Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

οψωμεθα τον θεον


Επιστολή 11

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Η διαφύλαξη των μυστικών της πνευματικής ζωής.
Ότι αρμόζει να μιλάμε με τους ανθρώπους. Η δευτερεύουσα θέση της σύγχρονης επιστήμης και κουλτούρας. Οι πλάνες του οικουμενισμού. «Το καλύτερο είναι εκείνο που συμφωνεί με το θέλημα του Θεού». Ο Γέρων Σιλουανός. «Μη γνώτω η αριστερά σου, τί ποιεί η δεξιά σου» και οι επισκέψεις της χάριτος. Το μυστήριο του Χριστιανισμού. Η ταπείνωση, η υπακοή και οι θλίψεις. Η μείωση του χαρίσματος της πίστεως.
Οι λογισμοί. Τα λάθη των Ρωμαιοκαθολικών. Η αγάπη του Θεού και η δικαιοσύνη. «Τον Θεόν φοβού και τας εντολάς αυτού φύλασσε» (Εκκλ. 12,13) είναι ο ορθόδοξος «μυστικισμός». Στο χριστιανισμό είναι «όλα αντίστροφα».
Άθως, 3/16 Δεκεμβρίου 1932
Πολύτιμε, πάτερ Δαβίδ, Ευλογείτε!
Αγαπημένε εν Χριστώ αδελφέ μας, ο Κύριος, που μας αγαπά άπειρα με κάποια ιδιαίτερη, ανεξήγητη αγάπη, μας έδωσε ανάμεσα στα άλλα και το  μεγάλο αυτό αγαθό: να προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλο. Κατά τη μεγάλη Του ευσπλαγχνία απέναντί μας αισθάνομαι κάποτε στην προσευχή μου  την ψυχή εκείνου, για τον οποίο προσεύχομαι, και ανάλογα με το αίσθημα αυτό είτε χαίρομαι είτε θλίβομαι. Έτσι και για σας, όταν προσεύχομαι (και ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον) αισθάνομαι την κατάσταση της ψυχής σας. Γι’ αυτό τον τελευταίο μήνα, παρόλο που δεν είχα ειδήσεις σας, ένιωθα μεγάλη χαρά στην καρδιά [//155] προσευχόμενος στον Θεό να ελεήσει και μένα
«δι’ ευχών σας». Γνώριζα, και χωρίς να μου το πείτε, ότι προσεύχεσθε για μένα πολύ και με αγάπη. Ωστόσο δεν θέλω να εμπιστεύομαι απόλυτα στο αίσθημά μου, και γι’ αυτό χαίρομαι πάντοτε, όταν παίρνω γράμμα σας, που πληροφορεί αξιόπιστα για σας, την κατάσταση και τις συνθήκες της ζωής σας.
Το βράδυ της 23ης Νοεμβρίου παρέλαβα το γράμμα σας από τη Νίκαια. Ήθελα να σας γράψω την ίδια νύχτα, αλλά από τη μια η μεγάλη κούραση και από την άλλη η επιθυμία να σας πω πολλά που θεωρούσα αναγκαία και που θα απαιτούσαν πολύ χρόνο για να διατυπωθούν με λόγια –σε χαρτί και με μελάνι– δεν μου επέτρεψαν να πραγματοποιήσω την πρόθεσή μου. Μετά από αυτό πάλι δεν βρήκα χρόνο. Έτσι υποχρεώθηκα να αναβάλω το γράμμα ως το επόμενο ταχυδρομείο, δηλαδή μετά από μιάμισυ εβδομάδα.
Αγαπητέ, πάτερ Δαβίδ, η ιδιαιτερότητα των περιστάσεων με ανάγκασε να σας μιλήσω για τον εαυτό μου, πράγμα που σε κανέναν άλλο δεν έκανα. Εκείνο το μικρό ή μεγάλο που μου δόθηκε να ζήσω είναι δώρο του ελέους του Θεού σε μένα τον αθλιότερο από όλους τους ανθρώπους. Και καθώς μου είναι απείρως πολύτιμο, θεωρώ αναγκαίο να το φυλάξω μακριά από τα βλέμματα των άλλων, για να μη μου «αφαιρεθεί». Γι’ αυτό σας παρακάλεσα να μη μιλήσετε για μένα σε κανένα. Δεν θέλω όμως να σας δεσμεύσω με την υπόσχεση αυτή σε τέτοιο  βαθμό,  ώστε  να  σας  στερήσω  τη  δυνατότητα,  σε  περίπτωση  αμφιβολίας  και


πραγματικής ανάγκης, να ελέγξετε αυτά, για τα οποία ομιλήσαμε ρωτώντας ανθρώπους έμπειρους στην πνευματική ζωή· με μοναδικό όρο να αναφέρετε τις σκέψεις μου, χωρίς να αποκαλύψετε το πρόσωπό μου. Μπορείτε να μιλάτε για ό,τι [//156] χρειασθεί. Αλλά και αυτό να το κάνετε, παρακαλώ, με μεγάλη προσοχή και διάκριση. Καταλαβαίνω ότι ως κάποιο βαθμό ήσασταν αναγκασμένος να μιλήσετε για τη γνωριμία μας στον επίσκοπο Ελευθέριο, όπως οφείλετε να κάνετε στον πνευματικό σας πατέρα και στη μητέρα σας.
Ούτε ο Επίσκοπος ούτε η μητέρα σας με γνωρίζουν καλά. Και εγώ επίσης δεν τους γνωρίζω προσωπικά (αν και τους γνωρίζω κάπως ψυχικά, προσευχόμενος γι’ αυτούς συχνά) και δεν περιμένω να ζημιωθώ από το ό,τι μιλήσατε σε αυτούς για κάποιον μοναχό που ζει στα βουνά πέρα από τη θάλασσα. Όσον αφορά άλλα πρόσωπα, δεν έχω καμιά αντίρρηση, αν δεν αποκρύπτετε από αυτούς ότι γνωριζόμαστε, αλλά πολύ καλά κάνετε να μην αναφέρετε ειδικότερα τις σχέσεις μας σε κανένα.
Ίσως έχετε ήδη παρατηρήσει ότι προσπαθώ να μη διατηρώ αλληλογραφία με κανέναν. Απαντώ σε γράμματα μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για να μην προσβάλω τους ανθρώπους, και τότε πάλι μιλώ με υπεκφυγές. Αυτό δεν  σημαίνει ότι δεν τους αγαπώ ή δεν τους σέβομαι (εσείς ο ίδιος το γνωρίζετε). Για τον μοναχό όμως είναι αδύνατο να ζήσει διαφορετικά. Γι’ αυτό και αναγκάζεται να φύγει όσο το δυνατό πιο μακριά από τα αναγκαία –για να μην πω περιττά‐ δηλαδή τις γνωριμίες και τις σχέσεις.
Ιδιαίτερα για τον π. Φίντλερ, τον γνώριζα, πριν ακόμη γίνει Ορθόδοξος. Σε συναντήσεις που είχαμε συζητήσαμε μαζί πολύ ελεύθερα για πολλά θέματα της πίστεως, αλλά ποτέ δεν τον έπεισα να προσέλθει στην Ορθοδοξία, αν και κατά κάποιον τρόπο μου αποδίδει ένα μερίδιο της ευθύνης για τη μεταστροφή του (κυρίως με την προσευχή), για την οποία μου έγραψε εδώ στον Άθωνα.
Εκείνο το γράμμα που σας έδειξα ήταν η μοναδική επιστολή μου προς αυτόν, γραμμένη στην κατάλληλη στιγμή, γιατί δεν ήταν σωστό πλέον μετά από μερικά γράμματά [//157] του να μην απαντήσω στο αίτημά του για βιβλία. Εκπλήττομαι που φυλάγει το γράμμα αυτό. Στην πραγματικότητα όμως δεν γνωρίζει τα μυστικά της ψυχής μου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι εκεί. Γι’ αυτό και σας παρακαλώ, μη μιλάτε για μένα ούτε σε αυτόν ούτε στους άλλους, έστω και αν είναι φίλοι μου. Νομίζω ότι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι, έχουν  δημιουργήσει για μένα τις δικές τους εντυπώσεις, τίποτα περισσότερο. Έτσι το 1927 ήρθε εδώ ο κ. Κ., με σκοπό να πείσει τον π. Βασίλειο και εμένα να επιστρέψουμε στη Γαλλία, οπότε πολύ ανοικτά εξέφρασε τις υποθέσεις των Ορθοδόξων (Ρώσων) του Παρισιού σχετικά με τα αίτια της φυγής μου στον Άθω. Τα εύρισκε αδικαιολόγητα. Υποσχόταν να τα «τακτοποιήσει» όλα και να αναλάβει τις φροντίδες, και από υλικής ακόμη πλευράς, αρκεί μόνο  να επέστρεφα στο Παρίσι.
Για τις νέες γνωριμίες σας με τους Ρώσους θα πω ότι γενικά τις επιδοκιμάζω. Αλλά θέλω μόνο να σας προειδοποιήσω (αν και νομίζω ότι η προειδοποίηση αυτή είναι για σας περιττή), να προσέχετε, όταν τους συναναστρέφεσθε, από κάθε ελεύθερη και άφοβη συνομιλία για την πνευματική


ζωή. Γίνεται πάντοτε μεγάλη ζημιά στην ψυχή από την θαρραλέα συνομιλία για οτιδήποτε Θείο. Ο δείκτης ωφέλειας από τη συνομιλία με κάποιον είναι ή ο φόβος του Θεού ή τα αισθήματα της μετάνοιας, η ταπείνωση, η μνήμη του θανάτου, ή τελικά η αγάπη του Θεού, η κατάνυξη1.
*
Θέλω να σας επαναλάβω ότι πρέπει να προσπαθήσετε να υιοθετήσετε τη συνήθεια, ώστε πριν από κάθε συνομιλία σας με τους ανθρώπους να προσεύχεσθε νοερά στον Θεό [//158] (αν είναι δυνατό καρδιακά) ζητώντας σύνεση, για το τί να πείτε και το πώς να φερθείτε. Και νά ποιο είναι το έργο σας: Παρατηρείστε οπωσδήποτε τον τρόπο, με τον οποίο μεταβάλλεται η καρδιακή αίσθηση, και στη συνέχεια η σκέψη και ο λόγος. Κάτι τέτοιο κατορθώνεται ως εξής: Πριν ακόμη προχωρήσετε στην έκφραση ενός ήδη διαμορφωμένου λόγου ή μιας σκέψης, προσευχηθείτε στον Θεό για σύνεση, στρέφοντας, όσο είναι δυνατό, τον προσοχή του νου στην καρδιά.
Γράψτε μου τις παρατηρήσεις σας (αν πιστεύετε ότι κάτι τέτοιο δεν σας είναι περιττό), κι εγώ με τη σειρά μου θα μοιρασθώ μαζί σας εκείνο που ο Κύριος δίδαξε και σε μένα τον κτηνώδη δια μέσου των δούλων Του. Μη βιασθείτε με την εργασία αυτή. Είναι προτιμότερο να της αφιερώσετε μεγαλύτερη προσοχή2.
[//159] Για να μη λησμονήσω· συμφωνώ κι εγώ μαζί σας, ότι δεν πρέπει να μεταφερθείτε στο «μοναστήρι» του Φίντλερ.
Γνωρίζω σχετικά λίγο τα πρόσωπα που σημειώνετε. (Τον Σταυρόφσκυ, τον πατέρα Αθανάσιο και τους άλλους που αναφέρατε δεν τους γνωρίζω καθόλου).





1 Προσθήκη: «Το να μιλά κανείς ελεύθερα για υψηλές πνευματικές εργασίες ή καταστάσεις όχι μόνο δεν ωφελεί, αλλά και προξενεί μεγάλη ζημιά».
2 Προσθήκη: «Η εργασία αυτή είναι μεγάλη, και για σας ως ιερέα, ως ποιμένα,  είναι  άκρως αναγκαία. Κανένα από τους υπόλοιπους να μη μυήσετε σε αυτήν (ως το απώτερο ή το άμεσο μέλλον, όταν πιθανώς θα σας ανατεθεί να το διδάξετε στους πιστούς). Συνήθως λοιπόν πρέπει να λέμε σε όλους ότι οφείλουμε να ζητούμε βοήθεια από τον Θεό για κάθε έργο, ακόμη και για κάθε λόγο. Εκείνο όμως για το οποίο σας μίλησα ο ίδιος με φόβο και ταπείνωση, να το εφαρμόζετε. Γνωρίζω ότι δεν θα συνειδητοποιήσετε αμέσως, σε τί έγκειται η εργασία αυτή, σε τί συνίσταται το μεγαλείο της, σε τί το απροκάλυπτο μυστήριό της. Είναι αληθινή, γιατί στην κατά Θεό ζωή μας δεν υπάρχουν μυστικά, όπως για παράδειγμα στους μασώνους, και ο Ίδιος ο Κύριος τίποτε δεν είπε μυστικά. Δεν παύει όμως να αποτελεί και μυστήριο, γιατί λίγοι είναι οι άνθρωποι εκείνοι που για την ταπείνωσή τους κατά τη δωρεά της χάριτος κατανοούν στη δεδομένη περίπτωση περί τίνος πρόκειται. Ωστόσο, πρέπει σε όλα να τηρήσουμε το μέτρο. Κι  εσείς επίσης προσπαθείστε περισσότερο να παραμείνετε στην υποχρεωτική συνήθως για όλους προσευχή για βοήθεια και σύνεση, χωρίς να προσπαθείτε υπερβολικά να φθάσετε εκείνο, για το οποίο σας μίλησα παραπάνω, δηλαδή να εισχωρήσετε με την προσοχή του νου στην καρδιά και να παρατηρήσετε τις αλλοιώσεις που συντελούνται σε αυτήν με το πέρασμα των λογισμών και των αισθημάτων μας σε σχέση με την προσευχή. Και αυτό γίνεται κατά τον καιρό της προσευχής ειδικά πριν από συνομιλία ή γράψιμο, όχι όμως κατά τη διάρκεια της προσευχής εν γένει. Πάντως, όταν κάποιος απευθυνθεί σε σας, ιδιαίτερα για συμβουλή ή διευκρίνιση, να προσπαθήσετε δίχως άλλο, πριν αρχίσετε να μιλάτε, να στραφείτε νοερά στον Θεό – πιθανόν αυτό να σας είναι περιττή συμβουλή. Ίσως ήδη κάνετε έτσι. Δεν πειράζει όμως, η υπενθύμησή μου δεν θα σας προξενήσει ζημιά».


Ενδέχεται να σας οδηγήσει ο Κύριος σε συναντήσεις, που, κατά την άποψή μου, θα σας είναι πολύ πιο ωφέλιμες· σε εκείνες δηλαδή τις εξαιρετικά ευνοϊκές για την πνευματική ζωή συνθήκες, στις οποίες βρίσκεται προς το παρόν η ρωσική νεολαία· τη φτώχεια, το διωγμό, την εξουθένωση, την έλλειψη δικαιωμάτων, την ανασφάλεια κ.λπ. από τη μια, από την άλλη τη δυνατότητα να γνωρίσουν προσωπικά και από κοντά τα επιτεύγματα του πολιτισμού της Δύσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, μερικοί από αυτούς, αφού υπέμειναν θλίψεις και παθήματα για την πίστη τους στον Θεό, να λάβουν άφθονη χάρη. Μερικοί πάλι όχι μόνο από κάποιο αίσθημα που ένιωσαν στην καρδιά και την ψυχή, αλλά και εξαιτίας κάποιας σοβαρής, βαθειάς, συνετής πεποιθήσεως γνώρισαν ότι η επιστήμη στο σύνολό της και η σύγχρονη κουλτούρα γενικά, δεν πρέπει να κατέχουν πρωτεύουσα θέση στη ζωή του ανθρώπου, αλλά να συνεπικουρούν. Χάρη στη διαπίστωση αυτή υπερνίκησαν ήδη ως ένα βαθμό τον πειρασμό εκείνον, που με το χρόνο γίνεται για όλον τον κόσμο ολοένα και πιο δυνατός, και ο οποίος στην [//160] ουσία του μοιάζει αρκετά με τον δεύτερο πειρασμό του Κυρίου από τον σατανά στην έρημο3.
Συγχωρείστε με, ίσως όλα αυτά να είναι περιττά. Εδώ όμως θέλω να πω και λίγα λόγια για το γεγονός ότι μια σημαντική μερίδα του χριστιανικού κόσμου κλίνει σήμερα να αποδεχθεί μια από τις πιο επικίνδυνες αιρέσεις. Αυτή ξεκινά από τη διαπίστωση ότι δήθεν στις ημέρες μας δεν υπάρχει ούτε μια εκκλησία που να έχει διαφυλάξει πλήρως την αλήθεια της διδαχής του Χριστού· ότι καμιά εκκλησία δεν κατέχει σε απόλυτο βαθμό τη γνώση του μυστηρίου της αγίας, χαρισματικής χριστιανικής ζωής σε ηθικό και ασκητικό επίπεδο· ότι πολλές από τις εκκλησίες, που αποκαλούνται χριστιανικές, έχουν ίση χάρη, και γι’ αυτό οφείλει να επέλθει η ένωση των εκκλησιών με βάση κάποιον κοινό για όλες παρονομαστή. Ένα από τα πιο συχνά ερωτήματα, που τυχαίνει να αντιμετωπίζουμε, είναι το ερώτημα ποιός σώζεται και ποιός όχι. Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως σκέπτονται ότι σώζεται όχι μόνο ο Ορθόδοξος (σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας) ή μόνο ο Καθολικός (σύμφωνα με τη διδασκαλία των Ρωμαιοκαθολικών), αλλά και όλοι οι ενάρετοι άνθρωποι που πιστεύουν στον Χριστό. Η άποψη αυτή πέρασε από τους Προτεστάντες και στους πιστούς των υπολοίπων εκκλησιών. Υπάρχουν πολλοί μεταξύ των Ορθοδόξων, που υποστηρίζουν την άποψη αυτή. Μερικοί μάλιστα σκέπτονται ότι ούτε μια  από τις υπάρχουσες εκκλησίες δεν μπορεί να δεχθεί το πλήρωμα της γνώσεως και της χάριτος, γιατί η κάθε μια από αυτές κατά τον ένα ή τον άλλο βαθμό έχει παρεκκλίνει από την αλήθεια. Οι ίδιοι πάντοτε πιστεύουν ότι μόνο τώρα, στα τέλη των αιώνων, συνέλαβαν πλήρως το πνεύμα της διδαχής του Χριστού και μέχρι τώρα όλος ο χριστιανικός κόσμος, [//161] στη ροή τόσων αιώνων, βρισκόταν σε πλάνη. Λένε ότι τώρα ήρθε ο καιρός, που πρέπει να ενωθούν όλα  τα διχασμένα μέρη σε μια παγκόσμια και αποστολική Εκκλησία. Αυτή, σύμφωνα με τους ίδιους, θα κατέχει την πλήρη αλήθεια από όλες τις απόψεις, αν κατά την




3 Βλ. Λουκ. 4,5‐8.


(παραπάνω) ένωση γίνει αποδεκτό μόνο εκείνο που αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό για όλες τις εκκλησίες. Άλλοι πάλι, φαινόμενο ακόμη χειρότερο, διαλογίζονται στις καρδιές τους για κάποιο είδος υψηλού μυστικισμού, που υπερβαίνει τα όρια της εκκλησιαστικής αντιλήψεως της χριστιανικής θρησκείας, ώστε … δεν θέλω ούτε να αναφερθώ περισσότερο σε όλα αυτά. Επιθυμώ μόνο κλείνοντας το θέμα αυτό να πω παρενθετικά ότι πολύ θα ήθελα (και γι’ αυτό προσεύχομαι στον Θεό) εσείς να μη πλανηθείτε με όλα αυτά, αλλά να πιστεύετε ακράδαντα με την καρδιά και με το νου ότι υπάρχει πάνω στη γη εκείνη η Μία, Μοναδική και Αληθινή Εκκλησία που ίδρυσε ο Κύριος. Η Εκκλησία αυτή διατηρεί αλώβητη και ακέραιη τη διδασκαλία του Χριστού (και όχι ξεχωριστά μέλη της), κατέχει το πλήρωμα της γνώσεως και της χάριτος και είναι αλάθητη. Εκείνο που για μερικούς δεν φαίνεται να είναι πλήρης διδασκαλία, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η δυνατότητα για επιστημονική επεξεργασία που προσφέρει  ο απεριόριστος και ανεξάντλητος πλούτος της. Αυτό όμως δεν συγκρούεται καθόλου με ό,τι είπαμε παραπάνω για την κατοχή του πληρώματος της  γνώσεως. Η διδασκαλία της Εκκλησίας, που έλαβε την τελική της μορφή από τις Οικουμενικές Συνόδους, δεν επιδέχεται καμιά αλλαγή. Όλη η μετέπειτα επιστημονική εργασία πρέπει απαραίτητα να συμφωνεί με ό,τι ήδη δόθηκε στη θεία αποκάλυψη και διατυπώθηκε στη διδαχή των Οικουμενικών Συνόδων της Εκκλησίας. Το ίδιο ισχύει και για τη χάρη. Το πλήρωμα της χάριτος, μπορεί να κατέχει μόνο η μία και μοναδική Εκκλησία. Όλες όμως οι άλλες εκκλησίες διαθέτουν χάρη [//162] εξαιτίας της πίστεως στον Χριστό, όχι όμως στην  πληρότητα. Μπορούμε να πιστεύουμε ότι και στις ημέρες μας ακόμη υπάρχουν άνθρωποι, που κατά τη χάρη του Αγίου Πνεύματος είναι ίσοι με τους μεγάλους αγίους της Εκκλησίας των αρχαίων χρόνων (το λέω σε σχέση με ό,τι έτυχε να ακούσω για μερικούς ανθρώπους στη Ρωσία), γιατί ο Χριστός είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»4. Όλα αυτά είναι η αλήθεια. Όποιος απομακρυνθεί από την πίστη αυτή, δεν θα σταθεί.
Σχετικά με τη μητέρα σας. Πολύ συχνά προσεύχομαι γι’ αυτήν. Δεν γνωρίζω ακριβώς ποια ψυχική πάλη και ποιες θλίψεις βιώνει, αλλά γνωρίζω (από την προσευχή) ότι πράγματι πάσχει. Θα ήθελα να προσεύχομαι γι’ αυτήν. Πόσο αγαπά η ψυχή να προσεύχεται για κάθε άνθρωπο που θλίβεται! Η αδελφή σας είναι πιο μακριά από μας κατά το πνεύμα. Προσεύχομαι όμως γι’ αυτή, μόνο γιατί έρχεται στο νου μου. Ο αδελφός σας, που βρίσκεται στην Κίνα, είναι μακριά από μας όχι μόνο σωματικά. Καλά κάνατε που πείσατε τη μητέρα σας να μην πάει στην Κίνα. Μόλις πληροφορήθηκα ότι θέλει να ταξιδέψει προς τα εκεί, ανησύχησα και φοβήθηκα.
*
Όσον αφορά την πρόσκλησή σας στην Αγγλία για ποιμαντική διακονία  της νεαράς Εκκλησίας του Λονδίνου, συζήτησα γι’ αυτό με τον πατέρα Βασίλειο. Μου ανέφερε το περιεχόμενο του γράμματος του κ. Σιέλλυ μου μίλησε γενικά




4 Εβρ. 13,8.


και για την Εκκλησία του Λονδίνου. Εξάλλου είναι αλήθεια ότι δεν είναι  ιδιαίτερα κατατοπισμένος στο θέμα. Πρέπει να γνωρίζετε πάντως ότι δεν βλέπω σε αυτό τίποτε το κακό ή το επικίνδυνο για την ψυχή σας (χωρίς βέβαια αυτό που λέω να έχει για σας τη μορφή αποφάσεως, κάτι [//163] που αναμφίβολα ανήκει στον επίσκοπο Ελευθέριο). Να αγωνίζεσθε με την ψυχή σας μόνο για ένα πράγμα, να αποκτήσετε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος «και μόνο αυτό». Να  δώσει ο Κύριος, ώστε και στο μέλλον η επιθυμία αυτή της καρδιάς σας να διαφυλαχθεί αναλλοίωτη και να αυξηθεί. Στην πραγματικότητα όμως δεχόμαστε τη χάρη όχι για τους αγώνες μας (ησυχία, νηστεία, προσευχή κ.λπ.), αλλά κυρίως για την εκπλήρωση του θελήματος του Θεού. Ρώτησα κάποτε τον επίσκοπο Βενιαμίν, όταν ήμουν στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι: «Δέσποτα, τί είναι καλύτερο, να σιωπούμε να μιλούμε»; Και ο επίσκοπος απάντησε σοφά:
«Καλύτερο είναι εκείνο που συμφωνεί με το θέλημα του Θεού. Αν ο Κύριος θέλει να μιλάς, τότε για το λόγο θα λάβεις χάρη· αν πάλι ο Κύριος θέλει να σιωπάς, τότε για τη σιωπή θα σου δώσει χάρη· και αντιθέτως, αν ο Κύριος θέλει να μιλάς και συ τηρείς σιωπή, τότε μάταια κοπιάζεις, τίποτα δεν θα λάβεις». Να φοβάστε τα προσκόμματα σχετικά με τις γυναίκες. Αυτό να το θυμάστε πάντα, ιδιαίτερα κατά τη διαμονή σας στο Λονδίνο. Γι’ αυτό όμως θα μιλήσουμε, όταν έρθει η ώρα. Τώρα όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν πρέπει να αποφύγετε τελείως την αλληλογραφία με τους Λονδρέζους. Είναι ακόμη καλύτερα, αν ανακοινώσετε στον κ. Σιέλλυ ότι λάβατε το γράμμα του. Μπορείτε να του πείτε ότι εσείς δεν αποφασίζετε για το θέμα αυτό, ότι η απόφαση ανήκει σε άλλους. Αυτό θα σας ελευθερώσει από κάθε λογισμό, αμφιβολία ή έπαρση. Όταν όμως θα είστε στο Λονδίνο, τότε οπωσδήποτε θα τους βοηθήσετε5. Έχετε δίκαιο στη διαπίστωσή σας ότι οι «Άγγλοι Ορθόδοξοι δεν βλέπουν και πολύ βαθιά την Ορθοδοξία», αλλά να τους διακονήσετε. Για όλα όμως αυτά μπορούμε ακόμη να συζητήσουμε, όταν [//164] χρειαστεί, αν βέβαια ο επίσκοπος Ελευθέριος ευνοήσει και σας προτείνει να έλθετε προς τα εδώ. Τίποτε οριστικό δεν λέω για το θέμα αυτό, γιατί δεν γνωρίζω πλήρως  το  θέλημα  του  Θεού.  Μιλώ  ακολουθώντας  την  ανθρώπινη  σκέψη,
δηλαδή από το νου μου.
*
Μαζί με το γράμμα μου αυτό σας στέλνω και το γράμμα του Γέροντος πατρός Σιλουανού. Θα σας πω λίγα λόγια γι’ αυτόν.
Από τις πρώτες ημέρες του ερχομού μου στη Μονή η ψυχή μου αισθάνθηκε απέναντί του περισσότερη ευλάβεια από όση για οποιονδήποτε άλλον από τους ανθρώπους που γνώριζα και με τους οποίους είχα επαφή. Η ψυχή μου πάντοτε ταπεινωνόταν στην παρουσία του με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο6. Πολλές φορές με




5 Βλ. Πράξ. 16,9.
6 Προσθήκη: «Ποτέ στη ζωή μου δεν αισθάνθηκα τόσο έντονα ντροπή ακόμη και για μικρούς άσχημους λογισμούς, για την κάθε μου κίνηση, όπως συνήθως αισθανόμουν στην παρουσία του. Και αυτό συνέβαινε από τις πρώτες ημέρες της μοναχικής μου ζωής, όταν τον γνώριζα μόνο εξ όψεως».


οδήγησε ο Κύριος να τον συναντήσω, κάποτε μάλιστα και να μιλήσω μαζί του, όταν το πρόσωπό του έλαμπε από ανεκδιήγητο φως και ωραιότητα7. Μου συνέβη να δω και άλλους μοναχούς σε ανάλογη κατάσταση, να μοιάζουν δηλαδή τα πρόσωπά τους με τους αγγέλους (αυτό όμως δεν συνέβαινε συχνά, αλλά έτυχε μερικές φορές στη μετάληψη των ασθενών ή στην κουρά της μεγαλοσχημίας), ωστόσο ποτέ δεν αντίκρυσα κάτι παρόμοιο. Γνωρίζω ότι ημέρα και νύχτα  διαμένει στην προσευχή. Ο Κύριος του έδωσε τέτοια χάρη, ώστε ακόμη και [//165] όταν είναι άλλοι παρόντες, να μη διακόπτει την προσευχή, δηλαδή να μην τον παρεμποδίζουν και πολύ, αλλά να είναι ακόμη και ευπροσήγορος από την αγάπη του προς τους ανθρώπους. Σε καμιά περίπτωση δεν επιβαρύνεται κατά την επικοινωνία του με τους ανθρώπους. Αυτό τον διακρίνει από τους άλλους ασκητές, που έχουν ανάγκη από συνθήκες ησυχίας και απομονώσεως για να παραμείνουν στην προσευχή.
Τον γνώρισα καλύτερα πολύ πρόσφατα. Ακόμη δεν  συμπληρώθηκε χρόνος. Νωρίτερα δεν έτυχε μάλλον να μιλήσω μαζί του σοβαρά. Μόνο σε κοινές εργασίες (ίσως κατά το νόμο της ψυχικής έλξεως) αφιερώσαμε λίγο χρόνο, για να συζητήσουμε περισσότερο για την υπακοή, για την προσευχή. Στην αρχή του τρέχοντος έτους ο Θεός με έφερε να συζητήσω μαζί του πιο σοβαρά, και από τότε συνδεθήκαμε πνευματικά. Στάθηκε ευνοϊκά απέναντί μου, κι εγώ ευχαρίστησα θερμά τον Θεό, γιατί μου έδωσε τη χαρά να συνομιλήσω με τον εκλεκτό Του. Με βοήθησε πολύ. Μου μίλησε, όπως λέμε οι μοναχοί, «προς όφελος».
Ο ίδιος, σχεδόν αγράμματος, μιλά πολύ απλά, και συνάμα αδυνατεί να εξηγήσει τις υψηλές σκέψεις του επαγωγικά. Οι περισσότεροι άνθρωποι τον καταλαβαίνουν πολύ δύσκολα, ενώ άλλοι ούτε καν μπορούν να εννοήσουν ή να εκτιμήσουν τη θεόσδοτη σοφία του8. Η διδασκαλία του είναι ολιγόλογη, αλλά χρειάζεται μεγάλος και πολύχρονος κόπος για την εφαρμογή της στην καθημερινή ζωή. Απαιτείται να χύσει κάποιος πολλά δάκρυα και να πάθει πολλά.
[//166] Πρέπει να υπομείνει πολλούς αναπόφευκτους πειρασμούς, και τότε, μετά από ακατάπαυστη προσευχή και μεγάλη ταπείνωση, ίσως κατορθώσει να φθάσει στους αρχικούς βαθμούς των αρετών εκείνων, για τις οποίες ομιλεί. Εξαιτίας της αδιάλειπτης παραμονής του στη νοερά προσευχή (την τήρηση του νου του καθαρού εν τω Θεώ) ξεχνά πολύ εύκολα. Συμβαίνει να λησμονεί κάτι που του είπαν σε τέτοιον βαθμό, ώστε ακόμη και μετά από την υπενθύμιση να μην μπορεί να θυμηθεί, αν έγινε λόγος όχι για το πράγμα αυτό. Το ίδιο και




7 Προσθήκη: «Πολλές φορές οικονόμησε ο Κύριος να τον δω (τον Σιλουανό) σε τέτοια χαριτωμένη κατάσταση, ώστε κάποτε να μην έχω τη δύναμη να ατενίσω το πρόσωπό του … Δεν μπορώ να περιγράψω τι είδους ήταν το φως αυτό ή η ωραιότητα εκείνη».
8 Προσθήκη: «Δεν μπορεί να δώσει συστηματικές εξηγήσεις στο καθετί και για το λόγο αυτόν οι άνθρωποι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν κατανοούν τα λόγια του. Αλλά εμένα κατά κάποιον τρόπο ο Κύριος μου έδωσε να τον κατανοώ και να αποκομίζω από αυτόν μεγάλο όφελος. Τίποτε δεν θα σας κρύψω, όλα θα σας τα πω, όχι όμως δια μιας αλλά σιγά‐σιγά».


όταν γράφει. Ξεχνά τι έγραψε και τι δεν έγραψε, και γι’ αυτό συχνά επαναλαμβάνει.
Όταν σας θυμάται, προσεύχεται, ενώ κάποτε σας γράφει και μικρά γράμματα, που μου διαβιβάζει, για να σας αποστείλω. Τώρα έχουν συγκεντρωθεί μερικά τέτοια γράμματά του και σας τα εσωκλείω. Είναι όλα χωρίς ημερομηνίες, αλλά για να σας διευκολύνω έβαλα ημερομηνίες κατά τη σειρά που τα έλαβα9.
Οι συνομιλίες μας για σας, και η αλληλογραφία μας (αποστολή των δικών σας γραμμάτων για ανάγνωση και παραλαβή των δικών του για αποστολή σε σας), – μας συνέδεσαν ακόμη περισσότερο. Μόνο ένα πράγμα δεν μου αρέσει: Συμβουλεύει μερικούς να μιλούν μαζί μου, γνωρίζοντας ότι μπορώ να εξηγώ  τους λόγους και τις συμβουλές του με περισσότερες λεπτομέρειες και σε λογική ακολουθία.
Διαμαρτυρήθηκα, αλλά για την ώρα χωρίς αποτέλεσμα10.
[//167] Απαντώ σε επτά κεντρικά σημεία, που υποδεικνύονται στο μεγάλο γράμμα σας.
1)   Θυμάμαι ότι ανέβαλα να σας εξηγήσω, γιατί ανέφερα στις σημειώσεις μου «ως την επομένη φορά», επειδή δεν ήθελα τότε, την ώρα του πειρασμού, να σας πικράνω με παρατηρήσεις. Μου φαίνεται πως δεν σας έδωσα καμιά αφορμή να μιλήσετε γι’ αυτές, αλλά μόνο σημείωσα κατά τη συνομιλία μου μαζί σας ότι καταγράφω στο χαρτί ένα μέρος από εκείνο που βίωσα κατά τη δωρεά  του  ελέους του Θεού. Δεν θα ήθελα ούτε να μιλήσω γι’ αυτό. Αναγκάσθηκα, όμως, επειδή εσείς εξαιτίας του λόγου  μου αποφασίσατε να προχωρήσετε  [//168]  σε ένα




9 Προσθήκη: «Βεβαίως, όταν μου έδωσε τα γράμματα, δεν γνώριζε ότι ακόμη δεν είχαν αποσταλεί τα προηγούμενα. Ωστόσο όμως εγώ τα πήρα, χωρίς να προσπαθήσω ιδιαίτερα να του εξηγήσω ότι και τα προηγούμενα γράμματα δεν είχαν ακόμη αποσταλεί, γιατί δεν είχα τη διεύθυνσή σας».
10 Προσθήκη: «Πράγματι, με αυτόν τον τρόπο, χάρη στη συνάντησή μας οι σχέσεις μου μαζί του έγιναν ακόμη πιο στενές. Συγχρόνως πέρα από την αποστολή των γραμμάτων σε σας άρχισε να αναθέτει σε μένα και μερικά άλλα πρόσωπα που απευθύνονται σε αυτόν. Κάποτε μάλιστα συμβαίνει ακόμη και να τους γράψω εκ μέρους του, μετά από δική του προτροπή. Αλλά και αυτό δεν είναι τίποτα, αφού εξαιτίας της συμπάθειάς του απέναντί  μου  συμβουλεύει μερικούς να απευθύνονται σε μένα. Αυτό με φέρνει σε πολύ δύσκολη θέλη … Έτσι, τον Αύγουστο συμβούλεψε ένα Ρώσο νέο, τον Ρωμανό, να με γνωρίσει. Αυτόν τον Ρωμανό του τον έφερε ο π. Βασίλειος, που και ο ίδιος πολύ ευλαβείται τον π. Σιλουανό. Ο Ρωμανός από τους πρώτους κιόλας λόγους προσκολλήθηκε ψυχικά στον Γέροντα, γιατί εκείνος με εκπληκτική για τον Ρωμανό ακρίβεια του υπέδειξε τα ψυχικά του τραύματα και από τα πρώτα του μάλιστα λόγια άρχισε να συνομιλεί μαζί του για τα πιο σημαντικά για εκείνον θέματα. Έπειτα ο Γέροντας τον συμβούλεψε να γνωρισθεί μαζί μου. Όλες οι προσπάθειές μου να αρνηθώ δεν οδήγησαν πουθενά. Ο Ρωμανός με παρακάλεσε δια μέσου του π. Βασιλείου να συγκατατεθώ να μιλήσω μαζί του. αρνήθηκα, αναφερόμενος στο τυπικό που απαγορεύει σε μας τους μοναχούς, εκτός εξαιρέσεων που ειδικά έχουν ταχθεί γι’ αυτό, όπως για παράδειγμα ο π. Βασίλειος, να συνομιλούμε με τους επισκέπτες της Μονής. Έπειτα με παρακάλεσε προσωπικά, ενώ εγώ προβάλλοντας τον ίδιο λόγο αρνήθηκα. Τότε αυτός κατέφυγε στον Ηγούμενο που τον ευλόγησε, και έτσι μου ήταν πια αδύνατο να τον αποφύγω περισσότερο, προφασιζόμενος την απαγόρευση του τυπικού. Αν γνωρίζατε τί είδους μέριμνα μου ανέθεσε ο Κύριος!».


εξαιρετικά σημαντικό βήμα, γεγονός που μου δημιουργούσε μεγάλη ευθύνη για σας ενώπιον του Θεού.
Οφείλω να προσθέσω ότι ήδη εξέθεσα με συντομία στα γράμματά μου πολλά βασικά στοιχεία. Αν κάποτε παρουσιαζόταν κάποια ανάγκη, δεν θα απέκρυπτα από σας και κάποια άλλα. Αυτό όμως θα γίνει ίσως από μόνο του, ενώ συνομιλούμε με τρόπο φυσικό για θέματα της πνευματικής ζωής. «Μη  γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου»11.
Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο δεν πρέπει να διηγούμαστε στους άλλους οτιδήποτε για τον εαυτό μας, πριν η ψυχή στερεωθεί πλήρως στην ταπείνωση. Διαφορετικά η καρδιά γίνεται απρόσφορο έδαφος, αν όχι εντελώς ακατάλληλο για την άσκηση, εξαιτίας της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας.
Θυμάμαι ότι στο Παρίσι με επισκέφθηκε δύο φορές η θαυμαστή χάρη. Εγώ όμως δεν κατανοούσα εξαρχής ότι πρόκειται για τη χάρη, και σκεπτόμουν ότι αυτό που ζούσα με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τη λογική των πραγμάτων, ήταν φυσικό και ότι έπρεπε να είναι σχεδόν η κανονική κατάσταση. Αλλά συμπτωματικά, ύστερα από τη δεύτερη επίσκεψη του Θεού, έπεσαν στα χέρια  μου οι Ύμνοι του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου και διάβασα εκεί την περιγραφή αυτού που μου συνέβη. Τότε άνοιξαν τα μάτια μου. Θα ήταν όμως καλύτερα, αν δεν άνοιγαν … Μετά από αυτό η χάρη εκείνη δεν με επισκέφθηκε ξανά με τόση θαυμαστή δύναμη.
Άλλη περίπτωση12. Μια φορά μιλούσα με τον πατέρα Ιουβενάλιο (στον Άθω). Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας εκείνης, χωρίς να αναφέρομαι στον εαυτό μου (έτσι που ο π. Ιουβενάλιος δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να [//169]
«υποπτευθεί» κάτι, δηλαδή να νομίσει ότι εγώ εκφράζω όχι απλά και μόνο την εντύπωση που σχημάτισα διαβάζοντας, αλλά προσωπικό βίωμα), περιέγραφα πώς πρέπει να εννοήσει κάποιος τους λόγους των Αγίων Πατέρων για το άκτιστο φως.
Και τι έγινε; Παρόλη την απόκρυψη του εαυτού μου, έπαυσα από εκείνη την ημέρα να βλέπω το φως αυτό, ενώ πριν από αυτό πολλές φορές ο Κύριος με αξίωσε να δω το νοερό φως του Ηλίου της Δικαιοσύνης. Πρέπει να προσθέσω ότι η θεωρία αυτή είναι τόσο ευχάριστη για το νου (και την ψυχή), ώστε, όταν μετά την προσευχή η ψυχή θυμάται την ανάγκη να επιστρέψει πάλι στον κόσμο αυτόν και να αντικρίσει το φως του υλικού ήλιου, με θλίψη δέχεται την ανάγκη αυτή. Θα ήθελε να μένει ακατάπαυστα στη θεωρία του νοερού αΰλου φωτός. Η ψυχή εισέρχεται τόσο απαλά στη θεωρία αυτή, ώστε καταρχήν (έτσι συνέβη με μένα) δεν κατανοούσα το τελούμενο. Όταν όμως η αριστερά μου είδε τι τελεί μαζί μου  η δεξιά του Θεού, τότε σταμάτησε η όραση. Και έζησα αρκετές παρόμοιες περιπτώσεις.






11 Ματθ. 6,3.
12 Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, σ. 285.


Να γιατί, αγαπητέ πάτερ Δαβίδ, δεν θα ήθελα τόσο να μιλάτε στους ανθρώπους γι’ αυτό. Όταν έπρεπε να ανοιχθώ μπροστά σας, τότε –θα το πω ευθέως– το αποφάσισα παλεύοντας με τον εαυτό μου και λέγοντας: για να ωφεληθεί ο αδελφός, ας ζημιωθώ εγώ. Και έκλινα προς τη θυσία αυτή  από αγάπη για σας. Μιλώ για θυσία, όχι για να υποδηλώσω κάποια υπηρεσία μου απέναντί σας, αλλά απλώς ανοίγω την ψυχή μου σαν σε παντοτινό αδελφό. Και σας παρακαλώ, αγαπημένε μου αδελφέ, ευχηθείτε στον Κύριο να επισκεφθεί και πάλι την ψυχή μου, γιατί θλίβομαι απερίγραπτα, μη έχοντας από καιρό τη θεωρία του Κυρίου. Δεν υπάρχει βαρύτερη θλίψη επάνω στη γη από τη θλίψη της ψυχής που χάνει τη χάρη αυτή.
Και θα προσθέσω κάτι ακόμη. Μην εξάπτετε τη φαντασία [//170] σας με όσα σας είπα. Όλα αυτά από μια άποψη είναι τόσο θαυμαστά, που δεν υπάρχουν λόγια να τα εκφράσουν. Αλλά και από την άλλη είναι τόσο φυσικά, απλά, καθαρά, ώστε κάθε επιτηδευμένη έκφραση θα είναι κίβδηλη. Ο άνθρωπος ανεβαίνει (ακριβέστερα υψώνεται από τη χάρη) στη θεωρία σιγά‐σιγά, χωρίς να το παρατηρεί ο ίδιος (έτσι συνέβη, τουλάχιστο σε μένα).
Παρόλα όμως αυτά θα σας πω ποιο είναι το μυστήριο της εν Χριστώ ζωής. Και το μυστήριο αυτό δεν είναι απόκρυφο, δεν είναι νέο, δεν το ανακάλυψα εγώ, αλλά είναι αρχαίο, αποτελεί διδαχή του Χριστού.
Το μυστήριο της εν Χριστώ ζωής είναι η αγάπη, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ταπείνωση. Αν ο άνθρωπος δεν ταπεινωθεί «έως σφόδρα», έτσι ώστε να θεωρεί τον εαυτό του χειρότερο από τα άλογα κτήνη, δεν θα κατανοήσει ποτέ το μυστήριο της πνευματικής ζωής, δεν θα δει το φως του Χριστού.
Και αυτό είναι η αρχή της ταπεινώσεως. Η αγάπη όμως είναι η ουσία της χριστιανικής ζωής. Η αγάπη είναι η βάση της θεολογίας. Διάφορες αντιλήψεις και απόψεις υπάρχουν σε πολλά θέματα και φαινόμενα της πνευματικής ζωής, αλλά αληθινός μέχρι τέλους είναι εκείνος, που έχει ως θεμέλιο την αγάπη του Θεού (καταρχήν Εκείνου προς εμάς και στη συνέχεια της δικής μας προς Εκείνον).
Για παράδειγμα, μερικοί θεωρούν την υπακοή ως προσφορά του ανθρώπου στον Θεό και θυσία του θελήματός του, που είναι βεβαίως και το πολυτιμότερο πράγμα στον άνθρωπο. Στην ουσία όμως πρέπει να εννοηθεί διαφορετικά. Τι μπορεί ο άνθρωπος να προσφέρει ως θυσία στον Θεό; Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Δεν θέλει θυσία, αλλά θέλει να φανερώσει σε μας το έλεός Του13 – αυτή είναι η [//171] επιθυμία Του. Όταν εμείς αποκόπτουμε το σαρκικό θέλημά μας χάριν υπακοής προς τον Θεό, χάριν εκπληρώσεως του θελήματός Του, τότε με  την εκπλήρωση του θείου θελήματος γινόμαστε κοινωνοί της θείας ζωής. Η πράξη λοιπόν της εκούσιας αποκοπής του θελήματός μας καθιστά την ανάβασή μας λογική εκδήλωση της αγάπης μας προς τον Θεό. Και η δυνατότητα αυτή της





13 Ματθ. 9,13 και 12,7.


ελεύθερης και συνετής αναβάσεως, με τη συνέργεια βεβαίως της χάριτος, αποτελεί ευεργεσία προς εμάς και όχι θυσία δική μας προς τον Θεό.
Με αυτά όμως δεν εξαντλούνται όλα εκείνα που οφείλαμε ή μπορούσαμε να πούμε για την υπακοή. Σημαντικό για τη συνετή (σταδιακή) ανάβαση στην πνευματική ζωή είναι να εννοήσει κάποιος το μυστήριο της υπακοής ή της αποκοπής του ιδίου θελήματος.
Το ίδιο ισχύει και για τις θλίψεις. Με τί θα εκφραζόταν άραγε η ελευθερία μας ή πώς θα την γνωρίζαμε, αν για την ανάβασή μας στον Θεό δεν απαιτείτο η διεξαγωγή αγώνα, που να συνδέεται με πόνους, θλίψεις, μόχθο κ.λ.π.; Ο Θεός όμως μας έδωσε ελευθερία, μας έδωσε και τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας ευεργετημένο και προικισμένο με τόσα χαρίσματα. Μας έδωσε ταυτόχρονα και τη δυνατότητα να εκδηλώσουμε την ελευθερία μας, που εκφράζεται με την εκούσια υπομονή των θλίψεων. Έτσι λοιπόν η συνετή ψυχή, ανακαλύπτοντας μέσα από όλα αυτά τον εαυτό της προικισμένο, ευεργετημένο από τον Θεό με το υψηλότερο πνευματικό νόημα, χαίρεται στις θλίψεις και ευχαριστεί τον Θεό. Εκτιμά τις προαιρετικές θλίψεις ως πιο ευχάριστες από τις ακούσιες χαρές (το ίδιο γράφει και ο Μέγας Βασίλειος)14. Ο άνθρωπος με το θάνατό του μπορεί να φθάσει ως την έσχατη ή την ύψιστη βαθμίδα της αναβάσεως αυτής. [//172] Ο μακάριος Διάδοχος μιλώντας γι’ αυτό αναφέρει: «Τα όρια της τελικής αλλοιώσεως σε γλυκειά γεύση Θεού είναι να αποδέχεται κάποιος με χαρά το θλιβερό του θανάτου»15. Έτσι η ψυχή που αγαπά τον Θεό, κατανοώντας όπως πρέπει αυτό που τελείται μέσα της με άρρητο τρόπο, πανηγυρίζει και χαίρεται ακόμη και στην επιθανάτια αγωνία. Ο Θεός όμως, από άμετρη αγαθότητα και αγάπη προς τον άνθρωπο για τη σύνεση που έδειξε και όχι για τη θυσία που πρόσφερε, μας εμπλουτίζει με απείρως μεγαλύτερη δωρεά, μας καθιστά κοινωνούς της θείας ζωής Του. Ο Δημιουργός είναι ο μόνος Θεός. Αλλά δίνει και σε μας τη δυνατότητα κάποιας συμμετοχής στο έργο της δημιουργίας, πράγμα που προσιδιάζει κατ’ ουσία μόνο σε Εκείνον. Η πρωταρχική εκδήλωση αυτού συνίσταται στο ότι εμείς οι ίδιοι έχουμε την αμεσότερη συμμετοχή στο έργο της αναγεννήσεως, της αποκαταστάσεως ή της δεύτερης ύψιστης αναπλάσεώς μας από τη θεία χάρη. Για τους εσχάτους βαθμούς και τις μορφές της συμμετοχής αυτής δεν θα μιλήσουμε τώρα. Ας σημειώσουμε μόνο ότι το δώρο του Θεού σε σας, η ιερωσύνη, σας προσφέρει τη δυνατότητα ή καλύτερα σας αναθέτει την υποχρέωση μεγάλου αγώνα, να υπηρετήσετε τον πλησίον. Η διακονία αυτή παρέχει πολλές ευκαιρίες για να εκδηλώσετε την αγάπη σας προς τον πλησίον, ιδιαίτερα στην πνευματική πατρότητα, δηλαδή στην εξομολόγηση και στην πνευματική καθοδήγηση. Πολλές φορές θα σας δοθεί η δυνατότητα να





14 Βλ. Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ 2,17, PG 88,657C. Πρβλ. Μεγάλου Βασιλείου, Εις Γόρδιον τον μάρτυρα 8, PG 31,505C.
15 Διαδόχου Φωτικής, Υπόδειξις των εσχάτων ορίων της τελειότητος των κυριωτέρων αρετών, κεφ. 10 (ρωσική Φιλοκαλία).


θυσιάσετε την ψυχή σας για τα πρόβατά σας16 –μάλλον για τα πρόβατα του Χριστού– και για τους φίλους και τους αδελφούς σας.
Απομακρύνθηκα πολύ από το κύριο θέμα λόγω της [//173] γοητείας του, για να σχολιάσω το γεγονός ότι ο Θεός μας αγαπά τόσο πολύ, ώστε όλα όσα μας συμβαίνουν μπορούμε και οφείλουμε να τα δεχόμαστε και να τα εννοούμε ως το έλεος και την ευεργεσία Του και συνεπώς πρέπει πάντοτε και για όλα να ευχαριστούμε και να χαιρόμαστε17.
2)   Σε σχέση με την «απιστία» σας, θυμάμαι, ήθελα να σας πω ότι η ψυχή σας, εξαιτίας της περιόδου «απιστίας» που ζήσατε, και τώρα και παλαιότερα, είναι σχετικά εύκολο με την ύφεση της ενέργειας της χάριτος να αναδιπλωθεί στη συνηθισμένη της πτυχή, στο αίσθημα της αμφιβολίας και της απιστίας. Εσείς όμως μη δίνετε σε αυτό μεγάλη σημασία και μη ταράζεσθε. Να γνωρίζετε μόνο ότι η απιστία αυτή είναι επιφανειακή και αποτελεί απλώς ένδειξη μείωσης της χάριτος και ψύχρανσης της καρδιάς. Τότε είναι καλά να προσεύχεσθε, ωσότου η καρδιά θερμανθεί και το αίσθημα αυτό της ψυχρότητος και απιστίας υπερνικηθεί. Είναι γενικά ευάρεστο στον Θεό να Του ζητούμε με προσευχή κάθε δώρο της χάριτος, πίστη, ταπείνωση, υπομονή κ.λ.π. Όλα αυτά δίδονται αρχικά στην ψυχή να τα γευθεί δωρεάν, αλλά έπειτα η χάρη αίρεται (κυρίως από έπαρση και υπερηφάνεια), και τότε ο ίδιος ο άνθρωπος οφείλει με τον κόπο του να την αναζητήσει. Πρέπει να την αποκτήσει πάλι με σταθερό τρόπο, με την ενσυνείδητη έλξη προς αυτήν και τη συνετή αφομοίωσή της.
Τα τελευταία σας γράμματα18, στα οποία αρχίσατε με τόση προσοχή και περίσκεψη να εκφράζεσθε για κάθε πράγμα, με έκαναν να ντραπώ, γιατί επέτρεψα στον εαυτό μου κάπως να σας διορθώσω. Και τώρα σκέπτομαι αν είναι άραγε ανάγκη να αναφέρω όλα αυτά που σας γράφω. Οι κρίσεις σας για πολλά θέματα της πνευματικής ζωής είναι τόσο [//174] συνετές, ώστε δεν απαιτούν ούτε συμπλήρωση ούτε διόρθωση.
Η ανάγνωση βιβλίων θα σας προσφέρει ασυγκρίτως περισσότερα από ό,τι εγώ μπορώ να σας δώσω. Η διακονία μου σε σας πλησιάζει το τέλος της19.




16 Βλ. Ιωάν. 10,11.
17 Βλ. Α’ Θεσ. 5,16 και 18.
18 Τα γράμματα αυτά δεν διασώθηκαν.
19 Προσθήκη: «Η παρατήρησή σας ότι ”μετά από στενή γνωριμία η ‘συνηθισμένη ορθοδοξία’ είναι φρικτό κενό”, αποτελεί για μένα, νομίζω, την κατάλληλη ευκαιρία να πω εδώ εξ αφορμής αυτού, ότι, όπως η ‘απιστία’, έτσι και το αίσθημα του ‘κενού’ προέρχονται από τη μόνη και την ίδια αιτία, δηλαδή αποτελούν συνέπεια της μειώσεως της χάριτος μέσα μας. Αυτό μπορεί να φθάσει ως το σημείο, ώστε και στην ίδια τη Θεία Λειτουργία να μη βλέπει ο άνθρωπος το πνεύμα, αλλά να αισθάνεται βασανιστικά το ‘κενό’ και την ‘επιφανειακότητα’. Στην ουσία όμως οι τελετές, τα έθιμα και οι παραδόσεις της εκκλησιαστικής ζωής, αποδεκτά από την κοινή εκκλησιαστική συνείδηση, αποτελούν τρόπον τινά ζωντανά σύμβολα, δοχεία, στα οποία διαφυλάσσεται το πνεύμα της ευσέβειας των πατέρων μας. Δεν θέλω να υπερτονίσω τη σημασία τους, αλλά ούτε μπορώ να τα θεωρήσω ως κάτι μηδαμινό. Είναι για μας ιδιαίτερα σημαντικό να


[//175] 3) Για τους λογισμούς. Τα γνωρίζετε όλα από τα βιβλία.
Ωστόσο να θυμάστε ότι η εντολή για την αγάπη προς τον Θεό με όλη την καρδιά, με όλη τη δύναμη, με όλο το νου, σημαίνει επίσης ότι, όταν εμείς απομακρυνόμαστε από τον Θεό με το νου μας, τότε με την κίνηση αυτή αμαρτάνουμε ενάντια στην πρώτη εντολή.
Για το λόγο αυτόν, εμείς που είμαστε ανίκανοι να παραμείνουμε σταθερά στην προσευχή, και μάλιστα με καθαρό νου, πρέπει να προσπαθούμε να προετοιμάζουμε, να οργανώνουμε τη ζωή μας έτσι, ώστε να κατανέμουμε το χρόνο με τέτοιον τρόπο, ώστε, αν είναι δυνατό, να κινούμαστε ακατάπαυστα στην πνευματική ατμόσφαιρα: στην προσευχή, την ανάγνωση, τις ακολουθίες, τη μνήμη του Θεού κ.λ.π., εναλλάσοντας και ρυθμίζοντας τις δραστηριότητές μας20.
4)  Για την υπακοή και τη γεροντική καθοδήγηση. Το γράμμα όμως παρατάθηκε υπερβολικά, ώστε και πάλι είμαι αναγκασμένος να αναβάλω να μιλήσω γι’ αυτό, γιατί, αν και ήθελα να σας πω λίγα, θα χρειασθώ ίσως μία ή [//176] δύο σελίδες21. Πρέπει λοιπόν να τελειώσω το γράμμα αυτό, αφού δεν διαθέτω χρόνο.
5) Για την αναζήτηση. Συγχωρείστε με, ήδη σας μίλησα γι’ αυτό, και μου φαίνεται πως το έκανα με πολύ απότομο τρόπο, ώστε να φοβάμαι πως σας λύπησα.
6) Δεν σκοπεύω να μιλήσω πολύ για το θέμα αυτό γενικά. Θα πω όμως ότι δεν σκέφτομαι καν να εκλάβω την Καθολική Εκκλησία «ως κάποιον κοσμικό,



αισθανθούμε το νόημά τους στα μυστήρια, όπου οι εξωτερικοί τύποι, οι πράξεις αποτελούν σύμβολα των μη βλεπομένων. Όλα αυτά σας είναι γνωστά, αλλά με όλα αυτά θέλω μόνο να πω ότι, όταν η χάρη παραμένει μαζί μας, τότε αυτά γεμίζουν με ζωή και βαθύ νόημα, ενώ όταν δεν έχουμε τέτοιου είδους αίσθηση, αυτό σημαίνει ότι χάνουμε τη χάρη και είναι αναγκαίο για μας να την επαναποκτήσουμε με την προσευχή και την εσωτερική προσοχή. Όσον αφορά λοιπόν στην επιθυμία σας ‘να ζήσετε εκεί, όπου η Ορθοδοξία είναι υγιής και ζωντανή’, ποιος από μας  δεν το επιθυμεί, όταν στην ψυχή μας εμφανίζεται το ζωντανό αίσθημα του θείου φόβου και η ειλικρινής επιθυμία να υπηρετήσουμε τον Θεό, μολονότι έχουμε συγχρόνως πλήρη συνείδηση της αδυναμίας και της πνευματικής νοσηρότητός μας; Αλήθεια σας λέω ότι, όταν η καρδιά μου φλεγόταν, υπέφερα από τη δίψα να ζήσω εκεί, όπου τριγύρω βρίσκονται άγιοι, καθώς το ευσεβές αίσθημα του θείου φόβου γίνεται βασανιστικό για την ψυχή στο θέαμα της ασεβούς ζωής (κοιτάξτε τι λέει ο Απόστολος στη Β’ Πέτρ. 2, 8). Συμμερίζομαι πλήρως την επιθυμία σας, οφείλω όμως να σας πω ότι δεν βρήκα πλήρη ικανοποίηση ακόμη εδώ στον Άθω. Ποιά είναι όμως η διέξοδος από αυτό; Μου το δίδαξε ο Γέροντας Σιλουανός και δεν σας το κρύβω, ελπίζοντας ότι, αν όχι τώρα, τότε αργότερα, θα εκτιμήσετε την αξία της συμβουλής του Γέροντα. Λέει αυτός ότι ο προφήτης Δαβίδ στο Ψαλτήριο γράφει: “Μετά οσίου όσιος έση … και μετά στρεβλού διαστρέψεις” (Ψαλμ. 17,26‐27). Δηλαδή έχουμε ωφέλεια από τη διαμονή μας μαζί με τους ανθρώπους που φοβούνται τον Θεό. Διδασκόμαστε από αυτούς το φόβο του Θεού και αντιθέτως. Καθώς όμως οι αληθινά θεοφοβούμενοι σπανίζουν, για να μην υποστούμε ψυχική ζημιά, πρέπει να προσευχόμαστε για τον αδελφό που αμαρτάνει. Τότε η χάρη θα παραμείνει μαζί μας».
20 Προσθήκη: «Για τους λογισμούς γράφει πολύ εύστοχα, αναλυτικά και συστηματικά ο επίσκοπος Ιγνάτιος Μπραντζιανίνωφ. Για το θέμα αυτό μπορείτε να δείτε πολλά στον αββά Βαρσανούφιο και σε άλλους αγίους Πατέρες.
21 Βλ. Παράρτημα Ι,1: «Η υπακοή στην απουσία Γέροντα», σσ. 318‐323.


επίγειο οργανισμό». Αν όμως λέω γι’ αυτήν ότι «εκκοσμικεύθηκε», το κάνω συγκρίνοντάς την με αυτό που μου έδωσε ο Κύριος να γνωρίσω στην Ορθόδοξη Εκκλησία.   Ελπίζω   ότι   θα   δώσει   και   σε   σας   ο   Κύριος   να γνωρίσετε22   ότι
«εκκοσμικεύθηκαν» οι θεσμοί της. Ο «κόσμος», το «ανθρώπινο», εισέβαλαν σε όλη τη ζωή της Καθολικής Εκκλησίας. Δεν θα μιλήσουμε γι’ αυτό, γιατί ακούσια θα παρασυρθούμε και θα κρίνουμε εκείνο, που ήδη κατακρίθηκε από πολλούς και αναπτύχθηκε με απόλυτα πειστική επιχειρηματολογία, και που εσείς αναμφίβολα έχετε διαβάσει. Είναι ανόητο, όταν προασπιζόμενος κάποιος την Εκκλησία του κατηγορεί μια άλλη για πράγματα πρόσκαιρα και επουσιώδη, όπως είναι για παράδειγμα οι ελλείψεις στην προσωπική ζωή του κλήρου, τα τυπικά και τα παρόμοια. Στον Ρωμαιοκαθολικισμό όμως (σε σύγκριση με την Ορθοδοξία) υπάρχουν πολλά βασικά σφάλματα, τόσο από δογματικής απόψεως, όσο και από πλευράς πνευματικής ζωής της Εκκλησίας. Η (Ρωμαιοκαθολική αυτή) άποψη για τη μετάνοια και την πράξη της εξομολογήσεως δεν συμφωνεί  με το πνεύμα του Χριστιανισμού (όπως εγώ το εννοώ), και αυτό οφείλεται σε εσφαλμένη [//177] θεώρηση του έργου της λυτρώσεως του ανθρώπου.  Ακολουθείται κάποια «κοσμική», «νομικιστική» προσέγγιση στην επίλυση των προβλημάτων αυτών. Παρεκκλίσεις ή ακόμη και καταφανώς χονδροειδείς αποκλίσεις στην ηθικο‐ασκητική ζωή εκλαμβάνονται ως χαρισματικές καταστάσεις. Τέτοια πράγματα καθιερώθηκαν ως κανόνες, όπως για  παράδειγμα συμβαίνει με το φαινόμενο των στιγμάτων. Ταυτόχρονα όμως καταπατείται, χλευάζεται, απορρίπτεται η νοερά εργασία των ορθοδόξων ασκητών. Μερικοί δε άγιοι Πατέρες που διέπρεψαν περισσότερο στη νοερά αυτή εργασία εκλαμβάνονται ως ιδιαίτερα κακόβουλοι αιρετικοί, όπως για  παράδειγμα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.
Εσείς όμως θα διακρίνετε ότι η νοερά εργασία, για την οποία διδάσκει η ορθόδοξη ασκητική, υπήρχε στην Εκκλησία όλους τους αιώνες. Πολλοί από τους αγίους της Εκκλησίας ως το σχίσμα έγραψαν για τη νοερά προσευχή και ακόμη περισσότεροι από αυτούς την ασκούσαν φθάνοντας μάλιστα στις έσχατες χαρισματικές καταστάσεις, που είναι εφικτές πάνω στη γη. Οι άγιοι Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ησύχιος Ιεροσολύμων (μαθητής του Γρηγορίου του Θεολόγου, στην αρχή του 5ου αιώνα (+433), διαμαρτυρόταν ήδη για την «ελάττωση και εγκατάλειψη της νοεράς εργασίας»23), Ιωάννης της Κλίμακος, Βαρσανούφιος ο Μέγας, Αββάς Δωρόθεος και άλλοι.
Ο Γέροντας πατήρ Σιλουανός μας απαγορεύει να απασχολούμε το νου μας με την κριτική ανάλυση των διδασκαλιών της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας και με τη σύγκρισή τους. Συστήνει ότι είναι αναγκαίο και ωφέλιμο για μας να προσευχόμαστε με καθαρό νου.





22 Προσθήκη: «Όταν πολιτεύεσθε σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας».
23 «… σπανίζει σήμερον πάνυ εν Μοναχοίς». Βλ. Οσίου Ησυχίου πρεσβυτέρου, Λόγος ψυχωφέλιμος και σωτήριος προς Θεόδουλον περί νήψεως και αρετής κεφαλαιώδης, PG 93,148B.


[//178] Έχουμε παρεκκλίνει ως κάποιο σημείο από τη συμβουλή του, δικό  μου σφάλμα, αλλά θα προσθέσω ακόμη ότι εσείς ίσως θα έχετε τη δυνατότητα να αποκτήσετε προσωπική γνώση της διδασκαλίας για το άκτιστο Φως.
Ανέφερα ό,τι ήλθε στο νου μου από όσα μου φαίνονται πιο ουσιαστικά και που θίγονται κάπως από τους απολογητές της Εκκλησίας.
Συγχωρείστε με, αγαπητέ πάτερ Δαβίδ, που δεν θα μπορέσω να σας πω περισσότερα για το θέμα αυτό, γιατί δεν γνωρίζω αρκετά. Δηλαδή δεν μπορώ να σας πω τίποτε το καινούργιο. Για το μένα το πρόβλημα σχετικά με τις Εκκλησίες έχει λυθεί οριστικά, όχι όμως με τη μέθοδο της λεπτομερούς μελέτης και συγκρίσεως, αλλά με την οδό της προσευχής. Πώς προσευχήθηκα γι’ αυτό, μόνο  ο Κύριος γνωρίζει! Εντούτοις και στο επίπεδο της διανοητικής πεποιθήσεως κλίνω τώρα ολοκληρωτικά προς το μέρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά δεν μου φαίνεται καθόλου αναγκαίο να το εξηγήσω με λεπτομέρειες.
Η ψυχή μου γνώρισε ότι ο Θεός «Αγάπη εστίν»24. Αγάπη ανέκφραστη, άρρητη, ανεκδιήγητη, ακόρεστη, απέραντη, πανάμωμη, αγιώτατη, απερινόητη κατά την τελειότητα, γλυκύτατη, ισχυρή, αιώνια, και τί άλλο να πω ακόμα; «Ο Θεός Φως εστι, και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστιν ουδεμία»25 (ούτε μώμος ούτε κηλίδα). Όταν κατά τη δωρεά της θείας ευσπλαγχνίας αξιώνεται η ψυχή να κατοπτεύσει την Αγιότητα και την Αγάπη του Θεού (δεν αναφέρομαι στη δικαιοσύνη του Θεού, που κατά κάποιον τρόπο είναι αδιανόητη σε σχέση με την ατελεύτητη αγάπη Του), τότε αυτή (η ψυχή) ακούσια με κάποια ανεξήγητη έκπληξη και θαυμασμό λέει: «Ώ, τί Κύριο έχουμε»!
[//179] Και ύστερα από αυτό η ψυχή στηρίζει όλες τις έννοιες και τις κρίσεις της στο είδος της γνώσεως που αξιώθηκε, δηλαδή ότι ο Θεός αγάπη εστίν26.
Ακριβώς γι’ αυτό το δίκαιο είναι αδιανόητο στον Θεό. Άλλα και ο άνθρωπος στην κατάσταση της χάριτος τοποθετείται επάνω από το νόμο του δικαίου27. Διδάσκεται να αγαπά και να προσεύχεται με ακόρεστο κλαυθμό όχι μόνο για τους φίλους αλλά και για τους εχθρούς. Γεμίζει από ευσπλαγχνία και συμπόνια προς όλη την κτίση. Στην προσευχή για τους άλλους ο άνθρωπος φθάνει να προσφέρεται να χάσει την ψυχή του όχι μόνο στον παρόντα αιώνα αλλά και στην αιωνιότητα, προκειμένου να γνωρίσουν και αυτοί τον αληθινό Θεό, να πιούν από το ποτήρι της αγάπης Του.
Τότε το Πνεύμα μαρτυρεί για την αλήθεια με αναμφίβολο τρόπο. Η καρδιά, τετρωμένη από την αγάπη του Θεού, πονεί κάποτε τόσο, σαν να την διαπέρασε πύρινη ρομφαία. Αλλά ο πόνος αυτός είναι απερίγραπτα γλυκός. Από τη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού μπορεί ο άνθρωπος να λησμονήσει όλον τον κόσμο.




24 Α’ Ιωάν. 4,8.
25 Α’ Ιωάν. 1,5.
26 Α’ Ιωάν. 4,8.
27 Διόρθωση: «στον άνθρωπο δόθηκε η εντολή της αγάπης, που ξεπερνά το δίκαιο».


Είθε ο Κύριος να με ελεήσει με τις ευχές σας. Επιθυμώ να συντελεσθεί στην ψυχή σας αποφασιστική μεταστροφή, για να μη σας απασχολεί και να μη σας εκτρέπει από την ευθεία πορεία το ερώτημα για το πού βρίσκεται η αληθινή Εκκλησία και αν πράγματι υπάρχει τέτοια. Το ερώτημα αυτό υπήρχε και στο γράμμα σας από το Παρίσι28, όπου γράφετε ότι η ψυχή σας ελκύεται από την Ορθοδοξία ως από κάτι το οικείο, ενώ απομακρύνεται από τον Καθολικισμό ως από κάτι το ξένο, αλλά ότι «αυτό βεβαίως δεν αρκεί». [//180] Και εγώ είχα παρόμοια αισθήματα και σκεφτόμουν πως «αυτό βεβαίως δεν αρκεί». Ωστόσο πιστεύω, όπως κι εσείς, ότι ο Κύριος θα σας δώσει να γνωρίσετε την αλήθεια. Να στέκεσθε σταθερά στη μεταβολή των ανέμων.
Θυμηθείτε, σε ένα από τα γράμματα σας παρέθεσα το λόγο του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου ότι κάτω από τη γνώση της αλήθειας πρέπει να εννοήσουμε τη χαρισματική αίσθησή της29· και αλήθεια, έτσι είναι … Ύστερα ο άνθρωπος θα μιλά για τον Θεό κοιτάζοντας στην καρδιά του και ενθυμούμενος αυτό που γνώρισε με τη χαρισματική αίσθηση.
Αλλά και πάλι επαναλαμβάνω μην εξάπτετε τη φαντασία σας. Όλα αυτά είναι ανείπωτα θαυμαστά και ταυτόχρονα τόσο απλά και φυσικά, ώστε τίποτε το
«μυστικιστικό» δεν υπάρχει εδώ. Η οδός προς τη σωτηρία αρχίζει από το φόβο  του Θεού και τελείται με φόβο που μπορεί να φθάσει σε σημείο, ώστε ο  άνθρωπος πραγματικά να αισθάνεται τον εαυτό του καθηλωμένο. Πρέπει να αγαπά το αίσθημα του φόβου του Θεού και να το φυλάγει.
Η αγάπη λοιπόν πρέπει να εκδηλωθεί, κατά τον λόγο του Κυρίου, με την τήρηση των εντολών.
Και στο λόγο αυτό, «τον Θεόν φοβού και τας εντολάς αυτού φύλασσε», κρύβεται όλη η σοφία, όλο το μυστήριο. Η χριστιανική ζωή είναι απλή. Κι εμείς όλοι οφείλουμε να είμαστε απλοί στη ζωή, ώστε κατά κάποιον τρόπο να μη φαίνεται τίποτα το ιδιαίτερο. Με τον τρόπο αυτόν όλα είναι κατανοητά και καθαρά.
Μια ολιγογράμματη γυναίκα έγραψε από τη Ρωσία στον  π. Πινούφριο (μου έδωσε πέρυσι να διαβάσω το γράμμα της). Σε ένα σχετικά μακροσκελές γράμμα περιγράφει τις ταλαιπωρίες που ζουν οι πιστοί στη Ρωσία. Διωγμοί, εξορίες, καταπιέσεις, συλλήψεις, ιδιαίτεροι φόροι και άλλα, [//181] ώστε, σύμφωνα με τους λόγους της, «ξυπνάς και δεν γνωρίζεις τί θα φέρει η ημέρα· και πέφτεις στο κρεβάτι μη γνωρίζοντας αν θα σε αφήσουν να κοιμηθείς. Θα έλθουν άραγε τη νύχτα για έρευνα ή για να σε συλλάβουν;» κ.λ.π. Και μετά τις περιγραφές αυτές λέει: «Και έτσι σου έρχεται να τρέξεις πίσω από αυτούς, να τους αρπάξεις από το ρούχο και να τους πεις: “Σκέψου, αγαπητέ, τί κάνεις, πού βαδίζεις· αληθινά προς την αιώνια απώλεια”». Και έτσι στις θλίψεις προστίθεται η φυσική θλίψη για τους εχθρούς‐αδελφούς, γιατί χάνονται.





28 Το γράμμα αυτό δεν διασώθηκε.
29 Βλ. σ. 109.


Παρόλη όμως τη φυσικότητα πρέπει οπωσδήποτε να πούμε ότι όλη η εν Χριστώ ζωή είναι για τον άνθρωπο υπερφυσική και αποτελεί δωρεά της θείας χάριτος. Είναι ζωή απερίγραπτη με ανθρώπινη γλώσσα. Γι’ αυτόν το λόγο και ο Απόστολος Παύλος έλεγε τα πάντα σε γλώσσα ακατάληπτη για τον κοινό ανθρώπινο νου που δεν τον επισκίασε η χάρη του Κυρίου.
Το μεγαλείο έγκειται στην ταπείνωση, η δύναμη στην αδυναμία, στην πραότητα, η σοφία στη μωρία, η ελευθερία στην εκούσια αυτοϋποδούλωση, ο πλούτος στη φτώχεια κ.ο.κ. Χάνοντας την ψυχή μας την σώζουμε. Όλα αυτά  είναι κατά κάποιον τρόπο παράλογα, όταν συγκριθούν με τη συνηθισμένη ανθρώπινη αντίληψη.
Χαρά στις θλίψεις, έλεος και ευσπλαγχνία προς τους εχθρούς, ανταπόδοση αγαθών στα κακά, επίγνωση της αμάθειάς μας μπροστά στον πλούτο της γνώσεως. Και πράγματι έτσι συμβαίνει, γιατί, όσο βαθύτερα προσπαθεί ο άνθρωπος να εισδύσει, τόσο καθαρότερα βλέπει την απομάκρυνση από το στόχο του. Κάθε καινούργια απόκτηση γνώσης αποκαλύπτει στο νου μας κατ’ ουσία μόνο την ύπαρξη μιας νέας άγνωστης περιοχής, χωρίς να την καθιστά γνωστή, ενώ ταυτόχρονα μας αναγκάζει να σκεπτόμαστε ότι πίσω από τα όρια εκείνου που κάπως γνωρίσαμε κρύβεται [//182] απέραντο βάθος γνώσεως, για την οποία δεν έχουμε καμιά απολύτως παράσταση.
Υπάρχουν ακόμη μερικά θέματα, για τα οποία δεν μας αρκεί ο χρόνος να συζητήσουμε. Και επί πλέον σας έχω ήδη γράψει τόσα πολλά, ώστε ίσως να λυπάσθε το χρόνο που θα ξοδέψετε για να τα διαβάσετε. Δεν μπορώ όμως να συγκρατηθώ και να μη σας πω: Να χαίρεσθε που ο Κύριος σας οδήγησε στη γνώση της αλήθειας. Να αρχίσετε όμως τη χαρά σας με μεγάλο φόβο, έχοντας στην ψυχή σας τους Λόγους του Κυρίου: «Τί στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός  η απάγουσα εις την ζωήν και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν (δηλαδή τη στενή αυτή οδό)»30. Να βοηθήσει ο Κύριος με τον καιρό (ή όπως Αυτός ευαρεστείται) να αποδεσμευθεί η ψυχή μας από τον κόσμο αυτόν, δηλαδή από τα πάθη και τα δεσμά της ύλης, ώστε να αξιωθούμε μιας άλλης, άυλης ζωής μέσα στο φως του Προσώπου του Θεού.
Συγχωρείστε με, αγαπητέ πάτερ Δαβίδ, και ευλογείστε με. Προσευχόμενος στον Θεό για μένα τον αμαρτωλό και ανάξιο αδελφό σας, προσευχηθείτε και στη Θεομήτορα, και, αν είναι δυνατό, υπερνικήστε στην προσευχή σας όλα τα εμπόδια, όσο έχετε δυνάμεις. Θα θεωρήσω τον εαυτό μου ευεργετημένο από την αγάπη μου προς εσάς, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό σας ικέτη υπέρ της αμαρτωλής μου ψυχής31.
Με αφοσίωση και αγάπη εν Κυρίω,
o ανάξιος ιεροδιάκονος Σωφρόνιος





30 Ματθ. 7,14.

31 Συνέχεια γράμματος, βλ. Παράρτημα Ι,2: «Η χάρη και το ψυχικό‐πνευματικό», σσ. 324‐
328.


Υ.Γ. Παρέλαβα τα δέκα φράγκα και σας ευχαριστώ πολύ. Για την ώρα μη στέλνετε άλλα. Το ποσό αυτό μου επαρκεί για 7 ή 8 γράμματα. Ευχαριστώ για το αντίγραφο του γράμματος του επισκόπου Ελευθερίου.
ίνεται πιο ισχυρή, πιο σταθερή, πιο έμπειρη, πιο σοφή. Καθίσταται ικανή να ανέβει στη θεωρία.
[//217] Σας ευχήθηκα ειρήνη εν Πνεύματι Αγίω, αλλά γνωρίζω από τα αγιοπατερικά έργα ότι είναι αδύνατο να αποκτήσει κάποιος την ειρήνη αυτήν, αν η ψυχή του δεν βιώσει προηγουμένως πολλές θύελλες, φοβερές  και  μεγάλες κατά καιρούς.
Η αδόκιμη ψυχή φοβάται τους πειρασμούς. Όταν όμως μάθει να τους υπερνικά, τότε πια γίνεται ατρόμητη χάρη στην ισχυρή ελπίδα της στον Θεό.  Τότε  τίποτα  δεν  φοβάται2,  ούτε  αποτυχίες   πόνους  ούτε  εξουθενώσεις  




1 Ψαλμ. 123,5.
2 Προσθήκη: «Η ψυχή οφείλει να μάθει να υπερνικά κάθε θλίψη και πειρασμό και προσκόλληση και εξωτερικές επιδράσεις όλων των ειδών, ώστε αργότερα τίποτα πια να μη φοβάται».


διωγμούς ούτε τις επαφές με «ξένες διδαχές»3. Και αυτό είναι αδύνατο να επιτευχθεί, χωρίς πολλούς πολέμους και πειρασμούς.
Τον τελευταίο μήνα η ψυχή μου δεν είναι πια τόσο ήσυχη για σας, όπως ήταν από τον Νοέμβριο ως τα μέσα του Δεκεμβρίου. Θα ήθελα να είμαι μαζί σας, να μοιράζομαι τους κόπους και τις λύπες και τις θλίψεις σας. Τι είδους θλίψεις; Οποιεσδήποτε και να ήταν· μέχρι και αμφιβολίες ή μαρτυρικές απορίες, εκούσια  ή ακούσια εμπόδια, ακαταστασία στη ζωή, απουσία καθοδηγητή ακόμη και στενού φίλου· οποιεσδήποτε, κάθε είδους θλίψεις. Και θα ήθελα να χαιρόσαστε με το πνεύμα, νοερά, σε όλες αυτές τις θλίψεις, διακρίνοντας σε αυτές και μια άλλη πλευρά, τη μαρτυρία της μεγάλης αγάπης του Θεού για μας. Οι θλίψεις για την ψυχή που αγαπά τον Χριστό είναι τροφή. Είναι κατά κάποιον τρόπο ύλη για ανάφλεξη του εσωτερικού πυρός. Οι θλίψεις μας δίνουν τη δυνατότητα να δείξουμε την αγάπη [//218] μας για τον Θεό. Η διαμονή στις εντολές του Θεού σε συνδυασμό με τον αγώνα της αυταπαρνήσεως είναι ο τέλειος τρόπος για να γνωρίσουμε, όπως πρέπει, τον Θεό, τον ίδιο τον εαυτό μας (ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ) και την αμοιβαία σχέση μεταξύ του Θεού και του εαυτού μας. Ο παροδικός (σε αυτή τη ζωή) κόπος και η άσκηση είναι απολύτως αναγκαία, για να φθάσουμε, υπερπηδώντας αυτό το κατώφλι, την αληθινή σύνεση και ελευθερία. Τότε θα γίνουμε ελεύθεροι, όπως λέει ο όσιος Μακάριος ο Μέγας, για τη ζωή στην Ουράνια Βασιλεία4, στο φως του προσώπου του Θεού, που είναι πρωτίστως «φως γνώσεως»5.
Αν είμασταν πράγματι συνετοί ή άξιοι, τότε θα έπρεπε να πορευθούμε προς τα εκούσια παθήματα με τον ίδιο τρόπο που πορεύθηκε ο Χριστός «προς το εκούσιον πάθος». Εξαιτίας όμως της αδυναμίας μας ας ευχαριστήσουμε και ας δοξάσουμε τον Θεό τουλάχιστο για τις θλίψεις που συμβαίνουν.
Το έργο των πνευματικών ανδρών συνίσταται στο να ευχαριστούν τον Θεό για την παραχώρηση της δυνατότητας να βαδίζουν σε εκούσιες θλίψεις χάριν του Ονόματός Του, για την εκπλήρωση των εντολών Του· να δοξάζουν την ατελεύτητη Σοφία του Θεού, που προνόησε για μας ευνοϊκές συνθήκες για τα εκούσια αυτά παθήματα. (Κάποιος είπε ότι οι Άγγελοι μας ζηλεύουν, γιατί αυτοί στερούνται αυτής της δυνατότητας)6. Μόνο έτσι μπορούμε να δείξουμε τη συνετή μας αγάπη για τον Θεό. Μόνο στην οδό αυτήν ο [//219] άνθρωπος μπορεί να γίνει







3 Εβρ. 13,9. Προσθήκη: «–δηλάδή κάθε είδους μη ορθόδοξων διδασκαλιών τόσο θρησκευτικού, όσο και φιλοσοφικού – επιστημονικού χαρακτήρα».
4 Βλ. Μακαρίου Αιγυπτίου, Ασκητικά, Λόγος 7, Περί ελευθερίας νοός 14, PG 34,918A.
5 Απολυτίκιον Χριστουγέννων. Προσθήκη: «Να αποκτήσεις την αγάπη προς τον  Θεό χωρίς θλίψεις είναι αδύνατο».
6 Βλ. Α’ Πέτρ. 1, 12: «τὰ εἰς Χριστὸν παθήματα καὶ τὰς μετὰ ταῦτα δόξας· … εἰς ἃ ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι».


φίλος του Θεού, αδελφός του Χριστού, να επιτύχει την τέλεια σωτηρία, την εν Χριστώ θέωση7.
Ώσπου να δοκιμασθεί η ψυχή με θλίψεις, να κατανοήσει ότι στη δυνατότητα των θλίψεων, που μας παραχωρούνται χάριν της εντολής του Θεού, περικλείεται η μεγαλειώδης και ανεξιχνίαστη αγάπη του Δημιουργού για μας, και ότι με την οδό των θλίψεων οδηγούμαστε σε θεοειδή κατάσταση, ως τότε θα παραμένει ακόμη σε νηπιώδη κατάσταση, ασύνετη ή δυνάμει μόνο συνετή, ανίκανη για τη Βασιλεία των Ουρανών. Διαβάστε γι’ αυτό στον Μακάριο τον Μέγα8. Αν όμως αυτό συμβαίνει με τις θλίψεις, αν έτσι αντιλαμβανόμαστε την αγάπη του Θεού για μας, τότε με τη βοήθειά Του θα Τον ευχαριστούμε ως την έσχατη αναπνοή μας.
Η επιθυμία της καρδιάς μου την ώρα αυτήν είναι να παραμείνει η ψυχή σας σε ειρήνη και χαρά.
Αγαπητέ πάτερ Δαβίδ, μη βιάζεσθε. Χάνετε το νόημα της ζωής· αναζητείστε δρόμους προς αυτήν, ώστε να τακτοποιηθείτε περισσότερο οριστικά και μόνιμα. Και αυτό είναι κατανοητό.
Αλλά μη βιάζεσθε. Περισσότερο χρειάζεται η ήσυχη παράδοση στο θέλημα του Θεού και λιγότερο οι στοχασμοί για το πώς είναι καλύτερα να τακτοποιηθείτε. Σε αυτές τις σκέψεις και εικασίες πολλά ακόμη δεν τα υπολογίζετε, σε πολλά κάνετε λάθος, αλλά και διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει. Αυτό θα το κατανοήσετε αργότερα.
[//220] Εύχομαι ο Κύριος να δώσει ειρήνη στην ψυχή σας. Γι’ αυτό προσεύχομαι στον Θεό, προσεύχομαι και στη Θεομήτορα, για να σας τακτοποιήσει η Δέσποινα σύμφωνα με τη θεϊκή Της ευδοκία. Αλλά τί είναι η προσευχή μου ή ακόμη η προσευχή οποιουδήποτε άλλου; Είναι μόνο η εκδήλωση της αμοιβαίας αγάπης μας, εκείνης που μας παρήγγειλε ο Χριστός. Αυτός ο Ίδιος φροντίζει για σας. Η Ίδια η Παναγία σας σκεπάζει.
Όλον αυτόν το μήνα είμαι παραφορτωμένος με εργασία. Δεν είχα τη δυνατότητα να διαβάσω το βιβλίο του Ιωάννου του Σταυρού. Μένει ακόμη με άκοπες τις σελίδες. Ακόμη και σε σας δεν μπόρεσα να γράψω.
Ο ανάξιος ιεροδιάκονος Σωφρόνιος,
ελάχιστος εν Κυρίω αδελφός σας Άθως, 21 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1933











Δαβίδ‐Δημήτριος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου