Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

ΖΩΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ


Επιστολή 22

ΖΩΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ
Η προσέγγιση του θανάτου και η αιώνια ζωή. Για την πασχαλινή επίσκεψη
του Θεού.
Άθως, 5/18 Απριλίου 1935
Χριστός Ανέστη!
Πολύτιμε, πάτερ Δημήτριε, Αγαπητέ και πολύτιμε εν Χριστώ,
Σας στέλνουμε τους πασχαλινούς χαιρετισμούς και τις καλύτερες ευχές μας. Και ο Γέροντας πατήρ Σιλουανός και εγώ πάντοτε σας θυμούμαστε και σας αγαπάμε.
Ως μοναχός έχω τη δυνατότητα να εκφράσω την αγάπη μου πρωτίστως με την προσευχή. Ίσως πρόκειται για την βασικότερη μορφή έκφρασης της αγάπης, γιατί αυτή ανάγει σε άλλον κόσμο και εμάς και όλες τις σχέσεις μας. Με την προσευχή ηττάται η διαίρεση, όχι μόνο η τοπική αλλά και η ψυχική. Ωστόσο και ο γραπτός χαιρετισμός έχει τη δύναμή του, και επίσης, ως ένα βαθμό, αντικαθιστά τη ζωντανή επικοινωνία.
Δεν σας έγραψα για πολύν καιρό. Τώρα με την ευκαιρία του Πάσχα του Κυρίου θέλω να μοιρασθώ μαζί σας ως με κοντινό μου συγγενή την ελπίδα ότι κι εμείς την ώρα που όρισε ο Ουράνιος πατέρας θα αναστηθούμε για την αιώνια ζωή. Εφέτος από την αρχή του Ιανουαρίου αρρώστησα βαριά. Πολλές νύχτες ο θάνατος με κοιτούσε επίμονα στα μάτια. Μου φαίνεται ότι είναι αδύνατο να περιγράψω, πόσο ταράσσεται και πόσο θλίβεται η ψυχή τις ώρες αυτές.
[//255] Οι επαχθέστεροι πειρασμοί σκεπάζουν την ψυχή σαν καταιγίδα κατά τη διάρκεια της φρικτής καταστάσεως στα όρια της ζωής και του θανάτου. Όταν πλησιάζει η απόφαση για τον αιώνιο κλήρο μας, φόβος κυριεύει την ψυχή. Μόνο η σκέψη του Εσταυρωμένου Σωτήρα την ενισχύει.
Σε κάποιες στιγμές αλλοιώνεται η καρδιά, έρχεται αγάπη, και τότε η ψυχή είναι έτοιμη να αφήσει τον κόσμο αυτόν χωρίς την παραμικρή μεταμέλεια ή λύπη. Μεταμέλεια ωστόσο δεν υπάρχει ούτε και πριν τον ερχομό της αγάπης, αλλά τότε ο φόβος από την αναμενόμενη καταδίκη και απόρριψη μας αναγκάζει κάπως να κρατηθούμε στη ζωή αυτή, με την ελπίδα ότι θα κάνουμε κάτι ακόμη για τη σωτηρία μας. Κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής μου βρέθηκα πολλές φορές κοντά στο θάνατο. Τόσο βαρείς όμως πειρασμοί που έπεσαν επάνω μου εφέτος ήταν σπάνιοι, αν και δεν κράτησαν πολύ. Αυτή τη χρονιά έζησα πάλι με μεγάλη δύναμη το γεγονός ότι η επίγεια ζωή μας αποτελεί στάση στα όρια  της υπάρξεως και της ανυπαρξίας γεμάτη από βαρύ αγώνα, στάση μεταξύ του παραδείσου της αγάπης του Θεού και του άδη της Θεοεγκαταλείψεως. Ωστόσο, όσο βαριά και αν είναι τα παθήματά μας εδώ, στα βάθη της ψυχής κρύβεται συνείδηση με βαθύ νόημα.
Αγαπώ να κάνω σκέψεις γύρω από το νόημα των παθημάτων. Αγαπώ να κάνω σκέψεις γύρω από την αιωνιότητα. Μου φαίνεται πως η επίγεια, η πρόσκαιρη ζωή μας, πρέπει αναπόφευκτα να είναι βασανιστική.



Ο χρόνος αποτελεί μορφή της ευμετάβλητης υπάρξεως. Σε κάθε αλλαγή εμπεριέχεται το στοιχείο του πάθους1.
Εμείς οι άνθρωποι ανήκοντας ταυτόχρονα, μάλλον παράλληλα, σε δύο κόσμους, τον άνω και τον κάτω, είμαστε κατά κάποιον τρόπο διχασμένοι σε όλη την πορεία της [//256] επίγειας ζωής μας. Ορμάμε προς την αιώνια ζωή έχοντας ενώπιόν μας τη μορφή του Θείου είναι, του αναλλοίωτου στην τελειότητά του,  και ταυτόχρονα βυθιζόμαστε στις μέριμνες για τα γήινα, χωρίς να είμαστε σε θέση να περιφρονήσουμε τις ανάγκες της ζωής αυτής. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Μόνο αυτή, η προσδοκώμενη αιώνια ζωή, αποτελεί την αυθεντική ζωή.
Πρέπει να θεωρήσουμε την αιωνιότητα όχι συνέχεια του χρόνου στο ατελεύτητο, αλλά μοναδική αδιάστατη πράξη του πληρώματος του είναι. Η αιωνιότητα περιπτύσσεται όλη την έκταση του χρόνου, η ίδια όμως δεν έχει έκταση.
Προσδοκούμε μετοχή στην αιώνια ζωή. Αλλά, σύμφωνα με την έννοια των πραγμάτων, όταν ο άνθρωπος γίνεται αιώνιος, δεν γίνεται μόνο αθάνατος αλλά και άναρχος. Με αυτόν τον τρόπο σκεπτόταν ο άγιος Ιεράρχης Γρηγόριος Παλαμάς, στηριζόμενος στους αγίους Πατέρες2.
Γίνεται έτσι φανερό ότι η αιωνιότητα αποτελεί άλλη μορφή του είναι, και μάλιστα τέτοια, ώστε οι έννοιες της έκτασης και της διαδοχικότητας, της αρχής και του τέλους, του πριν και του μετά, έννοιες που σχηματίσαμε εμείς μέσα στα όρια της εμπειρικής πραγματικότητος, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή. (ΤΩΡΑ)
Αιώνια ζωή είναι η πνευματική ζωή.
Αιωνιότητα είναι η ειρήνη της καθαρής σκέψης και του ήθους στην αδιαίρετη ενότητά τους.
Την καθαρή σκέψη και το ήθος πρέπει να τα εννοούμε όχι μόνο με ψυχολογικό νόημα, ως υποκειμενικό βίωμα του ανθρώπου, αλλά με την οντολογική έννοια, δηλαδή ως [//257] αντικειμενικό όν, ως τον Νου και την Αγάπη της Θεότητος, δηλαδή του Χριστού.
Αγάπη στη Σοφία και Σοφία στην Αγάπη. Και αν αυτό ανταποκρίνεται στην αλήθεια, τότε αυθεντικά αιώνιος είναι ο Μόνος Θεός, ενώ εμείς μόνο κατά το μέτρο που μένουμε στον Θεό και ο Θεός σε μας.
Όταν λοιπόν «ο Θεός έσται τα πάντα εν πάσι»3, τότε κι εμείς θα καταστούμε μέτοχοι της αιωνιότητος, όχι πλέον «εκ μέρους» αλλά στην πληρότητα.
Προς αυτήν «την ακρότητα των εφετών» ορμά η ψυχή4. Τότε μόνο θα καταστεί δυνατή η χαρά που δεν σκιάζεται από τίποτε.




1 Προσθήκη: «και ακόμη του θανάτου».
2 Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων» ΙΙΙ, 2, 12, ο.π. σ. 666. Πρβλ. Μαξίμου Ομολογητού, Περί αποριών, PG 91, 1141ΑΒ, στον οποίο παραπέμπει ο άγιος Γρηγόριος.
3 Α’ Κορ. 15,28.
4 Προσθήκη: «Και πώς βασανίζεται η ψυχή, όσο δεν το πετυχαίνει».


Και τώρα, γιορτάζοντας όχι το άνω, αλλά προς το παρόν το μερικό Πάσχα, τον τύπο μόνο εκείνου του αιωνίου, δεν μπορούμε ακόμη να φθάσουμε στην τέλεια απόλαυση της χαράς.
Εντούτοις και αυτό το Πάσχα ενεργεί στην ψυχή με θαυμαστό τρόπο.
Γνωρίζω κάποιον στο Παρίσι, ο οποίος, από το Μεγάλο Σάββατο ως την Τρίτη ημέρα του Πάσχα, κατά τη διάρκεια τριών ημερών, βρισκόταν σε κατάσταση θεωρίας, γεγονός που με τις μορφές της γήινης υπάρξεώς μας μπορούσε να το εκφράσει λέγοντας μόνο ότι είδε την πρωΐα της ανέσπερης ημέρας.
Πρωΐα, γιατί το φως ήταν παράδοξα τρυφερό, λεπτό, «ιλαρό», κάπως κυανό.
Η ανέσπερη λοιπόν ημέρα είναι η αιωνιότητα.
Θυμάμαι ακόμη ότι πριν από τρία χρόνια κατά τη διάρκεια της πρώτης συναντήσεώς μας, αισθανόμενοι την [//258] πνοή της αιωνιότητος, κρατούσαμε  την αναπνοή μας για ώρα.
Προσθέτω στο γράμμα αυτό και το άλλο, που έγραψα σε γράμμα πριν από ένα μήνα και περισσότερο, αλλά που δεν το απέστειλα εξαιτίας της ασθένειας.
Το προσθέτω, γιατί δεν θα ήθελα να επαναλάβω όσα έγραψα σε αυτό για την ασθένεια και την κουρά. Τώρα αισθάνομαι πολύ καλύτερα. Δόξα τω Θεώ!
Πριν από τέσσερις περίπου εβδομάδες ο πατήρ Ανδρέας Μπόλοτωφ παρέλαβε από κάποιον γνωστό του μερικές γαλλικές εφημερίδες. Μεταξύ αυτών ήταν και η ParisSoir της 23‐3‐35. Εκεί διάβασα άρθρο του René Borotte, στο οποίο γράφει πολύ εύστοχα. Ήταν πολύ ευχάριστο να διαβάσω αυτό το άρθρο.
Πρόσφατα σας έστειλα το βιβλίο του Επισκόπου Θεοφάνους, «Τί είναι η πνευματική ζωή», χωρίς να περιμένω απάντησή σας. Καταλαβαίνω πολύ καλά ότι είστε υπερβολικά απασχολημένος και δεν διαθέτετε χρόνο να γράφετε γράμματα.
Είχα σκεφθεί να σας γράψω κάτι ακόμη, αλλά τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ τί ήταν αυτό.
Ακόμη μια φορά επαναλαμβάνω τις καλύτερες ευχές μου για σας.
Με αγάπη εν Κυρίω, ο ελάχιστος αδελφός σας,
o ανάξιος ιεροδιάκονος Σωφρόνιος

[//259]

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ



Η ΡΗΞΗ
«Πολλοί ουν ακούσαντες εκ των μαθητών αυτού είπον· σκληρός εστιν ούτος ο λόγος· τίς δύναται αυτού ακούειν; … Εκ  τούτου πολλοί απήλθον εκ των μαθητών αυτού εις τα οπίσω και ουκέτι μετ’ αυτού περιεπάτουν».
(Ιωάν. 6,60 και 66)

[//260]

Επιστολή 23

«ΑΣ ΖΗΣΕΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ»
Η αδελφότητα «Ζωή». Η αποταγή του κόσμου είναι ο αδιάλειπτος αγώνας όλης της ζωής. Η ουσία της χρισιανικής υπακοής. Συνομιλία με τον Γέροντα Σιλουανό.
Ο Γέροντας δεν είναι μαντείο. Οι απαντήσεις των γερόντων .
Άθως, 7/20 Απριλίου 1936 1
Ηγέρθη ο Κύριος όντως!2
Αγαπημένε εν Κυρίω, πολύτιμε πάτερ Δημήτριε, Ευλογείτε!
Χαίρομαι, γιατί στην Αθήνα υπάρχει ένα τόσο θετικό φαινόμενο, όπως η αδελφότητα «Ζωή».
Καλές γνώμες για την Αδελφότητα μπορεί κάποιος να ακούσει από πολλούς. Αλλά για τον κοσμικό άνθρωπο ακόμη και οι αρχές της στοιχειώδους χριστιανικής ηθικής, όπως η παραίτηση από τα οινοπνευματώδη ποτά, από το κάπνισμα, από επίσκεψη σε τόπους κοινής διασκεδάσεως, η εγκράτεια στην τροφή, η τιμιότητα, η σεμνότητα και η σωφροσύνη, και ακόμη περισσότερο η αγαμία, παρουσιάζονται ήδη ως η ακρότητα της τελειότητας και της αποταγής [//261] του κόσμου και του εαυτού του, και μάλιστα ως υπερβολή. Γνωρίζοντας αυτό, δεν αποδίδω μεγάλη σημασία στις γνώμες τους και αισθάνομαι χαρά, γιατί ο θαυμασμός και η ευλάβειά τους προς τους ασκητές είναι ωφέλιμη κυρίως γι’ αυτούς.
Σας γνωρίζω ως άνθρωπο που δεν είναι επιρρεπής στο να παρασύρεται, αλλά μάλλον εγκεφαλικό, και μάλιστα κάποτε υπερβολικά κριτικό. Έχοντας αυτό υπ’ όψη και επιπλέον την πείρα σας στην πνευματική ζωή, δέχομαι την ενθουσιώδη γνώμη σας για την αδελφότητα της Ζωής με ιδιαίτερη σοβαρότητα. Ντρέπομαι για τον Άθω, και πρωτίστως για τον εαυτό μου. Στον Άθω δεν συνάντησα την τελειότητα εκείνη που εσείς βρήκατε εκεί.




1 Η Επιστολή αυτή γράφτηκε ως απάντηση στην Επιστολή 1 (7 Απριλίου 1936) του Δ. Μπάλφουρ από την Αθήνα, όπου είχε μεταβεί ο Μπάλφουρ μετά την εκδίωξη του από τον Άθω. Βλ. Παράρτημα ΙΙ,1: «Ο Γέροντας δεν είναι μαντείο», σσ. 354‐359.
2 Λουκ. 24,34.




τους.

Ζώντας σε καλύτερες από αυτούς συνθήκες, εμείς δεν φθάνουμε τα ύψη

Ήδη από καιρό συνειδητοποιώ ως τα βάθη της ψυχής μου ότι εμείς είμαστε

«τα περικαθάρματα του κόσμου» και «πάντων περίψιμα»3.
Η αποταγή του κόσμου δεν είναι πράξη που συντελείται μια φορά. Η αποταγή του κόσμου αποτελεί αδιάλειπτη άσκηση όλης της ζωής.
Η ησυχία είναι ο δείκτης του βαθμού της αποταγής, της απαλλαγής από τον κόσμο. Η καθαρότητα του νου αντιστοιχεί στο βαθμό της αποταγής του κόσμου.
Και αν εννοήσουμε τον κόσμο ως «το σύνολο των παθών»4, τότε η τέλεια αποταγή είναι η τέλεια απάθεια.
Με αυτή την έννοια εμείς δεν αποκοπήκαμε καθόλου ακόμη από τον κόσμο. Μόνο σωματικά απομακρυνθήκαμε από αυτόν.
Επαινείτε την «Ζωή» για την άρνηση «κάθε συμβιβασμού [//262] και καιροσκοπίας», που αποτελούν σχεδόν την κύρια αρχή όλης της δραστηριότητας και συμπεριφοράς μας.
Παρατηρείτε σε αυτούς «τέλεια υπακοή», ενώ σε μας δεν υπάρχει ακόμη και ανθρώπινη πειθαρχία.
Την ουσία της χριστιανικής υπακοής την βλέπω στην αναζήτηση του θελήματος του Θεού με προσευχή και στην εκπλήρωσή του. Με τον όρο πειθαρχία αντιλαμβάνομαι ή την εκούσια (για παράδειγμα στα πολιτικά κόμματα) ή την υποχρεωτική (για παράδειγμα στο στρατό) υποταγή του ανθρώπου σε άνθρωπο, πράγμα που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία κάθε κοινού ανθρώπινου εγχειρήματος.
Μόνο να χαρώ μπορώ, που επί τέλους αυτό το βρήκατε και στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τη γνώμη σας («απαιτούν τέτοια χριστιανική καθαρότητα και υποταγή … όλοι σιωπηλοί, πειθαρχημένοι, εγκρατείς … και με συναίσθημα ευθύνης» κ.ο.κ.) βλέπω ότι σε μας όλα είναι αντίθετα. Εμείς είμαστε οι πραγματικοί βάρβαροι. Κατανοώ ότι εσείς τώρα αναπαύεσθε ψυχικά στον κύκλο τους ύστερα από τη δική μας βαρβαρότητα.
Μου αρέσει και η επιλογή τους σχετικά με την υπηρεσία της Εκκλησίας: η Ιεραποστολή.
Σε μας βεβαίως υπάρχει άλλη οδός, άλλο σχέδιο αγώνα για τον εαυτό μας και για τον κόσμο. Καταρχήν πάντως, δεν θα ήθελα να περιφρονήσω και τη δική μας οδό. Λυπάμαι μόνο που δεν κατορθώνουμε τον σκοπό τους, δεν  ακολουθούμε τον δικό τους τρόπο ζωής, την οδό τους. Σε σας είναι εγγύτερα.
Δεν συμπίπτουν οι δρόμοι μας (οι δρόμοι, όχι ο τελικός σκοπός). Η αλήθεια είναι μία, ενοειδής, απλή. Ωστόσο παρουσιάζει αναρίθμητη ποικιλία εκφάνσεων.






3 Βλ. Α’ Κορ. 4,13.
4 Βλ. Ισαάκ Σύρου, Λόγος 30, ο.π., σ. 114.


Η [//263] αιτία της ποικιλίας των εκφάνσεων της Μιας απλής Αλήθειας έγκειται στη διαφορά των επιφανειών που την δέχονται.
Αυτοί είναι πιο κοντά σας. Έτσι εξηγώ εν μέρει το γεγονός ότι ανάμεσά τους μπορείτε «ευκολότερα να αναπνέετε», ότι αυτοί σας  «αρέσουν» περισσότερο.
Αλλά μήπως δεν σας έλεγα ήδη εξ αρχής ότι αυτή είναι η οδός σας; Παρέλαβα το γράμμα σας την τρίτη ημέρα του Πάσχα. Πήγα στον πατέρα
Σιλουανό, του διηγήθηκα με συντομία, περίπου τα εξής: «Στην Αθήνα υποδέχθηκαν τον πατέρα Δημήτριο πολύ καλά. Μερικοί του προτείνουν να ζήσει μαζί τους όσο θέλει, για χρόνια. Γνωρίσθηκε με μερικούς μορφωμένους ανθρώπους, που θέλουν να τον τακτοποιήσουν στο Πανεπιστήμιο έτσι, ώστε να μπορεί να τελειώσει σε δύο χρόνια. Υπόσχονται να του εξασφαλίσουν εύκολο και ικανοποιητικό μισθό. Εκτός από αυτό εκεί γνωρίσθηκε με πολλούς και σπουδαίους ανθρώπους, γνήσιους ασκητές, με ανθρώπους ευσεβείς, που συνάμα διαθέτουν και θεολογική μόρφωση. Όλα αυτά του άρεσαν. Ανέβαλε για την ώρα το ταξίδι του στα Ιεροσόλυμα. Θα παραμείνει στην Ελλάδα».
Ο πατήρ Σιλουανός απάντησε: «Έ, λοιπόν. Ας ζήσει εκεί, όσο αρέσει στην ψυχή του. Τα ίδια τα πράγματα θα τα δείξουν όλα».
Έτσι ο Γέροντας συμφωνεί με την πρόσθεσή σας να ζήσετε στην Αθήνα.
Σκέφθηκα ότι στα μάτια σας αυτό φαίνεται ως νέα αντίφαση.
Γράφετε, «παρακαλώ, μην αρχίσετε αντιδικία μαζί μου».
Εσείς πολύ πρόσφατα γίνατε μάρτυρας της μηδαμινότητάς μου, καθώς τώρα έχασα τη δύναμη, την τόλμη ή την παρρησία να μιλώ μαζί σας για την πνευματική ζωή.
[//264] Γράφετε ότι περισσότερο από οποιονδήποτε, πορεύομαι πλαγίως – με πλάγια μέσα. Τολμώ μήπως να ανοίξω το στόμα μου; Δεν το κρύβω, αυτή τη φορά μου είναι δύσκολο να σας γράψω.
Την Κυριακή 6/19 Απριλίου πήγα πάλι στον πατέρα Σιλουανό, του μίλησα για σας. Ήθελα να του γνωστοποιήσω κάπως λεπτομερέστερα αυτά που σας έγραψα.
Σας παραθέτω συνοπτικά τη συνομιλία μας.
Εγώ: «Ο πατήρ Δημήτριος είναι ταραγμένος με τις αντιρρήσεις στις συμβουλές και τις ευλογίες σας. Από τη μια ευλογήσατε να επιστρέψει στην Γαλλία, από την άλλη να ζήσει για χρόνια στα Ιεροσόλυμα».
Ο Πατήρ Σιλουανός: «Την πρώτη φορά, όταν με ρώτησε, προσευχήθηκα στον Θεό· του βγήκε να επιστρέψει στη Γαλλία. Το είπα σε αυτόν. Βλέπω ότι δεν θέλει. Θέλει στην Ελλάδα· προσευχήθηκα, η καρδιά δεν συγκατατίθεται. Θέλησε στα Ιεροσόλυμα». Ας πάει. Αλήθεια, είναι σαν μικρό παιδί. Εγώ σαν “νταντά”  τον συγκρατούσα από τη συμφορά, για να μη σπάσει το κεφάλι του. Αλλά ας ζήσει στην Ελλάδα. Αυτό θα είναι ενδιαφέρον ακόμη και από πλευράς εμπειρίας».
Εγώ: «Τί θα γίνει όμως, αν αυτή η πείρα είναι “πικρή”»;
Ο πατήρ Σιλουανός: «Τί να κάνουμε»;


Εγώ: «Ο πατήρ Δημήτριος θεωρεί καλύτερο να αποφασίζει για τέτοια θέματα μόνος».
Ο πατήρ Σιλουανός: «Έστω, έστω. Εμείς δεν σφετεριζόμαστε την  ελευθερία του. Είναι καλό ακόμη και το ότι έγραψε γράμμα. Αυτός μόνο ελευθερία γυρεύει. Δεν μου συμβαίνει όμως να το παρατηρώ αυτό πρώτη φορά. Μερικοί ζητούν συμβουλή. Τους λες. Δεν θέλουν να υπακούσουν, τους είναι βαρύ αυτό. Έτσι αρχίζουν ακόμη και να σε εχθρεύονται. Να, ο πατήρ Χ., πόσα χρόνια δεν παύει [//265] να μου εναντιώνεται, ενώ ενωρίτερα ερχόταν κοντά μου. Πόσες τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν».
Εγώ: «Ο σύνδεσμος του μαθητού με τον Γέροντα είναι εκούσιος και με  αυτή την έννοια ελεύθερος. Αν δεν βολεύει τον πατέρα Δημήτριο να  ακολουθήσει μερικές συμβουλές σας και θέλει να αποφασίζει μόνος του για τέτοια ζητήματα, τότε κάτι τέτοιο απελευθερώνει και σας. Διακόπτεται ο σύνδεσμος.
Ο πατήρ Σιλουανός: «Αυτός ο ίδιος με όρισε γέροντά του. Μου ήταν πια αδύνατο να αρνηθώ. Στην κουρά ο Δεσπότης τον παρέδωσε σε μένα ερήμην μου. Και τώρα θεωρώ ότι πρέπει ακόμη να κάνουμε υπομονή. Το ίδιο το πράγμα θα δείξει».
Εγώ: «Ο πατήρ Δημήτριος λέει ότι δεν είναι σωστό να ζητούμε από τον Γέροντα υποδείξεις για τέτοιες λεπτομέρειες, για παράδειγμα, για το πού να ζει κάποιος, πού να πηγαίνει. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τον Γέροντα ως μαντείο».
Ο πατήρ Σιλουανός: «Συγκρίνει λοιπόν τις προσευχές με μαντείο; Τότε φθηνά μας εκτίμησε.
»Ας ζήσει κατά το θέλημά του. Η πείρα θα τον διδάξει. Έχασε την πίστη, και χωρίς πίστη δεν θα υπάρξει όφελος. Θα γίνει όπως στο τραγούδι για τον Λουκά (Σε σένα ήλθα εγώ για συμβουλή, κουμπάρε, κ.ο.κ.)».
Εγώ: «Ο πατήρ Δημήτριος μου ζητά “να μην μπω σε αντιδικία μαζί του”».
Ο πατήρ Σιλουανός: «Για ποιόν λόγο να ερίζουμε. Γράψτε του ότι εμείς δεν θα τον μεταπείσουμε. Όταν είδα ότι δεν θέλει να ακούσει συμβουλή, τότε τελικά του είπα, ας ζήσει όπου θέλει, μόνο να προφυλάσσει τον εαυτό του, να ζήσει μοναχικά. Οι καιροί, λέω, είναι δύσκολοι. Είδα ότι, αν του φερθούμε αυστηρά, τότε θα αγανακτήσει».
Θυμηθήκαμε τα εξής χωρία:
[//266] «Διδάσκαλε, τί ποιήσω»; Ο Κύριος: «Γνωρίζεις τις εντολές». Ο νεανίας:
«Αυτά τα γνωρίζω από τη νεότητά μου. Πες μου κάτι περισσότερο». Ο Κύριος τον αγάπησε και είπε: «Πούλησε την περιουσία σου … και ακολούθησέ Με». Αυτός όμως ζάρωσε και έφυγε λυπημένος5.
Από το Γεροντικό: Ήλθε κάποιος αδελφός στον Ποιμένα τον Μεγάλο να ζητήσει ευλογία, για να ετοιμάσει δείπνο αγάπης στους αδελφούς μοναχούς. Ο





5 Βλ. Μάρκ. 10,17‐22.


όσιος ευλόγησε. Ο πρεσβύτερος αδελφός του όσιου Ποιμένα, ο αββάς Ανούβιος, όταν το έμαθε, έκανε παρατήρηση στον Ποιμένα για τη μη μοναχική συμβουλή.
Μια άλλη φορά ήλθε πάλι ο ίδιος αδελφός στον όσιο Ποιμένα. Ο άγιος ενώπιον πλέον του Ανουβίου ερωτά: «Για ποιό λόγο ήλθες την περασμένη φορά»; Απάντηση:  «Για  τον  ίδιο».  Ο  όσιος  Ποιμήν:  «Κι  εγώ  τί  σου  είπα»; Απάντηση:
«Ευλόγησες».
Ο όσιος Ποιμήν: «Το έκανα κατά λάθος. Δεν άκουσα με προσοχή. Δεν είναι μοναχικό έργο να ετοιμάζουμε δείπνα αγάπης. Άφησέ το. Ο αδελφός με λύπη:
«Τίποτε άλλο δεν μπορώ να κάνω», και έφυγε. Τότε ο αββάς Ανούβιος: «Συγχώρησον».
Ο όσιος Ποιμήν: «Είδα ότι δεν θα υπακούσει, αν του το απογορεύσω, γι’ αυτό και ευλόγησα, για να το κάνει με ειρηνική ψυχή»6.
Ήρθαν αδελφοί στον Μέγα Αντώνιο και ρώτησαν: «Πώς να σωθούμε»;
Ο Μέγας Αντώνιος: «Κάνετε αυτό και αυτό». Απάντηση: «Δεν μπορούμε».
Ο όσιος Αντώνιος: «Κάνετε εκείνο και εκείνο». Πάλι δίνεται η ίδια απάντηση: «Δεν μπορούμε».
[//267] Την τρίτη φορά ο Άγιος λέει: «Έ, τότε κάνετε αυτό κι αυτό». Απάντηση: «Και αυτό δεν μπορούμε».
Ο όσιος Αντώνιος λέει στον υποτακτικό του: «Βράσε χυλό γι’ αυτούς και απόλυσέ τους εν ειρήνη»7.
Και η Αγία Γραφή μαρτυρεί ότι και οι προφήτες δίνουν συμβουλή «κατά την καρδίαν» αυτού που ερωτά.
Δεν θέλω να σας λυπήσω. Αλλά εσείς ο ίδιος καταλάβατε την αιτία για τις αντιφάσεις στις συμβουλές του Γέροντα πατρός Σιλουανού. Αν ενεργούσατε με πίστη σύμφωνα με την πρώτη συμβουλή, τότε δεν θα υπήρχε χώρος για αντίφαση. Είναι η τα πάντα σκεπάζουσα αγάπη που αντιλέγει.
Ανέφερα στον πατέρα Σιλουανό και ένα πράγμα ακόμη. Λέω: «Μου είναι πολύ δύσκολο να γράφω ή να ομιλώ στον πατέρα Δημήτριο, όταν βλέπω ότι μας ενθυμείται με το δικό του τρόπο. Νομίζει ότι οι συμβουλές μας οφείλονται στο ότι εμείς ενδιαφερόμαστε να τον κρατήσουμε στην ρωσική Εκκλησία. Μερικές από τις ενέργειές μας δεν τις κατανοεί ως επιθυμία να τον βοηθήσουμε, αλλά μάλλον αντιθέτως».
Ο πατήρ Σιλουανός: «Ποτέ στις σκέψεις μου δεν υπήρχε αυτό. Δεν με ενδιαφέρει αν είναι Έλληνες ή Γάλλοι, ή Ρώσοι ή Εβραίοι. Σε όλους εύχομαι μόνο τη σωτηρία. Επίσης ποτέ δεν σκέφθηκα να υπερασπισθώ τη ρωσική Εκκλησία. Με ρώτησε τί να κάνει, πού να πάει. Του είπα από την προσευχή μου. Ανθρώπινα δεν γνωρίζω, πού και ποιές συνθήκες υπάρχουν».







6 Βλ. Αρχαίο Πατερικό (στα ρωσικά) κεφ. 10,64, σ. 175.
7 Βλ. Αρχαίο Πατερικό (στα ρωσικά) κεφ. 16,1, σ. 309.


Θεώρησα αναγκαίο να μην σας αποκρύψω το περιεχόμενο της συνομιλίας μας. Αλλά και ο ίδιος αντιλαμβάνεστε [//268] τη δυσκολία της θέσεως του Γέροντα και το άβολο της ιδικής μου.
Αν γνώριζα ότι οπωσδήποτε σας περιμένει συμφορά στην Αθήνα, τότε δεν θα είχα (ηθικώς) το δικαίωμα να αποσιωπήσω κάτι τέτοιο. Αλλά εμείς πορευόμαστε «δια πίστεως και όχι δι’ οράσεως»8. Ο τελευταίος λόγος του Γέροντα ήταν: «Ας ζήσει στην Αθήνα προς δόξαν Θεού». Και εγώ σας εύχομαι ολοψύχως να εκμεταλλευθείτε το διάστημα της διαμονής σας στην Αθήνα, όσο το δυνατό πιο καρποφόρα.
Ο πατήρ Κήρυκος έγραψε γράμμα για το Πάσχα στους πατέρες Ν., Ι. και Βησσαρίωνα. Στον τελευταίο γράφει: «Ο ιερομόναχος Δημήτριος, ο άγγλος που ζει σε σας στον Άθω, ξεσήκωσε εδώ στο Πατριαρχείο ολόκληρη θύελλα. Παραπονείται ότι τον έδιωξαν από το Μοναστήρι. Εντός των επομένων ημερών θα επισκεφθώ τον Πατριάρχη, για να τον εξομολογήσω. Θα μιλήσω μαζί του γι’ αυτό το ζήτημα».
Δόξα τω Θεώ για όλα! Ωστόσο είναι δύσκολη για μας η ζωή. Στην κυριολεξία είναι αδύνατο να ζήσει κάποιος χριστιανικά. Χριστιανικά μπορεί μόνο
«να αποθνήσκει» χίλιους θανάτους κάθε ημέρα9. Πρέπει συνεχώς να χάνουμε  την ψυχή μας στον κόσμο αυτόν, φέροντας πάντοτε τη νέκρωση του  Κυρίου Ιησού, ώστε και η ζωή Του να φανερωθεί σε μας.
Έτσι προκύπτει ότι, όσο «ζωντανοί» είμαστε για τον κόσμο αυτόν, τόσο
«νεκροί» είμαστε για τον Θεό.
[//269] Υπάρχει όμως ακόμη η φρικτή κατάσταση της Θεοεγκαταλείψεως. Ο άνθρωπος πλέον «ουκ έχει ζωήν» στον κόσμο αυτόν, δηλαδή δεν μπορεί να ζήσει με αυτόν τον κόσμο. Η μνήμη ενός άλλου θείου κόσμου τον ελκύει «εκεί», αλλ’ εντούτοις και τότε το σκοτάδι περιβάλλει την ψυχή.
Στην ουσία δεν μπορούμε να σωθούμε, να φθάσουμε τον Θεό. Ο ίδιος είναι απροσδεής. Αν ευαρεστηθεί, μπορεί να έλθει σε μας. Τον επικαλούμαι έντονα άλλοτε κλαίοντας, άλλοτε στενάζοντας για το σκοτάδι και τη φτώχεια της ζωής μου, άλλοτε με προσευχή, άλλοτε με σιωπή, άλλοτε με κραυγές, … αλλά δεν με ακούει.
Κι εγώ κουράστηκα.
Μου συνέβη φοβερή αλλαγή. Το Φως, η θεία χάρη απομακρύνθηκαν από μένα. Έπαθα ανεπανόρθωτη ζημιά και σε αυτό έγκειται η αστείρευτη πηγή των βασάνων μου, που πάλι ενισχύθηκαν και ξεπέρασαν τις δυνάμεις μου. Και η ψυχή και το σώμα μου νοσούν. Από τη μεγάλη θλίψη, όπως ο Ιώβ, φθάνω κάποτε να γίνομαι παράφρων.
Σας παρακαλώ, προσεύχεσθε για μένα. Αφοσιωμένος ολοψύχως σε σας,





8 Βλ. Β’ Κορ. 5,7.
9 Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 311 κ.α.


o ανάξιος και ελάχιστος εν Χριστώ αδελφός,
ιεροδιάκονος Σωφρόνιος Ο  πατήρ  Πινούφριος  σας  στέλνει  τους  πασχαλινούς  χαιρετισμούς  του.
Διάκειται με ιδιαίτερη συμπάθεια απέναντί σας και εύχεται πάντοτε για σας το καλό.
Ο πατήρ Βασίλειος ήθελε να στείλει γράμμα μαζί με το δικό μου, αλλά έπειτα για κάποιον λόγο έστειλε το δικό του χωρίς να μου το πει.
Τα γράμματα προς εμένα να τα στέλνετε συστημένα. Ειρήνη υμίν παρά Κυρίου!
o αμαρτωλός ιεροδιάκονος Σωφρόνιος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου