Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

. Θεωρία π. σωφρονιοσ του εσσεχ




Ποιά είναι η ουσία της χριστιανικής θεωρίας; Πώς παρουσιάζεται και πού οδηγεί; Ποιός ή τί θεωρείται και κατά ποιόν τρόπο;
Όπως διδαχθήκαμε, η αληθινή θεωρία αρχίζει τη στιγμή που αρχίζομε να γνωρίζουμε την αμαρτία μέσα μας. Η Παλαιά Διαθήκη αντιλαμβάνεται την αμαρτία ως παράβαση των ηθικών και θρησκευτικών διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η Κ. Διαθήκη μετέφερε την ιδέα της αμαρτίας μέσα στον άνθρωπο. Το να αντιληφθούμε την αμαρτία μέσα μας είναι μια πνευματική πράξη, αδύνατη χωρίς τη θεία χάρη, χωρίς όμως να μας πλησιάζει στο Θείο Φως. Το πρωταρχικό γεγονός της προσεγγίσεως αυτού του μυστηριακού Φωτός είναι ότι βλέπομε πού βρισκόμαστε «πνευματικά» σ’ αυτή τη δεδομένη στιγμή. Οι πρώτες εκδηλώσεις του ακτίστου φωτός δεν μας επιτρέπουν να λάβουμε πείρα αυτού σαν φωτός. Λάμπει κατά μυστικό τρόπο και φωτίζει τον εσωτερικό μας κόσμο για να αποκαλύψει ένα θέαμα που είναι υπερπλήρες χαράς στη φυσική μας κατάσταση του πεσμένου όντος. Έχομε ένα αίσθημα ότι φλεγόμαστε. Αυτή είναι η αρχή της πραγματικής θεωρίας, η οποία δεν έχει καμιά σχέση με τη θεωρία στη διανόηση και τη φιλοσοφία. Γινόμαστε πολύ ευαίσθητοι στην αμαρτία, επειδή μας χωρίζει από την οντολογική πηγή της υπάρξεως μας. Το πνεύμα μας είναι αιώνιο αλλά τώρα βλέπομε τον εαυτό μας φυλακισμένο στο θάνατο. Με το θάνατο που μας περιμένει, άλλα χίλια χρόνια ζωής θα μας φαίνονταν σαν απατηλή λάμψη.
[//55] Η αμαρτία δεν είναι παράβαση των ηθικών μέτρων της ανθρωπίνης κοινωνίας ή οποιασδήποτε άλλης νομικής διατάξεως. Η αμαρτία μας αποκόπτει από το Θεό της αγάπης, ο οποίος μας αποκαλύφθηκε σαν φως, αφού «σκοτία εν αυτώ ουκ έστιν ουδεμία» (Α’ Ιωάν. 1,5). Το να δει κάποιος τη θλιβερή κατάσταση του είναι ουράνιο δώρο και μάλιστα από τα μεγαλύτερα. Σημαίνει ότι έχομε πλέον εισχωρήσει στη θεία σφαίρα και έχομε πλέον αρχίσει τη θεωρία – υπαρκτικά όχι φιλοσοφικά– του ανθρώπου, όπως ήταν στο σχέδιο του Θεού προ της δημιουργίας του κόσμου.
Ο τρόμος του να δει κάποιος τον εαυτό του στην κατάσταση που βρίσκεται είναι «πυρ αναλίσκον». Όσο πιο σωστά η φωτιά εκτελεί την εργασία του καθαρμού,    τόσο    περισσότερο    αγωνιούμε    με    πόνο    πνευματικό. 
   Ακόμη


ανερμήνευτα, το αόρατο φως μας δίνει την αίσθηση της θείας παρουσίας μέσα μας, μιας παράξενης απόκρυφης παρουσίας που μας έλκει προς αυτή. Μας οδηγεί σε μια κατάσταση θεωρίας που γνωρίζομε ότι είναι γνήσια, γιατί η καρδιά μας αρχίζει να χτυπά μέρα και νύχτα προσευχόμενη. Δε χρειάζεται να επαναλαμβάνεται συνεχώς το γεγονός ότι η θεία ενέργεια έχει διπλή κίνηση. Η μια, που φαίνεται σε μας σαν πρώτη, μας βυθίζει στο σκοτάδι και τον πόνο. Η άλλη μας ανεβάζει στις έξοχες σφαίρες του θείου κόσμου. Οι διαστάσεις της εσωτερικής μας υπάρξεως ανυψώνονται και επεκτείνονται. Αλλά όταν η προς τα κάτω κίνηση υπερισχύει βγαίνει από μέσα μας απότομη κραυγή: «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» (Εβρ. 10,31).
Ας αρχίσουμε με την κατάσταση κατά την οποία δεν αντιλαμβανόμαστε τί συμβαίνει. Κάθε τι είναι νέο. Μόνον αργότερα και σιγά‐σιγά αντιλαμβανόμαστε το δώρο που μας δόθηκε από το Θεό. Ο Χριστός είπε στον [//56] Πέτρο: «ό εγώ ποιώ, συ ουκ οίδας άρτι, γνώση δε μετά ταύτα» (Ιωάν. 13,7). Η καρδιά εντυπωσιασμένη από τον αποκαλυφθέντα σ’ αυτή κόσμο, που δεν τον γνώριζε πρωτύτερα, προσελκύεται προς αυτόν αλλά και στέκεται φοβισμένη. Πώς μπορούμε να περιγράψουμε το φόβο απώλειας του Θεού, ο οποίος τόσο απροσδόκητα εισήλθε στη ζωή μας και την πλούτησε; Φόβος μας καταλαμβάνει στη σκέψη της επιστροφής μας στο σκοτεινό λάκκο στον οποίο είμασταν πριν  μας επισκεφθεί ο Θεός και διεγείρει μέσα μας την επιθυμία να καθαρίσομε τον εαυτό μας απ’ όλα όσα εμποδίζουν το Πνεύμα του Θεού να κατοικήσει μέσα μας αιωνίως. Αυτός ο φόβος είναι τόσο ισχυρός, ώστε φέρει πλήρη μετάνοια.
Η μετάνοια δεν έρχεται αμέσως στον σαρκικό άνθρωπο, κανείς δε από εμάς δεν είναι ικανός μόνος του να υπολογίσει τις διαστάσεις των αμαρτημάτων που μας εξαλείφθηκαν από το Χριστό μόνο και το Άγιο Πνεύμα. Ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος είναι ένα γεγονός υψίστης σημασίας. Ο πεσμένος άνθρωπος συναντά τον Πανάγιο Θεό. Η ύπαρξη της ιδέας της αμαρτίας είναι δυνατή εκεί όπου ο Θεός υπολογίζεται ως απόλυτη Υπόσταση. Το ίδιο κι η μετάνοια για την αμαρτία είναι δυνατή και σωστή μόνον όπου υπάρχει προσωπική σχέση με το Θεό. Η συνάντηση με τον προσωπικό Θεό, είναι το γεγονός που την κάνει αντιληπτή. Ο αμαρτωλός άνθρωπος αμέσως αποκτά την πείρα της και συγχρόνως αισθάνεται φόβο και μεταρσίωση. Είναι μια εκ των άνω αναγέννηση. Ένα μοναδικό άνθος που αναπτύσσεται μέσα μας. Η υπόσταση‐πρόσωπο. Όπως η Βασιλεία των Ουρανών έτσι και το πρόσωπο «ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως» (Λουκ. 17,20). Η στιγμή, που η πορεία του ανθρωπίνου πνεύματος εισέρχεται στο κράτος της θείας αιωνιότητας διαφέρει για καθένα από μας.
[//57] Η ψυχή έρχεται πρώτα σε γνώση του εαυτού της και κατόπιν πρόσωπο με πρόσωπο με τον Θεό. Και το γεγονός ότι η τέτοια προσευχή είναι δώρο του προσευχόμενου μέσα μας Θεού δείχνει ότι το πρόσωπο γεννιέται εκ  των Άνω και έτσι δεν υπόκειται στους νόμους της φύσεως. Το πρόσωπο ξεπερνά τα γήινα όρια και κινείται σε άλλες σφαίρες. Αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί. Είναι ένα και μοναδικό.
Η Απόλυτη Ύπαρξη είναι υποστατική και ο άνθρωπος σαν εικόνα του Απολύτου,   είναι   υποστατικός.   Πνεύμα   ο   Θεός,   πνεύμα   και   ο   άνθρωπος‐


υπόσταση. Όμως το πνεύμα δεν είναι ασύνδετο, αφηρημένο, αλλά δόθηκε σε συγκεκριμένη σχέση με το σώμα, ακριβώς όπως ο Θείος Λόγος έλαβε ανθρώπινη σάρκα, και στο εξής απόδειξε ότι ο Θεός δεν είναι καρπός της ανθρώπινης φαντασίας, γεννημένος από άγνοια και φόβο αγνώστων φαινομένων, αλλά υπαρκτή πραγματικότητα. Το Θείο Πνεύμα εγκολπώνεται όλη την ύπαρξη. Ο άνθρωπος σαν υπόσταση είναι μια αρχή που ενοποιεί την πολλαπλότητα του κοσμικού όντος, ικανός να περιλάβει την πληρότητα της θείας και ανθρωπίνης ζωής.
Το πρόσωπο δεν καθορίζει τον εαυτό του σαν αντίθεση. Είναι μια κατάσταση αγάπης. Η αγάπη είναι το πλέον βαθύ περιεχόμενο της υπάρξεώς του, η ευγενέστερη έκφραση της ουσίας του. Σ’ αυτή την αγάπη βρίσκεται το καθ’ ομοίωση του Θεού, ο οποίος είναι αγάπη. Καθ’ αυτό το πρόσωπο είναι μια τελειότητα που υπερβαίνει κάθε άλλη κοσμική αξία. Χαρούμενος για την ελευθερία που ανακάλυψε, ο άνθρωπος θεωρεί το Θείο κόσμο.
Η επιστημονική και φιλοσοφική γνώση μπορεί να διατυπωθεί με ορισμούς αλλά το πρόσωπο είναι πιο πάνω από κάθε ορισμό, και κατά συνέπεια άγνωστο [//58] εξωτερικά· μόνο το ίδιο μπορεί ν’ αποκαλύψει τον εαυτό του. Αφού ο Θεός είναι κρυμμένος, έτσι και ο άνθρωπος έχει μυστικά βάθη· αυτός δεν είναι ούτε ο πρώτος αίτιος της υπάρξεως ούτε το τέλος. Ο Θεός, κι όχι ο άνθρωπος, είναι το Άλφα και το Ωμέγα. Η θεοειδής ποιότητα του ανθρώπου έγκειται στον τρόπο της υπάρξεως του. Το καθ’ ομοίωση της υπάρξεως είναι το καθ’ ομοίωση για το οποίο μιλούν αι Γραφές.
Ώ Αγία Τριάδα, Πατέρα, Υιέ και Πνεύμα,
Ύψιστε Θεέ, Βασιλιά και Δημιουργέ όλης της αιωνιότητας Ο οποίος μας τίμησες με τη Θεία σου εικόνα,
Ο οποίος έθεσες μέσα στην ορατή φύση μας Το καθ’ ομοίωση της αόρατης Υπάρξεως σου,
Κάνε μας ικανούς να βρούμε έλεος και χάρη μπροστά σου και να σε δοξάσουμε στην αθάνατη μέρα της Βασιλείας σου μαζί με όλους τους αγίους σου ανά τους αιώνες.
Όταν το πνεύμα μας θεωρεί στον εαυτό μας το «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» του Θεού, αναπαύεται με το ατέλειωτο μεγαλείο του ανθρώπου και αρκετοί από μας, σχεδόν οι περισσότεροι, καταλαμβάνονται από τρόμο μπροστά στην αυθάδεια μας.
Στο Θείο Όν η Υπόσταση αποτελεί την πιο εσωτερική αρχή του Όντος. Ομοίως στο ανθρώπινο όν η υπόσταση είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο. Πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος, εν τω αφθάρτω … του πνεύματος … ό εστίν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α’ Πέτρου 3,4) – αυτό είναι ο πιο πολύτιμος πυρήνας ολόκληρης της ανθρωπίνης υπάρξεως, προικισμένος με την [//59] ικανότητα της αυτογνωσίας και του αυτοπροορισμού, την κατοχή δημιουργικής ενέργειας και τη δυνατότητα της γνώσεως όχι μόνο του κόσμου της δημιουργίας αλλά και του Θείου κόσμου. Προικισμένος με αγάπη, ο άνθρωπος αισθάνεται συνδεδεμένος με τον αγαπημένο του Θεό. Με αυτό το σύνδεσμο γνωρίζει το Θεό, και έτσι αγάπη και γνώση γίνονται μια ενέργεια.


Ο Θεός αποκαλύπτεται κυρίως δια της καρδίας σαν αγάπη και φως. Σ’ αυτό το φως ο άνθρωπος βλέπει τις ευαγγελικές εντολές σαν αντανάκλαση στη γη της ουράνιας αιωνιότητας, και τη δόξα του Χριστού ως μονογενούς Υιού του Πατέρα, όμοια με τη δόξα που είδαν οι μαθητές στο όρος Θαβώρ.
Η προσωπική αποκάλυψη καθιστά τη γενική αποκάλυψη της Κ. Διαθήκης πνευματικά οικειότερη. Αυτή η προσωπική αποκάλυψη μπορεί να δοθεί αιφνιδιαστικά, αλλά και ο άνθρωπος που τη λαμβάνει μπορεί να την αφομοιώσει σιγά‐σιγά ύστερα από μακροχρόνιο ασκητικό αγώνα. Από την πρώτη στιγμή το ζωντανό περιεχόμενο της αποκαλύψεως είναι φανερό και η ψυχή δεν αισθάνεται καμιά ώθηση να ερμηνεύσει με λογικές διεργασίες τη χάρη που δέχθηκε. Πάντα όμως η ψυχή ποθεί μια βαθύτερη γνώση.
Η θεία φύση αυτού του προσωπικού οράματος είναι εκπληκτικά αυθεντική, αν και δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις (και κάθε περιγραφή με λόγια μπορεί να αποτύχει). Όμως η γνώση την οποία προσφέρει έχει έναν ιδιότυπο αντικειμενικό χαρακτήρα, τον οποίο επανειλημμένα παρατηρούμε ανά τους αιώνες στους βίους πολλών ατόμων, ταυτόσημο σε μεγάλο βαθμό τόσο  στην πείρα τους όσο και στον αυτοπροορισμό τους. «Ου γαρ εισιν δύο ή τρεις συνηγμένοι» (Ματθ. 18,20), εκεί έχομε αντικειμενικότητα. «Ουδέ γαρ όνομα εστιν έτερον υπό τον [//60] ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ώ δει σωθήναι ημάς» (Πράξ. 4,12), ομολόγησε ο Πέτρος μπροστά στο Σανχεντρίν (Ιουδαϊκό Συνέδριο). Ο Ιωάννης λέγει: «Ό ήν απ’ αρχής, ό ακηκόαμεν, ό εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ό εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του λόγου της ζωής» (Α’ Ιωάν. 1,3). Και ο Παύλος λέγει ότι «άρτι γινώσκομεν εκ μέρους» (Α’ Κορ.  13,12), προσθέτει όμως ότι «εί τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ό παρελάβετε ανάθεμα έστω» και αν ακόμα αυτός είναι «άγγελος εξ ουρανού» (Γαλ. 1,8.9).
Ως αγάπη η υπόσταση απαιτεί άλλη υπόσταση. Αυτό το βλέπομε στην αποκάλυψη της Αγίας Τριάδος. Το ίδιο και στην περίπτωση του ανθρώπου. Όταν δημιούργησε τον Αδάμ, ο Θεός είπε: «Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον» (Γέν. 2,18). Αλλά μπορεί το δημιούργημα να συναντήσει το Δημιουργό; Όταν το ανθρώπινο πρόσωπο στέκεται μπροστά σε αυτόν, ο οποίος αυτοαποκαλείται ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ (Εξ. 3,14), το πνεύμα του, ολόκληρη η ύπαρξή του όχι μόνο τον δοξάζει, αλλά υποφέρει για την μικρότητά της, την άγνοιά της, τα σφάλματά της. Υποφέρει για τον κλήρο του ανθρώπου από τη στιγμή της πνευματικής γεννήσεως του. Γνωρίζοντας ότι η πορεία της μεταμορφώσεως ολόκληρης της γήϊνης υπάρξεως μας απέχει από του να είναι πλήρης, το πνεύμα υποφέρει.
Η χριστιανική πίστη είναι αποτέλεσμα της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος μέσα μας, και η ψύχη το γνωρίζει αυτό. Το Άγιο Πνεύμα πείθει την ψυχή ότι δε θα πεθάνει και ο θάνατος δε θα κυριαρχήσει πάνω σ’ αυτή. Αλλά το σώμα ως υλικό όργανο της ψυχής υπόκειται στη φθορά.
Μόνο η αμαρτία μπορεί να καταπνίξει μέσα μας τη θεία πνοή. Ο Θεός, ο οποίος είναι άγιος, δεν μπορεί να κατοικήσει στο σκοτάδι της αμαρτίας. Όταν ψάχνομε [//61] να δικαιολογήσομε μια αμαρτωλή πράξη, παραβαίνουμε έτσι εμπράκτως τη διαθήκη που μας ενώνει με το Θεό. Ο Θεός δεν μας αναγκάζει  αλλ’ ούτε καταπιέζεται. Αποτραβιέται και μας εγκαταλείπει στερημένους της


φωτεινής του παρουσίας. Βέβαια ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της αμαρτίας, δηλαδή το χωρισμό του από το Θεό, με τη μετάνοια. Με τη μετάνοια και την κατά συνέπεια αυξανόμενη χάρη μέσα μας, η πραγματικότητα του θείου κόσμου υπερισχύει του ορατού κόσμου, και οδηγούμαστε στη θεωρία της ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.
Ώ Πατέρα, Υιέ και Πνεύμα
Τριαδική Θεότητα, μια Ύπαρξη σε τρία Πρόσωπα Απροσπέλαστο Φως, πολύ κρυμμένο μυστήριο.
Ανύψωσε το πνεύμα μας στη θεωρία των αμέτρητων κρίσεων σου, για να σε υπηρετήσουμε εν πνεύματι και αληθεία
μέχρι την τελευταία μας αναπνοή.
Σε παρακαλούμε, άκουσε μας και ελέησε μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου