Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Η ΘΕΙΑ ΚΛΗΣΗ ΟΨΩΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ



«… υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον Ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίη‐ σιν, όπως τας αρετάς εξαγγείλητε του εκ σκότους υμάς καλέσαντος εις το θαυμαστόν Αυτού Φως».


(Α’ Πέτρ. 2,9)

[//48]

Επιστολή 1

ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟ
Το αναπόφευκτο των θλίψεων προς απόκτηση των Θείων δωρεών. Αμφιβολίες στην πίστη. Λογισμοί και πάλη μαζί τους.
Πνευματική πρόοδος και ενίσχυση του αγώνα. Αλληλογραφία με τους Καθολικούς. Ο γέροντας.
Άθως, 25 Ιουλίου 19321.
Περισπούδαστε εν Χριστώ αδελφέ μου, πάτερ Δαβίδ, ευλογείτε!
Όταν φύγατε από εδώ, γνωρίζοντας καλά τι κόπος και αγώνας σας περιμένει, προσευχήθηκα στον Κύριο να χαρίσει στην ψυχή σας ειρήνη και ακλόνητη πίστη, και να δώσει σε μένα για όσον καιρό χρειάζεται τις αναπόφευκτες για μια τόσο μεγάλη απόφαση2 θλίψεις σας, αν όχι όλες, τουλάχιστο κάποιο μέρος τους, που θα ήταν ανάλογο με τις δυνάμεις μου.
Και πράγματι, εδώ και μερικές ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων η χαρά για τη σωτηρία σας πλημμύριζε την καρδιά μου, οι θλίψεις άρχισαν και βαθμηδόν αυξήθηκαν. Όταν όμως σκέφθηκα ότι ενδεχομένως ο Κύριος οικονομούσε [//49] τα πράγματα σύμφωνα με την προσευχή μου, χάρηκα και για τις θλίψεις αυτές.
Μαθαίνοντας τώρα νέα σας, δυστυχώς όχι πολύ ευχάριστα, αισθάνομαι περισσότερο αναπαυμένος, γιατί ως τώρα βρισκόμουν σε κάποια απορία για την κατάστασή σας γενικώς, και εν μέρει για τα αίτια της σιωπής σας.








1 Η Επιστολή συντάχθηκε αμέσως μετά την αναχώρηση του Δ. Μπάλφουρ από τον Άθω. Εκεί συναντήθηκε με τους αγιορείτες, μεταξύ των οποίων ήτο ο Γέροντας Σιλουανός και ο π. Σωφρόνιος. Μετά το προσκύνημα στον Άθω ωρίμασε η απόφαση του Δ. Μπάλφουρ να προσέλθει στην Ορθοδοξία.
2 Εδώ υπονοεί την αποδοχή της Ορθοδοξίας από τον παραλήπτη της επιστολής Δ. Μπάλφουρ.



Επειδή αισθανόμουν στην ψυχή μου ότι σας βαραίνουν οι θλίψεις, ότι δεν τακτοποιηθήκατε ακόμη, δεν αναπαυθήκατε, αλλά ταυτόχρονα δεν γνώριζα και τα αίτια όλων αυτών των δοκιμασιών, ένιωθα θλίψη.
Σας είμαι ευγνώμων για το γράμμα3 που μου στείλατε, αλλά αναρωτιέμαι, μήπως θα ήταν καλύτερα, αν μου γράφατε ενωρίτερα. Ωστόσο όλα, όσα σας συνέβησαν μέχρι τώρα, δεν είναι ακόμη τόσο άσχημα, αλλά ούτε και ωφέλιμα. Πιστεύω πως θα είναι φρονιμότερο, αν ζητήσουμε από τον Κύριο να σας δώσει δυνάμεις και σύνεση να υπομείνετε τις θλίψεις και να υπερνικήσετε τους πειρασμούς που σας προσβάλλουν, παρά να σας ελευθερώσει από όλα αυτά. Διότι αν εσείς προσέρχεσθε στο Θυσιαστήριο του Θεού τελείως συντετριμμένος από βαρειές θλίψεις, προσθέτοντας σε αυτές τη δική σας εσωτερική συντριβή και μετάνοια, χωρίς να λυπάστε τον εαυτό σας, τότε αναμφίβολα θα σας επισκιάσει το θείο φως. Αν όμως προσεγγίσετε το μυστήριο αυτό παρηγορημένος από τους ανθρώπους, εξασφαλισμένος από υλικής πλευράς, τότε η ψυχή σας, γεμάτη από βιοτική, σαρκική υπερηφάνεια, θα είναι ανίκανη να προσλάβει τον πλούτο της χάριτος. Και πάλι, αν δεν περάσετε –τώρα ή αργότερα– από σειρά μεγάλων πειρασμών, με κύματα που υψώνονται ως τους ουρανούς και κατεβαίνουν ως τις αβύσσους4, αν δεν γνωρίσετε πως μπορεί να υποφέρει η ψυχή [//50] του ανθρώπου, όταν στέκεται στο μεθόριο της αιώνιας σωτηρίας και της αιώνιας απώλειας, αν δεν γευθείτε, έστω και εν μέρει, τα βασανιστήρια του άδη, αν δεν αποκτήσετε στην ψυχή σας πείρα για όλα αυτά, τότε δεν θα γνωρίσετε ποτέ και τη Θεία αγάπη. Αντίθετα, αν τώρα ζήσετε όλες αυτές τις θλίψεις, τους πειρασμούς, τις τρικυμίες, τότε η ψυχή σας θα πλουτισθεί με παράδοξα αληθινό θησαυρό, πνευματικό και άφθαρτο. Αργότερα, έχοντας όλα αυτά τα βιώματα και γνωρίζοντας από τον ίδιο τον εαυτό σας ως που φθάνει η αδυναμία της ψυχής σας, η πενιχρότητα της συνέσεώς σας, πόσο αδύναμοι είμαστε χωρίς τη βοήθεια της χάριτος –όχι μόνο για να σταθούμε στην ορθή οδό, αλλά και για να κατανοήσουμε που είναι αυτή, και γενικά για να αντισταθούμε στην αμαρτία ή για να κατορθώσουμε οποιοδήποτε αγαθό– αργότερα, λέω, θα έχετε καρδιά, που θα συμπάσχει και δεν θα κατακρίνει κανέναν για τίποτα. Με μεγάλη αγάπη θα επιθυμείτε τη σωτηρία κάθε ανθρώπου χωρίς προσωποληψία και  θα προσεύχεσθε για τον κόσμο, για όλον τον Αδάμ. Όποιος και αν προσφύγει σε σας κατόπιν –ληστής, διεφθαρμένος, αιρετικός, άπιστος, εβραίος–, θα τον δέχεσθε με ανοικτή ψυχή, με καρδιά γεμάτη αγάπη και συμπόνια. Τότε θα είσθε σε θέση να σώζετε ανθρώπους, να κάνετε θαύματα ανασταίνοντας νεκρές ανθρώπινες ψυχές στην αιώνια ζωή. Για να εκπληρώσει κάποιος το νόμο του Χριστού, ιδιαίτερα ο Ποιμένας, είναι απαραίτητο να αποκτήσει την αγάπη αυτή. Ο πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης είχε τόσο μεγάλη αγάπη για τους ανθρώπους, τόσο συμπονετική καρδιά, ώστε γι’ αυτόν ήταν βαρύτερο να βλέπει τα παθήματα, τις







3 Το γράμμα δεν διασώθηκε.
4 Βλ. Ψαλμ. 106, 26



συμφορές των ανθρώπων, παρά να πάσχει ο ίδιος. Γι’ αυτό και προσευχόταν   τόσο για όλους, όσο και για τον καθένα που είχε ανάγκη. Γι’ αυτό έκανε αμέτρητα θαύματα. Το ίδιο και ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ και οι άλλοι [//51] άγιοι. Όταν λοιπόν επιτελεσθεί και σε σας «εκ μέρους» αυτό, για το οποίο τώρα κάνουμε λόγο, τότε θα εννοήσετε, γιατί ο Απόστολος Παύλος θλιβόταν, πονούσε αδιάκοπα η καρδιά του και «ηύχετο αυτός ανάθεμα είναι από του Χριστού»5 για τη σωτηρία των πλησίον του· θα καταλάβετε, γιατί ο πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης έπαιρνε επάνω του τις κατάρες των άλλων, τις αμαρτίες τους, τον κόπο της μετάνοιας για αλλότριες αμαρτίες (θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά παραδείγματα, αλλά δεν υπάρχει ανάγκη, γιατί όλα αυτά τα γνωρίζετε εσείς καλύτερα από μένα).
Τότε δεν θα είναι πλέον δυνατό να αμφιβάλλετε για το ποιό πνεύμα με ανάγκασε να σας μιλήσω, γιατί και ο ίδιος θα είσθε έτοιμος να πάσχετε χάριν  της σωτηρίας του οποιουδήποτε ανθρώπου.
Γράφετε ότι «ακόμη ο Κύριος δεν σας πληροφόρησε καθαρά σχετικά με  την ορθόδοξη πίστη» και δεν γνωρίζετε πού έγκειται η παράλειψη αυτού του συνετισμού. Μέχρι να δεχθείτε το χρίσμα «από του Αγίου»6, θα τολμήσω, με το δικαίωμα αυτού που αγαπά, να εκφράσω μερικές σκέψεις γύρω από το θέμα αυτό. Εσείς πάλι, παρακαλώ, δεχθείτε το λόγο μου ως προερχόμενο από αφοσιωμένο εν Χριστώ αδεφλό, που σας αγαπά και ως τώρα ούτε με λογισμό δεν αμάρτησε εναντίον σας ούτε σας περιφρόνησε ούτε σας κατέκρινε. Αν όμως σας στενοχωρήσω, συγχωρείστε με.
Τα αίτια του «μη συνετισμού» από τον Κύριο είναι δύο:
1) Δεν αμφιβάλλετε για την ορθόδοξη πίστη, αλλά εν γένει η πίστη σας είναι ψεκτή (και αυτό οφείλεται στην επιρροή που δεχθήκατε από το περιβάλλον εκείνο, στο οποίο ως τώρα ζείτε). Σας προειδοποιούσα για τους πειρασμούς αυτούς. Δεν βρήκα όμως την κατάλληλη ευκαιρία, [//52] αλλά ούτε και τη στιγμή αυτή μου φαίνεται δυνατό να εξηγήσω με περισσότερες λεπτομέρειες πώς συμβαίνει αυτό στην ψυχή. Αν τώρα υποχωρήσετε και νικήσει ο εχθρός, τότε ούτε στην πίστη γενικότερα θα σταθείτε, και η ζωή σας θα γίνει κόλαση. Μιλάτε για
«την τελευταία σταγόνα» που δεν έπεσε ακόμα, ώστε να κλίνει η πλάστιγγα προς το μέρος της Ορθοδοξίας. Πράγματι, δεν σας υπολείπεται πολύ, για να κλίνετε προς την απόφαση αυτή. Ύστερα όμως από αυτό, κατά την πορεία της πραγματώσεως της αποφάσεως αυτής, οφείλετε να περάσετε  αναπόφευκτα από
«πύρωσιν προς πειρασμόν»7, όπως επανειλημμένως σας προειδοποίησα. Κι εδώ πλέον δεν χρειάζεται απλώς «σταγόνα», αλλά μεγάλη βοήθεια από τον Θεό. Απαιτείται πολύς κόπος και αγώνας, τόσο από τη δική σας πλευρά, όσο και από την πλευρά των συνασκητών σας.





5 Βλ. Ρωμ. 9,3.
6 Α’ Ιωάν. 2,20 και 27.
7 Α’ Πέτρ. 4,12.



2) Ο δεύτερος λόγος του «μη συνετισμού» είναι ότι ο εχθρός σας προκαλεί σύγχυση. Αποσπώντας την προσοχή σας προς άλλη κατεύθυνση, δεν επιτρέπει να δείτε την πρόοδό σας στην πνευματική ζωή κατά την περίοδο που αρχίζει με τον ερχομό σας στον Άθω. Αν βρισκόσασταν στον κύκλο που σας περιέβαλλε νωρίτερα, τότε θα αισθανόσασταν τη δύναμη και την προκοπή σας. Ας σας φυλάξει όμως ο Κύριος από αυτό. Εκφράζομαι έτσι, μόνο για να στρέψω την προσοχή σας στους καρπούς που ήδη δρέψατε, ώστε να μην απελπίζεσθε. Ήδη μάθατε πολλά. Περιμένετε όμως ανυπόμονα και κάποιο σημείο άνωθεν, που θα σας εξέπληττε κάπως ιδιαίτερα. Και αυτό θα γίνει. Όταν δείτε την αλήθεια, θα εκπλαγείτε με την παράδοξη σοφία του Θεού και θα αινείτε και θα ευχαριστείτε ατελεύτητα τον Θεό. Τώρα όμως ο εχθρός οδηγεί το νου σας σε επικίνδυνα λανθασμένη οδό, αποσπώντας σας από την αληθινή οδό προς τη θεοπτία.
[//53] Αγαπητέ μου, δεχθείτε τη συμουλή μου για το πώς να παλεύετε με τον λογισμό. Και τηρείστε την σε όλη σας τη ζωή. (Όπως το διδάχθηκα κι εγώ).
Οι λογισμοί είναι «δαιμόνια» (δαιμονική ενέργεια).
Όπως υπάρχουν άνθρωποι, τους οποίους είναι αδύνατο να πείσεις με οτιδήποτε, έτσι και χειρότερα ακόμη συμβαίνει με τα δαιμόνια. Αν συνδιαλέγεσαι με τους λογισμούς, αν αντιστέκεσαι σε αυτούς, θα τους αναγκάσεις, στην καλύτερη περίπτωση, να αποχωρήσουν για κάποιο σύντομο διάστημα. Έπειτα όμως αυτοί πάλι προτείνουν το δικό τους επίμονα και ανένδοτα, επαναλαμβάνοντας ακατάπαυστα και ανόητα το ίδιο, μέχρις ότου παγιδεύσουν τον άνθρωπο στην αμαρτία. Όταν πετύχουν στο ένα, συνεχίζουν να περιπλέκουν τον άνθρωπο παραπέρα, ωσότου τον οδηγήσουν στον όλεθρο. Γι’ αυτό πρέπει οπωσδήποτε να ενεργείτε όπως μας διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες. (Κοιτάξετε προσεκτικά το Αρχαίο Πατερικό, κεφ. 23)8. Παραδοθείτε στο θέλημα του Θεού και μην αρχίζετε οποιονδήποτε διάλογο με τους λογισμούς. Κάθε λογισμός που διαταράσσει την ειρήνη της καρδιάς και σπέρνει την ταραχή στην ψυχή προέρχεται από τον εχθρό. (Για το θέμα αυτό, αν χρειασθεί και αν ευδοκήσει ο Θεός, μπορούμε να μιλήσουμε εκτενέστερα μια άλλη φορά). Με τη συνέργεια της χάριτος του Θεού σας υπέδειξα τη γνωστή οδό της χριστιανικής ασκήσεως, το σκοπό προς τον οποίο καλείσθε να βαδίσετε, απορρίπτοντας αποφασιστικά κάθε εχθρικό λογισμό.
Εσείς όμως δυσκολεύεσθε και δεν μπορείτε να λύσετε το πρόβλημα σχετικά με το πού είναι η χάρη του Θεού και πού οι παγίδες του εχθρού.
[//54] Θυμάστε ότι εσείς, παρά το άκρας σπουδαιότητος βήμα που σας περίμενε και θα είχε μεγάλες συνέπειες όχι μόνο δε αυτόν τον πρόσκαιρο, αλλά και στον μέλλοντα αιώνα, διατηρούσατε ηρεμία στο βάθος της καρδιάς και χαιρόσασταν κατά την ημέρα της αναχωρήσεώς σας από τον Άθω. Όλα αυτά δεν μπορεί να ήταν εντύπωση, που σας δημιούργησαν ορισμένα πρόσωπα. Μαρτυρώ ενώπιον     του     Θεού     ότι     την     ημέρα     εκείνη     στην     ακρογιαλιά,    όταν





8 Βλ. Αρχαίο Πατερικό, κεφ. 23: «Ερωτήσεις νεαρού προς τον Γέροντα Θηβαίο, για το πώς οφείλει κάποιος να διάγει στο κελλί και για τη θεωρία», σσ. 430‐434 (στα ρωσικά).



αποχαιρετισθήκαμε, σας ανέφερα πολλές φορές ότι γίνατε τελείως διαφορετικός, επειδή έβλεπα ολοφάνερα τη χάρη του Θεού να αναπαύεται σε σας. Θα μπορούσα να σας υποδείξω και άλλες στιγμές που σας επισκεπτόταν η χάρη, αλλά, αν χρειασθεί, θα το κάνω κάποια άλλη φορά. Επιμένω να στρέφω την προσοχή σας σε αυτό, ώστε να μάθετε να διακρίνετε την ενέργεια της χάριτος, ξεχωρίζοντάς την από την ενέργεια της δυνάμεως του αντικείμενου. Έχω την πεποίθηση ότι σύντομα ο Κύριος θα δώσει να γνωρίσετε και ασυγκρίτως περισσότερα. Οφείλουμε ωστόσο να μην παρεμβαίνουμε αυθαίρετα στις ενέργειες της χάριτος. Κατά το θέλημα του Αγίου Πνεύματος, με τρόπο που Εκείνο μόνο γνωρίζει, ας ενεργήσει η ίδια η χάρη, γιατί τα ενεργήματά της είναι ποικίλα σε κάθε άνθρωπο, ανάλογα με την ψυχοσύνθεση και τη νοερή κράση  του. Σε μερικούς εκδηλώνεται αυτή ορμητικά, ενώ σε άλλους με πολύ λεπτό και τρυφερό τρόπο. Σε ορισμένους η χάρη κλιμακώνεται από μικρότερα σε μεγαλύτερα μέτρα, ενώ σε άλλους παρουσιάζεται αρχικά με μεγάλη δύναμη, και έπειτα κατά κάποιον τρόπο τους εγκαταλείπει. Για να μη ζημιώσουμε το έργο  της χάριτος με την παρέμβασή μας, το καλύτερο από όλα είναι να ζητούμε το έλεος του Κυρίου. Περιμένοντας πάλι το έλεος αυτό με υπομονή, πρέπει οι ίδιοι να παραμένουμε στη συνήθη τάξη της πνευματικής εργασίας: να μετανοούμε,  να προσευχόμαστε, να μελετούμε τους αγίους Πατέρες, το Ευαγγέλιο, να  τηρούμε τον νου [//55] (να φυλαγόμαστε από τους λογισμούς), να δίνουμε ελεημοσύνη. Όπως είπε και ο Κύριος, «ουκ έρχεται η Βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως»9· και ακόμη οφείλουμε «πάντοτε προσεύχεσθε (σταθερά, χωρίς φαντασία, με τον νου και την αίσθηση της καρδιάς) και μη εκκακείν»10.
Πιστέψτε αγαπητέ, περιπόθητε εν Κυρίω αδελφέ, πάτερ Δαβίδ, ότι το  έλεος του Θεού ήταν μαζί σας. Για την αγάπη σας απέναντί μου, που είμαι ανάξιος αυτής της αγάπης, είμαι βέβαιος, αν και ο εχθρός σας πειράζει. Αλλά και εγώ σας αγαπώ και είμαι έτοιμος να υπομείνω πολλά για τη σωτηρία σας. Πιστεύω στον ελεήμονα Κύριο ότι, αν δεν ταλαντεύεσθε, θα είμαστε αδελφοί σε όλη την αιωνιότητα. Μετά από όλες τις θλίψεις στον κόσμο αυτόν, θα προσκυνήσουμε μαζί τα άχραντα χέρια Του, που μας δημιούργησαν και μας έπλασαν. Όταν η ψυχή μου αισθάνεται ότι ο εχθρός θέλει να μας χωρίσει, τότε προσεύχομαι έντονα και θλίβομαι μέχρι εξαντλήσεως. Εδώ όμως δεν πρόκειται για μένα. Χωρίζοντάς μας ο εχθρός σας χωρίζει από τον Χριστό. Όταν έλθετε στον Χριστό, θα φθάσετε τον άφθαστο. Τότε παύει να υφίσταται το ζήτημα για μένα· τότε, και αν με ξεχάσετε, δεν είναι συμφορά. Αλλά προς το παρόν ο εχθρός με  πείσμα  υποβάλλει  τους  λογισμούς  εναντίον  μου  και  εναντίον  του  άλλου
«φωτισμένου»11, για να σας αποτρέψει από την οδό, στην οποία σας οδήγησε το Άγιο Πνεύμα. Μνημονεύοντας σας συχνά στην προσευχή, ημέρα και νύχτα, σε





9 Λουκ. 17,20.
10 Λουκ. 18,1.
11 «Illuminé», με την έννοια πλανεμένος. Αναφέρεται στον Σιλουανό.



όλες τις ακολουθίες, κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων μηνών προσεύχομαι περισσότερο για σας, παρά για οποιονδήποτε άλλον. Και όταν κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι [//56] απομακρύνεσθε ψυχικά από μας, είχα μεγάλη θλίψη. Προσευχόμενος για σας τη νύχτα της Παρασκευής έκλαιγα, όπως κλαίνει τους νεκρούς. Να σας δώσει ο Κύριος την αδρεία να ταπεινωθείτε και να υπομείνετε τις αναπόφευκτες εξουδενώσεις και τις άλλες θλίψεις. Μη δέχεσθε κακούς λογισμούς εναντίον του επισκόπου Ελευθερίου, έστω και αν σας δοκίμαζε. Αν είναι δύσκολο, να σκεφθείτε ότι όλα αυτά τα κάνετε «δια το όνομα Αυτού»12. Να πιστεύετε ακράδαντα στην πρόνοια του Θεού για σας, παρά τις όποιες θλίψεις και τους κόπους. Μη σκέπτεσθε ότι υπάρχει κάποιο λάθος και ότι θα μπορούσατε όλο αυτό να το επιτύχετε κάπου αλλού και να το αποκτήσετε χωρίς κόπο. Εκείνο που τώρα υπομένετε θα σας καταλογισθεί ως μαρτύριο. Έτσι θέλει ο Κύριος, ο Οποίος πολύ, άπειρα, σας αγαπά. Τώρα, διαλέγοντας να πάσχετε με το λαό του Θεού και προτιμώντας τον ονειδισμό του Χριστού από κάθε άλλη πρόσκαιρη δόξα,    ομοιωθήκατε    κάπως    με    τον    Μωϋσή13.    Και    αν    δεν  επιτρέψουμε
«υποστολή»14, θα ομοιωθήτε με αυτόν ακόμη περισσότερο: Θα γίνετε για τους ανθρώπους οδηγός προς την Ουράνια Βασιλεία.
Να σας δώσει ο Κύριος τη δύναμη, ώστε «επιβαλών την χείρα σου επ’ άροτρον» να μη στραφείς «εις τα οπίσω»15. Είναι όμως αδύνατο να σωθεί κανείς δίχως θλίψεις. Αυτές είναι στην αρχή μεγάλες. Όταν όμως η αγάπη του Θεού αγγίζει την καρδιά, τότε η ψυχή από το πλήρωμα της μακαριότητος διψά να πάσχει για τον Θεό, όπως κι Εκείνος έπαθε για μας. Η αγάπη Του για μας Τον οδήγησε στον Σταυρό.
[//57] Θα ήθελα να συζητήσουμε για πολλά, αλλά πρέπει να συντομεύσω.
Το γράμμα πήρε, όπως φαίνεται, υπερβολική έκταση.
Θέλω να πω όλα όσα μπορώ και ακόμη περισσότερα.
Αναφέρετε ότι οι περιστάσεις θα σας αναγκάσουν σύντομα να γράψετε προς τους Καθολικούς και τους συγγενείς σας· έπειτα, σκέπτεσθε και μαντεύετε χωρίς να γνωρίζετε την ψυχή σας, ποια έκβαση θα έχει αυτό, αν θα σας προκαλέσει «μεγαλύτερο πειρασμό, πέρα από εκείνον που ήδη αρχίζει στην ψυχή σας, ή ενδεχομένως αυτό θα σας δώσει θάρρος».
Συγγνώμη, αγαπητέ, δεν πρέπει να σκέπτεσθε έτσι. Πρέπει η ορθοδοξία σας να είναι άμεπτη· να στηρίζεται στην ελπίδα και στην αδίστακτη πίστη στον Μόνο Κύριο και σε καμιά περίπτωση σε προσωπικές εντυπώσεις (συμπάθειας ή αντιπάθειας) ούτε στο ότι κάποιος προσεύχεται ή πάσχει για σας ούτε στο πνεύμα της αντιλογίας προς τους Καθολικούς ή σε κάτι άλλο. Όλα αυτά δεν συντελούν στη σωτηρία και δεν μας οδηγούν στη γνώση της αλήθειας.





12 Πρβλ. Ιωάν. 15,21.
13 Βλ. Εβρ. 11,24‐27.
14 Πρβλ. Εβρ. 10,38‐39.
15 Βλ. Λουκ. 9,62.



Στην αλληλογραφία σας με τους Καθολικούς (αν μου επιτρέπετε να εκφράσω και σε αυτό τη γνώμη μου) προσέχετε την κατάσταση της ψυχής σας. Αν αισθάνεσθε μέσα σας θερμή πίστη και αγάπη Θεού, τότε γράψτε με  προσευχή σε αυτούς, εκείνο που θα σας διδάξει ο Κύριος. Αν όμως η ψυχή σας  δεν έχει τέτοια πίστη και αγάπη, αλλά παραμένει σε σκληρή πάλη, τότε να αποφύγετε, όσο γίνεται, κάθε αλληλογραφία μαζί τους, και επιπλέον να μη διαβάζετε τα γράμματά τους. Τότε θα προσκολληθείτε περισσότερο στον Θεό με την προσευχή, αντί του λίγου που ήδη έχετε μάθει.
Θα περάσει καιρός, θα ζήσετε με το πνεύμα σας μαζί μας, και τότε θα δείτε, πόσο σας αγαπά ο Κύριος. Συμπορευθείτε, αγαπητέ, με εμάς τους πένητες προς τον Σταυρό, προς τους ονειδισμούς, τις εξουθενώσεις, την πτωχεία, τις [//58] θλίψεις, και αργότερα, ίσως, και στο θάνατο. Δεν υπάρχει άλλη οδός προς τον αληθινό, αιώνιο δοξασμό. Για το όνομα Του διωκόμαστε από παντού. Η κατάσταση της Εκκλησίας είναι ίσως τώρα πιο καταθλιπτική παρά οποτεδήποτε άλλοτε στο παρελθόν (κατά τους χρόνους των διωγμών, του αρειανισμού κ.α.).
Να καταφρονείτε την επίγεια δόξα και την ευγενή καταγωγή – όλα αυτά είναι μηδαμινά και βδελύγματα ενώπιον του Θεού. Συγχωρείστε με. Ξέρω ότι τα γνωρίζετε όλα αυτά, αλλά εκφράζομαι έτσι, για να τα μοιραστώ μαζί σας. Σχετικά με το Βαλαάμο και τον Γέροντα: Αφήστε τη σκέψη για το Βαλαάμο. Είναι από τον εχθρό. Τώρα δεν υπάρχει πλέον χρόνος ούτε έχω δυνάμεις να γράψω γι’ αυτό με περισσότερες λεπτομέρειες. Δεν είναι θέλημα Θεού να πάτε εκεί. Δεν θα βρείτε στον τόπο αυτόν εκείνο που γυρεύετε. Μη βιάζεσθε. Κάνετε λίγη υπομονή. Προς το παρόν δεν υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο, όπως σας φαίνεται.
Ο εχθρός σας συγχύζει, παρεμβαίνοντας στις πιο καλές διαθέσεις σας. Έχετε το ζήλο να κόβετε το θέλημά σας χάριν του Θεού, να ενεργείτε κατόπιν ευλογίας. Φυλάξτε τον. Ο επίσκοπος Ελευθέριος δεν μπορεί βέβαια να  ασχολείται μαζί σας συνέχεια και για πολλήν ώρα. Αλλά και εσείς ο ίδιος θα πάψετε σύντομα να έχετε ανάγκη συχνών επερωτήσεων, και μόνο σε μερικές,  πιο σημαντικές περιπτώσεις θα χρειάζεται να ζητάτε συμβουλή και να παίρνετε ευλογία. Σύντομα θα κατανοήσετε την τάξη της εσωτερικής ζωής, και τότε όλα θα εξομαλυνθούν. Αλλά να, αν ανοίξει νέο μοναστήρι, εκεί κοντά στον επίσκοπο Ελευθέριο (στο κτήμα), αυτό θα είναι για σας το καλύτερο προς το παρόν. Ο Κύριος θα σας δώσει Γέροντα ή σύμβουλο, όταν χρειασθείτε. Μην αμφιβάλλετε γι’ αυτό, αλλά πιστεύετε, «χωρίς να απελπίζεσθε».
[//59] Ίσως σύντομα δώσει ο Κύριος στην Εκκλησία Του κάποια ανάπαυση από τους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς διωγμούς, που ενέσκηψαν από ψευδοποιμένες και ψευδαδέλφους· τότε θα έχουμε πιο ελεύθερη επιλογή. Σας συμβουλεύω να απευθύνεσθε ως προς Γέροντα στον πατέρα Σιλουανό, για τον οποίο εσωκλείσατε στο γράμμα μου ιδιαίτερο σημείωμα, και ο οποίος με τη σειρά του σας στέλνει απάντηση μαζί με το γράμμα μου.
Ο άνθρωπος αυτός είναι απλός και ολιγογράμματος, αλλά γνωρίζει την πνευματική ζωή ως τα έσχατα ίσως όριά της που μπορούν να γίνουν εφικτά επί της γης. Είναι αληθώς απλανής (όχι illuminé). Εγώ ο ίδιος κατά το έλεος του Θεού τον είδα πολλές φορές τόσο πλούσια επισκιασμένο από τη χάρη, ώστε η δύναμη



του πνεύματός μου δεν αρκούσε να ατενίσει το πρόσωπό του. Ο άνθρωπος αυτός είναι πλήρης Πνεύματος Χριστού, θείας αγάπης. Έζησε με τέτοιον αγώνα εναντίον του εχθρού και με τέτοια άσκηση για τον Θεό, που πολύ σπάνια κατορθώνεται. Και μόνο η προσευχή του θα σας βοηθήσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον που θα σας επόπτευε και θα σας καθοδηγούσε καθημερινώς. Αυτό αρκεί για την ώρα. Θα δούμε αργότερα, τί θα μας δώσει ο Κύριος.
Κρατείστε στενότερη επαφή, αν είναι δυνατό, με τον επίσκοπο Ελευθέριο. Διαβάζετε τους αγίους Πατέρες και προς το παρόν μη ζητάτε τίποτα παραπάνω. Έχετε λίγο περισσότερη υπομονή και ηρεμία· και σχετικά με τη «χλιαρή ζωή» στην Λίτβα, θα μιλήσουμε άλλη φορά.
Δεν θα θέλαμε να καταφύγουμε σε οποιουδήποτε είδους συστάσεις, αλλά να εναποθέσουμε όλη μας την ελπίδα στην προστασία της Θεομήτορος. Και αν ο επίσκοπος Ελευθέριος συνεχίσει να σας δοκιμάζει υπερβολικά για μεγάλο χρονικό διάστημα ή να απαιτεί από σας κάτι που είναι δύσκολο να κατορθώσετε, τότε γράψτε σε μας (στον πατέρα [//60] Ηγούμενο) και σε άλλα πρόσωπα (στον επίσκοπο Βενιαμίν), αφού προηγουμένως αναφέρετε στον επίσκοπο Ελευθέριο  ότ ιγνωρίζετε πολλούς και σας γνωρίζουν πολλοί που μπορούν να τον διαβεβαιώσουν σχετικά με σας.
Κυριακή, 25 Ιουλίου 1932
Μου φαίνεται ότι ο Κύριος θέλει να μας καθησυχάσει. Όταν φθάσει σε σας το γράμμα αυτό, τότε κάποιο μέρος του θα είναι ίσως ήδη περιττό.
Σήμερα φεύγει το ταχυδρομείο. Αύριο έχουμε την εορτή του αγίου Παντελεήμονο – θα έχουμε «μεγάλο πανηγύρι». Προσεύχεσθε για μένα τον ανάξιο αδελφό σας εν Χριστώ Ιησού, τω Κυρίω ημών.
Με αγάπη εν Κυρίω,
o αμαρτωλός ιεροδιάκονος Σωφρόνιος Υ.Γ.  Συζήτησα τις σκέψεις μου  με τον πατέρα Σιλουανό.  Συμφωνούσε  σε
όλα και αυτό με χαροποίησε πολύ και με στήριξε· τον εμπιστεύομαι πλήρως. Νομίζω ότι αυτό πρέπει να διαβεβαιώσει και σας, ώστε «επί στόματος δύο μαρτύρων ή τριών σταθή παν ρήμα»16.
Ο ανάξιος ιεροδιάκονος Σωφρόνιος
26 Ιουλίου 1932















16 Ματθ. 18,16.


[//61]

Επιστολή 2

ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Η πνευματική ομόνοια. Ο Σταυρός και ο λόγος γι’ αυτόν. Η πνευματική ανδρεία. Η μνήμη του Θεού και του θανάτου. Η ενέργεια της θείας χάριτος. Μετάνοια – αρχή της πνευματικής ζωής.
Άθως, 31 Ιουλίου 1932
Χριστός εν τω μέσω ημών!
Αγαπητέ και περιπόθητε εν Κυρίω αδελφέ, Βαθυσέβαστε πάτερ Δαβίδ, ευλογείτε.
Μου είναι αδύνατο να προσεύχομαι μόνο για τον εαυτό μου. Συνεχώς προσεύχομαι για τους δύο μας, όπως θα προσευχόμουν για μένα τον ίδιο. Τόσο συνδέθηκε η ψυχή μου με την ευλογημένη σας ψυχή. Αντί της συνηθισμένης ευχής  –«Κύριε  Ιησού  Χριστέ,  Υιέ  του  Θεού,  ελέησόν  με  τον  αμαρτωλόν», 
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με τον αμαρτωλόν»– λέω «ελέησον ημάς», «σώσον ημάς». «Χαλεπόν ημίν, Δέσποινα, βοήθησον ημίν, σώσον ημάς οίς επίστασαι κρίμασι».
Σχεδόν αδιάκοπα σας σκέπτομαι και προσεύχομαι για σας. Μόνο κατά τη διάρκεια του ύπνου για λίγο χρόνο, ενάντια στη θέλησή μου, χάνω τη μνήμη σας. Μετέτρεψα όλον τον κανόνα, όλη την ακολουθία στο ναό και όλη τη Λειτουργία σε προσευχή για σας.
Μεγάλη ευθύνη μου έλαχε στο έργο αυτό. Αλλά εγώ, αν και συναισθάνομαι τον εαυτό μου εντελώς ανεπαρκή, συνειδητοποιώ ότι αυτό υπερβαίνει τις δυνάμεις μου και ευχαριστώ τον Θεό, που ευδόκησε να αναθέσει σε μένα τον [//62] βαρύ αλλά και μακάριο αυτόν κόπο. Προσπαθώ με το πνεύμα μου, όσο με βοηθά ο Κύριος, να μην απομακρύνομαι από σας.
Δεν ζητώ τίποτα ανθρώπινο, επίγειο. Έστω και αν είχα ανάγκη από κάτι, και πάλι δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου επίγειο συμφέρον για μένα ή για τους άλλους. Αλλά, όπως γνωρίζετε, είμαι ασφαλισμένος απέναντι σε όλα, και η οδός μου είναι καθορισμένη μέχρι θανάτου, εκτός και αν ο ίδιος ο Κύριος αλλάξει  κάτι. Πάνω απ’ όλα όμως ας μη μωμηθεί εξ αιτίας μου με οτιδήποτε ένα τόσο μεγάλο έργο, όπως είναι η σωτηρία του εαυτού μου και του αδελφού μου.
Η ανθρώπινη ψυχή έχει τόσο μεγάλη αξία ενώπιον του Κυρίου ώστε ούτε όλος ο ορατός κόσμος να μην αξίζει όσο μια ψυχή1. Και μένα ο Κύριος με αξίωσε  να το ζήσω αυτό. Έτσι λοιπόν, αν αμαρτήσω εναντίον σας, αν εξ αιτίας μου, που είμαι ο αθλιότερος από όλους τους ανθρώπους, χάσει η ψυχή σας τη σωτηρία ή υποστεί οποιαδήποτε ζημία, ποιος θα μου δώσει δάκρυα να παρακαλέσω τον Κύριο για σας και για μένα, όταν εγώ ο ίδιος είναι «πτωχός και πένης»;
Μακάριος, αλλά βαρύς άθλος!







1 Βλ. Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος προς τον Ποιμένα, 13,18· και Μακαρίου Αιγυπτίου, Ομιλία 4,17.



Θυμάμαι, όταν επιστρέψατε στο Μοναστήρι μετά την περιοδεία σας στο Όρος, πολλές φορές σας ανέφερα ότι η ζωή μας είναι Σταυρός. Στο πρώτο μου γράμμα σας έγραψα το ίδιο. Και τώρα επαναλαμβάνω ότι τίποτε άλλο εκτός από τον Σταυρό δεν κηρύσσουμε. Και αν προσκαλούμε κάποιον να συμπορευθεί μαζί μας, τον καλούμε μόνο προς τον Σταυρό, και το θεωρούμε αυτό ως τη  μεγαλύτερη και ασύγκριτη δόξα. Όταν ο Κύριος επισκέπτεται την ψυχή, τότε ο Σταυρός γίνεται ελαφρύς, και κάποτε μάλιστα ανείπωτα γλυκύς. Όταν όμως ευδοκεί να την εγκαταλείπει σε κόπους [//63] και ασθένειες, τότε οφείλουμε να χαιρόμαστε με την ελπίδα ότι θα λάβει ακόμη μεγαλύτερη δόξα.
Η περίπτωση αυτή, παρόλη την αγάπη που εμπεριέχει προς τους ανθρώπους, μας αναγκάζει συχνά να σιωπούμε, να μη μιλάμε για την οδό του Θεού, γιατί ενώ είναι πολυπόθητη για όσους αγαπούν τον Εσταυρωμένο Χριστό, γίνεται για τους άλλους καταθλιπτική. Και όταν αυτοί κουραστούν, αρχίζουν να καταρώνται εκείνον που τους την κήρυξε. Φοβάμαι πάντοτε για τους ανθρώπους αυτούς, μήπως έχοντας γνωρίσει εν μέρει τη χάρη του Θεού και βλέποντας στη συνέχεια ότι η απόκτησή της απαιτεί μεγάλους κόπους, αρχίσουν να εξουθενώνουν «γην επιθυμητήν»2· ή μήπως δεν κατανοήσουν τα θαυμάσιά Του και λησμονήσουν το πλήθος του ελέους Του3 τόσον, ώστε και αυτή η θέα των πρώτων καρπών από τη γη της επαγγελίας να μη μπορεί να διεγείρει σε αυτούς την ανδρεία να πορευθούν για την κατάκτησή της.
Σκέπτομαι ότι αν τους πείσω, όπως ο Ιησούς του Ναυή και ο Χαλήβ, ότι η γη αυτή είναι αγαθή, ότι ο Κύριος είναι ελεήμων, ότι θα μας εισαγάγει στη γη αυτή4 και θα μας την δώσει ως αιώνια και αναφαίρετη κληρονομιά κατά την άψευστη επαγγελία Του5 και ότι δεν πρέπει μικρόψυχα να φοβούμαστε τον λαό της γης εκείνης6, δηλαδή τις θλίψεις, που φαίνονται μόνον ως ανυπέρβλητοι γίγαντες, ενώ στην πραγματικότητα είναι αδύναμες και διαλύονται σαν καπνός, τότε, ποιος ξέρει, ίσως αργότερα με μισήσουν και θελήσουν να με λιθοβολήσουν7. [//64] Κάποτε σκέπτομαι και το άλλο: Μήπως, και όταν ακόμη (οι άνθρωποι αυτοί)   πλησιάσουν στα όρια της γης της επαγγελίας, μικροψυχήσουν και αρχίσουν να αναζητούν αρχηγό, για να τους οδηγήσει πίσω στην Αίγυπτο. Τότε όλος ο κόπος μου θα έχει ως καρπό ακόμη μεγαλύτερη θλίψη και μεγαλύτερα παθήματα για εκείνους που τόσο αγάπησε η ψυχή μου. Είναι δύσκολη η κατάσταση  της  ψυχής  στις  στιγμές  αυτές  και  δεν  γνωρίζεις  τι  να  κάνεις: Να
μιλήσεις ή να σιωπήσεις;





2 Ψαλμ. 105,24· Αριθμ. 13‐14.
3 Βλ. Ψαλμ. 105,7.
4 Βλ. Αριθμ. 14,7‐8.
5 Βλ. Ιωάν. 16,22.
6 Βλ. Αριθμ. 14,9.
7 Βλ. Έξοδος 17,4· Αριθμ. 14,10.



Το έργο αυτό δεν είναι ανθρώπινο· και τίποτε δεν υπολείπεται να κάνεις, παρά μόνο να πέσεις με το πρόσωπο στη γη, όπως ο Μωϋσής και ο Ααρών, από  τη θλίψη και τη συναίσθηση της αδυναμίας και ταυτόχρονα της ευθύνης σου8.
Ο Κύριος σας προσκαλεί όχι σε κοινό τόπο, αλλά σε σημαντικότερη υπηρεσία και μεγαλύτερο από τον συνηθισμένο αγώνα. Γι’ αυτό και αναγκάζομαι συνέχεια να σας μιλώ για κάτι που σε άλλους ποτέ δεν θα αποφάσιζα να αναφέρω, για να μη τους οδηγήσω σε ακηδία ή και σε απόγνωση. Πιστεύω όμως στην ανδρεία της ψυχής σας, και γι’ αυτό ομιλώ. Και κάτι ακόμη θα πω στη συνέχεια, για να επωφεληθώ με τη σειρά μου και εγώ από σας, καθώς η ψυχή μου χαίρεται να ταπεινώνεται ενώπιόν σας από βάθους καρδίας. Θα το θεωρούσα μεγάλη χαρά και έλεος Θεού να σας υπηρετήσω κατά την τέλεση της Λειτουργίας, ιδιαίτερα κατά τη στιγμή που ο διάκονος εκφωνεί: «Ευλόγησον, Δέσποτα, τον Άγιον Άρτον», και ο Ιερέας λέει, «και ποίησον τον Άρτον τούτον Τίμιον Σώμα του Χριστού Σου» …. Κατά τη στιγμή αυτή κατέρχεται πύρινη χάρη και αγγίζει την καρδιά, και κάποτε με μεγάλη δύναμη περιπτύσσεται όλον τον άνθρωπο.
Ανέφερα προηγουμένως για την ψυχική ή καλύτερα [//65] την πνευματική ανδρεία. Αυτή συνίσταται στη σταθερή και ακλόνητη ελπίδα στο έλεος του Θεού για ό,τι και να μας συμβαίνει, σε οποιονδήποτε πειρασμό και να πέσουμε· έστω και αν διαλυόταν η γη κάτω από τα πόδια μας, έστω και αν όλος ο κόσμος ή όλος ο άδης ορμούσε εναντίον μας. Καμιά άλλη ανδρεία δεν πρέπει να έχει θέση στην πνευματική μας πάλη. Να το θυμάστε αυτό, αγαπητέ, για όλη σας τη ζωή. Σας αποκαλώ αγαπητό, θέλω όμως κάτω από τη λέξη αυτή να διακρίνετε μαζί με την αγάπη μου προς εσάς και το σεβασμό, την αφοσίωση και την ταπείνωση.
Στην πνευματική αυτή ανδρεία, δηλαδή την αναμφίβολη ελπίδα στο έλεος του Θεού, προσθέστε και εκείνο που σας ανέφερα στο πρώτο μου γράμμα· να μη δέχεσθε δηλαδή κανένα λογισμό. Αυτό αποτελεί μεγάλο μυστήριο, που λίγοι το κατανοούν. Τα λόγια είναι απλά και λίγα, η εργασία όμως μεγάλη –η δυσκολότερη–, αλλά υψώνει τον άνθρωπο στη θεωρία. Δεν μαθαίνεται αμέσως. Απαιτείται κόπος και χρόνος, αλλά και η βοήθεια της χάριτος.
Έχετε την επιθυμία να παραδοθείτε στην υπακοή Γέροντος. Φυλάξτε την επιθυμία αυτή. Να κόβετε το θέλημά σας και να εγκαταλείπετε τη σύνεσή σας ενώπιον του πνευματικού πατρός, του Επισκόπου, ακόμη και ενώπιον του αδελφού. Στη θέση της αποταγής αυτής θα λάβετε χάρη και το χάρισμα της διακρίσεως. Θέλω να επιστήσω για ακόμη μία φορά την προσοχή σας στο ότι κατά τους τρεις τελευταίους μήνες μάθατε ήδη τόσα πολλά, που νωρίτερα ίσως ούτε καν να είχατε σκεφθεί.
Εισήλθατε σε ειδική σχολή, με σκοπό να αποκτήσετε την αληθινή θεογνωσία. Στην ειδική αυτή σχολή όλα είναι ιδιαίτερα. Δεν μοιάζει με άλλες σχολές. Και διδάσκαλος σε αυτή είναι η Θεία χάρη.






8 Βλ. Αριθμ. 14,5.



Έτσι τώρα με θλίψεις και πειρασμούς οδηγείσθε βαθμηδόν στη σταθερή μνήμη του Θεού. Ίσως ποτέ προηγουμένως [//66] δεν προσευχηθήκατε και δεν ζήσατε έτσι. Αν συνεχίσετε να υπομένετε, τότε θα θερίσετε τους καρπούς της προσευχής και της μνήμης του Θεού. Όλο το είναι του ανθρώπου ανακαινίζεται, ιδιαίτερα μάλιστα ο νους. Αργότερα, αν η ψυχή αγαπήσει τη γλυκύτητα της εν τω Θεώ διαμονής, δεν θα επιθυμεί πλέον να αποσπασθεί από τη μνήμη του Θεού ούτε και για μια στιγμή.
Παρακαλέστε τον Θεό, προσευχηθείτε στη Θεομήτορα να σας χαρίσει τη δωρεά της μνήμης του θανάτου. Αυτό είναι πολύ αναγκαίο για σας, κυρίως για να αποδεσμευτείτε από κάθε ανθρώπινη σχέση και να νικήσετε τους πειρασμούς του κόσμου αυτού, αλλά και για να μάθετε να σκέπτεσθε ορθά. Εσείς για παράδειγμα αναφέρατε στο γράμμα σας και για «προσωπικές εντυπώσεις» και για το ότι ίσως ο «βομβαρδισμός» της σκέψεως σας θα ενθαρρύνει και άλλες μικρές παρεκκλίσεις της από την ορθή οδό της διακρίσεως. Η μνήμη του θανάτου θα σας διδάξει να τα βλέπετε όλα κάτω από το πρίσμα της αιωνιότητος. Καθετί το πρόσκαιρο και εφήμερο θα υποχωρήσει στη σκέψη σας στο τελευταίο επίπεδο. Υπάρχουν και άλλοι θαυμαστοί καρποί αυτού του είδους της μνήμης. Ήδη έχετε διαβάσει γι’ αυτούς στην «Κλίμακα»9, αλλά ανέφερα μόνο δύο σχετικούς με την παρούσα ανάγκη.
Να με συγχωρείτε, αγαπητέ, για όλα αυτά· πιστεύω όμως ότι σύντομα θα έλθει η ώρα, που δεν θα τολμώ να σας υποδεικνύω οποιαδήποτε λάθη, αλλά εγώ θα προστρέχω για συμβουλή και βοήθεια σε σας. Προς το παρόν όμως, όπως μου φαίνεται, αυτό είναι το έργο της κατά Θεόν αγάπης μου απέναντί σας, αν και η ίδια αγάπη γεννά ταυτόχρονα τον πόθο να ταπεινωθούμε ενώπιον του αδελφού.
[//67] Εγώ ο άθλιος τα έχασα τώρα όλα και ζω σαν άλογο κτήνος. Όταν  όμως με τη χάρη του Θεού ενεργούσε με δύναμη μέσα μου η μνήμη του θανάτου
–πράγμα που είναι αδύνατο και να το περιγράψω– πόσο θαυμαστή ήταν η ενέργειά της! Αυτή η ενέργεια κράτησε δέκα έτη και εντεινόταν σταδιακά. Έφθασα σχεδόν στην τέλεια εξάντληση. Όλος ο κόσμος άλλαξε με παράδοξο τρόπο στα μάτια μου τα νοερά, ακόμη και τα σωματικά. Ο χρόνος έχανε τη σημασία του, έτσι που ο αιώνας και η ημέρα έγιναν στη συνείδησή μου εξίσου μηδαμινά και όλος ο ορατός κόσμος έμοιαζε με νυχτερινό όνειρο. Κάθε σαρκική επιθυμία σβήνει τελείως από την ενέργεια της μνήμης του θανάτου. Μεγάλος φόβος κυριεύει την ψυχή και την κρατά μακριά από την αμαρτία. Οι άνθρωποι μου φαίνονταν άξιοι συμπόνιας, γιατί οι ημέρες τους «εξέλιπον εν ματαιότητι» και ο θάνατος μακριά από τον Θεό τους αιφνιδίαζε, καθώς δεν είχαν γνωρίσει ούτε το σκοπό ούτε το νόημα ούτε το λόγο της υπάρξεως τους. Τόσο δυνατά και παρατεταμένα θρηνούσα τότε για τους ανθρώπους. Η μνήμη του θανάτου διδάσκει την αληθινή προσευχή. Όταν πήγαινα να κοιμηθώ μετά από εξουθενωτικό κλάμα και εξαντλητική προσευχή, συνέβαινε να βγαίνουν τα  λόγια  από το στόμα μου σαν φλόγα  και, όταν βυθιζόμουν στον  ύπνο,  θυμάμαι,





9 Βλ. Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ 6, «Περί μνήμης θανάτου», PG 88,793BC‐801CD.



μόνη της η ψυχή παρέμενε στην προσευχή όλη τη νύχτα, ενώ το σώμα βρισκόταν στην κλίνη. Από την ενέργεια της μνήμης του θανάτου αδυνατούσε η ψυχή να αποχωρισθεί την προσευχή.
Γενικά, για τον υγιή και ζωντανό άνθρωπο δεν είναι φυσικό πράγμα η αίσθηση της θνητότητός του, γι’ αυτό και είναι ευδιάθετος. Σε καιρό όμως ασθένειας εμφανίζεται το ψυχικό αίσθημα της εγγύτητας του θανάτου ή το αίσθημα της βεβαιότητας του θανάτου και τότε ο άνθρωπος αισθάνεται ζωώδη φόβο ή δειλία και ταυτόχρονα αποστροφή. Ωστόσο η πνευματική αίσθηση της θνητότητός μας, που [//68] ενεργείται από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, απέχει από το αντίστοιχο ψυχικό‐ζωώδες αίσθημα όσο ο ουρανός από τη γη.
Όταν ο αθάνατος Βασιλιάς, ο πολυπόθητος Δεσπότης των ψυχών, μας αγγίξει με την πνοή Του, τότε συντέμνεται ο χρόνος στη συνείδησή μας, και η ψυχή αρχίζει να αισθάνεται την αθανασία της. Μετά από αυτό ο νους δεν μπορεί πλέον να μην αλλάξει. Οι γήινοι υπολογισμοί, οι επίγειες διαστάσεις απομακρύνονται από αυτόν. Στην κατάσταση αυτή μόλις που αγγίζει ο άνθρωπος τη γη με τα πόδια του. Με το πνεύμα του όμως ζει σε άλλον κόσμο.
Την πρώτη επαφή με την αθάνατη αυτή πνοή είχαμε μαζί σας μετά από τη συνομιλία μας στη Βιβλιοθήκη. Θυμάστε, άραγε, τι ευλαβές αίσθημα πλημμύριζε την ψυχή, όταν δεν μπορούσαμε πλέον να μιλήσουμε και φοβόμασταν ακόμη και να κινηθούμε; Πώς όλα τα εφήμερα είχαν χάσει το ενδιαφέρον και τη σημασία τους;
Εσείς, για παράδειγμα, δεν μπορούσατε πλέον να συνεχίσετε την εργασία με τα χειρόγραφα. Πέρασαν περίπου είκοσι λεπτά και σας ήλθε ο λογισμός: «Τι κάνεις; Είναι αμαρτία!» και μεταστράφηκε η καρδιά σας και αποχώρησε αμέσως η χάρη σε τέτοιο βαθμό, ώστε φύγατε από τη Βιβλιοθήκη σε κατάσταση σχεδόν χειρότερη από εκείνη που είχατε, όταν ήλθατε. Αλλά δεν ήμουν εγώ ο αίτιος της επισκέψεώς μας από τη χάρη. Ήταν το έλεος του Κυρίου σε σας. Και δεν μπορούσα εγώ, μολονότι προσευχόμουν, να κάνω κάτι, ώστε εσείς να μην αποτρέψετε τη χάρη. Η ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου παραμένει πάντοτε μαζί του. Ο Μακάριος ο Αιγύπτιος λέει10 ότι ο Κύριος περιόρισε τη δύναμη της θαυματουργίας των Αποστόλων, γιατί, από το ζήλο τους να [//69] οδηγήσουν όλους πίσω στην πίστη, θα ανάγκαζαν κατά κάποιον τρόπο όλον τον κόσμο με  τη δύναμη των σημείων και των θαυμάτων στην αποδοχή της πίστης. Ο Κύριος όμως θέλει από μας ελεύθερη προαίρεση, περιμένει αγώνα πίστεως. Γι’ αυτόν  τον σκοπό μας προίκισε με λογικό, ικανό να γνωρίσει την Αλήθεια11. Θέλει να σταυρωνόμαστε εκούσια μαζί Του, όπως Εκείνος εκούσια έπαθε για μας.
Μήπως η εσωτερική εκείνη νηφαλιότητα, ο φόβος, η ευλάβεια, η ταπείνωση, οι προσευχές, τα δάκρυα, η πίστη, η ειρήνη, η χαρά, που για πρώτη φορά δοκιμάσατε με τέτοια δύναμη στον Άθω, ήταν καρπός κάποιας τεχνητής






10 Βλ. Μακαρίου του Αιγυπτίου, Ομιλίαι Πνευματικαί, 26, 6, PG 34,677D.
11 Βλ. Α’ Ιωάν. 5,20.



αυτοδιεγέρσεως, οποιασδήποτε προελεύσεως, ή ακόμη και οποιασδήποτε ανθρώπινης ή και νόθου προκλήσεως (αιτίας) και όχι ενέργεια της χάριτος;
Όχι, αγαπητέ, μη σκέπτεσθε έτσι, μην πιστεύετε στους λογισμούς αυτούς.
Θυμάμαι πόσο χαρούμενος και ανανεωμένος αναχωρήσατε από μας για  να περιηγηθείτε το Όρος. Και εγώ τότε χάρηκα με τη θαυμαστή αλλοίωση που επήλθε σε σας και προσευχήθηκα πολύ και ευχαρίστησα τον Κύριο. Και την προτελευταία νύχτα της παραμονής σας μαζί μας, προσευχόμενος στην εκκλησία, βεβαίως κυρίως για σας, πάλι ευχαρίστησα τον Θεό, γιατί η ειρήνη και η χάρη επαναπαύθηκαν σε σας. Όλα αυτά, αν και είναι μόνο  απαρχές, αποτελούν αναμφισβήτητο σημείο της ευδοκίας και της αγάπης του Θεού προς εσάς. Αυτός ο Κύριος σας καλεί· να είσθε βέβαιος γι’ αυτό. Ο Κύριος σας αγαπά πολύ. Και όταν εσείς υπομένετε θλίψεις χάριν του Θεού, τότε θα λάβετε ακόμη μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης Του για σας. Χωρίς θλίψεις και θυσίες είναι αδύνατο να σωθούμε.
[//70] «Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον»12. Θυμάμαι τι μου συνέβη, όταν για πρώτη φορά με αληθινή συντριβή για τις αμαρτίες μου πήγα στην εξομολόγηση. Όλη η ζωή που έζησα ορθώθηκε μπροστά μου ως αδικία από την αρχή ως το τέλος. Όταν συνάντησα τον ιερέα, δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου από τη θλίψη, τα δάκρυα, τον καρδιακό πόνο, αλλά μόνον έκλαιγα. Και πιστέψτε με, πριν ακόμη αρχίσω να μιλώ για τις αμαρτίες μου, ο Ίδιος ο Κύριος «εξήλθε προς συνάντησίν μου» και έπεσε στον τράχηλό μου και με κατεφίλησε13, και ήμουν   γι’   Αυτόν   αγαπητός,   χωρίς   να   περιμένει   από   μένα   πότε   θα   πω
«συγχώρησον», όπως και στην παραβολή ο άσωτος υιός είπε, «συγχώρησον, Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου»14, όταν ήδη ο Πατέρας τον δέχθηκε στην αγκαλιά Του. Κατηγορούσα τον εαυτό μου σε όλα. Ο Κύριος όμως δεν πρόφερε ούτε ένα λόγο μομφής· μόνο χαιρόταν «ότι ο υιός αυτός απολωλώς ήν και ευρέθη, νεκρός ήν και ανέστη»15. Τι νύχτα ήταν εκείνη! Μου είναι αδύνατο να τη διηγηθώ. Πόσο μας αγαπά ο Κύριος!
Αληθινά η μόνη ορθή αρχή και βάση της πνευματικής ζωής είναι η μετάνοια. Στη μετάνοια θα γνωρίσουμε αυθεντικά ότι είμαστε τέκνα Θεού. Σας εμπιστεύομαι και από αγάπη δεν μπορώ να σας αποκρύψω εκείνο που αποκρύπτω από τους άλλους. Όσο δε για τις σημειώσεις μου, ας αναβάλουμε το λόγο για άλλη φορά.
Και εκείνο που σας διηγήθηκα δεν είναι ακίνδυνο να λέγεται σε ανθρώπους που δεν γνώρισαν την πνευματική ζωή και δεν είναι ικανοί να διακρίνουν τη χάρη από την πλάνη, [//71] αλλά θέλουν να τα εξηγούν όλα με επιστημονικό  τρόπο.  Να  διηγείται,  δηλαδή,  κάποιος  στους  ανθρώπους  ότι  ο





12 Ψαλμ. 50,19.
13 Βλ. Λουκ. 15,20.
14 Βλ. Λουκ. 15,21
15 Λουκ. 15,32.



Κύριος συγχώρησε αμαρτίες ή και κάτι άλλο παρόμοιο, σημαίνει να δίνει «το άγιον τοις κυσί»16. Αγνοώντας εντελώς τη θεωρία του φωτός (του νοερού, του αΰλου) και τα άλλα φαινόμενα της πνευματικής ζωής, όπως για παράδειγμα το πένθος, οι άνθρωποι τον δυσφημούν και τον διασύρουν. Εσάς, όμως, να σας φυλάξοι ο Κύριος μακριά από την αμαρτία αυτή.
Σας διηγήθηκα λίγα για τον εαυτό μου, ώστε όταν προσέλθετε στη μεγάλη εξομολόγηση όλης της ζωής σας, πριν ασπασθείτε την Ορθοδοξία, να κατηγορήσετε τον εαυτό σας για όλα. Να θεωρήσετε ως αμαρτία όχι μόνο τις οφθαλμοφανώς αμαρτωλές, αλλά και τις καλές πράξεις, γιατί δεν συντελέσθηκαν πάντοτε από καθαρή πρόθεση. Να καθοδηγείστε από τον κανόνα: «Το καλόν μη καλώς γενόμενον ουκ έστι καλόν»17, ή ακόμη καλύτερα, κατά το προφητικό, «πάσα δικαιοσύνη ημών ενώπιον του Θεού ως ράκος αποκαθημένης»18.
Ίσως να έχετε κουρασθεί από το γράμμα μου. Ήθελα όμως να πω ακόμη σε τί οφείλεται η «απιστία» σας και πώς να παλέψετε με αυτήν. Αλλά ας το αφήσουμε αυτό για το μέλλον, αν ευλογήσει ο Κύριος.
Το γράμμα θέλει μια εβδομάδα για να φθάσει σε σας. Σκέφθηκα πως αν περιμένω την απάντησή σας στο πρώτο μου γράμμα και μετά γράψω, θα χρειασθεί περισσότερο από μισός μήνας, διάστημα κατά το οποίο πολλά  μπορούν να αλλάξουν.
[//72] Μίλησα για σας με τον πατέρα Σιλουανό. Αυτός σας αγαπά πολύ και παρακαλεί για σας τον Θεό με πολλά δάκρυα. Για μένα είναι μεγάλη χαρά να γνωρίζω ότι είστε τόσο φίλοι εν Κυρίω.
Έμαθα ότι προσεύχονται για σας ο ιερομόναχος Πινούφριος, ο ερημίτης Λουκιανός κ.α. Σε πολλούς αφήσατε την πιο αγαθή εντύπωση. Ο πατήρ Βασίλειος, για παράδειγμα, σας μνημονεύει διαρκώς.
Σας έγραψα αυτό το γράμμα σε δύο ημέρες, με διαλείμματα. Πριν λάβω από σας νέες ειδήσεις (να δώσει ο Κύριος να είναι καλές), δεν θα ξαναγράψω.
Με αγάπη εν Κυρίω,
o ανάξιος ιεροδιάκονος Σωφρόνιος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου