλευράς ταύτης του Θείου Είναι δεν έρχεται, ει μη κατόπιν μεγάλων προσπαθειών και μακροχρονίου παραμονής εν τη προσευχή της μετανοίας. Όσον πιστότερον ακολουθούμεν τον Κύριον τηρούντες τας εντολάς Αυτού, τοσούτον ευρύνεται και βαθύνεται η προσωπικότης ημών. Όταν επομένως οι ίδιοι προσεγγίζωμεν την πραγματοποίησιν της εν ημίν υποστατικής αρχής –εν τη οποία πρωτίστως εκδηλούται η εικών του Θεού- τότε εκ της πείρας ημών διαπιστούμεν ότι η υπόστασις ημών προς πραγμάτωσιν αυτής έχει ανάγκην συναντήσεως μετ’ άλλης ή και άλλων εισέτι υποστάσεων. Εν τη αυθεντική «συναντήσει» αντανακλάται εν ημίν ουχί μόνον η ομοίωσις προς την αρχήν της Υποστάσεως εν τη Θεότητι, αλλά και ο τρόπος της ενδοτριαδικής ζωής. Κατά την προσευχήν υπέρ όλου του κόσμου δίδεται εις ημάς να αγαπήσωμεν το ομοούσιον ημίν γένος των ανθρώπων, να ζήσωμεν πάσαν την ανθρωπότητα ως Ένα Άνθρωπον. Δια της πείρας ταύτης λαμβάνομεν νέαν γνώσιν, οντολογικήν: Το πρόσωπον-υπόστασις, κατά την φύσιν την δομήν και τον χαρακτήρα αυτού, δεν ζη μόνον }397}, εν απομονώσει, αλλ’ απαραιτήτος φέρεται εν αγάπη προς άλλην ή άλλας ομοίας προς αυτό υποστάσεις. Εν τη πράξει της αγάπης το πρόσωπον φέρει εν εαυτώ απάντησιν εις το άλλο πρόσωπον και ούτω μαρτυρεί περί αυτού.
Ουχί μόνον εν τη Θεότητι, εν τη Αγία Τριάδι, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα μαρτυρούν ο Είς περί του Άλλου, αλλά μαρτυρούν ωσαύτως και προς ημάς τους ανθρώπους ο Είς περί του Άλλου. Έτι πλέον, ο Κύριος ενεπιστεύθη εις τους Αποστόλους το έργον της περί Αυτού μαρτυρίας:
Τοιούτου είδους είναι αι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Η μαρτυρία, ως αληθινή ζωή εν τη αγάπη, κινείται αιωνίως προς πάσας τας κατευθύνσεις.
«Επεκαλεσάμην το όνομα Αυτού εκ λάκκου κατωτάτου και Αυτός εισήκουσε της κραυγής μου». Η αγάπη Αυτού ήγγισε την καρδίαν μου. Προ εμού απεκαλύφθη η απεριγράπτως θαυμαστός κόσμος της χριστιανικής προσευχής. Δι’ αυτής εδόθη εις εμέ η κοινωνία μετά του Αληθινού και Ζώντος Θεού. Γράφω περί της προσευχής της μετανοίας μου. Αύτη ελάμβανε ποικίλας μορφάς. Το είναι μου συνεκεντρούτο ενίοτε εις τα έσω, συνήγετο εις έν απείρως μικρόν κέντρον χώρου. }398} Άλλοτε συνέβαινε τρόπον τινά το αντίθετον. Το πνεύμα μου εισήγετο εις τινα νοεράν σφαίραν μη έχουσαν όρια, και ο θρήνος της μετανοίας μου, κατά παράδοξον τρόπον, εγίνετο έν μετά της αβύσσου, εις την οποίαν ητένιζον. Συνέβαινεν ωσαύτως να περιπτύσσωμαι εν τη προσευχή, ως ησθανόμην τον κόσμον άπαντα. Ο Κύριος έδιδεν εις εμέ στιγμάς καθαράς προσευχής πρόσωπον προς Πρόσωπον, και η αιωνιότης ηρέμα αλλ’ εξουσιαστικώς εισέδυεν εις την καρδίαν μου. Και εις τον νουν μου μετεδίδετο η μακαριότης να τήκηται ούτος εν τη φλογί της αγάπης της εξερχομένης εκ της καρδίας. Η εκ της τήξεως ανάκρασις όλης της υπάρξεώς μου –νου, καρδίας και σώματος- εις έν εδημιούργει αίσθησιν ακεραιότητος του είναι, καταστάσεως κατά πολύ διαφόρου εκείνης της εκ της συνήθους διαιρέσεως μεταξύ πνεύματος, ψυχής και σώματος.
Νυν μαρτυρώ περί της Αληθείας την οποίαν εγνώριζον οι πατέρες και οι προπάτορες ημών. Μαρτυρώ περί του πώς αύτη ηυδόκησε να εμφανισθή εις εμέ ως απάντησις εις τον παρατεταμένον θρήνον της μετανοίας μου, όστις κατέκαιεν εμέ ως πυρ. Έζησα την Αλήθειαν ταύτην ως αυθεντικώς αιωνίαν, και κατά το μέτρον της πίστεώς μου ομιλώ και γράφω.
Γνωρίζω ότι η γνώσις μου δεν είναι απόλυτος. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει άλλη τις αλήθεια. Πιστεύω ότι ήγγισεν εμέ η άναρχος Αλήθεια, αλλά γνωρίζω ωσαύτως ότι δεν επραγματοποίησα εν τη πράξει της ζωής μου το γνωσθέν εν τη πείρα της προσευχής … Πού ευρίσκεται όμως το κριτήριον δια την βεβαίωσιν των δοθεισών }399} εις ημάς εμπειριών του Θεού-Αληθείας;
Είναι αναφαίρετος η ορμή ημών προς Αυτόν, τον Όντα προ πάντων των αιώνων. Ούτος εισχωρεί εις πάντα τα όντα και δια της εξουσίας Αυτού συγκρατεί αυτά εις το είναι. Είναι δύσκολον εις ημάς τους μηδαμινούς να πιστεύσωμεν ότι ο άπειρος Ούτος Δεσπότης δεν καταφρονεί ημών. Όσον όμως παράδοξον και εάν φαίνηται τούτο, όταν στραφώμεν προς Αυτόν εν αληθεί προσευχή, τουτέστιν εν προσευχή μετανοίας, σπεύδει εις συνάντησιν ημών και εν αγάπη προσλαμβάνει ημάς προς Εαυτόν. Το γεγονός τούτο δεν δύναται να είναι καρπός φαντασίας διότι υπερβαίνει την ικανότητα της φαντασίας ημών.
Συμφώνως προς την Αποκάλυψιν, ο Άνθρωπος εκτίσθη «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Εξ αυτού έπεται ότι ο άνθρωπος είναι δυνάμει πεπροικισμένος δια της ικανότητος να επιτύχη την ομοίωσιν προς τον Δημιουργόν αυτού· ότι η ιδέα του Απολύτου Όντος είναι έμφυτος εις τον άνθρωπον εις τοιούτον βαθμόν, ώστε όταν ο Παντοκράτωρ Θεός εισέλθη εις κοινωνίαν μετά του πνεύματος του ανθρώπου, τούτο δύναται «να αναγνωρίση» Αυτόν, διότι Ούτος είναι συγγενής αυτού. Εισαγόμενον εις την σφαίραν του Νου του Θεού Δημιουργού, το «κτιστόν πνεύμα» του ανθρώπου άρχεται να θεάται τον Θεόν «καθώς εστι», καθ’ Εαυτόν. (Λέγω «κτιστόν πνεύμα» και ουχί «νους», ίνα μη δημιουργηθή σύγχισις των εννοιών νους και διάνοια).
Η πρώτη κίνησις κατευθύνεται προς Εκείνον τον «εν αρχή» Όντα. Η διάθεσις ημών είναι να δεχθώμεν Αυτόν ως την θεμελιώδη Αλήθειαν, ανεξαρτήτως εάν συμπίπτη ή ουχί η τοιαύτη οντολογική Αλήθεια μετά }400} των περί Αυτής ιδεών ημών. Και μεγάλη γίνεται η χαρά ημών, όταν τα δεδομένα της αποκαλύψεως επικυρούνται δια της Άνωθεν παρεχομένης θεωρίας και δη της γνώσεως ότι εκτίσθημεν «κατ’ εικόνα» Θεού: Φανερούται Ούτος εις ημάς ως Θεός αγάπης, και ζώμεν Αυτόν εν ημίν ως την απόλυτον αρμονίαν, και αρχόμεθα να προσκυνώμεν τον Πατέρα «εν πνεύματι και αληθεία».
«Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν». Επομένως, μόνον η προσευχή της μετανοίας ανταποκρίνεται εις την περί ημών αλήθειαν. Δεν παύω να υπογραμμίζω το σημείον τούτο: Ιστάμενοι ενώπιον του Ουρανίου Πατρός, έχοντες συνείδησιν της αμαρτωλότητος ημών, ευρισκόμεθα επί του επιπέδου της Θείας Αληθείας. Όσον βαθύτερον ζώμεν την αμαρτίαν ημών ως θανάσιμον πλήγμα, τοσούτον πληρέστερον παραδιδόμεθα εν προσευχή εις τον Θεόν και δια της ζωοποιού Αυτού δυνάμεως αποσπώμεθα εκ των δεσμών του χρόνου και του χώρου. Είθε να συγχωρήση εμέ ο Κύριος και να μη κρίνουν εμέ αυστηρώς οι αδελφοί μου: Ούτω συνέβη εις εμέ.
Εν παρομοία προσευχή (ως του Αποστόλου Παύλου) ο νους ημών περικλείεται εν τω Νοΐ του Θεού και δέχεται την κατανόησιν πραγμάτων δια τρόπου όστις είναι αδύνατον να εκφρασθή }401} καταλλήλως δια της καθ’ ημέραν ημών γλώσσης. Επί παραδείγματι: Τα πάντα εκτίσθησαν δια του θελήματος Αυτού, δια της σκέψεως Αυτού. Ούτος «νοεί» τον κόσμον και η δημιουργική Αυτού σκέψις γίνεται κτιστόν είναι. Προηγείται η σκέψις του Θεού Δημιουργού και ουχί η ύλη. Ούτω ζώμεν τον κόσμον τούτον ουχί μόνον υπό το πρίσμα της εμπειρικής γνώσεως, αλλά και θεωρούμεν αυτόν εν πνεύματι δι’ άλλου τρόπου. (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ)
«Ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον … διδάξει υμάς πάντα». Θα «διδάξη» ημάς να σκεπτώμεθα καθώς σκέπτεται ο Ίδιος ο Θεός, να αγαπώμεν καθώς αγαπά }402} ο Θεός. Μη εκπλήττεσθε επί τούτω. Τοιούτον είναι το νόημα της ευαγγελικής κλήσεως.
Εγείρεται το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να επιτύχωμεν της ευλογίας ταύτης; Η απάντησις εδόθη υπό του Χριστού: «Τας εντολάς τας Εμάς τηρήσατε, και Εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ ημών εις τον αιώνα». «Γνωρίζομεν», επομένως, το Πνεύμα το Άγιον δια της αγίας παραδόσεως των Πατέρων της Εκκλησίας, καθώς ωσαύτως και δια της προσωπικής ημών πείρας των εν ημίν ενεργειών Αυτού. Εκείνος «υπομιμνήσκει ημάς πάντα».
Επί πλέον: «Εάν τις αγαπά Με, τον λόγον Μου τηρήσει, και ο Πατήρ Μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν (αιώνιον) παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Τί δύναται να σημαίνη τούτο; Σημαίνει ότι εδόθη εις ημάς η υπόσχεσις ότι θα κληρονομήσωμεν το πλήρωμα της Θείας ζωής, το πλήρωμα της γνώσεως και της δυνάμεως της αγάπης, όπερ εφανερώθη εις ημάς δια του Ακτίστου Φωτός, «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία».
Ιδού η μαρτυρία του Παύλου: «Ημείς δε ου το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα είδωμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν». Και εισέτι: «Τις γαρ έγνω νουν Κυρίου, ός συμβιβάσει αυτόν; Ημείς δε νουν Χριστού έχομεν». Δια της σχολικής παιδείας εισήλθομεν είς τινα κοσμικόν τρόπον σκέψεως και αφωμοιώσαμεν τα δεδομένα της εμπειρικής γνώσεως. Ανάλογόν τι συμβαίνει και εν τω χώρω του Πνεύματος. Ζώντες κατά τας εντολάς }403} του Ευαγγελίου εισερχόμεθα εις την πλέον στενήν συγγένειαν μετά του Θείου Νοός. Αι εντολαί αύται είναι ουχί άλλο τι, ει μη η αυτό-αποκάλυψις του Θεού «καθώς εστιν». Όταν αύται αποβούν ο μόνος νόμος παντός του είναι ημών, μεταδίδουν εις ημάς την ποθουμένην «μορφήν» του Θείου Είναι. «Οίδαμεν δε ότι ο Υιός του Θεού ήκει και δέδωκεν ημίν διάνοιαν ίνα γινώσκομεν τον Αληθινόν».
Ο Θεός-Αλήθεια ουδέν ψευδές έπλασεν, ουδέν έναντίον προς την αλήθειαν, και ως εκ τούτου πάσα εξ Αυτού εκπορευομένη ενέργεια είναι αληθινή. Ο Χριστός απεκάλυψεν εις ημάς τον αυθεντικόν Άνθρωπον, καθώς ούτος συνελήφθη εν τω Νοΐ του Δημιουργού. Εν ημίν κατετέθη η Αλήθεια του Ιδίου του Θεού, διότι είμεθα «εικών και ομοίωσις» Αυτού. Η αιωνία Αλήθεια μεταδίδεται εις την εν ημίν υποστατικήν αρχήν. Και καθώς η Υπόστασις γεννάται κατ’ αρχάς εν τω ανθρώπω μόνον δυνάμει, ούτω και το εν ημίν σπέρμα της Αληθείας οφείλει να αναπτυχθή εκ της δυνάμει καταστάσεως αυτού. Εν τη πτώσει του Αδάμ η εν ημίν Αλήθεια υπέστη αλλοίωσιν. Δια της χάριτος της μετανοίας και της εξ αγάπης υπακοής προς τον Πατέρα, η Αλήθεια εν τη πρωταρχική αυτής αγιότητι μεταδίδεται εις ημάς ως ζωή του Ιδίου του Θεού.
Τί συμβαίνει όμως εις τον άνθρωπον όστις προσφέρει την μετάνοιαν αυτού μετά κλαυθμού; Ζη την Αλήθειαν ουχί ως καρπόν των διαλογισμών αυτού, αλλ’ ως κατάστασιν του πνεύματος αυτού, δοθείσαν εις αυτόν υπό του Πνεύματος του Θεού. Η «κατάστασις» αύτη είναι γεγονός του Είναι εκ του οποίου και αυτή αύτη η σκέψις ημών συλλαμβάνει δια του ιδιάζοντος εις αυτήν τρόπου την έννοιαν της Αληθείας. Η κατανόησις αύτη }404} της αληθείας δεν είναι αποτέλεσμα αποδεικτικής σκέψεως, αλλά παρουσιάζεται ως δια διαισθήσεως εμβάθυνσις ή διαπίστωσις γεγονότος, ως γνώσις του Θείου Είναι, ήτις κατέρχεται προς ημάς εκ του Θεού.
Η επίγνωσις των οδών του Κυρίου δεν έρχεται ταχέως. Βαθεία ήτο η οδύνη μου, ότε ησθάνθην την ολιγότητα των ημερών ημών. Η ψυχή μου εκυριεύθη υπό φόβου μη τυχόν απέλθω εις τον τάφον, πριν ή έλθη απάντησις εκ του Θεού, ότι εισηκούσθη η προς Αυτόν κραυγή μου. Αλλά δεν εγκατελείφθην υπ’ Αυτού εις τέλος. Δια της εν ανενδοιάστω πίστει προς τον Χριστόν-Θεόν προσευχής μου, μετεδόθη βαθμηδόν και εις εμέ η ευσπλαχνία Αυτού προς την απολλυμένην ανθρωπότητα. Έζων μετά μεγάλου πόνου τον προσωπικόν μου όλεθρον, και ο πόνος ούτος διερρήγνυε τα τείχη της λιθίνης καρδίας μου. Συνήθιζον εν γένει να προβάλλω τας εμπειρίας μου εφ’ όλης της ανθρωπότητος, και συνέπασχον μεθ’ όλων των ανθρώπων οίτινες, ως και εγώ, έμενον εν καταστάσει χωρισμού από του Θεού. Δια τοιούτου τρόπου τα παθήματα πάντων εγίνοντο «ίδια», και εν τη απομονώσει της ερήμου ήρχετο ενίοτε προσευχή υπέρ όλου του κόσμου μετά του ιδίου κλαυθμού ως και υπέρ εμού του ιδίου. Εν εκείνη τη προσευχή ησθάνθην τον προαιώνιον Θεόν ως τον Πατέρα ημών. Και η αίσθησις αύτη ήτο πειστική μαρτυρία περί της ανάρχου Αληθείας, της παραδοθείσης εις ημάς υπό του Χριστού.
Το θέμα το οποίον μετά δυσκολίας αποπειρώμαι }405} να εκθέσω είναι η Ζώσα Αλήθεια. Αύτη δεν ομοιάζει προς τας επιστημονικάς ή τας φυσιολογικάς αληθείας. Η αποκαλυπτομένη εις ημάς Αλήθεια υπερβαίνει απείρως πάσαν ορθολογικήν θεώρησιν. Δεν είναι αφηρημένη τις διατύπωσις της λογικής ημών σκέψεως, ούτε μαθηματική εξίσωσις, αλλά Πρόσωπον. Είναι πρωτίστως ο «απ’ αρχής» Ών, τουτέστιν ο άναρχος Θεός, η Αγία Τριάς: Πατήρ, Υιός και Πνεύμα Άγιον. Αλλ’ η λογική ημών διάνοια είναι ανίκανος να ακολουθήση δια της σκέψεως το πραγματικόν Είναι του Θεού. Επί παραδείγματι, ζώμεν τον Πατέρα ως την απόλυτον Αλήθειαν. Και ο Υιός ωσαύτως είναι η απόλυτος Αλήθεια, ως και το Άγιον Πνεύμα. Η Αλήθεια όμως είναι Μία και ουχί τρεις απόλυτοι αλήθειαι. Ως ο Θεός είναι Είς και συγχρόνως Τριάς Υποστάσεων, ούτω και ο Άνθρωπος εν τη εσχάτη αυτού τελειώσει οφείλει να γίνη Είς Άνθρωπος εν πολλαπλότητι υποστάσεων.
Ιδού ετέρα τις αντινομία: Ζώμεν την Υπόστασιν εν τω Θεώ ως τον φορέα του απολύτου πληρώματος του Είναι, και συγχρόνως η Υπόστασις δεν υπάρχει μόνη. Δια την τυπικήν λογικήν τούτο είναι ένδειξις ανεπαρκείας της Υποστάσεως καθ’ Εαυτήν και επομένως άρνησις του απολύτου χαρακτήρος Αυτής. Και όμως τοιαύτη ακριβώς είναι η Αγία Τριάς, ο Θεός της τελείας αγάπης. Η τελεία αγάπη δεν απομονούται εν Εαυτή, αλλά ζη εν ετέρα, εν ετέραις Υποστάσεσιν. Εκάστη των Τριών Υποστάσεων κατέχει, αναφαιρέτω τρόπω άπαν το πλήρωμα του Είναι. Αλλ’ η Υπόστασις, ως τοιαύτη, εκδηλούται κατά την πράξιν της τελείας αγάπης, της οποίας ίδιον είναι και η τελεία κένωσις, η αυτοελάττωσις. }406}
… η ιδία αποκεκαλυμμένη εν τη Αγία Τριάδι κενωτική αγάπη εδόθη ως εντολή και εις τους ανθρώπους: Δια της άκρως εφικτής εις ημάς κενώσεως εν τη πράξει της μετανοίας ημών γινόμεθα ικανοί, ίνα προσλάβωμεν το πλήρωμα και της Θείας αγάπης και της αγάπης προς τον πλησίον.
… όταν άπτηται ημών η δύναμις της Θείας ταύτης αγάπης, τότε πέραν πάσης αμφιβολίας ζώμεν, μένομεν, εν τη Αληθεία και εν τη Αιωνιότητι.
Την δογματικήν ημών συνείδησιν δυνάμεθα να εκφράσωμεν εν συνόψει ως εξής: «Εγώ Ειμι ο Ών», Εγώ ειμι το Είναι. «Εγώ Ειμι η Αλήθεια». Η Υποστατική Αρχή εν τω Θείω Είναι αποτελεί τον οντολογικόν πυρήνα Αυτού. Αυτός είναι ο όντως Ζων. Ο Πρώτος και ο Έσχατος, το Α και το Ω, η άναρχος Αρχή και το ατελεύτητον Τέλος των πάντων. Ούτω κατανοούμεν την Σιναϊτικήν Αποκάλυψιν και την μετέπειτα συμπλήρωσιν αυτής δια της σαρκώσεως του Λόγου του Πατρός και της καθόδου του Αγίου Πνεύματος επί την Εκκλησίαν κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. }407}
Ούτος ο Θεός εν τω απ’ αιώνος Είναι Αυτού, είναι η αναζητουμένη υφ’ ημών απόλυτος Αλήθεια. Η γνώσις της Αληθείας ταύτης είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ελεύσεως εν ημίν της δυνάμεως Αυτής, δια της υπαρκτικής ενώσεως μετ’ Αυτής. Η Υποστατική Αλήθεια γνωρίζεται δια της αυτής υποστατικής αρχής, ήτις κατετέθη εν ημίν εν τη πράξει της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού δημιουργίας ημών. Εφ’ όσον αύτη η εν ημίν ελευθέρα αρχή ουδένα επιδέχεται εξωτερικόν εξαναγκασμόν, η ένωσις ημών μετά της Αληθείας εξαρτάται ουχί μόνον εκ του παρέχοντος Θεού αλλά και εκ του αποδεχομένου ανθρώπου.
Το κτιστόν πνεύμα –ο άνθρωπος- δεν δύναται αφ’ εαυτού να φθάση την Αλήθειαν ταύτην. Εν τούτοις, ως εικών του Θεού έχει την ικανότητα να εικάση περί της Αληθείας, αλλ’ ουχί πέραν τούτου. Η υπαρκτική γνώσις της Αληθείας δίδεται εις ημάς ως δώρον αγάπης του Δημιουργού προς την λογικήν κτίσιν. Εν τη προσωπική ημών σχέσει μετά του Προσωπικού Θεού ουδέν τελείται κατά την θέλησιν του ενός μόνον μέρους, αλλ΄ είναι πάντοτε απαραίτητος η συμφωνία, η συνεργία, ο ταυτισμός δύο θελήσεων: της Θείας και της ανθρωπίνης. Εις τούτο συνίσταται η ζωή ημών.
Καθ’ εαυτόν «πας άνθρωπος ψεύστης», ως προελθών εκ του «μη όντος». Μόνον δια της εν ημίν ενοικήσεως του Θεού-Αληθείας γινόμεθα και ημείς «αληθινοί». Η Ζώσα Αλήθεια μεταμορφοί ημάς δια της ελεύσεως Αυτής εντός ημών. Η Αλήθεια, απόλυτος ούσα, εναγκαλίζεται και συγκρατεί τα πάντα. Όστις θα «γνωρίση» την Αλήθειαν ταύτην κατά }408} τον λόγον αυτής ταύτης της Αληθείας, ελευθερούται από της εφ’ ημών θανατηφόρου εξουσίας της αμαρτίας. Είναι Αιώνιος, και καθιστά ημάς αθανάτους. Ο Θεός-Αλήθεια απεργάζεται και ημάς εν αληθεία θεούς. «Θεούς», ουχί δια τα άλλα λογικά κτίσματα, αλλά θεούς κατά την μεταδοθείσαν εις ημάς μορφήν του είναι και κατά το περιεχόμενον της ζωής ταύτης.
Εν τοις ορίοις της γης ουδέν εκ των κτισμάτων δύναται να προσλάβη το πλήρωμα Αυτής της κατά Θείον τρόπον παγκοσμίου Αληθείας. Ως ο Απόστολος Παύλος, γνωρίζομεν και ημείς Αυτήν μόνον «εκ μέρους». Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η Αλήθεια καθ’ εαυτήν είναι εντελώς διάφορος του πως ημείς νοούμεν Αυτήν. Άλλο είναι να γνωρίζη τις την Αλήθειαν, και άλλο να μη κατέχη το απόλυτον πλήρωμα Αυτής, να μη είναι ικανός να φανερώση Αυτήν εν τη τελειότητι Αυτής εις την πράξιν της καθ’ ημέραν ζωής. Ομού μετά του Αποστόλου Φιλίππου λέγομεν άνευ δισταγμού: «Ευρήκαμεν την Αλήθειαν»· γνωρίζομεν Αυτήν: Είναι ο Χριστός.
Η πολυϋπόστατος ανθρωπότης είναι είκών της Αγίας Τριάδος: Μία φύσις εν πολλαπλότητι προσώπων. Έκαστος όμως εξ ημών φέρει εν εαυτώ πρωτίστως την μορφήν του Μονογενούς Υιού, και η ημετέρα σωτηρία πραγματοποιείται δια της υιοθεσίας ημών υπό του Πατρός. }409}
Εν τη ιδική μου περιπτώσει συνέβη το ακόλουθον: Ιδών εν πνεύματι τον Χριστόν, τον αγαπήσαντα ημάς «εις τέλος» προσευχόμενον εν Γεθσημανή και εν συνεχεία επί του Γολγοθά, «μη ανθιστάμενον τω πονηρώ», εμίσησα εμαυτόν, ως ήμην, και εν προσευχή, ήτις εγεννήθη υπό του αγίου τούτου μίσους, ανεγνώρισα Αυτόν ως την απόλυτον Αλήθειαν, ως τον εν αληθεία Παντοκράτορα και Θεόν. Εν τη προσευχή ταύτη εδόθη εις εμέ να υπερβώ «τα βλεπόμενα πρόσκαιρα» και να διεισδύσω εις «τα μη βλεπόμενα αιώνια».
Όταν το Πνεύμα το Άγιον δίδη εις ημάς να ίδωμεν }410} τον Χριστόν «καθώς εστι» δια της αγάπης της εκ του Αγίου Πνεύματος προερχομένης τότε καθίσταται εμφανές εις ημάς ότι ο Χριστός είναι το παν: Εν Αυτώ κατοικεί άπαν το πλήρωμα της Θεότητος και το πλήρωμα του ανθρώπου. Είναι Ούτος η Αλήθεια υπό τας δύο αυτής όψεις: Πρώτον, Ούτος είναι το άναρχον γεγονός του Είναι, και δεύτερος, κατά τον «ηθικόν» Αυτού χαρακτήρα, ο Αληθής. Αληθής τουτέστιν Άγιος· Άγιος, τουτέστιν Αγαθός· Αγαθός, τουτέστι «Φως, εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία».
Ολιγοψυχούμεν όταν δίδηται εις ημάς να ίδωμεν τον υπερκόσμιον χαρακτήρα του Ευαγγελίου. Θα ηθέλομεν να μειώσωμέν πως τας πραγματικάς αυτού διαστάσεις, να προσαρμόσωμεν αυτάς εις την χαρακτηριστικήν δια το εύθραυστον ημών σώμα αδυναμίαν, αλλ’ ο Ίδιος ουδόλως συγκατατίθεται εις τον υποβιβασμόν των εντολών Αυτού. Εν άκρα εντάσει της μετανοίας ημών αρχόμεθα να διαισθανώμεθα ότι η αποκάλυψις αύτη είναι η εσχάτη, διότι είναι η απολύτως τελεία. Εδόθη δι’ όλους τους αιώνας, δι’ όλας τας φυλάς και τους λαούς μέχρι συντελείας της επιγείου ιστορίας.
Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός έλεγεν: «Όστις δεν αγαπά τους εχθρούς, ούτος δεν εγνώρισεν εισέτι τον Θεόν ως οφείλει να γνωρίζη Αυτόν». }411}
Ως το σώμα ημών αισθάνεται την εαυτού δύναμιν ή την έξωθεν θερμότητα των ηλιακών ακτίνων, κατά τον αυτόν άμεσον τρόπον γνωρίζομεν δι’ όλης της υπάρξεως ημών ότι αυτή η αγάπη (προς τους εχθρούς) είναι η αιώνιος Αλήθεια. Γνωρίζει τότε ο άνθρωπος ότι «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν».
Η θαυμαστή αίσθησις της ελεύσεως του Θεού εντός ημών συνοδεύεται μεθ’ ολοκληρωτικής συμφωνίας νου και καρδίας. Η Θεία αρμονία της πνευματικής ταύτης καταστάσεως είναι ευφροσύνη δια την καρδίαν και φως δια τον νουν. Όλος ο άνθρωπος (νους-πνεύμα, καρδία, και σώμα εισέτι) αισθάνεται «την ειρήνην του Θεού, την υπερέχουσαν πάντα νουν». Η ψυχή αναγνωρίζει ότι και η Αγάπη, και το Φως, και η Ειρήνη καταβαίνουσιν εκ του Υψίστου.
Είναι μέγα αγαθόν να γνωρίση τις τον αληθινόν Θεόν και να γνωρίζη Αυτόν γνώσει αναφαιρέτω. Πάντα ταύτα εδόθησαν εις τον κόσμον δια του Σαρκωθέντος Υιού του Πατρός, Χριστού Ιησού, και η ευγνώμων ψυχή έλκεται προς Αυτόν (τον πάλαι επί του Σινά αποκαλύψαντα Εαυτόν δια του Ονόματος «Εγώ ειμι», όπερ επανέλαβε πολλάκις κατά την εν σαρκί επιφάνειαν Αυτού). Μετέδωκεν εις ημάς τούτο το «περισσόν ζωής», και η ψυχή γνωρίζει το τελούμενον εν αυτή και λέγει: «Νυν, Χριστέ μου, εν Σοί και δια Σου και εγώ ειμι». }412}
Όστις χάριν της εις Χριστόν-Θεόν πίστεως αυτού έλαβε την δωρεάν να εισέλθη, έστω και εκ μέρους, εις το αιώνιον ρεύμα της Γεθσημανίου Αυτού προσευχής και εν συνεχεία ωσαύτως, έστω και μόνον εκ μέρους, να υψωθή και επί του αθανάτου Γολγοθά, ούτος δι’ αναμφισβητήτου τρόπου βλέπει να αποκαλύπτηται προ αυτού το «μέγα της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις …». Από της στιγμής ταύτης ο πιστός «ουκέτι γινώσκει κατά σάρκα Χριστόν», τουτέστιν ως φυσικόν άνθρωπον, αλλά γινώσκει Αυτόν ως τον πανταχού παρόντα Παντοκράτορα, «ελθόντα εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι».
Ούτως ο γνησίως «πιστεύων εις τον Υιόν του Θεού έχει την μαρτυρίαν εν αυτώ».(413}

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Εν τη αρχή του αιώνος τούτου εγένετο ρήμα Κυρίου προς τον μακάριον Γέροντα Σιλουανόν: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην και μη απελπίζου». Την ακριβή ημερομηνίαν του γεγονότος τούτου ουδέποτε έμαθον. Είναι δυνατόν να συνέβη εν έτει 1906. Έν έτος περίπου πρότερον, το 1905, εγένετο γνωστή εις τον κόσμον η Εξίσωσις του Αϊνστάϊν: E=mc2. Η τελευταία αύτη έθεσε το θεμέλιον της συγχρόνου επιστήμης και τεχνολογίας. Αφ’ ενός μεν διήνοιξε κολοσσιαίας πηγάς ζωτικής ενέργειας, αφ’ ετέρου δε ήτο η αφετηρία δια την προετοιμασίαν του «αποκαλυπτικού» πυρός του ετοίμου να καταβροχθίση πάσαν ζωήν επί της Γης. Ο λόγος όμως όστις εδόθη εις τον Σιλουανόν, ανυπέρβλητος κατά την αξίαν αυτού, αποτελεί δια πολλούς πιστούς καθοδηγητικόν αστέρα προς την ασάλευτον Βασιλείαν. Ως προς το πνεύμα, το περιεχόμενον του λόγου τούτου ομοιάζει προς την διδασκαλίαν των αρχαίων Πατέρων της Αιγύπτου: Αντωνίου, Μακαρίου, Σισώη, Ποιμένος, των μεγάλων, και πολλών άλλων ολιγώτερον γνωστών, αλλ’ ίσως ουχί ολιγώτερον μεγάλων κατά τα έργα αυτών.
Ο λόγος του Χριστού «και μη απελπίζου» εδόθη δια του Αγίου Σιλουανού εις την εποχήν ημών, ήτις χαρακτηρίζεται υπό γενικής απογνώσεως, εξαιρέτως βαρείας. Οι άνθρωποι του αιώνος ημών συχνάκις, παρά την θέλησιν αυτών, γίνονται ηθικοί συνεργοί ατελευτήτων τοπικών ή και παγκοσμίων εισέτι αδελφοκτονιών. Ως τοιούτοι, αμετανόητοι ηθικοί συνεργοί, στερούνται ούτοι, κατά φυσικόν τρόπον, της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και δεν δύνανται πλέον να πιστεύσουν εις την αθανασίαν αυτών δια της αναστάσεως. Αληθώς, και ούτε επιθυμούν αυτήν. Ακριβώς εν αυτή τη αυτοκαταδίκη εις πλήρη μετά θάνατον εκμηδένισιν έγκειται η πνευματική ουσία της απογνώσεως. }416}

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου