Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Από το σκοτάδι στο φως Π. ΣΩΦΡΟΝΙΟ ΕΣΣΕΧ


«Εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον» (Ιωάν. 16,21). Προ Χριστού κανένας δεν χαιρέτησε ποτέ με τόση ευφροσύνη την εμφάνιση ενός ανθρώπου όπως αυτός, ο οποίος δημιούργησε τον άνθρωπο. Ο Δημιουργός του σύμπαντος χάρηκε περισσότερο για τον άνθρωπο παρά για τον ένδοξο χορό των ουράνιων  σωμάτων. Ο άνθρωπος είναι πιο πολύτιμος από τον υπόλοιπο κόσμο. Ο πλήρης και τέλειος άνθρωπος είναι θαυμαστός, όσο πιο θαυμαστός είναι ο Θεός. Είναι αθάνατος και πάνω από τον κόσμον. Είναι κάτι περισσότερο από μικρόκοσμος. Είναι μικροθεός. Επειδή ο αιώνιος Λόγος του Πατέρα έγινε σάρκα «εν ομοιώματι ανθρώπου» (Φιλιπ. 2,7), γι’ αυτό και με το δώρο της αγάπης του, ο άνθρωπος με τη σειρά του μπορεί να γίνει όπως ο Θεός, μέχρι ταυτότητας.
Μεταξύ Θεού και ανθρώπου υπάρχει και πρέπει να υπάρχει ισοτιμία,  παρά το γεγονός ότι αυτοί είναι ανισότιμοι. Αν απορρίψουμε την ιδέα της ισοτιμίας, θα ήταν εξ ολοκλήρου αδύνατον να ερμηνεύσουμε κάθε τύπο  γνώσεως σαν αληθινό, δηλαδή σαν ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα του Πρωτογενούς Όντος. Αν ο άνθρωπος με τη φύση του πνεύματος του δεν είναι
«κατ’ εικόνα Θεού», τότε ούτε ο Θεός μπορούσε να γίνει άνθρωπος. Στην ύψιστη μακαριότητα του ο παντέλειος Θεός, η απέραντη αγαθότητα, επεθύμησε να κληροδοτήσει αυτή τη μακαριότητα «εκτός» εαυτού, και έτσι δημιούργησε ένα


κόσμο λογικών όντων. Ο Θεός δεν δημιούργησε τον κόσμο των λογικών όντων για ένα μέρος της μακαριότητας του, γιατί κάθε στοιχείο περιορισμού θα δήλωνε ανομοιότητα [//104] και θα ανέτρεπε την αιώνια ένωση με το Θεό στον ύψιστο χώρο.
Το αξίωμα ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει ισόθεος εξ ολοκλήρου και όχι μέχρις ενός βαθμού πηγάζει από τη χριστιανική ανθρωπολογία. Ωσάν εικόνα και ομοίωση του Απολύτου, ο άνθρωπος γνωρίζει ότι κατά το πνεύμα του υπερέχει από κάθε φυσικό όν. Στην προσευχή διαβλέπομε μέσα μας θεία αιωνιότητα που δεν πραγματοποιήθηκε ακόμα, αλλά είναι γνωστή εκ των προτέρων. Η τελειότητα του «κατ’ εικόνα» δεν ανατρέπει την οντολογική απόσταση μεταξύ Θεού Δημιουργού και ανθρώπου δημιουργηθέντος.
Η τραγωδία της δημιουργίας ήλθε με την πτώση και συνεχίζει με τη διαρκή αστάθεια μας. Ρέπουμε στο κακό, το αποφεύγουμε και το πολεμούμε. Παρά το διακαή πόθο μας για το απόλυτο αγαθό, για το Θεό, εν τούτοις τον παραμερίζομε και αντιστεκόμαστε σ’ αυτόν.
Ο Χριστός που συνέδεσε Θεό και άνθρωπο αδιαίρετα στον εαυτό του είναι  η εντελώς μοναδική λύση σ’ αυτή την φανερή αδιάλυτη σύγκρουση. Αυτός είναι πράγματι «ο Σωτήρ του κόσμου» (Ιωάν. 4,42). Αυτός είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, θείων και ανθρώπινων. Και είναι ο μοναδικός δρόμος για τον Πατέρα. Είναι ο ήλιος που φωτίζει τα σύμπαντα. Μόνο στο φως του μπορεί να διακριθεί η οδός.
Φυσικά ελκυόμαστε από τον Υπέρτατο, αλλά το προσκύνημά μας πρέπει  ν’ αρχίσει από μια κάθοδο στο λάκκο της κολάσεως. Ο απόστολος Παύλος είπε για το Χριστό: «το δε ανέβη τί εστιν ει μη ότι και κατέβη πρώτον εις τα κατώτερα μέρη της γης; Ο καταβάς αυτός εστι και ο αναβάς υπεράνω πάντων των  ουρανών, ίνα πληρώση τα πάντα» (Εφ. 4,9‐10). Και αυτή είναι η οδός για μας μετά την πτώση. Ενσυνείδητα κατερχόμαστε στην κόλαση, [//105] μέχρι τη στιγμή κατά την οποία το κατ’ εικόνα του ανθρώπου του αιωνίου αποκαλύπτεται σ’ εμάς. Και τότε αντιλαμβανόμαστε καλά τη ζοφερή νύχτα στην οποία βρισκόμαστε. Μας κυριεύει η λύπη. Η αγωνία του πνεύματος μας είναι τόσο ισχυρή, ώστε κανένας ψυχικός πόνος δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ αυτό το ατέλειωτο βάσανο. Με το ελάχιστο υπόλοιπο της δυνάμεως μας προσευχόμαστε και ζητούμε βοήθεια από ψηλά. Αφού ταπεινωθούμε από την αμαρτία, βλέπομε τον εαυτό μας αποχωρισμένο από το Θεό και από τα βάθη μας κραυγάζομε: «Ο θάνατος χτύπησε. Έλα και ολοκλήρωσε με. Έλα και διώξε κάθε τι που με μολύνει. Έλα και μόρφωσε σ’ εμένα κάθε τι που είναι αρεστό μπροστά σου. Κρατιέμαι αιχμάλωτος στο σκοτάδι. Δεν έχω τη δύναμη να σταθώ μπροστά σου».
Με το σκοτάδι και όλα όσα μολύνουν εννοούμε την υπερηφάνεια. Η υπερηφάνεια είναι η ρίζα κάθε αμαρτίας. Ο Χριστός άρχισε το κήρυγμα του στη γη με μια κλήση για μετάνοια, μια ριζική αλλαγή στο πλησίασμα μας στη ζωή. Η συνήθης κατάσταση μας μεταβάλλεται ριζικά. Αυξάνεται η ταπείνωση, μειώνεται η υπερηφάνεια. Ο Θεός εκδηλώνεται σ’ εμάς με άκρα ταπείνωση. Αυτή είναι η αρχή της μετάνοιας που δεν έχει τέλος στη γη, γιατί ένα τέλος θα σήμανε τέλεια θέωση ίση με το Χριστό‐Θεό.


Είναι γεγονός ότι η περίλυπη προσευχή γίνεται περιεκτική. Δεν υπολείπεται τίποτα ούτε στο νου ούτε στην καρδιά. Ο θάνατος καταπίνει όλη τη δημιουργία και πρώτα και κύρια εμάς. Και, να, εδώ εμφανίζεται εκείνο το οποίο
«οφθαλμός ουκ είδεν, και ούς ουκ ήκουσεν, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβε» (Α’ Κορ. 2,9), μια ακτίνα του άκτιστου Ήλιου που διαπερνά το βάθος του σκοταδιού μας.
Αυτό το Θείο Φως, κρυμμένο, μυστήριο στη φύση [//106] του, δίνει νέα ζωή στην ψυχή. Άυλο και αόρατο, μερικές φορές ορατό, τραβά στον εαυτό του το πνεύμα του ανθρώπου και η γη με τις σειρήνες της λησμονιούνται. Πράο, αλλά ισχυρότερο από κάθε τι άλλο, παρηγορεί την ψυχή· λειώνει η καρδιά, ο νους ανορθώνεται. Είναι ζωή διαποτισμένη με αγάπη. Αμφιβολία και φόβος διώχνονται. Ο θάνατος φεύγει στη θέα του.
Ώ Άγιο Πνεύμα, μυστηριακό Φως,
Ώ Φως ανεξερεύνητο, Φως πέρα από κάθε όνομα. Έλα και σκήνωσε σ’ εμάς.
Λύτρωσε μας απ’ το σκοτάδι και την άγνοια και γέμισε μας
με τα νάματα της γνώσεως σου.
Αυτό το φως είναι το φως της θεότητας. Ανέκφραστα απαλό ώστε δεν αισθανόμαστε το πλησίασμα του. Μπορεί να ρθει τις νυχτερινές ώρες ή το καταμεσήμερο μιας φωτεινής ημέρας. Όπως και το κοινό φως, μοιάζει με πνοή αγάπης. Φέρνει ειρήνη. Φέρνει πείρα αναστάσεως· το πνεύμα του ανθρώπου μπαίνει στο βασίλειο όπου δεν υπάρχει θάνατος. Ο χρόνος είναι σταθερός. Ο κόσμος που βαδίζει στο θάνατο, έρχεται στη ζωή.
Ώ Κύριε Ιησού Χριστέ, αιώνιο φως,
που ανέλαμψες από τον Πατέρα πριν από κάθε κτίση, διάνοιξε τα μάτια των καρδιών μας

και δώσε μας να σε δούμε, Δημιουργέ και Θεέ μας.
Δώρησε μας να κατανοήσωμε τον Ευαγγελικό λόγο του Χριστού, σαν άδυτο φως, σαν δημιουργική θεία δύναμη, σαν νέο βήμα στη δημιουργία, όχι πια με τον τύπο της [//107] εντολής «Γενηθήτω …» αλλά με συνομιλία με ένα λογικό όν. «Βουληθείς απεκύησεν υμάς λόγω αληθείας» (Ιακ. 1,18).
Δεν υπάρχει βία στο λόγο του Χριστού. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να  τον απορρίψει, αν και όλος ο κόσμος θα κριθεί «δι’ αυτού». εκείνος που τον δέχεται, γνωρίζει από πού προήλθε, γνωρίζει αν διατυπώθηκε από άνθρωπο, ή αν κατήλθε αληθινά «εκ του Πατρός των φώτων» (Ιακ. 1,17 και Ιωάν. 7,17).
Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου. Αυτός απεκάλυψε τον Ουράνιο  Πατέρα σ’ εμάς και μας έδειξε τί είναι ο άνθρωπος. Χωρίς αυτόν θα είχαμε λίγη γνώση για το Θεό ή τον άνθρωπο. Ο Χριστός είναι η αιώνια αλήθεια (Ιωάν. 14,16) που υπερβαίνει κάθε «επιστημονική αλήθεια», η οποία αυτή καθ’ εαυτή είναι παροδική. Είναι αδύνατο με άλλο τρόπο να γνωρίζομε την Αλήθεια που είναι ο Χριστός εκτός από ακρόαση των λόγων του· «εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ, αληθώς μαθηταί μου εστε και γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν τις τον λόγον τον εμόν τηρήση


θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα … εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα  και  μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ιωάν. 8,31.32.51 και 14,23). Θα κατοικήσει μέσα μας όχι για λίγο, αλλά αιώνια.
Έτσι εκείνοι που κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο απορρίπτουν το Χριστό δεν γνωρίζουν τί και ποιόν απορρίπτουν. Ο Χριστός είναι Σοφία προαιώνια,  Σοφία κρυμμένη που άρχοντες και αρχόμενοι του κόσμου τούτου δεν  γνωρίζουν,
«αλλά λαλούμεν σοφίαν Θεού εν μυστηρίω την αποκεκρυμμένην» (Α’ Κορ. 2,7). Πριν να έρθει ο Κύριος, ο κόσμος όλος, όλοι οι λαοί της γης, βάδιζαν στο σκοτάδι, μη γνωρίζοντας το δρόμο που οδηγεί στη Βασιλεία [//108] του Θεού και Πατέρα μας. Τώρα τα μυστήρια αποκαλύφθηκαν σ’ εμάς. Δόθηκε σ’ εμάς γνώση βέβαιη, υψίστης σημασίας για το σκοπό του ερχομού μας στον κόσμο. Ο Χριστός κήρυξε την αγάπη του Πατέρα για μας και στον εαυτό του μας αποκάλυψε τον Πατέρα. Αλλά τον σταυρώσαμε και ενώ κρεμόταν στο Σταυρό τον χλευάσαμε και μέχρι σήμερα συνεχίζομε να τον χλευάζουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου